LEVOMEPROMAZINE
Λεβομεπρομαζίνη
### Μηχανισμός δράσης Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές, ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στοματική
- Χορήγηση: Τρεις φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 12,5 mg τρεις φορές την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση12,5 - 50 mg τρεις φορές την ημέρα
-
Παιδιά από 2 ετών και άνωΔόση0,1 - 0,2 mg/kg την ημέρα
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λεβομεπρομαζίνη και γενικότερα στις φαινοθειαζίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Παθήσεις του ήπατος
-
Υπερευαισθησία ή δυσανεξία στη γλουτένηΠληθυσμόςΛόγω της παρουσίας αμύλου σίτου (γλουτένη)
-
Συνδυασμός με σουλτοπρίδη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Λοιμώξεις/Αιματολογικές διαταραχέςΣε περίπτωση επίμονου πυρετού, πονόλαιμου ή λοίμωξης, διενέργεια γενικής εξέτασης αίματος. Διακοπή θεραπείας σε λευκοκυττάρωση ή λευκοπενία.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΣε ανεξήγητη υπερθερμία, άμεση διακοπή θεραπείας και υποστηρικτική αγωγή/παρακολούθηση. Προσοχή σε αφυδάτωση ή οργανικές εγκεφαλικές διαταραχές.
-
Γλαύκωμα, χρόνια αναπνευστική πάθηση, οξεία λοίμωξη αναπνευστικούπροσοχήΠροσοχή κατά τη χρήση
-
Εγκεφαλικό επεισόδιοΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΧρήση με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο. Παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος.
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςΗλικιωμένα άτομα και παιδιάΣυνιστώνται μικρότερες δόσεις.
-
Αυξημένος κίνδυνος θανάτουΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που λαμβάνουν αντιψυχωσικάΑυξημένος κίνδυνος θανάτου (καρδιαγγειακής ή λοιμώδους φύσης).
-
Φλεβική θρομβοεμβολήπροσοχήΧρήση με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίεςπροσοχήΑποφυγή της λήψης οινοπνεύματος και φαρμάκων (π.χ. φαινυλοβουταζόνη) που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων.
-
ΘυρεοτοξίκωσηπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.
-
Ορθοστατική υπότασηπροσοχήΚίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης στην αρχή της θεραπείας.
-
Χορήγηση μεγάλων δόσεων (>75 mg)προσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένα άτομαΓίνεται με προσοχή λόγω αντιχολινεργικών ιδιοτήτων και κινδύνου ορθοστατικής υπότασης.
-
Χρήση σε παιδιάαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά κάτω των 2 ετώνΝα μη χρησιμοποιείται λόγω μη εξακριβωμένης ασφάλειας.
-
Παράταση του διαστήματος QT και αρρυθμίεςπροσοχήΕνίσχυση παράτασης QT, κίνδυνος torsade de pointes. Προσοχή σε βραδυκαρδία, υποκαλιαιμία, συγγενή/επίκτητη παράταση QT. Ιατρικές και εργαστηριακές εξετάσεις πριν και κατά τη θεραπεία. ΗΚΓ κατά την αρχική αξιολόγηση.
-
Νόσος του ParkinsonαντένδειξηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός ειδικών περιπτώσεων.
-
Κοιλιακό άλγος και κοιλιακή διάταση (παραλυτικός ειλεός)προσοχήΑντιμετώπιση ως επείγοντα.
-
Συνδυασμοί φαρμάκωναντένδειξηΔεν συνιστάται με οινόπνευμα, λεβοντόπα, ντοπαμινεργικούς παράγοντες, αντιπαρασιτικούς που προκαλούν torsades de pointes, μεθαδόνη, άλλα νευροληπτικά και φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν torsades de pointes (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Υποθυρεοειδισμός, καρδιακή ανεπάρκεια, φαιοχρωμοκύτωμα, μυασθένεια gravis, υπερτροφία προστάτηπροσοχήΧρήση με προσοχή.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Άμυλο σίτου (γλουτένη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με αλλεργία σίτου (διαφορετική από την κοιλιοκάκη)Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Επιληπτικές κρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςΕπιληπτικοί ασθενείςΠιθανότητα μείωσης της επιληπτογόνου ουδού. Εμφάνιση κρίσεων επιβάλλει διακοπή θεραπείας. Χορήγηση με προσοχή.
-
Ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΜεγαλύτερη ευαισθησία στην ορθοστατική υπόταση, καταστολή, εξωπυραμιδικές επιδράσεις, χρόνια δυσκοιλιότητα (κίνδυνος παραλυτικού ειλεού), ενδεχόμενη υπερτροφία του προστάτη. Απαιτείται ενισχυμένη παρακολούθηση.
-
Καρδιαγγειακές παθήσειςπροσοχήΕνισχυμένη παρακολούθηση σε ασθενείς με ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσεις, λόγω επιδράσεων κινιδίνης (ταχυκαρδία, υπόταση).
-
Συσσώρευση φαρμάκουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ή/και νεφρική ανεπάρκειαΚίνδυνος συσσώρευσης του φαρμάκου. Απαιτείται ενισχυμένη παρακολούθηση.
-
ΑκοκκιοκυτταραιμίαπροσοχήΕνισχυμένη παρακολούθηση (συνιστάται συχνή διενέργεια γενικής εξέτασης αίματος) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Όψιμη δυσκινησίαπροσοχήΜπορεί να εμφανιστεί μετά τη διακοπή της αγωγής και να υποχωρήσει με την επανέναρξη ή αύξηση της δόσης. Οι αντιχολινεργικοί αντιπαρκινσονικοί παράγοντες δεν έχουν επίδραση.
-
Υπεργλυκαιμία ή δυσανεξία στη γλυκόζηπροσοχήΈχει αναφερθεί.
-
Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για διαβήτηπροσοχήΚατάλληλη παρακολούθηση του σακχάρου αίματος κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Νεκρωτική εντεροκολίτιδαπροσοχήΠολύ σπάνιες περιπτώσεις δυνητικά θανατηφόρου νεκρωτικής εντεροκολίτιδας έχουν αναφερθεί.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Σουλτοπρίδη (νευροληπτικό βενζαμίδιο)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος από διαταραχές του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα από ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.ΣύστασηΑντενδείκνυται ο συνδυασμός.
-
ΝτοπαμινεργικάπροσοχήΑμοιβαίος ανταγωνισμός μεταξύ ντοπαμινεργικών και νευροληπτικών. Τα ντοπαμινεργικά μπορεί να προκαλέσουν ή να οξύνουν ψυχωσικές διαταραχές.ΣύστασηΕάν απαιτείται θεραπεία με νευροληπτικά σε ασθενείς με νόσο Parkinson οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με ντοπαμινεργικά, τα τελευταία θα πρέπει να μειωθούν σταδιακά.
-
Φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ραπιδίου (π.χ. Αντιαρρυθμικά τάξης Ιa, ΙΙΙ, νευροληπτικά, βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ερυθρομυκίνη, μιζολαστίνη, βινκαμίνη, αλοφαντρίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, σπιραμυκίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.ΣύστασηΕάν είναι δυνατό, διακοπή του μη αντιλοιμώδους αρρυθμιογόνου φαρμάκου. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται προκαταρκτικός έλεγχος του QT και παρακολούθηση των ΗΚΓ καταγραφών.
-
ΑλκοόλπροσοχήΑύξηση της κατασταλτικής δράσης των αντιψυχωσικών. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορούν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών.ΣύστασηΑποφυγή λήψης αλκοολούχων ποτών και φαρμάκων που περιέχουν αιθυλική αλκοόλη.
-
προσοχήΑντίστροφος ανταγωνισμός της λεβοντόπα και των αντιψυχωσικών.ΣύστασηΓια τους παρκινσονικούς ασθενείς να χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις του κάθε φαρμάκου.
-
Τοπικώς δρώντα στο γαστρεντερικό σύστημα (π.χ. άλατα, οξείδια και υδροξείδια του μαγνησίου, του αργιλίου και του ασβεστίου)προσοχήΜείωση της πεπτικής απορρόφησης των φαινοθειαζιδικών αντιψυχωσικών.ΣύστασηΤα φάρμακα με τοπική δράση στο γαστρεντερικό πρέπει να λαμβάνονται με χρονική απόσταση από τα φαινοθειαζιδικά νευροληπτικά (περισσότερο από 2 ώρες, εάν είναι δυνατό).
-
Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (π.χ. Διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βήτα-αποκλειστές εκτός της σοταλόλης, κλονιδίνη, γουανφασίνη, μεφλοκίνη, δακτυλίτιδα, αντιχοληνεστερασικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.ΣύστασηΑπαιτείται κλινική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
-
Φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (π.χ. διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, διεγερτικά υπακτικά, αμφοτερικίνη Β (ενδοφλέβια οδός), γλυκο-αλατοκορτικοειδή, τετρακοσακτίδη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.ΣύστασηΑπαιτείται πλήρης διόρθωση της υποκαλιαιμίας πριν από τη χορήγηση του προϊόντος και παρακολούθηση της κλινικής, ηλεκτρολυτικής και ηλεκτροκαρδιογραφικής κατάστασης.
-
ΑντιυπερτασικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
-
προσοχήΑγγειοδιασταλτική δράση και αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
-
Ατροπίνη, άλλες ατροπινικές ουσίες (π.χ. Ιμιπραμινικά αντικαταθλιπτικά, αντιϊσταμινικά, αντιχολινεργικά, αντιπαρκινσονικά αντιχολινεργικά, ατροπινικά σπασμολυτικά, δισοπυραμίδη)προσοχήΠροσθήκη ανεπιθύμητων ατροπινικών δράσεων, όπως της επίσχεσης ούρων, της δυσκοιιλιότητας, της ξηροστομίας.
-
Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. Οπιοειδή παράγωγα, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, υπνωτικά, ηρεμιστικά αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικά αντιϊσταμινικά, κεντρικώς δρώντα αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη, πιζοτιφαίνη, νευροληπτικά)προσοχήΑύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορεί να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών.
-
Υποστρώματα του CYP2D6 (π.χ. αμιτριπτυλίνη/οξείδιο της αμιτριπτυλίνης)παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών για δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με υποστρώματα του CYP2D6.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Θρομβοπενική πορφύρα
- Ηωσινοφιλία
- Αιμολυτική αναιμία
- Παγκυτταροπενία
- Γαλακτόρροια
- Γυναικομαστία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Μεταβολές στη libido
- Επιβράδυνση της εκσπερμάτωσης
- Πριαπισμός
- Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
- Αναστολή της εμμηνορρυσίας (αμηνόρροια)
- Υπερπρολακτιναιμία
- Ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Δυσανεξία στη γλυκόζη
- Υπεργλυκαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπονατριαιμία
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH)
- Γλυκοζουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Αγχώδεις αντιδράσεις
- Μεταβολές της διάθεσης
- Παραλήρημα
- Συγχυτική κατάσταση
- Υπερκινητικότητα
- Υπνηλία
- Καταστολή
- Υπερτονία
- Εξωπυραμιδικές διαταραχές
- Σπασμοί
- Όψιμη δυσκινησία
- Δυσκινησία
- Ακινησία
- Ακαθησία
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Επιληπτικές κρίσεις
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Δυστονικές αντιδράσεις
- Παρκινσονισμός
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Ραιβόκρανο
- Τρισμός
- Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
- Διαταραχές προσαρμογής οφθαλμών
- Μελάγχρωση αμφιβληστροειδούς
- Οφθαλμικές εναποθέσεις
- Παράταση διαστήματος QT
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες
- Πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (δίκην ριπιδίου-torsades de pointes)
- Αιφνίδιος θάνατος, πιθανόν καρδιακής προέλευσης
- Ανεξήγητος αιφνίδιος θάνατος
- Υποθερμία
- Πυρετός
- Υπερπυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Ορθοστατική υπόταση
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Υποτασικές κρίσεις
- Πνευμονική εμβολή
- Συμφόρηση ρινικού βλεννογόνου
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Ειλεός
- Νεκρωτική εντεροκολίτιδα
- Παραλυτικός ειλεός
- Ίκτερος
- Ενδοηπατική χολόσταση
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Χολοστατική ηπατική βλάβη
- Μικτή ηπατική βλάβη
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις
- Μελάγχρωση δέρματος
- Διαταραχές της θερμορρύθμισης
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑναστολή της εμμηνορρυσίας (αμηνόρροια)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της θερμορρύθμισηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδικές διαταραχέςΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστής συχνότηταςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑγχώδεις αντιδράσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑιφνίδιος θάνατος, πιθανόν καρδιακής προέλευσηςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑκαθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑνεξήγητος αιφνίδιος θάνατοςΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστής συχνότηταςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιαταραχές προσαρμογής οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυσανεξία στη γλυκόζηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυστονικές αντιδράσειςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕνδοηπατική χολόστασηΉπαρ
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπιβράδυνση της εκσπερμάτωσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΗλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίεςΚαρδιά
-
Μη γνωστής συχνότηταςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
Μη γνωστής συχνότηταςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΘρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβώνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜελάγχρωση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜελάγχρωση δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜεταβολές στη libidoΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜεταβολές της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜικτή ηπατική βλάβηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστής συχνότηταςΝεκρωτική εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟφθαλμικές εναποθέσειςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαγκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαραλυτικός ειλεόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (δίκην ριπιδίου-torsades de pointes)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡαιβόκρανοΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣυμφόρηση ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστής συχνότηταςΤρισμόςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπερκινητικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥποθερμίαΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥποτασικές κρίσειςΑγγειακές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΧολοστατική ηπατική βλάβηΉπαρ
-
Μη γνωστής συχνότηταςΨευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούραΕνδοκρινικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΣτο πρώτο τρίμηνο πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα. Τα νεογνά που εκτίθενται στο τρίτο τρίμηνο διατρέχουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα στέρησης, διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, διαταραχές διατροφής, ειλεός από μηκώνιο, καθυστερημένη διέλευση μηκωνίου, κοιλιακός μετεωρισμός). Τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Η λεβομεπρομαζίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΚατά το θηλασμό πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα, με πιθανό κίνδυνο για τα θηλάζοντα νεογέννητα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣτους ανθρώπους, η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να προκαλέσει υπερπρολακτιναιμία η οποία σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στις γυναίκες και στους άντρες.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές, ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί, επίσης, μια ισχυρή επίδραση τύπου αντιαπομορφίνης, μια υποθερμική δράση τρεις φορές πιο ισχυρή από ότι η χλωροπρομαζίνη και ισχυρή αντισπασμωδική και αντιϊσταμινική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να αντιστρέψει την υπέρταση που προκαλείται από την επινεφρίνη, αλλά είναι πρακτικά αδρανής σε αυτή που προκαλείται από τη νορεπινεφρίνη και την ακετυλοχολίνη.
Μηχανισμός δράσης Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές, ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί, επίσης, μια ισχυρή επίδραση τύπου αντιαπομορφίνης, μια υποθερμική δράση τρεις…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ)
Πριν την έναρξη θεραπείας με νευροληπτικό
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Επίμονος πυρετός, πονόλαιμος ή λοίμωξη |
| — | Εμφάνιση πυρετού, πονόλαιμου ή λοίμωξης | ||
| Συχνή | Ακοκκιοκυτταραιμία | ||
| Σάκχαρο αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για διαβήτη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εργαστηριακές εξετάσεις | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής για παράταση QT |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ; γεροντική άνοια; παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση; ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ; κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση για πρόκληση νευρολογικών παρενεργειών, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά έναντι ναυτίας, εμέτου και κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται στους ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ; γεροντική άνοια; παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση; ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ; κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση για πρόκληση νευρολογικών παρενεργειών, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά έναντι ναυτίας, εμέτου και κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται στους ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.