Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
INTRONA 10MIU/1ML VIAL (SD)
Διακοπή
|
10 / VIAL | 65.59 € |
|
INTRONA 18MIU/3ML VIAL (MD)
Διακοπή
|
18 / VIAL | 104.41 € |
|
INTRONA 25MIU/2,5ML VIAL (MD
Διακοπή
|
25 / VIAL | 141.62 € |
INTRONA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδορίως, Ενδοφλεβίως
- Χορήγηση: τρεις φορές την εβδομάδα, ημερησίως, 5 ημέρες την εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 3 εκατομμύρια IU
-
Ενήλικες με χρόνια ηπατίτιδα ΒΔόση5 έως 10 εκατομμύρια IUυποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 4 έως 6 μήνες.
-
Ενήλικες με χρόνια ηπατίτιδα CΔόση3 εκατομμύρια IUυποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα), ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.
-
Ενήλικες ασθενείς που υποτροπιάζουν με χρόνια ηπατίτιδα Cσε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες.
-
Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C (συνδυασμός)σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες τουλάχιστον. Εάν αρνητικό HCV-RNA στον 6ο μήνα, γονότυπος 1 και υψηλό ιικό φορτίο, ή άλλοι αρνητικοί προγνωστικοί παράγοντες (ηλικία > 40, άρρεν, γεφυροποιός ίνωση), η θεραπεία συνεχίζεται για άλλους 6 μήνες (συνολικά 12 μήνες).
-
Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία)διάρκεια μεταξύ 12 και 18 μηνών. Συνιστάται για 3 έως 4 μήνες τουλάχιστον, με επανεκτίμηση HCV-RNA. Συνέχιση αν HCV-RNA αρνητικό.
-
Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω και έφηβοι με χρόνια ηπατίτιδα C (γονότυπος 1)Δόση3 ΜΙU/m2υποδόρια 3 φορές την εβδομάδα, σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 1 έτος. Διακοπή εάν HCV-RNA την εβδομάδα 12 πέσει < 2 log10 συγκριτικά με πριν τη θεραπεία, ή αν ανιχνεύσιμο HCV-RNA την εβδομάδα θεραπείας 24.
-
Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω και έφηβοι με χρόνια ηπατίτιδα C (γονότυπος 2/3)Δόση3 ΜΙU/m2υποδόρια 3 φορές την εβδομάδα, σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 24 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρωνΔόση2 εκατομμύρια IU/m²υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα).
-
Ασθενείς με χρόνια μυελογενή λευχαιμίαΔόση4 έως 5 εκατομμύρια IU/m²υποδορίως ημερησίως. Σε συνδυασμό με κυτταραβίνη (Ara-C) 20 mg/m² υποδορίως ημερησίως επί 10 ημέρες τον μήνα (μέγιστη ημερήσια δόση 40 mg) για κάποιους ασθενείς.
-
Ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (αγωγή συντήρησης)Δόση3 εκατομμύρια IU/m²υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα).
-
Ασθενείς με οζώδες λέμφωμα (συμπληρωματική αγωγή χημειοθεραπείας)Δόση5 εκατομμύρια IUυποδορίως, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 18 μήνες.
-
Ασθενείς με καρκινοειδή όγκοΔόση5 εκατομμύρια IU (3 έως 9 εκατομμύρια IU)υποδόρια τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Ασθενείς με προχωρημένη νόσο μπορεί να απαιτήσουν ημερήσια δόση 5 εκατομμυρίων IU.
-
Ασθενείς με κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία εφόδου)Δόση20 εκατομμύρια IU/m²ενδοφλεβίως ημερησίως για 5 ημέρες την εβδομάδα, για 4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία συντήρησης)Δόση10 εκατομμύρια IU/m²υποδόρια τρεις ημέρες την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 48 εβδομάδες.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ιστορικό σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσουΠληθυσμόςασθενείς με μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, σοβαρές διαταραχές τύπου αρρυθμίας
-
Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς συμπεριλαμβανομένης αυτής που προκλήθηκε από μεταστάσεις
-
Επιληψία και/ή διαταραχή της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ)
-
Χρόνια ηπατίτιδα με μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος
-
Χρόνια ηπατίτιδαΠληθυσμόςσε ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει πρόσφατα αγωγή με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, εκτός από τη βραχυχρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών η οποία έχει τερματιστεί
-
Αυτοάνοση ηπατίτιδα ή ιστορικό αυτοάνοσης νόσουΠληθυσμόςανοσοκατασταλμένοι ασθενείς μετά από μεταμόσχευση
-
Προϋπάρχουσα θυρεοειδική νόσοςΠληθυσμόςασθενείς εκτός αν αυτή μπορεί να ελεγχθεί με συμβατική θεραπεία
-
Συνδυασμός του Interferon Alfa-2B με τελμπιβουδίνη
-
Ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρής ψυχιατρικής κατάστασηςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι, ειδικότερα σοβαρή κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας, ή απόπειρα αυτοκτονίας
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ψυχιατρικές και από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ)Σοβαρές επιδράσειςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Εάν επιμένουν, επιδεινώνονται, ή εάν ταυτοποιηθεί ιδεασμός αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας, διακοπή θεραπείας με Interferon Alfa-2B, και ψυχιατρική παρέμβαση.
-
Ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεωνΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείςΗ θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει μόνον μετά την πιστοποίηση μιας κατάλληλης εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπευτικής αντιμετώπισης της ψυχιατρικής κατάστασης.
-
Ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεωνΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΑντενδείκνυται η χορήγηση (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς που κάνουν χρήση/κατάχρηση ουσιώνΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HCV, οι οποίοι εμφανίζουν συνυπάρχουσα διαταραχή χρήσης ουσιώνΠρέπει να εκτιμηθούν και να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι ψυχιατρικές συν-νοσηρότητες και η πιθανότητα χρήσης άλλων ουσιών πριν την έναρξη της θεραπείας. Διεπιστημονική προσέγγιση. Προσεκτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή. Έγκαιρη παρέμβαση σε επανεμφάνιση ή ανάπτυξη ψυχιατρικών διαταραχών και χρήσης ουσιών.
-
Ανάπτυξη και εξέλιξηΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας 3 έως και 17 ετών με χρόνια ηπατίτιδα CΤο αναμενόμενο όφελος της θεραπείας θα πρέπει να ζυγισθεί προσεκτικά έναντι των ευρημάτων ασφάλειας. Να ληφθεί υπόψη η αναστολή της ανάπτυξης και το μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα. Ο κίνδυνος να ζυγισθεί έναντι των χαρακτηριστικών της νόσου του παιδιού. Εάν δυνατόν, θεραπεία μετά την απότομη ανάπτυξη κατά την εφηβεία.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣπάνιες, οξείεςΣε περίπτωση οξείας αντίδρασης, διακοπή φαρμάκου και έναρξη κατάλληλης ιατρικής θεραπείας. Παροδικά εξανθήματα δεν απαιτούν τη διακοπή της θεραπείας.
-
Παράταση δεικτών πήξης του αίματος και ηπατικές ανωμαλίεςΑυξημένος κίνδυνος άρσης ηπατικής αντιρρόπησης και θανάτουΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα με κίρρωσηΓια μέτριες έως σοβαρές ανεπιθύμητες εμπειρίες, τροποποίηση δοσολογικού σχήματος ή τερματισμός θεραπείας. Διακοπή θεραπείας εάν αναπτύξουν παράταση δεικτών πήξης που υποδηλώνει μη αντιρροπούμενη ηπατοπάθεια. Εάν εμφανιστούν ανωμαλίες ηπατικής λειτουργίας, στενή παρακολούπηση, διακοπή εάν σημεία/συμπτώματα προοδεύσουν.
-
ΥπότασηΕνδέχεται να απαιτηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.
-
Ανάγκη για επαρκή ενυδάτωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπείαΠρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση. Μπορεί να απαιτηθεί συμπλήρωση υγρών.
-
ΠυρεξίαΠρέπει να αποκλεισθούν άλλες αιτίες επίμονης πυρεξίας.
-
Ασθενείς με νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένισηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό πνευμονικής πάθησης, σακχαρώδη διαβήτη επιρρεπή στην κετο-οξέωση, διαταραχές πήξης, σοβαρή μυελοκαταστολήΧρήση με προσοχή.
-
Πνευμονικές καταστάσειςΣπάνιες, περιστασιακά θανάσιμεςΟποιοσδήποτε ασθενής με πυρεξία, βήχα, δύσπνοια ή άλλα αναπνευστικά συμπτώματα, ακτινογραφία θώρακος. Εάν πνευμονικές διηθήσεις ή βλάβη αναπνευστικής λειτουργίας, στενή παρακολούθηση, ενδεχόμενη διακοπή ιντερφερόνης άλφα. Άμεση διακοπή ιντερφερόνης και κορτικοστεροειδή για αποκατάσταση.
