NAPROXEN
Ναπροξένη
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω: H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ANAPROX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Δόση έναρξης: 1-2 δισκία (550-1100mg) ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα τρία δισκία (1650 mg) ημερησίως σε περιπτώσεις κρίσεων ή οξέων εξάρσεων για όχι μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων. Η δόση συντήρησης κυμαίνεται μεταξύ μισού και ενός δισκίου (550-1100 mg) ημερησίως.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Γενική ΔοσολογίαΔόση1-2 δισκία (550-1100mg) ημερησίως διαιρεμένα σε δύο δόσεις ανά 12ωροΜέγ. δόση3 δισκία (1650 mg) ημερησίως για έως 2 εβδομάδες σε περιπτώσεις κρίσεων ή οξέων εξάρσεωνΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς που ανέχονται χαμηλότερες δόσεις και δεν έχουν ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων. Υψηλότερες δόσεις συσχετίζονται με αυξημένες γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Αναλγητικές ενδείξειςΔόσηΑρχικά 1 δισκίο (550mg), στη συνέχεια 0.5 δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Κρίσεις ημικρανίαςΔόση1.5 δισκίο (825 mg) με τα πρώτα συμπτώματα.Επιπλέον 0.5-1 δισκίο (275-550 mg) μπορεί να ληφθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, όχι νωρίτερα από 30 λεπτά μετά την αρχική δόση.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Αναλγησία μετά τον τοκετό, δυσμηνόρροια, ενδομήτριες επιθέματαΔόσηΑρχικά 1 δισκίο (550 mg), στη συνέχεια 0.5 δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Οξεία ουρική αρθρίτιδαΔόσηΑρχικά 1.5 δισκίο (825 mg), έπειτα από 8 ώρες 1 δισκίο (550 mg), στη συνέχεια 0.5 δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες μέχρι την υποχώρηση της κρίσης.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα - ΈναρξηΔόση1-2 δισκία (550-1100 mg) ημερησίως σε δύο δόσεις ανά 12ωρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, 1.5-2 δισκία (825-1100 mg) ημερησίως για μερικές εβδομάδες.Συνιστάται αυξημένη αρχική δόση σε ασθενείς με σοβαρό νυχτερινό πόνο/πρωινή δυσκαμψία, ασθενείς που διακόπτουν υψηλές δόσεις άλλων ΜΣΑΦ, ή σε οστεοαρθρίτιδα με κυρίαρχο πόνο.
-
ΕΝΗΛΙΚΕΣ - Ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα - ΣυντήρησηΔόση0.5-1 δισκίο (550-1100 mg) ημερησίως, ανά 12ωρο.Η δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τα συμπτώματα (νυχτερινός πόνος, πρωινή δυσκαμψία).
-
ΠΑΙΔΙΑ (4 ετών και άνω) - Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση11 mg/kg βάρους ημερησίως, σε δύο δόσεις ανά 12ωρο.
-
ΠΑΙΔΙΑ (4 ετών και άνω) - Αναλγητικές ενδείξειςΔόσηΑρχική δόση: 11 mg/kg βάρους. Στη συνέχεια: 2.75-5.5 mg/kg βάρους κάθε 8 ώρες.Μέγ. δόσηΣυνολική ημερήσια δόση: 16.5 mg/kg ημερησίως (μετά την πρώτη ημέρα).
block
SPC-ANAPROX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών.
-
Σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει ασθματική προσβολή μετά από χρήση ακετυλο-σαλικυλικού οξέος ή άλλων αντιφλεγμονωδών μη στεροειδών φαρμάκων.
-
Σε ασθενείς αλλεργικούς στο φάρμακο.
-
Σε ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Στην εγκυμοσύνη και γαλουχία (η ασφάλεια του για τέτοια χρήση δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί).
-
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή ακετυλο-σαλικυλικό οξύ.
-
Σε ασθενείς με αιματολογική νόσο ή βαριά ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
warning
SPC-ANAPROX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσειςΟι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε Δοσολογία, και κινδύνους από το γαστρεντερικό και καρδιαγγειακό πιο κάτω).
-
Πεπτικό έλκος και γαστρεντερική αιμορραγίαΤο Anaprox δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος και σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής πάθησης. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό μπορούν να εμφανιστούν κάθε στιγμή στους ασθενείς που θεραπεύονται με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Η αθροιστική εμφάνιση των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό που περιλαμβάνουν μεγάλη αιμορραγία και διάτρηση αυξάνεται, ανάλογα με την διάρκεια χρήσης του Anaprox (ή κάθε άλλου μη στεροιειδούς αντιφλεγμονώδεις φαρμάκου). ΄Όπως και με τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, υπάρχει πιθανώς ένας υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών με την χρησιμοποίηση υψηλότερων δόσεων. Οι μελέτες μέχρι σήμερα δεν έχουν προσδιορίσει κάποια ομάδα ασθενών που δεν βρίσκεται σε κίνδυνο εμφάνισης πεπτικού έλκους και αιμορραγίας, όμως οι ηλικιωμένοι και οι εξασθενημένοι ασθενείς είναι περισσότερο ευάλωτοι. Οι περισσότερες δε από τις σοβαρές και μη αναστρέψιμες γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα εμφανίστηκαν σε αυτήν την ομάδα των ασθενών.
-
Επίδραση στα διαγνωστικά σημείαΛόγω των αντιπυρετικών και αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων του Anaprox ο πόνος και η φλεγμονή μπορούν να ελαττωθούν και έτσι να μειωθεί η χρησιμότητά τους σαν διαγνωστικά σημεία.
-
Συγχορήγηση με άλλα προϊόντα που περιέχουν naproxenΚατά την συγχορήγηση του Anaprox με προϊόντα που περιέχουν naproxen όπως το Naprosyn, απαιτείται προσοχή επειδή όλα κυκλοφορούν στο πλάσμα με τη μορφή του ανιόντος naproxen ούτως ώστε να αποφευχθεί η συνολική υπέρβαση της μέγιστης ημερήσιας συνιστώμενης δόσης.
-
Επίδραση στην αιμοπεταλιακή λειτουργίαΤο Anaprox μειώνει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων και παρατείνει τον χρόνο ροής. Η επίδραση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη όταν καθορίζεται ο χρόνος ροής. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχές πήξεως ή όσοι βρίσκονται σε φαρμακευτική θεραπεία που επηρεάζει την αιμόσταση, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά όταν χορηγείται το Anaprox. Ασθενείς σε πλήρη αντιπηκτική θεραπεία (π.χ. ηπαρίνη ή παράγωγα της δικουμαρόλης) μπορεί να βρεθούν σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας εάν λάβουν ταυτόχρονα Anaprox. Γι’ αυτό το λόγο τα οφέλη πρέπει να εκτιμηθούν σε σχέση με τους κινδύνους.
-
Ηπατική λειτουργίαΑύξηση των τιμών ορισμένων ή όλων των ηπατικών δοκιμασιών έχει αναφερθεί με τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
-
Χρήση σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργίαΕπειδή το Naproxen sodium και οι μεταβολίτες του αποβάλλονται σε μεγάλο ποσοστό (95%) μέσω σπειραματικής διήθησης από τα νεφρά, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της κρεατίνης του ορρού και/ή της κάθαρσης της κρεατίνης στους ασθενείς αυτούς. Το Anaprox δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χρονίως σε ασθενείς οι οποίοι έχουν επίπεδα κάθαρσης της κρεατινίνης κάτω των 20ml/min. Σε ορισμένους ασθενείς και ειδικά σε εκείνους στους οποίους η νεφρική ροή αίματος είναι μειωμένη όπως σε μείωση του εξωκυττάριου όγκου, κίρρωση του ήπατος, μείωση του νατρίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και προϋπάρχουσα νεφρική πάθηση, η νεφρική λειτουργία πρέπει να εκτιμάται πριν από και κατά την διάρκεια της θεραπείας με Anaprox. Ορισμένοι ηλικιωμένοι στους οποίους η νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να είναι αναμενόμενη όπως και ασθενείς που χρησιμοποιούν διουρητικά μπορεί επίσης να υπάγονται στην κατηγορία αυτή. Μείωση στην ημερήσια δοσολογία πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερβολικής συσσώρευσης των μεταβολιτών του Naproxen sodium στους ασθενείς αυτούς.
-
Χρήση σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργίαΗπατική πάθηση λόγω χρόνιου αλκοολισμού και πιθανώς άλλες μορφές κίρρωσης, μειώνουν την ολική συγκέντρωση του Naproxen στο πλάσμα του μη συνδεδεμένου φαρμάκου αυξάνεται. Η σημασία του ευρήματος αυτού για την δοσολογία του Anaprox είναι άγνωστη άλλα είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Οι μελέτες δείχνουν ότι αν και η ολική συγκέντρωση του Naproxen στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητη, το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται στους ηλικιωμένους. Η σημασία του ευρήματος αυτού για την δοσολογία του Anaprox είναι άγνωστη. Όπως και με τα άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στους ηλικιωμένους, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Για την επίδραση της μειωμένης απέκκρισης στους ηλικιωμένους αναφερθείτε στην παράγραφο: Χρήση σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ χρήση του φαρμάκου δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 4 ετών.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΚάθε δισκίο περιέχει περίπου 50mg νατρίου. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη σε ασθενείς στους οποίους η ολική λήψη νατρίου πρέπει να υπολογίζεται με ακρίβεια.
-
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσειςΑπαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε συνδυασμό με θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση μερικών ΜΣΦΑ (ειδικά σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορούν να συσχετίζονται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για να αποκλεισθεί ένας τέτοιος κίνδυνος για το Anaprox. Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειοεγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβληθούν σε θεραπεία με Anaprox μετά από προσεκτική θεώρηση. Παρόμοια θεώρηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη πιο μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιοαγγειακών επεισοδίων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
swap_horiz
SPC-ANAPROX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), σουλφονυλουρίες, υδαντοϊνες, σουλφοναμίδεςπροσοχήΠιθανότητα αύξησης της δραστικότητας αυτών των φαρμάκων λόγω εκτόπισης από πρωτεΐνες πλάσματος.ΣύστασηΧρειάζεται προσοχή, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις.
-
ακετυλο-σαλικυλικό οξύμη χρήσηΠτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας του naproxen.ΣύστασηΝα μην χρησιμοποιείται ο συνδυασμός.
-
προσοχήΠαρεμπόδιση της νατριοδιουρητικής δράσης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας.
-
προβενεσίδηπροσοχήΑύξηση των επιπέδων του naproxen στο πλάσμα.
-
αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνηςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας.
-
προσοχήΠαρεμπόδιση της νεφρικής κάθαρσης, αύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
προπρανολόλη, άλλα βήτα-αναστολείςπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης.
-
προσοχήΕπηρεάζει τον μεταβολισμό, πιθανή αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΕξέταση μείωσης δόσεων zidovudine.
-
προσοχήΜείωση σωληναριακής απέκκρισης, πιθανή αύξηση τοξικότητας.
-
μη χρήσηΜείωση δράσης του mifepristone.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται για 8-12 ημέρες έπειτα από χορήγηση mifepristone.
-
κορτικοστεροειδήπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
κινολόνεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης σπασμών.
-
καρδιακά γλυκοσίδιαπροσοχήΕπιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας, μείωση ρυθμού σπειραματικής διήθησης, αύξηση επιπέδων.
sick
SPC-ANAPROX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαστρική δυσανεξία
- Γαστρική δυσφορία
- Ναυτία
- Γαστρεντερική αιμορραγία και/ή διάτρηση
- Κολίτις
- Πεπτικό έλκος
- Ελκώδης στοματίτις
- Έμετος
- Κεφαλαλγία
- Ίλιγγος
- Ασηπτική μηνιγγίτις
- Νοητική δυσλειτουργία
- Σπασμοί
- Αδυναμία συγκέντρωσης
- Αϋπνία
- Περιφερικό οίδημα (ήπιο)
- Οίδημα
- Υπέρταση
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Εμβοές
- Ακουστικές διαταραχές
- Αλωπεκία
- Επιδερμική νεκρόλυση (Σύνδρομο Stevens-Johnson)
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Εξάνθημα
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Απλαστική και αιμολυτική αναιμία
- Κοκκιοκυτταροπενία (περιλαμβάνουσα ακοκκιοκυτταραιμία)
- Θρομβοκυτοπενία
- Ηωσινοφιλική πνευμονίτις
- Θανατηφόρος ηπατίτις
- Ίκτερος
- Αιματουρία
- Νεφροπάθεια (σπειραματονεφρίτιδα, ενδιάμεση νεφρίτιδα, νεφρική θηλοειδής νέκρωση, νεφρωτικό σύνδρομο, νεφρική εξασθένιση)
- Υπερκαλιαιμία
- Αγγειίτις
- Διαταραχές της όρασης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ελαφρά αυξημένος κίνδυνος (σε υψηλές δόσεις, μακράς διάρκειας)Θρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο)
-
ΣυχνέςΓαστρική δυσανεξίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστρική δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό Σύστημα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημα (ήπιο)Καρδιαγγειακό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑκουστικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό Σύστημα
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα/Εξαρτήματα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσολογικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσολογικό
-
ΣπάνιεςΑπλαστική και αιμολυτική αναιμίαΑιμοποιητικό/Λεμφικό
-
ΣπάνιεςΑσηπτική μηνιγγίτιςΝευρικό Σύστημα
-
ΣπάνιεςΝοητική δυσλειτουργίαΝευρικό Σύστημα
-
ΣπάνιεςΚολίτιςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό Σύστημα
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλική πνευμονίτιςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιδερμική νεκρόλυση (Σύνδρομο Stevens-Johnson)Δέρμα/Εξαρτήματα
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα/Εξαρτήματα
-
ΣπάνιεςΘανατηφόρος ηπατίτιςΗπατικό
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγία και/ή διάτρησηΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚοκκιοκυτταροπενία (περιλαμβάνουσα ακοκκιοκυτταραιμία)Αιμοποιητικό/Λεμφικό
-
ΣπάνιεςΑκουστικές διαταραχέςΑκουστικό
-
ΣπάνιεςΑιματουρίαΟυροποιητικό
-
ΣπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός/Θρέψη
-
ΣπάνιεςΑδυναμία συγκέντρωσηςΝευρικό Σύστημα
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΝευρικό Σύστημα
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΗπατικό
-
ΣπάνιεςΝεφροπάθεια (σπειραματονεφρίτιδα, ενδιάμεση νεφρίτιδα, νεφρική θηλοειδής νέκρωση, νεφρωτικό σύνδρομο, νεφρική εξασθένιση)Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα/Εξαρτήματα
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα/Εξαρτήματα
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑιμοποιητικό/Λεμφικό
-
ΣπάνιεςΕλκώδης στοματίτιςΣτόμα
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιςΑγγειακό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της όρασηςΟφθαλμικό
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΑναφέρθηκεΟίδημαΚαρδιαγγειακό
-
ΑναφέρθηκεΥπέρτασηΚαρδιαγγειακό
-
ΑναφέρθηκεΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιαγγειακό
pregnant_woman
SPC-ANAPROX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΌπως και τα άλλα φάρμακα της κατηγορίας αυτής, το Anaprox προκαλεί καθυστέρηση του τοκετού στα ζώα και επίσης επηρεάζει το καρδιαγγειακό σύστημα του ανθρώπινου εμβρύου (κλείσιμο του βοτάλειου πόρου). Επομένως το φάρμακο δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΤο Naproxen έχει ανιχνευθεί στο γάλα των θηλάζουσων γυναικών. Η χρήση του πρέπει επομένως να αποφεύγεται σε ασθενείς που θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ANAPROX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ANAPROX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ANAPROX
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης: λαμβάνεται από το στόμα
ΕΝΗΛΙΚΕΣ Η συνήθης δοσολογία είναι ένα έως δύο δισκία (550-1100mg) ημερησίως διαιρεμένα σε δύο δόσεις χορηγούμενες ανά 12ωρο. Σε ασθενείς που ανέχονται καλά τις χαμηλές δόσεις και δεν έχουν ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα τρία δισκία (1650 mg) ημερησίως σε περιπτώσεις κρίσεων ή οξέων εξάρσεων των παθήσεων για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων. Με αυτές τις υψηλότερες δόσεις έχει αναφερθεί αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό.
Σε αναλγητικές ενδείξεις Αρχικά δίδεται ένα δισκίο (550mg) και στην συνέχεια μισό δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες.
Για αντιμετώπιση των κρίσεων της ημικρανίας Ενάμισυ δισκίο (825 mg) λαμβάνεται με τα πρώτα συμπτώματα της επερχόμενης κρίσης. Επιπρόσθετα εάν είναι αναγκαίο μπορούν να ληφθούν και άλλο μισό έως ένα δισκίο (275-550 mg) κατά την διάρκεια της ημέρας αλλά όχι νωρίτερα από μισή ώρα από την λήψη της αρχικής δόσης.
Για αναλγησία μετά τον τοκετό σε μη θηλάζουσες μητέρες, σε δυσμηνόρροια και έπειτα από εφαρμογή ενδομητρίων επιθεμάτων. Αρχικά λαμβάνεται ένα δισκίο (550 mg) και στη συνέχεια μισό δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες.
Σε οξεία ουρική αρθρίτιδα Αρχικά χορηγείται ενάμισυ δισκίο (825 mg), έπειτα από 8 ώρες ένα δισκίο (550 mg) και στη συνέχεια μισό δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες μέχρι την υποχώρηση της κρίσης.
Σε ρευματοειδή αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα και αγκυλωτική σπονδυλίτιδα. Θεραπεία ενάρξεως: Η συνήθης αρχική δοσολογία είναι ένα έως δύο δισκία (550-1100 mg) ημερησίως διαιρεμένα σε δύο δόσεις χορηγούμενες ανά 12ωρο. Στις ακόλουθες ενδείξεις συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με ενάμισυ έως δύο δισκία (825-1100 mg) ημερησίως για ορισμένες εβδομάδες. α) Σε ασθενείς με σοβαρό νυχτερινό πόνο και/ή πρωινή δυσκαμψία. β) Σε ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με Anaprox διακόπτοντας θεραπεία με υψηλές δόσεις άλλου αντιφλεγμονώδους. γ) Στην οστεοαρθρίτιδα όταν το προεξάρχον σύμπτωμα είναι ο πόνος. Θεραπεία συντηρήσεως: Η δοσολογία κυμαίνεται μεταξύ μισού και ενός δισκίου (550-1100 mg) ημερησίως διατηρούμενης της χορήγησης ανά 12ωρο. Κάθε δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τα προεξάρχοντα συμπτώματα δηλαδή τον νυχτερινό πόνο ή την πρωινή δυσκαμψία.
ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ (4 ετών και άνω) Σε νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα: Η συνήθης δόση είναι 11 mg/kg βάρους ημερησίως χορηγούμενα σε δύο δόσεις ανά 12ωρο. Σε αναλγητικές ενδείξεις: Η αρχική δόση είναι 11 mg/kg βάρους και στη συνέχεια χορηγούνται 2,75-5,5 mg/kg βάρους κάθε 8 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 16,5 mg/kg ημερησίως έπειτα από την πρώτη ημέρα θεραπείας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν εφόσον χρησιμοποιούνται για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.(βλ. Λήμμα 4.4)
block
Αντενδείξεις
SPC-ANAPROX
expand_more
Αντενδείξεις
- Σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών.
- Σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει ασθματική προσβολή μετά από χρήση ακετυλο-σαλικυλικού οξέος ή άλλων αντιφλεγμονωδών μη στεροειδών φαρμάκων.
- Σε ασθενείς αλλεργικούς στο φάρμακο.
- Σε ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια.
- Στην εγκυμοσύνη και γαλουχία (η ασφάλεια του για τέτοια χρήση δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί).
- Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή ακετυλο-σαλικυλικό οξύ.
- Σε ασθενείς με αιματολογική νόσο ή βαριά ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ANAPROX
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ANAPROX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Το φάρμακο, όπως και τα υπόλοιπα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις λευκωματίνες του ορρού και υπάρχει η πιθανότητα να εκτοπίσει απ’ αυτές άλλα φάρμακα που έχουν την ιδιότητα αυξάνοντας έτσι την δραστικότητά τους. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), σουλφονυλουρίες, υδαντοϊνες ή σουλφοναμίδες.
-Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση ακετυλο-σαλικυλικού οξέος και αντιφλεγμονωδών μη στεροειδών φαρμάκων προκαλεί πτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας των τελευταίων. Επειδή ο συνδυασμός αυτός δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρει θεραπευτικά πλεονεκτήματα, να μην χρησιμοποιείται.
-Η ταυτόχρονη χορήγηση naproxen sodium και φουροσεμίδης παρμποδίζει την νατριοδιουρητική δράση της τελευταίας ιδιαίτερα σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας.
-Η ταυτόχρονη χορήγηση naproxen sodium και προβενεσίδης αυξάνει τα επίπεδα του naproxen στο πλάσμα.
-Η χορήγηση naproxen sodium είναι δυνατόν να αυξήσει τις τιμές των 17-κετοστεροειδών και του 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος στα ούρα γι’ αυτό όταν πρόκειται να κάνουμε μέτρηση της λειτουργικότητας των επινεφριδίων πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με Anaprox για 72 ώρες.
Όπως και τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Το Anaprox είναι δυνατόν να αυξήσει το κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας συνδυαζόμενο με την χρήση των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης.
-Έχει αναφερθεί παρεμπόδιση της νεφρικής κάθαρσης του λιθίου που οδηγεί σε αύξηση της συγκέντρωσής του στο πλάσμα.
-Το naproxen sodium, όπως και τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, είναι δυνατόν να μειώσει την αντιυπερτασική δράση της προπρανολόλης και των υπολοίπων βήτα-αναστολέων.
-Το naproxen sodium μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό της zidovudine. Γι’ αυτό πρέπει να εξετασθεί η μείωση των δόσεων της zidovudine για να αποφευχθεί η πιθανότητα αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την αύξηση των επιπέδων της zidovudine στο πλάσμα.
-Η ταυτόχρονη χορήγηση του naproxen με την μεθοτρεξάτη πρέπει να γίνεται με προσοχή γιατί το naproxen, όπως και τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, έχει αναφερθεί ότι μειώνει την σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης και έτσι είναι πιθανόν να αυξήσει την τοξικότητά της.
-
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα δεν πρέπει να χορηγούνται για 8-12 ημέρες έπειτα από τη χορήγηση του mifepristone γιατί μπορεί να μειώσουν τη δράση του.
-
Όπως με όλα τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή λόγω του αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας.
-
Οι ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες μπορεί να εμφανίσουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.
-
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη μπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης και να αυξήσουν τα επίπεδα των καρδιακών γλυκοσίδων όταν συγχορηγούνται με αυτούς.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ANAPROX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες, υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε θεραπείες μακράς διάρκειας) μπορεί να συσχετίζεται με ένα ελαφρά αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο (βλέπε Λήμμα 4.4)
Οι συχνότερες αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι: Γαστρική δυσανεξία, γαστρική δυσφορία, κεφαλαλγία ναυτία, περιφερικό οίδημα (ήπιο), εμβοές, ίλιγγος.
Οι επόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σπάνιες αλλά έχουν αναφερθεί: Αλωπεκία, αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειοοίδημα, απλαστική και αιμολυτική αναιμία, ασηπτική μηνιγγίτις, νοητική δυσλειτουργία, κολίτις, σπασμοί, ηωσινοφιλική πνευμονίτις, επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα, θανατηφόρος ηπατίτις, γαστρεντερική αιμορραγία και/ή διάτρηση, κοκκιοκυτταροπενία περιλαμβάνουσα και την ακοκκιοκυτταραιμία, ακουστικές διαταραχές, αιματουρία, υπερκαλιαιμία, αδυναμία συγκέντρωσης, αϋπνία, ίκτερος, νεφροπάθεια (κυρίως σπειραματονεφρίτιδα, ενδιάμεση νεφρίτιδα, νεφρική θηλοειδής νέκρωση, νεφρωτικό σύνδρομο και νεφρική εξασθένιση), πεπτικό έλκος, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (περιλαμβάνουσες σπάνια περιστατικά με δερματικές αλλοιώσεις), εξάνθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, θρομβοκυτοπενία, ελκώδης στοματίτις, αγγειίτις, διαταραχές της όρασης, έμετος.
Αναφυλακτικές αντιδράσεις συνήθως εμφανίζονται σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στο ακετυλο-σαλικυλικό οξύ, στα άλλα μη στεροειδή αντφλεγμονώδη φάρμακα ή στο Αnaprox. Μπορούν όμως να εμφανιστούν επίσης σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη έκθεση ή υπερευαισθησία σε αυτούς τους παράγοντες. Αν και δεν έχει αναφερθεί κατακράταση νατρίου σε μεταβολικές μελέτες, είναι πιθανόν ότι οι ασθενείς με αμφίβολη ή μειωμένη καρδιακή λειτουργία μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν λαμβάνουν Anaprox.
Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε σχέση με την θεραπεία με ΜΣΦΑ.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ANAPROX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
- Χρήση κατά την κύηση Όπως και τα άλλα φάρμακα της κατηγορίας αυτής, το Anaprox προκαλεί καθυστέρηση του τοκετού στα ζώα και επίσης επηρεάζει το καρδιαγγειακό σύστημα του ανθρώπινου εμβρύου (κλείσιμο του βοτάλειου πόρου).
Επομένως το φάρμακο δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.
- Χρήση κατά την γαλουχία Το Naproxen έχει ανιχνευθεί στο γάλα των θηλάζουσων γυναικών. Η χρήση του πρέπει επομένως να αποφεύγεται σε ασθενείς που θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ANAPROX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ANAPROX
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 10.2.3
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
expand_more
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:
H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.
H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).
H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.
H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.
H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.
H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.
Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ναπροξένη είναι ένα καθιερωμένο μη εκλεκτικό ΜΣΑΦ και είναι χρήσιμη ως αναλγητικό, αντιφλεγμονώδες και αντιπυρετικό. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η φαρμακολογική δράση της ναπροξένης μπορεί να αποδοθεί στην αναστολή της κυκλοοξυγενάσης, η οποία με τη σειρά της μειώνει τη σύνθεση προσταγλανδινών σε διάφορους ιστούς και υγρά, συμπεριλαμβανομένου του αρθρικού υγρού, του γαστρικού βλεννογόνου και του αίματος. Αν και η ναπροξένη είναι ένα αποτελεσματικό αναλγητικό, μπορεί να έχει ακούσιες επιβλαβείς επιπτώσεις στον ασθενή. Για παράδειγμα, η ναπροξένη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι η χρήση ναπροξένης προκάλεσε αύξηση της αρτηριακής πίεσης, αν και η αύξηση δεν ήταν τόσο σημαντική όσο αυτή που παρατηρήθηκε με τη χρήση ιβουπροφαίνης. Επιπλέον, μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας του ανώτερου πεπτικού είναι κατά μέσο όρο τετραπλάσιος για τα άτομα που λαμβάνουν ΜΣΑΦ. Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας του ανώτερου πεπτικού περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών ή αντιπηκτικών και ιστορικό γαστρεντερικών ελκών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Όπως και με άλλα μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ, η ναπροξένη ασκεί τις κλινικές της επιδράσεις αναστέλλοντας τα ένζυμα COX-1 και COX-2, οδηγώντας σε μειωμένη σύνθεση προσταγλανδινών. Παρόλο που και τα δύο ένζυμα συμβάλλουν στην παραγωγή προσταγλανδινών, έχουν μοναδικές λειτουργικές διαφορές. Το ένζυμο COX-1 είναι συντακτικά ενεργό και μπορεί να βρεθεί σε φυσιολογικούς ιστούς, όπως η επένδυση του στομάχου, ενώ το ένζυμο COX-2 είναι επαγώγιμο και παράγει προσταγλανδίνες που διαμεσολαβούν τον πόνο, τον πυρετό και τη φλεγμονή. Το ένζυμο COX-2 διαμεσολαβεί τις επιθυμητές αντιπυρετικές, αναλγητικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που προσφέρει η ναπροξένη, ενώ οι ανεπιθύμητες δυσμενείς επιδράσεις, όπως γαστρεντερικές διαταραχές και νεφρικές τοξικότητες, συνδέονται με το ένζυμο COX-1.
Η ναπροξένη έχει φαρμακολογικές δράσεις παρόμοιες με αυτές άλλων πρωτοτύπων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων (ΜΣΑΦ). Το φάρμακο εμφανίζει αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση. Οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν καθοριστεί σαφώς, αλλά πολλές από τις δράσεις φαίνεται να σχετίζονται κυρίως με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Η ναπροξένη αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδινών στους ιστούς του σώματος αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση. Έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον 2 ισοένζυμα, η κυκλοοξυγενάση-1 (COX-1) και -2 (COX-2) (αναφερόμενα επίσης ως προσταγλανδίνη G/H συνθάση-1 (PGHS-1) και -2 (PGHS-2), αντίστοιχα), που καταλύουν το σχηματισμό προσταγλανδινών στην οδό του αραχιδονικού οξέος. Η ναπροξένη, όπως και άλλα πρωτότυπα ΜΣΑΦ, αναστέλλει τόσο την COX-1 όσο και την COX-2. Παρόλο που οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν καθοριστεί σαφώς, τα ΜΣΑΦ φαίνεται να ασκούν αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση κυρίως μέσω της αναστολής του ισοενζύμου COX-2. Η αναστολή της COX-1 είναι πιθανώς υπεύθυνη για τις ανεπιθύμητες δράσεις των φαρμάκων στον γαστρικό βλεννογόνο και τη συσσώρευση αιμοπεταλίων.
Οι αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές επιδράσεις της ναπροξένης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2 (π.χ., celecoxib, rofecoxib), φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Ενώ ο ακριβής μηχανισμός των αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών επιδράσεων των ΜΣΑΦ συνεχίζει να ερευνάται, αυτές οι επιδράσεις φαίνεται να διαμεσολαβούνται κυρίως μέσω της αναστολής του ισοενζύμου COX-2 στις θέσεις φλεγμονής με επακόλουθη μείωση της σύνθεσης ορισμένων προσταγλανδινών από τους προδρόμους τους αραχιδονικού οξέος. Η ναπροξένη σταθεροποιεί τις λυσοσωμικές μεμβράνες και αναστέλλει την ανταπόκριση των ουδετερόφιλων σε χημειοτακτικά ερεθίσματα. Το φάρμακο δεν έχει γλυκοκορτικοειδείς ή επινεφριδοκορτικοειδείς ιδιότητες διέγερσης.
Η ναπροξένη μειώνει τη θερμοκρασία του σώματος σε ασθενείς με πυρετό. Παρόλο που ο μηχανισμός της αντιπυρετικής δράσης των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων δεν είναι γνωστός, έχει προταθεί ότι μπορεί να εμπλέκεται η καταστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών στο ΚΝΣ (πιθανώς στον υποθάλαμο).
Η ναπροξένη-προκαλούμενη αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συχνότητα και ένταση της μήτρας. Οι προσταγλανδίνες E2 και F2α αυξάνουν το πλάτος και τη συχνότητα των συσπάσεων της μήτρας σε έγκυες γυναίκες. Τα τρέχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η πρωτοπαθής δυσμηνόρροια διαμεσολαβείται επίσης από αυτές τις προσταγλανδίνες. Εάν η αυξημένη παραγωγή προσταγλανδινών που σχετίζεται με την πρωτοπαθή δυσμηνόρροια διαμεσολαβείται από την COX-1 ή την COX-2 παραμένει να προσδιοριστεί. Οι συγκεντρώσεις στο αίμα ενός μεταβολίτη της προσταγλανδίνης F2α βρέθηκαν να μειώνονται σε γυναίκες με δυσμηνόρροια που λάμβαναν ναπροξένη. Η θεραπεία με ναπροξένη ήταν αποτελεσματική στην ανακούφιση του μηνιαίου πόνου και μείωσε την απώλεια αίματος σε γυναίκες με μηνορραγία, πιθανώς αναστέλλοντας το σχηματισμό αυτών των προσταγλανδινών. Η χορήγηση ναπροξένης κατά την όψιμη κύηση μπορεί να παρατείνει τη κύηση αναστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ναπροξένη διατίθεται ως ελεύθερο οξύ και άλας νατρίου. Σε συγκρίσιμες δόσεις, (ναπροξένη 500 mg = ναπροξένη νατρίου 550 mg) διαφέρουν ελαφρώς ως προς τον ρυθμό απορρόφησής τους, αλλά κατά τα άλλα είναι θεραπευτικά και φαρμακολογικά ισοδύναμα. Η ναπροξένη νατρίου επιτυγχάνει μέγιστη πλασματική συγκέντρωση μετά από 1 ώρα, ενώ η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση παρατηρείται μετά από 2 ώρες με τη ναπροξένη (ελεύθερο οξύ). Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των 2 μορφών στις φαρμακοκινητικές μετά την απορρόφηση. Η διαφορά στην αρχική απορρόφηση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία οξέος πόνου, καθώς η ναπροξένη νατρίου μπορεί να προσφέρει ταχύτερη έναρξη δράσης.
Οι μέσες Cmax για τις διάφορες μορφές (άμεσης αποδέσμευσης, εντερικά επικαλυμμένες, ελεγχόμενης αποδέσμευσης κ.λπ.) της ναπροξένης είναι συγκρίσιμες και κυμαίνονται από 94 mcg/mL έως 97,4 mcg/mL. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη, η μέση Tmax της ναπροξένης 500 mg (άμεσης αποδέσμευσης) που χορηγήθηκε κάθε 12 ώρες για 5 ημέρες ήταν 3 ώρες, σε σύγκριση με μέση Tmax 5 ωρών για το Naprelan 1000 mg (ελεγχόμενης αποδέσμευσης) που χορηγήθηκε κάθε 24 ώρες για 5 ημέρες. Στην ίδια μελέτη, η AUC0-24hr ήταν 1446 mcgxhr/mL για τη ναπροξένη άμεσης αποδέσμευσης και 1448 mcgxhr/mL για τη μορφή ελεγχόμενης αποδέσμευσης. Μια ξεχωριστή μελέτη που συνέκρινε τις φαρμακοκινητικές των δισκίων Naprosyn και EC-Naprosyn παρατήρησε τις ακόλουθες τιμές: Tmax και AUC0-12hrs του EC-Naprosyn ήταν 4 ώρες και 845 mcgxhr/mL αντίστοιχα, και οι τιμές Tmax και AUC0-12hrs του Naprosyn ήταν 1,9 ώρες και 767 mcgxhr/mL αντίστοιχα.
Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με σומatriptan, η Cmax της ναπροξένης είναι περίπου 36% χαμηλότερη σε σύγκριση με τα δισκία ναπροξένης νατρίου 550 mg, και η διάμεση Tmax είναι 5 ώρες. Βάσει της AUC και της Cmax της ναπροξένης, το Vimovo (συνδυαστικό προϊόν ναπροξένης/εσoμεπραζόλης) και η εντερικά επικαλυμμένη ναπροξένη μπορούν να θεωρηθούν βιοϊσοδύναμα.
Συνολικά, η ναπροξένη απορροφάται γρήγορα και πλήρως όταν χορηγείται από του στόματος και του ορθού. Το φαγητό μπορεί να συμβάλει στην καθυστέρηση της απορρόφησης της από του στόματος χορηγούμενης ναπροξένης, αλλά δεν θα επηρεάσει την έκταση της απορρόφησης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 95% της ναπροξένης και των μεταβολιτών της μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα, με 66-92% να ανακτάται ως συζευγμένος μεταβολίτης και λιγότερο από 1% να ανακτάται ως ναπροξένη ή δεσμεθυλναπροξένη. Λιγότερο από 5% της ναπροξένης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Η ναπροξένη έχει όγκο κατανομής 0,16 L/kg.
Η ναπροξένη καθαρίζεται με ρυθμό 0,13 mL/min/kg.
Η από του στόματος απορρόφηση της ναπροξένης σε σκύλους είναι ταχεία, με μέγιστη πλασματική συγκέντρωση που επιτυγχάνεται σε 0,5-3 ώρες. Ο αναφερόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής σε σκύλους είναι 34-72 ώρες. Η ναπροξένη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό στις πρωτεΐνες (>99,0%). Σε σκύλους, η ναπροξένη αποβάλλεται κυρίως μέσω της χολής, ενώ σε άλλα είδη, η κύρια οδός απέκκρισης είναι μέσω των νεφρών. Ο μεγάλος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε σκύλους φαίνεται να οφείλεται στην εκτεταμένη εντεροηπατική ανακύκλωσή της.
Μετά από θεραπευτικές δόσεις, η ναπροξένη δεσμεύεται περισσότερο από 99% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Όταν οι θέσεις δέσμευσης της ναπροξένης κορεστούν (σε δόσεις 500 mg δύο φορές την ημέρα ή περισσότερο), οι ελεύθερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνονται και μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένους ρυθμούς νεφρικής κάθαρσης. Επομένως, οι πλασματικές συγκεντρώσεις ναπροξένης τείνουν να σταθεροποιούνται όταν η δοσολογία υπερβαίνει τα 500 mg δύο φορές την ημέρα.
Σε μια μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η δέσμευση της ναπροξένης στις πρωτεΐνες του ορού μειώθηκε σε σύγκριση με υγιείς ενήλικες. Η μειωμένη δέσμευση μπορεί να εξηγήσει την αύξηση του μεταβολισμού και του φαινομενικού όγκου κατανομής του φαρμάκου που παρατηρήθηκε σε αυτούς τους ασθενείς.
Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο, οι συνολικές πλασματικές συγκεντρώσεις ναπροξένης είναι μειωμένες, ενώ οι συγκεντρώσεις του ελεύθερου φαρμάκου είναι αυξημένες.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, του μεταβολίτη της 6-υδροξυ-άλφα-μεθυλ-2-ναφθαλεν-οξικό οξύ (Ο-δεσμεθυλναπροξένη) και των γλυκουρονικών τους συζυγών σε 10 άτομα (ηλικίας 20-50 ετών) που έλαβαν από του στόματος δόση 500 mg ναπροξένης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε 9 άτομα ήταν 24,7 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής 7,4 ώρες στο 10ο άτομο θεωρήθηκε εξαιρετική περίπτωση. Η ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο αντιστοιχούσε στο 50,8% της δόσης, το ισομερές συζυγές ισογλυκουρονίδιο στο 6,5%, το Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο στο 14,3% και το ισογλυκουρονίδιό του στο 5,5%. Η απέκκριση ναπροξένης και Ο-δεσμεθυλναπροξένης ήταν αμελητέα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 98% για τη ναπροξένη, 100% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη, 92% για τη ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο, 66% για τη ναπροξένη ισογλυκουρονίδιο, 72% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο και 42% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ισογλυκουρονίδιο. Συμπεράστηκε ότι η ναπροξένη υφίσταται Ο-δεσμεθυλίωση και το μητρικό φάρμακο και ο μεταβολίτης συζεύγνυνται σε ακετυλογλυκουρονίδια.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις της δραστηριότητας της ρευματοειδούς αρθρίτιδας στις φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, ενός φαρμάκου με υψηλή δέσμευση στην αλβουμίνη, σε έξι ασθενείς κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας. Στους ίδιους ασθενείς, συγκρίθηκαν οι κινητικές κατά την ενεργό νόσο με αυτές κατά την βελτίωση. Η ενεργός νόσος συχνά συνδέεται με υπολευκωματιναιμία: 30 +/- 4 gm/L έναντι 41 +/- 2 gm/L (μέσος όρος +/- SD) κατά τη στιγμή της βελτίωσης. Οι συνολικές συγκεντρώσεις ναπροξένης ήταν σημαντικά χαμηλότερες στην ενεργό νόσο, μαζί με μεγαλύτερο φαινομενικό όγκο κατανομής (10,6 +/- 1,8 L έναντι 8,4 +/- 1,3 L, P < 0,05) και συνολική κάθαρση σώματος (0,79 +/- 1,8 L/ώρα έναντι 0,59 +/- 0,14 L/ώρα, P < 0,001). Οι μέγιστες ελεύθερες συγκεντρώσεις ναπροξένης ήταν 29% +/- 19% (P < 0,05) χαμηλότερες κατά τη στιγμή της βελτίωσης. Η ελεύθερη κάθαρση βρέθηκε μειωμένη κατά την ενεργό νόσο (390 +/- 277 L/ώρα) σε σύγκριση με τη βελτίωση (488 +/- 343 L/ώρα, P < 0,05). Συζητούνται οι κλινικές επιπτώσεις των αλλοιώσεων στην κινητική της ναπροξένης που προκαλούνται από την πολυαρθρική φλεγμονή σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ (15 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η ναπροξένη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό στις πρωτεΐνες, με >99% του φαρμάκου να δεσμεύεται στην αλβουμίνη σε θεραπευτικά επίπεδα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ναπροξένη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και υφίσταται μεταβολισμό Φάσης Ι και Φάσης ΙΙ. Το πρώτο βήμα περιλαμβάνει τη μεθυλίωση της ναπροξένης μέσω CYP 1A2, 2C8 και 2C9. Τόσο η ναπροξένη όσο και η δεσμεθυλναπροξένη προχωρούν σε μεταβολισμό Φάσης ΙΙ. Ωστόσο, η δεσμεθυλναπροξένη μπορεί να σχηματίσει ακετυλο- και φαινολικές γλυκουρονικές ενώσεις, ενώ η ναπροξένη παράγει μόνο την ακετυλογλυκουρονική ένωση. Η διαδικασία ακετυλογλυκουρονιδίωσης περιλαμβάνει τις UGT 1A1, 1A3, 1A6, 1A7, 1A9, 1A10 και 2B7, ενώ η φαινολική γλυκουρονιδίωση καταλύεται από τις UGT 1A1, 1A7, 1A9 και 1A10. Η δεσμεθυλναπροξένη υφίσταται επίσης σουλφωμάτωση, η οποία καταλύεται από τις SULT 1A1, 1B1 και 1E1.
Η ναπροξένη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ σε 6-δεσμεθυλναπροξένη. Περίπου το 95% του φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη ναπροξένη (λιγότερο από 1%) και 6-δεσμεθυλναπροξένη (λιγότερο από 1%) και τα γλυκουρονικά ή άλλα συζεύγματά τους (66-92%). Ορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η νεφρική απέκκριση αμετάβλητης ναπροξένης μπορεί να είναι αμελητέα ή να απουσιάζει. Προηγουμένως αναφερόμενες συγκεντρώσεις αμετάβλητου φαρμάκου μπορεί να αντικατοπτρίζουν ταχεία υδρόλυση των συζευγμάτων κατά τη συλλογή, αποθήκευση και χειρισμό των δειγμάτων ούρων. Ο χρόνος ημιζωής των μεταβολιτών και των συζευγμάτων της ναπροξένης είναι μικρότερος από 12 ώρες. Οι μεταβολίτες της ναπροξένης μπορεί να συσσωρευτούν σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η απέκκριση της ναπροξένης μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Μικρή ποσότητα (λιγότερο από 5%) του φαρμάκου απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, του μεταβολίτη της 6-υδροξυ-άλφα-μεθυλ-2-ναφθαλεν-οξικό οξύ (Ο-δεσμεθυλναπροξένη) και των γλυκουρονικών τους συζυγών σε 10 άτομα (ηλικίας 20-50 ετών) που έλαβαν από του στόματος δόση 500 mg ναπροξένης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε 9 άτομα ήταν 24,7 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής 7,4 ώρες στο 10ο άτομο θεωρήθηκε εξαιρετική περίπτωση. Η ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο αντιστοιχούσε στο 50,8% της δόσης, το ισομερές συζυγές ισογλυκουρονίδιο στο 6,5%, το Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο στο 14,3% και το ισογλυκουρονίδιό του στο 5,5%. Η απέκκριση ναπροξένης και Ο-δεσμεθυλναπροξένης ήταν αμελητέα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 98% για τη ναπροξένη, 100% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη, 92% για τη ναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο, 66% για τη ναπροξένη ισογλυκουρονίδιο, 72% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ακετυλογλυκουρονίδιο και 42% για την Ο-δεσμεθυλναπροξένη ισογλυκουρονίδιο. Συμπεράστηκε ότι η ναπροξένη υφίσταται Ο-δεσμεθυλίωση και το μητρικό φάρμακο και ο μεταβολίτης συζεύγνυνται σε ακετυλογλυκουρονίδια.
Η ναπροξένη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-3,4,5-Τριυδροξυ-6-[(2S)-2-(6-μεθοξυ ναφθαλεν-2-υλ)προπανοϋλ]οξυοξάνιο-2-καρβοξυλικό οξύ και Ο-δεσμεθυλναπροξένη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της ναπροξένης αναφέρεται ότι είναι 12-17 ώρες.
Ο αναφερόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής σε σκύλους είναι 34-72 ώρες.
Σε υγιείς ενήλικες, ο χρόνος ημιζωής της ναπροξένης στο πλάσμα κυμαίνεται από 10-20 ώρες. Ο κατασκευαστής αναφέρει ότι ο χρόνος ημιζωής της ναπροξένης στο πλάσμα είναι περίπου 13 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα και η απέκκριση του φαρμάκου φαίνεται να είναι παρόμοια σε παιδιά και ενήλικες.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ναπροξένης, του μεταβολίτη της 6-υδροξυ-άλφα-μεθυλ-2-ναφθαλεν-οξικό οξύ (Ο-δεσμεθυλναπροξένη) και των γλυκουρονικών τους συζυγών σε 10 άτομα (ηλικίας 20-50 ετών) που έλαβαν από του στόματος δόση 500 mg ναπροξένης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ναπροξένης σε 9 άτομα ήταν 24,7 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής 7,4 ώρες στο 10ο άτομο θεωρήθηκε εξαιρετική περίπτωση. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες που δεν είναι στεροειδείς. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, προδρόμους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς (ΟΥΡΙΚΟΣΟΥΡΙΚΑ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντιυπερουρικοαιμικά) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν το συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
57Y76R9ATQ
ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Αντιφλεγμονώδεις Παράγοντες, Μη Στεροειδείς
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η ναπροξένη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ναπροξένης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ
Αντιφλεγμονώδεις Παράγοντες, Μη Στεροειδείς [CS]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]
ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ
Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αντιφλεγμονώδεις Παράγοντες, Μη Στεροειδείς [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες που δεν είναι στεροειδείς. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, προδρόμους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς (ΟΥΡΙΚΟΣΟΥΡΙΚΑ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντιυπερουρικοαιμικά) ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν το συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.