LEVETIRACETAM
Λεβετιρακετάμη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-KEPILEPT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα (εκτός αν ορίζεται διαφορετικά)
- Δόση έναρξης: 250 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αύξηση κατά 250 mg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες (για μονοθεραπεία ενηλίκων/εφήβων ≥ 16 ετών). Αύξηση κατά 500 mg δύο φορές την ημέρα κάθε 2-4 εβδομάδες (για συμπληρωματική θεραπεία ενηλίκων/εφήβων ≥ 12 ετών). Αύξηση κατά 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες (για παιδιά < 50 kg). Αύξηση κατά 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες (για βρέφη 1-6 μηνών).
-
Ενήλικες και έφηβοι από 16 ετών και άνω (μονοθεραπεία)ΔόσηΣυνιστώμενη δόση έναρξης 250 mg δύο φορές την ημέρα, αυξάνεται σε 500 mg δύο φορές την ημέρα μετά από 2 εβδομάδες.Μέγ. δόση1500 mg δύο φορές την ημέραΔόση μπορεί να αυξηθεί κατά 250 mg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες.
-
Ενήλικες (≥ 18 ετών) και έφηβοι (12-17 ετών) με σωματικό βάρος ≥ 50 kg (συμπληρωματική θεραπεία)ΔόσηΑρχική θεραπευτική δόση 500 mg δύο φορές την ημέρα.Μέγ. δόση1.500 mg δύο φορές την ημέραΔόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι 1.500 mg δύο φορές την ημέρα. Αυξομειώσεις κατά 500 mg δύο φορές την ημέρα κάθε 2-4 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)Συνιστάται προσαρμογή δόσης σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Ενήλικες και έφηβοι με σωματικό βάρος > 50 kg και νεφρική ανεπάρκειαΗ δόση προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (CLcr).
-
Βρέφη, παιδιά και έφηβοι με σωματικό βάρος < 50 kg και νεφρική ανεπάρκειαΗ δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία (CLcr) και ηλικία.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΕλάττωση ημερήσιας δόσης συντήρησης κατά 50% αν CLcr < 60 ml/min/1,73 m².
-
Βρέφη από 6 μηνών, παιδιά (2-11 ετών) και έφηβοι (12-17 ετών) με σωματικό βάρος < 50 kg (συμπληρωματική θεραπεία)ΔόσηΑρχική θεραπευτική δόση 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα.Μέγ. δόση30 mg/kg δύο φορές την ημέραΔόση τροποποιείται με αυξήσεις/μειώσεις ≤ 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες. Χρησιμοποιείται η κατώτερη αποτελεσματική δόση.
-
Βρέφη ηλικίας 1 μηνός έως < 6 μηνώνΔόσηΑρχική θεραπευτική δόση 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα.Μέγ. δόση21 mg/kg δύο φορές την ημέραΔόσεις δεν αυξομειώνονται > 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες. Χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
block
SPC-KEPILEPT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλα παράγωγα πυρρολιδόνης ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-KEPILEPT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διακοπή της χορήγησηςΣυνιστάται να διακόπτεται βαθμιαία με μειώσεις της δόσης αναλόγως του σωματικού βάρους και της ηλικίας
-
Νεφρική ανεπάρκειαΗ χορήγηση μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης. Σε βαριά ηπατική ανεπάρκεια συνιστάται η εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας πριν από τον καθορισμό της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
ΑυτοκτονίαΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και/ή για συμπεριφορές κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού και πρέπει να εξετασθεί η χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας. Να ζητείται η συμβουλή του γιατρού σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων συμπτωμάτων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤα διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά δεν υποδηλώνουν επίδραση στην αύξηση και την ήβη. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις παραμένουν άγνωστες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει αξιολογηθεί λεπτομερώς σε βρέφη < 1 έτους.
-
ΈκδοχαΤο πόσιμο διάλυμα περιέχει μεθυλεστέρα και προπυλεστέρα του παραϋδροξυβενζοϊκού οξέος που μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις. Περιέχει υγρή μαλτιτόλη, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να το πάρουν.
swap_horiz
SPC-KEPILEPT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Υπάρχοντα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, βαλπροϊκό οξύ, φαινοβαρβιτάλη, λαμοτριγίνη, γκαμπαπεντίνη, πριμιδόνη)παρακολούθησηΔεν επηρεάζονται οι συγκεντρώσεις στον ορό των αντιεπιληπτικών, ούτε η φαρμακοκινητική της λεβετιρασετάμης.
-
ΠροβενεσίδηπαρακολούθησηΑναστέλλει τη νεφρική κάθαρση του κύριου μεταβολίτη της λεβετιρασετάμης.ΣύστασηΑναμένεται ότι άλλα φάρμακα που αποβάλλονται με ενεργητική σωληναριακή έκκριση μπορεί να ελαττώσουν τη νεφρική κάθαρση του μεταβολίτη.
-
Αντισυλληπτικά από του στόματος (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)παρακολούθησηΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική τους.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική της.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική της.
-
ΠολυαιθυλενογλυκόληπροσοχήΈχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις ελαττωμένης δραστικότητας της λεβετιρακετάμης.ΣύστασηΝα μην λαμβάνεται από το στόμα μία ώρα πριν και μία ώρα μετά τη λήψη λεβετιρακετάμης.
sick
SPC-KEPILEPT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Ανορεξία
- Απώλεια βάρους
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Υπονατριαιμία
- Κατάθλιψη
- Εχθρότητα/επιθετικότητα
- Άγχος
- Αϋπνία
- Νευρικότητα/ευερεθιστότητα
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Ψυχωσική διαταραχή
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Ψευδαισθήσεις
- Θυμός
- Συγχυτική κατάσταση
- Προσβολή πανικού
- Συναισθηματική αστάθεια / διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
- Αυτοκτονία
- Διαταραχή προσωπικότητας
- Μη φυσιολογικές σκέψεις
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Σπασμοί
- Διαταραχή ισορροπίας
- Ζάλη
- Λήθαργος
- Τρόμος
- Αμνησία
- Επηρεασμένη μνήμη
- Μη φυσιολογικός συντονισμός / αταξία
- Παραισθησία
- Διαταραχή στην
- Χορειοαθέτωση
- Δυσκινησία
- Υπερκινησία
- Διπλωπία
- Θάμβος όρασης
- Ίλιγγος
- Βήχας
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Μη φυσιολογικές τιμές δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Έκζεμα
- Κνησμός
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Αδυναμία/κόπωση
- Κάκωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑπώλεια βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕχθρότητα/επιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝευρικότητα/ευερεθιστότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΙδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΘυμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠροσβολή πανικούΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣυναισθηματική αστάθεια / διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή προσωπικότηταςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογικές σκέψειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμός / αταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή στηνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΧορειοαθέτωσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΥπερκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος. του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικές τιμές δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑδυναμία/κόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚάκωσηΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
pregnant_woman
SPC-KEPILEPT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΜετεγκριτικά δεδομένα, προερχόμενα από αρκετά προοπτικά μητρώα εγκυμοσύνης έχουν τεκμηριώσει αποτελέσματα σε περισσότερες από 1000 γυναίκες που εκτέθηκαν σε μονοθεραπεία με λεβετιρακετάμη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Σε γενικές γραμμές, αυτά τα δεδομένα δεν υποδηλώνουν σημαντική αύξηση του κινδύνου μείζονων συγγενών ανωμαλιών της ανάπτυξης, παρότι ο κίνδυνος τερατογένεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως. Η θεραπεία με πολλαπλά αντιεπιληπτικά φάρμακα σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών από ότι η μονοθεραπεία και για αυτό το λόγο σε τέτοιες περιπτώσεις η μονοθεραπεία πρέπει να προτιμάται. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το Kepilept δεν συνιστάται κατά την κύηση ή σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη, εκτός αν είναι αναγκαίο για λόγους υγείας. Όπως και με άλλα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, οι αλλαγές στη φυσιολογία, κατά την κύηση, ενδέχεται να επηρεάσουν τη συγκέντρωση της λεβετιρασετάμης. Έχει παρατηρηθεί μείωση της συγκέντρωσης λεβετιρασετάμης στο πλάσμα κατά την κύηση. Η μείωση αυτή είναι πιο έντονη το πρώτο τρίμηνο (μέχρι το 60% της βασικής προ κύησης συγκέντρωσης). Θα πρέπει να εξασφαλιστεί η κατάλληλη κλινική αντιμετώπιση της εγκύου η οποία βρίσκεται υπό θεραπεία με λεβετιρασετάμη. Η διακοπή της αντιεπιληπτικής αγωγής μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου, η οποία ενδέχεται να βλάψει τη μητέρα και το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ λεβετιρασετάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως ο θηλασμός δε συνιστάται. Ωστόσο, εάν χρειαστεί θεραπεία με λεβετιρασετάμη κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ο λόγος όφελος/κινδύνου της θεραπείας θα πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα την ανάγκη του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΣε μελέτες σε ζώα, δεν έχει ανιχνευθεί επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα, ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-KEPILEPT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-KEPILEPT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-KEPILEPT
expand_more
Δοσολογία
Μονοθεραπεία για ενήλικες και εφήβους από 16 ετών και άνω Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 250 mg δύο φορές την ημέρα η οποία 2 εβδομάδες αργότερα θα πρέπει να αυξηθεί σε μια αρχική θεραπευτική δόση των 500 mg δύο φορές την ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω κατά 250 mg δύο φορές την ημέρα κάθε 2 εβδομάδες βάσει της κλινικής απάντησης. Η μέγιστη δόση είναι 1500 mg δύο φορές την ημέρα.
Συμπληρωματική θεραπεία για ενήλικες (≥ 18 ετών) και εφήβους (12 μέχρι 17 ετών) με σωματικό βάρος 50 kg και άνω Η αρχική θεραπευτική δόση είναι 500 mg δύο φορές την ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να χορηγηθεί από την πρώτη ημέρα της αγωγής. Ανάλογα με την κλινική απάντηση και την ανοχή, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι 1.500 mg δύο φορές την ημέρα. Αυξομειώσεις της δόσης μπορεί να γίνονται κατά 500 mg δύο φορές την ημέρα κάθε δύο έως τέσσερις εβδομάδες.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω) Σε ηλικιωμένους ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία συνιστάται προσαρμογή της δόσης (βλ. «Νεφρική ανεπάρκεια» παρακάτω).
Νεφρική ανεπάρκεια Η ημερήσια δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία Για ενήλικες ασθενείς, αναφερθείτε στον παρακάτω πίνακα και ρυθμίστε τη δόση όπως ενδείκνυται. Για να χρησιμοποιηθεί αυτός ο δοσολογικός πίνακας, απαιτείται μία εκτίμηση της κάθαρσης κρεατινίνης (CLcr) σε ml/min του ασθενούς. Η CLcr σε ml/min μπορεί να υπολογισθεί από τον προσδιορισμό κρεατινίνης ορού (mg/dl) για ενήλικες και εφήβους βάρους 50 kg και άνω με τον παρακάτω τύπο: [140-ηλικία (έτη)] x βάρος (kg) CLcr (ml/min) = ————————————- (x 0,85 για γυναίκες) 72 x κρεατινίνη ορού (mg/dl) Τότε, η κάθαρση κρεατινίνης προσαρμόζεται στην επιφάνεια σώματος (BSA) ως ακολούθως: CLcr (ml/min) CLcr (ml/min/1,73 m ) = ———————————-x 1,73 BSA του ασθενούς σε m Ρύθμιση δόσης σε ενήλικους και εφήβους ασθενείς με σωματικό βάρος άνω των 50 kg, με νεφρική ανεπάρκεια: | Ομάδα ασθενών | Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min/1,73 m
| ) | Δόση και συχνότητα λήψης | |
|---|---|---|
| Φυσιολογική νεφρική λειτουργία | > 80 | 500 - 1.500 mg δύο φορές την ημέρα |
| Ήπια νεφρική ανεπάρκεια | 50-79 | 500 - 1.000 mg δύο φορές την ημέρα |
| Μέτρια | 30-49 | 250 - 750 mg δύο φορές την ημέρα |
| Σοβαρή | <30 | 250 - 500 mg δύο φορές την ημέρα |
| Τελικό στάδιο νεφροπάθειας- υπό αιμοκάθαρση | - 500 - 1.000 mg μία φορά την ημέρα (2) | |
| (1) |
(1) Την πρώτη μέρα της θεραπείας με λεβετιρασετάμη συνιστάται δόση εφόδου 750 mg. (2) Έπειτα από την αιμοκάθαρση συνιστάται συμπληρωματική δόση 250- 500 mg.
H δόση της λεβετιρασετάμης σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια απαιτείται να προσαρμόζεται με βάση τη νεφρική λειτουργία, δεδομένου ότι η κάθαρση της λεβετιρασετάμης συσχετίζεται με τη νεφρική λειτουργία. Αυτή η σύσταση βασίζεται σε μελέτη επί ενηλίκων ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια. Η τιμή CLcr σε ml/min/1,73 m μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τον προσδιορισμό κρεατινίνης ορού (mg/dl) χρησιμοποιώντας, για τους νεαρούς εφήβους, παιδιά και βρέφη, τον παρακάτω τύπο (τύπο Schwartz): Ύψος (cm) x ks CLcr (ml/min/1,73 m ) = ———————————— Κρεατινίνη ορού (mg/dl) ks= 0,45 σε τελειόμηνα βρέφη μέχρι 1 έτους, ks= 0,55 σε παιδιά κάτω των 13 ετών και έφηβες, ks= 0,7 σε άρρενες εφήβους
Προσαρμογή της δόσης σε βρέφη, παιδιά και εφήβους ασθενείς με σωματικό βάρος κάτω των 50 kg, με νεφρική ανεπάρκεια: | Ομάδα | Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min/1,73 m
| ) | Δόση και συχνότητα (1) | |
|---|---|---|
| Βρέφη 1 έως κάτω των 6 μηνών | Βρέφη 6 έως 23 μηνών, παιδιά και έφηβοι βάρους κάτω των 50 kg | |
| Φυσιολογική νεφρική λειτουργία | > 80 | 7 έως 21 mg/kg (0,07 έως 0,21 ml/kg) δύο φορές την ημέρα |
| Ήπια Ανεπάρκεια | 50-79 | 7 έως 14 mg/kg (0.07 έως 0,14 ml/kg) δύο φορές την ημέρα |
| Μέτρια Ανεπάρκεια | 30-49 | 3,5 έως 10,5 mg/kg (0,035 έως 0,105 ml/kg) δύο φορές την ημέρα |
| Σοβαρή Ανεπάρκεια | < 30 | 3,5 έως 7 mg/kg (0,035 έως 0,07 ml/kg) δύο φορές την ημέρα |
| Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση | - 7 έως 14 mg/kg (0,07 έως 0,14 ml/kg) μία φορά την ημέρα (2) |
(1) Το πόσιμο διάλυμα Kepilept πρέπει να χρησιμοποιείται σε δόση κάτω των 250 mg και σε ασθενείς, που αδυνατούν να καταπιούν δισκία. (2) Δόση φόρτισης 10,5 mg/kg (0,105 ml/kg) συνιστάται την πρώτη ημέρα της θεραπείας με τη λεβετιρασετάμη (3) Δόση φόρτισης 15 mg/kg (0,15 ml/kg) συνιστάται την πρώτη ημέρα της θεραπείας με τη λεβετιρασετάμη (4) Μετά την αιμοκάθαρση, συνιστάται η χορήγηση συμπληρωματικής δόσης 3,5 έως 7 mg/kg (0,035 έως 0,07 ml/kg) (5) Μετά την αιμοκάθαρση, συνιστάται η χορήγηση συμπληρωματικής δόσης 5 έως 10 mg/kg (0,05 έως 0,10 ml/kg)
Ηπατική ανεπάρκεια Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η νεφρική ανεπάρκεια, όταν υπολογίζεται βάσει της κάθαρσης κρεατινίνης, ενδέχεται να υποεκτιμηθεί. Γι’ αυτό συνιστάται ελάττωση της ημερήσιας δόσης συντήρησης κατά 50%, όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι < 60 ml/min./1,73 m .
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο γιατρός πρέπει να συνταγογραφήσει την καταλληλότερη φαρμακοτεχνική μορφή, συσκευασία και περιεκτικότητα, σύμφωνα με την ηλικία, το βάρος και τη δόση. Η φαρμακοτεχνική μορφή δισκίου δεν είναι προσαρμοσμένη για χρήση σε βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών. Το πόσιμο διάλυμα Kepilept είναι το προτιμώμενο σκεύασμα για χρήση στον πληθυσμό αυτόν. Επιπλέον, οι διαθέσιμες περιεκτικότητες των δισκίων δεν είναι κατάλληλες για την αρχική θεραπεία παιδιών βάρους κάτω των 25 kg, ασθενών που αδυνατούν να καταπιούν δισκία ή για χορήγηση δόσεων κάτω των 250 mg. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, πρέπει να χρησιμοποιείται το πόσιμο διάλυμα Kepilept.
Μονοθεραπεία Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Kepilept ως μονοθεραπεία σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Συμπληρωματική θεραπεία σε βρέφη ηλικίας από 6 έως 23 μηνών, παιδιά (2 έως 11 ετών) και εφήβους (12 έως 17 ετών) με σωματικό βάρος κάτω των 50 kg Η αρχική θεραπευτική δόση είναι 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Ανάλογα με την κλινική απάντηση και την ανοχή, η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι 30 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Η δόση τροποποιείται με τμηματικές αυξήσεις ή μειώσεις, οι οποίες δεν πρέπει να ξεπεράσουν τα 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε δύο εβδομάδες. Πρέπει να χρησιμοποιείται η κατώτερη αποτελεσματική δόση. Η δόση σε παιδιά βάρους 50 kg και άνω είναι ίδια με εκείνη των ενηλίκων.
Συνιστώμενη δόση σε βρέφη από 6 μηνών, παιδιά και εφήβους:
| Βάρος | Αρχική δόση: 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα | Ανώτατη δόση: 30 mg/kg δύο φορές την ημέρα |
|---|---|---|
| 6 kg (1) | 60 mg (0,6 ml) δύο φορές την ημέρα | 180 mg (1,8 ml) δύο φορές την ημέρα |
| 10 kg | 100 mg (1 ml) δύο φορές την ημέρα | 300 mg (3 ml) δύο φορές την ημέρα |
| 15 kg (1) | 150 mg (1,5 ml) δύο φορές την ημέρα | 450 mg (4,5 ml) δύο φορές την ημέρα |
| 20 kg(1) | 200 mg (2 ml) δύο φορές την ημέρα | 600 mg (6 ml) δύο φορές την ημέρα |
| 25 kg | 250 mg δύο φορές την ημέρα | 750 mg δύο φορές την ημέρα |
| Από 50kg (2) | 500 mg δύο φορές την ημέρα | 1.500 mg δύο φορές την ημέρα |
(1) Παιδιά με σωματικό βάρος 25 kg ή λιγότερο είναι προτιμότερο να αρχίζουν θεραπεία με Kepilept πόσιμο διάλυμα 100 mg/ml. (2) Η δόση σε παιδιά και εφήβους βάρους 50 kg και άνω είναι ίδια με εκείνη των ενηλίκων.
Συμπληρωματική θεραπεία σε βρέφη από 1 μηνός έως λιγότερο από 6 μηνών Η αρχική θεραπευτική δόση είναι 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή, η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι 21 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Οι δόσεις δεν πρέπει να αυξάνονται ή να μειώνονται κατά περισσότερο από 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε δύο εβδομάδες. Πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Τα βρέφη πρέπει να ξεκινήσουν τη θεραπεία με πόσιμο διάλυμα Kepilept 100 mg/ml.
Δοσολογικές συστάσεις για βρέφη ηλικίας από 1 μήνα έως κάτω των 6 μηνών:
| Βάρος | Αρχική δόση: 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα | Ανώτατη δόση: 21 mg/kg δύο φορές την ημέρα |
|---|---|---|
| 4 kg | 28 mg (0,3 ml) δύο φορές την ημέρα | 84 mg (0,85 ml) δύο φορές την ημέρα |
| 5 kg | 35 mg (0,35 ml) δύο φορές την ημέρα | 105 mg (1,05 ml) δύο φορές την ημέρα |
| 7 kg | 49 mg (0,5 ml) δύο φορές την ημέρα | 147 mg (1,5 ml)δύο φορές την ημέρα |
Διατίθενται τρεις φαρμακοτεχνικές μορφές:
- Φιάλη 300 ml με σύριγγα των 10 ml για από του στόματος χορήγηση (που περιέχει μέχρι 1000 mg λεβετιρασετάμης)με βαθμολόγηση ανά 0,25 ml (που αντιστοιχεί σε 25 mg).Αυτό το μέγεθος συσκευασίας θα πρέπει να συνταγογραφείται σε παιδιά ηλικίας 4 ετών και άνω, εφήβους και σε ενήλικες.
- Φιάλη 150 ml με σύριγγα των 3 ml για από του στόματος χορήγηση (που περιέχει μέχρι 300 mg λεβετιρασετάμης) με βαθμολόγηση ανά 0,1 ml (που αντιστοιχεί σε 10 mg) Προκειμένου να διασφαλισθεί η ακρίβεια της δοσολογίας, αυτό το μέγεθος συσκευασίας πρέπει να συνταγογραφείται σε βρέφη και μικρά παιδιά από 6 μηνών έως 4 ετών.
- Φιάλη 150 ml με σύριγγα του 1 ml για από του στόματος χορήγηση (που περιέχει μέχρι 100 mg λεβετιρασετάμης) με βαθμολόγηση ανά 0,05 ml (που αντιστοιχεί σε 5 mg) Προκειμένου να διασφαλισθεί η ακρίβεια της δοσολογίας αυτό το μέγεθος συσκευασίας πρέπει να συνταγογραφείται σε βρέφη ηλικίας από 1 μηνός έως 6 μηνών.
Τρόπος χορήγησης To πόσιμο διάλυμα μπορεί να διαλύεται σε ένα ποτήρι νερό ή σε μπιμπερό και μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Μαζί με το Kepilept παρέχεται μία βαθμολογημένη σύριγγα για από του στόματος χρήση, εξάρτημα προσαρμογής για τη σύριγγα και οδηγίες χρήσης (στο φύλλο οδηγιών χρήσης). Η ημερήσια δόση χορηγείται σε δύο ίσες λήψεις.
block
Αντενδείξεις
SPC-KEPILEPT
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-KEPILEPT
expand_more
Προειδοποιήσεις
Διακοπή της χορήγησης
Σύμφωνα με την τρέχουσα κλινική πρακτική, εάν πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του Kepilept συνιστάται να διακόπτεται βαθμιαία (π.χ. σε ενήλικες και σε εφήβους με σωματικό βάρος άνω των 50 kg: μειώσεις της δόσης κατά 500 mg δύο φορές την ημέρα κάθε δύο με τέσσερις εβδομάδες, στα βρέφη ηλικίας άνω των 6 μηνών, στα παιδιά και στους εφήβους βάρους κάτω των 50 kg: η τμηματική μείωση της δόσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/kg δύο φορές την ημέρα κάθε δύο εβδομάδες, σε βρέφη (κάτω των 6 μηνών): η μείωση της δόσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 7 mg/kg δύο φορές την ημέρα, κάθε δύο εβδομάδες).
Νεφρική ανεπάρκεια
Η χορήγηση του Kepilept σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης. Σε ασθενείς με βαριά ηπατική ανεπάρκεια συνιστάται η εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας πριν από τον καθορισμό της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.2).
Αυτοκτονία
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιεπιληπτικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της λεβετιρασετάμης), έχουν αναφερθεί αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας, αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονικές συμπεριφορές. Μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών σε αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα έδειξε μικρή αύξηση του κινδύνου αυτοκτονικών σκέψεων και αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Ο μηχανισμός με τον οποίον εκδηλώνεται ο κίνδυνος αυτός δεν είναι γνωστός. Για τον λόγο αυτό, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και/ή για συμπεριφορές κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού και πρέπει να εξετασθεί η χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας. Αν εμφανισθούν σημεία κατάθλιψης και/ή αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς, πρέπει να συσταθεί στους ασθενείς (και στα άτομα που τους φροντίζουν) να ζητήσουν τη συμβουλή του γιατρού τους.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά δεν υποδηλώνουν επίδραση στην αύξηση και την ήβη. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη μάθηση, ευφυΐα, αύξηση, ενδοκρινική λειτουργία, εφηβεία και μελλοντική δυνατότητα τεκνοποιίας των παιδιών αυτών παραμένουν άγνωστες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης δεν έχει αξιολογηθεί λεπτομερώς σε βρέφη με επιληψία, ηλικίας κάτω του 1 έτους. Μόνο 35 βρέφη ηλικίας κάτω του 1 έτους, με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης εκτέθηκαν σε κλινικές μελέτες και από αυτά μόνο 13 ήταν ηλικίας < 6 μηνών.
Έκδοχα
Το πόσιμο διάλυμα Kepilept 100 mg/ml περιέχει μεθυλεστέρα του παραϋδροξυβενζοϊκού οξέος (Ε218) και προπυλεστέρα του παραϋδροξυβενζοϊκού οξέος (Ε216), τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (ενδεχομένως όψιμες). Περιέχει επίσης υγρή μαλτιτόλη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-KEPILEPT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα Από κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ενήλικες πριν την κυκλοφορία του φαρμάκου, υπάρχουν δεδομένα ότι η λεβετιρασετάμη δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις στον ορό των υπαρχόντων αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, βαλπροϊκό οξύ, φαινοβαρβιτάλη, λαμοτριγίνη, γκαμπαπεντίνη και πριμιδόνη) και ότι αυτά τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα δεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της λεβετιρασετάμης. Απόκλιση: Δεν παρατηρείται αλληλεπίδραση με υπάρχοντα αντιεπιληπτικά φάρμακα.
Προβενεσίδη Έχει διαπιστωθεί ότι η προβενεσίδη (500 mg τέσσερις φορές την ημέρα), ένας αποκλειστής της νεφρικής σωληναριακής έκκρισης αναστέλλει τη νεφρική κάθαρση του κύριου μεταβολίτη, αλλά όχι της λεβετιρασετάμης. Ωστόσο οι συγκεντρώσεις αυτού του μεταβολίτη παραμένουν χαμηλές. Αναμένεται ότι και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αποβάλλονται με ενεργητική σωληναριακή έκκριση ενδέχεται να ελαττώνουν επίσης τη νεφρική κάθαρση του μεταβολίτη. Η επίδραση της λεβετιρασετάμης στην προβενεσίδη δεν έχει μελετηθεί και η επίδραση της λεβετιρασετάμης σε άλλα ενεργώς αποβαλλόμενα φαρμακευτικά προϊόντα, π.χ. ΜΣΑΦ, σουλφοναμίδες και μεθοτρεξάτη, είναι άγνωστη. Απόκλιση: Η προβενεσίδη αναστέλλει τη νεφρική κάθαρση του κύριου μεταβολίτη της λεβετιρασετάμης. Η επίδραση σε άλλα φάρμακα άγνωστη.
Αντισυλληπτικά από του στόματος και άλλες φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Η λεβετιρασετάμη σε ημερήσια δόση 1.000 mg δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική των αντισυλληπτικών από του στόματος (αιθινυλοιστραδιόλη και λεβονοργεστρέλη). Οι ενδοκρινικές παράμετροι (ωχρινοποιητική ορμόνη και προγεστερόνη) δε μεταβλήθηκαν. Η λεβετιρασετάμη σε ημερήσια δόση 2.000 mg δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της διγοξίνης και της βαρφαρίνης. Οι χρόνοι προθρομβίνης δε μεταβλήθηκαν. Η συγχορήγηση διγοξίνης, αντισυλληπτικών από του στόματος και βαρφαρίνης δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της λεβετιρασετάμης. Απόκλιση: Δεν παρατηρείται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με αντισυλληπτικά, διγοξίνη ή βαρφαρίνη.
Αντιόξινα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίδραση των αντιοξίνων στην απορρόφηση της λεβετιρασετάμης.
Καθαρτικά Έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές ελαττωμένης δραστικότητας της λεβετιρακετάμης όταν το ωσμωτικώς δρων καθαρτικό πολυαιθυλενογλυκόλη χορηγείται ταυτόχρονα με την από του στόματος χορηγούμενη λεβετιρακετάμη. Για αυτό το λόγο η πολυαιθυλενογλυκόλη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται από το στόμα μία ώρα πριν και μία ώρα μετά τη λήψη λεβετιρακετάμης. Απόκλιση: Αποφυγή λήψης πολυαιθυλενογλυκόλης 1 ώρα πριν και 1 ώρα μετά τη λεβετιρασετάμη.
Τροφή και οινόπνευμα Ο βαθμός απορρόφησης της λεβετιρασετάμης δεν αλλοιώνεται από τη λήψη τροφής, αλλά ο ρυθμός απορρόφησης ελαφρώς ελαττώνεται. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για αλληλεπίδραση της λεβετιρασετάμης με το οινόπνευμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-KEPILEPT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών, που παρατίθεται παρακάτω, στηρίζεται στην ανάλυση συγκεντρωτικών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών, όπου συνολικά υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβετιρασετάμη 3.416 ασθενείς με όλες τις ενδείξεις των μελετών. Τα δεδομένα αυτά συμπληρώνονται από τη χρήση της λεβετιρασετάμης σε αντίστοιχες ανοικτές μελέτες παράτασης καθώς και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που αναφέρθηκαν πιο πρόσφατα ήταν ρινοφαρυγγίτιδα, υπνηλία, κεφαλαλγία, κόπωση και ζάλη. Γενικά, το προφίλ ασφαλείας της λεβετιρασετάμης είναι παρόμοιο ανεξάρτητα από την ηλικιακή ομάδα (ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς) και ανεξάρτητα από τις εγκεκριμένες ενδείξεις.
Συγκεντρωτική λίστα ανεπιθύμητων αντιδράσεων Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες (επί ενηλίκων, εφήβων, παιδιών και βρεφών ηλικίας > 1 μηνός) και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος ταξινομούνται στον κάτωθι πίνακα, ανά Κατηγορία/Οργανικό σύστημα και ανά συχνότητα. Η συχνότητα ορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000).
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα (SOC) | Κατηγορία Συχνότητας |
|---|---|
| Πολύ συχνές | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Υπνηλία, κεφαλαλγία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος. του θώρακα και του μεσοθωρακίου | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Ο κίνδυνος πρόκλησης ανορεξίας είναι υψηλότερος όταν η τοπιραμάτη συγχορηγείται με τη λεβετιρασετάμη. Σε αρκετές περιπτώσεις αλωπεκίας παρατηρήθηκε αποκατάσταση της τριχοφυΐας μετά τη διακοπή της λεβετιρασετάμης. Σε ορισμένα περιστατικά πανκυτταροπενίας εντοπίσθηκε καταστολή του μυελού των οστών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Εκατόν ενενήντα (190), συνολικά, ασθενείς ηλικίας από 1 μηνός έως 4 ετών, υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβετιρακετάμη, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο και ανοικτές μελέτες παράτασης. Εξήντα (60) από τους ασθενείς αυτούς, υποβλήθηκαν σε θεραπεία με την λεβετιρακετάμη, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες. Συνολικά εξακόσιοι σαράντα πέντε (645) ασθενείς ηλικίας από 4-16 ετών υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβετιρακετάμη, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο και ανοικτές μελέτες παράτασης ενώ 233 από τους ασθενείς αυτούς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβετιρακετάμη σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες. Και στα δύο αυτά ηλικιακά εύρη, τα δεδομένα αυτά συμπληρώνονται από την εμπειρία με τη χρήση της λεβετιρακετάμης μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Γενικά, το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών της λεβετιρασετάμης είναι παρόμοιο ανεξάρτητα από την ηλικιακή ομάδα και ανεξάρτητα από την εγκεκριμένη ένδειξη επιληψίας. Τα αποτελέσματα ασφαλείας ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών σε παιδιατρικούς ασθενείς συνάδουν με το προφίλ ασφαλείας της λεβετιρασετάμης σε ενήλικες, εκτός από τις αντιδράσεις συμπεριφοράς και τις ψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, οι οποίες ήταν συχνότερες σε παιδιά απ’ ότι σε ενήλικες. Έμετος (πολύ συχνός 11,2%), διέγερση (συχνή 3,4%), διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης (συχνές 2,1%), αστάθεια συναισθήματος (συχνή 1,7%), επιθετικότητα (συχνή 8,2%), μη φυσιολογική συμπεριφορά (συχνή 5,6%), και λήθαργος (συχνός 3,9%) αναφέρθηκαν συχνότερα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 4 έως 16 ετών, σε σύγκριση με τους ασθενείς άλλης ηλικίας ή σε σύγκριση με το συνολικό προφίλ ασφαλείας. Ευερεθιστότητα (πολύ συχνή 11,7%) και μη φυσιολογικός συντονισμός (συχνός 3,3%) αναφέρθηκαν συχνότερα στα βρέφη και στα παιδιά ηλικίας από 1 μηνός έως κάτω των 4 ετών, σε σύγκριση με τις άλλες ηλικιακές ομάδες ή σε σύγκριση με το συνολικό προφίλ ασφαλείας. Μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ασφαλείας σε παιδιατρικούς ασθενείς με σχεδιασμό για την απόδειξη μη κατωτερότητας, αξιολόγησε τις δράσεις της λεβετιρασετάμης στη γνωσιακή και νευροψυχολογική λειτουργία, σε παιδιά ηλικίας 4 έως 16 ετών με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης. Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν ότι η λεβετιρασετάμη δε διέφερε (δεν υστερούσε) έναντι του εικονικού φαρμάκου στη μεταβολή από την έναρξη στη βαθμολογία Leiter-R των Παραμέτρων Προσοχής και Μνήμης, και στη δοκιμασία εκτίμησης της μνήμης (Memory Screen Composite), στον πληθυσμό που ολοκλήρωσε τη μελέτη σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Τα αποτελέσματα που σχετίζονται με τη συμπεριφορά και τη συναισθηματική λειτουργία έδειξαν επιδείνωση στους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με λεβετιρασετάμη στην παράμετρο της επιθετικής συμπεριφοράς που μετρήθηκε με τυποποιημένο και συστηματικό τρόπο με χρήση έγκυρου εργαλείου (CBCL - Achenbach Child Behavior Checklist, Κατάλογος Ελέγχου Παιδικής Συμπεριφοράς Achenbach). Εντούτοις, οι ασθενείς, που πήραν λεβετιρασετάμη σε μακροχρόνια ανοικτή μελέτη παρακολούθησης, δεν παρουσίασαν επιδείνωση, κατά μέσο όρο, στη συμπεριφορά τους και στη συναισθηματική τους λειτουργία. Συγκεκριμένα δεν επιδεινώθηκαν οι παράμετροι επιθετικής συμπεριφοράς σε σύγκριση με την έναρξη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-KEPILEPT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μετεγκριτικά δεδομένα, προερχόμενα από αρκετά προοπτικά μητρώα εγκυμοσύνης έχουν τεκμηριώσει αποτελέσματα σε περισσότερες από 1000 γυναίκες που εκτέθηκαν σε μονοθεραπεία με λεβετιρακετάμη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Σε γενικές γραμμές, αυτά τα δεδομένα δεν υποδηλώνουν σημαντική αύξηση του κινδύνου μείζονων συγγενών ανωμαλιών της ανάπτυξης, παρότι ο κίνδυνος τερατογένεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως. Η θεραπεία με πολλαπλά αντιεπιληπτικά φάρμακα σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών από ότι η μονοθεραπεία και για αυτό το λόγο σε τέτοιες περιπτώσεις η μονοθεραπεία πρέπει να προτιμάται. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Το Kepilept δεν συνιστάται κατά την κύηση ή σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη, εκτός αν είναι αναγκαίο για λόγους υγείας.
Όπως και με άλλα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, οι αλλαγές στη φυσιολογία, κατά την κύηση, ενδέχεται να επηρεάσουν τη συγκέντρωση της λεβετιρασετάμης. Έχει παρατηρηθεί μείωση της συγκέντρωσης λεβετιρασετάμης στο πλάσμα κατά την κύηση. Η μείωση αυτή είναι πιο έντονη το πρώτο τρίμηνο (μέχρι το 60% της βασικής προ κύησης συγκέντρωσης). Θα πρέπει να εξασφαλιστεί η κατάλληλη κλινική αντιμετώπιση της εγκύου η οποία βρίσκεται υπό θεραπεία με λεβετιρασετάμη. Η διακοπή της αντιεπιληπτικής αγωγής μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου, η οποία ενδέχεται να βλάψει τη μητέρα και το έμβρυο.
Θηλασμός
Η λεβετιρασετάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως ο θηλασμός δε συνιστάται. Ωστόσο, εάν χρειαστεί θεραπεία με λεβετιρασετάμη κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ο λόγος όφελος/κινδύνου της θεραπείας θα πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα την ανάγκη του θηλασμού.
Γονιμότητα
Σε μελέτες σε ζώα, δεν έχει ανιχνευθεί επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα, ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-KEPILEPT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιεπιληπτικά, άλλα αντιεπιληπτικά. Κωδικός ATC: N03AX14. Η δραστική ουσία λεβετιρασετάμη, είναι ένα πυρρολιδονικό παράγωγο (S-εναντιομερές του α-ethyl-2-oxo-pyrrolidine acetamide), το οποίο χημικά δεν έχει σχέση με τις υπάρχουσες αντιεπιληπτικές δραστικές ουσίες.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της λεβετιρασετάμης αναμένεται να διευκρινιστεί πλήρως, φαίνεται όμως ότι είναι διαφορετικός από τους μηχανισμούς δράσης των γνωστών αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Πειράματα in vitro και in vivo υποδηλώνουν ότι η λεβετιρασετάμη δε μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά των κυττάρων και τη φυσιολογική νευροδιαβίβαση. Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η λεβετιρασετάμη επηρεάζει τα επίπεδα Ca2+ στο εσωτερικό των νευρώνων, μέσω μερικής αναστολής της ροής Ca2+ τύπου Ν και ελαττώνοντας την απελευθέρωση Ca2+ από ενδοκυτταρικά αποθέματα των νευρώνων. Επιπροσθέτως, αναστρέφει μερικώς την ελάττωση της ροής διευκολυνόμενης από τους υποδοχείς GABA και γλυκίνης, ελάττωση η οποία προκαλείται από τον ψευδάργυρο και τις β-καρμπολίνες. Περαιτέρω, η λεβετιρασετάμη έχει αποδειχθεί σε μελέτες in vitro ότι συνδέεται σε ειδική θέση δέσμευσης στον εγκεφαλικό ιστό των τρωκτικών. Αυτή η θέση δέσμευσης είναι η πρωτεΐνη 2Α των συναπτικών κυστιδίων η οποία πιστεύεται ότι συμμετέχει στη σύντηξη του κυστιδίου και στην εξωκύττωση του νευροδιαβιβαστή. Η λεβετιρασετάμη και τα συγγενή ανάλογά της επιδεικνύουν μια κλιμακωτή συγγένεια δέσμευσης στην πρωτεΐνη 2Α των συναπτικών κυστιδίων, η οποία συσχετίζεται με την ισχύ της αντιεπιληπτικής προστασίας που αποδείχθηκε ότι παρέχουν σε ηχογενή μοντέλα επιληψίας σε ποντικούς. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η αλληλεπίδραση της λεβετιρασετάμης και της πρωτεΐνης 2Α των συναπτικών κυστιδίων συμβάλλει στον αντιεπιληπτικό μηχανισμό δράσης του φαρμακευτικού προϊόντος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λεβετιρασετάμη παρέχει προστασία κατά των σπασμών σε ευρύ φάσμα μοντέλων πειραματόζωων της εστιακής και της πρωτογενώς γενικευμένης επιληψίας χωρίς να έχει προσπασμωδική ενέργεια. Ο κύριος μεταβολίτης είναι αδρανής. Στον άνθρωπο, το ευρύ φάσμα των φαρμακολογικών ιδιοτήτων της λεβετιρασετάμης έχει επιβεβαιωθεί με δράση σε καταστάσεις τόσο εστιακής όσο και γενικευμένης επιληψίας (επιληπτοειδής εκφόρτιση/φωτοπαροξυσμική ανταπόκριση).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Συμπληρωματική αγωγή στη θεραπεία των κρίσεων εστιακής έναρξης με ή χωρίς δευτερογενή γενίκευση σε ενήλικες, εφήβους, παιδιά και βρέφη ηλικίας από 1 μηνός με επιληψία. Σε ενήλικες, η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης έχει τεκμηριωθεί με 3 μελέτες διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες έναντι εικονικού φαρμάκου σε ημερήσια δοσολογία 1000 mg, 2000 mg ή 3000 mg, χορηγούμενη σε δύο ισόποσες δόσεις με συνολική διάρκεια θεραπείας μέχρι 18 εβδομάδες. Σε συγκεντρωτική ανάλυση των δεδομένων το ποσοστό των ασθενών στους οποίους επετεύχθη 50% ή μεγαλύτερη μείωση στην εβδομαδιαία συχνότητα των κρίσεων εστιακής έναρξης σε σταθερή δόση (12/14 εβδομάδες), σε σχέση με την αρχική περίοδο, ήταν 27,7%, 31,6% και 41,3% αντίστοιχα για τους ασθενείς σε δόση 1000, 2000 ή 3000 mg λεβετιρασετάμης και 12,6% για ασθενείς σε εικονικό φάρμακο.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 4-16 ετών), η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης έχει τεκμηριωθεί σε μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη με τη συμμετοχή 198 ασθενών και με διάρκεια θεραπείας 14 εβδομάδων. Στη μελέτη αυτή, οι ασθενείς έλαβαν λεβετιρασετάμη σε σταθερή δόση των 60 mg/kg/ημέρα (με χορήγηση δύο ισόποσων δόσεων). Το 44,6% των ασθενών που έλαβαν λεβετιρασετάμη και το 19,6% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου είχαν 50% ή μεγαλύτερη μείωση στην εβδομαδιαία συχνότητα των κρίσεων εστιακής έναρξης, σε σύγκριση με την αρχική περίοδο. Με συνεχή μακρόχρονη θεραπεία το 11,4% των ασθενών παρουσίασαν πλήρη απαλλαγή των κρίσεων για τουλάχιστον 6 μήνες και το 7,2% για τουλάχιστον ένα χρόνο. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 1 μηνός έως κάτω των 4 ετών), η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης τεκμηριώθηκε σε διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, όπου εισήχθησαν 116 ασθενείς και με διάρκεια θεραπείας 5 ημέρες. Στη μελέτη αυτή, συνταγογραφήθηκε στους ασθενείς ημερήσια δόση πόσιμου διαλύματος 20 mg/kg, 25 mg/kg, 40 mg/kg ή 50 mg/kg με βάση το σχήμα τιτλοποίησης που αντιστοιχούσε στην ηλικία τους. Στη μελέτη αυτή, χορηγήθηκε δόση 20 mg/kg/ημέρα, που τιτλοποιήθηκε στα 40 mg/kg/ημέρα για βρέφη ενός μηνός έως κάτω των έξι μηνών και δόση 25 mg/kg/ημέρα που τιτλοποιήθηκε στα 50 mg/kg/ημέρα για βρέφη και παιδιά 6 μηνών έως κάτω των 4 ετών. Η ολική ημερήσια δόση χορηγήθηκε δύο φορές την ημέρα. Η κύρια παράμετρος αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό ανταπόκρισης (ποσοστό ασθενών με ≥ 50% μείωση στη μέση ημερήσια συχνότητα επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης,από τη γραμμή αναφοράς), που αξιολογήθηκε από αναγνώστη στα κεντρικά εργαστήρια με απόκρυψη των κωδικών τυχαιοποίησης (τυφλοποίηση) χρησιμοποιώντας μία δοκιμασία 48ωρης βιντεοσκόπησης ΗΕΓ. Στην ανάλυση αποτελεσματικότητας συμμετείχαν 109 ασθενείς, στους οποίους πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον 24ωρη βιντεοσκόπηση ΗΕΓ τόσο κατά την έναρξη όσο και στην περίοδο εκτίμησης. Το 43,6% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβετιρασετάμη και το 19,6% εκείνων που έλαβαν εικονικό φάρμακο θεωρήθηκαν ανταποκρινόμενοι. Υπάρχει συμφωνία των αποτελεσμάτων σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Με συνεχή μακρόχρονη θεραπεία, το 8,6% των ασθενών απαλλάχθηκαν των κρίσεων για τουλάχιστον 6 μήνες και 7,8% ήταν πλήρως απαλλαγμένοι από τις κρίσεις ια τουλάχιστον 1 έτος.
Μονοθεραπεία στην αντιμετώπιση των κρίσεων εστιακής έναρξης με ή χωρίς δευτερογενή γενίκευση σε ασθενείς ηλικίας από 16 ετών με νεοδιαγνωσθείσα επιληψία. Η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης ως μονοθεραπεία τεκμηριώθηκε σε μια διπλή-τυφλή μελέτη, παράλληλων ομάδων, με σχεδιασμό για την απόδειξη μη κατωτερότητας (non-inferiority) σε σύγκριση με καρβαμαζεπίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης (CR) σε 576 ασθενείς ηλικίας 16 ετών ή μεγαλύτερους με νεοδιαγνωσθείσα ή πρόσφατα διαγνωσθείσα επιληψία. Οι ασθενείς παρουσίαζαν αυτόκλητες εστιακές κρίσεις ή γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις μόνο. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν καρβαμαζεπίνη CR 400 έως 1200 mg ανά ημέρα ή λεβετιρασετάμη 1000 έως 3000 mg ανά ημέρα, ενώ η διάρκεια θεραπείας ήταν έως 121 εβδομάδες ανάλογα με την ανταπόκριση. Πλήρης έλεγχος των κρίσεων για 6 μήνες επετεύχθη στο 73,0% των ασθενών που έλαβαν λεβετιρασετάμη και στο 72,8% των ασθενών που έλαβαν καρβαμαζεπίνη CR. Η προσαρμοσμένη απόλυτη διαφορά μεταξύ των δύο θεραπειών ήταν 0,2% (95% CI:-7,8 8,2). Περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς παρέμειναν ελεύθεροι κρίσεων για 12 μήνες (το 56,6% και το 58,5% των ασθενών που έλαβαν λεβετιρασετάμη και καρβαμαζεπίνη CR αντίστοιχα). Σε μία μελέτη που αντικατοπτρίζει την κλινική πρακτική, τα συγχορηγούμενα αντιεπιληπτικά φάρμακα ήταν δυνατόν να αποσυρθούν σε ένα περιορισμένο αριθμό ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη λεβετιρασετάμη χορηγούμενη ως συμπληρωματική θεραπεία (36 ενήλικες ασθενείς από σύνολο 69 ασθενών).
Συμπληρωματική αγωγή στη θεραπεία των μυοκλονικών κρίσεων σε ενήλικες και εφήβους από 12 ετών με Νεανική Μυοκλονική Επιληψία. Η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης τεκμηριώθηκε σε μια διπλή-τυφλή ελεγχόμενη μελέτη έναντι εικονικού φαρμάκου, διαρκείας 16 εβδομάδων, σε ασθενείς ηλικίας από 12 ετών και άνω, που υπέφεραν από Ιδιοπαθή Γενικευμένη Επιληψία με μυοκλονικές κρίσεις ως απόρροια διαφορετικών συνδρόμων. Η πλειοψηφία των ασθενών είχαν διαγνωσθεί με νεανική μυοκλονική επιληψία. Σε αυτή τη μελέτη η λεβετιρασετάμη χορηγήθηκε σε δόση 3000 mg την ημέρα σε δύο διηρημένες ισόποσες δόσεις. Το 58,3% των ασθενών που έλαβαν λεβετιρασετάμη και το 23,3% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο είχαν τουλάχιστον 50% μείωση των ημερών ανά εβδομάδα με μυοκλονικές κρίσεις. Με συνεχή μακρόχρονη θεραπεία, το 28,6% των ασθενών παρέμειναν ελεύθεροι μυοκλονικών κρίσεων για τουλάχιστον 6 μήνες και το 21,0% των ασθενών παρέμειναν ελεύθεροι μυοκλονικών κρίσεων για τουλάχιστον 1 χρόνο.
Συμπληρωματική αγωγή στη θεραπεία των πρωτοπαθώς γενικευμένων τονικοκλονικών κρίσεων σε ενήλικες και εφήβους από 12 ετών με Ιδιοπαθή Γενικευμένη Επιληψία. Η αποτελεσματικότητα της λεβετιρασετάμης τεκμηριώθηκε σε μια μελέτη διπλή-τυφλή ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου, διαρκείας 24 εβδομάδων, στην οποία συμμετείχαν ενήλικες, έφηβοι και ένας περιορισμένος αριθμός παιδιατρικών ασθενών που υπέφεραν από Ιδιοπαθή Γενικευμένη Επιληψία με πρωτοπαθείς γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις (PGTC) απόρροια διαφορετικών συνδρόμων (νεανική μυοκλονική επιληψία, νεανική επιληψία με αφαιρέσεις, αφαιρέσεις της παιδικής ηλικίας ή επιληψία με κρίσεις grand mal στην αφύπνιση). Σε αυτή τη μελέτη η δόση της λεβετιρασετάμης ήταν 3000 mg ανά ημέρα για ενήλικες και εφήβους ή 60 mg/kg ανά ημέρα για παιδιά χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσεις. Το 72,2% των ασθενών που έλαβαν λεβετιρασετάμη και το 45,2% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο είχαν 50% ή μεγαλύτερη μείωση στη συχνότητα των πρωτοπαθώς γενικευμένων τονικοκλονικών κρίσεων ανά εβδομάδα. Με συνεχή μακρόχρονη θεραπεία, το 47,4% των ασθενών παρέμειναν ελεύθεροι τονικοκλονικών κρίσεων για τουλάχιστον 6 μήνες και το 31,5% των ασθενών παρέμειναν για τουλάχιστον 1 χρόνο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-KEPILEPT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η λεβετιρασετάμη είναι ουσία πολύ ευδιάλυτη και διαπερατή. Το φαρμακοκινητικό προφίλ είναι γραμμικό με χαμηλή ενδο-και δι-ατομική διακύμανση. Δεν υπάρχει μεταβολή στην κάθαρση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Δεν υπάρχουν τεκμήρια για διακύμανση που να σχετίζεται με το φύλο, τη φυλή ή τον κιρκάδιο ρυθμό. Το φαρμακοκινητικό προφίλ είναι συγκρίσιμο μεταξύ υγιών εθελοντών και ασθενών με επιληψία. Λόγω της πλήρους και γραμμικής απορρόφησης της λεβετιρασετάμης, τα επίπεδα στο πλάσμα μπορεί να προβλεφθούν με βάση την από του στόματος δόση, εκφραζόμενη σε mg/kg σωματικού βάρους. Γι’ αυτό δεν απαιτείται παρακολούθηση των επιπέδων της λεβετιρασετάμης στο πλάσμα. Έχει διαπιστωθεί σημαντικός συσχετισμός μεταξύ συγκεντρώσεων του φαρμάκου στον σίαλο και το πλάσμα ενηλίκων και παιδιών (ο λόγος συγκέντρωσης στον σίαλο / συγκέντρωσης στο πλάσμα κυμαίνεται από 1 μέχρι 1,7 για τα δισκία και 4 ώρες έπειτα από τη λήψη μιας δόσης για το πόσιμο διάλυμα).
Ενήλικες και έφηβοι Απορρόφηση Χορηγούμενη από το στόμα η λεβετιρασετάμη απορροφάται γρήγορα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε χορήγηση από το στόμα πλησιάζει το 100 %. Ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται 1,3 ώρες μετά τη λήψη. Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται έπειτα από 2 ημέρες χορήγησης με δοσολογικό σχήμα δύο φορές την ημέρα. Οι ανώτατες συγκεντρώσεις (Cmax) είναι τυπικώς 31 και 43 µg/ml έπειτα από εφάπαξ δόση 1.000 mg και επαναλαμβανόμενες δόσεις 1.000 mg δύο φορές την ημέρα, αντιστοίχως. Ο βαθμός απορρόφησης είναι ανεξάρτητος από τη δόση και δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Κατανομή Δεν υπάρχουν δεδομένα κατανομής στους ιστούς του ανθρώπου. Τόσο η λεβετιρασετάμη όσο και ο κύριος μεταβολίτης της δε συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (< 10%). Ο όγκος κατανομής της λεβετιρασετάμης είναι περίπου 0,5 μέχρι 0,7 l/kg, τιμή η οποία προσεγγίζει εκείνη του ολικού όγκου ύδατος του σώματος.
Βιομετατροπή Η λεβετιρασετάμη δε μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους. Η κύρια μεταβολική οδός (24% της δόσης) είναι η ενζυμική υδρόλυση της ομάδας του ακεταμιδίου. Η παραγωγή του κύριου μεταβολίτη ucb L057 δεν υποστηρίζεται από τις ισομορφές του ηπατικού κυτοχρώματος P450. Η υδρόλυση της ομάδας του ακεταμίδιου ήταν μετρήσιμη σε πολλούς ιστούς, μεταξύ των οποίων τα κύτταρα του αίματος.Ο μεταβολίτης ucb L057 είναι φαρμακολογικά αδρανής. Ταυτοποιήθηκαν επίσης δύο ελάσσονος σημασίας μεταβολίτες. Ο ένας προερχόταν από υδροξυλίωση του πυρρολιδονικού δακτυλίου (1,6% της δόσης) και ο άλλος από άνοιγμα του πυρρολιδονικού δακτυλίου (0,9% της δόσης). Άλλα μη ταυτοποιηθέντα συστατικά αντιπροσώπευαν μόνο το 0,6% της δόσης. In vivo, δεν διαπιστώθηκε ενδομετατροπή της λεβετιρασετάμης ή του κύριου μεταβολίτη στα εναντιομερή τους. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η λεβετιρασετάμη και ο κύριος μεταβολίτης της δεν είναι αναστολείς των κυριότερων ισομορφών του ηπατικού κυτοχρώματος P του ανθρώπου (CYP3A4, 2A6, 2C9, 2C19, 2D6, 2Ε1, και 1A2), της γλυκουρονυλτρανσφεράσης (UGT1A1 και UGT1A6), και της εποξεικής υδρολάσης. Επιπλέον η λεβετιρασετάμη δεν επιδρά στην in vitro γλυκουρονίδωση του βαλπροϊκού οξέος. Σε καλλιέργεια ανθρωπίνων ηπατοκυττάρων, η λεβετιρασετάμη είχε ελάχιστη ή μηδαμινή επίδραση στο CYP1A2, SULT1E1 ή UGT1A1. Η λεβετιρασετάμη έκανε ήπια επαγωγή του CYP2B6 και CYP3A4. Τα in vitro και in vivo δεδομένα για αλληλεπιδράσεις με από το στόμα αντισυλληπτικά, διγοξίνη και βαρφαρίνη, έδειξαν ότι δεν αναμένεται in vivo σημαντική επαγωγή ενζύμων. Επομένως η αλληλεπίδραση του Kepilept με άλλα φάρμακα και αντιστρόφως δεν είναι πιθανή.
Απομάκρυνση Η ημιπερίοδος ζωής στο πλάσμα ενηλίκων ήταν 7±1 ώρες και δεν διέφερε ανάλογα με τη δόση, την οδό χορήγησης ή την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η μέση κάθαρση όλου του σώματος ήταν 0,96 ml/min/kg. Η κυρία οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων, και αντιπροσώπευε κατά μέσον όρον το 95% της δόσης (περίπου το 93% της δόσης απομακρύνθηκε μέσα σε 48 ώρες). Η απέκκριση μέσω των κοπράνων αντιπροσώπευε μόλις το 0,3% της δόσης. Η αθροιστική απέκκριση της λεβετιρασετάμης και του κύριου μεταβολίτη της στα ούρα τις πρώτες 48 ώρες αντιπροσώπευαν αντιστοίχως το 66% και το 24% της δόσης. H νεφρική κάθαρση της λεβετιρασετάμης και του ucb L057 είναι αντιστοίχως 0,6 και 4,2 ml/min/kg, υποδηλώνοντας ότι η λεβετιρασετάμη απεκκρίνεται με σπειραματική διήθηση και συνακόλουθη σωληναριακή επαναπορρόφηση, και ότι ο κύριος μεταβολίτης αποβάλλεται επίσης με ενεργητική σωληναριακή απέκκριση επιπροσθέτως της σπειραματικής διήθησης. Η απομάκρυνση της λεβετιρασετάμης συσχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης.
Ηλικιωμένοι Στους ηλικιωμένους η ημιπερίοδος ζωής αυξάνεται κατά 40% περίπου (10-11 ώρες). Αυτή η αύξηση σχετίζεται με την κάμψη της νεφρικής λειτουργίας σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παράγραφο 4.2).
Νεφρική ανεπάρκεια Η φαινομενική κάθαρση τόσο της λεβετιρασετάμης όσο και του κύριου μεταβολίτη της από τον οργανισμό σχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης. Γι΄ αυτό συνιστάται προσαρμογή της ημερήσιας δόσης συντήρησης του Kepilept, με βάση την κάθαρση κρεατινίνης σε ασθενείς με μέτριου βαθμού και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε ενήλικους ασθενείς στο τελικό στάδιο νεφροπάθειας με ανουρία η ημιπερίοδος ζωής ήταν αντιστοίχως 25 και 3,1 ώρες στην περίοδο μεταξύ συνεδριών αιμοκάθαρσης και κατά τη διάρκεια της συνεδρίας. Το κλάσμα λεβετιρασετάμης που αφαιρέθηκε στη διάρκεια μιας τυπικής 4ωρης συνεδρίας αιμοκάθαρσης ήταν 51%.
Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με ήπια και μέτριου βαθμού ηπατική ανεπάρκεια, δεν υπήρξε σημαντική μεταβολή της κάθαρσης λεβετιρασετάμης. Στα περισσότερα άτομα με βαριά ηπατική ανεπάρκεια, η κάθαρση της λεβετιρασετάμης ελαττώθηκε κατά > 50% λόγω συνυπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας (βλέπε παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά (4-12 ετών) Η ημιπερίοδος ζωής της λεβετιρασετάμης σε επιληπτικά παιδιά (6 μέχρι 12 ετών) ήταν 6,0 ώρες έπειτα από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση (20 mg/kg). H φαινομενική κάθαρση προσαρμοσμένη στο σωματικό βάρος ήταν κατά περίπου 30% μεγαλύτερη από ό,τι σε επιληπτικούς ενήλικες. Η λεβετιρασετάμη απορροφάται γρήγορα έπειτα από χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων από το στόμα (20 μέχρι 60 mg/kg/ημέρα) σε παιδιά με επιληψία 4 μέχρι 12 ετών. Ανώτατα επίπεδα πλάσματος παρατηρήθηκαν 0,5 μέχρι 1 ώρα έπειτα από τη λήψη. Διαπιστώθηκε γραμμική και δοσοεξαρτώμενη αύξηση των ανώτατων συγκεντρώσεων πλάσματος και της περιοχής κάτω από την καμπύλη. Η ημιπερίοδος αποβολής ήταν περίπου 5 ώρες. Η φαινομενική κάθαρση από τον οργανισμό ήταν 1,1 ml/min/kg.
Βρέφη και νήπια (1 μηνός μέχρι 4 ετών) Η λεβετιρασετάμη απορροφάται γρήγορα έπειτα από εφάπαξ χορήγηση (20 mg/kg) πόσιμου διαλύματος 100 mg/ml σε παιδιά με επιληψία 1 μηνός μέχρι 4 ετών. Ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 1 ώρα έπειτα από τη λήψη του φαρμάκου. Τα αποτελέσματα της φαρμακοκινητικής έδειξαν ότι η ημιπερίοδος ζωής ήταν βραχύτερη (5,3 ώρες) από ό,τι στους ενήλικες (7,2 ώρες) και η φαινομενική κάθαρση ήταν ταχύτερη (1,5 ml/min/kg) από ό,τι στους ενήλικες (0,96 ml/min/kg). Σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, που διεξήχθη σε ασθενείς ηλικίας από 1 μηνός έως 16 ετών, προσδιορίσθηκε παρόμοια επίδραση του σωματικού βάρους στη φαινομενική κάθαρση (η κάθαρση αυξήθηκε με την αύξηση στο σωματικό βάρος) και στο φαινομενικό όγκο κατανομής. Η ηλικία επίσης επηρέαζε και τις δύο παραμέτρους. Η δράση αυτή ήταν έντονη στα μικρότερης ηλικίας βρέφη και υποχωρούσε όσο αυξανόταν η ηλικία, για να γίνει αμελητέα περίπου στην ηλικία των 4 ετών. Και στις δύο αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού, παρατηρήθηκε περίπου 20% αύξηση στη φαινομενική κάθαρση της λεβετιρασετάμης όταν συγχορηγήθηκε με ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο, που ήταν ενζυμικός επαγωγέας.
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το λεβετιρακετάμη φαίνεται να προλαμβάνει τη δραστηριότητα των επιληπτικών κρίσεων μέσω της εκλεκτικής αναστολής της υπερσυντονισμένης εκφόρτισης επιληπτομορφικών κρίσεων, χωρίς να επηρεάζει τη φυσιολογική νευρωνική μετάδοση, αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης παραμένει ασαφής. Ο θεραπευτικός δείκτης της λεβετιρακετάμης είναι ευρύς, καθιστώντας την σχετικά μοναδική μεταξύ άλλων αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της λεβετιρακετάμης, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς - οι ασθενείς που λαμβάνουν λεβετιρακετάμη πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση ή επιδείνωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων, αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορικών ανωμαλιών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του οποίου η λεβετιρακετάμη ασκεί τις αντιεπιληπτικές της επιδράσεις είναι ασαφής, αλλά πιστεύεται ότι είναι μοναδικός μεταξύ άλλων αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Η τρέχουσα γνώση υποδηλώνει ότι η σύνδεση της λεβετιρακετάμης με την πρωτεΐνη 2Α της συνάψεως (SV2A) είναι ένας βασικός παράγοντας της δράσης της. Η SV2A είναι μια πρωτεΐνη συνδεδεμένη με τη μεμβράνη που βρίσκεται στις συναπτικές κυστίδες και είναι πανταχού παρούσα σε όλο το ΚΝΣ – φαίνεται να παίζει ρόλο στην εξωκυττάρωση των κυστιδίων και στη διαμόρφωση της συναπτικής μετάδοσης, αυξάνοντας την διαθέσιμη ποσότητα εκκριτικών κυστιδίων για την νευροδιαβίβαση. Η διέγερση της προ-συναπτικής SV2A από τη λεβετιρακετάμη μπορεί να αναστείλει την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών, αλλά αυτή η δράση δεν φαίνεται να επηρεάζει τη φυσιολογική νευροδιαβίβαση. Αυτό οδήγησε στην πρόταση ότι η λεβετιρακετάμη διαμορφώνει αποκλειστικά τη λειτουργία της SV2A μόνο υπό παθοφυσιολογικές συνθήκες. Η λεβετιρακετάμη και οι συγγενείς αναλόγοι έδειξαν συσχέτιση μεταξύ της συγγένειας για την SV2A και της αντιεπιληπτικής ισχύος, υποδηλώνοντας περαιτέρω ότι η δράση σε αυτή την περιοχή συμβάλλει στην αντιεπιληπτική δραστηριότητα του φαρμάκου. Η λεβετιρακετάμη έχει επίσης αποδειχθεί ότι επηρεάζει έμμεσα τη GABAεργική νευροδιαβίβαση (παρόλο που δεν έχει άμεση επίδραση στους GABAεργικούς ή γλουταματεργικούς υποδοχείς) και διαμορφώνει ιοντικά ρεύματα. Ομοίως, η λεβετιρακετάμη έχει αποδειχθεί in vitro ότι αναστέλλει τους διαύλους ασβεστίου τύπου Ν. Το πώς, ή ακόμα και αν, αυτές οι δράσεις εμπλέκονται στην αντιεπιληπτική της δράση, παραμένει να διευκρινιστεί.
Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η λεβετιρακετάμη ασκεί την αντιεπιληπτική της δράση είναι άγνωστος. Η αντιεπιληπτική δράση της λεβετιρακετάμης αξιολογήθηκε σε διάφορα ζωικά μοντέλα επιληπτικών κρίσεων. Η λεβετιρακετάμη δεν ανέστειλε μεμονωμένες κρίσεις που προκλήθηκαν από μέγιστη διέγερση με ηλεκτρικό ρεύμα ή διάφορα χημικά προκαλούντα κρίσεις και έδειξε μόνο ελάχιστη δραστηριότητα σε υπομέγιστη διέγερση και σε δοκιμές κατωφλίου. Ωστόσο, παρατηρήθηκε προστασία έναντι δευτερογενώς γενικευμένης δραστηριότητας από εστιακές κρίσεις που προκλήθηκαν από πιλοκαρπίνη και καϊνικό οξύ, δύο χημικά προκαλούντα κρίσεις που μιμούνται ορισμένα χαρακτηριστικά των ανθρώπινων σύνθετων μερικών κρίσεων με δευτερογενή γενίκευση. Η λεβετιρακετάμη επέδειξε επίσης ανασταλτικές ιδιότητες στο μοντέλο ερεθισμού σε αρουραίους, ένα άλλο μοντέλο ανθρώπινων σύνθετων μερικών κρίσεων, τόσο κατά την ανάπτυξη του ερεθισμού όσο και στην πλήρως ερεθισμένη κατάσταση. Η προγνωστική αξία αυτών των ζωικών μοντέλων για συγκεκριμένους τύπους ανθρώπινης επιληψίας είναι αβέβαιη.
Ηχογραφήσεις in vitro και in vivo επιληπτομορφικής δραστηριότητας από τον ιππόκαμπο έδειξαν ότι η λεβετιρακετάμη αναστέλλει την εκφόρτιση κρίσεων χωρίς να επηρεάζει τη φυσιολογική νευρωνική διεγερσιμότητα, υποδηλώνοντας ότι η λεβετιρακετάμη μπορεί να προλαμβάνει εκλεκτικά την υπερσυντονισμό της επιληπτομορφικής εκφόρτισης κρίσεων και τη διάδοση της δραστηριότητας των κρίσεων.
Η λεβετιρακετάμη σε συγκεντρώσεις έως 10 μM δεν έδειξε συγγένεια σύνδεσης για μια ποικιλία γνωστών υποδοχέων, όπως αυτοί που σχετίζονται με τις βενζοδιαζεπίνες, GABA (γ-αμινοβουτυρικό οξύ), γλυκίνη, NMDA (Ν-μεθυλ-ασπαρτικό οξύ), θέσεις επαναπρόσληψης και συστήματα δεύτερου αγγελιοφόρου. Επιπλέον, μελέτες in vitro απέτυχαν να βρουν επίδραση της λεβετιρακετάμης στα νευρωνικά ιοντικά κανάλια νατρίου ή ασβεστίου τύπου Τ και η λεβετιρακετάμη δεν φαίνεται να διευκολύνει άμεσα τη GABAεργική νευροδιαβίβαση. Ωστόσο, μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η λεβετιρακετάμη αντιτίθεται στη δραστηριότητα των αρνητικών τροποποιητών των GABA- και γλυκίνης-διαμεσολαβούμενων ρευμάτων και αναστέλλει μερικώς τα ρεύματα ασβεστίου τύπου Ν σε νευρωνικά κύτταρα.
Έχει περιγραφεί ένας κορεσμένος και στερεοεκλεκτικός νευρωνικός τόπος δέσμευσης σε ιστό εγκεφάλου αρουραίου για τη λεβετιρακετάμη. Πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι αυτός ο τόπος δέσμευσης είναι η πρωτεΐνη SV2A της συνάψεως, η οποία πιστεύεται ότι εμπλέκεται στη ρύθμιση της εξωκυττάρωσης των κυστιδίων. Αν και η μοριακή σημασία της δέσμευσης της λεβετιρακετάμης στην πρωτεΐνη SV2A της συνάψεως δεν είναι κατανοητή, η λεβετιρακετάμη και οι συγγενείς αναλόγοι έδειξαν μια κατάταξη συγγένειας για την SV2A που συσχετίστηκε με την ισχύ της αντιεπιληπτικής τους δραστηριότητας σε ποντίκια με προδιάθεση σε ακουστικά επιληπτικές κρίσεις. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η αλληλεπίδραση της λεβετιρακετάμης με την πρωτεΐνη SV2A μπορεί να συμβάλλει στον αντιεπιληπτικό μηχανισμό δράσης του φαρμάκου.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη LEVETIRACETAM (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λεβετιρακετάμη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση, με αναφερόμενη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος ουσιαστικά 100%. Ο χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης (Tmax) είναι περίπου 1,3 ώρες μετά τη χορήγηση, και η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) είναι 31 μg/mL μετά από εφάπαξ δόση 1000mg και 43 μg/mL μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η ταυτόχρονη χορήγηση λεβετιρακετάμης με τροφή καθυστερεί το Tmax κατά περίπου 1,5 ώρα και μειώνει το Cmax κατά 20%.
Περίπου το 66% της χορηγούμενης δόσης λεβετιρακετάμης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, ενώ μόνο το 0,3% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται μέσω των κοπράνων. Ο κύριος ανενεργός μεταβολίτης της λεβετιρακετάμης, ο L057, ανιχνεύεται επίσης στα ούρα σε ποσοστό περίπου 24% της χορηγούμενης δόσης.
Ο όγκος κατανομής της λεβετιρακετάμης είναι περίπου 0,5 έως 0,7 L/kg.
Η συνολική κάθαρση πλάσματος της λεβετιρακετάμης είναι 0,96 mL/min/kg, με την νεφρική κάθαρση να αποτελεί 0,6 mL/min/kg. Ο κύριος ανενεργός μεταβολίτης της λεβετιρακετάμης, L057, έχει νεφρική κάθαρση 4 mL/min/kg. Δεδομένης της σχετικά υψηλής αναλογίας του φαρμάκου που υφίσταται νεφρική κάθαρση, η συνολική κάθαρση της λεβετιρακετάμης μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Η απορρόφηση της λεβετιρακετάμης είναι ταχεία, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να εμφανίζονται περίπου μία ώρα μετά από από του στόματος χορήγηση σε νηστικούς ασθενείς. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων λεβετιρακετάμης είναι 100% και τα δισκία και το από του στόματος διάλυμα είναι βιοϊσοδύναμα ως προς την ταχύτητα και την έκταση απορρόφησης. Η τροφή δεν επηρεάζει την έκταση απορρόφησης της λεβετιρακετάμης, αλλά μειώνει το Cmax κατά 20% και καθυστερεί το Tmax κατά 1,5 ώρα.
Η φαρμακοκινητική της λεβετιρακετάμης είναι γραμμική στο εύρος δόσεων 500-5000 mg. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 2 ημέρες πολλαπλής χορήγησης δύο φορές την ημέρα.
Η λεβετιρακετάμη δεν συνδέεται σημαντικά με πρωτεΐνες του πλάσματος (<10% σύνδεση) και ο όγκος κατανομής της είναι κοντά στον όγκο του ενδοκυττάριου και εξωκυττάριου ύδατος.
Τα Cmax και AUC της λεβετιρακετάμης ήταν 20% υψηλότερα στις γυναίκες (N=11) σε σύγκριση με τους άνδρες (N=12). Ωστόσο, οι κάθαρσεις προσαρμοσμένες ανά βάρος σώματος ήταν συγκρίσιμες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη LEVETIRACETAM (σύνολο 12), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η λεβετιρακετάμη και οι μεταβολίτες της είναι σε μεγάλο βαθμό μη συνδεδεμένοι με πρωτεΐνες του πλάσματος (<10%).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λεβετιρακετάμη μεταβολίζεται ελάχιστα στον οργανισμό - η κύρια μεταβολική οδός φαίνεται να είναι η ενζυμική υδρόλυση της ακεταμιδικής της ομάδας, η οποία παράγει έναν ανενεργό μεταβολίτη καρβοξυλικό οξύ, τον L057, ο οποίος αντιστοιχεί περίπου στο 24% της συνολικής χορηγούμενης δόσης. Τα συγκεκριμένα ένζυμα που ευθύνονται για αυτή την αντίδραση είναι ασαφή, αλλά αυτή η οδός είναι γνωστό ότι είναι ανεξάρτητη από τα ηπατικά ένζυμα CYP και έχει προταθεί ότι καθοδηγείται κυρίως από εστεράσες τύπου Β στο αίμα και άλλους ιστούς. Δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τροποποιήσεις στον δακτύλιο της πυρρολιδόνης έχουν αναγνωριστεί, ένας που περιλαμβάνει υδροξυλίωση του δακτυλίου (που αντιστοιχεί στο 1,6% της συνολικής δόσης) και ένας άλλος που περιλαμβάνει άνοιγμα της δομής του δακτυλίου (που αντιστοιχεί στο 0,9% της συνολικής δόσης).
Η λεβετιρακετάμη δεν μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η ενζυμική υδρόλυση της ακεταμιδικής ομάδας, η οποία παράγει τον μεταβολίτη καρβοξυλικό οξύ, ucb L057 (24% της δόσης) και δεν εξαρτάται από κανένα ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 του ήπατος. Ο κύριος μεταβολίτης είναι ανενεργός σε ζωικά μοντέλα επιληπτικών κρίσεων. Δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες αναγνωρίστηκαν ως προϊόντα υδροξυλίωσης του δακτυλίου 2-οξο-πυρρολιδίνης (2% της δόσης) και άνοιγμα του δακτυλίου 2-οξο-πυρρολιδίνης στη θέση 5 (1% της δόσης). Δεν υπάρχει εναντιομερής αλληλομετατροπή της λεβετιρακετάμης ή του κύριου μεταβολίτη της.
Η κύρια μεταβολική οδός της λεβετιρακετάμης (24% της δόσης) είναι η ενζυμική υδρόλυση της ακεταμιδικής ομάδας. Δεν ανιχνεύθηκε μεταβολισμός από CYP450. Οδός Απέκκρισης: Το εξήντα έξι τοις εκατό (66%) της δόσης απεκκρίνεται νεφρικά αμετάβλητο. Οι μεταβολίτες δεν έχουν γνωστή φαρμακολογική δράση και απεκκρίνονται νεφρικά. Ο μηχανισμός απέκκρισης είναι η σπειραματική διήθηση με επακόλουθη μερική σωληνική επαναρρόφηση. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 6-8 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβετιρακετάμης στο πλάσμα είναι 6-8 ώρες και δεν επηρεάζεται από τη δόση ή την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε ηλικιωμένους (κατά περίπου 40%) και σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία.
… Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του αμετάβλητου φαρμάκου κυμάνθηκε μεταξύ 7,4 ωρών και 7,9 ωρών. …
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβετιρακετάμης στο πλάσμα σε ενήλικες είναι 7 +/-1 ώρα και δεν επηρεάζεται ούτε από τη δόση ούτε από την επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΕΠΙΛΗΨΙΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση της μάθησης ή της μνήμης, ιδιαίτερα για την πρόληψη των γνωστικών ελλειμμάτων που σχετίζονται με τις άνοιες. Αυτά τα φάρμακα δρουν μέσω διαφόρων μηχανισμών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
44YRR34555
LEVETIRACETAM
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Η φυσιολογική επίδραση της λεβετιρακετάμης είναι μέσω της Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
LEVETIRACETAM
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
LEVETIRACETAM ER
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
LEVETIRACETAM IN SODIUM CHLORIDE
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
LEVETIRACETAM INJECTION
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
LEVETIRACETAM ORAL
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
Για περισσότερα δεδομένα Ταξινόμησης FDA (Πλήρη) για τη LEVETIRACETAM (σύνολο 1), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΕΠΙΛΗΨΙΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση της μάθησης ή της μνήμης, ιδιαίτερα για την πρόληψη των γνωστικών ελλειμμάτων που σχετίζονται με τις άνοιες. Αυτά τα φάρμακα δρουν μέσω διαφόρων μηχανισμών.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AX14Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AX14Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Γ N03AX14Ενήλικες — Αφαιρέσεις / Αφαιρετικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου αφαιρέσεων
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Δ N03AX14Ενήλικες — Μυοκλονικές κρίσεις / Μυοκλονικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου μυοκλονιών
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής