Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01EB09 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LAZERTINIB

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EB09.

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C34 Κακοήθης νεοπλασία των βρόγχων και του πνεύμονα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά ημερησίως
Δόση έναρξης:
240 mg μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες
    Δόση240 mg μία φορά ημερησίως
    σε συνδυασμό με amivantamab. Συνιστάται η χορήγηση του Lazertinib να γίνεται οποιαδήποτε στιγμή πριν από το amivantamab όταν χορηγούνται την ίδια ημέρα. Πριν την έναρξη του Lazertinib, πρέπει να έχει τεκμηριωθεί η θετική κατάσταση μετάλλαξης του EGFR σε δείγματα καρκινικού ιστού ή πλάσματος με τη χρήση επικυρωμένης μεθόδου ελέγχου.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15 έως 89 ml/min)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFR < 15 ml/min)
    Απαιτείται προσοχή. Η φαρμακοκινητική του lazertinib σε αυτούς τους ασθενείς δεν είναι γνωστή.
  • Ασθενείς με ήπια ή μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
    Απαιτείται προσοχή. Η φαρμακοκινητική του lazertinib σε αυτούς τους ασθενείς δεν είναι γνωστή.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση του lazertinib στον παιδιατρικό πληθυσμό για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) / Πνευμονίτιδα
    θανατηφόρα συμβάντα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib και amivantamab
    Παρακολούθηση συμπτωμάτων. Προσωρινή διακοπή της θεραπείας για διερεύνηση συμπτωμάτων. Οριστική διακοπή σε επιβεβαιωμένη ILD ή ανεπιθύμητες ενέργειες που προσομοιάζουν με ILD.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)
    θανατηφόρα συμβάντα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν Lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab
    Προφυλακτική δοσολογία DOAC ή LMWH. Παρακολούθηση σημείων και συμπτωμάτων ΦΘΕ. Θεραπεία με αντιπηκτική αγωγή. Προσωρινή διακοπή για συμβάντα με κλινική αστάθεια, επανέναρξη στην ίδια δόση. Οριστική διακοπή amivantamab σε επανεμφάνιση παρά την αντιπηκτική αγωγή, συνέχιση Lazertinib.
  • Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων (Εξάνθημα, κνησμός, ξηρό δέρμα)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab
    Περιορισμός έκθεσης στον ήλιο. Χρήση προστατευτικών ρούχων και αντηλιακού. Προφυλακτική θεραπεία με από στόματος αντιβιοτικό και τοπική αντιβιοτική λοσιόν. Χρήση μη φαγεσωρογόνου προϊόντος ενυδάτωσης και διάλυμα χλωρεξιδίνης. Υποστηρικτική φροντίδα, τοπικά κορτικοστεροειδή και αντιβιοτικά. Για σοβαρά συμβάντα (Βαθμός 3 ή μη ανεκτά Βαθμού 2), συστηματικά αντιβιοτικά, από στόματος στεροειδή και διαβούλευση με δερματολόγο. Μείωση δόσης, προσωρινή διακοπή ή οριστική διακοπή του Lazertinib.
  • Διαταραχές του οφθαλμού (συμπεριλαμβανομένης κερατίτιδας)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab και ασθενείς με επιδεινούμενα οφθαλμικά συμπτώματα
    Άμεση παραπομπή σε οφθαλμίατρο. Διακοπή χρήσης φακών επαφής μέχρι την αξιολόγηση των συμπτωμάτων.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο)
    αντένδειξη
    Μείωση των συγκεντρώσεων του lazertinib στο πλάσμα (μείωση Cmax κατά 72%, AUC κατά 83%).
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. βοσεντάνη, εφαβιρένζη, μοδαφινίλη)
    προσοχή
    Μείωση των συγκεντρώσεων του lazertinib στο πλάσμα.
    ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη)
    χωρίς προσαρμογή
    Αύξηση της Cmax του lazertinib κατά 1,19 φορές και της AUC κατά 1,46 φορές.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης.
  • Παράγοντες που μειώνουν την έκκριση γαστρικού οξέος (αναστολείς αντλίας πρωτονίων και ανταγωνιστές υποδοχέων H2)
    χωρίς προσαρμογή
    Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του lazertinib.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα στενού θεραπευτικού δείκτη που είναι υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, εβερόλιμους, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους)
    προσοχή
    Το lazertinib ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα (αύξηση Cmax μιδαζολάμης κατά 1,39 φορές, AUC κατά 1,47 φορές).
    ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα στενού θεραπευτικού δείκτη που είναι υποστρώματα της BCRP (π.χ. σουνιτινίμπη)
    προσοχή
    Το lazertinib μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα (αύξηση Cmax ροσουβαστατίνης κατά 2,24 φορές, AUC κατά 2,02 φορές).
    ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • Υποστρώματα του CYP1A2 (π.χ. τιζανιδίνη)
    προσοχή
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί η επαγωγή του CYP1A2.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Μεταβολισμός
  • Υποαλβουμιναιμία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπασβεστιαιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
Νευρικό
  • Παραισθησία
  • Ζάλη
Διαταραχές του οφθαλμού
  • Άλλες διαταραχές του οφθαλμού
  • Ελάττωση της όρασης
Οφθαλμικές
  • Κερατίτιδα
  • Ανάπτυξη βλεφαρίδων
Αγγειακές
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
Αναπνευστικό
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
  • Πνευμονίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Στοματίτιδα
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Αιμορροΐδες
Ήπαρ
  • Ηπατοτοξικότητα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Τοξικότητα ονύχων
  • Ξηρό δέρμα
  • Κνησμός
  • Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
  • Κνίδωση
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυαλγία
Γενικές
  • Οίδημα
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
Τραυματισμοί
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλλες διαταραχές του οφθαλμού
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
    Τραυματισμοί
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηρό δέρμα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Τοξικότητα ονύχων
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υποαλβουμιναιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Αιμορροΐδες
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ανάπτυξη βλεφαρίδων
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ελάττωση της όρασης
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Συχνές
  • Κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός αν το όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν το lazertinib ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιδράσεις στα αναπαραγωγικά όργανα θηλέων και αρρένων και μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, σταματήστε το lazertinib και λάβετε γενικά υποστηρικτικά μέτρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν συμπτώματα σχετιζόμενα με τη θεραπεία (όπως κόπωση) τα οποία επηρεάζουν την ικανότητά τους για συγκέντρωση και αντίδραση, συνιστάται να μην οδηγούν και να μην χειρίζονται μηχανήματα μέχρι να υποχωρήσει η επίδραση.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Πυριτίου οξείδιο, υδρόφοβο κολλοειδές
Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη (E468)
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E460 (i))
Μαννιτόλη (E421)
Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Επικάλυψη με λεπτό υμένιο
lazertinib 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Ενοφθαλμισμένο συμπολυμερές αιθυλενογλυκόλης πολυ(βινυλαλκοόλης) (E1209)
Πολυβινυλαλκοόλη (E1203)
Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου I (E471)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Τάλκης (E553b)
Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)
20
lazertinib 240 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Ενοφθαλμισμένο συμπολυμερές αιθυλενογλυκόλης πολυ(βινυλαλκοόλης) (E1209)
Πολυβινυλαλκοόλη (E1203)
Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου I (E471)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Τάλκης (E553b)
Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172)
Μέλαν οξείδιο του σιδήρου (E172)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EB09.

Μηχανισμός δράσης

Το lazertinib είναι ένας μη αναστρέψιμος αναστολέας τυροσινικής κινάσης του EGFR (TKI). Αναστέλλει εκλεκτικά τόσο τις πρωτεύουσες ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του EGFR (διαγραφές στο εξώνιο 19 και μεταλλάξεις υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21) όσο και τη μετάλλαξη ανθεκτικότητας T790M του EGFR, ενώ παρουσιάζει μικρότερη δραστικότητα έναντι του EGFR άγριου τύπου.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Με βάση τις αναλύσεις έκθεσης-ανταπόκρισης για την ασφάλεια, η παραισθησία και η στοματίτιδα φάνηκε να δείχνουν μια τάση αύξησης της συχνότητας εμφάνισης με την αύξηση της έκθεσης στο lazertinib.

Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς Το δυναμικό παράτασης του διαστήματος QTc από το lazertinib αξιολογήθηκε με ανάλυση έκθεσης-ανταπόκρισης (E‐R) που διεξήχθη με κλινικά δεδομένα από 243 ασθενείς με ΜΜΚΠ οι οποίοι έλαβαν 20, 40, 80, 120, 160, 240 ή 320 mg lazertinib μία φορά ημερησίως σε μια μελέτη φάσης 1/II. Η ανάλυση E‐R δεν ανέδειξε κλινικά σημαντική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης lazertinib στο πλάσμα και της μεταβολής του διαστήματος QTc.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η MARIPOSA είναι μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη φάσης 3 για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με οσιμερτινίμπη για τη θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ΜΜΚΠ με μεταλλάξεις στο EGFR, που δεν επιδέχεται θεραπεία η οποία αποβλέπει στην ίαση. Τα δείγματα των ασθενών ήταν απαραίτητο να έχουν μία από τις δύο κοινές μεταλλάξεις του EGFR (διαγραφή στο εξώνιο 19 ή μετάλλαξη υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21), όπως προσδιορίζονται από τοπική εξέταση. Δείγματα καρκινικού ιστού (94%) και/ή πλάσματος (6%) εξετάστηκαν τοπικά για όλους τους ασθενείς, για να προσδιοριστεί η κατάσταση μετάλλαξης διαγραφής στο εξώνιο 19 του EGFR και/ή μετάλλαξης υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21, με χρήση αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR) στο 65% των ασθενών και αλληλούχισης επόμενης γενιάς (NGS) στο 35% των ασθενών.

Συνολικά 1.074 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (σε αναλογία 2:2:1) ώστε να λάβουν Lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab, μονοθεραπεία με οσιμερτινίμπη ή μονοθεραπεία με Lazertinib, έως την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας. Το Lazertinib χορηγήθηκε σε δόση 240 mg από στόματος μία φορά ημερησίως. Το amivantamab χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε δόση 1.050 mg (για ασθενείς βάρους < 80 kg) ή 1.400 mg (για ασθενείς βάρους ≥ 80 kg) μία φορά την εβδομάδα για 4 εβδομάδες και στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες ξεκινώντας από την εβδομάδα 5. Η οσιμερτινίμπη χορηγήθηκε σε δόση των 80 mg από στόματος μία φορά ημερησίως. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση τον τύπο μετάλλαξης του EGFR (διαγραφή στο εξώνιο 19 ή μετάλλαξη υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21), τη φυλή (Ασιάτες ή μη Ασιάτες) και το ιστορικό εγκεφαλικών μεταστάσεων (ναι ή όχι).

Τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη ήταν εξισορροπημένα μεταξύ των σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν 63 (εύρος: 25-88) έτη, με το 45% των ασθενών να είναι ≥ 65 ετών και το 11% ≥ 75 ετών. Το 62% ήταν γυναίκες, το 59% Ασιάτες και το 38% Λευκοί. Η κατάσταση απόδοσης ECOG (Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών των Η.Π.Α.) κατά την έναρξη ήταν 0 (34%) ή 1 (66%), το 69% δεν είχαν καπνίσει ποτέ, το 41% είχαν προηγούμενες εγκεφαλικές μεταστάσεις και το 90% είχαν καρκίνο σταδίου IV κατά την αρχική διάγνωση. Όσον αφορά την κατάσταση μετάλλαξης του EGFR, το 60% ήταν διαγραφές στο εξώνιο 19 και το 40% ήταν μεταλλάξεις υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21.

Το Lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab επέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) βάσει αξιολόγησης BICR.

Η τελική ανάλυση της OS επέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην OS για το Lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab σε σύγκριση με την οσιμερτινίμπη (βλ. Πίνακα 4 και Εικόνα 2).

Ο Πίνακας 4, η Εικόνα 1 και η Εικόνα 2 συνοψίζουν τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για το Lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab.

Πίνακας 4: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας στη MARIPOSA

Lazertinib + amivantamab (N=429) Οσιμερτινίμπη (N=429)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)
Αριθμός συμβάντων 192 (45%) 252 (59%)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 23,7 (19,1, 27,7) 16,6 (14,8, 18,5)
HR (95% CI), p-τιμή 0,70 (0,58, 0,85), p=0,0002
Συνολική επιβίωση (OS)
Αριθμός συμβάντων 173 (40%) 217 (51%)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) Μ/Ε (42,9, Μ/Ε) 36,7 (33,4, 41,0)
HR (95% CI), p-τιμή 0,75 (0,61, 0,92), p=0,0048
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR)
ORR% (95% CI) 80% (76%, 84%) 77% (72%, 81%)
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 25,8 (20,3, 33,9) 18,1 (14,8, 20,1)

BICR = τυφλοποιημένη ανεξάρτητη κεντρική αξιολόγηση, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, Μ/Ε = μη εκτιμήσιμο. Τα αποτελέσματα PFS είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 11 Αυγούστου 2023 με διάμεση παρακολούθηση 22,0 μηνών. Τα αποτελέσματα ORR και DOR είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 13 Μαΐου 2024 με διάμεση παρακολούθηση 31,3 μηνών. Τα αποτελέσματα OS είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 04 Δεκεμβρίου 2024 με διάμεση παρακολούθηση 37,8 μηνών. α BICR κατά RECIST έκδ.1.1. β Με βάση τους επιβεβαιωμένα ανταποκριθέντες.

Το ενδοκρανιακό ORR και η ενδοκρανιακή DOR βάσει BICR ήταν προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία στη μελέτη MARIPOSA. Στο υποσύνολο των ασθενών με ενδοκρανιακές βλάβες κατά την έναρξη, ο συνδυασμός Lazertinib και amivantamab επέδειξε παρόμοιο ενδοκρανιακό ORR με αυτό της ομάδας μαρτύρων. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, όλοι οι ασθενείς στη μελέτη MARIPOSA υποβλήθηκαν σε διαδοχικές MRI εγκεφάλου για την αξιολόγηση της ενδοκρανιακής ανταπόκρισης και διάρκειας. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται στον Πίνακα 5.

Πίνακας 5: Ενδοκρανιακό ORR και ενδοκρανιακή DOR βάσει αξιολόγησης BICR σε ασθενείς με ενδοκρανιακές βλάβες κατά την έναρξη

Lazertinib + amivantamab (N= 180) Οσιμερτινίμπη (N= 186)
Αξιολόγηση ανταπόκρισης ενδοκρανιακού όγκου
Ενδοκρανιακό ORR (CR+PR),% 78% 77%
(95% CI) (71%, 84%) (71%, 83%)
Πλήρης ανταπόκριση 64% 59%
Ενδοκρανιακή DOR
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 35,0 (20,4, Μ/Ε) 25,1 (22,1, 31,2)

CI = διάστημα εμπιστοσύνης, Μ/Ε = μη εκτιμήσιμο. Τα αποτελέσματα ενδοκρανιακού ORR και ενδοκρανιακής DOR είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 04 Δεκεμβρίου 2024 με διάμεση παρακολούθηση 37,8 μηνών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Lazertinib σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.

Φαρμακοκινητική

Μετά από εφάπαξ και πολλαπλή χορήγηση από στόματος μία φορά ημερησίως, η μέγιστη συγκέντρωση του lazertinib στο πλάσμα (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) αυξήθηκαν περίπου αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος δόσεων από 20 έως 320 mg.

Η έκθεση του πλάσματος σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε έως την ημέρα 15 της χορήγησης μία φορά ημερησίως και παρατηρήθηκε περίπου 2πλάσια συσσώρευση σε σταθεροποιημένη κατάσταση με τη δόση των 240 mg μία φορά ημερησίως.

Η έκθεση του πλάσματος στο lazertinib ήταν συγκρίσιμη όταν το lazertinib χορηγήθηκε είτε σε συνδυασμό με amivantamab ή ως μονοθεραπεία.

Απορρόφηση

Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη Cmax εφάπαξ δόσης και σταθεροποιημένης κατάστασης ήταν συγκρίσιμος και κυμάνθηκε από 2 έως 4 ώρες.

Μετά τη χορήγηση 240 mg lazertinib μαζί με ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (800~1000 kcal, περιεκτικότητα σε λιπαρά περίπου 50%), η Cmax και η AUC του lazertinib ήταν συγκρίσιμες με εκείνες υπό συνθήκες νηστείας, γεγονός που υποδηλώνει ότι το lazertinib μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Το lazertinib κατανεμήθηκε εκτενώς, με μέσο (CV%) φαινόμενο όγκο κατανομής 4.264 (43,2%) l στη δόση των 240 mg. Η μέση (CV%) πρωτεϊνική σύνδεση με το lazertinib στο πλάσμα ήταν περίπου 99,2% (0,13%) στον άνθρωπο. Το lazertinib επέδειξε ομοιοπολική δέσμευση στο ανθρώπινο αίμα και στις πρωτεΐνες του πλάσματος μετά από χορήγηση από στόματος, καθώς και κατά τη διάρκεια επωάσεων in vitro.

Βιομετασχηματισμός

Το lazertinib μεταβολίζεται κυρίως με σύζευξη γλουταθειόνης, είτε ενζυμική μέσω S-τρανσφεράσης της γλουταθειόνης (GST) είτε μη ενζυμική, καθώς και από το CYP3A4. Οι πιο διαδεδομένοι μεταβολίτες είναι οι καταβολίτες της γλουταθειόνης και θεωρούνται κλινικά ανενεργοί. Η έκθεση του πλάσματος στο lazertinib επηρεάστηκε από τον διαμεσολαβούμενο από την GSTM1 μεταβολισμό, οδηγώντας σε χαμηλότερη έκθεση (μικρότερη από 2πλάσια διαφορά) σε ασθενείς με Μη μηδενικό GSTM1. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την κατάσταση GSTM1.

Αποβολή

Η μέση (CV%) φαινόμενη κάθαρση και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του lazertinib στη δόση των 240 mg ήταν 44,5 (29,5%) l/h και 64,7 (32,8%) ώρες, αντίστοιχα.

Απέκκριση

Μετά από μία εφάπαξ από στόματος δόση ραδιοσημασμένου lazertinib, περίπου το 86% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (< 5% ως αμετάβλητο) και το 4% στα ούρα (< 0,5% ως αμετάβλητο).

Συγχορήγηση με υποστρώματα του OCT1 και του UGT1A1

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων Lazertinib δεν αύξησε τη Cmax και την AUC της μετφορμίνης (υπόστρωμα του OCT1). Το Lazertinib δεν αναστέλλει το OCT1.

Με βάση in vitro μελέτες, το Lazertinib ενδέχεται να αναστέλλει το UGT1A1. Ωστόσο, λόγω έλλειψης επίδρασης στα επίπεδα της έμμεσης χολερυθρίνης στην κλινική μελέτη, δεν αναμένεται κλινικά σχετική αλληλεπίδραση με τα υποστρώματα του UGT1A1.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Με βάση την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές με βάση την ηλικία στη φαρμακοκινητική του lazertinib.

Νεφρική δυσλειτουργία Με βάση την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια, μέτρια ή βαριά νεφρική δυσλειτουργία με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) 15 έως 89 ml/min. Τα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15 έως 29 ml/min) είναι περιορισμένα (n=3), όμως δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFR < 15 ml/min).

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Με βάση τα ευρήματα από μια μελέτη κλινικής φαρμακολογίας, η μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορίας Β κατά Child‐Pugh) δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη ΦΚ μίας εφάπαξ δόσης lazertinib. Με βάση την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια (ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και AST > ULN ή ULN < ολική χολερυθρίνη ≤ 1,5×ULN και οποιοδήποτε επίπεδο AST) ή μέτρια (1,5×ULN < ολική χολερυθρίνη ≤ 3×ULN και οποιοδήποτε επίπεδο AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (ολική χολερυθρίνη > 3×ULN και οποιοδήποτε επίπεδο AST).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική του lazertinib σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει διερευνηθεί.

Άλλοι πληθυσμοί Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη ΦΚ του lazertinib με βάση το φύλο, το σωματικό βάρος, τη φυλή, την εθνότητα, τις εργαστηριακές αξιολογήσεις αρχικής εκτίμησης (κάθαρση κρεατινίνης, λευκωματίνη, αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αλκαλική φωσφατάση, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση), την κατάσταση απόδοσης ECOG, τον τύπο μετάλλαξης του EGFR, το στάδιο του καρκίνου κατά την αρχική διάγνωση, τις προηγούμενες θεραπείες, τις εγκεφαλικές μεταστάσεις και το ιστορικό καπνίσματος.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η λαζερτινίμπη είναι αναστολέας κινάσης του μεταλλαγμένου υποδοχέα επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR). Στοχεύει μεμονωμένες (Ex19del, L858R, T790M) και διπλές (Ex19del/T790M και L858R/T790M) μεταλλάξεις του EGFR. Η αναστολή του EGFR…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EB09. ### Μηχανισμός δράσης Το lazertinib είναι ένας μη αναστρέψιμος αναστολέας τυροσινικής κινάσης του EGFR (TKI). Αναστέλλει εκλεκτικά τόσο…
Φαρμακοκινητική
Μετά από εφάπαξ και πολλαπλή χορήγηση από στόματος μία φορά ημερησίως, η μέγιστη συγκέντρωση του lazertinib στο πλάσμα (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) αυξήθηκαν περίπου αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος δόσεων…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η λαζερτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη, που μεσολαβείται από τη γλουταθειόνη S-τρανσφεράση M1. Το CYP3A4 παίζει επίσης μικρό ρόλο. Οι μεταβολίτες της δεν έχουν πλήρως χαρακτηριστεί.
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) της λαζερτινίμπης αυξήθηκαν αναλογικά της δόσης από 20 mg έως 320 mg (0,08 έως 1,3 φορές τη συνιστώμενη…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κλινική παρακολούθηση (συμπτώματα ILD/πνευμονίτιδας) pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Εμφάνιση συμπτωμάτων
Κλινική παρακολούθηση (συμβάντα ΦΘΕ) stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η λαζερτινίμπη είναι αντικαρκινικός παράγοντας. Σε ανθρώπινα κύτταρα NSCLC και σε ποντίκια με ξενoμοσχεύματα όγκων με μεταλλάξεις EGFR exon 19 deletions ή EGFR L858R substitution, η λαζερτινίμπη επέδειξε αντικαρκινική δράση. Η θεραπεία με λαζερτινίμπη σε συνδυασμό με αμιβανταμίμπη αύξησε την in vivo αντικαρκινική δράση σε σύγκριση με κάθε παράγοντα μόνο του σε ποντίκια με ξενoμοσχεύματα NSCLC με μετάλλαξη EGFR L858R.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η λαζερτινίμπη είναι αναστολέας κινάσης του μεταλλαγμένου υποδοχέα επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR). Στοχεύει μεμονωμένες (Ex19del, L858R, T790M) και διπλές (Ex19del/T790M και L858R/T790M) μεταλλάξεις του EGFR. Η αναστολή του EGFR άγριου τύπου από τη λαζερτινίμπη είναι λιγότερο εκλεκτική και ισχυρή. Η λαζερτινίμπη αναστέλλει μη αναστρέψιμα τον EGFR σχηματίζοντας ομοιοπολικό δεσμό στο υπόλειμμα Cys797 της θέσης πρόσδεσης ATP του πεδίου κινάσης του EGFR. Αναστέλλει τις ενδοκυττάριες σηματοδοτικές οδούς του EGFR – συμπεριλαμβανομένης της φωσφορυλίωσης των EGFR, AKT και ERK – και προάγει την απόπτωση των καρκινικών κυττάρων πνεύμονα με μεταλλάξεις EGFR.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) της λαζερτινίμπης αυξήθηκαν αναλογικά της δόσης από 20 mg έως 320 mg (0,08 έως 1,3 φορές τη συνιστώμενη εγκεκριμένη δόση) μετά από εφάπαξ χορήγηση και ημερήσια χορήγηση. Η έκθεση του πλάσματος σε σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε την 15η ημέρα με συσσώρευση περίπου 2-πλάσια για την AUC. Ο Tmax κυμαίνεται από δύο έως τέσσερις ώρες. Μια δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (800 έως 1000 kcal, περίπου 50% λιπαρά) δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική της λαζερτινίμπης σε σύγκριση με τις συνθήκες νηστείας.

Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση σημασμένης με ραδιοϊσότοπο λαζερτινίμπης, περίπου το 86% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (< 5% αμετάβλητο) και το 4% στα ούρα (< 0,2% αμετάβλητο).

Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 2680 L (51%). Η λαζερτινίμπη διεισδύει στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Η μέση φαινόμενη κάθαρση είναι 36,4 L/h (47%).

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

Η λαζερτινίμπη συνδέεται περίπου κατά 99,2% με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η λαζερτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη, που μεσολαβείται από τη γλουταθειόνη S-τρανσφεράση M1. Το CYP3A4 παίζει επίσης μικρό ρόλο. Οι μεταβολίτες της δεν έχουν πλήρως χαρακτηριστεί.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 3,7 ημέρες (56%).

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Ταξινόμηση MeSH

Παράγοντες που αναστέλλουν τις ΠΡΩΤΕΪΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Ταξινόμηση FDA

4A2Y23XK11

LAZERTINIB

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Κινάσης

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κινάσης

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεΐνης Αντίστασης Καρκίνου του Μαστού

Η λαζερτινίμπη είναι Αναστολέας Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης της λαζερτινίμπης είναι ως Αναστολέας Κινάσης, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας Πρωτεΐνης Αντίστασης Καρκίνου του Μαστού.

LAZERTINIB

Αναστολείς Πρωτεΐνης Αντίστασης Καρκίνου του Μαστού [MoA]; Αναστολέας Κινάσης [EPC]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Αναστολείς Κινάσης [MoA]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

3,7 ημέρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

99,2%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 18 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
121269225
Μοριακός τύπος
C30H34N8O3
Μοριακό βάρος
554.6
IUPAC
N-[5-[[4-[4-[(dimethylamino)methyl]-3-phenylpyrazol-1-yl]pyrimidin-2-yl]amino]-4-methoxy-2-morpholin-4-ylphenyl]prop-2-enamide
InChIKey
RRMJMHOQSALEJJ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Παράγοντες που αναστέλλουν τις ΠΡΩΤΕΪΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ.