IPTACOPAN
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, αναστολείς συμπληρώματος, κωδικός, ATC: L04AJ08 ### Μηχανισμός δράσης Η ιπτακοπάνη είναι ένας αναστολέας του εγγύς συμπληρώματος που στοχεύει στον Παράγοντα Β (FB) με σκοπό την εκλεκτική αναστολή του εναλλακτικού …
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
D59 Επίκτητη αιμολυτική αναιμία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία
-
N07 Κληρονομική νεφροπάθεια, που δεν ταξινομείται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): C3 σπειραματοπάθεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 200 mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Εάν παραλειφθούν δόσεις, ο ασθενής θα πρέπει να λάβει μία δόση το συντομότερο δυνατόν (ακόμα και εάν είναι λίγο πριν από την επόμενη προγραμματισμένη δόση) και έπειτα να συνεχίσει με το τακτικό δοσολογικό σχήμα.
-
ΕνήλικεςΔόση200 mg δύο φορές ημερησίωςΣημασία τήρησης δοσολογικού σχήματος. Για ΠΝΑ, η τήρηση είναι σημαντική για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου αιμόλυσης. Η ΠΝΑ απαιτεί χρόνια θεραπεία, διακοπή δεν συνιστάται εκτός κλινικής ένδειξης.
-
Ασθενείς με ΠΝΑ που μεταβαίνουν από εκουλιζουμάμπηΗ λήψη ιπτακοπάνης θα πρέπει να ξεκινήσει το αργότερο 1 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση της εκουλιζουμάμπης.
-
Ασθενείς με ΠΝΑ που μεταβαίνουν από ραβουλιζουμάμπηΗ λήψη ιπτακοπάνης θα πρέπει να ξεκινήσει το αργότερο 6 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση της ραβουλιζουμάμπης.
-
Ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G μετά από μεταμόσχευση νεφρούΗ θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει πριν την εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων (όπως μείωση eGFR ή αύξηση UPCR), βάσει ιστολογικής εναπόθεσης C3.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (eGFR μεταξύ 60 και <90 ml/min).
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (eGFR μεταξύ 30 και <60 ml/min).
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή υπό αιμοκάθαρσηΔεν μπορούν να δοθούν συστάσεις για τη δόση.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΗ χρήση της ιπτακοπάνης δεν συνιστάται (κατηγορία C κατά Child-Pugh).
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (κατηγορία Α κατά Child-Pugh).
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (κατηγορία Β κατά Child-Pugh).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ασθενείς, οι οποίοι δεν είναι επί του παρόντος εμβολιασμένοι έναντι των Neisseria meningitidis και Streptococcus pneumoniae, εκτός εάν ο κίνδυνος καθυστέρησης της θεραπείας υπερτερεί του κινδύνου ανάπτυξης λοίμωξης από τα συγκεκριμένα ενθυλακωμένα βακτήριαΠληθυσμόςΑσθενείς, οι οποίοι δεν είναι επί του παρόντος εμβολιασμένοι έναντι των Neisseria meningitidis και Streptococcus pneumoniae
-
Ασθενείς με ανεπίλυτη λοίμωξη που προκαλείται από ενθυλακωμένα βακτήρια, συμπεριλαμβανομένων των Neisseria meningitidis, Streptococcus pneumoniae ή Haemophilus influenzae τύπου B, κατά την έναρξη της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεπίλυτη λοίμωξη που προκαλείται από ενθυλακωμένα βακτήρια, συμπεριλαμβανομένων των Neisseria meningitidis, Streptococcus pneumoniae ή Haemophilus influenzae τύπου B
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρές λοιμώξεις που προκαλούνται από ενθυλακωμένα βακτήριαΠληθυσμόςΑσθενείςΗ χρήση αναστολέων του συμπληρώματος, όπως είναι η ιπτακοπάνη, μπορεί να δημιουργήσει στα άτομα την προδιάθεση για σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες λοιμώξεις που προκαλούνται από ενθυλακωμένα βακτήρια. Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος λοίμωξης, όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να εμβολιάζονται έναντι ενθυλακωμένων βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένων των Neisseria meningitidis και Streptococcus pneumoniae. Συνιστάται ο εμβολιασμός των ασθενών έναντι του Haemophilus influenzae τύπου Β εάν το εμβόλιο είναι διαθέσιμο. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να ανατρέχουν στις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες για τον εμβολιασμό. Τα εμβόλια θα πρέπει να χορηγούνται τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν από τη χορήγηση της πρώτης δόσης της ιπτακοπάνης. Εάν η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει πριν από τον εμβολιασμό, οι ασθενείς θα πρέπει να εμβολιάζονται το συντομότερο δυνατό και να τους παρέχεται αντιβακτηριακή προφύλαξη για έως και 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση των εμβολίων. Εάν είναι απαραίτητο, οι ασθενείς μπορεί να επανεμβολιαστούν σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες για τον εμβολιασμό. Ο εμβολιασμός μειώνει, αλλά δεν εξαλείφει, τον κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης. Η σοβαρή λοίμωξη μπορεί να γίνει γρήγορα απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρα, εάν δεν εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται και να παρακολουθούνται για πρώιμα σημεία και συμπτώματα σοβαρής λοίμωξης. Θα πρέπει να εκτιμάται αμέσως η κατάσταση των ασθενών και να τους χορηγείται θεραπεία εάν υπάρχει υποψία λοίμωξης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας σοβαρής λοίμωξης, η χρήση της ιπτακοπάνης μπορεί να εξεταστεί μετά από αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Εργαστηριακή παρακολούθηση της ΠΝΑΠληθυσμόςΑσθενείς με ΠΝΑΑσθενείς με ΠΝΑ που λαμβάνουν ιπτακοπάνη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης των επιπέδων γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH).
-
Παρακολούθηση των εκδηλώσεων ΠΝΑ μετά τη διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με ΠΝΑΕάν πρέπει να διακοπεί η θεραπεία, οι ασθενείς με ΠΝΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση. Αυτά τα σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αυξημένα επίπεδα LDH μαζί με αιφνίδια μείωση της αιμοσφαιρίνης ή του μεγέθους του κλώνου της ΠΝΑ, κόπωση, αιμοσφαιρινουρία, κοιλιακό άλγος, δύσπνοια, δυσφαγία, στυτική δυσλειτουργία ή μείζονα ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάντα (MAVEs), συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής ή αρτηριακής θρόμβωσης. Εάν είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας. Εάν εκδηλωθεί αιμόλυση μετά από τη διακοπή της ιπτακοπάνης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας.
-
Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ΠΝΑΗ ταυτόχρονη χρήση ιπτακοπάνης με ισχυρούς επαγωγείς των CYP2C8, UGT1A1, PgP, BCRP και OATP1B1/3 δεν έχει μελετηθεί κλινικά. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται λόγω της πιθανότητας μειωμένης αποτελεσματικότητας της ιπτακοπάνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν δεν μπορεί να εντοπιστεί εναλλακτικό συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν, οι ασθενείς με ΠΝΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης.
-
Θεραπεία ασθενών με C3GΠληθυσμόςΑσθενείς με C3GΟι ασθενείς με C3G που έλαβαν θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να εμφανίσουν μέτρια μείωση της πρωτεϊνουρίας με ιπτακοπάνη, η οποία πιθανώς συνδέεται με μια πιο ανθεκτική στη θεραπεία φύση της C3G σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υπάρχει εμπειρία με τη χρήση της ιπτακοπάνης σε ασθενείς με C3G με αυτόχθονα νεφρό που έχουν πρωτεϊνουρία κάτω από 1 g/g κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Εκπαιδευτικό υλικόΠληθυσμόςΙατροί, ΑσθενείςΌλοι οι ιατροί, οι οποίοι προτίθενται να συνταγογραφήσουν το iptacopan πρέπει να βεβαιωθούν ότι έχουν λάβει και είναι εξοικειωμένοι με τα εκπαιδευτικά υλικά για τον ιατρό. Οι ιατροί πρέπει να εξηγούν και να συζητούν τα οφέλη και τους κινδύνους της θεραπείας με iptacopan με τον ασθενή και να του παρέχουν το πακέτο πληροφοριών για τον ασθενή. Ο ασθενής θα πρέπει να λάβει οδηγίες να αναζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα εάν εκδηλώσει οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα σοβαρής λοίμωξης ή σοβαρής αιμόλυσης (ασθενείς με ΠΝΑ) μετά τη διακοπή της θεραπείας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί επαγωγείς των CYP2C8, UGT1A1, PgP, BCRP και OATP1B1/3 (π.χ. ριφαμπικίνη)αντένδειξηΠιθανότητα μειωμένης αποτελεσματικότητας της ιπτακοπάνηςΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση
-
Ευαίσθητα υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους)προσοχήΜείωση της έκθεσης στα υποστρώματα λόγω επαγωγής του CYP3A4 από την ιπτακοπάνηΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή, ειδικά για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στα υποστρώματα λόγω χρονοεξαρτώμενης αναστολής του CYP2C8 από την ιπτακοπάνηΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Βρογχίτιδα
- Πνευμονιοκοκκική λοίμωξη
- Πνευμονία βακτηριακή
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Κνίδωση
- Αρθραλγία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠνευμονιοκοκκική λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονία βακτηριακήΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ιπτακοπάνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε εκθέσεις μεταξύ 2 και 8 φορές της ανθρώπινης έκθεσης στη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο (MRHD) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ΠΝΑ στην κύηση σχετίζεται με ανεπιθύμητα συμβάντα στη μητέρα, συμπεριλαμβανομένων των επιδεινούμενων κυτταροπενιών, των θρομβωτικών επεισοδίων, των λοιμώξεων, της αιμορραγίας, των αποβολών και της αυξημένης θνησιμότητας της μητέρας, καθώς και με ανεπιθύμητα συμβάντα στο έμβρυο, συμπεριλαμβανομένων του εμβρυϊκού θανάτου και του πρόωρου τοκετού. Η C3G κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να σχετίζεται με δυσμενή αποτελέσματα για τη μητέρα, ιδιαίτερα με προεκλαμψία και αποβολή, καθώς και με δυσμενή αποτελέσματα για το έμβρυο, όπως προωρότητα και χαμηλό βάρος γέννησης. Η χρήση της ιπτακοπάνης σε έγκυες γυναίκες ή σε γυναίκες που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες μπορεί να εξεταστεί μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση του κινδύνου και των οφελών, εάν είναι απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η ιπτακοπάνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της ιπτακοπάνης στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη ή στην παραγωγή γάλακτος. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με το iptacopan, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΔεν υποδεικνύεται επίδρασηΔεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της ιπτακοπάνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Τα διαθέσιμα μη κλινικά δεδομένα δεν υποδεικνύουν επίδραση της θεραπείας με ιπτακοπάνη στην γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, αναστολείς συμπληρώματος, κωδικός, ATC: L04AJ08
Μηχανισμός δράσης
Η ιπτακοπάνη είναι ένας αναστολέας του εγγύς συμπληρώματος που στοχεύει στον Παράγοντα Β (FB) με σκοπό την εκλεκτική αναστολή του εναλλακτικού μονοπατιού. Στην ΠΝΑ, η αναστολή του FB στο εναλλακτικό μονοπάτι του καταρράκτη του συμπληρώματος εμποδίζει την ενεργοποίηση της C3 κονβερτάσης και τον επακόλουθο σχηματισμό της C5 κονβερτάσης για τον έλεγχο τόσο της μεσολαβούμενης από το C3 εξωαγγειακής αιμόλυσης (EVH) όσο και της μεσολαβούμενης από το τελικό συμπλήρωμα ενδαγγειακής αιμόλυσης (IVH). Στην C3G, η υπερενεργοποίηση της εναλλακτικής οδού του συμπληρώματος οδηγεί σε εναπόθεση του C3 μέσα στα σπειράματα, προκαλώντας φλεγμονή, σπειραματική βλάβη και ίνωση των νεφρών. Η ιπτακοπάνη αναστέλλει επιλεκτικά την υπερενεργοποίηση της εναλλακτικής οδού, αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της C3 κονβερτάσης που σχετίζεται με την εναλλακτική οδό, οδηγώντας σε μειωμένη διάσπαση του C3 και μειωμένη εναπόθεση του C3 στους νεφρούς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η έναρξη της αναστολής του εναλλακτικού μονοπατιού του συμπληρώματος, που μετρήθηκε με τη χρήση μίας ex vivo ανάλυσης του εναλλακτικού μονοπατιού, των επιπέδων του Bb (του τμήματος b του Παράγοντα Β) και των επιπέδων του C5b-9 στο πλάσμα, ήταν ≤2 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση της ιπτακοπάνης σε υγιείς εθελοντές. Παρατηρήθηκε παρόμοια επίδραση της ιπτακοπάνης σε ασθενείς με ΠΝΑ, οι οποίοι είχαν προηγουμένως εκτεθεί σε αντι-C5 παράγοντες και σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία. Σε ασθενείς με ΠΝΑ που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία, η ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως μείωσε την LDH κατά >60% σε σύγκριση με την αρχική τιμή μετά από 12 εβδομάδες και διατήρησε την επίδραση έως την ολοκλήρωση της μελέτης. Σε ασθενείς με C3G, το μέσο επίπεδο του C3 στον ορό αυξήθηκε κατά 249% την ημέρα 14 της θεραπείας με ιπτακοπάνη σε σύγκριση με την αρχική τιμή, αντανακλώντας την αναστολή της παθολογικής διάσπασης του C3. Το διαλυτό στο πλάσμα C5b-9 και το διαλυτό στα ούρα C5b-9 μειώθηκαν από την αρχική τιμή κατά 71,8% και 92,1%, αντίστοιχα, στην πρώτη παρατήρηση την ημέρα 30 της θεραπείας με ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως. Το αποτέλεσμα διατηρήθηκε κατά την περίοδο παρατήρησης των 12 μηνών. Μείωση της σπειραματικής εναπόθεσης C3 στους 6 μήνες παρατηρήθηκε επίσης με βάση την αλλαγή της βαθμολογίας εναπόθεσης C3.
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία
Σε μία κλινική μελέτη του διαστήματος QTc σε υγιείς εθελοντές, εφάπαξ υπερθεραπευτικές δόσεις ιπτακοπάνης έως και 1.200 mg (οι οποίες παρείχαν πάνω από 4 φορές μεγαλύτερη έκθεση σε σχέση με τη δόση των 200 mg δις ημερησίως), δεν κατέδειξαν καμία επίδραση στην καρδιακή επαναπόλωση ή στο διάστημα QT.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ιπτακοπάνης σε ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ αξιολογήθηκαν σε δύο πολυκεντρικές, ανοικτής επισήμανσης, 24 εβδομάδων μελέτες Φάσης III: μία ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη σύγκρισης (APPLY-PNH) και μία μελέτη μονού σκέλους (APPOINT-PNH).
APPLY-PNH: ασθενείς με ΠΝΑ που έχουν λάβει αντι-C5 θεραπεία Στην μελέτη APPLY-PNH συμμετείχαν ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ (μέγεθος κλώνου ≥10% στα ερυθρά αιμοσφαίρια) με υπολειπόμενη αναιμία (αιμοσφαιρίνη <10 g/dl) παρά την προηγούμενη θεραπεία σταθερού δοσολογικού σχήματος με αντι-C5 θεραπεία (είτε εκουλιζουμάμπη είτε ραβουλιζουμάμπη) για τουλάχιστον 6 μήνες πριν από την τυχαιοποίηση. Οι ασθενείς (N=97) τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 8:5 είτε για να λάβουν από στόματος ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως (N=62) είτε για να συνεχίσουν την αντι-C5 θεραπεία (εκουλιζουμάμπη N=23 ή ραβουλιζουμάμπη N=12) καθ’ όλη τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης περιόδου (RCP) 24 εβδομάδων. Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε με βάση την προηγούμενη αντι-C5 θεραπεία και το ιστορικό μετάγγισης εντός των τελευταίων 6 μηνών. Τα δημογραφικά στοιχεία και τα αρχικά χαρακτηριστικά της νόσου ήταν γενικώς καλά ισορροπημένα μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία (τυπική απόκλιση [SD]) 51,7 (16,9) έτη (εύρος 22-84) και 49,8 (16,7) έτη (εύρος 20-82) στις ομάδες ιπτακοπάνης και anti-C5 θεραπείας, αντίστοιχα και 69% των ασθενών ήταν γυναίκες και στις δύο ομάδες. Η μέση (SD) αιμοσφαιρίνη ήταν 8,9 (0,7) g/dl και 8,9 (0,9) g/dl, στην ομάδα ιπτακοπάνης και anti-C5 θεραπείας, αντίστοιχα. Το πενήντα εφτά τοις εκατό (ομάδα ιπτακοπάνης) και το 60% (ομάδα anti-C5 θεραπείας) των ασθενών έλαβαν τουλάχιστον μία μετάγγιση τους 6 μήνες πριν από την τυχαιοποίηση. Μεταξύ αυτών, ο μέσος αριθμός (SD) μεταγγίσεων ήταν 3,1 (2,6) και 4,0 (4,3) στην ομάδα ιπτακοπάνης και anti-C5 θεραπείας, αντίστοιχα. Το μέσο επίπεδο (SD) της LDH ήταν 269,1 (70,1) U/l στην ομάδα ιπτακοπάνης και 272,7 (84,8) U/l στην ομάδα anti-C5 θεραπείας. Ο μέσος (SD) απόλυτος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων ήταν 193,2 (83,6) 109/l στην ομάδα ιπτακοπάνης και 190,6 (80,9) 109/l στην ομάδα αντι-C5 θεραπείας. Το μέσο (SD) συνολικό μέγεθος κλώνου PNH RBC (Τύπος II + III) ήταν 64,6% (27,5%) στην ομάδα ιπτακοπάνης και 57,4% (29,7%) στην ομάδα αντι-C5 θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της RCP, 1 ασθενής στην ομάδα της ιπτακοπάνης διέκοψε τη θεραπεία λόγω εγκυμοσύνης. Κανένας ασθενής στην ομάδα της αντι-C5 θεραπείας δεν διέκοψε τη θεραπεία. Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε σε δύο πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία για να καταδειχθεί η υπεροχή της ιπτακοπάνης έναντι της αντι-C5 θεραπείας στην επίτευξη αιματολογικής ανταπόκρισης έπειτα από 24 εβδομάδες θεραπείας, χωρίς ανάγκη μετάγγισης, αξιολογώντας την αναλογία των ασθενών που παρουσιάζουν: 1) σταθερή αύξηση ≥2 g/dl των επιπέδων αιμοσφαιρίνης από την αρχική τιμή (βελτίωση αιμοσφαιρίνης) ή/και 2) σταθερά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ≥12 g/dl. Η ιπτακοπάνη κατέδειξε υπεροχή έναντι της αντι-C5 θεραπείας για τα δύο πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία, καθώς και για αρκετά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, συμπεριλαμβανομένων της αποφυγής της μετάγγισης, των αλλαγών στα επίπεδα αιμοσφαιρίνης σε σχέση με την αρχική τιμή, των βαθμολογιών της Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας Χρόνιας Νόσου (FACIT)-Κόπωσης, του απόλυτου αριθμού δικτυοερυθροκυττάρων (ARC) και του ετησιοποιημένου ποσοστού κλινικής αιμόλυσης εκ διαφυγής (breakthrough αιμόλυσης) (βλ. Πίνακα 2). Η επίδραση της θεραπείας με ιπτακοπάνη στην αιμοσφαιρίνη παρατηρήθηκε ήδη από την ημέρα 7 και διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της μελέτης (βλ. Εικόνα 1).
Πίνακας 2 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για την περίοδο 24 εβδομάδων τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη APPLY-PNH
| Καταληκτικά σημεία | Ιπτακοπάνη (N=62) | Αντι-C5 (N=35) | Διαφορά (95% ΔΕ) | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία | ||||
| Αριθμός ασθενών που πέτυχε βελτίωση της αιμοσφαιρίνης (συνεχής αύξηση των επιπέδων αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl από την αρχική τιμήa απουσία μεταγγίσεων) | 51/60b | 0/35b | ||
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 82,3 | 2,0 | 80,2 (71,2, 87,6) | <0,0001 |
| Αριθμός ασθενών που πέτυχαν σταθερά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ≥12 g/dla απουσία μεταγγίσεων | 42/60b | 0/35b | ||
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 68,8 | 1,8 | 67,0 (56,4, 76,9) | <0,0001 |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | ||||
| Αριθμός ασθενών που απέφυγαν τη μετάγγιση d,e | 59/62b | 14/35b | ||
| Ποσοστό αποφυγής μετάγγισηςc (%) | 94,8 | 25,9 | 68,9 (51,4, 83,9) | <0,0001 |
| Μεταβολή του επιπέδου αιμοσφαιρίνης από την αρχική τιμή (g/dl) (προσαρμοσμένος μέσος όροςf) | 3,60 | -0,06 | 3,66 (3,20, 4,12) | <0,0001 |
| Μεταβολή της βαθμολογίας FACIT-Κόπωσης από την αρχική τιμή (προσαρμοσμένος μέσος όροςg) | 8,59 | 0,31 | 8,29 (5,28, 11,29) | <0,0001 |
| Κλινική breakthrough αιμόλυσηh,i,% (n/N) | 3,2 (2/62) | 17,1 (6/35) | RR=0,10 (0,02, 0,61) | 0,01 |
| Ετησιοποιημένο ποσοστό κλινικής breakthrough αιμόλυσης | 0,07 | 0,67 | ||
| Μεταβολή του απόλυτου αριθμού δικτυοερυθροκυττάρων από την αρχική τιμή (109/l) (προσαρμοσμένος μέσος όροςg) | -115,8 | -116,2 | -116,2 (-132,0, -100,3) | <0,0001 |
| Αναλογία LDH προς την αρχική τιμή (προσαρμοσμένος γεωμετρικός μέσος όροςg) | 0,3 | 0,96 | Αναλογία = 0,99 (0,89, 1,10) | 0,84 |
| MAVEsh% (n/N) | 1,6 (1/62) | 0 | 0,03 (-0,03, 0,10) | 0,32 |
| Ετησιοποιημένο ποσοστό MAVEsh | 0,03 | 0 | ||
| RR: αναλογία ποσοστού, LDH: γαλακτική αφυδρογονάση, MAVEs: μείζονα ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάντα | ||||
| a,d,h Αξιολογήθηκε στο μεσοδιάστημα των ημερών 126 και 168(a), 14 και 168(d), 1 και 168(h). | ||||
| b Βάσει των παρατηρηθέντων δεδομένων μεταξύ των αξιολογήσιμων ασθενών. (Σε 2 ασθενείς με μερικώς ελλιπή κεντρικά δεδομένα αιμοσφαιρίνης μεταξύ των ημερών 126 και 168, η αιματολογική ανταπόκριση δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί με σαφήνεια. Η αιματολογική ανταπόκριση προέκυψε με πολλαπλή αναγωγή. Αυτοί οι ασθενείς δεν διέκοψαν τη θεραπεία). | ||||
| c Το ποσοστό ανταπόκρισης αντανακλά το μοντέλο εκτιμώμενης αναλογίας. | ||||
| e Ως αποφυγή μετάγγισης ορίζεται η απουσία χορήγησης μεταγγίσεων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168 ή η εκπλήρωση των κριτηρίων για μετάγγιση στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168. | ||||
| f,g Προσαρμοσμένος μέσος όρος που εκτιμήθηκε στο μεσοδιάστημα των ημερών 126 και 168. Οι τιμές εντός διαστήματος 30 ημερών μετά τη μετάγγιση εξαιρέθηκαν(f)/συμπεριλήφθηκαν(g) στην ανάλυση. | ||||
| i Ως κλινική breakthrough αιμόλυση ορίζεται η πλήρωση κλινικών κριτηρίων (είτε μείωση του επιπέδου αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl σε σύγκριση με την τελευταία αξιολόγηση ή εντός 15 ημερών, είτε σημεία ή συμπτώματα βαριάς αιμοσφαιρινουρίας, επώδυνης κρίσης, δυσφαγίας, ή οποιαδήποτε άλλα σημαντικά κλινικά σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενα με την ΠΝΑ) και εργαστηριακών κριτηρίων (LDH >1,5 x ULN και αυξημένη σε σύγκριση με τις 2 τελευταίες αξιολογήσεις). |
Εικόνα 1 Μέσο επίπεδο αιμοσφαιρίνης (g/dl) κατά τη διάρκεια της περιόδου τυχαιοποιημένης θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων στη μελέτη APPLY-PNH* (Γραφική παράσταση) *Σημείωση: Η εικόνα περιλαμβάνει όλα τα δεδομένα για την αιμοσφαιρίνη που συλλέχθηκαν στη μελέτη, συμπεριλαμβανομένων των τιμών εντός 30 ημερών μετά τη μετάγγιση RBC.
Επέκταση θεραπείας Συνολικά 95 ασθενείς της APPLY-PNH εισήλθαν στην περίοδο επέκτασης θεραπείας 24 εβδομάδων, όπου όλοι οι ασθενείς έλαβαν ιπτακοπάνη, που οδήγησε σε συνολική έκθεση έως και 48 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 48 ήταν σύμφωνα με εκείνα της εβδομάδας 24 και κατέδειξαν παρατεταμένη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ιπτακοπάνη.
APPOINT-PNH: Μελέτη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα του συμπληρώματος Η μελέτη APPOINT-PNH ήταν μία μελέτη μονού σκέλους σε 40 ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ (μέγεθος κλώνου στα ερυθρά αιμοσφαίρια ≥10%) με αιμοσφαιρίνη <10 g/dl και LDH >1,5 x ULN, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα του συμπληρώματος. Και οι 40 ασθενείς έλαβαν από στόματος ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως κατά τη διάρκεια της ανοικτής επισήμανσης, κύριας περιόδου θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία (SD) 42,1 (15,9) έτη (εύρος 18-81) και το 43% ήταν γυναίκες. Η μέση (SD) αιμοσφαιρίνη ήταν 8,2 (1,1) g/dl. Το εβδομήντα τοις εκατό των ασθενών έλαβε τουλάχιστον μία μετάγγιση τους 6 μήνες πριν από τη θεραπεία. Μεταξύ αυτών ο μέσος (SD) αριθμός μεταγγίσεων ήταν 3,1 (2,1). Το μέσο επίπεδο (SD) της LDH ήταν 1.698,8 (683,3) U/l και ο μέσος (SD) απόλυτος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων ήταν 154,3 (63,7) 109/l. Το μέσο (SD) συνολικό μέγεθος κλώνου PNH RBC (Τύπος II + III) ήταν 42,7% (21,2%). Κανένας ασθενής δεν διέκοψε από την κύρια περίοδο θεραπείας της μελέτης. Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο που αξιολόγησε την επίδραση της θεραπείας με ιπτακοπάνη στο ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν βελτίωση της αιμοσφαιρίνης (σταθερή αύξηση ≥2 g/dl στα επίπεδα αιμοσφαιρίνης από την αρχική τιμή, χωρίς ανάγκη για μετάγγιση RBC, μετά από 24 εβδομάδες). Βλ. Πίνακα 3 για τα λεπτομερή αποτελέσματα αποτελεσματικότητας και βλ. Εικόνα 2 για τη μέση αλλαγή στα επίπεδα LDH κατά τη διάρκεια της κύριας περιόδου θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων.
Πίνακας 3 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για την κύρια περίοδο θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων στη μελέτη APPOINT-PNH
| Καταληκτικά σημεία | Ιπτακοπάνη (N=40) | 95% ΔΕ |
|---|---|---|
| Κύριο καταληκτικό σημείο | ||
| Αριθμός ασθενών που πέτυχαν βελτίωση της αιμοσφαιρίνης (συνεχής αύξηση στα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl από την αρχική εκτίμησηa απουσία μεταγγίσεων) | 31/33b | |
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 92,2 | (82,5, 100,0)d |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | ||
| Αριθμός ασθενών που πέτυχαν σταθερά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ≥12 g/dla απουσία μεταγγίσεων | 19/33b | |
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 62,8 | (47,5, 77,5) |
| Αριθμός ασθενών που απέφυγαν τη μετάγγισηe,f | 40/40b | |
| Ποσοστό αποφυγής μετάγγισηςc (%) | 97,6 | (92,5, 100,0) |
| Αλλαγή στο επίπεδο αιμοσφαιρίνης από την αρχική εκτίμηση (g/dl) (προσαρμοσμένος μέσος όροςg) | +4,3 | (3,9, 4,7) |
| Κλινική breakthrough αιμόλυσηi,j,% (n/N) | 0/40 | |
| Ετησιοποιημένο ποσοστό κλινικής breakthrough αιμόλυσης | 0,0 | (0,0, 0,2) |
| Αλλαγή στον απόλυτο αριθμό δικτυοερυθροκυττάρων από την αρχική εκτίμηση (ARC) (109/l) (προσαρμοσμένος μέσος όροςh) | -82,5 | (-89,3, -75,6) |
| Ποσοστιαία μεταβολή της LDH από την αρχική εκτίμηση (προσαρμοσμένος μέσος όροςh) | -83,6 | (-84,9, -82,1) |
| Ποσοστό ασθενών με MAVEsj | 0,0 | |
| a,e,j Αξιολογήθηκε στο μεσοδιάστημα των ημερών 126 και 168(a), 14 και 168(e), 1 και 168(j). | ||
| b Βάσει των παρατηρηθέντων δεδομένων μεταξύ των αξιολογήσιμων ασθενών. (Σε 7 ασθενείς με μερικώς ελλιπή κεντρικά δεδομένα αιμοσφαιρίνης μεταξύ των ημερών 126 και 168, η αιματολογική ανταπόκριση δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί με σαφήνεια. Η αιματολογική ανταπόκριση προέκυψε με πολλαπλή αναγωγή. Αυτοί οι ασθενείς δεν διέκοψαν τη θεραπεία). | ||
| c Το ποσοστό ανταπόκρισης αντανακλά το μοντέλο εκτιμώμενης αναλογίας. | ||
| d Το όριο για την κατάδειξη οφέλους ήταν 15% αντιπροσωπεύοντας το ποσοστό που θα αναμενόταν στην αντι-C5 θεραπεία. | ||
| f Η αποφυγή μετάγγισης ορίζεται ως η απουσία χορήγησης μεταγγίσεων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168 ή ως η πλήρωση των κριτηρίων για μετάγγιση στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168. | ||
| g,h Προσαρμοσμένος μέσος όρος που εκτιμήθηκε μεταξύ των ημερών 126 και 168, οι τιμές εντός διαστήματος 30 ημερών μετά τη μετάγγιση αποκλείστηκαν (g)/συμπεριλήφθηκαν(h) στην ανάλυση. | ||
| i Ως κλινική breakthrough αιμόλυση ορίζεται η πλήρωση κλινικών κριτηρίων (είτε μείωση του επιπέδου αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl σε σύγκριση με την τελευταία αξιολόγηση ή εντός 15 ημερών, είτε σημεία ή συμπτώματα βαριάς αιμοσφαιρινουρίας, επώδυνης κρίσης, δυσφαγίας, ή οποιαδήποτε άλλα σημαντικά κλινικά σχετιζόμενα με την ΠΝΑ σημεία και συμπτώματα) και εργαστηριακών κριτηρίων (LDH >1,5 x ULN και αυξημένη σε σύγκριση με τις 2 τελευταίες αξιολογήσεις). |
Εικόνα 2 Μέσο επίπεδο LDH (U/l) κατά τη διάρκεια της κύριας περιόδου θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων στη μελέτη APPOINT-PNH (Γραφική παράσταση)
Επέκταση θεραπείας Και οι 40 ασθενείς της APPOINT-PNH εισήλθαν στην περίοδο επέκτασης θεραπείας 24 εβδομάδων, όπου όλοι οι ασθενείς έλαβαν ιπτακοπάνη, που οδήγησε σε συνολική έκθεση έως και 48 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 48 ήταν σύμφωνα με εκείνα της εβδομάδας 24 και κατέδειξαν παρατεταμένη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ιπτακοπάνη.
C3 σπειραματοπάθεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ιπτακοπάνης στη θεραπεία της C3G αξιολογήθηκαν συνολικά σε 101 ασθενείς με C3G σε μια κύρια μελέτη φάσης III (APPEAR-C3G, σε ασθενείς με αυτόχθονες νεφρούς, Ν=74) και δύο υποστηρικτικές μελέτες ανοιχτής επισήμανσης (μελέτη X2202 σε ασθενείς με αυτόχθονες νεφρούς (N=16) και σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G (N=11), και μία roll-over μελέτη επέκτασης).
APPEAR-C3G Η APPEAR-C3G, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, συμπεριέλαβε 74 ενήλικες ασθενείς με επιβεβαιωμένη μέσω βιοψίας C3G, UPCR ≥1 g/g και eGFR ≥30 ml/min/1,73 m2. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1) για να λάβουν είτε ιπτακόπανη 200 mg από στόματος δις ημερησίως (N=38) είτε εικονικό φάρμακο (N=36) για 6 μήνες, ακολουθούμενη από μια περίοδο ανοιχτής θεραπείας 6 μηνών κατά την οποία οι ασθενείς έλαβαν ιπτακόπανη 200 mg από στόματος δις ημερησίως. Και οι 74 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη διπλά τυφλή περίοδο και 73 ασθενείς ολοκλήρωσαν την ανοιχτή περίοδο θεραπείας με ιπτακόπανη. Οι ασθενείς λάμβαναν σταθερή μέγιστη ανεκτή δόση ενός αναστολέα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS). Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε με βάση το εάν οι ασθενείς λάμβαναν ή όχι ταυτόχρονη ανοσοκατασταλτική θεραπεία (δηλαδή κορτικοστεροειδή ή/και μυκοφαινολάτη μοφετίλ/ μυκοφαινολικό νάτριο [MMF/MPS]). Όλες αυτές οι θεραπείες (δηλαδή αναστολείς RAS, κορτικοστεροειδή και MMF/MPS) έπρεπε να είναι σε σταθερές δόσεις 90 ημέρες πριν από την τυχαιοποίηση και καθ’όλη τη διάρκεια της μελέτης. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία (τυπική απόκλιση [SD]) 26,1 (10,4) έτη (εύρος 18-52) και 29,8 (10,8) έτη (εύρος 18-60) στις ομάδες ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Κατά τη διάγνωση της C3G, το 40% (ιπτακοπάνη) και το 17% (εικονικό φάρμακο) των ασθενών ήταν <18 ετών. Οι γυναίκες ήταν 29% (ιπτακοπάνη) και 44% (εικονικό φάρμακο). Ο γεωμετρικός μέσος όρος UPCR ήταν 3,33 g/g και 2,58 g/g στις ομάδες ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Η μέση μοντελοποιημένη προγενέστερη κλίση του eGFR πριν από την τυχαιοποίηση ήταν -10,75 έναντι -7,64 ml/min/1,73 m2 ετησίως στα σκέλη ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Η μέση (SD) τιμή του eGFR ήταν 89,3 (35,2) ml/min/1,73 m2 και 99,2 (26,9) ml/min/1,73 m2 στις ομάδες ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Οι υποτύποι ήταν C3 σπειραματονεφρίτιδα (C3GN) στο 68% (ιπτακοπάνη) και 89% (εικονικό φάρμακο), και νόσο των πυκνών εναποθέσεων (DDD) στο 23,7% (ιπτακοπάνη) και 2,8% (εικονικό φάρμακο). Χρησιμοποιήθηκε σταθερή δόση ανοσοκατασταλτικής θεραπείας με κορτικοστεροειδή ή/και MMF/MPS από το 42% (ιπτακοπάνη) και 47% (εικονικό φάρμακο) των ασθενών. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η ποσοστιαία μείωση στον UPCR 24ώρου σε σύγκριση με την αρχική τιμή μετά από 6 μήνες θεραπείας. Η ιπτακοπάνη ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου, με στατιστικά σημαντική μείωση από την αρχική τιμή κατά 35,1% (95% ΔΕ: 13,8%, 51,1%, 1-sided p=0.0014) στον UPCR 24ώρου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο μετά από 6 μήνες θεραπείας (-30,2% και +7,6% για την ιπτακοπάνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Το αποτέλεσμα της ιπτακοπάνης στον UPCR 24ώρου διατηρήθηκε έως και 12 μήνες (-40,0% από την αρχική τιμή). Οι ασθενείς που μεταπήδησαν από το εικονικό φάρμακο στην ιπτακοπάνη κατά την 6μηνη περίοδο ανοιχτής θεραπείας παρουσίασαν μείωση κατά 31,0% στον UPCR 24ώρου από τον μήνα 6 έως τον μήνα 12. Η πορεία του UPCR της πρώτης πρωινής ούρησης (FMV) περιγράφεται στο Σχήμα 3. Σε μια post hoc ανάλυση, η ιπτακοπάνη μείωσε σημαντικά το ποσοστό των ασθενών με πρωτεϊνουρία νεφρωσικού εύρους (που ορίζεται ως UPCR ≥3 g/g) από 55,3% κατά την έναρξη σε 31,6% και 36,8% στους 6 και 12 μήνες, αντίστοιχα. Το ποσοστό των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο με πρωτεϊνουρία νεφρωσικού εύρους αυξήθηκε από 30,6% κατά την έναρξη σε 41,7% τον μήνα 6. Μετά τη μετάβαση στη θεραπεία με ιπτακοπάνη, μειώθηκε σε 27,8% τον μήνα 12.
Εικόνα 3 Γεωμετρική μέση ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στην FMV UPCR έως και 12 μήνες (APPEAR-C3G) (Γραφική παράσταση)
Η θεραπεία με ιπτακοπάνη για 6 μήνες είχε ως αποτέλεσμα αριθμητική βελτίωση κατά 2,2 ml/min/1,73 m2 (95% ΔΕ: -2,7, 7,1, 1-sided p=0,3241) στο eGFR από την αρχική εκτίμηση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,3 και -0,9 ml/min/1,73 m2 για την ιπτακοπάνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Το eGFR παρέμεινε σταθερό κατά τη διάρκεια των 12 μηνών της μελέτης στην ομάδα θεραπείας με ιπτακοπάνη (+0,4 ml/min/1,73 m2 από την αρχική εκτίμηση). Η θεραπεία για 6 μήνες με ιπτακοπάνη οδήγησε σε μια μέση διαφορά στην εναπόθεση C3 στα σπειράματα -1,9 (95% ΔΕ: -3,3, -0,5, ονομαστική 1-sided p=0,0053) από την αρχική τιμή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αλλαγή από την αρχική τιμή για το iptacopan ήταν -0,78 (95% ΔΕ: -1,81, 0,25) σε σύγκριση με αύξηση 1,09 (95% ΔΕ: 0,11, 2,08) με εικονικό φάρμακο.
X2202 και roll-over μελέτη επέκτασης Η αποτελεσματικότητα της ιπτακοπάνης σε ενήλικες με C3G υποστηρίχθηκε από μια ανοιχτή μελέτη φάσης II X2202 σε ασθενείς με C3G με αυτόχθονες νεφρούς (N=16) και ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G μετά από μεταμόσχευση νεφρού (N=11) για 3 μήνες. Η διάγνωση της υποτροπιάζουσας C3G απαιτούσε ιστολογική εκτίμηση της έντασης της χρώσης με C3 στο σπείραμα σε πρόσφατη βιοψία του μεταμοσχευμένου νεφρού. Η μέση ηλικία κατά την έναρξη ήταν 35 έτη (εύρος 18-70), η γεωμετρική μέση UPCR ήταν 0,32 g/g, το μέσο (SD) eGFR ήταν 52,2 (17,29) ml/min/1,73 m2 και η διάμεση βαθμολογία εναπόθεσης C3 κατά την έναρξη ήταν 3 σε μια κλίμακα 0-12. Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν MMF/MPS ή/και κορτικοστεροειδή επιπλέον των αναστολέων καλσινευρίνης. Σε ασθενείς με αυτόχθονες νεφρούς, η ιπτακοπάνη είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντική μείωση στους 3 μήνες κατά 45% (-162,6 g/mol) στον UPCR 24ώρου (p=0,0003). Σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G, η ιπτακοπάνη μείωσε σημαντικά τη βαθμολογία εναπόθεσης C3 κατά 2,50 (p=0,0313) στους 3 μήνες. Οι περισσότεροι (n=26) ασθενείς από τη μελέτη μεταφέρθηκαν σε μια roll-over μελέτη επέκτασης για να λάβουν ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως για έως 39 μήνες. Ο μέσος UPCR και το eGFR παρέμειναν σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης στους 16 ασθενείς με C3G με αυτόχθονες νεφρούς. Μεταξύ των 10 ατόμων με υποτροπιάζουσα C3G μετά από μεταμόσχευση, 2 ασθενείς διέκοψαν λόγω επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας. Στους άλλους 8 συμμετέχοντες, το eGFR και UPCR παρέμειναν ουσιαστικά σταθερά μέχρι το τέλος της περιόδου παρατήρησης (έως και 48 μήνες).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το iptacopan σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ΠΝΑ και στην C3G (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Μετά την από στόματος χορήγηση, η ιπτακοπάνη έφτασε στις μέγιστες συγκεντρώσεις περίπου 2 ώρες μετά από τη δόση. Στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα των 200 mg δις ημερησίως, η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται περίπου σε 5 ημέρες με μικρή συσσώρευση (1,4 φορές). Σε υγιείς εθελοντές, η Cmax,ss σταθερής κατάστασης (γεωμετρικός μέσος (%CV)) ήταν ίση με 4.020 ng/ml (23,8%) και η AUCtau,ss ήταν ίση με 25.400 ng*hr/ml (15,2%). Η διακύμανση στη φαρμακοκινητική της ιπτακοπάνης μεταξύ των ατόμων ή στο ίδιο το άτομο είναι χαμηλή έως μέτρια. Τα αποτελέσματα από μία μελέτη για την επίδραση της τροφής με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής θερμιδικής αξίας σε υγιείς εθελοντές κατέδειξαν ότι η C max και η περιοχή υπό την καμπύλη (AUC) της ιπτακοπάνης δεν επηρεάστηκαν από την τροφή. Επομένως, η ιπτακοπάνη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Η ιπτακοπάνη κατέδειξε εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος λόγω της δέσμευσης στη συστηματική κυκλοφορία στον στοχευόμενο FB. Η ιπτακοπάνη δεσμεύτηκε σε πρωτεΐνες κατά 75 έως 93% in vitro στις κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από τη χορήγηση της ιπτακοπάνης 200 mg δις ημερησίως, ο γεωμετρικός μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν περίπου 265 λίτρα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός αποτελεί μία επικρατούσα οδό αποβολής για την ιπτακοπάνη, με περίπου το 50% της δόσης να αποδίδεται σε οξειδωτικές οδούς. Ο μεταβολισμός της ιπτακοπάνης περιλαμβάνει N-απαλκυλίωση, Ο-αποαιθυλίωση, οξείδωση και αφυδρογόνωση, που πραγματοποιούναι κυρίως από το CYP2C8 με μικρή συμβολή του CYP2D6. Η άμεση γλυκουρονίωση (UGT1A1, UGT1A3 και UGT1A8) αποτελεί μία ελάσσονα οδό. Στο πλάσμα, η ιπτακοπάνη ήταν το κύριο συστατικό, αντιστοιχώντας στο 83% της AUC0-48 h. Δύο ακυλ-γλυκουρονίδια ήταν οι μόνοι μεταβολίτες που εντοπίστηκαν στο πλάσμα και ήταν ελάσσονες, αντιπροσωπεύοντας το 8% και το 5% της AUC 0-48 h. Οι μεταβολίτες της ιπτακοπάνης δεν θεωρούνται φαρμακευτικά δραστικοί.
Αποβολή
Σε μία μελέτη σε υγιείς εθελοντές, μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης 100 mg [14C]- ιπτακοπάνης από στόματος, η μέση συνολική αποβολή της ραδιενέργειας (ιπτακοπάνη και μεταβολίτες) ήταν 71,5% στα κόπρανα και 24,8% στα ούρα. Συγκεκριμένα, το 17,9% της δόσης απεκκρίθηκε ως μητρική ιπτακοπάνη στα ούρα και το 16,8% στα κόπρανα. Η φαινομενική κάθαρση (CL/F) μετά από τη χορήγηση της ιπτακοπάνης 200 mg δις ημερησίως σε σταθερή κατάσταση είναι 7.960 ml/h. Η ημίσεια ζωή (t½) της ιπτακοπάνης σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 25 ώρες μετά από τη χορήγηση της ιπτακοπάνης 200 mg δις ημερησίως.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε δόσεις μεταξύ 25 και 100 mg δις ημερησίως, η φαρμακοκινητική της ιπτακοπάνης ήταν συνολικά λιγότερο από ανάλογη προς τη δόση. Ωστόσο, οι από στόματος δόσεις των 100 mg και 200 mg ήταν περίπου δοσοεξαρτώμενες. Η μη γραμμικότητα αποδόθηκε κυρίως στην κορεσμένη σύνδεση της ιπτακοπάνης στο πλάσμα στον στοχευόμενο FB.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων
Μια ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης στην οποία η ιπτακοπάνη συγχορηγήθηκε με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα διεξήχθη σε υγιείς εθελοντές και δεν κατέδειξε κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις.
Η ιπτακοπάνη ως υπόστρωμα
Αναστολείς του CYP2C8 Όταν η ιπτακοπάνη συγχορηγήθηκε με κλοπιδογρέλη (έναν μέτριο αναστολέα του CYP2C8), η Cmax της ιπτακοπάνης και η AUC αυξήθηκαν κατά 5% και 36%, αντίστοιχα. Αναστολείς των OATP1B1/OATP1B3 Όταν η ιπτακοπάνη συγχορηγήθηκε με κυκλοσπορίνη (έναν ισχυρό αναστολέα των OATP 1B1/1B3 και έναν αναστολέα των PgP και BCRP), η C max της ιπτακοπάνης και η AUC αυξήθηκαν κατά 41% και 50%, αντίστοιχα.
Η ιπτακοπάνη ως αναστολέας
Υποστρώματα PgP Παρουσία ιπτακοπάνης, η Cmax της διγοξίνης (ενός υποστρώματος PgP) αυξήθηκε κατά 8%, ενώ η AUC της παρέμεινε αμετάβλητη. Υποστρώματα OATP Παρουσία ιπτακοπάνης, η Cmax και η AUC της ροσουβαστατίνης (ενός υποστρώματος του OATP) παρέμειναν αμετάβλητες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Μία ανάλυση φαρμακοκινητικής (ΦΚ) πληθυσμού διεξήχθη με βάση δεδομένα από 234 ασθενείς. Η ηλικία (18 έως 84 ετών), το σωματικό βάρος, το eGFR, η φυλή και το φύλο δεν επηρέασαν σημαντικά τη ΦΚ της ιπτακοπάνης. Οι μελέτες που συμπεριέλαβαν Ασιάτες κατέδειξαν ότι η ΦΚ της ιπτακοπάνης στους Ασιάτες ήταν παρόμοια με αυτή στους Καυκάσιους (λευκούς).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην κάθαρση της ιπτακοπάνης εκτιμήθηκε μέσω μιας ανάλυσης ΦΚ πληθυσμού. Δεν υπήρχαν κλινικά σχετικές διαφορές στην κάθαρση της ιπτακοπάνης μεταξύ των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και των ασθενών με ήπια (eGFR μεταξύ 60 και 90 ml/min) ή μέτρια (eGFR μεταξύ 30 και 60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή υπό αιμοκάθαρση δεν έχουν μελετηθεί.
Ηπατική δυσλειτουργία
Με βάση μία μελέτη σε άτομα με ήπια (κατηγορία Α κατά Child-Pugh, n=8), μέτρια (κατηγορία Β κατά Child-Pugh, n=8) ή σοβαρή (κατηγορία C κατά Child-Pugh, n=6) ηπατική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκε μία αμελητέα επίδραση στην ολική συστημική έκθεση της ιπτακοπάνης σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η C max της μη δεσμευμένης ιπτακοπάνης αυξήθηκε κατά 1,4, 1,7 και 2,1 φορές, και η AUCinf της μη δεσμευμένης ιπτακοπάνης αυξήθηκε κατά 1,5, 1,6 και 3,7 φορές σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
Απορρόφηση Μετά την από στόματος χορήγηση, η ιπτακοπάνη έφτασε στις μέγιστες συγκεντρώσεις περίπου 2 ώρες μετά από τη δόση. Στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα των 200 mg δις ημερησίως, η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται περίπου σε 5 ημέρες με μικρή…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | τακτικά | ΠΝΑ και συγχορήγηση ιπτακοπάνης |
| στενά για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση | Διακοπή θεραπείας ΠΝΑ | ||
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | στενά για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση | Διακοπή θεραπείας ΠΝΑ |
| Κλινική παρακολούθηση (αιμόλυση) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τακτικά | ΠΝΑ και συγχορήγηση ιπτακοπάνης |
| στενά για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση | Διακοπή θεραπείας ΠΝΑ |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση (αιμόλυση) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ασθενείς με ΠΝΑ, εάν η ταυτόχρομη χρήση ιπτακοπάνης με ισχυρούς επαγωγείς των CYP2C8, UGT1A1, PgP, BCRP και OATP1B1/3 είναι αναπόφευκτη |