Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N05AA02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LEVOMEPROMAZINE

Λεβομεπρομαζίνη

Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …

Chemical structure of LEVOMEPROMAZINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Έντονο άγχος και ψυχοκινητική διέγερση, ιδιαίτερα σε ψυχωσικές καταστάσεις. Έχει ασθενή αντιψυχωσική δράση. Aντενδείξεις - Aνεπιθύμητες ενέργειες: Bλ. Xλωροπρομαζίνη. Iδιαίτερα έντονες είναι η υπνηλία, ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία,…
medication
SPC-NOZINAN

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
τρεις φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
12,5 mg τρεις φορές την ημέρα
  • Ενήλικες
    Δόση12,5 - 50 mg τρεις φορές την ημέρα
  • Παιδιά από 2 ετών και άνω
    Δόση0,1 - 0,2 mg/kg την ημέρα
block
SPC-NOZINAN

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη λεβομεπρομαζίνη και γενικότερα στις φαινοθειαζίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, παθήσεις του ήπατος
  • Κίνδυνος γλαυκώματος κλειστής γωνίας
  • Κίνδυνος επίσχεσης ούρων που σχετίζεται με διαταραχές της ουρήθρας ή του προστάτη
  • Υπερευαισθησία ή δυσανεξία στο γλουτένιο λόγω της παρουσίας αμύλου σίτου (γλουτένιο)
  • Ιστορικό ακοκκιοκυτταραιμίας
  • Σε συνδυασμό με Σουλτοπρίδη
  • Σε συνδυασμό με Ντοπαμινεργικούς αγωνιστές, εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη) με την εξαίρεση των παρκινσονικών ασθενών.
warning
SPC-NOZINAN

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικές προειδοποιήσεις
    Η εμφάνιση πυρετού, πονόλαιμου ή άλλης λοίμωξης επιβάλλει την άμεση ειδοποίηση του θεράποντα ιατρού και την άμεση διενέργεια πλήρους αιμοδιαγράμματος. Σε περίπτωση σαφών μεταβολών στο αιμοδιάγραμμα (υπερλευκοκυττάρωση, κοκκιοκυτταροπενία), η χορήγηση αυτής της θεραπείας διακόπτεται.
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
    Σε περίπτωση ανεξήγητης υπερθερμίας, είναι επιτακτική η διακοπή της θεραπείας, επειδή αυτό το σημείο μπορεί να αποτελεί ένα από τα στοιχεία του κακοήθους συνδρόμου που οφείλεται στη χρήση νευροληπτικών (ωχρότητα, υπερθερμία, διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαταραχές συνείδησης, μυϊκή δυσκαμψία). Τα σημεία δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού, όπως εφίδρωση και αρτηριακή αστάθεια, μπορούν να προηγηθούν της εμφάνισης υπερθερμίας και να αποτελέσουν, κατά συνέπεια, πρώιμα προειδοποιητικά σημεία. Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου φαίνεται ότι δημιουργούν προδιάθεση, όπως η αφυδάτωση ή οι οργανικές εγκεφαλικές διαταραχές.
  • Ασθενείς με γλαύκωμα, χρόνια αναπνευστική πάθηση και οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος
  • Εγκεφαλικό επεισόδιο
    Το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.
  • Γεροντικά άτομα και παιδιά
    Συνιστώνται μικρότερες δόσεις.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια
    Η αγωγή με τα συμβατικά αντιψυχωσικά φάρμακα πιθανόν να αυξήσει τη θνησιμότητα. Η έκταση στην οποία τα ευρήματα της αυξημένης θνησιμότητας στις μελέτες παρατήρησης μπορεί να αποδοθεί στο αντιψυχωσικό φάρμακο έναντι κάποιου(ων) χαρακτηριστικού(ών) των ασθενών, δεν είναι σαφής.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
    Το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (βλ. παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
  • Υψηλές θερμοκρασίες
    Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αποφυγή της λήψης οινοπνεύματος και φαρμάκων, όπως η φαινυλοβουταζόνη, που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων.
  • Θυρεοτοξίκωση
    Μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.
  • Ορθοστατική υπόταση
    Στην αρχή της θεραπείας υπάρχει κίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης. Η χορήγηση μεγάλων δόσεων πάνω από 75 mg σε ηλικιωμένα άτομα πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων του φαρμάκου και του κινδύνου ορθοστατικής υπότασης.
  • Παιδιά
    Πληθυσμόςκάτω των 2 ετών
    Να μη χρησιμοποιείται.
  • Παράταση διαστήματος QT
    Τα νευροληπτικά τύπου φαινοθειαζίνης ενδέχεται να ενισχύσουν την παράταση του διαστήματος QT που αυξάνει τον κίνδυνο έναρξης σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών τύπου torsade de pointes (ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου), οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες (αιφνίδιος θάνατος). Η παράταση του QT επιδεινώνεται ειδικότερα παρουσία βραδυκαρδίας, υποκαλιαιμίας και συγγενούς ή επίκτητης (π.χ. προκαλούμενης από φάρμακα) παράτασης του QT. Πριν την έναρξη της αγωγής με ένα νευροληπτικό παράγοντα και, αν θεωρείται αναγκαίο, κατά τη διάρκεια της αγωγής, πρέπει να διενεργούνται ιατρικές και εργαστηριακές εξετάσεις.
  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα
    Συνιστάται η πραγματοποίησή του κατά την αρχική αξιολόγηση των ασθενών πριν από τη θεραπεία με ένα νευροληπτικό παράγοντα, εκτός από τις επείγουσες καταστάσεις.
  • Νόσος του Parkinson
    Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
  • Παραλυτικός ειλεός
    Η εμφάνιση παραλυτικού ειλεού που μπορεί να αποκαλυφθεί από κοιλιακή διάταση και κοιλιακά άλγη, επιβάλλει τη λήψη επειγόντων μέτρων.
  • Νεκρωτική εντεροκολίτιδα
    πολύ σπάνιες περιπτώσεις δυνητικά θανατηφόρου
  • Λακτόζη
    Λόγω της παρουσίας λακτόζης, αυτό το φάρμακο αντενδείκνυται σε περιπτώσεις συγγενούς γαλακτοζαιμίας, συνδρόμου κακής απορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή στην έλλειψη λακτάσης.
  • Επιληπτικοί ασθενείς
    Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να ενισχύεται λόγω της πιθανότητας μείωσης της επιληπτογόνου ουδού. Η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να ενισχύεται σε ηλικιωμένους ασθενείς που παρουσιάζουν: Μεγαλύτερη ευαισθησία στην ορθοστατική υπόταση, στην καταστολή και σε εξωπυραμιδικές επιδράσεις, Χρόνια δυσκοιλιότητα (κίνδυνος παραλυτικού ειλεού), Ενδεχόμενη υπερτροφία του προστάτη.
  • Καρδιαγγειακές παθήσεις
    Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να ενισχύεται σε ασθενείς που πάσχουν από ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσεις, λόγω των επιδράσεων της κινιδίνης, οι οποίες προκαλούν ταχυκαρδία και υπόταση.
  • Σοβαρή ηπατική ή/και νεφρική ανεπάρκεια
    Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να ενισχύεται λόγω του κινδύνου συσσώρευσης του φαρμάκου.
  • Υπεργλυκαιμία ή δυσανεξία στη γλυκόζη
    Ασθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη που αρχίζουν αγωγή με Nozinan, πρέπει να έχουν κατάλληλη παρακολούθηση του σακχάρου αίματος κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. λήμμα 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
  • Επιληπτικός ουδός
    Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να ελαττώσει τον επιληπτικό ουδό (βλ. επίσης λήμμα
swap_horiz
SPC-NOZINAN

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές (εκτός λεβοντόπα) & Νευροληπτικά
    Αντενδείκνυται
    Αντίστροφος ανταγωνισμός. Σε περίπτωση επαγόμενου εξωπυραμιδικού συνδρόμου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με ντοπαμινεργικό αγωνιστή, αλλά με αντιχολινεργικό παράγοντα.
  • Αντενδείκνυται
    Αυξημένος κίνδυνος από διαταραχές του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.
  • Φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ραπιδίου (Αντιαρρυθμικά Ιa, ΙΙΙ, ορισμένα νευροληπτικά, βεπριδίλη, σισαπρίδη, κ.α.)
    Μη συνιστώμενοι
    Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.
  • Οινόπνευμα
    Μη συνιστώμενοι
    Αύξηση της κατασταλτικής δράσης των νευροληπτικών.
  • Λεβοντόπα, Νευροληπτικά
    Μη συνιστώμενοι
    Αντίστροφος ανταγωνισμός. Για παρκινσονικούς ασθενείς: ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις.
  • Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές (εκτός λεβοντόπα) & Νευροληπτικά (σε παρκινσονικούς ασθενείς)
    Μη συνιστώμενοι
    Αντίστροφος ανταγωνισμός. Ο ντοπαμινεργικός αγωνιστής μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει ψυχωσικές διαταραχές. Προοδευτική μείωση έως διακοπή ντοπαμινεργικών παραγόντων.
  • Τοπικώς δρώντα στο γαστρεντερικό (Άλατα Mg, Al, Ca)
    Προσοχή
    Μείωση της πεπτικής απορρόφησης των φαινοθειαζιδικών νευροληπτικών.
  • Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (π.χ., διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βήτα-αποκλειστές, κλονιδίνη, κ.α.)
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται κλινική και ΗΚΓ παρακολούθηση.
  • Φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (διουρητικά, διεγερτικά υπακτικά, αμφοτερικίνη Β, κ.α.)
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται διόρθωση υποκαλιαιμίας και παρακολούθηση.
  • Αντιυπερτασικά
    Λαμβάνονται υπόψη
    Υπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
  • Βήτα αποκλειστές σε καρδιακή ανεπάρκεια (βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη)
    Λαμβάνονται υπόψη
    Αγγειοδιασταλτική δράση και αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής.
  • Ατροπίνη, άλλες ατροπινικές ουσίες (τ.χ. αντικαταθλιπτικά, αντιισταμινικά, αντιπαρκινσονικά)
    Λαμβάνονται υπόψη
    Προσθήκη ανεπιθύμητων ατροπινικών δράσεων (επίεσχη ούρων, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία).
  • Άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (οπιοειδή, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, κ.α.)
    Λαμβάνονται υπόψη
    Αύξηση της καταστολής του ΚΝΣ. Οι διαταραχές εγρήγορσης μπορεί να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2D6
    Λαμβάνονται υπόψη
    Η λεβομεπρομαζίνη αναστέλλει το CYP2D6, μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα.
sick
SPC-NOZINAN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
επιληπτικούς ασθενείς.
pregnant_woman
SPC-NOZINAN

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Στο πρώτο τρίμηνο της κύησης πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένου του Nozinan) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ή/και των συμπτωμάτων στέρησης που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά από τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, διαταραχές διατροφής, ειλεό από μηκώνιο, καθυστερημένη διέλευση μηκωνίου, κοιλιακός μετεωρισμός. Συνεπώς, τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά προκειμένου να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπεία. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα. Δεν έχει αξιολογηθεί ο κίνδυνος τερατογόνου δράσης της λεβομεπρομαζίνης στους ανθρώπους. Πραγματοποιήθηκαν διαφορετικές προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες με άλλες φαινοθειαζίνες οι οποίες κατέδειξαν αμφιλεγόμενα αποτελέσματα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογόνου δράσης. Η λεβομεπρομαζίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Κατά το θηλασμό πρέπει, επίσης, να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Η ύπαρξη κινδύνου στα θηλάζοντα νεογέννητα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός η θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με Nozinan, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν δεδομένα για την γονιμότητα σε ζώα. Στους ανθρώπους, η λεβομεπρομαζίνη λόγω της αλληλεπίδρασης της με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης, μπορεί να προκαλέσει υπερπρολακτιναιμία η οποία σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στις γυναίκες. Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η θεραπεία με λεβομεπρομαζίνη σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στους άντρες.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η αντιψυχωσική δράση της μεθοτρεπμεσαζίνης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ανταγωνισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Επιπλέον, η δέσμευσή της στους υποδοχείς 5HT2 μπορεί επίσης να παίζει ρόλο.
monitor_heart
SPC-NOZINAN

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικό, κωδικός ATC: Ν05 AA02. Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί επίσης μια ισχυρή επίδραση τύπου…

biotech
SPC-NOZINAN

Φαρμακοκινητική

expand_more
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται κατά μέσο όρο 1 έως 3 ώρες από τη λήψη. Η βιολογική ημιπερίοδος ζωής της λεβομεπρομαζίνης είναι περίπου 30 ώρες. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται συγχρόνως από τα κόπρανα με τη μορφή οξειδωμένης λεβομεπρομαζίνης.
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Ηπατικός. Η μεθοτρεπμεσαζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και διασπάται σε σουλφοξείδιο-, γλυκουρονίδιο- και δεμεθυλιωμένο- μόριο.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Η μεθοτρεπμεσαζίνη έχει ατελή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα, επειδή υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50% έως 60%.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-NOZINAN
expand_more
12,5 - 50 mg τρεις φορές την ημέρα, από το στόμα. Παιδιά από 2 ετών και άνω: 0,1 - 0,2 mg/kg την ημέρα.
block

Αντενδείξεις

SPC-NOZINAN
expand_more
 Υπερευαισθησία στη λεβομεπρομαζίνη και γενικότερα στις φαινοθειαζίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, παθήσεις του ήπατος,  Κίνδυνος γλαυκώματος κλειστής γωνίας,  Κίνδυνος επίσχεσης ούρων που σχετίζεται με διαταραχές της ουρήθρας ή του προστάτη,  Υπερευαισθησία ή δυσανεξία στο γλουτένιο λόγω της παρουσίας αμύλου σίτου (γλουτένιο),  Ιστορικό ακοκκιοκυτταραιμίας,  Σε συνδυασμό με: o Σουλτοπρίδη, o Ντοπαμινεργικούς αγωνιστές, εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη) με την εξαίρεση των παρκινσονικών ασθενών. (βλ. λήμμα 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-NOZINAN
expand_more

Προειδοποιήσεις

Όλοι οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η εμφάνιση πυρετού, πονόλαιμου ή άλλης λοίμωξης επιβάλλει την άμεση ειδοποίηση του θεράποντα ιατρού και την άμεση διενέργεια πλήρους αιμοδιαγράμματος. Σε περίπτωση σαφών μεταβολών στο αιμοδιάγραμμα (υπερλευκοκυττάρωση, κοκκιοκυτταροπενία), η χορήγηση αυτής της θεραπείας διακόπτεται.

Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο:

Σε περίπτωση ανεξήγητης υπερθερμίας, είναι επιτακτική η διακοπή της θεραπείας, επειδή αυτό το σημείο μπορεί να αποτελεί ένα από τα στοιχεία του κακοήθους συνδρόμου που οφείλεται στη χρήση νευροληπτικών (ωχρότητα, υπερθερμία, διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαταραχές συνείδησης, μυϊκή δυσκαμψία). Τα σημεία δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού, όπως εφίδρωση και αρτηριακή αστάθεια, μπορούν να προηγηθούν της εμφάνισης υπερθερμίας και να αποτελέσουν, κατά συνέπεια, πρώιμα προειδοποιητικά σημεία. Αν και αυτή η επίδραση των νευροληπτικών θα μπορούσε να έχει ιδιοσυγκρασιακή προέλευση, ορισμένοι παράγοντες κινδύνου φαίνεται ότι δημιουργούν προδιάθεση, όπως η αφυδάτωση ή οι οργανικές εγκεφαλικές διαταραχές.

Σε ασθενείς με γλαύκωμα, χρόνια αναπνευστική πάθηση και οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος.

Εγκεφαλικό επεισόδιο:

Σε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες έναντι placebo που διεξήχθησαν σε πληθυσμό ηλικιωμένων ασθενών με άνοια και αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με συγκεκριμένα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα παρατηρήθηκε τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Ο μηχανισμός αύξησης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστός. Αύξηση του κινδύνου με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα ή με άλλο πληθυσμό ασθενών δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σε γεροντικά άτομα και παιδιά συνιστώνται μικρότερες δόσεις.

Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια:

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση, η οποία σχετίζεται με άνοια και που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Αναλύσεις 17 δοκιμών, ελεγχόμενων με placebo (μέσης διάρκειας 10 εβδομάδων), κυρίως σε ασθενείς που έλαβαν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, κατέδειξαν έναν κίνδυνο θανάτου στους ασθενείς υπό αγωγή με το φάρμακο από 1,6-1,7 φορές του κινδύνου θανάτου στους ασθενείς υπό αγωγή με placebo. Κατά τη διάρκεια μιας τυπικής ελεγχόμενης δοκιμής, διάρκειας 10 εβδομάδων, ο αριθμός των θανάτων στον πληθυσμό των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με το φάρμακο ήταν 4,5% συγκρινόμενο με ένα ποσοστό, περίπου 2,6% στην ομάδα placebo. Αν και οι αιτίες θανάτου στις κλινικές δοκιμές με άτυπα αντιψυχωσικά ήταν ποικίλες, οι περισσότεροι των θανάτων φάνηκε ότι είναι είτε καρδιαγγειακής (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) είτε λοιμώδους (π.χ. πνευμονία) φύσης. Μελέτες παρατήρησης δείχνουν ότι, όπως ισχύει με τα άτυπα αντιψυχωσικά, η αγωγή με τα συμβατικά αντιψυχωσικά φάρμακα πιθανόν να αυξήσει τη θνησιμότητα. Η έκταση στην οποία τα ευρήματα της αυξημένης θνησιμότητας στις μελέτες παρατήρησης μπορεί να αποδοθεί στο αντιψυχωσικό φάρμακο έναντι κάποιου(ων) χαρακτηριστικού(ών) των ασθενών, δεν είναι σαφής.

Φλεβική θρομβοεμβολή:

Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, ενίοτε θανατηφόρου, έχουν αναφερθεί με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Επομένως, το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (βλ. παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).

Σε άτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίες. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αποφυγή της λήψης οινοπνεύματος και φαρμάκων, όπως η φαινυλοβουταζόνη, που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων. Σε ασθενείς με θυρεοτοξίκωση μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ. Στην αρχή της θεραπείας υπάρχει κίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης. Η χορήγηση μεγάλων δόσεων πάνω από 75 mg σε ηλικιωμένα άτομα πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων του φαρμάκου και του κινδύνου ορθοστατικής υπότασης. Να μη χρησιμοποιείται σε παιδιά κάτω των 2 ετών, επειδή η ασφάλεια του προϊόντος δεν έχει εξακριβωθεί για ασθενείς αυτής της ηλικίας. Τα νευροληπτικά τύπου φαινοθειαζίνης ενδέχεται να ενισχύσουν την παράταση του διαστήματος QT που αυξάνει τον κίνδυνο έναρξης σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών τύπου torsade de pointes (ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου), οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες (αιφνίδιος θάνατος). Η παράταση του QT επιδεινώνεται ειδικότερα παρουσία βραδυκαρδίας, υποκαλιαιμίας και συγγενούς ή επίκτητης (π.χ. προκαλούμενης από φάρμακα) παράτασης του QT. Εφόσον εμμένει η κλινική κατάσταση πρέπει να διενεργούνται ιατρικές και εργαστηριακές εξετάσεις προκειμένου να αποκλειστούν πιθανοί παράγοντες κινδύνου πριν από την έναρξη της αγωγής με κάποιο νευροληπτικό παράγοντα και, αν θεωρείται αναγκαίο, κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. επίσης λήμμα 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Εκτός από τις επείγουσες καταστάσεις, συνιστάται η πραγματοποίηση ηλεκτροκαρδιογραφήματος κατά την αρχική αξιολόγηση των ασθενών πριν από τη θεραπεία με ένα νευροληπτικό παράγοντα. Εκτός από ειδικές περιπτώσεις, αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από ασθενείς με νόσο του Parkinson. Η εμφάνιση παραλυτικού ειλεού που μπορεί να αποκαλυφθεί από κοιλιακή διάταση και κοιλιακά άλγη, επιβάλλει τη λήψη επειγόντων μέτρων. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις δυνητικά θανατηφόρου νεκρωτικής εντεροκολίτιδας. Λόγω της παρουσίας λακτόζης, αυτό το φάρμακο αντενδείκνυται σε περιπτώσεις συγγενούς γαλακτοζαιμίας, συνδρόμου κακής απορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή στην έλλειψη λακτάσης.

Προφυλάξεις

Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να ενισχύεται:

 Σε επιληπτικούς ασθενείς λόγω της πιθανότητας μείωσης της επιληπτογόνου ουδού. Η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας.

 Σε ηλικιωμένους ασθενείς που παρουσιάζουν: o Μεγαλύτερη ευαισθησία στην ορθοστατική υπόταση, στην καταστολή και σε εξωπυραμιδικές επιδράσεις, o Χρόνια δυσκοιλιότητα (κίνδυνος παραλυτικού ειλεού), o Ενδεχόμενη υπερτροφία του προστάτη.

 Σε ασθενείς που πάσχουν από ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσεις, λόγω των επιδράσεων της κινιδίνης, οι οποίες προκαλούν ταχυκαρδία και υπόταση.

 Σε περίπτωση σοβαρής ηπατικής ή/και νεφρικής ανεπάρκειας, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης του φαρμάκου.

Υπεργλυκαιμία ή δυσανεξία στη γλυκόζη έχει αναφερθεί σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με Nozinan. Ασθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη που αρχίζουν αγωγή με Nozinan, πρέπει να έχουν κατάλληλη παρακολούθηση του σακχάρου αίματος κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. λήμμα 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).

Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να ελαττώσει τον επιληπτικό ουδό (βλ. επίσης λήμμα

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-NOZINAN
expand_more

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται

Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές, εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη), με την εξαίρεση των παρκινσονικών ασθενών: Αντίστροφος ανταγωνισμός του ντοπαμινεργικού αγωνιστή και των νευροληπτικών. Σε περίπτωση επαγόμενου από τα νευροληπτικά εξωπυραμιδικού συνδρόμου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με έναν ντοπαμινεργικό αγωνιστή, αλλά να χρησιμοποιείται ένας αντιχολινεργικός παράγοντας. Σουλτοπρίδη (νευροληπτικό βενζαμίδιο): Αυξημένος κίνδυνος από διαταραχές του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα από ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί

Φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ραπιδίου: Αντιαρρυθμικά της τάξης Ιa (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη) και της τάξης ΙΙΙ (αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), ορισμένα νευροληπτικά (θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, τριφθοριοπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, αμισουλπιρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη) και άλλα φάρμακα, όπως βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ενδοφλέβια ερυθρομυκίνη, μιζολαστίνη, ενδοφλέβια βινκαμίνη, αλοφαντρίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, ενδοφλέβια σπιραμυκίνη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Εάν είναι δυνατό, διακοπή του μη αντιλοιμώδους αρρυθμιογόνου φαρμάκου. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται προκαταρκτικός έλεγχος του QT και παρακολούθηση των ΗΚΓ καταγραφών. Οινόπνευμα: Αύξηση της κατασταλτικής δράσης των νευροληπτικών από το οινόπνευμα. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορούν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών. Αποφυγή λήψης αλκοολούχων ποτών και φαρμάκων που περιέχουν οινόπνευμα. Λεβοντόπα: Αντίστροφος ανταγωνισμός της λεβοντόπα και των νευροληπτικών. Για τους παρκινσονικούς ασθενείς να χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις του κάθε φαρμάκου. Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη) για τους παρκινσονικούς ασθενείς: Αντίστροφος ανταγωνισμός του ντοπαμινεργικού αγωνιστή και των νευροληπτικών. Ο ντοπαμινεργικός αγωνιστής μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τις ψυχωσικές διαταραχές. Σε περίπτωση ανάγκης χορήγησης θεραπείας με νευροληπτικά σε παρκινσονικούς ασθενείς που αντιμετωπίζονται με ντοπαμινεργικούς αγωνιστές, οι τελευταίοι πρέπει να μειωθούν προοδευτικά έως τη διακοπή τους (η απότομη διακοπή των ντοπαμινεργικών παραγόντων εκθέτει σε κίνδυνο εμφάνισης «κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου»).

Συνδυασμοί που αποτελούν αντικείμενο των προφυλάξεων κατά τη

χρήση Τοπικώς δρώντα στο γαστρεντερικό σύστημα: Άλατα, οξείδια και υδροξείδια του μαγνησίου, του αργιλίου και του ασβεστίου: Μείωση της πεπτικής απορρόφησης των φαινοθειαζιδικών νευροληπτικών. Tα φάρμακα με τοπική δράση στο γαστρεντερικό πρέπει να λαμβάνονται με χρονική απόσταση από τα φαινοθειαζιδικά νευροληπτικά (περισσότερο από 2 ώρες, εάν είναι δυνατό). Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (ανταγωνιστές του ασβεστίου που προκαλούν βραδυκαρδία: Διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βήτα-αποκλειστές εκτός της σοταλόλης, κλονιδίνη, γουανφασίνη, μεφλοκίνη, δακτυλίτιδα, αντιχοληνεστερασικά, όπως δονεζεπίλη, ριβαστιγμίνη, τακρίνη, αμπεμόνιο, γαλανταμίνη, πυριδοστιγμίνη, νεοστιγμίνη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται κλινική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση. Φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, διεγερτικά υπακτικά, αμφοτερικίνη Β (ενδοφλέβια οδός), γλυκο-αλατοκορτικοειδή, τετρακοσακτίδη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται πλήρης διόρθωση της υποκαλιαιμίας πριν από τη χορήγηση του προϊόντος και παρακολούθηση της κλινικής, ηλεκτρολυτικής και ηλεκτροκαρδιογραφικής κατάστασης.

Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη

Αντιυπερτασικά: Υπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση). Βήτα αποκλειστές σε καρδιακή ανεπάρκεια (βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη): Αγγειοδιασταλτική δράση και αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση). Ατροπίνη και άλλες ατροπινικές ουσίες: Ιμιπραμινικά αντικαταθλιπτικά, αντιϊσταμινικά αντιχολινεργικά, αντιπαρκινσονικά αντιχολινεργικά, ατροπινικά σπασμολυτικά, δισοπυραμίδη: Προσθήκη ανεπιθύμητων ατροπινικών δράσεων, όπως της επίσχεσης ούρων, της δυσκοιλιότητας, της ξηροστομίας. Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος: Οπιοειδή παράγωγα (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες και άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, υπνωτικά, ηρεμιστικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, δοξεπίνη, μιανσερίνη, μιρταζαπίνη, τριμιπραμίνη), κατασταλτικά αντιϊσταμινικά, κεντρικώς δρώντα αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη, πιζοτιφαίνη, νευροληπτικά: Αύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορεί να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών. Μεταβολισμός του κυτοχρώματος P 450 2 D 6: Έχει αναφερθεί ότι η λεβομεπρομαζίνη και οι μη υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες της αναστέλλουν το κυτόχρωμα P450 2D6. Η συγχορήγηση της λεβομεπρομαζίνης με φάρμακα που πρωταρχικά μεταβολίζονται από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-NOZINAN
expand_more
επιληπτικούς ασθενείς.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-NOZINAN
expand_more

Κύηση:

Στο πρώτο τρίμηνο της κύησης πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.

Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένου του Nozinan) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ή/και των συμπτωμάτων στέρησης που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά από τον τοκετό.

Έχουν υπάρξει αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, διαταραχές διατροφής, ειλεό από μηκώνιο, καθυστερημένη διέλευση μηκωνίου, κοιλιακός μετεωρισμός.

Συνεπώς, τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά προκειμένου να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπεία.

Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα.

Δεν έχει αξιολογηθεί ο κίνδυνος τερατογόνου δράσης της λεβομεπρομαζίνης στους ανθρώπους.

Πραγματοποιήθηκαν διαφορετικές προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες με άλλες φαινοθειαζίνες οι οποίες κατέδειξαν αμφιλεγόμενα αποτελέσματα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογόνου δράσης. Η λεβομεπρομαζίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.

Γαλoυχία:

Κατά το θηλασμό πρέπει, επίσης, να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.

Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Η ύπαρξη κινδύνου στα θηλάζοντα νεογέννητα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός η θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με Nozinan, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.

Γονιμότητα:

Δεν υπάρχουν δεδομένα για την γονιμότητα σε ζώα. Στους ανθρώπους, η λεβομεπρομαζίνη λόγω της αλληλεπίδρασης της με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης, μπορεί να προκαλέσει υπερπρολακτιναιμία η οποία σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στις γυναίκες. Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η θεραπεία με λεβομεπρομαζίνη σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στους άντρες.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-NOZINAN
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικό, κωδικός ATC: Ν05 AA02.

Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί επίσης μια ισχυρή επίδραση τύπου αντι-απομορφίνης, μια υποθερμική δράση τρεις φορές πιο ισχυρή από ό,τι η χλωροπρομαζίνη και ισχυρή αντισπασμωδική και αντιϊσταμινική δράση. Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να αντιστρέψει την υπέρταση που προκαλείται από την επινεφρίνη αλλά είναι πρακτικά αδρανής σε αυτή που προκαλείται από τη νορεπινεφρίνη και την ακετυλοχολίνη.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-NOZINAN
expand_more
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται κατά μέσο όρο 1 έως 3 ώρες από τη λήψη. Η βιολογική ημιπερίοδος ζωής της λεβομεπρομαζίνης είναι περίπου 30 ώρες. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται συγχρόνως από τα κόπρανα με τη μορφή οξειδωμένης λεβομεπρομαζίνης.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

20 ώρες
PubChem

Απέκκριση

Ήπαρ
PubChem
science

Scientific Profile

CID
72287
Μοριακός τύπος
C19H24N2OS
Μοριακό βάρος
328.5
IUPAC
(2R)-3-(2-methoxyphenothiazin-10-yl)-N,N,2-trimethylpropan-1-amine
InChIKey
VRQVVMDWGGWHTJ-CQSZACIVSA-N
Κατάταξη MeSH

Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ; γεροντική άνοια; παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση; ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ; κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση για πρόκληση νευρολογικών παρενεργειών, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά έναντι ναυτίας, εμέτου και κνησμού.

Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.

Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται στους ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.

Σχετικά Εργαλεία