-
Οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΣπάνιεςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς. Ιδιαιτέρως ασθενείς με διαταραχές που μπορεί να σχετίζονται με αμφιβληστροειδοπάθεια (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης ή υπέρταση).Όλοι οι ασθενείς πρέπει να έχουν υποβληθεί σε οφθαλμολογική εξέταση στην έναρξη της θεραπείας. Άμεση και γενική οφθαλμολογική εξέταση εάν αλλαγές στην οπτική οξύτητα/οπτικά πεδία ή άλλα οφθαλμολογικά συμπτώματα. Εξέταση διακοπής Interferon Alfa-2B εάν νέες ή επιδεινούμενες οφθαλμολογικές διαταραχές.
-
Διαταραχή της συνείδησης, κώμα και εγκεφαλοπάθειαΜεγαλύτερου βαθμού διαταραχήΠληθυσμόςΣε μερικούς ασθενείς, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, που αντιμετωπίσθηκαν με υψηλότερες δόσεις
-
Ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίεςΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή διαταραχών του καρδιακού ρυθμού, και ασθενείς σε προχωρημένα στάδια καρκίνουΣτενή παρακολούθηση. Ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι καρδιακές αρρυθμίες μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας με Interferon Alfa-2B.
-
ΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜερικές φορές σοβαρήΣυνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων των λιπιδίων.
-
Ασθενείς με ψωρίαση και σαρκοείδωσηΠαρόξυνσηΠληθυσμόςΑσθενείς με ψωρίαση ή σαρκοείδωσηΗ χρήση συνιστάται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
-
Απόρριψη νεφρικού και ηπατικού μοσχεύματοςΑυξημένο ποσοστό
-
Αυτο-αντισώματα και αυτοάνοσες διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιάθεση στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (Vogt-Koyanagi-Harada).Προσεκτική αξιολόγηση, επανεκτίμηση σχέσης οφέλους-κινδύνου. Εάν υποψίες για σύνδρομο VKH, απόσυρση αντιιικής θεραπείας και εξέταση θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
-
Συνοδός χημειοθεραπείαΑυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας), απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόραΑπαιτούνται προσεκτικές προσαρμογές των δόσεων του Interferon Alfa-2B καθώς και των ταυτόχρονα χορηγούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων.
-
Χρόνια ηπατίτιδα C - Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνηΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα CΘα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν οι τρέχουσες οδηγίες θεραπείας για το αν χρειάζεται ηπατική βιοψία πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Χρόνια ηπατίτιδα C - Μονοθεραπεία (διαταραχές θυρεοειδούς)ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα CΑξιολόγηση επιπέδων TSH πριν την έναρξη. Αντιμετώπιση κάθε διαταραχής με συμβατική θεραπεία. Η θεραπεία Interferon Alfa-2B μπορεί να ξεκινήσει εάν τα επίπεδα της TSH είναι δυνατόν να διατηρηθούν εντός του φυσιολογικού εύρους με φαρμακευτική αγωγή. Καθορισμός TSH εάν συμπτώματα δυσλειτουργίας. Η θεραπεία με Interferon Alfa-2B μπορεί να συνεχιστεί εάν τα επίπεδα της TSH μπορούν να διατηρηθούν εντός του φυσιολογικού εύρους με φαρμακευτική αγωγή.
-
Συμπληρωματική παρακολούθηση του θυρεοειδούςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΑξιολόγηση επιπέδων TSH πριν την έναρξη. Κάθε ανωμαλία πρέπει να αντιμετωπίζεται με συμβατική αγωγή. Η αγωγή Interferon Alfa-2B μπορεί να αρχίσει εάν τα επίπεδα της TSH μπορούν να διατηρηθούν εντός των φυσιολογικών ορίων με φαρμακευτική αγωγή. Εάν ανιχνευθούν ανωμαλίες, αξιολόγηση και αντιμετώπιση. Τα παιδιά και οι έφηβοι θα πρέπει να παρακολουθούνται κάθε 3 μήνες για ένδειξη δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς (π.χ. TSH).
-
Συν-λοίμωξη HCV-HIVΑυξημένος κίνδυνος για γαλακτική οξέωση, αναιμία (με ζιδοβουδίνη), άρσης της ηπατικής αντιρρόπησης ή θανάτουΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη που λαμβάνουν HAART. Ασθενείς με συν-λοίμωξη και προχωρημένη κίρρωση που λαμβάνουν HAART.Συνιστάται προσοχή όταν προστίθεται Interferon Alfa-2B και ριμπαβιρίνη στη θεραπεία (HAART).
-
Συν-λοίμωξη HCV/HBVΕπανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας ΒΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη με τους ιούς της ηπατίτιδας B και CΌλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για ηπατίτιδα Β πριν την έναρξη της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει έπειτα να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συνδυασμένη θεραπεία Interferon Alfa-2B και ριμπαβιρίνηςΟι ασθενείς θα πρέπει να βουρτσίζουν τα δόντια τους επιμελώς δύο φορές την ημέρα και να υποβάλλονται σε τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις. Εάν συμβεί έμετος, θα πρέπει να ξεπλύνουν μετά επιμελώς το στόμα τους.
-
Επίδραση στη γονιμότητα
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ναρκωτικά, υπνωτικά ή ηρεμιστικάπροσοχήπρέπει να χορηγούνται με προσοχή
-
Άλλοι δυνητικά μυελοκατασταλτικοί παράγοντεςπροσοχήαυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας)
-
παρακολούθησηοι ιντερφερόνες μπορεί να επηρεάσουν τον οξειδωτικό μεταβολισμό. Επίπεδα θεοφυλλίνης στον ορό πρέπει να ελέγχονταιΣύστασηη δόση να προσαρμόζεται εάν είναι απαραίτητο
-
Shosaikoto (κινέζικο φυτικό φάρμακο)προσοχήπιο συχνές αναφορές για πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονίτιδα και πνευμονία (που περιστασιακά είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο)
-
προσοχήαυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας)
-
αντένδειξηαυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης περιφερικής νευροπάθειας
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ιογενής λοίμωξη
- Φαρυγγίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Πνευμονική λοίμωξη
- Μέση ωτίτιδα
- Οδοντικό απόστημα
- Ουρολοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Πνευμονία
- Σήψη
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B
- Έρπης απλός (αντίσταση)
- Ρινίτιδα
- Βρογχοσύσπαση
- Δυσφωνία
- Δύσπνοια
- Ταχύπνοια
- Επίσταξη
- Βήχας
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινικός ερεθισμός
- Ρινόρροια
- Πταρμός
- Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
- Μη παραγωγικός βήχας
- Πνευμονικές διηθήσεις
- Πνευμονίτιδα
- Πνευμονική ίνωση
- Νεόπλασμα
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Λεμφοπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς
- Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
- Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
- Σαρκοείδωση
- Παρόξυνση σαρκοείδωσης
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Ρευματοειδής αρθρίτιδα
- Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αναφυλαξία
- Αγγειίτιδα
- Έξαψη
- Εξάψεις
- Ωχρότητα
- Υπέρταση
- Περιφερική ισχαιμία
- Υπόταση
- Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Έκζεμα
- Ακμή
- Διαταραχή δέρματος
- Διαταραχή όνυχα
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Ψωρίαση
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Ερυθηματοειδές εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός
- Ανδρογενετισμός
- Διαβήτης
- Επιδεινωθείς διαβήτης
- Ανορεξία
- Υπασβεστιαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Μείωση ρυθμού ανάπτυξης
- Μείωση βάρους
- Δίψα
- Φλεγμονή της θέσης ένεσης
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Κόπωση
- Ρίγη
- Πυρεξία
- Γριππώδη συμπτώματα
- Αίσθημα κακουχίας
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένιση
- Οίδημα
- Άλγος θέσης ένεσης
- Νέκρωση της θέσης ένεσης
- Οίδημα προσώπου
- Κατάθλιψη
- Συναισθηματική αστάθεια
- Αϋπνία
- Άγχος
- Διέγερση
- Νευρικότητα
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Επιθετική αντίδραση
- Σύγχυση
- Διαταραχή συμπεριφοράς
- Υπνοβασία
- Διαταραχή ύπνου
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Απάθεια
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Αυτοκτονία
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Επιθετική συμπεριφορά
- Ψύχωση
- Παραισθήσεις
- Ιδεασμός ανθρωποκτονίας
- Μεταβολή της νοητικής κατάστασης
- Μανία
- Διπολική διαταραχή
- Ευερεθιστότητα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διαταραγμένη συγκέντρωση
- Τρόμος
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Υπερκινησία
- Υπεραισθησία
- Διαταραχή συγκέντρωσης
- Υπνηλία
- Ημικρανία
- Απώλεια γεύσης
- Περιφερική νευροπάθεια
- Εγκεφαλοαγγειακή αιμορραγία
- Εγκεφαλοαγγειακή ισχαιμία
- Επιληπτική κρίση
- Διαταραχή συναίσθησης
- Εγκεφαλοπάθεια
- Μονονευροπάθειες
- Κώμα
- Ίλιγγος
- Ξηροστομία
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Εξέλκωση στόματος
- Ελκώδης στοματίτιδα
- Στοματίτιδα
- Πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου
- Δυσπεψία
- Γλωσσίτιδα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Διαταραχή ορθού
- Γαστρεντερική διαταραχή
- Δυσκοιλιότητα
- Χαλαρά κόπρανα
- Οδονταλγία
- Διαταραχή οδόντος
- Παγκρεατίτιδα
- Ισχαιμική κολίτιδα
- Ελκώδης κολίτιδα
- Αιμορραγία των ούλων
- Μελάγχρωση γλώσσας
- Θαμπή όραση
- Επιπεφυκίτιδα
- Πόνος οφθαλμού
- Ανώμαλη όραση
- Διαταραχή δακρυϊκού αδένα
- Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Κηλιδώδες οίδημα
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας
- Οπτική νευρίτιδα
- Οίδημα οπτικής θηλής
- Απώλεια οπτικής οξύτητας
- Απώλεια οπτικών πεδίων
- Βαμβακοειδείς κηλίδες
- Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Διαταραχή ακοής
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Περικαρδίτιδα
- Καρδιομυοπάθεια
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ισχαιμία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Περικαρδιακή συλλογή
- Αρρυθμία
- Περιοδοντική διαταραχή ΜΑΚ
- Οδοντική διαταραχή ΜΑΚ
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατομεγαλία
- Ηπατοτοξικότητα
- Μώλωπας
- Ρήξη δέρματος
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Αρθρίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυοσίτιδα
- Κράμπες στα πόδια
- Οσφυαλγία
- Ενούρηση
- Διαταραχή ούρησης
- Ακράτεια ούρων
- Συχνοουρία
- Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Αμηνόρροια
- Μηνορραγία
- Διαταραχή εμμήνου ρύσης
- Κολπική διαταραχή
- Μαστοδυνία
- Δυσμηνόρροια
- Άλγος όρχεων
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Interferon Alfa-2B πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Η θεραπεία με ριμπαβιρίνη αντενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες.Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της ιντερφερόνης άλφα-2b σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.Δεν είναι γνωστό εάν τα συστατικά αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη.
-
ΓονιμότηταΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το Interferon Alfa-2B πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε γόνιμους άνδρες. Για τη συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη, θήλεις σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Άρρενες ασθενείς ή οι θήλεις σύντροφοί τους πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.Έχουν αναφερθεί μειωμένες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης και προγεστερόνης ορού σε γυναίκες που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη ανθρώπινων λευκοκυττάρων. Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε θήλεις ασθενείς ή σε συντρόφους αρρένων ασθενών που λαμβάνουν Interferon Alfa-2B σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη (βλ. την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ιντερφερόνη άλφα-2b, κωδικός ATC: L03A B05 Το Interferon Alfa-2B είναι ένα στείρο, σταθερό σκεύασμα ιντερφερόνης άλφα-2b υψηλής καθαρότητας, που παράγεται με τεχνικές ανασυνδυασμού του DNA. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b είναι μια υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη με ένα μοριακό βάρος περίπου 19.300 daltons. Λαμβάνεται από έναν κλώνο E. coli, που φέρει πλασμίδιο υβριδοποιημένο με γονίδιο άλφα-2b ιντερφερόνης από ανθρώπινα λευκοκύτταρα και το οποίο έχει παρασκευασθεί με μεθόδους γενετικής μηχανικής. Η δραστικότητα του Interferon Alfa-2B εκφράζεται σε IU, όπου 1 mg ανασυνδυασμένης ιντερφερόνης άλφα-2b πρωτεΐνης αντιστοιχεί σε 2,6 x 108 IU. Οι Διεθνείς Μονάδες (IU) καθορίζονται μετά από σύγκριση της δραστικότητας της ανασυνδυασμένης ιντερφερόνης άλφα-2b με τη δραστικότητα του διεθνούς προτύπου παρασκευάσματος αναφοράς της ανθρώπινης λευκοκυτταρικής ιντερφερόνης, που έχει καθιερωθεί από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Οι ιντερφερόνες αποτελούν μια οικογένεια μικρών πρωτεϊνικών μορίων με μοριακά βάρη που κυμαίνονται από 15.000 έως 21.000 daltons περίπου. Παράγονται και εκκρίνονται από κύτταρα ως απάντηση σε διάφορες ιογενείς λοιμώξεις ή σε διάφορους συνθετικούς και βιολογικούς επαγωγείς. Έχουν προσδιορισθεί τρεις κύριες κατηγορίες ιντερφερονών: άλφα, βήτα και γάμμα. Οι τρεις κύριες αυτές κατηγορίες δεν είναι από μόνες τους ομοιογενείς και μπορεί να περιέχουν αρκετά διαφορετικά μοριακά είδη ιντερφερονών. Έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη άνω των 14 γενετικά διαφορετικών ανθρωπίνων άλφα ιντερφερονών. Το Interferon Alfa-2B έχει ταξινομηθεί ως ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b. Οι ιντερφερόνες ασκούν τις κυτταρικές τους δράσεις κατόπιν σύνδεσής τους με ειδικούς μεμβρανικούς υποδοχείς πάνω στην κυτταρική επιφάνεια. … Μελέτες με άλλες ιντερφερόνες έχουν καταδείξει ειδικότητα του είδους. Όμως ορισμένα είδη πιθήκων, π.χ. οι πίθηκοι rhesus, είναι ευαίσθητοι σε φαρμακοδυναμική διέγερση κατά την έκθεσή τους σε ανθρώπινες τύπου 1 ιντερφερόνες. Τα αποτελέσματα αρκετών μελετών δείχνουν ότι, αφότου η ιντερφερόνη προσδεθεί στην κυτταρική μεμβράνη, διεγείρεται μια πολύπλοκη διαδοχή ενδοκυτταρικών γεγονότων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επαγωγή ορισμένων ενζύμων. Πιστεύεται ότι η διεργασία αυτή, είναι τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνη για τις ποικίλες κυτταρικές ανταποκρίσεις της ιντερφερόνης συμπεριλαμβανομένων της αναστολής της αντιγραφής του ιού μέσα στα μολυσμένα από ιό κύτταρα, της καταστολής του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και για μια σειρά ανοσοτροποποιητικών δράσεων, όπως η διέγερση της φαγοκυτταρικής δραστηριότητας των μακροφάγων και η επαύξηση της ειδικής κυτταροτοξικότητας των λεμφοκυττάρων για συγκεκριμένα κύτταρα. Οποιαδήποτε από τις ανωτέρω δράσεις ή και όλες μαζί, συμβάλλουν στην επίτευξη των θεραπευτικών αποτελεσμάτων της ιντερφερόνης. Σε μελέτες που έγιναν με συστήματα καλλιεργειών από ζωικά και ανθρώπινα κύτταρα καθώς και με ξενομοσχεύματα ανθρωπίνων όγκων σε πειραματόζωα αποδείχθηκε ότι η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b εμφανίζει ανασταλτική επί του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, αντινεοπλασματική δράση και σημαντική ανοσοτροποποιητική δράση in vitro. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b αναστέλλει επίσης την αντιγραφή του ιού in vitro και in vivo. Αν και ο ακριβής τρόπος αντιιικής δράσης της ιντερφερόνης άλφα-2b δεν είναι γνωστός, φαίνεται ότι η ιντερφερόνη τροποποιεί τον μεταβολισμό των κυττάρων του ξενιστή. Αυτή η δράση αναστέλλει την αντιγραφή του ιού, ή εάν συνεχίζεται η αντιγραφή, τα ιικά σωματίδια που σχηματίζονται, δεν έχουν την ικανότητα να εξέλθουν από το κύτταρο.
Χρόνια ηπατίτιδα Β
Η τρέχουσα κλινική εμπειρία σε ασθενείς που παραμένουν σε ιντερφερόνη άλφα-2b για 4 έως 6 μήνες υποδεικνύει ότι η θεραπεία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα κάθαρση του HBV-DNA του ορού. Έχει παρατηρηθεί μια βελτίωση στην ιστολογική εικόνα του ήπατος. Σε ενήλικες ασθενείς με απώλεια του HbeAg και του HBV-DNA, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στη νοσηρότητα και θνησιμότητα. Η ιντερφερόνη άλφα-2b (6 εκατομμύρια IU/m² 3 φορές την εβδομάδα για 6 μήνες) χορηγήθηκε σε παιδιά με χρόνια ηπατίτιδα Β. Λόγω μιας μεθοδολογικής ατέλειας, δεν μπορούσε να δειχθεί αποτελεσματικότητα. Επιπλέον σε παιδιά που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη άλφα-2b παρατηρήθηκαν μειωμένος ρυθμός ανάπτυξης και μερικές περιπτώσεις κατάθλιψης.
Χρόνια ηπατίτιδα C σε ενήλικες ασθενείς
Σε ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν ιντερφερόνη σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, το επιτυγχανόμενο ποσοστό παρατεταμένης ανταπόκρισης είναι 47%. Ανώτερη αποτελεσματικότητα έχει δειχθεί με το συνδυασμό πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης με ριμπαβιρίνη (ποσοστό παρατεταμένης ανταπόκρισης 61% επιτευχθέν σε μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με μια δόση ριμπαβιρίνης > 10,6 mg/kg, p < 0,01). Το Interferon Alfa-2B, μόνo και σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, μελετήθηκε σε 4 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, επί 2.552 ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με ιντερφερόνη. Ως αποτελεσματικότητα ορίσθηκε η παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση, 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χορήγηση του Interferon Alfa-2B με ριμπαβιρίνη αύξησε κατά τουλάχιστον δύο φορές την αποτελεσματικότητα του Interferon Alfa-2B, για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή. Ο γονότυπος του HCV και το ιικό φορτίο στην έναρξη της θεραπείας είναι προγνωστικοί παράγοντες που είναι γνωστοί ότι επηρεάζουν τα ποσοστά της ανταπόκρισης. Το αυξημένο ποσοστό ανταπόκρισης του συνδυασμού του Interferon Alfa-2B + ριμπαβιρίνη, συγκρινόμενο με το Interferon Alfa-2B μόνο του, διατηρείται σε όλες τις υποομάδες. Το σχετικό όφελος της συνδυασμένης θεραπείας με Interferon Alfa-2B + ριμπαβιρίνη είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην υποομάδα των ασθενών που είναι περισσότερο δύσκολο να αντιμετωπισθούν (γονότυπος 1 και υψηλό ιικό φορτίο).
-
Ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV/HIV Συνολικά, και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν Interferon Alfa-2B συν ριμπαβιρίνη, ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν απ’ ότι οι ασθενείς που έλαβαν πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b με ριμπαβιρίνη.
-
Ασθενείς που υποτροπίασαν Σε ασθενείς που υποτροπίασαν μετά από θεραπεία με ιντερφερόνη, η προσθήκη της ριμπαβιρίνης στο Interferon Alfa-2B αύξησε κατά 10 φορές την αποτελεσματικότητα του Interferon Alfa-2B χρησιμοποιούμενου μόνου στη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C (48,6% έναντι 4,7%).
-
Δεδομένα μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας Η εκτίμηση κατά Kaplan-Meier για συνεχιζόμενη παρατεταμένη ανταπόκριση πάνω από 5 χρόνια για όλους τους ασθενείς είναι 97% με ένα 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης [95%, 99%]. Παρατεταμένη Ιολογική Ανταπόκριση (SVR) μετά τη θεραπεία χρόνιας HCV με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (με ή χωρίς ριμπαβιρίνη) οδηγεί σε μακροχρόνια κάθαρση του ιού παρέχοντας υποχώρηση της ηπατικής λοίμωξης και κλινική «ίαση» από χρόνια HCV. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει την εμφάνιση ηπατικών επεισοδίων σε ασθενείς με κίρρωση (συμπεριλαμβανομένου ηπατοκαρκινώματος).
Χρόνια ηπατίτιδα C σε παιδιατρικό και εφηβικό πληθυσμό
Οι ασθενείς που έλαβαν Interferon Alfa-2B συν ριμπαβιρίνη ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν από τους ασθενείς που έλαβαν πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη. Στις δύο πολυκεντρικές δοκιμές τα ποσοστά παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης στα παιδιά και τους εφήβους ήταν παρόμοια με αυτά των ενηλίκων. Λόγω έλλειψης δεδομένων σε αυτές τις δύο πολυκεντρικές δοκιμές για παιδιά με σοβαρή πρόοδο της νόσου, και την πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, ο λόγος οφέλους/κινδύνου του συνδυασμού ριμπαβιρίνης και ιντερφερόνης άλφα-2b πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Δεδομένα μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας Η εκτίμηση κατά Kaplan-Meier για συνεχιζόμενη παρατεταμένη ανταπόκριση πάνω από 5 χρόνια είναι 98% [95% CI: 95%, 100%] για παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη. Επιπλέον, το 98% (51/52) με φυσιολογικά επίπεδα ALT την εβδομάδα παρακολούθησης 24 διατήρησε τα φυσιολογικά επίπεδα ALT στην τελευταία του επίσκεψη. Η SVR μετά τη θεραπεία της χρόνιας HCV με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b με ριμπαβιρίνη οδηγεί σε μακροχρόνια κάθαρση του ιού παρέχοντας υποχώρηση της ηπατικής λοίμωξης και κλινική «ίαση» από τη χρόνια HCV. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει την εμφάνιση ηπατικών συμβαμάτων σε ασθενείς με κίρρωση (συμπεριλαμβανομένου του ηπατοκαρκινώματος).
Η φαρμακοκινητική του Interferon Alfa-2B μελετήθηκε σε υγιείς εθελοντές μετά από τη χορήγηση μεμονωμένων δόσεων 5 εκατομμυρίων IU/m² και 10 εκατομμύρια IU υποδορίως, των 5 εκατομμυρίων IU/m² χορηγούμενων ενδομυικώς και ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Οι μέσες συγκεντρώσεις ιντερφερόνης στον ορό, μετά την υποδόρια και την ενδομυϊκή χορήγησή της, ήταν παρόμοιες. Η Cmax σημειώθηκε τρεις έως 12 ώρες μετά τη χορήγηση της χαμηλότερης δόσης και έξι έως οκτώ ώρες μετά τη χορήγηση της υψηλότερης δόσης. Οι χρόνοι ημιζωής της αποβολής της ιντερφερόνης, μετά από την χορήγησή της, ήταν περίπου δύο έως τρεις ώρες και έξι έως επτά ώρες αντιστοίχως. Τα επίπεδα της ιντερφερόνης στον ορό έπεφταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης 16 και 24 ώρες αντίστοιχα μετά την ένεση του φαρμάκου. Τόσο με την υποδόρια όσο και με την ενδομυϊκή χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπερέβαινε το 100%. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, τα επίπεδα της ιντερφερόνης στον ορό έφθαναν στο μέγιστο (135 έως 273 IU/ml) κατά το πέρας της έγχυσης, στη συνέχεια μειώθηκαν με ελαφρώς ταχύτερο ρυθμό απ’ ότι μετά την υποδόρια ή ενδομυϊκή χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος και έπεφταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης τέσσερις ώρες μετά την έγχυση. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής της ιντερφερόνης ήταν περίπου δύο ώρες. Τα επίπεδα της ιντερφερόνης στα ούρα ήταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης, μετά την χορήγηση της ιντερφερόνης και με τις τρεις οδούς χορήγησης. Στις κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν υπό την εποπτεία της Schering-Plough, έγινε έλεγχος στα δείγματα ορού των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε Interferon Alfa-2B, για την ανίχνευση παραγόντων που εξουδετερώνουν τη δράση της ιντερφερόνης. Οι παράγοντες που εξουδετερώνουν τη δράση της ιντερφερόνης είναι αντισώματα τα οποία εξουδετερώνουν την αντιιική δράση της ιντερφερόνης. Η κλινική συχνότητα ανάπτυξης εξουδετερωτικών παραγόντων στους ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά με συστηματική χορήγηση ήταν στους καρκινοπαθείς 2,9% και στους ασθενείς που έπασχαν από ηπατίτιδα 6,2%. Οι ανιχνεύσιμοι τίτλοι είναι χαμηλοί σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις και δεν σχετίζονται κατά κανόνα με απώλεια της θεραπευτικής ανταπόκρισης ή με οποιοδήποτε άλλο αυτοάνοσο φαινόμενο. Στους ασθενείς με ηπατίτιδα, δεν παρατηρήθηκε απώλεια της θεραπευτικής ανταπόκρισης, προφανώς λόγω των χαμηλών τίτλων.
Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες πολλαπλών δόσεων από Interferon Alfa-2B και καψάκια ριμπαβιρίνης σε παιδιά και εφήβους με χρόνια ηπατίτιδα C, ηλικίας μεταξύ 5 και 16 ετών συνοψίζονται στον Πίνακα 7. Οι φαρμακοκινητικές του Interferon Alfa-2B και της ριμπαβιρίνης (τιτλοποιημένη δόση) είναι παρόμοιες σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους.
Πίνακας 7: Μέση τιμή (% CV) φαρμακοκινητικών παραμέτρων πολλαπλών δόσεων για το Interferon Alfa-2B και ριμπαβιρίνη σε καψάκια όταν χορηγούνται σε παιδιά ή εφήβους με χρόνια ηπατίτιδα C
| Παράμετρος | Interferon Alfa-2B 3 MIU/m2 3 φορές την εβδομάδα (n = 54) |
|---|---|
| Tmax (hr) | 5.9 (36) |
| Cmax (ng/ml) | 51 (48) |
| AUC* | 622 (48) |
| Κάθαρση l/hr/kg | Δεν ελέγχθηκε |
*AUC0-24 (IU.hr/ml) για το Interferon Alfa-2B
Μεταφορά στο σπερματικό υγρό
Έχει μελετηθεί η μεταφορά της ριμπαβιρίνης στο σπέρμα. Η συγκέντρωση της ριμπαβιρίνης στο σπερματικό υγρό είναι περίπου δύο φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τη συγκέντρωσή της στον ορό. Ωστόσο, έχει εκτιμηθεί η συστηματική έκθεση στη ριμπαβιρίνη μιας θήλεος συντρόφου έπειτα από σεξουαλική επαφή με ασθενή που έχει λάβει θεραπεία με ριμπαβιρίνη και παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σύγκριση με τη θεραπευτική συγκέντρωση της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα.