NAPROXEN(Ναπροξένη)
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): COX-2 selectivity: FitzGerald & Patrono, NEJM 2001· Warner et al., PNAS 1999 (whole-blood COX-1/COX-2 ratios). CV/GI risk: Coxib & traditional NSAID Trialists' (CNT) Collaboration meta-analysis, Lancet 2013· EMA/PRAC reviews diclofenac 2013 & high-dose ibuprofen 2015. Naproxen: χαμηλότερος CV κίνδυνος.
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 13 ώρες
- DrugBank: 15 ώρες
- PubChem: 12-17 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Χρόνιες φλεγμονώδεις αρθροπάθειες
ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα κλπ.
- M05 Οροθετική ρευματοειδής αρθρίτιδα
-
Εκφυλιστικές αρθροπάθειες περιφερικών αρθρώσεων και σπονδυλικής στήλης
-
Ουρική αρθρίτιδα
- M10 Ουρική αρθρίτιδα
-
Ψευδουρική αρθρίτιδα
- M11 Άλλες κρυσταλλοπαθητικές αρθροπάθειες
-
Επώδυνα εξωαρθρικά μυοσκελετικά σύνδρομα
περιαρθρίτιδα, τενοντίτιδα, τραυματικές κακώσεις κλπ.
- M79 Άλλες διαταραχές των μαλακών μορίων, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια
- N94 Σύνδρομα πόνου που σχετίζονται με τα γυναικεία γεννητικά όργανα και τον εμμηνορροϊκό κύκλο
-
Αντιμετώπιση των κρίσεων της ημικρανίας
- G43 Ημικρανία
-
Αντιμετώπιση του χειρουργικού και τραυματικού πόνου
- Χειρουργικός πόνος
- R52 Πόνος, αλλού ταξινομημένος
-
Αντιμετώπιση του πόνου των οδοντιατρικών επεμβάσεων
- K08 Άλλες διαταραχές των δοντιών και των υποστηρικτικών δομών τους
-
Αντιμετώπιση του μετά τον τοκετό πόνου
σε: μη θηλάζουσες μητέρες
- O90 Επιπλοκές της λοχείας, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Αντιμετώπιση του πόνου από εφαρμογή ενδομητρίων επιθεμάτων
- T83 Επιπλοκές προσθετικών συσκευών, εμφυτευμάτων και μοσχευμάτων του ουρογεννητικού συστήματος
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ANAPROX
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: ανά 12ωρο, κάθε 8 ώρες
- Δόση έναρξης: 550-1100 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 1650 mg ημερησίως σε περιπτώσεις κρίσεων ή οξέων εξάρσεων παθήσεων για διάστημα έως δύο εβδομάδες. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα και αγκυλωτική σπονδυλίτιδα, η θεραπεία έναρξης μπορεί να ξεκινήσει με 825-1100 mg ημερησίως για ορισμένες εβδομάδες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (σοβαρός νυχτερινός πόνος/πρωινή δυσκαμψία, μετά διακοπή άλλου ΜΣΑΦ, ή όταν ο πόνος είναι το προεξάρχον σύμπτωμα στην οστεοαρθρίτιδα).
-
ΕνήλικεςΔόση550-1100 mg ημερησίωςΜέγ. δόση1650 mg ημερησίωςΔιαιρεμένα σε δύο δόσεις ανά 12ωρο. Μέγιστη δόση για κρίσεις/οξείες εξάρσεις για έως 2 εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Αναλγητικές ενδείξειςΔόσηΑρχικά 550mg, μετά 275mg κάθε 8 ώρες
-
Ενήλικες - Κρίσεις ημικρανίαςΔόσηΑρχικά 825mg, μετά 275-550mg κατά τη διάρκεια της ημέραςΗ επιπρόσθετη δόση όχι νωρίτερα από μισή ώρα από την αρχική.
-
Ενήλικες - Αναλγησία μετά τον τοκετό (μη θηλάζουσες), δυσμηνόρροια, ενδομήτρια επιθέματαΔόσηΑρχικά 550mg, μετά 275mg κάθε 8 ώρες
-
Ενήλικες - Ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα (Θεραπεία ενάρξεως)Δόση550-1100 mg ημερησίωςΔιαιρεμένα σε δύο δόσεις ανά 12ωρο. Για ορισμένες ενδείξεις συνιστάται 825-1100 mg ημερησίως για εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα (Θεραπεία συντηρήσεως)Δόση550-1100 mg ημερησίωςΔιατηρούμενης της χορήγησης ανά 12ωρο. Προσαρμόζεται ανάλογα με τον νυχτερινό πόνο ή την πρωινή δυσκαμψία.
-
Παιδιά (4 ετών και άνω) - Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση11 mg/kg βάρους ημερησίωςΣε δύο δόσεις ανά 12ωρο.
-
Παιδιά (4 ετών και άνω) - Αναλγητικές ενδείξειςΔόσηΑρχική δόση 11 mg/kg βάρους, μετά 2,75-5,5 mg/kg βάρους κάθε 8 ώρεςΜέγ. δόση16,5 mg/kg ημερησίως (μετά την πρώτη ημέρα)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού ή ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Εκδήλωση ασθματικής προσβολής μετά από χρήση ακετυλο-σαλικυλικού οξέος ή άλλων αντιφλεγμονωδών μη στεροειδών φαρμάκωνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Αλλεργία στο φάρμακοΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Βαριά καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Εγκυμοσύνη και γαλουχία
-
Ταυτόχρονη λήψη άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ή ακετυλο-σαλικυλικού οξέοςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Αιματολογική νόσο ή βαριά ηπατική ή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ελαχιστοποίηση ανεπιθύμητων ενεργειώνΧρήση της κατώτατης αποτελεσματικής δόσης για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας.
-
Χρήση σε πεπτικό έλκος ή ιστορικό γαστρεντερικής πάθησηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος, ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής πάθησηςΔεν πρέπει να χορηγείται.
-
Γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αιμορραγία, διάτρηση, έλκος)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά ηλικιωμένοι και εξασθενημένοι ασθενείςΟ κίνδυνος αυξάνεται με τη διάρκεια χρήσης και τις υψηλότερες δόσεις.
-
Μάσκα συμπτωμάτωνΜειώνεται η χρησιμότητα του πόνου και της φλεγμονής ως διαγνωστικά σημεία.
-
Συγχορήγηση με άλλα προϊόντα ναπροξένηςπροσοχήΑπαιτείται προσοχή για αποφυγή υπέρβασης της μέγιστης ημερήσιας συνιστώμενης δόσης.
-
Επίδραση στην αιμόστασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές πήξεως, ασθενείς σε φαρμακευτική θεραπεία που επηρεάζει την αιμόστασηΜειώνει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων, παρατείνει τον χρόνο ροής. Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Συγχορήγηση με αντιπηκτικάπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε πλήρη αντιπηκτική θεραπεία (π.χ. ηπαρίνη ή παράγωγα της δικουμαρόλης)Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Τα οφέλη πρέπει να εκτιμηθούν σε σχέση με τους κινδύνους.
-
Ηπατικές δοκιμασίεςΈχει αναφερθεί αύξηση των τιμών ορισμένων ή όλων των ηπατικών δοκιμασιών.
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, ασθενείς με CrCl < 20ml/min (χρονίως), ασθενείς με μειωμένη νεφρική ροή αίματος (μείωση εξωκυττάριου όγκου, κίρρωση ήπατος, μείωση νατρίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, προϋπάρχουσα νεφρική πάθηση), ηλικιωμένοι, ασθενείς που χρησιμοποιούν διουρητικάΧρήση με μεγάλη προσοχή. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χρονίως αν CrCl < 20ml/min. Εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μείωση ημερήσιας δοσολογίας.
-
Μειωμένη ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική πάθηση (χρόνιος αλκοολισμός, κίρρωση)Προτιμότερο να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
-
Χρήση σε ηλικιωμένουςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΠροτιμότερο να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας μικρότερης των 4 ετώνΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους η ολική λήψη νατρίου πρέπει να υπολογίζεται με ακρίβειαΠρέπει να λαμβάνεται υπ' όψη (κάθε δισκίο περιέχει περίπου 50mg νατρίου).
-
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσεις (κατακράτηση υγρών, οίδημα)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΑπαιτείται σωστή παρακολούθηση και παροχή συμβουλών.
-
Κίνδυνος θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (ΕΜ, Εγκεφαλικό)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς (ειδικά σε υψηλές δόσεις/μακροχρόνιες θεραπείες). Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειοεγκεφαλική νόσο. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά επεισόδια (υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).Προσεκτική θεώρηση πριν την έναρξη θεραπείας, ειδικά μακροχρόνιας, σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), σουλφονυλουρίες, υδαντοΐνες, σουλφοναμίδεςπροσοχήΕκτοπίζουν άλλα φάρμακα από τις λευκωματίνες του ορού, αυξάνοντας τη δραστικότητά τους.
-
αντένδειξηΠτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας του naproxen.ΣύστασηΝα μην χρησιμοποιείται ο συνδυασμός.
-
προσοχήΠαρεμποδίζεται η νατριοδιουρητική δράση της φουροσεμίδης, ιδιαίτερα σε καρδιακή ανεπάρκεια.
-
ΠροβενεσίδηπαρακολούθησηΑυξάνει τα επίπεδα του naproxen στο πλάσμα.
-
17-κετοστεροειδή και 5-υδροξυϊνδολοξεικό οξύ (εργαστηριακές εξετάσεις)προσοχήΔυνατότητα αύξησης των τιμών τους στα ούρα.ΣύστασηΔιακοπή Ναπροξένη για 72 ώρες πριν τη μέτρηση λειτουργικότητας επινεφριδίων.
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνηςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας.
-
προσοχήΠαρεμπόδιση της νεφρικής κάθαρσης του λιθίου, οδηγώντας σε αύξηση της συγκέντρωσής του στο πλάσμα.
-
Προπρανολόλη, άλλοι βήτα-αναστολείςπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης τους.
-
προσοχήΜπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό της zidovudine, αυξάνοντας πιθανώς τις ανεπιθύμητες ενέργειές της.ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί η μείωση των δόσεων της zidovudine.
-
προσοχήΜείωση της σωληναριακής απέκκρισης της μεθοτρεξάτης, με πιθανή αύξηση της τοξικότητάς της.
-
αντένδειξηΜπορεί να μειώσει τη δράση του mifepristone.ΣύστασηΝα μη χορηγούνται ΜΣΑΦ για 8-12 ημέρες μετά τη χορήγηση mifepristone.
-
ΚορτικοστεροειδήπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
-
ΚινολόνεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης σπασμών.
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΜπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης και να αυξήσουν τα επίπεδα των καρδιακών γλυκοσιδών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαστρική δυσανεξία
- Γαστρική δυσφορία
- Ναυτία
- Κολίτιδα
- Πεπτικό έλκος
- Ελκώδης στοματίτιδα
- Έμετος
- Γαστρεντερική αιμορραγία και/ή διάτρηση
- Κεφαλαλγία
- Ασηπτική μηνιγγίτιδα
- Σπασμοί
- Ίλιγγος
- Περιφερικό οίδημα
- Οίδημα
- Θρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο)
- Υπέρταση
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Εμβοές
- Ακουστικές διαταραχές
- Αλωπεκία
- Επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αγγειίτιδα
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Θρομβοκυτοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία (περιλαμβανομένης της ακοκκιοκυτταραιμίας)
- Νοητική δυσλειτουργία
- Αδυναμία συγκέντρωσης
- Αϋπνία
- Ηωσινοφιλική πνευμονίτιδα
- Θανατηφόρα ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Αιματουρία
- Νεφροπάθεια
- Σπειραματονεφρίτιδα
- Ενδιάμεση νεφρίτιδα
- Νεφρική θηλοειδής νέκρωση
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Νεφρική εξασθένιση
- Υπερκαλιαιμία
- Διαταραχές όρασης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΓαστρική δυσανεξίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστρική δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑδυναμία συγκέντρωσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑκουστικές διαταραχέςΑυτί
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑσηπτική μηνιγγίτιδαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγία και/ή διάτρησηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΕλκώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕνδιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕπιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλική πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΘανατηφόρα ηπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚοκκιοκυτταροπενία (συμπεριλαμβανομένης της ακοκκιοκυτταραιμίας)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική εξασθένισηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική θηλοειδής νέκρωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφροπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝοητική δυσλειτουργίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣπειραματονεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΘρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο)Διαταραχές του καρδιαγγειακού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΟίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΌπως και τα άλλα φάρμακα της κατηγορίας αυτής, το Ναπροξένη προκαλεί καθυστέρηση του τοκετού στα ζώα και επίσης επηρεάζει το καρδιαγγειακό σύστημα του ανθρώπινου εμβρύου (κλείσιμο του βοτάλειου πόρου).
-
ΓαλουχίαΝα αποφεύγεταιΤο Naproxen έχει ανιχνευθεί στο γάλα των θηλάζουσων γυναικών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- καύσος
- δυσπεψία
- νυσταγμός
- ναυτία
- έμετος
- σπασμούς
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Το Ναπροξένη είναι ένα μη ναρκωτικό ανατιφλεγμονώδες φάρμακο με σημαντική αντιφλεγμονώδη και αντιπυρετική δράση. Οι ιδιότητες αυτές έχουν αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες σε ανθρώπους και σε κλασικές μελέτες σε ζώα. Οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες εμφανίζονται ακόμη και σε ζώα που έχουν υποστεί επινεφριδιοεκτομή φανερώνοντας ότι η δράση του δεν καθορίζεται από τον άξονα επινεφρίδια-υπόφυση. Η δράση αυτή μπορεί να συνεισφέρει στις αντι-ημικρανιακές ιδιότητες του naproxen. Όπως και με τους υπόλοιπους αντιφλεγμονώδεις παράγοντες ο ακριβής μηχανισμός δράσης του είναι άγνωστος. Το Ναπροξένη δεν καταστέλλει το Κ.Ν.Σ. και δεν προκαλεί την δημιουργία ενζύμων εξ επαγωγής.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Το Ναπροξένη διαλύεται ελεύθερα στο νερό και απορροφάται ταχέως και πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα έπειτα από χορήγηση από το στόμα. Λόγω της ταχείας και πλήρους απορρόφησης, σημαντικά επίπεδα στο πλάσμα και έναρξη της ανακούφισης από τον πόνο επιτυγχάνονται μέσα σε 20 λεπτά από την χορήγηση.
Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα έπειτα από κάθε δόση επιτυγχάνονται έπειτα από 1-2 ώρες ανάλογα με την ποσότητα της τροφής. Σταθερά επίπεδα στο πλάσμα εμφανίζονται μετά από 4-5 δόσεις. Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής του είναι περίπου 13 ώρες. Σε θεραπευτικά επίπεδα, περισσότερο από το 99% συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Περίπου το 95% μίας δόσης naproxen αποβάλλεται στα ούρα σαν αμετάβλητο naproxen, 6-0-δισμεθυλ-ναπροξέν και τα συζευγμένα παράγωγά τους. Ο ρυθμός απέκκρισης βρέθηκε ότι σχεδόν συμπίπτει με τον ρυθμό της εξαφάνισης του φαρμάκου από το πλάσμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Μηχανισμός δράσης Το Ναπροξένη είναι ένα μη ναρκωτικό ανατιφλεγμονώδες φάρμακο με σημαντική αντιφλεγμονώδη και αντιπυρετική δράση. Οι ιδιότητες αυτές έχουν αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες σε ανθρώπους και σε κλασικές μελέτες σε ζώα. Οι αντιφλεγμονώδεις…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Επίπεδα κρεατίνης ορού | more_horizΆλλο / λοιπά | — | σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας |
| Κάθαρση κρεατίνης | more_horizΆλλο / λοιπά | — | σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας |
| Χρόνος ροής | more_horizΆλλο / λοιπά | — | όταν καθορίζεται ο χρόνος ροής, ασθενείς με διαταραχές πήξεως ή σε θεραπεία που επηρεάζει την αιμόσταση |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ναπροξένη είναι ένα καθιερωμένο μη εκλεκτικό ΜΣΑΦ και είναι χρήσιμη ως αναλγητικό, αντιφλεγμονώδες και αντιπυρετικό. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η φαρμακολογική δράση της ναπροξένης μπορεί να αποδοθεί στην αναστολή της κυκλοοξυγενάσης, η οποία με τη σειρά της μειώνει τη σύνθεση προσταγλανδινών σε διάφορους ιστούς και υγρά, συμπεριλαμβανομένου του αρθρικού υγρού, του γαστρικού βλεννογόνου και του αίματος. Αν και η ναπροξένη είναι ένα αποτελεσματικό αναλγητικό, μπορεί να έχει ακούσιες επιβλαβείς επιπτώσεις στον ασθενή. Για παράδειγμα, η ναπροξένη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι η χρήση ναπροξένης προκάλεσε αύξηση της αρτηριακής πίεσης, αν και η αύξηση δεν ήταν τόσο σημαντική όσο αυτή που παρατηρήθηκε με τη χρήση ιβουπροφαίνης. Επιπλέον, μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας του ανώτερου πεπτικού είναι κατά μέσο όρο τετραπλάσιος για τα άτομα που λαμβάνουν ΜΣΑΦ. Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας του ανώτερου πεπτικού περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών ή αντιπηκτικών και ιστορικό γαστρεντερικών ελκών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Όπως και με άλλα μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ, η ναπροξένη ασκεί τις κλινικές της επιδράσεις αναστέλλοντας τα ένζυμα COX-1 και COX-2, οδηγώντας σε μειωμένη σύνθεση προσταγλανδινών. Παρόλο που και τα δύο ένζυμα συμβάλλουν στην παραγωγή προσταγλανδινών, έχουν μοναδικές λειτουργικές διαφορές. Το ένζυμο COX-1 είναι συντακτικά ενεργό και μπορεί να βρεθεί σε φυσιολογικούς ιστούς, όπως η επένδυση του στομάχου, ενώ το ένζυμο COX-2 είναι επαγώγιμο και παράγει προσταγλανδίνες που διαμεσολαβούν τον πόνο, τον πυρετό και τη φλεγμονή. Το ένζυμο COX-2 διαμεσολαβεί τις επιθυμητές αντιπυρετικές, αναλγητικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που προσφέρει η ναπροξένη, ενώ οι ανεπιθύμητες δυσμενείς επιδράσεις, όπως γαστρεντερικές διαταραχές και νεφρικές τοξικότητες, συνδέονται με το ένζυμο COX-1.
Η ναπροξένη έχει φαρμακολογικές δράσεις παρόμοιες με αυτές άλλων πρωτοτύπων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων (ΜΣΑΦ). Το φάρμακο εμφανίζει αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση. Οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν καθοριστεί σαφώς, αλλά πολλές από τις δράσεις φαίνεται να σχετίζονται κυρίως με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Η ναπροξένη αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδινών στους ιστούς του σώματος αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση. Έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον 2 ισοένζυμα, η κυκλοοξυγενάση-1 (COX-1) και -2 (COX-2) (αναφερόμενα επίσης ως προσταγλανδίνη G/H συνθάση-1 (PGHS-1) και -2 (PGHS-2), αντίστοιχα), που καταλύουν το σχηματισμό προσταγλανδινών στην οδό του αραχιδονικού οξέος. Η ναπροξένη, όπως και άλλα πρωτότυπα ΜΣΑΦ, αναστέλλει τόσο την COX-1 όσο και την COX-2. Παρόλο που οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν καθοριστεί σαφώς, τα ΜΣΑΦ φαίνεται να ασκούν αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση κυρίως μέσω της αναστολής του ισοενζύμου COX-2. Η αναστολή της COX-1 είναι πιθανώς υπεύθυνη για τις ανεπιθύμητες δράσεις των φαρμάκων στον γαστρικό βλεννογόνο και τη συσσώρευση αιμοπεταλίων.
Οι αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές επιδράσεις της ναπροξένης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2 (π.χ., celecoxib, rofecoxib), φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Ενώ ο ακριβής μηχανισμός των αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών επιδράσεων των ΜΣΑΦ συνεχίζει να ερευνάται, αυτές οι επιδράσεις φαίνεται να διαμεσολαβούνται κυρίως μέσω της αναστολής του ισοενζύμου COX-2 στις θέσεις φλεγμονής με επακόλουθη μείωση της σύνθεσης ορισμένων προσταγλανδινών από τους προδρόμους τους αραχιδονικού οξέος. Η ναπροξένη σταθεροποιεί τις λυσοσωμικές μεμβράνες και αναστέλλει την ανταπόκριση των ουδετερόφιλων σε χημειοτακτικά ερεθίσματα. Το φάρμακο δεν έχει γλυκοκορτικοειδείς ή επινεφριδοκορτικοειδείς ιδιότητες διέγερσης.
Η ναπροξένη μειώνει τη θερμοκρασία του σώματος σε ασθενείς με πυρετό. Παρόλο που ο μηχανισμός της αντιπυρετικής δράσης των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων δεν είναι γνωστός, έχει προταθεί ότι μπορεί να εμπλέκεται η καταστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών στο ΚΝΣ (πιθανώς στον υποθάλαμο).
Η ναπροξένη-προκαλούμενη αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συχνότητα και ένταση της μήτρας. Οι προσταγλανδίνες E2 και F2α αυξάνουν το πλάτος και τη συχνότητα των συσπάσεων της μήτρας σε έγκυες γυναίκες. Τα τρέχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η πρωτοπαθής δυσμηνόρροια διαμεσολαβείται επίσης από αυτές τις προσταγλανδίνες. Εάν η αυξημένη παραγωγή προσταγλανδινών που σχετίζεται με την πρωτοπαθή δυσμηνόρροια διαμεσολαβείται από την COX-1 ή την COX-2 παραμένει να προσδιοριστεί. Οι συγκεντρώσεις στο αίμα ενός μεταβολίτη της προσταγλανδίνης F2α βρέθηκαν να μειώνονται σε γυναίκες με δυσμηνόρροια που λάμβαναν ναπροξένη. Η θεραπεία με ναπροξένη ήταν αποτελεσματική στην ανακούφιση του μηνιαίου πόνου και μείωσε την απώλεια αίματος σε γυναίκες με μηνορραγία, πιθανώς αναστέλλοντας το σχηματισμό αυτών των προσταγλανδινών. Η χορήγηση ναπροξένης κατά την όψιμη κύηση μπορεί να παρατείνει τη κύηση αναστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ναπροξένη διατίθεται ως ελεύθερο οξύ και άλας νατρίου. Σε συγκρίσιμες δόσεις, (ναπροξένη 500 mg = ναπροξένη νατρίου 550 mg) διαφέρουν ελαφρώς ως προς τον ρυθμό απορρόφησής τους, αλλά κατά τα άλλα είναι θεραπευτικά και φαρμακολογικά ισοδύναμα. Η ναπροξένη νατρίου επιτυγχάνει μέγιστη πλασματική συγκέντρωση μετά από 1 ώρα, ενώ η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση παρατηρείται μετά από 2 ώρες με τη ναπροξένη (ελεύθερο οξύ). Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των 2 μορφών στις φαρμακοκινητικές μετά την απορρόφηση. Η διαφορά στην αρχική απορρόφηση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία οξέος πόνου, καθώς η ναπροξένη νατρίου μπορεί να προσφέρει ταχύτερη έναρξη δράσης.
Οι μέσες Cmax για τις διάφορες μορφές (άμεσης αποδέσμευσης, εντερικά επικαλυμμένες, ελεγχόμενης αποδέσμευσης κ.λπ.) της ναπροξένης είναι συγκρίσιμες και κυμαίνονται από 94 mcg/mL έως 97,4 mcg/mL. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη, η μέση Tmax της ναπροξένης 500 mg (άμεσης αποδέσμευσης) που χορηγήθηκε κάθε 12 ώρες για 5 ημέρες ήταν 3 ώρες, σε σύγκριση με μέση Tmax 5 ωρών για το Naprelan 1000 mg (ελεγχόμενης αποδέσμευσης) που χορηγήθηκε κάθε 24 ώρες για 5 ημέρες. Στην ίδια μελέτη, η AUC0-24hr ήταν 1446 mcgxhr/mL για τη ναπροξένη άμεσης αποδέσμευσης και 1448 mcgxhr/mL για τη μορφή ελεγχόμενης αποδέσμευσης. Μια ξεχωριστή μελέτη που συνέκρινε τις φαρμακοκινητικές των δισκίων Naprosyn και EC-Naprosyn παρατήρησε τις ακόλουθες τιμές: Tmax και AUC0-12hrs του EC-Naprosyn ήταν 4 ώρες και 845 mcgxhr/mL αντίστοιχα, και οι τιμές Tmax και AUC0-12hrs του Naprosyn ήταν 1,9 ώρες και 767 mcgxhr/mL αντίστοιχα.
Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με σומatriptan, η Cmax της ναπροξένης είναι περίπου 36% χαμηλότερη σε σύγκριση με τα δισκία ναπροξένης νατρίου 550 mg, και η διάμεση Tmax είναι 5 ώρες. Βάσει της AUC και της Cmax της ναπροξένης, το Vimovo (συνδυαστικό προϊόν ναπροξένης/εσομεπραζόλης) και η εντερικά επικαλυμμένη ναπροξένη μπορούν να θεωρηθούν βιοϊσοδύναμα.
Συνολικά, η ναπροξένη απορροφάται γρήγορα και πλήρως όταν χορηγείται από του στόματος και του ορθού. Το φαγητό μπορεί να συμβάλει στην καθυστέρηση της απορρόφησης της από του στόματος χορηγούμενης ναπροξένης, αλλά δεν θα επηρεάσει την έκταση της απορρόφησης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 95% της ναπροξένης και των μεταβολιτών της μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα, με 66-92% να ανακτάται ως συζευγμένος μεταβολίτης και λιγότερο από 1% να ανακτάται ως ναπροξένη ή δεσμεθυλναπροξένη. Λιγότερο από 5% της ναπροξένης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Η ναπροξένη έχει όγκο κατανομής 0,16 L/kg.
Η ναπροξένη καθαρίζεται με ρυθμό 0,13 mL/min/kg.
Η από του στόματος απορρόφηση της ναπροξένης σε σκύλους είναι ταχεία, με μέγιστη πλασματική συγκέντρωση που επιτυγχάνεται σε 0,5-3 ώρες. Ο αναφερόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής σε σκύλους είναι 34-72 ώρες. Η ναπροξένη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό στις πρωτεΐνες (>99,0%). Σε σκύλους, η ναπροξένη αποβάλλεται κυρίως μέσω της χολής, ενώ σε άλλα είδη, η κύρια οδός απέκκρισης είναι μέσω των νεφρών. Ο μεγάλος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε σκύλους φαίνεται να οφείλεται στην εκτεταμένη εντεροηπατική ανακύκλωσή της.
Μετά από θεραπευτικές δόσεις, η ναπροξένη δεσμεύεται περισσότερο από 99% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Όταν οι θέσεις δέσμευσης της ναπροξένης κορεστούν (σε δόσεις 500 mg δύο φορές την ημέρα ή περισσότερο), οι ελεύθερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνονται και μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένους ρυθμούς νεφρικής κάθαρσης. Επομένως, οι πλασματικές συγκεντρώσεις ναπροξένης τείνουν να σταθεροποιούνται όταν η δοσολογία υπερβαίνει τα 500 mg δύο φορές την ημέρα.
Σε μια μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η δέσμευση της ναπροξένης στις πρωτεΐνες του ορού μειώθηκε σε σύγκριση με υγιείς ενήλικες. Η μειωμένη δέσμευση μπορεί να εξηγήσει την αύξηση του μεταβολισμού και του φαινομενικού όγκου κατανομής του φαρμάκου που παρατηρήθηκε σε αυτούς τους ασθενείς.
Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο, οι συνολικές πλασματικές συγκεντρώσεις ναπροξένης είναι μειωμένες, ενώ οι συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου είναι αυξημένες.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, του μεταβολίτη της 6-υδροξυ-άλφα-μεθυλ-2-ναφθαλεν-οξικό οξύ (Ο-δεσμεθυλναπροξένη) και των γλυκουρονικών τους συζυγών σε 10 άτομα (ηλικίας 20-50 ετών) που έλαβαν από του στόματος δόση 500 mg ναπροξένης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε 9 άτομα ήταν 24,7 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής 7,4 ώρες στο 10ο άτομο θεωρήθηκε εξαιρετική περίπτωση. Η ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο αντιστοιχούσε στο 50,8% της δόσης, το ισομερές συζυγές ισογλυκουρονίδιο στο 6,5%, το Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο στο 14,3% και το ισογλυκουρονίδιό του στο 5,5%. Η απέκκριση ναπροξένης και Ο-δεσμεθυλναπροξένης ήταν αμελητέα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 98% για τη ναπροξένη, 100% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη, 92% για τη ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο, 66% για τη ναπροξένη ισογλυκουρονίδιο, 72% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο και 42% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ισογλυκουρονίδιο. Συμπεράστηκε ότι η ναπροξένη υφίσταται Ο-δεσμεθυλίωση και το μητρικό φάρμακο και ο μεταβολίτης συζεύγνυνται σε ακετυλογλυκουρονίδια.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις της δραστηριότητας της ρευματοειδούς αρθρίτιδας στις φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, ενός φαρμάκου με υψηλή δέσμευση στην αλβουμίνη, σε έξι ασθενείς κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας. Στους ίδιους ασθενείς, συγκρίθηκαν οι κινητικές κατά την ενεργό νόσο με αυτές κατά την βελτίωση. Η ενεργός νόσος συχνά συνδέεται με υπολευκωματιναιμία: 30 +/- 4 gm/L έναντι 41 +/- 2 gm/L (μέσος όρος +/- SD) κατά τη στιγμή της βελτίωσης. Οι συνολικές συγκεντρώσεις ναπροξένης ήταν σημαντικά χαμηλότερες στην ενεργό νόσο, μαζί με μεγαλύτερο φαινομενικό όγκο κατανομής (10,6 +/- 1,8 L έναντι 8,4 +/- 1,3 L, P < 0,05) και συνολική κάθαρση σώματος (0,79 +/- 1,8 L/ώρα έναντι 0,59 +/- 0,14 L/ώρα, P < 0,001). Οι μέγιστες ελεύθερες συγκεντρώσεις ναπροξένης ήταν 29% +/- 19% (P < 0,05) χαμηλότερες κατά τη στιγμή της βελτίωσης. Η ελεύθερη κάθαρση βρέθηκε μειωμένη κατά την ενεργό νόσο (390 +/- 277 L/ώρα) σε σύγκριση με τη βελτίωση (488 +/- 343 L/ώρα, P < 0,05). Συζητούνται οι κλινικές επιπτώσεις των αλλοιώσεων στην κινητική της ναπροξένης που προκαλούνται από την πολυαρθρική φλεγμονή σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ (15 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η ναπροξένη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό στις πρωτεΐνες, με >99% του φαρμάκου να δεσμεύεται στην αλβουμίνη σε θεραπευτικά επίπεδα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ναπροξένη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και υφίσταται μεταβολισμό Φάσης Ι και Φάσης ΙΙ. Το πρώτο βήμα περιλαμβάνει τη μεθυλίωση της ναπροξένης μέσω CYP 1A2, 2C8 και 2C9. Τόσο η ναπροξένη όσο και η δεσμεθυλναπροξένη προχωρούν σε μεταβολισμό Φάσης ΙΙ. Ωστόσο, η δεσμεθυλναπροξένη μπορεί να σχηματίσει ακετυλο- και φαινολικές γλυκουρονικές ενώσεις, ενώ η ναπροξένη παράγει μόνο την ακετυλογλυκουρονική ένωση. Η διαδικασία ακετυλογλυκουρονιδίωσης περιλαμβάνει τις UGT 1A1, 1A3, 1A6, 1A7, 1A9, 1A10 και 2B7, ενώ η φαινολική γλυκουρονιδίωση καταλύεται από τις UGT 1A1, 1A7, 1A9 και 1A10. Η δεσμεθυλναπροξένη υφίσταται επίσης σουλφωμάτωση, η οποία καταλύεται από τις SULT 1A1, 1B1 και 1E1.
Η ναπροξένη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ σε 6-δεσμεθυλναπροξένη. Περίπου το 95% του φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη ναπροξένη (λιγότερο από 1%) και 6-δεσμεθυλναπροξένη (λιγότερο από 1%) και τα γλυκουρονικά ή άλλα συζεύγματά τους (66-92%). Ορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η νεφρική απέκκριση αμετάβλητης ναπροξένης μπορεί να είναι αμελητέα ή να απουσιάζει. Προηγουμένως αναφερόμενες συγκεντρώσεις αμετάβλητου φαρμάκου μπορεί να αντικατοπτρίζουν ταχεία υδρόλυση των συζευγμάτων κατά τη συλλογή, αποθήκευση και χειρισμό των δειγμάτων ούρων. Ο χρόνος ημιζωής των μεταβολιτών και των συζευγμάτων της ναπροξένης είναι μικρότερος από 12 ώρες. Οι μεταβολίτες της ναπροξένης μπορεί να συσσωρευτούν σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η απέκκριση της ναπροξένης μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Μικρή ποσότητα (λιγότερο από 5%) του φαρμάκου απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, του μεταβολίτη της 6-υδροξυ-άλφα-μεθυλ-2-ναφθαλεν-οξικό οξύ (Ο-δεσμεθυλναπροξένη) και των γλυκουρονικών τους συζυγών σε 10 άτομα (ηλικίας 20-50 ετών) που έλαβαν από του στόματος δόση 500 mg ναπροξένης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε 9 άτομα ήταν 24,7 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής 7,4 ώρες στο 10ο άτομο θεωρήθηκε εξαιρετική περίπτωση. Η ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο αντιστοιχούσε στο 50,8% της δόσης, το ισομερές συζυγές ισογλυκουρονίδιο στο 6,5%, το Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο στο 14,3% και το ισογλυκουρονίδιό του στο 5,5%. Η απέκκριση ναπροξένης και Ο-δεσμεθυλναπροξένης ήταν αμελητέα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 98% για τη ναπροξένη, 100% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη, 92% για τη ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο, 66% για τη ναπροξένη ισογλυκουρονίδιο, 72% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο και 42% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ισογλυκουρονίδιο. Συμπεράστηκε ότι η ναπροξένη υφίσταται Ο-δεσμεθυλίωση και το μητρικό φάρμακο και ο μεταβολίτης συζεύγνυνται σε ακετυλογλυκουρονίδια.
Η ναπροξένη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-3,4,5-Τριυδροξυ-6-[(2S)-2-(6-μεθοξυ ναφθαλεν-2-υλ)προπανοϋλ]οξυοξάνιο-2-καρβοξυλικό οξύ και Ο-δεσμεθυλναπροξένη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της ναπροξένης αναφέρεται ότι είναι 12-17 ώρες.
Ο αναφερόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής σε σκύλους είναι 34-72 ώρες.
Σε υγιείς ενήλικες, ο χρόνος ημιζωής της ναπροξένης στο πλάσμα κυμαίνεται από 10-20 ώρες. Ο κατασκευαστής αναφέρει ότι ο χρόνος ημιζωής της ναπροξένης στο πλάσμα είναι περίπου 13 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα και η απέκκριση του φαρμάκου φαίνεται να είναι παρόμοια σε παιδιά και ενήλικες.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, του μεταβολίτη της 6-υδροξυ-άλφα-μεθυλ-2-ναφθαλεν-οξικό οξύ (Ο-δεσμεθυλναπροξένη) και των γλυκουρονικών τους συζυγών σε 10 άτομα (ηλικίας 20-50 ετών) που έλαβαν από του στόματος δόση 500 mg ναπροξένης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε 9 άτομα ήταν 24,7 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής 7,4 ώρες στο 10ο άτομο θεωρήθηκε εξαιρετική περίπτωση. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες που δεν είναι στεροειδείς. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, προδρόμους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς (ΟΥΡΙΚΟΣΟΥΡΙΚΑ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντιυπερουρικοαιμικά) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν το συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
57Y76R9ATQ
ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Αντιφλεγμονώδεις Παράγοντες, Μη Στεροειδείς
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η ναπροξένη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ναπροξένης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ
Αντιφλεγμονώδεις Παράγοντες, Μη Στεροειδείς [CS]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]
ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ
Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αντιφλεγμονώδεις Παράγοντες, Μη Στεροειδείς [CS]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Απόσυρση / Deprescribing
ΜΣΑΦ
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες που δεν είναι στεροειδείς. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, προδρόμους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς (ΟΥΡΙΚΟΣΟΥΡΙΚΑ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντιυπερουρικοαιμικά) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν το συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.