LISINOPRIL+HYDROCHLOROTHIAZIDE-ACTAVIS
lisinopril and diuretics
λησηνοπρηλ+hυδροχλοροθηαζηδε-αcταβησ
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10+12,5 / TAB | 5.81 € | |
| 10+12,5 / TAB | 3.84 € | |
| 20+12,5 / TAB | 5.01 € | |
| 20+12,5 / TAB | 4.95 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Υπέρταση
σε: ασθενείς στους οποίους θεωρείται κατάλληλη η συνδυασμένη θεραπεία
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
LISINOPRIL+HYDROCHLOROTHIAZIDE-ACTAVIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: την ίδια ώρα κάθε μέρα
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: αν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται με τη συνήθη δοσολογία, σε διάρκεια 2-4 εβδομάδων η δόση μπορεί να αυξηθεί σε δύο δισκία χορηγούμενα μια φορά την ημέρα.
-
Ενήλικες με υπέρτασηΔόση1 δισκίο άπαξ ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 2 δισκία άπαξ ημερησίως, αν δεν επιτευχθεί θεραπευτικό αποτέλεσμα σε 2-4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30ml/minΤο Lisinopril And Diuretics δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αρχική θεραπεία. Οι θειαζίδες είναι μη αποτελεσματικές.
-
Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 80ml/minΜπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μετά από τιτλοποίηση καθενός των συστατικών του. Η συνιστώμενη αρχική δόση της lisinopril (μόνης της) σε ήπια νεφρική ανεπάρκεια είναι 5 έως 10mg.
-
Ασθενείς υπό προηγούμενη θεραπεία με διουρητικάΗ θεραπεία με διουρητικά πρέπει να διακόπτεται 2-3 ημέρες πριν την έναρξη του Lisinopril And Diuretics. Εάν όχι, η θεραπεία πρέπει να αρχίζει μόνο με lisinopril, με δόση 5mg.
-
ΠαιδιάΗ αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
ΗλικιωμένοιΔεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή στην ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη Λισινοπρίλη, σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος ή σε οποιοδήποτε Α-ΜΕΑ
-
Υπερευαισθησία στη Υδροχλωροθειαζίδη ή σε άλλα παράγωγα της σουλφοναμίδης
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει συσχετισθεί με προηγούμενη χορήγηση α-ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30ml/min
-
Aνουρία
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60ml/min/1,73m²)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρτασηΠιθανότερο σε ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών (π.χ. μετά από θεραπεία με διουρητικά, δίαιτα περιορισμού άλατος, αιμοκάθαρση, διάρροια, έμετο) ή κακοήγη υπέρταση εξαρτώμενη από την ρενίνη. Τοποθέτηση σε ύπτια θέση και ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού εάν αναγκαίο. Μετά την αποκατάσταση, επανέναρξη με μειωμένη δόση ή μονοθεραπεία.
-
Κίνδυνος συμπτωματικής υπότασηςΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασηςΙατρική παρακολούθηση κατά την έναρξη της θεραπείας και τη ρύθμιση της δόσης.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή εγκεφαλική αγγειακή νόσοΠροσοχή κατά τη χορήγηση λόγω κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου από υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεσηΜείωση δόσης ή διακοπή του Lisinopril And Diuretics εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική.
-
Βαλβιδική νόσος / ΜυοκαρδιοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της οδού εκροής της αριστερής κοιλίας (π.χ. στένωση της αορτής ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)Χορήγηση με προσοχή.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με βεβαρημένη νεφρική λειτουργίαΟι θειαζίδες δεν είναι κατάλληλες.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30ml/minΟι θειαζίδες είναι μη αποτελεσματικές.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 80ml/min)Δεν πρέπει να χορηγείται Lisinopril And Diuretics έως ότου η τιτλοποίηση των επί μέρους συστατικών δείξει ότι οι αναγκαίες δόσεις είναι οι ίδιες με αυτές του συνδυασμού.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΗ υπόταση μετά την έναρξη αναστολέων ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Οξεία νεφρική ανεπάρκεια αναστρέψιμη έχει αναφερθεί.
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας μονήρους νεφρούΑυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Θεραπεία να ξεκινάει με χαμηλές δόσεις υπό ιατρική παρακολούθηση και προσεκτική αύξηση. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας με Lisinopril And Diuretics.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, που λαμβάνουν Λισινοπρίλη ταυτόχρονα με διουρητικόΜπορεί να εμφανιστεί μικρή, παροδική αύξηση ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορού. Πιο πιθανό σε προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να απαιτηθεί μείωση δόσης ή/και διακοπή διουρητικού ή/και λισινοπρίλης.
-
Προηγούμενη θεραπεία με διουρητικάΗ θεραπεία με διουρητικά πρέπει να σταματήσει για 2-3 ημέρες πριν την έναρξη του Lisinopril And Diuretics. Εάν αδύνατο, έναρξη με Λισινοπρίλη 5mg.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςασθενείς που έκαναν πρόσφατα μεταμόσχευση νεφρούΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις σε αιμοδιύλισηΠληθυσμόςασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. AN69) και αφαίρεση LDL με θειϊκή δεξτράνηΗ χρήση Lisinopril And Diuretics δεν ενδείκνυται. Ιδιαίτερη προσοχή ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης διύλισης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά την αφαίρεση LDL (Λιπιδιοαφαίρεση)Προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς-ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση για αποφυγή αναφυλακτικών αντιδράσεων.
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με βεβαρημένη ηπατική λειτουργία ή προοδευτικά επιδεινούμενη ηπατική νόσοΟι θειαζίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω κινδύνου ηπατικού κώματος.
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν Λισινοπρίλη/Υδροχλωροθειαζίδη και αναπτύσσουν ίκτερο ή αύξηση ηπατικών ενζύμωνΔιακοπή θεραπείας και ιατρική παρακολούθηση.
-
Διπλός αποκλεισμός ΣΡΑΑαντένδειξηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης λόγω αυξημένου κινδύνου υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Εάν κρίνεται απολύτως απαραίτητο, μόνο υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας, ηλεκτρολυτών και αρτηριακής πίεσης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Χειρουργική επέμβαση / ΑναισθησίαΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία με φάρμακα που προκαλούν υπότασηΗ Λισινοπρίλη μπορεί να αναστείλει την παραγωγή αγγειοτασίνης ΙΙ. Η υπόταση αντιμετωπίζεται με αποκατάσταση του κυκλοφορούντος όγκου υγρών.
-
Γλυκαιμικός έλεγχοςΗ θεραπεία με Α-ΜΕΑ και θειαζίδες μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης.
-
Λανθάνων διαβήτηςΟ λανθάνων διαβήτης μπορεί να γίνει κλινικά έκδηλος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θειαζιδικά διουρητικά.
-
ΛιπίδιαΑύξηση χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων μπορεί να σχετίζεται με θειαζιδικά διουρητικά.
-
Υπερουριχαιμία / Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςορισμένοι ασθενείςΟι θειαζίδες μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση. Η Λισινοπρίλη μπορεί να μειώσει την υπερουριχαιμική δράση της υδροχλωροθειαζίδης.
-
Διαταραχή ηλεκτρολυτώνΟι θειαζίδες μπορεί να προκαλέσουν υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υποχλωραιμική αλκάλωση. Πρόδρομα συμπτώματα: ξηροστομία, δίψα, αδυναμία, λήθαργος, ζάλη, μυϊκοί πόνοι/κράμπες, μυϊκή κόπωση, υπόταση, ολιγουρία, ταχυκαρδία, γαστρεντερικές διαταραχές. Υπονατριαιμία από αραίωση μπορεί να συμβεί σε ασθενείς με οίδημα το καλοκαίρι. Οι θειαζίδες δεν έχουν δείξει αύξηση απέκκρισης μαγνησίου.
-
ΥπερασβεστιαιμίαΟι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου και να προκαλέσουν διαλείπουσα, ελαφριά αύξηση του ασβεστίου ορού. Εκσεσημασμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Διακοπή θειαζίδων πριν από εξετάσεις παραθυρεοειδούς.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, ή ταυτόχρονη λήψη καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων αλάτων με κάλιο, ή άλλων φαρμάκων που αυξάνουν το κάλιο ορού (π.χ. ηπαρίνη)Τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού εάν η ταυτόχρονη χρήση των παραπάνω κρίνεται απαραίτητη.
-
Γλυκαιμικός έλεγχοςΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνηΟ γλυκαιμικός έλεγχος πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής με αναστολέα του ΜΕΑ.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της ΛισινοπρίληςΔιακοπή Λισινοπρίλης αμέσως. Κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση μέχρι πλήρους εξάλειψης συμπτωμάτων. Παρατεταμένη παρακολούθηση ακόμα και αν οίδημα περιορίζεται στη γλώσσα. Αντιϊσταμινικά και κορτικοστεροειδή μπορεί να μην είναι επαρκή. Πολύ σπάνια αγγειοοίδημα που σχετίζεται με οίδημα λάρυγγα και γλώσσας μπορεί να αποβεί θανατηφόρο.
-
Απόφραξη αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματοςΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν οίδημα της γλώσσας, γλωττίδας ή λάρυγγα (ιδιαίτερα με ιστορικό εγχειρήσεων αεροφόρων οδών)Άμεση χορήγηση κατάλληλης θεραπείας (π.χ. αδρεναλίνη ή διατήρηση ανοικτής αεροφόρου οδού). Στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρι πλήρους εξάλειψης συμπτωμάτων.
-
Αγγειοοίδημα (φυλή)Πληθυσμόςμαύροι ασθενείςΟι αναστολείς ΜΕΑ μπορούν να προκαλέσουν αγγειοοίδημα σε μεγαλύτερη συχνότητα.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος που δεν σχετίζεται με χορήγηση αναστολέων ΜΕΑΜπορεί να διατρέξουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν Α-ΜΕΑ.
-
ΥπερευαισθησίαΗ χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργιών ή βρογχικού άσθματος.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΈξαρση ή ενεργοποίηση έχει αναφερθεί με χρήση θειαζιδικών διουρητικών.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενοπτέρων)Εμφάνισαν αναφυλακτικές αντιδράσεις. Αυτές αποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή του ΜΕΑ.
-
Αιματολογικές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς-ΜΕΑΟυδετεροπενία/Ακοκκιοκυττάρωση, θρομβοκυτοπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί. Ουδετεροπενία σπάνια σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Αναστρέψιμες μετά διακοπή ΜΕΑ.
-
ΟυδετεροπενίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με allopurinol ή procainamide, ή συνδυασμό αυτών, ειδικά με νεφρική δυσλειτουργίαΛισινοπρίλη να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή. Περιοδική παρακολούθηση λευκών αιμοσφαιρίων. Αναφορά κάθε ένδειξης λοίμωξης.
-
ΑποτελεσματικότηταΠληθυσμόςμαύροι ασθενείςΛισινοπρίλη μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης από ό,τι στους υπόλοιπους, πιθανόν λόγω υψηλότερης επίπτωσης χαμηλότερων επιπέδων ρενίνης.
-
ΒήχαςΞηρός, μη παραγωγικός, επίμονος βήχας έχει αναφερθεί με αναστολείς ΜΕΑ και υποχωρεί μετά τη διακοπή. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση.
-
Αλληλεπίδραση φαρμάκωνΓενικά δεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου με α-ΜΕΑ.
-
Anti-doping testΗ υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να προκαλέσει θετικό αποτέλεσμα σε δοκιμασία anti-doping.
-
ΚύησηαποφεύγεταιΠληθυσμόςέγκυες ή γυναίκες που σχεδιάζουν εγκυμοσύνηΔεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά την κύηση. Αλλαγή σε άλλη αντιυπερτασική θεραπεία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, διακοπή α-ΜΕΑ άμεσα και έναρξη εναλλακτικής θεραπείας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένη υποτασική δράση
-
Φάρμακα που περιέχουν αλισκιρένηαντένδειξηΑυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια).ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Διπλός αποκλεισμός RAAS (αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη)αντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία).ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Αποφυγή σε όλους τους ασθενείς.
-
προσοχήΑναστρέψιμη αύξηση των συγκεντρώσεων του λιθίου στο πλάσμα και τοξικότητα. Μείωση νεφρικής κάθαρσης λιθίου.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση επιπέδων λιθίου ορού συχνά.
-
Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικοί παράγοντες, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, φάρμακα που αυξάνουν κάλιο (π.χ. ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη)προσοχήΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (ειδικά σε νεφρική δυσλειτουργία ή σακχαρώδη διαβήτη).ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό.
-
Φάρμακα που σχετίζονται με κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά, αντιψυχωσικά)προσοχήΚίνδυνος υποκαλιαιμίας, αυξημένος κίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αναισθητικάπροσοχήΕπιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέοςπροσοχήΜείωση αντιυπερτασικής δράσης αναστολέα ΜΕΑ. Επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια (σε ηλικιωμένους/αφυδατωμένους).
-
Ενέσιμος χρυσός (π.χ. χρυσοθειομηλικό νάτριο)προσοχήΣυχνότερες αντιδράσεις τύπου λήψης νιτρωδών (αγγειοδιαστολή, έξαψη, ναυτία, ζάλη, υπόταση).
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπροσοχήΕλάττωση αντιυπερτασικών ιδιοτήτων αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακα (ινσουλίνες, από του στόματος αντιδιαβητικά)προσοχήΑύξηση υπογλυκαιμικής δράσης, κίνδυνος υπογλυκαιμίας (ιδίως στις πρώτες εβδομάδες και σε νεφρική δυσλειτουργία).ΣύστασηΠαρακολούθηση.
-
Amphotericin B (παρεντερική), carbenoxolone, κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH), διεγερτικά υπακτικάπροσοχήΗ υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να επιδεινώσει διαταραχή ισοζυγίου ηλεκτρολυτών, ειδικά την υποκαλιαιμία.
-
Άλατα ασβεστίουπροσοχήΑυξημένα επίπεδα ασβεστίου στον ορό λόγω μειωμένης απέκκρισης.ΣύστασηΕάν χορηγηθούν συμπληρώματα ασβεστίου ή Βιταμίνη D, παρακολούθηση επιπέδων ασβεστίου ορού και προσαρμογή δόσης.
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΑυξημένη πιθανότητα τοξικού δακτυλιδισμού λόγω υποκαλιαιμίας.
-
Χολεστυραμίνη, κολεστιπόληπροσοχήΚαθυστέρηση ή μείωση απορρόφησης υδροχλωροθειαζίδης.ΣύστασηΤα σουλφοναμιδικά διουρητικά να λαμβάνονται τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 4-6 ώρες μετά.
-
Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά (χλωριούχος τουβοκουραρίνη)προσοχήΗ επίδραση μπορεί να ενισχυθεί από την υδροχλωροθειαζίδη.
-
ΤριμεθοπρίμηπροσοχήΑύξηση κινδύνου υπερκαλιαιμίας.
-
προσοχήΗ υποκαλιαιμία που προκαλείται από τις θειαζίδες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμίας με τη σοταλόλη.
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου νεφρικής βλάβης και λευκοπενίας.
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου νεφρικής βλάβης, υπερκαλιαιμίας και υπερουριχαιμίας, επιπλοκών τύπου αρθρίτιδας.
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου υπερκαλιαιμίας.
-
Κυτταροστατικά, ανοσοκατασταλτικά, προκαϊναμίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος λευκοπενίας.
-
Ενεργοποιητές του ιστικού πλασμινογόνουπροσοχήΑύξηση κινδύνου για αγγειοοίδημα.
-
Φάρμακα που συνδέονται με απώλεια καλίου, υποκαλιαιμία (π.χ. άλλα καλιουρητικά διουρητικά, καθαρτικά, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, παράγωγα του σαλικυλικού οξέος)προσοχήΕνισχυμένη επίδραση της υδροχλωροθειαζίδης στη μείωση του καλίου.
-
ΔακτυλίτιδαπροσοχήΗ υποκαλιαιμία μπορεί να ευαισθητοποιήσει ή να μεγεθύνει την απόκριση της καρδιάς στις τοξικές επιδράσεις της.
-
ΝοραδρεναλίνηπροσοχήΜείωση της αρτηριακής ανταπόκρισης στη νοραδρεναλίνη.
-
Στεροειδή ή αδρενοκορτικοτροπική ορμόνη (ACTH)προσοχήΜπορεί να αναπτυχθεί υποκαλιαιμία.
-
ΔιαζοξίδηπροσοχήΗ υπεργλυκαιμική επίδραση μπορεί να ενισχυθεί από τις θειαζίδες.
-
προσοχήΟι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από την αμανταδίνη.
-
Κυτταροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΜείωση νεφρικής απέκκρισης, ενίσχυση μυελοκατασταλτικών επιδράσεων.
-
Αλκοόλ, βαρβιτουρικά ή αναισθητικάπροσοχήΗ ορθοστατική υπόταση μπορεί να επιδεινωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης
- Μείωση των επιπέδων του αιματοκρίτη
- Καταστολή μυελού των οστών
- Αναιμία
- Θρομβοκυτοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Απλαστική αναιμία
- Μυελοκαταστολή
- Αυτοάνοση νόσος
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Υπογλυκαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Λιποθυμία
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Διαταραχή γεύσης
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Διαταραχές του ύπνου
- Μεταβολές διάθεσης
- Διανοητική σύγχυση
- Συμπτώματα κατάθλιψης
- Ψευδαισθήσεις
- Ανησυχία
- Κατάθλιψη
- Ορθοστατική υπόταση
- Σύνδρομο Raynaud
- Έξαψη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Βρογχόσπασμος
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Σιελαδενίτιδα
- Αλλεργική κυψελιδίτις/ηωσινοφιλική πνευμονία
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Εντερικό αγγειοοίδημα
- Δυσκοιλιότητα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατοκυτταρική ηπατίτιδα
- Χολοστατική ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Αύξηση ουρίας αίματος
- Αύξηση χοληστερόλης
- Αύξηση τριγλυκεριδίων
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Ψωρίαση
- Εφίδρωση
- Πέμφιγα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Δερματικό ψευδολέμφωμα
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Υπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημα (προσώπου, άκρων, χειλέων, γλώσσας, γλωττίδας, και/ή λάρυγγα)
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Ουραιμία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Ολιγουρία
- Ανουρία
- Γλυκοζουρία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Πυρετός
- Αδυναμία
- Αύξηση στην κρεατινίνη ορού
- Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυταραιμία
- Διαταραχή ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένης της υπονατριαιμίας, της υποκαλιαιμίας, της υποχλωραιμικής αλκάλωσης και της υπομαγνησιαιμίας)
- Αίσθημα ελαφριάς κεφαλής
- Ξανθοψία
- Παροδικό θάμβος όρασης
- Οξεία μυωπία
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, επιδερμική αγγειίτιδα)
- Αναπνευστική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίτιδας και του πνευμονικού οιδήματος)
- Γαστρικός ερεθισμός
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκή αδυναμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση στην κρεατινίνη ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜεταβολές διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο RaynaudΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιανοητική σύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνηςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜείωση των επιπέδων του αιματοκρίτηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟυραιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημα (προσώπου, άκρων, χειλέων, γλώσσας, γλωττίδας, και/ή λάρυγγα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΨωρίασηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργική κυψελιδίτις/ηωσινοφιλική πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυτοάνοση νόσοςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικό ψευδολέμφωμαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕντερικό αγγειοοίδημαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΗπατοκυτταρική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠέμφιγαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΧολοστατική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστήΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΊλιγγος (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Μη γνωστέςΑίσθημα ελαφριάς κεφαλήςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑδυναμίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική δυσφορία (πνευμονίτιδα, πνευμονικό οίδημα)Διαταραχές του Αναπνευστικού συστήματος, θώρακα Μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑνορεξία (Νευρικό σύστημα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑνορεξία (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑύξηση τριγλυκεριδίωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση χοληστερόληςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΓαστρικός ερεθισμόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιάρροια (Υδροχλωροθειαζίδη)Γαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές του ύπνου (Υδροχλωροθειαζίδη)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή ισοζυγίου ηλεκτρολυτώνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕνδοηπατικός χολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΕξάνθημα (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψη (Υδροχλωροθειαζίδη)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚνίδωση (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, επιδερμική αγγειίτιδα)Αγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΝεφρική δυσλειτουργία (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του Νεφρικού και Ουροποιητικού Συστήματος
-
Μη γνωστέςΞανθοψίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟξεία μυωπίαΔιαταραχές της όρασης
-
Μη γνωστέςΟξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΔιαταραχές της όρασης
-
Μη γνωστέςΟρθοστατική υπόταση (Υδροχλωροθειαζίδη)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενία/ακοκκιοκυταραιμίαΔιαταραχές του Αιμοποιητικού και του Λεμφικού Συστήματος
-
Μη γνωστέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδα (Υδροχλωροθειαζίδη)Γαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησία (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠαροδικό θάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣιελαδενίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣυμπτώματα κατάθλιψηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (Υδροχλωροθειαζίδη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποχλωραιμική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. Δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο λόγω πιθανής αύξησης κινδύνου τερατογένεσης. Η έκθεση σε α-ΜΕΑ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο επιφέρει εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία και γενικά αποφεύγεται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο λόγω κινδύνου εμβρυϊκών/νεογνικών διαταραχών και διακινδύνευσης της αιμάτωσης εμβρύου-πλακούντα.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν πληροφορίες για τη χρήση του Lisinopril And Diuretics κατά τη γαλουχία, επομένως δεν συνιστάται. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα και μπορεί να αναστείλει την παραγωγή γάλακτος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπόταση
- καταπληξία
- ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- νεφρική ανεπάρκεια
- υπεραερισμός
- ταχυκαρδία
- αίσθημα παλμού
- βραδυκαρδία
- ζάλη
- άγχος
- βήχας
- αύξηση της διούρησης
- διαταραχές της συνείδησης (συμπεριλαμβάνεται το κώμα)
- σπασμοί
- πάρεση
- καρδιακές αρρυθμίες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Το Lisinopril And Diuretics είναι ένας σταθερός συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ, της Lisinopril και ενός θειαζιδικού διουρητικού, Lisinopril And Diuretics. Τα δύο αυτά συστατικά έχουν συμπληρωματική δράση και προκαλούν ένα επιπρόσθετο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.
Lisinopril
Η Lisinopril είναι αναστολέας της πεπτιδυλικής διπεπτιδάσης. Η Lisinopril είναι αναστολέας του Μετρατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) που καταλύει την αντίδραση μετατροπής της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Η αγγειοτασίνη ΙΙ διεγείρει την παραγωγή της αλδοστερόνης από τον επινεφριδιακό φλοιό. Η αναστολή του MEA έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της αγγειοτασίνης II που συνεπάγεται μείωση της αγγειοσυσπαστικής δραστηριότητας και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης. Η τελευταία μείωση της αλδοστερόνης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του καλίου του ορού. Παρόλο που ο βασικός μηχανισμός, μέσω του οποίου η λισινοπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση, είναι η καταστολή του συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνης, η λισινοπρίλη έχει αντιυπερτασικό αποτέλεσμα ακόμα και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης. Το ΜΕΑ είναι ταυτόσημο της Κινινάσης ΙΙ, ένα ένζυμο το οποίο αποικοδομεί την βραδυκινίνη. Παραμένει να διευκρινισθεί αν τα αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο, παίζουν ρόλο στις θεραπευτικές ιδιότητες των αναστολέων του ΜΕΑ.
Lisinopril And Diuretics
Η Lisinopril And Diuretics είναι ένας διουρητικός και αντιυπερτασικός παράγοντας. Επηρεάζει το μηχανισμό επαναπορρόφησης ηλεκτρολυτών από το άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο. Αυξάνει την απέκκριση νατρίου και χλωρίου κατά περίπου ισοδύναμες ποσότητες. Η αποβολή νατρίου μπορεί να συνοδεύεται από κάποια απώλεια ιόντων καλίου και διττανθρακικών. Ο αντιυπερτασικός μηχανισμός δράσης των θειαζιδικών διουρητικών είναι άγνωστος. Τα θειαζιδικά διουρητικά συνήθως δεν επηρεάζουν την φυσιολογική αρτηριακή πίεση.
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Ταυτόχρονη χορήγηση lisinopril και Lisinopril And Diuretics έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στην βιοδιαθεσιμότητα της κάθε ουσίας. Το κοινό δισκίο είναι βιοισοδύναμο με την ταυτόχρονη χορήγηση των ουσιών χωριστά.
Απορρόφηση
Μετά την χορήγηση Λισινοπρίλης από το στόμα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μέσα σε περίπου 7 ώρες, παρ’ όλο που υπήρξε μία τάση προς μικρή καθυστέρηση στον χρόνο που απαιτείται για να επιτευχθούν οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, στους ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Με βάση την ανάκτηση από τα ούρα, ο μέσος βαθμός απορρόφησης της Λισινοπρίλης είναι περίπου 25%, με διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών (6-60%), σε όλο το δοσολογικό εύρος που εξετάστηκε (5-80mg). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνεται περίπου στο 16% σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η απορρόφηση της Λισινοπρίλης δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής.
Κατανομή
Η Λισινοπρίλη δεν φαίνεται να συνδέεται με άλλες πρωτεΐνες του ορού εκτός από το κυκλοφορούν ΜΕΑ. Μελέτες με αρουραίους δείχνουν ότι η Λισινοπρίλη διαπερνά ελάχιστα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Απομάκρυνση
Η Λισινοπρίλη δεν μεταβολίζεται και το φάρμακο που απορροφήθηκε αποβάλλεται αναλλοίωτο εξ’ ολοκλήρου στα ούρα. Μετά από πολλαπλές δόσεις η Λισινοπρίλη έχει ημιπερίοδο ζωής 12,6 ώρες. Η κάθαρση της Λισινοπρίλης σε υγιείς ασθενείς είναι περίπου 50ml/min. Οι φθίνουσες συγκεντρώσεις στον ορό, παρουσιάζουν παρατεταμένη τελική φάση που δεν συμβάλλει στην συσσώρευση του φαρμάκου. Αυτή η τελική φάση παρουσιάζει κορεσμό δέσμευσης με το ΜΕΑ και δεν είναι δοσοεξαρτώμενη.
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της απορρόφησης της Λισινοπρίλης (περίπου 30% όπως υπολογίσθηκε με την ανάκτηση στα ούρα) αλλά λόγω της μειωμένης κάθαρσης του φαρμάκου υπάρχει αυξημένη έκθεση (περίπου 50%) του ασθενούς σε σχέση με τους υγιείς.
Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
Η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας μειώνει την απομάκρυνση της Λισινοπρίλης, η οποία αποβάλλεται μέσω των νεφρών, αλλά αυτή η μείωση είναι κλινικά σημαντική όταν ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι κάτω από 30ml/min. Πίνακας 1: Φαρμακοκινητικές παράμετροι της Λισινοπρίλης σε διαφορετικές ομάδες νεφροπαθών μετά από πολλαπλές δόσεις των 5mg.
| Νεφρική Λειτουργία | Κάθαρση Κρεατινίνης | n | Cmax (ng/ml) | Tmax (hr) | AUC (0-24 hrs) (ng/hr/ml) | t½ (hr) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| > 80ml/min | 6 | 40.3 | 6 | 492+/-172 | 6.0+/-1.1 | |
| 30-80ml/min | 6 | 36.6 | 8 | 555+/-364 | 11.8+/-1.9 | |
| 5-30ml/min | 6 | 106.7 | 8 | 2228+/-938 | 19.5+/-5.2 | |
| Με κάθαρση κρεατινίνης 30-80ml/min, η μέση AUC αυξάνεται μόνο κατά 13%, ενώ αύξηση του μέσου AUC 4 με 5 φορές παρατηρείται με κάθαρση κρεατινίνης 5-30ml/min. | ||||||
| Η Λισινοπρίλη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση. Μετά από 4 ώρες αιμοκάθαρσης οι συγκεντρώσεις της Λισινοπρίλης του ορού μειώνονται κατά μέσο όρο 60%, με κάθαρση κατά την αιμοδιύλιση μεταξύ 40 και 55ml/min. |
Καρδιακή Ανεπάρκεια
Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν μεγαλύτερη έκθεση στην Λισινοπρίλη σε σύγκριση με τους υγιείς (αύξηση του ΑUC κατά μέσο όρο 125%), αλλά με βάση την ανάκτηση από τα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης της Λισινοπρίλης μειώνεται περίπου 16% όταν συγκρίνονται με υγιείς.
Ηλικιωμένοι
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα στο αίμα και μεγαλύτερες τιμές για την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (αύξηση περίπου 60%), σε σχέση με νεότερους ασθενείς.
Lisinopril And Diuretics
Όταν τα επίπεδα του πλάσματος ελέγχθησαν για 24 ώρες τουλάχιστον, η ημιπερίοδος ζωής που παρατηρήθηκε στο πλάσμα κυμάνθηκε μεταξύ 5,6 και 14,8 ωρών. Τουλάχιστον το 61% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο μέσα σε 24 ώρες. Μετά την χορήγηση από το στόμα η διούρηση ξεκινάει μέσα σε 2 ώρες, φτάνοντας την μεγαλύτερη ποσότητα σε 4 ώρες και διαρκεί 6-12 ώρες. Η Lisinopril And Diuretics διαπερνά τον πλακούντα αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.