Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N05AE03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

SERTINDOLE

Σερτινδόλη

**Φαρμακοδυναμική** Η σερτινδόλη είναι ένα άτυπο αντιψυχωσικό, τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικό με τη haloperidol και την risperidone στη θεραπεία της σχιζοφρένειας που ανταποκρίνεται σε νευροληπτικά. Η σερτινδόλη βελτιώνει τα αρνητικά συμπτώματα και είναι επίσης …

Chemical structure of SERTINDOLE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
medication
SPC-SERDOLECT

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
άπαξ ημερησίως
Δόση έναρξης:
4 mg/ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η δόση πρέπει να αυξάνεται κατά βήματα των 4 mg μετά από 4-5 ημέρες σε κάθε δόση, μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ημερήσια δόση συντήρησης εντός του εύρους των 12-20 mg. Μία αρχική δόση 8 mg ή ταχεία αύξηση της δόσης ενέχει σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης.
  • Γενικός πληθυσμός
    Η δόση πρέπει να αυξάνεται κατά βήματα των 4 mg μετά από 4-5 ημέρες σε κάθε δόση, μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ημερήσια δόση συντήρησης εντός του εύρους των 12-20 mg. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg/ημέρα. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση της μέγιστης δόση των 24 mg.
  • Ηλικιωμένοι
    Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από ενδελεχή καρδιαγγειακή εξέταση. Βραδύτερη τιτλοποίηση και μικρότερες δόσεις συντήρησης ενδέχεται να είναι καταλληλότερες.
  • Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία
    ΔόσηΣυνηθισμένη δόση
  • Ασθενείς με ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Απαιτούν βραδύτερη τιτλοποίηση της δοσολογίας και μικρότερη δόση συντήρησης.
block
SPC-SERDOLECT

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στην σερτινδόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή μη διορθωμένη υποκαλιαιμία και σε ασθενείς με γνωστή μη διορθωμένη υπομαγνησαιμία.
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό κλινικώς σημαντικής καρδιαγγειακής νόσου, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, καρδιακής υπερτροφίας, αρρυθμιών ή βραδυκαρδίας (<50 παλμοί ανά λεπτό).
  • Η σερτινδόλη δεν πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT ή με οικογενειακό ιστορικό αυτής της νόσου, ή σε ασθενείς με γνωστή επίκτητη παράταση του διαστήματος QT (QTc άνω των 450 msec στους άνδρες και 470 msec στις γυναίκες).
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT.
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT
  • Η συγχορήγηση της σερτινδόλης αντενδείκνυται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι δυνητικοί ισχυροί αναστολείς των ενζύμων του ηπατικού κυτοχρώματος CYP450 3A
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι δυνητικοί ισχυροί αναστολείς των ενζύμων του ηπατικού κυτοχρώματος CYP450 3A
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
warning
SPC-SERDOLECT

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Καρδιαγγειακές
    η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που παρουσιάζουν δυσανεξία σε τουλάχιστον έναν άλλο αντιψυχωσικό παράγοντα.
  • ΗΚΓ έλεγχος
    Ο ηλεκτροκαρδιογραφικός (ΗΚΓ) έλεγχος είναι υποχρεωτικός πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη. Η σερτινδόλη αντενδείκνυται εάν παρατηρηθεί διάστημα QTc μεγαλύτερο των 450 msec στους άνδρες ή των 470 msec στις γυναίκες, κατά την έναρξη της θεραπείας. Ο ΗΚΓ έλεγχος πρέπει να γίνεται κατά την έναρξη της θεραπείας, κατά την επίτευξη σταθερής κατάστασης μετά από περίπου 3 εβδομάδες, ή κατά την επίτευξη δόσης 16 mg, και εκ νέου μετά από 3 μήνες θεραπείας. Κατά τη θεραπεία συντήρησης, απαιτείται ένα ΗΚΓ κάθε 3 μήνες. Κατά τη θεραπεία συντήρησης, ηλεκτροκαρδιογραφικές μετρήσεις θα πρέπει να λαμβάνονται πριν και μετά από οποιαδήποτε αύξηση της δόσης. Διενέργεια ενός ΗΚΓ συνιστάται μετά την προσθήκη ή την αύξηση της δόσης των συγχορηγούμενων φαρμάκων τα οποία ενδέχεται να αυξήσουν τη συγκέντρωση της σερτινδόλης (βλ. παράγραφο 4.5) Αν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη παρατηρηθεί διάστημα QTc μεγαλύτερο των 500 msec, η θεραπεία με σερτινδόλη πρέπει να διακόπτεται. Σε ασθενείς με συμπτώματα όπως αίσθημα παλμών, σπασμούς ή συγκοπή, τα οποία θα μπορούσαν να υποδεικνύουν την εμφάνιση αρρυθμιών, ο συνταγογράφων ιατρός θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα αξιολόγηση, που θα περιλαμβάνει και τη διενέργεια ΗΚΓ. Ο ΗΚΓ έλεγχος ιδανικά διεξάγεται το πρωί και να προτιμώνται οι τύποι Bazett ή Fridericia για τον υπολογισμό του διαστήματος QTc.
  • Κίνδυνος παράτασης του διαστήματος QT
    Ο κίνδυνος της παράτασης του διαστήματος QT αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα, τα οποία παρατείνουν το διάστημα QT ή φάρμακα που αναστέλλουν το μεταβολισμό της σερτινδόλης (βλ. παράγραφο 4.3). Οι αρχικές τιμές καλίου και μαγνησίου του ορού θα πρέπει να μετρούνται πριν την έναρξη θεραπείας με σερτινδόλη σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρών διαταραχών των ηλεκτρολυτών. Τα χαμηλά επίπεδα καλίου και μαγνησίου στον ορό θα πρέπει να διορθώνονται πριν την έναρξη της θεραπείας. Συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού σε ασθενείς με εμέτους, διάρροια, θεραπεία με διουρητικά που μειώνουν το κάλιο ή άλλες διαταραχές των ηλεκτρολυτών.
  • Ορθοστατική υπόταση
    Λόγω της ανασταλτικής δράσης της σερτινδόλης, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα ορθοστατικής υπότασης στη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης.
  • Νόσος του Parkinson
    Τα αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να αναστείλουν τη δράση των αγωνιστών της ντοπαμίνης. Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νόσο του Parkinson.
  • Αλληλεπίδραση με SSRI
    Ορισμένοι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) όπως η φλουοξετίνη και η παροξετίνη (ισχυροί αναστολείς του CYP2D6) μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της σερτινδόλης στο πλάσμα 2 έως 3 φορές. Η σερτινδόλη θα πρέπει συνεπώς να συγχορηγείται με τα φάρμακα αυτά μόνο με μεγάλη προσοχή και μόνον εφόσον το δυνητικό όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Ενδέχεται να χρειαστεί χαμηλότερη δόση συντήρησης της σερτινδόλης και προσεκτική ΗΚΓ παρακολούθηση πριν και μετά από οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της δόσης των φαρμάκων αυτών (βλ. παράγραφο 4.5).
  • Πτωχός μεταβολισμός του CYP2D6
    Η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστό πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.5).
  • Υπεργλυκαιμία ή επιδείνωση διαβήτη
    Υπεργλυκαιμία ή επιδείνωση προϋπάρχοντος διαβήτη έχουν αναφερθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σε διαβητικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη.
  • Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένα άτομα με Άνοια
    Δεδομένα από δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι οι ηλικιωμένοι με άνοια που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με εκείνους που δεν αντιμετωπίζονται. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα προκειμένου να δώσουν μία σταθερή εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους του κινδύνου. Επίσης, η αιτία του αυξημένου κινδύνου δεν είναι γνωστή. Το Serdolect δεν διαθέτει άδεια για την αντιμετώπιση των σχετιζόμενων με την άνοια διαταραχών της συμπεριφοράς.
  • Κίνδυνος αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων
    Περίπου τριπλάσια αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων έχει παρατηρηθεί με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, κλινικές μελέτες στον πληθυσμούς με άνοια. Ο μηχανισμός για αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο αυξημένος κίνδυνος για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου. Έχοντας υπόψη τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σημαντικής καρδιαγγειακής νόσου σε ηλικιωμένους, η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά από ενδελεχή καρδιαγγειακό έλεγχο.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
    Περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Εφόσον οι ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά, συχνά παρουσιάζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, πρέπει να αναγνωριστούν όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη και να ληφθούν προληπτικά μέτρα.
  • Μειωμένη ηπατική λειτουργία
    Οι ασθενείς με ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Συνιστάται βραδύτερη τιτλοποίηση και χορήγηση χαμηλότερης δόσης συντήρησης.
  • Βραδυκινησία
    Η βραδυκινησία πιστεύεται ότι προκαλείται από την υπερευαισθησία των υποδοχέων της ντοπαμίνης στα βασικά γάγγλια, ως αποτέλεσμα του χρόνιου αποκλεισμού των υποδοχέων από τα αντιψυχωσικά. Σε κλινικές μελέτες έχει παρατηρηθεί χαμηλή συχνότητα εμφάνισης (συγκρίσιμη με του εικονικού φαρμάκου) εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια θεραπείας με σερτινδόλη. Ωστόσο, η μακροχρόνια θεραπεία με αντιψυχωσικές ουσίες (ιδίως σε υψηλές δόσεις) συσχετίζεται με τον κίνδυνο εμφάνισης βραδυκινησίας. Εάν εμφανιστούν σημεία βραδυκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής του φαρμάκου.
  • Επιληπτικές κρίσεις
    Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων.
  • Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο
    Ένα δυνητικά θανατηφόρο σύμπλεγμα συμπτωμάτων που ορισμένες φορές αναφέρεται ως Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS) έχει αναφερθεί σε σχέση με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Η αντιμετώπιση του NMS πρέπει να περιλαμβάνει την άμεση διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμάκων.
  • Απόσυρση
    Οξέα συμπτώματα στέρησης όπως ναυτία, εμέτος, εφίδρωση και αϋπνία, έχουν περιγραφεί μετά την απότομη διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμάκων. Επανεμφάνιση των ψυχωσικών συμπτωμάτων μπορεί επίσης να συμβεί και έχει επίσης αναφερθεί εμφάνιση διαταραχών ακούσιας κίνησης (όπως ακαθησία, δυστονία και δυσκινησία). Συνεπώς, συνιστάται βαθμιαία απόσυρση.
swap_horiz
SPC-SERDOLECT

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φάρμακα που αυξάνουν σημαντικά το διάστημα QT
    αντένδειξη
    Επιδείνωση των αυξήσεων του διαστήματος QT
  • αντένδειξη
    Αναστολή του CYP2D6, αύξηση του διαστήματος QT
  • Φλουοξετίνη ή παροξετίνη (ισχυροί αναστολείς του CYP2D6)
    προσοχή
    Αύξηση της συγκέντρωσης της σερτινδόλης στο πλάσμα κατά 2-3 φορές
    ΣύστασηΧορήγηση μόνο με εξαιρετική προσοχή. Μικρότερη δόση συντήρησης σερτινδόλης και προσεκτική ΗΚΓ παρακολούθηση πριν και μετά από οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της δόσης.
  • Μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη) και ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (διλτιαζέμη, βεραπαμίλη) (αναστολείς του CYP3A)
    αντένδειξη
    Μικρές αυξήσεις (<25%) της συγκέντρωσης της σερτινδόλης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων της σερτινδόλης, ειδικά σε ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6.
  • Ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη (επαγωγείς του CYP)
    Μείωση της συγκέντρωσης της σερτινδόλης στο πλάσμα κατά 2-3 φορές.
    ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης της σερτινδόλης προς τα ανώτερα όρια του δοσολογικού εύρους.
sick
SPC-SERDOLECT

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Υπερπρολακτιναιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Υπεργλυκαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
  • Συγκοπή
  • Σπασμός
  • Διαταραχή κίνησης (ειδικότερα βραδυκινησία, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Νευροληπτικού Κακόηθες Συνδρόμου (NMS) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Καρδιακές διαταραχές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Παρατεταμένο διάστημα QT (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Αγγειακές διαταραχές
  • Ορθοστατική υπόταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, συμπεριλαμβάνονται περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης με αντιψυχωσικά φάρμακα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Ρινίτιδα/ρινική συμφόρηση
  • Δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ξηροστομία
Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. 4.6)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Αποτυχία εκσπερμάτισης
  • Διαταραχές εκσπερμάτισης
  • Στυτική δυσλειτουργία
  • Γαλακτόρροια
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Ερυθροκύτταρα στα ούρα, εξέταση θετική, λευκοκύτταρα ούρων θετικά
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ρινίτιδα/ρινική συμφόρηση
    Πολύ συχνές
  • Μη φυσιολογική εκσπερμάτιση (ελάττωση όγκου εκσπερμάτισης)
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Συχνές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Συχνές
  • Παράταση του διαστήματος QT
    Συχνές
  • Υπερπρολακτιναιμία
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Σπασμός
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή κίνησης (ειδικότερα βραδυκινησία, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Νευροληπτικό Κακόηθες Συνδρόμου (NMS) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, συμπεριλαμβάνονται περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης με αντιψυχωσικά φάρμακα
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αποτυχία εκσπερμάτισης
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχές εκσπερμάτισης
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Γαλακτόρροια
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Ερυθροκύτταρα στα ούρα, εξέταση θετική, λευκοκύτταρα ούρων θετικά
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. Κύηση και γαλουχία)
    Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-SERDOLECT

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Γονιμότητα
    Εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της θεραπείας
    Η από του στόματος χορήγηση της σερτινδόλης έδειξε ότι μπορεί να διαταράξει τη γονιμότητα σε αρσενικά ποντίκια και αρουραίους, σε συστηματικές εκθέσεις παρόμοιες ή χαμηλότερες από εκείνες που αναμένονται στον άνθρωπο στη μέγιστη συνιστώμενη κλινική δόση. Η διαταραχή της γονιμότητας στα ενήλικα αρσενικά, η οποία ήταν αναστρέψιμη, πιθανώς οφείλεται σε ανταγωνισμό των α -αδρενεργικών υποδοχέων. Στον άνθρωπο, έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητα συμβάντα όπως υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, στυτική δυσλειτουργία, διαταραχή εκσπερμάτισης και αποτυχία εκσπερμάτισης. Τα συμβάντα αυτά ενδέχεται να έχουν αρνητική επίδραση στη σεξουαλική δραστηριότητα και τη γονιμότητα γυναικών και/ή ανδρών. Σε περίπτωση εμφάνισης κλινικά σημαντικής υπερπρολακτιναιμίας, γαλακτόρροιας ή σεξουαλικών δυσλειτουργιών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης (εάν είναι εφικτό) ή διακοπής της θεραπείας. Οι επιδράσεις είναι αναστρέψιμες μετά από τη διακοπή της θεραπείας.
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Η ασφάλεια της χρήσης της σερτινδόλης κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Η σερτινδόλη δεν ήταν τερατογόνος σε μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα. Μία περιγεννητική και μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους έδειξε μείωση στη γονιμότητα των απογόνων σε δόση εντός του θεραπευτικού εύρους για τον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3). Συνεπώς, η σερτινδόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένου του Serdolect) κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων στέρησης τα οποία μπορεί να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Γαλουχία
    Εξετάζεται η διακοπή του θηλασμού
    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε θηλάζουσες μητέρες, ωστόσο, αναμένεται ότι η σερτινδόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εάν η θεραπεία με σερτινδόλη θεωρείται απαραίτητη, θα πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση διακοπής του θηλασμού.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η σερτινδόλη είναι ένα αντιψυχωσικό φάρμακο με συγγένεια για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2, σεροτονίνης 5-HT2A και 5-HT2C, και άλφα1-αδρενοϋποδοχείς. Προκλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η σερτινδόλη δρα προτιμησιακά σε λιμβικούς και…
monitor_heart
SPC-SERDOLECT

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: εκλεκτικά του μεταιχμιακού συστήματος αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05A E 03 Έχει προταθεί ότι οι νευροφαρμακολογικές ιδιότητες της σερτινδόλης, ως αντιψυχωσικού φαρμάκου, προκύπτουν από την εκλεκτική ανασταλτική της δράση στους…
biotech
SPC-SERDOLECT

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η αποβολή της σερτινδόλης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με μέση τελική ημίσεια ζωή περίπου 3 ημερών. Απορρόφηση Η σερτινδόλη απορροφάται καλά με tmax περίπου 10 ωρών μετά από τη χορήγηση της σερτινδόλης από το στόμα. Διαφορετικές περιεκτικότητες…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ηπατικός. Η σερτινδόλη μεταβολίζεται από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP 2D6 και CYP 3A4. Η σερτινδόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν 5-Chloro-1-(4-fluorophenyl)-3-(piperidin-4-yl)-1H-indole και…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Χορηγείται από το στόμα.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SERDOLECT
expand_more

Η σερτινδόλη χορηγείται από του στόματος άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή. Σε ασθενείς στους οποίους απαιτείται καταστολή, μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα και μια βενζοδιαζεπίνη.

Τιτλοποίηση Όλοι οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με σερτινδόλη 4 mg/ημέρα. Η δόση πρέπει να αυξάνεται κατά βήματα των 4 mg μετά από 4-5 ημέρες σε κάθε δόση, μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ημερήσια δόση συντήρησης εντός του εύρους των 12-20 mg. Λόγω της  ανασταλτικής δράσης της σερτινδόλης, ενδέχεται να παρατηρηθούν συμπτώματα ορθοστατικής υπότασης κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης. Μία αρχική δόση 8 mg ή ταχεία αύξηση της δόσης ενέχει σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης.

Συντήρηση Ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg/ημέρα. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση της μέγιστης δόση των 24 mg, δεδομένου ότι οι κλινικές δοκιμές δεν έχουν δείξει σταθερή βελτίωση της αποτελεσματικότητας σε δόσεις άνω των 20 mg και η παράταση του διαστήματος QT μπορεί να αυξηθεί στα ανώτερα όρια του δοσολογικού εύρους.

Ηλικιωμένοι Μια φαρμακοκινητική μελέτη δεν έδειξε διαφορές ανάμεσα σε νεαρά και ηλικιωμένα άτομα. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα μόνο κλινικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από ενδελεχή καρδιαγγειακή εξέταση. Βραδύτερη τιτλοποίηση και μικρότερες δόσεις συντήρησης ενδέχεται να είναι καταλληλότερες για τους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών Το Serdolect δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.

Μειωμένη νεφρική λειτουργία Η σερτινδόλη μπορεί να χορηγηθεί στη συνηθισμένη δόση στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις). Η φαρμακοκινητική της σερτινδόλης δεν επηρεάζεται από την αιμοδιύλιση.

Μειωμένη ηπατική λειτουργία Ασθενείς με ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία απαιτούν βραδύτερη τιτλοποίηση της δοσολογίας και μικρότερη δόση συντήρησης.

Επανατιτλοποίηση της σερτινδόλης σε ασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως διακόψει τη θεραπεία Κατά την επανέναρξη της θεραπείας με σερτινδόλη σε ασθενείς που έμειναν λιγότερο από μία εβδομάδα χωρίς σερτινδόλη, δεν απαιτείται εκ νέου τιτλοποίηση της σερτινδόλης και η δόση συντήρησης μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου. Διαφορετικά πρέπει να ακολουθηθεί το συνιστώμενο σχήμα τιτλοποίησης. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ΗΚΓ πριν την εκ νέου τιτλοποίηση της σερτινδόλης.

Αλλαγή από άλλα αντιψυχωσικά Η θεραπεία με τη σερτινδόλη μπορεί να ξεκινήσει σύμφωνα με το συνιστώμενο σχήμα τιτλοποίησης ταυτόχρονα με τη διακοπή άλλων από του στόματος χορηγούμενων αντιψυχωσικών. Σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά επιβραδυμένης δράσης, η χορήγηση σερτινδόλης ξεκινά στη θέση της επόμενης ένεσης επιβραδυμένης δράσης.

block

Αντενδείξεις

SPC-SERDOLECT
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην σερτινδόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή μη διορθωμένη υποκαλιαιμία και σε ασθενείς με γνωστή μη διορθωμένη υπομαγνησαιμία.
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό κλινικώς σημαντικής καρδιαγγειακής νόσου, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, καρδιακής υπερτροφίας, αρρυθμιών ή βραδυκαρδίας (<50 παλμοί ανά λεπτό).
  • Επιπλέον, η σερτινδόλη δεν πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT ή με οικογενειακό ιστορικό αυτής της νόσου, ή σε ασθενείς με γνωστή επίκτητη παράταση του διαστήματος QT (QTc άνω των 450 msec στους άνδρες και 470 msec στις γυναίκες).
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT. Οι σχετικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:
    • αντιαρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας Ιa και ΙΙΙ (π.χ. κινιδίνη, αμιοδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη)
    • ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη)
    • ορισμένες μακρολίδες (π.χ. ερυθρομυκίνη)
    • ορισμένα αντιισταμινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεμιζόλη)
    • ορισμένα αντιβιοτικά κινολόνης (π.χ. γατιφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη) Ο παραπάνω κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός, καθώς κι άλλα, μεμονωμένα φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT (π.χ.
    • σιζαπρίδη, λίθιο) αντενδείκνυνται επίσης.
  • Η συγχορήγηση της σερτινδόλης αντενδείκνυται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι δυνητικοί ισχυροί αναστολείς των ενζύμων του ηπατικού κυτοχρώματος CYP450 3A (βλ. παράγραφο 4.5). Οι σχετικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:
    • συστηματική θεραπεία με αντιμυκητιασικούς παράγοντες «αζολών» (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη)
    • ορισμένα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαρυθρομυκίνη)
    • αναστολείς πρωτεάσης του HIV (π.χ. ιντιναβίρη)
    • ορισμένοι αναστολείς διαύλων ασβεστίου (π.χ. διλτιαζέμη, βεραπαμίλη) Ο παραπάνω κατάλογος δεν είναι πλήρης, καθώς κι άλλα μεμονωμένα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ισχυρώς τα ένζυμα του CYP3A (π.χ. σιμετιδίνη) αντενδείκνυνται επίσης.
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Τα δισκία περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SERDOLECT
expand_more

Καρδιαγγειακές Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η σερτινδόλη παρατείνει το διάστημα QT σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι ορισμένα άλλα αντιψυχωσικά. Η μέση επιμήκυνση του QT είναι μεγαλύτερη προς το ανώτερο όριο του συνιστώμενου δοσολογικού εύρους (20 και 24 mg). Η επιμήκυνση του διαστήματος QT σε ορισμένα φάρμακα σχετίζεται με την ικανότητα πρόκλησης αρρυθμίας τύπου κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (TdP) (μία δυνητικά θανατηφόρο πολυμορφική κοιλιακή ταχυκαρδία) και αιφνίδιου θανάτου. Ωστόσο, τα κλινικά και μη κλινικά δεδομένα δεν είναι ικανά να επιβεβαιώσουν κατά πόσο η σερτινδόλη έχει μεγαλύτερη αρρυθμογόνο δράση από τα άλλα αντιψυχωσικά. Ως εκ τούτου η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που παρουσιάζουν δυσανεξία σε τουλάχιστον έναν άλλο αντιψυχωσικό παράγοντα. Οι συνταγογράφοι ιατροί θα πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας.

ΗΚΓ έλεγχος

  • Ο ηλεκτροκαρδιογραφικός (ΗΚΓ) έλεγχος είναι υποχρεωτικός πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη.
  • Η σερτινδόλη αντενδείκνυται εάν παρατηρηθεί διάστημα QTc μεγαλύτερο των 450 msec στους άνδρες ή των 470 msec στις γυναίκες, κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Ο ΗΚΓ έλεγχος πρέπει να γίνεται κατά την έναρξη της θεραπείας, κατά την επίτευξη σταθερής κατάστασης μετά από περίπου 3 εβδομάδες, ή κατά την επίτευξη δόσης 16 mg, και εκ νέου μετά από 3 μήνες θεραπείας.
  • Κατά τη θεραπεία συντήρησης, απαιτείται ένα ΗΚΓ κάθε 3 μήνες.
  • Κατά τη θεραπεία συντήρησης, ηλεκτροκαρδιογραφικές μετρήσεις θα πρέπει να λαμβάνονται πριν και μετά από οποιαδήποτε αύξηση της δόσης.
  • Διενέργεια ενός ΗΚΓ συνιστάται μετά την προσθήκη ή την αύξηση της δόσης των συγχορηγούμενων φαρμάκων τα οποία ενδέχεται να αυξήσουν τη συγκέντρωση της σερτινδόλης (βλ. παράγραφο 4.5)
  • Αν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη παρατηρηθεί διάστημα QTc μεγαλύτερο των 500 msec, η θεραπεία με σερτινδόλη πρέπει να διακόπτεται.
  • Σε ασθενείς με συμπτώματα όπως αίσθημα παλμών, σπασμούς ή συγκοπή, τα οποία θα μπορούσαν να υποδεικνύουν την εμφάνιση αρρυθμιών, ο συνταγογράφων ιατρός θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα αξιολόγηση, που θα περιλαμβάνει και τη διενέργεια ΗΚΓ.
  • Ο ΗΚΓ έλεγχος ιδανικά διεξάγεται το πρωί και να προτιμώνται οι τύποι Bazett ή Fridericia για τον υπολογισμό του διαστήματος QTc. Ο κίνδυνος της παράτασης του διαστήματος QT αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα, τα οποία παρατείνουν το διάστημα QT ή φάρμακα που αναστέλλουν το μεταβολισμό της σερτινδόλης (βλ. παράγραφο 4.3). Οι αρχικές τιμές καλίου και μαγνησίου του ορού θα πρέπει να μετρούνται πριν την έναρξη θεραπείας με σερτινδόλη σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρών διαταραχών των ηλεκτρολυτών. Τα χαμηλά επίπεδα καλίου και μαγνησίου στον ορό θα πρέπει να διορθώνονται πριν την έναρξη της θεραπείας. Συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού σε ασθενείς με εμέτους, διάρροια, θεραπεία με διουρητικά που μειώνουν το κάλιο ή άλλες διαταραχές των ηλεκτρολυτών. Λόγω της α ανασταλτικής δράσης της σερτινδόλης, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα ορθοστατικής υπότασης στη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης. Τα αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να αναστείλουν τη δράση των αγωνιστών της ντοπαμίνης. Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νόσο του Parkinson. Ορισμένοι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) όπως η φλουοξετίνη και η παροξετίνη (ισχυροί αναστολείς του CYP2D6) μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της σερτινδόλης στο πλάσμα 2 έως 3 φορές. Η σερτινδόλη θα πρέπει συνεπώς να συγχορηγείται με τα φάρμακα αυτά μόνο με μεγάλη προσοχή και μόνον εφόσον το δυνητικό όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Ενδέχεται να χρειαστεί χαμηλότερη δόση συντήρησης της σερτινδόλης και προσεκτική ΗΚΓ παρακολούθηση πριν και μετά από οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της δόσης των φαρμάκων αυτών (βλ. παράγραφο 4.5). Η σερτινδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστό πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.5). Υπεργλυκαιμία ή επιδείνωση προϋπάρχοντος διαβήτη έχουν αναφερθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σε διαβητικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη.

Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένα άτομα με Άνοια

Δεδομένα από δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι οι ηλικιωμένοι με άνοια που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με εκείνους που δεν αντιμετωπίζονται. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα προκειμένου να δώσουν μία σταθερή εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους του κινδύνου. Επίσης, η αιτία του αυξημένου κινδύνου δεν είναι γνωστή. Το Serdolect δεν διαθέτει άδεια για την αντιμετώπιση των σχετιζόμενων με την άνοια διαταραχών της συμπεριφοράς.

Κίνδυνος αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων

Περίπου τριπλάσια αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων έχει παρατηρηθεί με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, κλινικές μελέτες στον πληθυσμούς με άνοια. Ο μηχανισμός για αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο αυξημένος κίνδυνος για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου. Έχοντας υπόψη τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σημαντικής καρδιαγγειακής νόσου σε ηλικιωμένους, η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά από ενδελεχή καρδιαγγειακό έλεγχο.

Φλεβική θρομβοεμβολή

Περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Εφόσον οι ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά, συχνά παρουσιάζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, πρέπει να αναγνωριστούν όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτινδόλη και να ληφθούν προληπτικά μέτρα.

Μειωμένη ηπατική λειτουργία

Οι ασθενείς με ήπια/μέτρια ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Συνιστάται βραδύτερη τιτλοποίηση και χορήγηση χαμηλότερης δόσης συντήρησης.

Βραδυκινησία

Η βραδυκινησία πιστεύεται ότι προκαλείται από την υπερευαισθησία των υποδοχέων της ντοπαμίνης στα βασικά γάγγλια, ως αποτέλεσμα του χρόνιου αποκλεισμού των υποδοχέων από τα αντιψυχωσικά. Σε κλινικές μελέτες έχει παρατηρηθεί χαμηλή συχνότητα εμφάνισης (συγκρίσιμη με του εικονικού φαρμάκου) εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια θεραπείας με σερτινδόλη. Ωστόσο, η μακροχρόνια θεραπεία με αντιψυχωσικές ουσίες (ιδίως σε υψηλές δόσεις) συσχετίζεται με τον κίνδυνο εμφάνισης βραδυκινησίας. Εάν εμφανιστούν σημεία βραδυκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής του φαρμάκου.

Επιληπτικές κρίσεις

Η σερτινδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων.

Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο

Ένα δυνητικά θανατηφόρο σύμπλεγμα συμπτωμάτων που ορισμένες φορές αναφέρεται ως Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS) έχει αναφερθεί σε σχέση με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Η αντιμετώπιση του NMS πρέπει να περιλαμβάνει την άμεση διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμάκων.

Απόσυρση

Οξέα συμπτώματα στέρησης όπως ναυτία, εμέτος, εφίδρωση και αϋπνία, έχουν περιγραφεί μετά την απότομη διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμάκων. Επανεμφάνιση των ψυχωσικών συμπτωμάτων μπορεί επίσης να συμβεί και έχει επίσης αναφερθεί εμφάνιση διαταραχών ακούσιας κίνησης (όπως ακαθησία, δυστονία και δυσκινησία). Συνεπώς, συνιστάται βαθμιαία απόσυρση.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SERDOLECT
expand_more

Οι αυξήσεις του διαστήματος QT που σχετίζονται με τη θεραπεία με σερτινδόλη μπορεί να επιδεινωθούν με τη συγχορήγηση άλλων φαρμάκων που είναι γνωστό ότι αυξάνουν σημαντικά το διάστημα QT. Ως εκ τούτου, η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

CYP2D6 Η συγκέντρωση της σερτινδόλης στο πλάσμα αυξάνεται κατά 2-3 φορές σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φλουοξετίνη ή παροξετίνη (ισχυροί αναστολείς του CYP2D6). Συνεπώς, η σερτινδόλη θα πρέπει να συγχορηγείται με αυτούς ή με άλλους αναστολείς του CYP2D6 μόνο με εξαιρετική προσοχή. Ενδέχεται να χρειαστεί μικρότερη δόση συντήρησης σερτινδόλης και προσεκτική ΗΚΓ παρακολούθηση πριν και μετά από οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της δόσης των φαρμάκων αυτών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

CYP3A Μικρές αυξήσεις (25%) της συγκέντρωσης της σερτινδόλης στο πλάσμα σημειώθηκαν με τα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. την ερυθρομυκίνη που είναι αναστολέας του CYP3A) και τους ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (διλτιαζέμη, βεραπαμίλη). Ωστόσο, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι σημαντικότερες στους ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 (καθώς η αποβολή της σερτινδόλης από το CYP2D6 και το CYP3A αναμένεται να επηρεαστεί). Επομένως, αφού δεν είναι δυνατό να ταυτοποιούνται σε τακτική βάση οι ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6, η συγχορήγηση αναστολέων του CYP3A και σερτινδόλης αντενδείκνυται, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων της σερτινδόλης (βλ. Αντενδείξεις).

Ο μεταβολισμός της σερτινδόλης μπορεί να αυξηθεί σημαντικά από παράγοντες που είναι γνωστό ότι επάγουν τα ισοένζυμα CYP και συγκεκριμένα, από την ριφαμπικίνη, την καρβαμαζεπίνη, τη φαινυτοΐνη, και τη φαινοβαρβιτάλη που μπορούν να μειώσουν την συγκέντρωση της σερτινδόλης στο πλάσμα κατά 2-3 φορές. Η μειωμένη αντιψυχωσική αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα ή άλλους παράγοντες επαγωγής μπορεί να απαιτήσει την προσαρμογή της δόσης της σερτινδόλης προς τα ανώτερα όρια του δοσολογικού εύρους.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SERDOLECT
expand_more

Στις κλινικές μελέτες, ανεπιθύμητα συμβάντα με συχνότητα εμφάνισης μεγαλύτερη από 1%, που σχετίζονται με τη χρήση της σερτινδόλης και με σημαντική διαφορά από το εικονικό φάρμακο, ήταν (καταγράφονται με σειρά φθίνουσας συχνότητας): ρινίτιδα/ρινική συμφόρηση, μη φυσιολογική εκσπερμάτιση (ελάττωση όγκου εκσπερμάτισης), ζάλη, ξηροστομία, ορθοστατική υπόταση, αύξηση σωματικού βάρους, περιφερικό οίδημα, δύσπνοια, παραισθησία και παράταση του διαστήματος QT (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (EPS) Η συχνότητα αναφοράς σχετιζόμενων με EPS ανεπιθύμητων συμβάντων από ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με σερτινδόλη ήταν παρόμοια με αυτήν σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Επιπλέον, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν σερτινδόλη και χρειάσθηκαν θεραπεία για την αντιμετώπιση EPS δεν διέφερε από το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Μερικές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου θα εμφανιστούν με την έναρξη της θεραπείας και θα εξαφανιστούν με τη συνέχιση της θεραπείας, π.χ. ορθοστατική υπόταση.

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομημένες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα:

Πολύ συχνές (1/10) Συχνές ( 1/100, 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000,  1/100), Σπάνιες ( 1/10.000,  1/1.000), Πολύ σπάνιες ( 1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SERDOLECT
expand_more

Γονιμότητα

Η από του στόματος χορήγηση της σερτινδόλης έδειξε ότι μπορεί να διαταράξει τη γονιμότητα σε αρσενικά ποντίκια και αρουραίους, σε συστηματικές εκθέσεις παρόμοιες ή χαμηλότερες από εκείνες που αναμένονται στον άνθρωπο στη μέγιστη συνιστώμενη κλινική δόση. Η διαταραχή της γονιμότητας στα ενήλικα αρσενικά, η οποία ήταν αναστρέψιμη, πιθανώς οφείλεται σε ανταγωνισμό των α -αδρενεργικών υποδοχέων. Στον άνθρωπο, έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητα συμβάντα όπως υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, στυτική δυσλειτουργία, διαταραχή εκσπερμάτισης και αποτυχία εκσπερμάτισης. Τα συμβάντα αυτά ενδέχεται να έχουν αρνητική επίδραση στη σεξουαλική δραστηριότητα και τη γονιμότητα γυναικών και/ή ανδρών. Σε περίπτωση εμφάνισης κλινικά σημαντικής υπερπρολακτιναιμίας, γαλακτόρροιας ή σεξουαλικών δυσλειτουργιών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης (εάν είναι εφικτό) ή διακοπής της θεραπείας. Οι επιδράσεις είναι αναστρέψιμες μετά από τη διακοπή της θεραπείας.

Εγκυμοσύνη

Η ασφάλεια της χρήσης της σερτινδόλης κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Η σερτινδόλη δεν ήταν τερατογόνος σε μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα. Μία περιγεννητική και μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους έδειξε μείωση στη γονιμότητα των απογόνων σε δόση εντός του θεραπευτικού εύρους για τον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3). Συνεπώς, η σερτινδόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένου του Serdolect) κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων στέρησης τα οποία μπορεί να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Θηλασμός

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε θηλάζουσες μητέρες, ωστόσο, αναμένεται ότι η σερτινδόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εάν η θεραπεία με σερτινδόλη θεωρείται απαραίτητη, θα πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση διακοπής του θηλασμού.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SERDOLECT
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: εκλεκτικά του μεταιχμιακού συστήματος αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05A E 03

Έχει προταθεί ότι οι νευροφαρμακολογικές ιδιότητες της σερτινδόλης, ως αντιψυχωσικού φαρμάκου, προκύπτουν από την εκλεκτική ανασταλτική της δράση στους μεσομεταιχμιακούς ντοπαμινεργικούς νευρώνες και οφείλονται στην εξισορροπημένη ανασταλτική δράση στους κεντρικούς υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και της σεροτονίνης 5ΗΤ2Α καθώς και στους α1 αδρενεργικούς υποδοχείς.

Σε φαρμακολογικές μελέτες με πειραματόζωα, η σερτινδόλη ανέστειλε την αυτόματη εκφόρτιση των ντοπαμινεργικών νευρώνων της μεσομεταιχμιακής κοιλιακής περιοχής της καλύπτρας του εγκεφάλου (VTA), επιδεικνύοντας εκλεκτικότητα μεγαλύτερη κατά 100 φορές σε σχέση με την ανάλογη δράση της, στους ντοπαμινεργικούς νευρώνες της συμπαγούς μοίρας της μέλαινας ουσίας (SNC). Η αναστολή της δράσης της SNC θεωρείται ότι ενέχεται στην εμφάνιση των κινητικών ανεπιθύμητων ενεργειών (EPS) που σχετίζονται με πολλά αντιψυχωσικά φάρμακα.

Τα αντιψυχωσικά φάρμακα είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα της προλακτίνης του ορού μέσω ντοπαμινεργικού αποκλεισμού. Σε ασθενείς που έλαβαν σερτινδόλη, τα επίπεδα προλακτίνης παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων τόσο κατά τις βραχυχρόνιες μελέτες όσο και κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας (ενός έτους) θεραπείας.

Ωστόσο, κατά καιρούς έχουν αναφερθεί υπερπρολακτιναιμία και συμβάντα που σχετίζονται με την προλακτίνη κατά τη χρήση μετά την εμπορική κυκλοφορία.

Η σερτινδόλη δεν έχει καμία επίδραση στους μουσκαρινικούς και τους ισταμινικούς Η υποδοχείς. Τούτο επιβεβαιώνεται από την απουσία αντιχολινεργικής και κατασταλτικής δράσης, που σχετίζονται με τους υποδοχείς αυτούς.

Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με κλινικές μελέτες Η προοπτική μελέτη πληθυσμών για τη σερτινδόλη (SCoP) ήταν μία πολυεθνική μελέτη που διεξήχθη ως μία μεγάλη απλή μελέτη υπό φυσιολογικές συνθήκες χρήσης για τη σύγκριση της θνητότητας οποιασδήποτε αιτιολογίας, της καρδιακής ασφάλειας και της αυτοκτονικότητας της σερτινδόλης με εκείνη της ρισπεριδόνης. Η μελέτη σχεδιάστηκε ως μία προοπτική, τυχαιοποιημένη, μερικώς τυφλή μελέτη δύο παράλληλων ομάδων: σερτινδόλη (n=4.930) και ρισπεριδόνη (n=4.928) με περιόδους θεραπείας διάρκειας έως 4 ετών.

Η θνητότητα οποιασδήποτε αιτιολογίας (το πρώτο κύριο καταληκτικό σημείο) ήταν παρόμοια για τη σερτινδόλη και τη ρισπεριδόνη. Η αιτία θανάτου διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Η κύρια αιτία θανάτου στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με σερτινδόλη ήταν καρδιακή, με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο καρδιακής θνητότητας σε σχέση με την ομάδα της ρισπεριδόνης. Χαμηλότερος κίνδυνος απόπειρας αυτοκτονιών παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν σερτινδόλη, παρότι ο κίνδυνος τετελεσμένης αυτοκτονίας δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SERDOLECT
expand_more

Η αποβολή της σερτινδόλης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με μέση τελική ημίσεια ζωή περίπου 3 ημερών.

Απορρόφηση Η σερτινδόλη απορροφάται καλά με tmax περίπου 10 ωρών μετά από τη χορήγηση της σερτινδόλης από το στόμα. Διαφορετικές περιεκτικότητες είναι βιοϊσοδύναμες. Η τροφή και τα αντιόξινα αλουμινίου-μαγνησίου δεν παρουσιάζουν σημαντική κλινική επίδραση στο ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της σερτινδόλης.

Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (Vβ/F) της σερτινδόλης μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων ανέρχεται περίπου σε 20 L/kg. Η σερτινδόλη συνδέεται περίπου σε ποσοστό 99,5% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη και την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με τις συνιστώμενες δόσεις, το 90% των συγκεντρώσεων που μετρήθηκαν ήταν κάτω των 140 ng/ml (~320 nmol/L). Η σερτινδόλη διεισδύει στα ερυθρά αιμοσφαίρια με αναλογία αίματος/πλάσματος ίσο με 1,0. Η σερτινδόλη διέρχεται ευχερώς τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και το φραγμό του πλακούντα.

Μεταβολισμός Δύο μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα του ανθρώπου: η δεϋδροσερτινδόλη (οξείδωση του δακτυλίου της ιμιδαζολιδινόνης) και η νορσερτινδόλη (Ν-απαλκυλίωση). Οι συγκεντρώσεις της δεϋδροσερτινδόλης και της νορσερτινδόλης ανέρχονται περίπου σε 80% και 40%, αντίστοιχα, της μητρικής ένωσης σε σταθερή κατάσταση. Η δράση της σερτινδόλης οφείλεται κατά κύριο λόγο στο μητρικό φάρμακο ενώ οι μεταβολίτες δεν φαίνεται να ασκούν σημαντική φαρμακολογική δράση στον άνθρωπο.

Απέκκριση Η σερτινδόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται πολύ αργά, με συνολική ανάκτηση 50-60% μίας από του στόματος χορηγούμενης ραδιοσημασμένης δόσης, 14 ημέρες μετά από τη χορήγηση. Περίπου 4% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως μητρικό φάρμακο και μεταβολίτες, εκ των οποίων λιγότερο από 1% απαντάται ως μητρικό φάρμακο. Η κύρια οδός απέκκρισης είναι τα κόπρανα, με τα οποία απεκκρίνεται το υπόλοιπο μητρικό φάρμακο και οι μεταβολίτες του.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

3 ημέρες
PubChem
science

Scientific Profile

CID
60149
Μοριακός τύπος
C24H26ClFN4O
Μοριακό βάρος
440.9
IUPAC
1-[2-[4-[5-chloro-1-(4-fluorophenyl)indol-3-yl]piperidin-1-yl]ethyl]imidazolidin-2-one
InChIKey
GZKLJWGUPQBVJQ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν τις οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· άνοια γεροντική· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΟΞΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΙΝΦΑΡΚΤΟ· κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.

Σχετικά Εργαλεία