Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

LAMIVUDINE-TEVA

lamivudine

λαμηβuδηνε-τεβα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
LAMIVUDINE/TEVA 100MG/TAB Διακοπή
100 / TAB 18.10 €
150 / TAB 49.58 €
300 / TAB 52.63 €

LAMIVUDINE-TEVA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
πριν ή μετά το φαγητό, μία ή δύο φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
300 mg την ημέρα
  • Ενήλικοι
    Δόση300 mg την ημέρα
    Είτε 150 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg μία φορά την ημέρα. Το δισκίο των 300 mg είναι κατάλληλο μόνο για το σχήμα άπαξ ημερησίως.
  • Έφηβοι
    Δόση300 mg την ημέρα
    Βάρους τουλάχιστον 25 kg. Είτε 150 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg μία φορά την ημέρα. Το δισκίο των 300 mg είναι κατάλληλο μόνο για το σχήμα άπαξ ημερησίως.
  • Παιδιά (βάρους τουλάχιστον 25 kg)
    Δόση300 mg την ημέρα
    Είτε 150 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg μία φορά την ημέρα. Το δισκίο των 300 mg είναι κατάλληλο μόνο για το σχήμα άπαξ ημερησίως.
  • Παιδιά (βάρους ≥ 20 kg έως <25 kg)
    Δόση225 mg την ημέρα
    Είτε 75 mg (μισό δισκίο των 150 mg) το πρωί και 150 mg (ένα ολόκληρο δισκίο των 150 mg) το βράδυ, ή 225 mg (ενάμισι δισκίο των 150 mg) μία φορά την ημέρα.
  • Παιδιά (βάρους 14 έως <20 kg)
    Δόση150 mg την ημέρα
    Είτε 75 mg (μισό δισκίο των 150 mg) δύο φορές την ημέρα, ή 150 mg (ένα ολόκληρο δισκίο των 150 mg) μία φορά την ημέρα.
  • Παιδιά (ηλικίας 3 μηνών και άνω)
    Συνιστάται η χρήση του διχοτομούμενου δισκίου Λαμιβουδίνη των 150 mg. (Δεν μπορεί να επιτευχθεί με ακρίβεια η δοσολογία με το μη διχοτομούμενο δισκίο των 300 mg).
  • Παιδιά (ηλικίας μικρότερης των 3 μηνών)
    Περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία, ανεπαρκή για ειδική δοσολογία.
  • Ηλικιωμένοι
    Ιδιαίτερη προσοχή λόγω ηλικιακών μεταβολών (έκπτωση νεφρικής λειτουργίας, αλλαγή αιματολογικών παραμέτρων).
  • Ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία
    Χρήση πόσιμου διαλύματος ή θρυμματισμένα δισκία σε μικρή ποσότητα ημιστερεάς τροφής/υγρού, να καταπίνεται αμέσως.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, εκτός εάν συνοδεύεται από νεφρική ανεπάρκεια.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μονοθεραπεία
    Δεν συνιστάται
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια - σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται (βλ. Δοσολογία)
  • Θεραπεία τριπλών νουκλεοσιδίων
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη και αβακαβίρη ή με δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη και διδανοσίνη ως σχήμα χορηγούμενο μία φορά την ημέρα
    Υπάρχουν αναφορές για υψηλής συχνότητας ιολογική αποτυχία και εμφάνιση αντοχής σε πρώιμο στάδιο
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν το Λαμιβουδίνη ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία
    Θα πρέπει να συνεχίσουν να παρακολουθούνται κλινικά από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους που συσχετίζονται με την ΗΙV λοίμωξη
  • Παγκρεατίτιδα
    Η θεραπεία με το Εpivir θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν τα κλινικά σημεία, συμπτώματα ή εργαστηριακές εξετάσεις υποδηλώνουν την ύπαρξη παγκρεατίτιδας
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
    ΠληθυσμόςΠαιδιά που εκτέθηκαν in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα
    Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι (αύξηση βάρους, λιπίδια, γλυκόζη)
    Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART)
    Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται
  • Διακοπή Λαμιβουδίνη σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β
    Συνιστάται περιοδικός έλεγχος τόσο της ηπατικής λειτουργίας όσο και των δεικτών πολλαπλασιασμού του HBV, καθώς διακοπή της λαμιβουδίνης μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα παροξυσμό της ηπατίτιδας
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας
    Να παρακολουθούνται σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόζου, πρέπει να εξετασθεί η παροδική ή οριστική διακοπή της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός / Φαρμακοτεχνική μορφή
    ΠληθυσμόςΠαιδιά
    Όποτε είναι εφικτό, στα παιδιά θα πρέπει να προτιμάται η χρήση του Λαμιβουδίνη στη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART)
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να λαμβάνεται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη ή εμτρισιταβίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (κλαδριβίνη)
    Ο συνδυασμός λαμιβουδίνης με κλαδριβίνη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
  • Έκδοχα / Νάτριο
    Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου»
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη
    προσοχή
    Αύξηση 40% στην έκθεση σε λαμιβουδίνη (λόγω τριμεθοπρίμης).
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας εκτός αν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια. Κλινική παρακολούθηση. Αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης υψηλών δόσεων κοτριμοξαζόλης για θεραπεία PCP και τοξοπλάσμωσης.
  • Δεν αλληλεπιδρά με τη λαμιβουδίνη.
  • Δεν αλληλεπιδρά με τη λαμιβουδίνη.
  • Απίθανη αλληλεπίδραση.
  • Μικρή αύξηση (28%) στη Cmax της ζιδοβουδίνης. Η ολική έκθεση (AUC) δεν μεταβάλλεται σημαντικά.
    ΣύστασηΔεν χρειάζεται δοσολογική ρύθμιση.
  • Εμτρισιταβίνη (άλλα ανάλογα κυτιδίνης)
    αντένδειξη
    Λόγω ομοιοτήτων, δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
    ΣύστασηΝα μην χορηγείται ταυτόχρονα.
  • Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί.
    ΣύστασηΝα μην λαμβάνεται μαζί.
  • αντένδειξη
    Η λαμιβουδίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης, με δυνητικό κίνδυνο απώλειας αποτελεσματικότητας.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • Διάλυμα σορβιτόλης ή άλλες πολυαλκοόλες, μονοσακχαριδικές αλκοόλες (π.χ., ξυλιτόλη, μαννιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη)
    προσοχή
    Δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στην έκθεση σε λαμιβουδίνη (AUC∞ 14-36%, Cmax 28-55%).
    ΣύστασηΌπου είναι δυνατόν, να αποφεύγεται η μακροχρόνια συγχορήγηση. Αν δεν μπορεί να αποφευχθεί, να εξετάζεται το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης του ιικού φορτίου του HIV-1.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
Μεταβολισμός
  • Γαλακτική οξέωση
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
  • Αύξηση επιπέδων γλυκόζης αίματος
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Παραισθησία
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Ρινικά συμπτώματα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Παγκρεατίτιδα
Μυοσκελετικό
  • Κράμπες
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκές ανωμαλίες
  • Ραβδομυόλυση
  • Οστεονέκρωση
Εργαστηριακές
  • Αύξηση αμυλάσης ορού
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Αγγειοοίδημα
Γενικές
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Αδιαθεσία
  • Πυρετός
Ανοσοποιητικό
  • Σύνδρομο ανοσολογικής αποκατάστασης
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα κόπωσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αδιαθεσία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κράμπες
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκές ανωμαλίες
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινικά συμπτώματα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αύξηση αμυλάσης ορού
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αύξηση επιπέδων γλυκόζης αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο ανοσολογικής αποκατάστασης
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Το Λαμιβουδίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο.
    Μελέτες σε ζώα έδειξαν αύξηση των πρώιμων εμβρυϊκών θανάτων σε κουνέλια. Περισσότερες από 1000 εκβάσεις μετά από έκθεση υποδηλώνουν απουσία δυσπλασίας και εμβρυϊκής/νεογνικής επίδρασης. Κίνδυνος επανεμφάνισης ηπατίτιδας εάν διακοπεί η λαμιβουδίνη σε συν-μολυσμένους ασθενείς. Πιθανή δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων σε βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά την γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται οι γυναίκες που ζούν με τον ιό ΗΙV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
    Η λαμιβουδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συγκεντρώσεις στον ορό θηλαζόντων νεογνών πολύ χαμηλές (< 4% των μητέρων) και μειώνονται σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα μετά τις 24 εβδομένων. Δεν υπάρχουν δεδομένα ασφάλειας για βρέφη < 3 μηνών. Η σύσταση είναι για αποφυγή μετάδοσης του HIV.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχει επιδράσεις στη γονιμότητα.
    Μελέτες σε ζώα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανάλογο νουκλεοσιδίων, Κωδικός ATC: J05A F05.

Μηχανισμός δράσης

Η λαμιβουδίνη είναι ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο με δράση έναντι του ανθρώπινου ιού της ανοσοανεπάρκειας (HIV) και του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Μεταβολίζεται ενδοκυττάρια προς το ενεργό τμήμα 5’ - τριφωσφορική λαμιβουδίνη. Ο βασικός τρόπος δράσης της είναι ο τερματισμός της αλυσίδας της ανάστροφης μεταγραφής του ιού. Το τριφωσφορικό άλας έχει εκλεκτική ανασταλτική δράση έναντι της αναδίπλωσης του HIV-1 και HIV-2 in vitro. Είναι επίσης δραστικό έναντι κλινικά ενεργών στελεχών του HIV ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη. Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με τη λαμιβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη, νεβιραπίνη και ζιδοβουδίνη).

Αντοχή

Η αντοχή του HIV-1 έναντι της λαμιβουδίνης οφείλεται σε μία μετάλλαξη M184V, η οποία οδηγεί στην υποκατάσταση ενός αμινοξέος, κοντά στο ενεργό κέντρο της RT του ιού. Η μετάλλαξη αυτή εμφανίζεται τόσο in vitro, όσο και σε ασθενείς μολυσμένους με HIV-1 στους οποίους έχει χορηγηθεί αντιρετροϊκό σχήμα που περιέχει λαμιβουδίνη. Τα στελέχη με την μετάλλαξη M184V έχουν σημαντικά ελαττωμένη ευαισθησία στη λαμιβουδίνη και παρουσιάζουν μειωμένο αναπαραγωγικό δυναμικό in vitro. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι στελέχη του ιού ανθεκτικά στη ζιδοβουδίνη μπορεί να καταστούν ευαίσθητα στον παράγοντα αυτόν όταν ταυτόχρονα αποκτήσουν αντοχή έναντι της λαμιβουδίνης. Ωστόσο η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων παραμένει αδιευκρίνιστη. Στοιχεία in vitro, τείνουν να υποδείξουν ότι η συνέχιση της λαμιβουδίνης σε αντιρετροϊκό σχήμα, παρά την ανάπτυξη της μετάλλαξης M184V, μπορεί να παρέχει υπολειπόμενη αντιρετροϊκή δράση (πιθανώς μέσω εξασθένησης της ιικής λειτουργικότητας). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων δεν έχει τεκμηριωθεί. Πράγματι, τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα και καθιστούν αδύνατη την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων αναφορικά με τα παραπάνω δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει πάντοτε να προτιμάται η έναρξη ευαίσθητων NRTI έναντι της διατήρησης της θεραπείας με λαμιβουδίνη. Επομένως, η διατήρηση της θεραπείας με λαμιβουδίνη παρά την εμφάνιση της μετάλλαξης M184V, θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άλλοι δραστικοί NRTI. Η διασταυρούμενη αντοχή του μεταλλαγμένου M184V RT είναι περιορισμένη στην κατηγορία των νουκλεοσιδικών αναστολέων των αντιρετροϊκών σχημάτων. Η ζιδοβουδίνη και σταβουδίνη διατηρούν την αντιρετροϊκή δραστικότητα τους επί στελεχών του HIV-1 ανθεκτικών στη λαμιβουδίνη. Επίσης, τα στελέχη με την μετάλλαξη Μ184V παραμένουν ευαίσθητα στην αβακαβίρη. Τα μεταλλαγμένα Μ184V RT στελέχη παρουσιάζουν λιγότερο από 4 φορές μειωμένη ευαισθησία στην διδανοσίνη, αλλά η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών παραμένει άγνωστη. Ο έλεγχος της ευαισθησίας in vitro δεν έχει τυποποιηθεί και τα αποτελέσματα ποικίλουν ανάλογα με τους παράγοντες μεθοδολογίας. Η λαμιβουδίνη δείχνει χαμηλή κυτταροτοξικότητα in vitro στα περιφερικά λεμφοκύτταρα, στα καθηλωμένα λεμφοκύτταρα και μονοκυτταρικά μακροφάγα και σε μια ποικιλία πρώιμων κυττάρων του νωτιαίου μυελού.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Σε κλινικές δοκιμές η λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη απέδειξε ότι μειώνει το ιικό φορτίο του HIV-1 και αυξάνει τον αριθμό των CD4 κυττάρων. Τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου και της θνησιμότητας. Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες οι οποίοι δεν έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε αντιρετροϊική αγωγή δείχνουν ότι ο συνδυασμός λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης επιβραδύνει την εμφάνιση στελεχών ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη. Η λαμιβουδίνη έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στα πλαίσια αντιρετροϊκής θεραπείας με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες της ίδιας ομάδας (NRTIs) ή με διαφορετικές ομάδες (PIs, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης). Στοιχεία από κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν λαμιβουδίνη μαζί με άλλα αντιρετροϊικά φάρμακα (αβακαβίρη, νεβιραπίνη/εφαβιρένζη ή ζιδοβουδίνη) έδειξαν ότι το προφίλ αντοχής που παρατηρήθηκε στους παιδιατρικούς ασθενείς είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικες, όσον αφορά τις γονοτυπικές υποκαταστάσεις που ανιχνεύτηκαν και τη σχετική τους συχνότητα. Τα παιδιά που έλαβαν πόσιμο διάλυμα λαμιβουδίνης παράλληλα με πόσιμα διαλύματα άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων σε κλινικές μελέτες ανέπτυξαν ιική αντοχή πιο συχνά από ό,τι τα παιδιά που έλαβαν δισκία (ανατρέξτε στην περιγραφή της κλινικής εμπειρίας στον παιδιατρικό πληθυσμό (μελέτη ARROW) και στην παράγραφο Φαρμακοκινητικές). Πολλαπλή φαρμακευτική αντιρετροϊκή θεραπεία που περιέχει λαμιβουδίνη έδειξε να είναι αποτελεσματική σε ασθενείς που δεν έχουν ξαναλάβει αντιρετροϊκή θεραπεία, όπως επίσης και σε ασθενείς που παρουσιάζονται με ιούς που περιέχουν Μ184V μεταλλάξεις. Η σχέση μεταξύ in vitro ευαισθησίας του HIV στη λαμιβουδίνη και στη ζιδοβουδίνη και η κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία που περιέχει λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη παραμένει υπό διερεύνηση. Η λαμιβουδίνη σε δόση 100 mg μία φορά την ημέρα έχει αποδειχθεί επίσης αποτελεσματική για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με χρόνια λοίμωξη HBV (για λεπτομέρειες κλινικών μελετών βλέπε τις συνταγογραφικές πληροφορίες του Λαμιβουδίνη). Πάντως για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης μόνο η δόση των 300 mg λαμιβουδίνης ημερησίως (σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες) φάνηκε να είναι αποτελεσματική. Η λαμιβουδίνη δεν έχει ειδικά διερευνηθεί για σε ασθενείς με HIV που έχουν παράλληλα μολυνθεί με HBV. Χορήγηση μία φορά την ημέρα (300 mg μία φορά την ημέρα): μία κλινική μελέτη δεν έδειξε κατωτερότητα μεταξύ του δοσολογικού σχήματος Λαμιβουδίνη μία φορά την ημέρα και Λαμιβουδίνη δύο φορές την ημέρα. Τα αποτελέσματα αυτά επιτεύχθηκαν σε πληθυσμό που δεν είχε λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία και πρωταρχικά αποτελείτο από ασυμπτωματικούς ασθενείς με HIV λοίμωξη (CDC στάδιο A).

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Στα πλαίσια μιας τυχαιοποιημένης, πολυκεντρικής, ελεγχόμενης μελέτης σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από HIV, πραγματοποιήθηκε τυχαιοποιημένη σύγκριση ενός σχήματος που περιελάμβανε χορήγηση αβακαβίρης και λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα έναντι δύο φορών την ημέρα. 1.206 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών εντάχθηκαν στη Μελέτη ARROW (COL105677) και έλαβαν δόση σύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις βάσει σωματικού βάρους των κατευθυντήριων οδηγιών θεραπείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Antiretroviral therapy of HIV infection in infants and children, 2006). Ύστερα από 36 εβδομάδες χορήγησης ενός σχήματος που περιελάμβανε αβακαβίρη και λαμιβουδίνη δύο φορές την ημέρα, 669 κατάλληλοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε σε συνέχιση της λήψης δύο φορές την ημέρα, ή σε μετάβαση σε σχήμα αβακαβίρης και λαμιβουδίνης χορηγούμενου μία φορά την ημέρα για τουλάχιστον 96 εβδομάδες. Επισημαίνεται ότι, από αυτή τη μελέτη δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:

Ιολογική ανταπόκριση με βάση επίπεδα HIV-1 RNA στο πλάσμα μικρότερα από 80 αντίγραφα/ml την Εβδομάδα 48 και την Εβδομάδα 96 στα σχήματα τυχαιοποίησης του συνδυασμού αβακαβίρης + λαμιβουδίνης χορηγούμενου μία φορά έναντι δύο φορών την ημέρα στη μελέτη ARROW (Ανάλυση παρατηρούμενων περιπτώσεων)

Δύο φορές την ημέρα N (%) Μία φορά την ημέρα N (%)
Εβδομάδα 0 (μετά από ≥36 εβδομάδες υπό θεραπεία)
HIV-1 RNA στο πλάσμα <80 c/ml 250/331 (76) 237/335 (71)
Διαφορά κινδύνου (μία φορά την ημέρα-δύο φορές την ημέρα) -4,8% (95% CI -11,5% έως +1,9%), p=0,16
Εβδομάδα 48
HIV-1 RNA στο πλάσμα <80 c/ml 242/331 (73) 236/330 (72)
Διαφορά κινδύνου (μία φορά την ημέρα-δύο φορές την ημέρα) -1,6% (95% CI -8,4% έως +5,2%), p=0,65
Εβδομάδα 96
HIV-1 RNA στο πλάσμα <80 c/ml 234/326 (72) 230/331 (69)
Διαφορά κινδύνου (μία φορά την ημέρα-δύο φορές την ημέρα) -2,3% (95% CI -9,3% έως +4,7%), p=0,52

Σε μια μελέτη φαρμακοκινητικής (PENTA 15), τέσσερις συμμετέχοντες υπό ιολογικό έλεγχο ηλικίας μικρότερης των 12 μηνών μεταπήδησαν από λήψη συνδυασμού αβακαβίρης και πόσιμου διαλύματος λαμιβουδίνης δύο φορές την ημέρα σε λήψη μία φορά την ημέρα. Τρεις συμμετέχοντες είχαν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο και ένας συμμετέχων είχε επίπεδα HIV-RNA στο πλάσμα 900 αντίγραφα/ml την Εβδομάδα 48. Δεν παρατηρήθηκαν ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια σε αυτούς τους συμμετέχοντες. Η δοσολογική ομάδα χορήγησης του συνδυασμού αβακαβίρης + λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα καταδείχθηκε ότι ήταν μη κατώτερη από την ομάδα χορήγησης δύο φορές την ημέρα, με βάση το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας του -12%, ως προς το κύριο καταληκτικό σημείο της οριακής τιμής <80 c/ml την Εβδομάδα 48, όπως και την Εβδομάδα 96 (δευτερεύον καταληκτικό σημείο), καθώς και ως προς όλες τις υπόλοιπες οριακές τιμές που εξετάστηκαν (<200 c/ml, <400 c/ml, <1.000 c/ml), το σύνολο των οποίων βρίσκονταν επαρκώς εντός αυτού του περιθωρίου μη κατωτερότητας. Οι αναλύσεις υποομάδων που διενεργήθηκαν για τον έλεγχο της ετερογένειας μεταξύ των ομάδων χορήγησης μία φορά έναντι δύο φορών την ημέρα δεν κατέδειξαν σημαντική επίδραση του φύλου, της ηλικίας ή του ιικού φορτίου κατά την τυχαιοποίηση. Τα συμπεράσματα υποστήριζαν τη μη κατωτερότητα ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο ανάλυσης. Τη στιγμή της τυχαιοποίησης σε χορήγηση μία φορά την ημέρα έναντι δύο φορών την ημέρα (Εβδομάδα 0), οι ασθενείς που είχαν λάβει τη φαρμακοτεχνική μορφή των δισκίων είχαν υψηλότερο ποσοστό καταστολής του ιικού φορτίου από ό,τι οι ασθενείς που είχαν λάβει οποιοδήποτε πόσιμο διάλυμα σε οποιαδήποτε στιγμή. Οι διαφορές αυτές παρατηρήθηκαν σε κάθε μία από τις διαφορετικές ηλικιακές ομάδες που μελετήθηκαν. Αυτή η διαφορά στα ποσοστά καταστολής μεταξύ των δισκίων και των διαλυμάτων παρέμεινε έως την Εβδομάδα 96 με χορήγηση μία φορά την ημέρα.

Αναλογίες συμμετεχόντων στα σκέλη της τυχαιοποίησης στο συνδυασμό αβακαβίρης-λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα έναντι δύο φορών την ημέρα της μελέτης ARROW με HIV-1 RNA στο πλάσμα <80 αντίγραφα/ml: Ανάλυση υποομάδων με βάση τη φαρμακοτεχνική μορφή

Δύο φορές την ημέρα HIV-1 RNA στο πλάσμα <80 c/ml: n/N (%) Μία φορά την ημέρα HIV-1 RNA στο πλάσμα <80 c/ml: n/N (%)
Εβδομάδα 0 (μετά από 36 εβδομάδες υπό θεραπεία)
Οποιοδήποτε σχήμα με διαλύματα οποιαδήποτε στιγμή 14/26 (54) 15/30 (50)
Όλα τα βασιζόμενα σε δισκία σχήματα καθ’ όλη τη διάρκεια του διαστήματος 236/305 (77) 222/305 (73)
Εβδομάδα 96
Οποιοδήποτε σχήμα με διαλύματα οποιαδήποτε στιγμή 13/26 (50) 17/30 (57)
Όλα τα βασιζόμενα σε δισκία σχήματα καθ’ όλη τη διάρκεια του διαστήματος 221/300 (74) 213/301 (71)

Αναλύσεις γονοτυπικής αντοχής πραγματοποιήθηκαν σε δείγματα με HIV-1 RNA στο πλάσμα >1.000 αντίγραφα/ml. Περισσότερα περιστατικά αντοχής ανιχνεύθηκαν μεταξύ των ασθενών που έλαβαν διάλυμα λαμιβουδίνης, σε συνδυασμό με διαλύματα άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν ανάλογες δόσεις στη φαρμακοτεχνική μορφή των δισκίων. Αυτό συνάδει με τα χαμηλότερα ποσοστά ιικής καταστολής που παρατηρήθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η λαμιβουδίνη απορροφάται ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα και η βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται από το στόμα στους ενήλικους κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85%. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, ο μέσος χρόνος (tmax) για τις ανώτατες πυκνότητες στον ορό (Cmax) είναι περίπου μία ώρα. Βάση στοιχείων από μία μελέτη σε υγιείς εθελοντές σε θεραπευτική δοσολογία 150 mg δύο φορές την ημέρα, η μέση (CV) Cmax και Cmin της λαμιβουδίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 1,2 µg/ml (24%) και 0,09 µg/ml (27%) αντίστοιχα. Η μέση (CV) AUC σε ένα δοσολογικό διάστημα 12 ωρών είναι 4,7 µg.h/ml (18%). Σε θεραπευτική δοσολογία 300 mg μία φορά την ημέρα, η μέση (CV) Cmax, Cmin και 24ωρη AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 2,0 µg/ml (26%) και 0,04 µg/ml (34%) και 8,9 µg.h/ml (21%). αντίστοιχα. Το δισκίο 150 mg είναι βιοϊσοδύναμο και ανάλογο ως προς τη δόση με το δισκίο 300 mg ως προς τα AUC∞, Cmax και tmax. Η χορήγηση των δισκίων Λαμιβουδίνη είναι βιοϊσοδύναμη με τη χορήγηση του πόσιμου διαλύματος Λαμιβουδίνη αναφορικά με την AUC∞ και τη Cmax στους ενήλικες. Μεταξύ των πληθυσμών ενηλίκων και των παιδιατρικών πληθυσμών έχουν παρατηρηθεί διαφορές ως προς την απορρόφηση (βλ. Ειδικοί πληθυσμοί). Η σύγχρονη χορήγηση της λαμιβουδίνης με τροφή έχει σαν αποτέλεσμα την καθυστέρηση του μέσου χρόνου (tmax) και την μείωση στις ανώτατες πυκνότητες στον ορό, Cmax (μείωση κατά 47%). Εν τούτοις, το ποσοστό της λαμιβουδίνης που απορροφάται (το οποίο βασίζεται στην αμετάβλητη περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης) δεν επηρεάζεται. Η χορήγηση θρυμματισμένων δισκίων με μια μικρή ποσότητα ημιστερεάς τροφής ή υγρού δεν αναμένεται να έχει επίδραση στην φαρμακευτική ποιότητα και επομένως δεν αναμένεται να μεταβάλλει το κλινικό αποτέλεσμα. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται σε φυσικοχημικά και φαρμακοκινητικά δεδομένα με την προϋπόθεση ότι ο ασθενής θρυμματίζει και μεταφέρει το 100% του δισκίου και ότι το καταπίνει αμέσως. Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη, προκύπτει μία αύξηση 13% στην έκθεση σε ζιδοβουδίνη και μία αύξηση 28% στις ανώτατες στάθμες του ορού. Αυτό δεν θεωρείται ότι είναι κλινικής σημασίας για την ασφάλεια των ασθενών και επομένως δεν χρειάζεται δοσολογική ρύθμιση.

Κατανομή

Από μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης, ο μέσος όγκος κατανομής είναι 1,3 l/kg. Η μέση συστηματική κάθαρση της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0,32 l.h/kg, με επικρατέστερη τη νεφρική κάθαρση (> 70%) μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική επάνω από τα όρια της θεραπευτικής δοσολογίας και επιδεικνύει περιορισμένη δέσμευση στην κυριότερη πρωτεΐνη του πλάσματος αλβουμίνη (< 16%-36% με την αλβουμίνη του ορού σε in vitro μελέτες). Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η λαμιβουδίνη διεισδύει στο κεντρικό νευρικό σύστημα και φθάνει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η μέση αναλογική πυκνότητα εγκεφαλονωτιαίου υγρού / πυκνότητας λαμιβουδίνης στον ορό 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα ήταν περίπου 0,12. Η πραγματική έκταση διείσδυσης ή σχέση με οποιαδήποτε κλινική αποτελεσματικότητα είναι άγνωστη.

Βιομετασχηματισμός

Η ημιπερίοδος ζωής της λαμιβουδίνης στο πλάσμα μετά από στόματος χορήγηση είναι 18 έως 19 ώρες και το ενεργό τμήμα, η ενδοκυτταρική τριφωσφορική λαμιβουδίνη, έχει παρατεταμένο τελικό χρόνο ημιζωής στο κύτταρο (16 έως 19 ώρες). Σε 60 υγιείς ενήλικες εθελοντές, το Λαμιβουδίνη 300 mg μία φορά την ημέρα έχει δείξει ότι είναι φαρμακοκινητικά ισοδύναμο σε σταθερές συνθήκες με το Λαμιβουδίνη 150 mg δύο φορές την ημέρα ως προς τα AUC24 και Cmax. του ενδοκυττάριου τριφωσφορικού. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως με νεφρική κάθαρση αναλλοίωτη. Η πιθανότητα των μεταβολικών αλληλεπιδράσεων της λαμιβουδίνης με άλλα φάρμακα, είναι μικρή λόγω του περιορισμένου ηπατικού μεταβολισμού (5-10%) και της χαμηλής δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Αποβολή

Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δείχνουν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για ασθενείς με κάθαρση της κρεατινίνης κάτω από 50 ml/λεπτό αναφέρεται στην παράγραφο δοσολογία (βλ. Δοσολογία). Αλληλεπίδραση με τριμεθοπρίμη, συστατικό της κοτριμοξαζόλης, προκαλεί αύξηση 40% της έκθεσης της λαμιβουδίνης σε θεραπευτικές δόσεις. Αυτό δεν χρειάζεται ρύθμιση της δοσολογίας εκτός αν ο ασθενής έχει επίσης νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Δοσολογία). Η σύγχρονη χορήγηση κοτριμοξαζόλης με λαμιβουδίνη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Παιδιά: Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης (περίπου 58-66%) μειώθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 12 ετών. Στα παιδιά, η χορήγηση δισκίων, τα οποία χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με δισκία άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων, οδήγησε σε υψηλότερη AUC∞ και Cmax της λαμιβουδίνης στο πλάσμα από ό,τι το πόσιμο διάλυμα, το οποίο χορηγήθηκε ταυτόχρονα με πόσιμα διαλύματα άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων. Τα παιδιά που λαμβάνουν πόσιμο διάλυμα λαμιβουδίνης σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα, επιτυγχάνουν έκθεση στη λαμιβουδίνη στο πλάσμα εντός του εύρους τιμών που παρατηρούνται στους ενήλικες. Τα παιδιά που λαμβάνουν από στόματος δισκία λαμιβουδίνης σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα επιτυγχάνουν υψηλότερη έκθεση στη λαμιβουδίνη στο πλάσμα από ό,τι τα παιδιά που λαμβάνουν πόσιμο διάλυμα, διότι με τη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου χορηγούνται υψηλότερες δόσεις σε mg/kg και η φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου έχει υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα (βλ. Δοσολογία). Μελέτες φαρμακοκινητικής σε παιδιατρικό πληθυσμό τόσο με πόσιμο διάλυμα όσο και με δισκία έχουν δείξει ότι η χορήγηση μία φορά την ημέρα οδηγεί σε ισοδύναμη AUC0-24 με τη χορήγηση της ίδιας συνολικής ημερήσιας δόσης δύο φορές την ημέρα. Υπάρχουν περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας < 3 μηνών. Στα νεογνά ηλικίας μίας εβδομάδας, η κάθαρση της λαμιβουδίνης από του στόματος ήταν μειωμένη σε σχέση με τα μεγαλύτερα παιδιά και αυτό οφείλεται στην ανώριμη νεφρική λειτουργία και στην μεταβλητή απορρόφηση. Γι’ αυτό, για να επιτευχθεί παρόμοια έκθεση στο φάρμακο με εκείνη των ενηλίκων και παιδιών, μια κατάλληλη δόση για τα νεογνά είναι τα 4 mg/kg/ημέρα. Εκτιμήσεις από σπειραματική διήθηση υποδεικνύουν ότι για να επιτευχθεί παρόμοια έκθεση στο φάρμακο με εκείνη των ενηλίκων και παιδιών, μια κατάλληλη δόση για παιδιά ηλικίας άνω των έξι εβδομάδων μπορεί να είναι τα 8 mg/kg/ημέρα. Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής προέρχονται από 3 μελέτες φαρμακοκινητικής (PENTA 13, PENTA 15 και υπομελέτη φαρμακοκινητικής της μελέτης ARROW) στις οποίες συμμετείχαν παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών. Τα δεδομένα παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα:

Σύνοψη των τιμών της AUC (0-24) (µg.h/ml) της λαμιβουδίνης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση και στατιστικές συγκρίσεις της από στόματος χορήγησης μία φορά και δύο φορές την ημέρα μεταξύ των μελετών

Μελέτη Ηλικιακή ομάδα Λαμιβουδίνη Χορήγηση 8 mg/kg μία φορά την ημέρα Γεωμετρικός μέσος (95% Cl) Λαμιβουδίνη Χορήγηση 4 mg/kg δύο φορές την ημέρα Γεωμετρικός μέσος (95% Cl) Σύγκριση της χορήγησης μία φορά έναντι δύο φορών την ημέρα Μέση αναλογία GLS (90% Cl)
ARROW Υπομελέτη Φαρμακοκινητικής Μέρος 1 3 έως 12 ετών (N=35) 13,0 (11,4, 14,9) 12,0 (10,7, 13,4) 1,09 (0,979, 1,20)
PENTA 13 2 έως 12 ετών (N=19) 9,80 (8,64, 11,1) 8,66 (7,46, 10,1) 1,12 (1,03, 1,21)
PENTA 15 3 έως 36 μηνών (N=17) 8,88 (7,67, 10,3) 9,48 (7,89, 11,40) 0,91 (0,79, 1,06)

Στη μελέτη PENTA 15, η γεωμετρική μέση τιμή της AUC (0-24) (95% CI) της λαμιβουδίνης στο πλάσμα των τεσσάρων συμμετεχόντων ηλικίας κάτω των 12 μηνών που μετέβησαν από σχήμα χορήγησης δύο φορές την ημέρα σε σχήμα χορήγησης μία φορά την ημέρα (βλ. Φαρμακοδυναμικές) είναι 10,31 (6,26, 17,0) µg.h/ml για τη χορήγηση μία φορά την ημέρα και 9,24 (4,66, 18,3) µg.h/ml για τη χορήγηση δύο φορές την ημέρα.

  • Κύηση: Μετά την από του στόματος χορήγηση, η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης στην προχωρημένη εγκυμοσύνη, ήταν παρόμοια εκείνης των μη εγκύων γυναικών.
Μηχανισμός δράσης
Η λαμιβουδίνη είναι ένα συνθετικό ανάλογο νουκλεοσιδίου και φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρίως στον ενεργό μεταβολίτη 5’-τριφωσφορικό, την λαμιβουδίνη τριφωσφορική (L-TP). Αυτό το ανάλογο νουκλεοσιδίου ενσωματώνεται στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση του…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανάλογο νουκλεοσιδίων, Κωδικός ATC: J05A F05. ### Μηχανισμός δράσης Η λαμιβουδίνη είναι ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο με δράση έναντι του ανθρώπινου ιού της ανοσοανεπάρκειας (HIV) και του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Μεταβολίζεται…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Η λαμιβουδίνη απορροφάται ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα και η βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται από το στόμα στους ενήλικους κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85%. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, ο μέσος χρόνος (tmax) για τις…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής. Στον άνθρωπο, το μοναδικό γνωστό μεταβολίτη της λαμιβουδίνης είναι ο μεταβολίτης trans-sulfoxide. Αυτός ο βιομετασχηματισμός καταλύεται από σουλφοτρανσφεράσες.
Απέκκριση
Νεφρά
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

lamivudine

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

Κωδικός ATC5

pill