RUFINAMIDE
Ρουφιναμίδη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιεπιληπτικά, παράγωγα καρβοξαμίδης, κωδικός ATC: N03AF03.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ, μαζί με το φαγητό
- Δόση έναρξης: 400 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για παιδιά 1 έως < 4 ετών: αύξηση κατά έως και 10 mg/kg/ημέρα κάθε τρίτη ημέρα. Για παιδιά 4+ ετών και < 30 kg: αύξηση κατά 200 mg/ημέρα κάθε τρίτη ημέρα (ή μετά από 2 ημέρες αν λαμβάνουν βαλπροϊκό). Για ενήλικες, εφήβους και παιδιά 4+ ετών και >= 30 kg: αύξηση κατά 400 mg/ημέρα κάθε δεύτερη μέρα.
-
Παιδιά ηλικίας 1 έως κάτω από 4 ετών που δεν λαμβάνουν βαλπροϊκόΔόση10 mg/kg/ημέραΜέγ. δόση45 mg/kg/ημέραΧορηγούμενα σε δύο ίσα διαιρεμένες δόσεις σε διάστημα περίπου 12 ωρών μεταξύ τους. Η δόση μπορεί να αυξηθεί κατά έως και 10 mg/kg/ημέρα κάθε τρίτη ημέρα.
-
Παιδιά ηλικίας 1 έως κάτω από 4 ετών που λαμβάνουν βαλπροϊκόΔόση10 mg/kg/ημέραΜέγ. δόση30 mg/kg/ημέραΧορηγούμενα σε δύο ίσα διαιρεμένες δόσεις σε διάστημα περίπου 12 ωρών μεταξύ τους. Η δόση μπορεί να αυξηθεί κατά έως και 10 mg/kg/ημέρα κάθε τρίτη ημέρα. Εάν η υπολογιζόμενη δόση δεν επιτευχθεί, χορηγήστε το πλησιέστερο δισκίο των 100 mg.
-
Παιδιά ηλικίας 4 ετών ή άνω και σωματικού βάρους κάτω των 30 kg που δεν λαμβάνουν βαλπροϊκόΔόση200 mg/ημέραΜέγ. δόση1.000 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά κατά 200 mg/ημέρα, μέχρι και κάθε τρίτη ημέρα.
-
Παιδιά ηλικίας 4 ετών ή άνω και σωματικού βάρους κάτω των 30 kg που λαμβάνουν βαλπροϊκόΔόση200 mg/ημέραΜέγ. δόση600 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί κατά 200 mg/ημέρα, μετά από ελάχιστη περίοδο 2 ημερών.
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας 4 ετών ή άνω και σωματικού βάρους 30 kg ή άνω που δεν λαμβάνουν βαλπροϊκόΔόση400 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά κατά 400 mg/ημέρα, μέχρι και κάθε δεύτερη μέρα. Μέγιστη συνιστώμενη δόση: 30,0 - 50,0 kg: 1.800 mg/ημέρα. 50,1 - 70,0 kg: 2.400 mg/ημέρα. ≥ 70,1 kg: 3.200 mg/ημέρα.
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας 4 ετών ή άνω και σωματικού βάρους 30 kg ή άνω που λαμβάνουν βαλπροϊκόΔόση400 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά κατά 400 mg/ημέρα, μέχρι και κάθε δεύτερη μέρα. Μέγιστη συνιστώμενη δόση: 30,0 - 50,0 kg: 1.200 mg/ημέρα. 50,1 - 70,0 kg: 1.600 mg/ημέρα. ≥ 70,1 kg: 2.200 mg/ημέρα.
-
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσοχή και προσεκτική τιτλοδότηση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΗ χρήση δεν συνιστάται.
-
Νεογέννητα βρέφη ή βρέφη και μικρά παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτουςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στα παράγωγα τριαζόλης ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Status epilepticus (κατάσταση μεγάλης επιληψίας)Εάν ασθενείς αναπτύξουν νέου είδους σπασμούς ή/και εάν παρουσιάσουν αυξημένη συχνότητα status epilepticus που είναι διαφορετική από την αρχική κατάσταση του ασθενούς, θα πρέπει να εκτιμηθεί εκ νέου η αναλογία οφέλους-κινδύνου.
-
Διακοπή της ρουφιναμίδηςΗ ρουφιναμίδη θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά για μείωση της πιθανότητας σπασμών κατά τη διακοπή. Σε κλινικές μελέτες, η διακοπή επιτεύχθηκε μειώνοντας τη δόση κατά 25% περίπου, κάθε δύο μέρες. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με την διακοπή της συντρέχουσας χορήγησης αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων αφού επιτευχθεί ο έλεγχος των σπασμών με την προσθήκη ρουφιναμίδης.
-
Αντιδράσεις του Κεντρικού Νευρικού ΣυστήματοςπροσοχήΑσθενείς και φροντιστές θα πρέπει να είναι προσεκτικοί μέχρις ότου εξοικειωθούν με τις πιθανές επιδράσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςπροσοχήΕάν υπάρξει υποψία αυτής της αντίδρασης, η χορήγηση ρουφιναμίδης θα πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία. Όλοι οι ασθενείς οι οποίοι θα αναπτύξουν κάποιο εξάνθημα ενώ λαμβάνουν ρουφιναμίδη πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση.
-
Βράχυνση του διαστήματος QTπροσοχήΟι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να χρησιμοποιούν την κλινική τους κρίση όταν αξιολογούν την συνταγογράφηση της ρουφιναμίδης σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο περαιτέρω βράχυνσης της διάρκειας του διαστήματος QTc (π.χ. συγγενές σύνδρομο βραχέος QT ή ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό τέτοιου συνδρόμου).
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαπροσοχήΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ρουφιναμίδη. Οι γιατροί θα πρέπει να προσπαθήσουν να διασφαλίσουν ότι χρησιμοποιούνται τα κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης και θα πρέπει να χρησιμοποιούν την κλινική τους κρίση όταν αξιολογούν κατά πόσο τα από του στόματος αντισυλληπτικά, ή οι δόσεις των από του στόματος αντισυλληπτικών συστατικών, είναι επαρκή ανάλογα με την κλινική κατάσταση της κάθε ασθενούς (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
Περιεχόμενο νατρίουΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ημερήσια δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
-
Αυτοκτονικός ιδεασμόςπροσοχήΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και για συμπεριφορές αυτοκτονικού ιδεασμού και πρέπει να εξετασθεί η χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας. Αν εμφανισθούν σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς, πρέπει να συσταθεί στους ασθενείς (και στα άτομα που τα φροντίζουν) να ζητήσουν τη συμβουλή του γιατρού τους.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
βαλπροϊκόπροσοχήΣημαντικές αυξήσεις στις συγκεντρώσεις ρουφιναμίδης πλάσματοςΣύστασηΜείωση της δόσης του Ρουφιναμίδη
-
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις ρουφιναμίδης
-
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις ρουφιναμίδης
-
βενζοδιαζεπίνεςΔεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις ρουφιναμίδης
-
Δεν κλινικώς σχετική επίδραση στις συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης
-
Δεν κλινικώς σχετική επίδραση στις συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης
-
Δεν κλινικώς σχετική επίδραση στις συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης
-
Αντισυλληπτικά από του στόματος (αιθυνιλοιστραδιόλη, νορεθινδρόνη)προσοχήΜείωση της AUC0-24 της αιθυνιλοιστραδιόλης κατά 22% και της νορεθινδρόνης κατά 14%ΣύστασηΣυνιστάται η χρήση μιας επιπρόσθετης ασφαλούς και αποτελεσματικής μεθόδου αντισύλληψης
-
Μείωση των συγκεντρώσεων πλάσματοςΣύστασηΠαρακολούθηση για δύο εβδομάδες στην αρχή/τέλος θεραπείας με ρουφιναμίδη ή μετά από αλλαγή δόσης. Ενδεχομένως προσαρμογή δόσης του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος.
-
ουσίες που μεταφέρονται μέσω πρωτεϊνών μεταφοράς (π.χ. P-γλυκοπρωτεΐνη)παρακολούθησηΜείωση της έκθεσης των ουσιώνΣύστασηΛήψη υπόψη των συστάσεων για ουσίες που μεταβολίζονται από CYP3A4, ειδικά για φάρμακα με στενό θεραπευτικό εύρος.
-
Δεν επηρεάζει την φαρμακοκινητική της ολανζαπίνης
-
αλκοόληΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Γρίπη
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη του ωτός
- Κολπίτιδα
- Ρινίτιδα
- Επίσταξη
- Υπερευαισθησία
- Ανορεξία
- Διαταραχή πρόσληψης τροφής
- Μειωμένη όρεξη
- Μείωση σωματικού βάρους
- Άγχος
- Αϋπνία
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Κατάσταση επιληπτική
- Σπασμοί
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Νυσταγμός
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Διαταραχή βάδισης
- Διπλωπία
- Θαμπή όραση
- Ναυτία
- Έμετος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων
- Εξάνθημα
- Ακμή
- Οσφυαλγία
- Ολιγομηνόρροια
- Κόπωση
- Κάκωση κεφαλής
- Μώλωπες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή πρόσληψης τροφήςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚάκωση κεφαλήςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΚατάσταση επιληπτικήΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ωτόςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜείωση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΟλιγομηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στην ρουφιναμίδη. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν τερατογενείς επιδράσεις, αλλά παρατηρήθηκε εμβρυοτοξικότητα παρουσία μητρικής τοξικότητας. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η ρουφιναμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή από γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία αν δεν λαμβάνονται αντισυλληπτικά μέτρα, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μεθόδους αντισύλληψης. Εάν μια γυναίκα προγραμματίζει να μείνει έγκυος, η συνεχής χρήση αυτού του προϊόντος θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν η ρουφιναμίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω των δυνητικών βλαβερών επιδράσεων στο θηλάζον βρέφος, θα πρέπει να αποφεύγεται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια θεραπείας της μητέρας με ρουφιναμίδη.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις στη γονιμότητα μετά από θεραπεία με ρουφιναμίδη.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιεπιληπτικά, παράγωγα καρβοξαμίδης, κωδικός ATC: N03AF03.
Μηχανισμός δράσης
Η ρουφιναμίδη ρυθμίζει τη δραστηριότητα των διαύλων νατρίου, παρατείνοντας την αδρανή τους κατάσταση. Η ρουφιναμίδη είναι δραστική σε ένα φάσμα μοντέλων επιληψίας στα ζώα.
Κλινική εμπειρία
Το Ρουφιναμίδη (δισκία ρουφιναμίδης) χορηγήθηκε σε μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, σε δόσεις μέχρι και 45 mg/kg/ημέρα επί 84 ημέρες, σε 139 ασθενείς με ανεπαρκώς ελεγχόμενους σπασμούς σε σχέση με Σύνδρομο Lennox-Gastaut (περιλαμβανομένων και άτυπων επιληπτικών κρίσεων με στιγμιαία διακοπή στη ροή της σκέψης και της δραστηριότητας και επεισοδίων πτώσης). Άντρες και γυναίκες ασθενείς (ηλικίας μεταξύ 4 και 30 ετών) εντάχθηκαν στη μελέτη εάν είχαν ιστορικό τύπων πολλαπλών επιληπτικών κρίσεων, το οποίο έπρεπε να περιλαμβάνει άτυπες επιληπτικές κρίσεις με στιγμιαία διακοπή στη ροή της σκέψης και της δραστηριότητας και επεισόδια πτώσης (δηλ., τονικές-ατονικές ή αστατικές επιληπτικές κρίσεις), έπαιρναν από 1 έως 3 συγχορηγούμενα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα σε σταθερή δόση, είχαν τουλάχιστον 90 σπασμούς εντός του μήνα πριν από την αρχική περίοδο 28 ημερών, ένα ΗΕΓ εντός 6 μηνών από την ένταξη στη μελέτη που να καταδεικνύει μια καταγραφή αργών συμπλεγμάτων αιχμής και κυμάτων (2,5 Hz), βάρος τουλάχιστον 18 kg και μια αξονική τομογραφία ή μαγνητική μελέτη που να επιβεβαιώνει την απουσία προοδευτικής βλάβης. Όλες οι επιληπτικές κρίσεις ταξινομήθηκαν σύμφωνα με την αναθεωρημένη ταξινόμηση των επιληπτικών κρίσεων της Διεθνούς Ένωσης κατά της Επιληψίας. Καθώς είναι δύσκολο για τους φροντιστές να ξεχωρίσουν με ακρίβεια τις τονικές και ατονικές επιληπτικές κρίσεις, η διεθνής ομάδα εμπειρογνωμόνων παιδονευρολόγων συμφώνησε να ομαδοποιήσει αυτούς τους τύπους επιληπτικών κρίσεων και να τους ονομάσει τονικές-ατονικές επιληπτικές κρίσεις ή «επεισόδια πτώσης». Έτσι, τα επεισόδια πτώσης χρησιμοποιήθηκαν ως ένα από τα κύρια τελικά σημεία. Παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση και στις τρεις πρωτογενείς μεταβλητές: το ποσοστό αλλαγής στην ολική συχνότητα σπασμών ανά 28 ημέρες κατά τη διάρκεια της φάσης συντήρησης σε σχέση με τη γραμμή αναφοράς (-35,8% με το Ρουφιναμίδη έναντι -1,6% με το εικονικό φάρμακο, p=0,0006), ο αριθμός των τονικών-ατονικών σπασμών (-42,9% με το Ρουφιναμίδη έναντι 2,2% με το εικονικό φάρμακο, p=0,0002), και η βαρύτητα των σπασμών σύμφωνα με τη βαθμολογία της Παγκόσμιας Αξιολόγησης που διενεργήθηκε από το γονέα/κηδεμόνα στο τέλος της διπλής-τυφλής φάσης (πολύ ή πάρα πολύ βελτιωμένη στο 32,2% με το Ρουφιναμίδη έναντι 14,5% στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου, p=0,0041).
Επιπρόσθετα, το Ρουφιναμίδη (πόσιμο εναιώρημα ρουφιναμίδης) χορηγήθηκε σε μια πολυκεντρική, ανοικτή μελέτη που συνέκρινε την προσθήκη της ρουφιναμίδης με την προσθήκη οποιουδήποτε άλλου αντιεπιληπτικού φαρμάκου της επιλογής του ερευνητή στο υπάρχον σχήμα 1 έως 3 αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων σε παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας 1 έως κάτω των 4 ετών με ανεπαρκώς ελεγχόμενο Σύνδρομο Lennox-Gastaut. Στην παρούσα μελέτη, 25 ασθενείς εκτέθηκαν σε ρουφιναμίδη ως συμπληρωματική θεραπεία για 24 εβδομάδες σε δόση έως και 45 mg/kg/ημέρα, σε 2 διηρημένες δόσεις. Συνολικά, 12 ασθενείς έλαβαν οποιοδήποτε άλλο αντιεπιληπτικό φάρμακο κατά την κρίση του ερευνητή στο σκέλος σύγκρισης. Η μελέτη σχεδιάστηκε κυρίως για την ασφάλεια και δεν ενισχύθηκε επαρκώς για να δείξει διαφορά αναφορικά με τις μεταβλητές της αποτελεσματικότητας των επιληπτικών κρίσεων. Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο με εκείνο των παιδιών ηλικίας 4 ετών και άνω, των εφήβων και των ενηλίκων. Επιπλέον, στα πλαίσια της μελέτης διερευνήθηκε η γνωστική ανάπτυξη, η συμπεριφορά και η ανάπτυξη της γλώσσας των ατόμων που έλαβαν θεραπεία με ρουφιναμίδη σε σύγκριση με τα άτομα που έλαβαν οποιοδήποτε άλλο αντιεπιληπτικό φάρμακο. Η μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων για τη βαθμολογία Συνολικών Προβλημάτων της Λίστας Ελέγχου Συμπεριφοράς του Παιδιού (Child Behaviour Checklist, CBCL) μετά από 2 έτη θεραπείας ήταν 53,75 για οποιαδήποτε άλλη ομάδα αντιεπιληπτικού φαρμάκου και 56,35 για την ομάδα της ρουφιναμίδης (μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων [95% CI] +2,60 [-10,5,15,7], p=0,6928), και η διαφορά μεταξύ των θεραπειών ήταν -2,776 (95% CI: -13,3, 7,8, p=0,5939).
Πληθυσμιακά μοντέλα φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής κατέδειξαν ότι η μείωση των συχνοτήτων συνολικών και τονικών-ατονικών σπασμών, η βελτίωση της γενικής αξιολόγησης της βαρύτητας των σπασμών και η αύξηση της πιθανότητας μείωσης της συχνότητας σπασμών εξαρτώνται από τις συγκεντρώσεις ρουφιναμίδης.
Απορρόφηση
Τα μέγιστα επίπεδα συγκέντρωσης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και η AUC πλάσματος της ρουφιναμίδης αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά με δόσεις που χορηγούνται τόσο σε υγιή άτομα κατόπιν νηστείας και λήψης τροφής καθώς και σε ασθενείς, πιθανώς λόγω της δοσο-περιοριστικής απορρόφησης. Κατόπιν εφάπαξ δόσεων, η τροφή αυξάνει την βιοδιαθεσιμότητα (AUC) της ρουφιναμίδης κατά περίπου 34% και τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος κατά 56%. Έχει καταδειχθεί ότι το πόσιμο εναιώρημα Ρουφιναμίδη και τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Ρουφιναμίδη είναι βιοϊσοδύναμα.
Κατανομή
Σε μελέτες in- vitro, μόνο ένα μικρό κλάσμα ρουφιναμίδης (34%) δεσμεύτηκε με πρωτεΐνες ανθρωπίνου ορού, με τη λευκωματίνη να αναλογεί στο 80% περίπου της δέσμευσης αυτής. Αυτό δεικνύει ελάχιστο κίνδυνο αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων με μετατόπιση από τα σημεία δέσμευσης κατά τη διάρκεια συντρέχουσας χορήγησης άλλων ουσιών. Η ρουφιναμίδη κατανεμήθηκε ομοιόμορφα μεταξύ ερυθροκυττάρων και πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η ρουφιναμίδη απομακρύνεται σχεδόν αποκλειστικά με μεταβολισμό. Η κύρια οδός μεταβολισμού είναι η υδρόλυση της ομάδας καρβοξυλαμίδης στο φαρμακολογικώς αδρανές όξινο παράγωγο CGP 47292. Ο μεταβολισμός μέσω του κυτοχρώματος P450 είναι πολύ μικρός. Δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί εντελώς ο σχηματισμός μικρών ποσοτήτων συζευγμάτων γλουταθιόνης. Η ρουφιναμίδη έχει καταδείξει μικρή ή καμία σημαντική ικανότητα δράσης in- vitro ως ανταγωνιστικός ή με βάση το μηχανισμό αναστολέας των ακολούθων ανθρώπινων ενζύμων του P450: CYP1A2, CYP2A6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A4/5 ή CYP4A9/11-2.
Αποβολή
Η ημίσεια ζωή απομάκρυνσης στο πλάσμα είναι περίπου 6-10 ώρες σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με επιληψία. Όταν χορηγείται δύο φορές την ημέρα ανά 12-ωρα διαστήματα, η ρουφιναμίδη συσσωρεύεται στο βαθμό που προβλέπεται από την τελική ημιζωή της, πράγμα που υποδεικνύει ότι η φαρμακοκινητική της ρουφιναμίδης είναι χρονοεξαρτώμενη (δηλαδή, δεν υπάρχει αυτοεπαγωγή μεταβολισμού). Σε μια μελέτη με ραδιενεργό ιχνηθέτη που πραγματοποιήθηκε σε τρεις υγιείς εθελοντές, η μητρική ένωση (ρουφιναμίδη) ήταν το κύριο ραδιενεργό συστατικό στο πλάσμα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 80% της συνολικής ραδιενέργειας και ο μεταβολίτης CGP 47292 αντιπροσώπευε μόνο το 15% περίπου. Η νεφρική απέκκριση ήταν η κύρια οδός απομάκρυνσης υλικού σχετιζόμενου με τη δραστική ουσία, αναλογώντας στο 84,7% της δόσης.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η βιοδιαθεσιμότητα της ρουφιναμίδης είναι δοσοεξαρτώμενη. Καθώς αυξάνεται η δόση, μειώνεται η βιοδιαθεσιμότητα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
Φύλο: Χρησιμοποιήθηκε πληθυσμιακό μοντέλο φαρμακοκινητικής για να αξιολογηθεί ο τρόπος με τον οποίο το φύλο επηρεάζει την φαρμακοκινητική της ρουφιναμίδης. Αυτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το φύλο δεν επηρεάζει την φαρμακοκινητική της ρουφιναμίδης σε κλινικώς σημαντικό βαθμό.
Νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική μίας εφάπαξ δόσης 400 mg ρουφιναμίδης δεν μεταβλήθηκε σε άτομα με χρόνια και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Ωστόσο, τα επίπεδα πλάσματος μειώθηκαν κατά 30% περίπου, όταν εφαρμόστηκε αιμοδιύλιση μετά τη χορήγηση της ρουφιναμίδης, πράγμα που υποδηλοί ότι αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη διαδικασία σε περίπτωση υπερδοσολογίας (βλ. Δοσολογία και Υπερδοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, και συνεπώς το Ρουφιναμίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι: Μια φαρμακοκινητική μελέτη σε ηλικιωμένους υγιείς εθελοντές δεν έδειξε σημαντική διαφορά στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους σε σύγκριση με νεαρότερους ενήλικες.
Παιδιά (1-12 ετών): Τα παιδιά γενικώς έχουν χαμηλότερη κάθαρση της ρουφιναμίδης από τους ενήλικες και αυτή η διαφορά σχετίζεται με το μέγεθος του σώματος με την κάθαρση της ρουφιναμίδης να αυξάνεται με το σωματικό βάρος. Μια πρόσφατη ανάλυση της ΦΚ πληθυσμού της ρουφιναμίδης από δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από 139 συμμετέχοντες (115 ασθενείς με Σύνδρομο Lennox-Gastaut και 24 υγιείς συμμετέχοντες), συμπεριλαμβανομένων 83 παιδιατρικών ασθενών με Σύνδρομο Lennox-Gastaut (10 ασθενείς ηλικίας 1 έως < 2 ετών, 14 ασθενείς ηλικίας 2 έως < 4 ετών, 14 ασθενείς ηλικίας 4 έως < 8 ετών, 21 ασθενείς ηλικίας 8 έως < 12 ετών και 24 ασθενείς ηλικίας 12 έως < 18 ετών), έδειξε ότι, όταν η δόση της ρουφιναμίδης χορηγείται σε μια βάση mg/kg/ημέρα σε συμμετέχοντες ηλικίας 1 έως < 4 ετών με Σύνδρομο Lennox-Gastaut, επιτυγχάνεται έκθεση συγκρίσιμη με αυτήν στους ασθενείς με Σύνδρομο Lennox-Gastaut ηλικίας ≥ 4 ετών, στους οποίους η αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε νεογέννητα βρέφη - ή σε βρέφη και μικρά παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους.
Απορρόφηση Τα μέγιστα επίπεδα συγκέντρωσης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και η AUC πλάσματος της ρουφιναμίδης αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά με δόσεις που χορηγούνται τόσο σε υγιή άτομα κατόπιν…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ανάπτυξη εξανθήματος |
| — | Σημεία και συμπεριφορές αυτοκτονικού ιδεασμού |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Σε υψηλές συγκεντρώσεις, αναστέλλει τη δράση των υποδοχέων mGluR5, εμποδίζοντας έτσι την παραγωγή γλουταμίνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ρουφιναμίδη είναι ένα τριαζολικό αντιεπιληπτικό φάρμακο που παρατείνει την ανενεργή κατάσταση των τασεοελεγχόμενων διαύλων νατρίου, σταθεροποιώντας έτσι τις μεμβράνες και τελικά εμποδίζοντας την εξάπλωση της μερικής επιληπτικής δραστηριότητας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το πόσιμο εναιώρημα και το δισκίο είναι βιοϊσοδύναμα σε βάση mg ανά mg. Η ρουφιναμίδη απορροφάται καλά, αλλά ο ρυθμός είναι αργός και η έκταση της απορρόφησης μειώνεται με την αύξηση της δόσης. Με βάση τη νεφρική απέκκριση, η έκταση της απορρόφησης ήταν τουλάχιστον 85% μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 600 mg δισκίου ρουφιναμίδης υπό συνθήκες λήψης τροφής. Βιοδιαθεσιμότητα= 70%-85% (μειώνεται με την αύξηση των δόσεων); Tmax, υπό συνθήκες λήψης τροφής και νηστείας= 4-6 ώρες; Cmax, 10 mg/kg/ημέρα= 4.01 µL/mL; Cmax, 30 mg/kg/ημέρα= 8.68 µL/mL; AUC (0h-12h), 10 mg/kg/ημέρα= 37.8±47 µg·h/mL; AUC (0h-12h), 30 mg/kg/ημέρα= 89.3±59 µg·h/mL.
Απεκκρίνεται νεφρικά (91%; 66% ως CGP 47292, 2% ως αμετάβλητο φάρμακο) και κοπρανωδώς (9%).
Η ρουφιναμίδη κατανέμεται ομοιόμορφα μεταξύ ερυθροκυττάρων και πλάσματος. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής εξαρτάται από τη δόση και ποικίλλει ανάλογα με την επιφάνεια του σώματος. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής ήταν περίπου 50 L στα 3200 mg/ημέρα. Ο όγκος κατανομής είναι παρόμοιος μεταξύ ενηλίκων και παιδιών και είναι μη γραμμικός.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση στις πρωτεΐνες
26.3% - 34.8% με 90% δέσμευση στην αλβουμίνη (27%).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ρουφιναμίδη μεταβολίζεται εκτενώς αλλά δεν έχει ενεργούς μεταβολίτες. Ο μεταβολισμός από καρβοξυεστεράσες σε ανενεργό μεταβολίτη CGP 47292, ένα παράγωγο καρβοξυλικού οξέος, μέσω υδρόλυσης, αποτελεί την κύρια οδό βιομετασχηματισμού. Ανιχνεύθηκαν μερικοί μικροί επιπλέον μεταβολίτες στα ούρα, οι οποίοι φάνηκαν να είναι ακετυλογλουκουρονίδια του CGP 47292. Το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 ή οι γλουταθειόνες δεν εμπλέκονται στον μεταβολισμό της ρουφιναμίδης. Η ρουφιναμίδη είναι ασθενής αναστολέας της CYP 2E1. Η ρουφιναμίδη είναι ασθενής επαγωγέας των ενζύμων CYP 3A4.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής, υγιείς εθελοντές και ασθενείς με επιληψία = 6-10 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΤΑΣΕΟΕΛΕΓΧΟΜΕΝΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΝΑΤΡΙΟΥ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Ε N03AF03Ενήλικες — Ειδικά επιληπτικά σύνδρομα
- Οζώδης σκλήρυνση, σύνδρομο Lennox-Gastaut, σύνδρομο Dravet
- Μετά αποτυχία ≥ 3 φαρμάκων μονοθεραπείας/πρόσθετης αγωγής
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΤΑΣΕΟΕΛΕΓΧΟΜΕΝΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΝΑΤΡΙΟΥ.