ALPRAZOLAM
Αλπραζολάμη
Για τη διαχείριση αγχώδους διαταραχής ή τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση των συμπτωμάτων άγχους και για τη θεραπεία της διαταραχής πανικού, με ή χωρίς αγοραφοβία.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-XANAX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Δόση έναρξης: 0,25 έως 0,5 mg τρεις φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση πρέπει να αυξάνεται και να μειώνεται βαθμιαία (0,5 mg ανά 3 ημέρες). Η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται βαθμιαία, όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε τρεις ημέρες.
-
ΆγχοςΔόση0,5 έως 4,0 mg την ημέρα χορηγούμενη σε διηρημένες δόσεις.0,25 έως 0,5 mg χορηγούμενη τρεις φορές την ημέρα.
-
ΥπερήλικεςΔόση0,5 έως 0,75 mg την ημέρα χορηγούμενη σε διηρημένες δόσεις.0,25mg χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές την ημέρα.
-
Διαταραχή πανικούΜέγ. δόσημέχρι 10 mg ημερησίωςΗ δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή. Η ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με βαθμιαίες αυξήσεις, που να μην υπερβαίνουν το 1 mg κάθε 3 έως 4 ημέρες. Επιπλέον δόσεις είναι δυνατόν να προστεθούν μέχρις ότου επιτευχθεί δοσολογικό σχήμα τρεις (TID) ή τέσσερις (QID) φορές την ημέρα. Η μέση δόση σε μια ευρεία πολυκλινική μελέτη ήταν 5,7mg ± 2,3mg ημερησίως. Η αγωγή μπορεί να διαρκέσει έξι μήνες υπό τακτική ιατρική παρακολούθηση. Η δόση έναρξης είναι 0,5 έως 1,0 mg χορηγόμενη πριν από την κατάκλιση.
-
Ασθενείς που δεν είχαν πάρει προηγουμένως ψυχοτρόπα φάρμακαθα χρειασθούν μικρότερες δόσεις από εκείνους που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία με ήπια ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά ή υπνωτικά ή έχουν ιστορικό χρόνιου αλκοολισμού. Συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης δραστικής δόσης.
block
SPC-XANAX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στις βενζοδιαζεπίνες, στην αλπραζολάμη ή σε οποιοδήποτε συστατικό της σύνθεσης του προϊόντος
-
Μυασθένεια gravis
-
Σοβαρή αναπνευστική δυσλειτουργία
-
Σύνδρομο υπνικής άπνοιας
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
warning
SPC-XANAX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νεφρική ή ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσοχή
-
Αυτοκτονικός ιδεασμόςΧρήση υψηλότερων δόσεωνΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχή πανικούΛαμβάνεται η ίδια προφύλαξη όπως με τη χρήση οποιουδήποτε ψυχοτρόπου φαρμάκου για τη θεραπεία καταθλιπτικών ασθενών ή αυτών για τους οποίους υπάρχει λόγος να αναμένεται συγκαλυμμένος αυτοκτονικός ιδεασμός ή σχέδια αυτοκτονίας.
-
ΚατάθλιψηΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν μείζονα κατάθλιψη ή άγχος που συσχετίζεται με κατάθλιψηΔεν πρέπει να συνταγογραφούνται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία της κατάθλιψης, καθώς μπορεί να προκαλέσουν ή να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Η αλπραζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και η συνταγογράφηση θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής ή αυτοκτονικών τάσεων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΗ χρήση δεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι και εξασθενημένοι ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και/ή εξασθενημένοι ασθενείςΧρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, προκειμένου να αποκλείεται η εμφάνιση αταξίας ή υπερκαταστολής (oversedation) (βλ. Δοσολογία).
-
Χρόνια αναπνευστική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκειαΧαμηλότερη δόση συνιστάται λόγω του κινδύνου εμφάνισης αναπνευστικής καταστολής.
-
Ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικώνΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικώνΟι βενζοδιαζεπίνες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με εξαιρετική προσοχή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΕξάρτησηΟ κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών. Η εξάρτηση από το φάρμακο μπορεί να συμβεί και σε θεραπευτικές δόσεις και / ή σε ασθενείς χωρίς εξατομικευμένο παράγοντα κινδύνου. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εξάρτησης από το φάρμακο με τη συνδυασμένη χρήση πολλών βενζοδιαζεπινών. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις κατάχρησης.
-
Συμπτώματα απόσυρσηςΌταν έχει αναπτυχθεί εξάρτηση, η απότομη διακοπή της θεραπείας θα συνοδεύεται από συμπτώματα απόσυρσης (κεφαλαλγίες, μυϊκό πόνο, έντονο άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση, ευερεθιστότητα, αϋπνία, αποπραγματοποίηση, αποπροσωποποίηση, υπερακουσία, μούδιασμα και μυρμηκίαση των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον ήχο και τη φυσική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικές κρίσεις). Η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά, σύμφωνα με την ορθή κλινική πρακτική. Η ημερήσια δοσολογία της αλπραζολάμης να μειώνεται σταδιακά, μέχρι 0,5 mg ανά τρεις ημέρες. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν ακόμη πιο αργή μείωση της δοσολογίας.
-
Αϋπνία και ανησυχία από υποτροπή (rebound)Παροδικό σύνδρομο που μπορεί να συμβεί κατά τη διακοπή της θεραπείας και κατά το οποίο τα συμπτώματα που οδήγησαν στη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνη επανεμφανίζονται με ενισχυμένη μορφή. Μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγές στη διάθεση, ανησυχία ή διαταραχές του ύπνου. Συνιστάται η σταδιακή μείωση της θεραπείας σε δόσεις όχι μεγαλύτερες των 0.5mg κάθε τρεις μέρες. Σε κάποιους ασθενείς μπορεί να χρειάζεται μια ακόμη πιο μικρή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Διάρκεια της θεραπείαςΗ διάρκεια πρέπει να είναι όσο το δυνατό βραχεία (βλ. Δοσολογία), ανάλογα με την ένδειξη, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 8 με 12 εβδομάδες για το άγχος και την κατάθλιψη και τους οκτώ μήνες για τη διαταραχή πανικού, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας σταδιακής μείωσης. Δεν θα πρέπει να γίνεται παράταση πέραν αυτών των διαστημάτων χωρίς επανεκτίμηση της κατάστασης. Ενημέρωση του ασθενούς για τη περιορισμένη διάρκεια, τη σταδιακή μείωση της δοσολογίας και την πιθανότητα εκδήλωσης φαινομένων υποτροπής.
-
ΑμνησίαΟι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία. Η κατάσταση εμφανίζεται πιο συχνά μερικές ώρες μετά τη λήψη του προϊόντος, επομένως για να μειωθεί ο κίνδυνος, οι ασθενείς θα πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίζουν αδιατάρακτο ύπνο 7-8 ωρών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσειςΑντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραληρητικές ιδέες, οργή, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη συμπεριφορά, είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Εάν αυτό συμβεί, η χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να διακόπτεται. Είναι πιο πιθανό να συμβούν στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.
-
ΑνοχήΜπορεί να εμφανισθεί μερική απώλεια της υπνωτικής δράσης των βενζοδιαζεπινών μετά από επαναλαμβανόμενη χρήση για μερικές εβδομάδες.
-
Γενικές προειδοποιήσειςΟι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται στην αρχική θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, την έλλειψη λακτάσης Lapp ή την δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-XANAX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αλκοόλπροσοχήαθροιστική δράση με βενζοδιαζεπίνεςΣύστασηδεν συνιστάται
-
άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣπροσοχήαθροιστική δράση
-
αντιψυχωσικά (νευροληπτικά)προσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
υπνωτικάπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
αγχολυτικά / ηρεμιστικάπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
αντικαταθλιπτικοί παράγοντεςπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
ναρκωτικά αναλγητικάπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης, ενίσχυση της ευφορίας, αύξηση της ψυχικής εξάρτησης
-
αντιεπιληπτικά προϊόνταπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
αναισθητικάπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
αντιισταμινικά με κατασταλτική δράσηπροσοχήενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης
-
αντένδειξηαλληλεπίδραση με CYP3A4, αύξηση συγκέντρωσης και δραστηριότητας αλπραζολάμης
-
αντένδειξηαλληλεπίδραση με CYP3A4, αύξηση συγκέντρωσης και δραστηριότητας αλπραζολάμης
-
άλλα αζολικά αντιμυκητιασικάαντένδειξηαλληλεπίδραση με CYP3A4, αύξηση συγκέντρωσης και δραστηριότητας αλπραζολάμης
-
προσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4, αύξηση AUC κατά ~2 φορέςΣύστασηεξέταση μείωσης δόσης
-
προσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4, αύξηση AUC κατά ~2 φορέςΣύστασηεξέταση μείωσης δόσης
-
προσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4Σύστασηεξέταση μείωσης δόσης
-
προσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4
-
προποξυφαίνηπροσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4
-
από του στόματος αντισυλληπτικάπροσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4
-
προσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4
-
προσοχήαλληλεπίδραση με CYP3A4
-
προσοχήαυξημένες συγκεντρώσεις, ιδιαίτερα σε υπερήλικεςΣύστασηπαρακολούθηση για τοξικότητα
-
HIV πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη)προσοχήπολύπλοκες αλληλεπιδράσεις, ελάττωση κάθαρσης, παράταση ημίσειας ζωής (βραχυπρόθεσμα), επαγωγή CYP3A (μακροπρόθεσμα)Σύστασημείωση δόσης ή διακοπή αλπραζολάμης
sick
SPC-XANAX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- αποπροσα- νατολισμός
- μειωμένη γενετήσια ορμή
- άγχος
- αϋπνία
- νευρικότητα
- αυξημένη γενετήσια ορμή*
- Μανία*
- ψευδαί- σθηση*
- θυμός*
- διέγερσ η*
- Υπομανία*
- επιθετικότητα*
- εχθρικότητα*
- μη φυσιολογικές σκέψεις*
- ψυχοκινητική υπερδραστηριότ ητα*
- Καταστολή
- υπνηλία
- ατα- ξία
- επηρεασμένη μνήμη
- δυσαρθρία
- ζάλη
- κεφαλαλγία
- Διαταραχή ισορροπίας
- μη φυσιολογικός συντονισμός
- διαταραχή προσοχής
- υπερβολικός ύπνος
- λήθαργος
- τρόμος
- Αμνησί α
- Διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος*
- δυστονία*
- Δυσκοιλιότητα
- ξηροστομία
- Ναυτία
- Γαστρεντερική διαταραχή*
- Ηπατίτιδα*
- μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία*
- ίκτερος*
- Δερματίτιδα*
- Αγγειοοίδημα*
- αντίδραση υπερευαισθησί ας*
- Ακράτει α*
- Κατακράτηση ούρων*
- Σεξουαλική δυσλειτουργ ία*
- Διαταρ α- χές εμμήνο υ ρύσεως*
- Κόπωση
- ευερεθιστότη τα
- Περιφερικό οίδημα*
- Σωματικό βάρος μειωμένο
- σωματικό βάρος αυξημένο
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση*
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΥπερπρολακτινα- ι- μ
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξη
-
ΣυχνέςΚατάθλιψη
-
ΣυχνέςΣύγχυση
-
Συχνέςαποπροσα- νατολισμός
-
Συχνέςμειωμένη γενετήσια ορμή
-
Συχνέςάγχος
-
Συχνέςαϋπνία
-
Συχνέςνευρικότητα
-
Συχνέςαυξημένη γενετήσια ορμή
-
Όχι συχνέςΜανία*
-
Όχι συχνέςψευδαί- σθηση*
-
Όχι συχνέςθυμός*
-
Όχι συχνέςδιέγερσ η*
-
ΣπάνιεςΥπομανία*
-
Σπάνιεςεπιθετικότητα*
-
Σπάνιεςεχθρικότητα*
-
Σπάνιεςμη φυσιολογικές σκέψεις*
-
Σπάνιεςψυχοκινητική υπερδραστηριότ ητα*
-
Πολύ συχνέςΚαταστολή
-
Πολύ συχνέςυπνηλία
-
Πολύ συχνέςατα- ξία
-
Πολύ συχνέςεπηρεασμένη μνήμη
-
Πολύ συχνέςδυσαρθρία
-
Πολύ συχνέςζάλη
-
Πολύ συχνέςκεφαλαλγία
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίας
-
Συχνέςμη φυσιολογικός συντονισμός
-
Συχνέςδιαταραχή προσοχής
-
Συχνέςυπερβολικός ύπνος
-
Συχνέςλήθαργος
-
Συχνέςτρόμος
-
ΣπάνιεςΑμνησί α
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος*
-
Μη γνωστέςδυστονία*
-
Μη γνωστέςΘολή όραση
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότητα
-
Πολύ συχνέςξηροστομία
-
Όχι συχνέςΝαυτία
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερική διαταραχή*
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα*
-
Μη γνωστέςμη φυσιολογική ηπατική λειτουργία*
-
Μη γνωστέςίκτερος*
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα*
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημα*
-
Μη γνωστέςαντίδραση υπερευαισθησί ας*
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμί α
-
Μη γνωστέςΑκράτει α*
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρων*
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργ ία*
-
Μη γνωστέςΔιαταρ α- χές εμμήνο υ ρύσεως*
-
Πολύ συχνέςΚόπωση
-
Πολύ συχνέςευερεθιστότη τα
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημα*
-
ΣυχνέςΣωματικό βάρος μειωμένο
-
Συχνέςσωματικό βάρος αυξημένο
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεση*
pregnant_woman
SPC-XANAX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ αλπραζολάμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με αλπραζολάμη. Αν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αλπραζολάμη, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για το δυνητικό κίνδυνο που υπάρχει για το έμβρυο. Αν η θεραπεία με αλπραζολάμη είναι απαραίτητη κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, οι υψηλές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγονται και το νεογέννητο θα πρέπει να παρακολουθείται για συμπτώματα απόσυρσης και / ή σύνδρομο υποτονικού βρέφος.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αλπραζολάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, η αλπραζολάμη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-XANAX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-XANAX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-XANAX
expand_more
Δοσολογία
Η αγωγή θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερης διάρκειας. Ο ασθενής πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά και να εκτιμάται η αναγκαιότητα συνέχισης της αγωγής, ειδικότερα στην περίπτωση που είναι ελεύθερος συμπτωμάτων. Γενικά η συνολική διάρκεια της αγωγής δεν πρέπει να ξεπερνάει τις 8-12 εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου σταδιακής διακοπής της.
Ειδικά για τη διαταραχή πανικού η αγωγή μπορεί να διαρκέσει έξι μήνες υπό τακτική ιατρική παρακολούθηση.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να απαιτηθεί παράταση της αγωγής πέραν της μέγιστης συνιστώμενης διάρκειας. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να γίνει προηγουμένως επανέλεγχος της κατάστασης του ασθενή από ειδικό γιατρό.
Η βέλτιστη δοσολογία της αλπραζολάμης πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και την ατομική ανταπόκριση του ασθενή. Σε λίγους ασθενείς, οι οποίοι χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις η δοσολογία πρέπει να αυξάνεται με προσοχή για να αποφευχθούν τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες. Όταν χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις, η βραδινή δόση πρέπει να αυξάνεται πριν από τις ημερήσιες δόσεις.
Γενικά, οι ασθενείς που δεν είχαν πάρει προηγουμένως ψυχοτρόπα φάρμακα θα χρειασθούν μικρότερες δόσεις από εκείνους που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία με ήπια ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά ή υπνωτικά ή έχουν ιστορικό χρόνιου αλκοολισμού. Συνιστάται να ακολουθείται η γενική αρχή χρήσης της χαμηλότερης δραστικής δόσης ώστε να αποκλεισθεί η εμφάνιση υπερκαταστολής ή αταξίας.
Συνηθισμένη Δοσολογία
| Κατηγορία | Συνεχόμενο Εύρος Δοσολογίας | Έναρξη * |
|---|---|---|
| Άγχος | 0,5 έως 4,0 mg την ημέρα χορηγούμενη σε διηρημένες δόσεις. | 0,25 έως 0,5 mg χορηγούμενη τρεις φορές την ημέρα. |
| Υπερήλικες | 0,5 έως 0,75 mg την ημέρα χορηγούμενη σε διηρημένες δόσεις. | 0,25mg χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές την ημέρα. |
| Διαταραχή πανικού | Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή. Η ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με βαθμιαίες αυξήσεις, που να μην υπερβαίνουν το 1 mg κάθε 3 έως 4 ημέρες. Επιπλέον δόσεις είναι δυνατόν να προστεθούν μέχρις ότου επιτευχθεί δοσολογικό σχήμα τρεις (TID) ή τέσσερις (QID) φορές την ημέρα. Η μέση δόση σε μια ευρεία πολυκλινική μελέτη ήταν 5,7mg ± 2,3mg ημερησίως και υπήρξαν μόνο σπάνιες περιπτώσεις ασθενών που χρειάσθηκαν μέχρι 10 mg ημερησίως. | 0,5 έως 1,0 mg χορηγόμενη πριν από την κατάκλιση. |
- Αν εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, η δόση πρέπει να μειώνεται.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών και επομένως η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται.
Διακοπή της θεραπείας
Η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται βαθμιαία, σύμφωνα με τους κανόνες της σωστής ιατρικής πρακτικής. Συνιστάται, η ημερήσια δοσολογία της αλπραζολάμης να μειώνεται όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε τρεις ημέρες. Πιθανά για μερικούς ασθενείς να χρειάζεται η μείωση της δοσολογίας με ακόμα βραδύτερο ρυθμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
Αντενδείξεις
SPC-XANAX
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-XANAX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Η διαταραχή πανικού έχει συσχετιστεί με πρωτεύουσες και δευτερεύουσες μείζονες καταθλιπτικές διαταραχές και με αυξημένο αριθμό αναφορών αυτοκτονίας μεταξύ των ασθενών που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Ως εκ τούτου, η ίδια προφύλαξη πρέπει να λαμβάνεται όταν χρησιμοποιούνται οι υψηλότερες δόσεις του XANAX για τη θεραπεία ασθενών με διαταραχές πανικού, όπως λαμβάνεται με τη χρήση οποιουδήποτε ψυχοτρόπου φαρμάκου για τη θεραπεία καταθλιπτικών ασθενών ή αυτών για τους οποίους υπάρχει λόγος να αναμένεται συγκαλυμμένος αυτοκτονικός ιδεασμός ή σχέδια αυτοκτονίας.
Σε ασθενείς που εμφανίζουν μείζονα κατάθλιψη ή άγχος που συσχετίζεται με κατάθλιψη, οι βενζοδιαζεπίνες και παράγοντες σαν τις βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να συνταγογραφούνται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία της κατάθλιψης, καθώς μπορεί να προκαλέσουν ή να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Ως εκ τούτου, η αλπραζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και η συνταγογράφηση θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής ή αυτοκτονικών τάσεων. Έχουν αναφερθεί επεισόδια υπομανίας και μανίας σε συσχέτιση με τη χρήση της αλπραζολάμης σε ασθενείς με κατάθλιψη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών και επομένως η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται.
Ηλικιωμένοι και εξασθενημένοι ασθενείς
Συνιστάται να ακολουθείται ο γενικός κανόνας ότι σε ηλικιωμένους και/ή εξασθενημένους ασθενείς χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, προκειμένου να αποκλείεται η εμφάνιση αταξίας ή υπερκαταστολής (oversedation) (βλ. λήμμα 4.2).
Χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια
Χαμηλότερη δόση συνιστάται σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια λόγω του κινδύνου εμφάνισης αναπνευστικής καταστολής.
Ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών
Οι βενζοδιαζεπίνες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών (βλ. λήμμα 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Εξάρτηση
Η χρήση των βενζοδιαζεπινών μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής και ψυχικής εξάρτησης από τα προϊόντα αυτά. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών. Η εξάρτηση από το φάρμακο μπορεί να συμβεί και σε θεραπευτικές δόσεις και / ή σε ασθενείς χωρίς εξατομικευμένο παράγοντα κινδύνου. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εξάρτησης από το φάρμακο με τη συνδυασμένη χρήση πολλών βενζοδιαζεπινών, ανεξάρτητα από την ένδειξή τους ως αγχολυτικά ή υπνωτικά. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις κατάχρησης.
Συμπτώματα απόσυρσης
Όταν έχει αναπτυχθεί εξάρτηση, η απότομη διακοπή της θεραπείας θα συνοδεύεται από συμπτώματα απόσυρσης. Αυτά μπορεί να αποτελούνται από κεφαλαλγίες, μυϊκό πόνο, έντονο άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση, ευερεθιστότητα και αϋπνία. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αποπραγματοποίηση, αποπροσωποποίηση, υπερακουσία, μούδιασμα και μυρμηκίαση των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον ήχο και τη φυσική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικές κρίσεις (βλ. παράγραφο 4.2).
Κατά τη διακοπή της θεραπείας με αλπραζολάμη, η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά, σύμφωνα με την ορθή κλινική πρακτική. Συνιστάται η ημερήσια δοσολογία της αλπραζολάμης να μειώνεται σταδιακά, μέχρι 0,5 mg ανά τρεις ημέρες. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν ακόμη πιο αργή μείωση της δοσολογίας.
Αϋπνία και ανησυχία από υποτροπή (rebound)
ένα παροδικό σύνδρομο που μπορεί να συμβεί κατά τη διακοπή της θεραπείας και κατά το οποίο τα συμπτώματα που οδήγησαν στη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνη επανεμφανίζονται με ενισχυμένη μορφή. Μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα συμπτώματα όπως αλλαγές στη διάθεση, ανησυχία ή διαταραχές του ύπνου. Από τη στιγμή που ο κίνδυνος εμφάνισης φαινομένου απόσυρσης (withdrawal phenomena/rebound phenomena) είναι μεγαλύτερος κατά την απότομη διακοπή της θεραπείας, συνιστάται η σταδιακή μείωση της θεραπείας σε δόσεις όχι μεγαλύτερες των 0.5mg κάθε τρεις μέρες. Σε κάποιους ασθενείς μπορεί να χρειάζεται μια ακόμη πιο μικρή μείωση της δόσης (βλ. λήμμα 4.2).
Διάρκεια της θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατό βραχεία (βλ. λήμμα 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης), ανάλογα με την ένδειξη, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 8 με 12 εβδομάδες για το άγχος και την κατάθλιψη και τους οκτώ μήνες για τη διαταραχή πανικού, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας σταδιακής μείωσης. Δεν θα πρέπει να γίνεται παράταση πέραν αυτών των διαστημάτων χωρίς επανεκτίμηση της κατάστασης.
Μπορεί να είναι χρήσιμο να ενημερώνεται ο ασθενής, όταν η θεραπεία ξεκινά, ότι θα είναι περιορισμένης διάρκειας και να του εξηγείται ακριβώς πώς θα μειώνεται σταδιακά η δοσολογία. Επιπλέον, είναι σημαντικό να γνωρίζει ο ασθενής την πιθανότητα εκδήλωσης φαινομένων υποτροπής, ώστε να μειώνεται το άγχος σε περίπτωση που εμφανισθούν τέτοια συμπτώματα, κατά τη διάρκεια διακοπής αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος. Υπάρχουν ενδείξεις ότι, στην περίπτωση των βενζοδιαζεπινών με βραχεία διάρκεια δράσης, μπορεί να εμφανισθούν φαινόμενα απόσυρσης στα δοσολογικά μεσοδιαστήματα ιδιαίτερα όταν η δοσολογία είναι υψηλή. Όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες με μακρά διάρκεια δράσης, είναι σημαντικό να υπάρξει προειδοποίηση κατά της αλλαγής σε βενζοδιαζεπίνες με βραχεία διάρκεια δράσης, καθώς μπορεί να αναπτυχθούν συμπτώματα απόσυρσης.
Αμνησία
Οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία. Η κατάσταση εμφανίζεται πιο συχνά μερικές ώρες μετά τη λήψη του προϊόντος, επομένως για να μειωθεί ο κίνδυνος, οι ασθενείς θα πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίζουν αδιατάρακτο ύπνο 7-8 ωρών (βλ. λήμμα 4.8).
Ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσεις
Αντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραληρητικές ιδέες, οργή, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη συμπεριφορά, είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Εάν αυτό συμβεί, η χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να διακόπτεται. Είναι πιο πιθανό να συμβούν στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.
Ανοχή
Μπορεί να εμφανισθεί μερική απώλεια της υπνωτικής δράσης των βενζοδιαζεπινών μετά από επαναλαμβανόμενη χρήση για μερικές εβδομάδες.
Γενικές προειδοποιήσεις
Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται στην αρχική θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, την έλλειψη λακτάσης Lapp ή την δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-XANAX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Οι βενζοδιαζεπίνες έχουν αθροιστική δράση όταν συγχορηγούνται με αλκοόλ ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Η ταυτόχρονη λήψη με αλκοόλ δεν συνιστάται. Η αλπραζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με κατασταλτικά του ΚΝΣ. Μπορεί να υπάρξει ενίσχυση της κεντρικής κατασταλτικής δράσης σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χρήσης με αντιψυχωσικά (νευροληπτικά), υπνωτικά, αγχολυτικά / ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικούς παράγοντες, ναρκωτικά αναλγητικά, αντιεπιληπτικά προϊόντα, αναισθητικά και αντιισταμινικά με κατασταλτική δράση. Στην περίπτωση των ναρκωτικών αναλγητικών, μπορεί επίσης να υπάρξει ενίσχυση της ευφορίας, η οποία να οδηγήσει σε αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να υπάρξουν όταν η αλπραζολάμη χορηγείται μαζί με φάρμακα που παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό της.
Αναστολείς του CYP3A
Σκευάσματα που αναστέλλουν ορισμένα ηπατικά ένζυμα (ιδιαίτερα το κυτόχρωμα P450-3A4) μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της αλπραζολάμης και να ενισχύσουν τη δραστηριότητά της. Δεδομένα από κλινικές μελέτες με αλπραζολάμη, in vitro μελέτες με αλπραζολάμη και κλινικές μελέτες με φάρμακα που μεταβολίζονται παρόμοια με την αλπραζολάμη αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ποικίλοι βαθμοί αλληλεπίδρασης και πιθανή αλληλεπίδραση της αλπραζολάμης με έναν αριθμό φαρμάκων. Με βάση το βαθμό αλληλεπίδρασης και το είδος των διαθέσιμων στοιχείων, γίνονται οι ακόλουθες συστάσεις:
-
Η συγχορήγηση της αλπραζολάμης με κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη ή άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά δεν συνιστάται.
-
Η συγχορήγηση της νεφαζοδόνης ή φλουβοξαμίνης αυξάνει την AUC της αλπραζολάμης κατά περίπου 2 φορές. Συνιστάται προσοχή και να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, όταν η αλπραζολάμη συγχορηγείται με νεφαζοδόνη, φλουβοξαμίνη και σιμετιδίνη.
-
Συνιστάται προσοχή όταν η αλπραζολάμη συγχορηγείται με φλουοξετίνη, προποξυφαίνη, από του στόματος αντισυλληπτικά, διλτιαζέμη ή μακρολίδια, όπως η ερυθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη και η τρολεανδομυκίνη.
-
Έχουν αναφερθεί αυξημένες συγκεντρώσεις διγοξίνης με χορήγηση αλπραζολάμης, ιδιαίτερα σε υπερήλικες (ηλικίας > 65 ετών). Ως εκ τούτου, ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη και διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα που σχετίζονται με την τοξικότητα της διγοξίνης.
Επαγωγείς του CYP3A4
Δεδομένου ότι η αλπραζολάμη μεταβολίζεται από το CYP3A4, οι επαγωγείς του ενζύμου αυτού μπορεί να ενισχύσουν το μεταβολισμό της αλπραζολάμης.
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αναστολέων της HIV πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη) και της αλπραζολάμης είναι πολύπλοκες και εξαρτώνται από το χρόνο. Βραχυπρόθεσμα, χαμηλές δόσεις ριτοναβίρης οδήγησαν σε σημαντική ελάττωση της κάθαρσης της αλπραζολάμης, παρέτειναν το χρόνο της ημίσειας ζωής της και ενίσχυσαν τις κλινικές της δράσεις. Ωστόσο, μετά από παρατεταμένη έκθεση στη ριτοναβίρη, η επαγωγή του CYP3A αντισταθμίζει αυτή την αναστολή. Για αυτή την αλληλεπίδραση απαιτείται μείωση της δόσης ή διακοπή της αλπραζολάμης.
Διγοξίνη
Έχουν αναφερθεί αυξημένες συγκεντρώσεις διγοξίνης με χορήγηση αλπραζολάμης, ιδιαίτερα σε υπερήλικες (ηλικίας > 65 ετών). Ως εκ τούτου, ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη και διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα που σχετίζονται με την τοξικότητα της διγοξίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-XANAX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με αλπραζολάμη με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥ / 10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας Ανεπιθύμητων Ενεργειών
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Πολύ Συχνές (≥ 1/10) | Συχνές (≥ 1/100 to < 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000 to < 1/100) | Σπάνιες (≥ 1/10.000 to < 1/1.000) | Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Υπερπρολακτινα- ι- μ * | |||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη | |||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Σύγχυση, αποπροσα- νατολισμός, μειωμένη γενετήσια ορμή, άγχος, αϋπνία, νευρικότητα, αυξημένη γενετήσια ορμή* | Μανία* (βλ. Πα- ράγραφ ο 4.4), ψευδαί- σθηση*, θυμός*, διέγερσ η* | Υπομανία*, επιθετικότητα*, εχθρικότητα*, μη φυσιολογικές σκέψεις*, ψυχοκινητική υπερδραστηριότ ητα* | |||
| Δ ιαταραχές του νευρικού συστήματος | Καταστολή, υπνηλία, ατα- ξία, επηρεασμένη μνήμη, δυσαρθρία, ζάλη, κεφαλαλγία | Διαταραχή ισορροπίας, μη φυσιολογικός συντονισμός, διαταραχή προσοχής, υπερβολικός ύπνος, λήθαργος, τρόμος | Αμνησί α | Διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος*, δυστονία* | ||
| μ Οφθαλμικές διαταραχές | Θολή όραση | |||||
| Δ ιαταραχές του γαστρεντερικού | Δυσκοιλιότητα, ξηροστομία | Ναυτία | Γαστρεντερική διαταραχή* | |||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατίτιδα*, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία*, ίκτερος* | |||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματίτιδα*, Αγγειοοίδημα*, αντίδραση υπερευαισθησί ας* | |||||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκή αδυναμί α | |||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Ακράτει α*, Κατακράτηση ούρων* | |||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σεξουαλική δυσλειτουργ ία*, Διαταρ α- χές εμμήνο υ ρύσεως* | |||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση, ευερεθιστότη τα | Περιφερικό οίδημα* | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Σωματικό βάρος μειωμένο, σωματικό βάρος αυξημένο | Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση* |
*Ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά
Μετά από απότομη ή γρήγορη διακοπή της θεραπείας με βενζοδιαζεπίνες, συμπεριλαμβανομένης και της αλπραζολάμης, έχουν εμφανιστεί συμπτώματα απόσυρσης. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν από ήπια δυσφορία και αυπνία μέχρι σοβαρά σύνδρομα που εμφανίζουν κοιλιακές και μυικές κράμπες, έμετο, εφίδρωση, τρόμο και σπασμούς. Επιπλέον κατά την απότομη ή γρήγορη διακοπή της θεραπείας με αλπραζολάμη εμφανίστηκαν σπασμοί απόσυρσης.
Αμνησία
Προχωρητική αμνησία μπορεί να εμφανισθεί και σε θεραπευτικές δόσεις. ενώ ο κίνδυνος αυξάνει σε υψηλότερες δόσεις.. Οι επιδράσεις της αμνησίας μπορεί να συνδέονται με ανάρμοστη συμπεριφορά (βλ. λήμμα 4.4).
Κατάθλιψη
Προϋπάρχουσα κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με βενζοδιαζεπίνη.
Ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσεις
Αντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραληρητικές ιδέες, οργή, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη συμπεριφορά, είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με τη χρήση βενζοδιαζεπινών. Αυτές μπορεί να είναι αρκετά σοβαρές με τη χρήση αυτών των φαρμάκων, ενώ είναι πιθανότερο να εκδηλωθούν σε παιδιά και ηλικιωμένους.
Σε πολλές από τις περιπτώσεις αυθόρμητων αναφορών ανεπιθύμητων επιδράσεων στη συμπεριφορά, οι ασθενείς λάμβαναν ταυτόχρονα και άλλα φάρμακα του ΚΝΣ και/ή περιγράφονταν ως άτομα με προϋπάρχουσα ψυχιατρική κατάσταση. Ασθενείς με οριακή διαταραχή προσωπικότητας, με προηγούμενο ιστορικό βίας ή επιθετικής συμπεριφοράς, ή με ιστορικό κατάχρησης με αλκοόλ ή ναρκωτικά διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης τέτοιων συμπεριφορών. Περιστατικά ευερεθιστότητας, εχθρικότητας και παρεμβατικών σκέψεων έχουν αναφερθεί κατά τη διακοπή της θεραπείας με αλπραζολάμη σε ασθενείς με διαταραχή μετα-τραυματικού στρες.
Η χρήση (ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις) μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής εξάρτησης: η διακοπή της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα απόσυρσης ή υποτροπής. Μπορεί να συμβεί ψυχική εξάρτηση. Έχει αναφερθεί κατάχρηση βενζοδιαζεπινών (βλ. Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-XANAX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Τα δεδομένα σχετικά με τερατογένεση και επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη και συμπεριφορά, μετά από θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες, είναι αντιφατικά. Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων, που βασίζονται σε μελέτες κοόρτης, υποδεικνύουν ότι η έκθεση σε βενζοδιαζεπίνη, κατά το πρώτο τρίμηνο, δεν σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου για μείζονα δυσπλασία. Ωστόσο, σε ορισμένες, πρώτου σταδίου, επιδημιολογικές μελέτες, ελεγχόμενων περιστατικών, έχει φανεί μια διπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης λυκοστόματος.
Με τη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες σε υψηλές δόσεις, κατά το δεύτερο ή / και το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, έχει φανεί μια μείωση στις ενεργητικές κινήσεις του εμβρύου και διακυμάνσεις του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου.
Όταν η θεραπεία πρέπει να χορηγείται για ιατρικούς λόγους κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της εγκυμοσύνης, ακόμα και σε χαμηλές δόσεις, μπορεί να παρατηρηθούν σύνδρομο υποτονικού βρέφους, όπως αξονική υποτονία, προβλήματα με το θηλασμό, που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη αύξηση βάρους. Αυτά τα σημεία είναι αναστρέψιμα, αλλά μπορεί να διαρκέσουν από 1 έως 3 εβδομάδες, σύμφωνα με το χρόνο ημίσειας ζωής του προϊόντος. Σε υψηλές δόσεις, μπορεί να εμφανιστεί αναπνευστική καταστολή ή άπνοια και υποθερμία στα νεογέννητα.
Επιπλέον, μπορεί να παρατηρηθούν νεογνικά συμπτώματα απόσυρσης με υπερδιεγερσιμότητα, ανησυχία και τρόμο, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση, ακόμη και αν δεν παρατηρηθεί σύνδρομο υποτονικού βρέφους. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων απόσυρσης μετά τη γέννηση εξαρτάται από το χρόνο ημίσειας ζωής της δραστικής ουσίας.
Η αλπραζολάμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με αλπραζολάμη. Αν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αλπραζολάμη, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για το δυνητικό κίνδυνο που υπάρχει για το έμβρυο.
Αν η θεραπεία με αλπραζολάμη είναι απαραίτητη κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, οι υψηλές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγονται και το νεογέννητο θα πρέπει να παρακολουθείται για συμπτώματα απόσυρσης και / ή σύνδρομο υποτονικού βρέφος.
Θηλασμός
Η αλπραζολάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, η αλπραζολάμη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-XANAX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αγχολυτικά, Βενζοδιαζεπίνες, Κωδικός ATC: N05BA12
Η αλπραζολάμη είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη.
Οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν τη δράση των GABA υποδοχέων οδηγώντας έτσι στην αναστολή της νευρικής λειτουργίας.
Η αλπραζολάμη παρουσιάζει κατασταλτικές, υπνωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Επιπρόσθετα εμφανίζει αντισπασμωδική και κεντρική μυοχαλαρωτική δράση.
Η αλπραζολάμη συγκρίθηκε με placebo σε διπλά-τυφλές κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με διάγνωση άγχους ή αγχώδους κατάθλιψης και αποδείχθηκε σημαντικά καλύτερη από το placebo σε κάθε μία από τις εκτιμήσεις μελετών διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων με βάση τους ακόλουθους ψυχομετρικούς συντελεστές: Τη σφαιρική εκτίμηση του γιατρού, τη συνολική βαθμολογία της κλίμακας του άγχους του Hamilton, τη συνολική βαθμολογία της κλίμακας κατάθλιψης του Hamilton, τη σφαιρική εντύπωση του ασθενή και τη βαθμολογία της κλίμακας αυτοβαθμολόγησης των συμπτωμάτων. Η αλπραζολάμη προκάλεσε μια γενικά μικρότερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών σε σύγκριση με τη διαζεπάμη. Ειδικά, αναφέρθηκε σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης υπνηλίας, ζάλης και σύγχυσης.
Εργαστηριακές μελέτες ύπνου στον άνθρωπο, έδειξαν ότι η αλπραζολάμη μείωσε τον χρόνο επέλευσης του REM ύπνου, αύξησε τη διάρκειά του και μείωσε τον αριθμό των νυκτερινών αφυπνίσεων. Η αλπραζολάμη προκάλεσε μικρές μειώσεις στα στάδια 3-4 και REM ύπνου.
Η αλπραζολάμη δεν επηρέασε το χρόνο προθρομβίνης ή τις στάθμες της βαρφαρίνης στο πλάσμα σε άρρενες εθελοντές που χρησιμοποιούσαν από το στόμα νατριούχο βαρφαρίνη.
Όταν χρησιμοποιήθηκε η αλπραζολάμη -14C σε έγκυα ποντίκια, τα σχετιζόμενα με το φάρμακο υλικά εμφανίσθηκαν ομοιόμορφα κατανεμημένα στο έμβρυο με πυκνότητα 14C κατά προσέγγιση, ίδια με το αίμα και με τους σκελετικούς μυς της μητέρας.
Στο βραχυπρόθεσμο τμήμα της Πολυκεντρικής Μελέτης στις ΗΠΑ για τον πανικό, 526 ασθενείς με διάγνωση αγοραφοβίας με κρίσεις πανικού ή με διάγνωση διαταραχών πανικού με ή χωρίς κάποια φοβική αποφυγή, μελετήθηκαν, είτε με placebo (Ν=259) ή με αλπραζολάμη (Ν=267). Σε αυτήν την ελεγχόμενη με placebo μελέτη, η αλπραζολάμη σε δοσολογία που κυμαίνεται από 1,0 mg μέχρι 10,0 mg ημερησίως (μέση ημερήσια δοσολογία στο τέλος των 8 εβδομάδων θεραπείας, 5,7 mg ± 2,27 mg) βρέθηκε αποτελεσματική στον αποκλεισμό ή στην ελάττωση των κρίσεων πανικού, καθώς και στη μείωση του παθολογικού φόβου (φοβίας) και αποφυγής. Η αλπραζολάμη βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα της ζωής των ασθενών της συγκεκριμένης μελέτης, όπως κρίθηκε από την αξιολόγηση των διαταραχών της εργασίας, τις κοινωνικές δραστηριότητες, τις δραστηριότητες στον ελεύθερο χρόνο, καθώς και τις ευθύνες στην οικογενειακή ζωή και στο σπίτι.
Στη συνέχεια της βραχυπρόθεσμης Πολυκεντρικής Μελέτης στις ΗΠΑ για τον πανικό, μια υποομάδα ασθενών (Ν=180) που λάμβαναν αλπραζολάμη, τέθηκε υπό παρακολούθηση για χρονικό διάστημα μέχρι και 8 μηνών. Οι ασθενείς εξακολούθησαν να εμφανίζουν παρατεταμένη βελτίωση στις κρίσεις του πανικού και στα φοβικά συμπτώματα. Σε γενικές γραμμές, κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας, η δοσολογία που χορηγήθηκε στους ασθενείς ήταν χαμηλότερη από εκείνη που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της βραχυχρόνιας θεραπείας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-XANAX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα. Οι ανώτατες τιμές συγκέντρωσης στο πλάσμα επέρχονται μία ή δύο ώρες μετά τη χορήγηση. Οι στάθμες της στο πλάσμα είναι ανάλογες με τη δόση που χορηγήθηκε. Δόσεις μεγαλύτερες της τάξης των 0,5 μέχρι 3 mg, πραγματοποίησαν ανώτατες στάθμες από 8,0 μέχρι 37 ng/ml.
H μέση ημιπερίοδος ζωής της απομάκρυνσης της αλπραζολάμης είναι 10-12 ώρες (εύρος 6,3 - 26,9 ώρες). Στους ηλικιωμένους ασθενείς η απομάκρυνση είναι βραδύτερη. Η αλπραζολάμη και οι μεταβολίτες της πρωταρχικά απεκκρίνονται στα ούρα.
Ο κύριος μεταβολίτης είναι η α-υδροξυ-αλπραζολάμη. Οι υδροξυμεταβολίτες έχουν κάποια φαρμακολογική δράση. Η α-υδροξυ-αλπραζολάμη αναφέρεται ότι έχει τη μισή τουλάχιστον δράση αλπραζολάμης. Ωστόσο, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι χαμηλά. Η αλπραζολάμη δεσμεύεται κατά 70-80% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
ΕΟΦ · 4.1.1.1
Αγχολυτικά
expand_more
Αγχολυτικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Αποβολή (καθαρισμός):
- 2.13 +/- 0.54 mL/min/kg [CYP3A inducers]
- 0.90 +/- 0.21 mL/min/kg [without CYP3A inducers]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αλπραζολάμη είναι μια βενζοδιαζεπίνη που συνδέεται με τους υποδοχείς γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) τύπου Α (GABAARs) για να ενισχύσει την ανασταλτική της δράση στη νευροδιαβίβαση, ειδικά στον εγκέφαλο. Η ταυτόχρονη χρήση με οπιοειδή μπορεί να οδηγήσει σε έντονη καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο· οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα βενζοδιαζεπίνες και οπιοειδή μπορεί να χρειαστούν χαμηλότερες δόσεις ενός ή και των δύο φαρμάκων, ανάλογα με την κλινική τους κατάσταση. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα διαταραγμένη αναπνευστική λειτουργία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βενζοδιαζεπίνες. Επιπλέον, λόγω των κατασταλτικών επιδράσεων στο ΚΝΣ, οι ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη θα πρέπει να αποφεύγουν τη λειτουργία βαρέων μηχανημάτων ή την οδήγηση και θα πρέπει να αποφεύγουν άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ, όπως το αλκοόλ. Όπως και με άλλες βενζοδιαζεπίνες, η αλπραζολάμη ενέχει κίνδυνο κατάχρησης, κακής χρήσης και εθισμού, ο οποίος είναι υψηλότερος σε προδιατεθειμένα άτομα και μπορεί να απαιτεί αυστηρή παρακολούθηση. Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε οξέα ή παρατεταμένα συμπτώματα στέρησης, τα οποία μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή· η δόση του ασθενούς θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά όποτε η διακοπή ή η μείωση της δόσης είναι απαραίτητες. Τα νεογέννητα που γεννιούνται από μητέρες που χρησιμοποιούν αλπραζολάμη αργά στην εγκυμοσύνη μπορεί να υποφέρουν από καταστολή και συμπτώματα στέρησης. Καθώς η CYP3A απαιτείται για το αρχικό βήμα στο μεταβολισμό της αλπραζολάμης, η αλπραζολάμη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς της CYP3A, όπως η κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη· οι ηπιότεροι αναστολείς της CYP3A εξακολουθούν να απαιτούν προσαρμογές της δόσης της αλπραζολάμης. Τέλος, οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις, όπως διαταραχές πανικού, αυξημένη επίπτωση αυτοκτονίας και επεισόδια μανίας/υπομανίας, σε ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η νευροδιαβίβαση βασίζεται σε διεγερτικά και ανασταλτικά σήματα. Οι υποδοχείς γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) τύπου Α (GABAARs) ανήκουν στην υπεροικογένεια πενταμερών ιοντικών διαύλων που ελέγχονται από λιγάντες (PLGIC) και βρίσκονται συναπτικά και περισυναπτικά για να μεσολαβούν στην τονική αναστολή και εξω-συναπτικά για να μεσολαβούν στην τονική αναστολή. Οι GABAARs αποτελούνται από μια ποικιλία υπομονάδων από μια ομόλογη οικογένεια, τα μέλη της οποίας ονομάζονται βάσει της ταυτότητας της αλληλουχίας ως α1-6, β1-3, γ1-3, δ, ε, θ, π, και ρ1-3. Κάθε υπομονάδα διαθέτει ένα εξωκυττάριο (ECD), διαμεμβρανικό (TMD) και ενδοκυττάριο (ICD) πεδίο· οι διεπαφές μεταξύ των υπομονάδων είναι τα κύρια σημεία σύνδεσης νευροδιαβιβαστή και ρυθμιστή, που περιγράφονται από τον συντονισμό των κύριων (+) και συμπληρωματικών (-) θέσεων σε κάθε υπομονάδα. Η σύνδεση του GABA στους GABAARs προκαλεί άνοιγμα πόρου, ταχεία ροή ιόντων χλωρίου και συναπτική υπερπόλωση, η οποία με τη σειρά της εκδηλώνεται ως ανασταλτικό σήμα. Οι πιο διαδεδομένοι GABAARs in vivo είναι οι υποδοχείς α1β2γ2, οι οποίοι περιέχουν τόσο θέσεις σύνδεσης GABA (β+/α-) όσο και βενζοδιαζεπίνης (BZD, α+/γ-) στις διεπαφές μεταξύ των σχετικών υπομονάδων. Γενικά, οποιοιδήποτε υποδοχείς που περιέχουν μια διεπαφή αx/γz, όπου x = 1-3,5 και z = 1-3, έχουν πιθανές θέσεις σύνδεσης BZD υψηλής συγγένειας, αν και μικρές διαφορές στην αλληλουχία μεταξύ των υπομονάδων μπορεί να τροποποιήσουν την συγγένεια σύνδεσης σε μεμονωμένα μόρια. Οι υπομονάδες α4 και α6, στις οποίες μια αλλιώς διατηρημένη ιστιδίνη αντικαθίσταται από αργινίνη, δεν συνδέονται με παραδοσιακούς BZD λιγάντες όπως η διαζεπάμη και επομένως θεωρούνται “ανθεκτικές στη διαζεπάμη”. Η σύνδεση του GABA οδηγεί σε μια σειρά δομικών αλλαγών στα ECDs των β υπομονάδων GABAAR, “κλειδώνοντας” κάθε μία στην γειτονική της διεπαφή α-. Η σύνδεση της αλπραζολάμης στην BZD θέση υψηλής συγγένειας σταθεροποιεί τη διεπαφή α+/γ- και διευκολύνει τις δομικές αλλαγές που οδηγούν στο άνοιγμα του πόρου, λειτουργώντας έτσι ως θετικός αλλοστερικός ρυθμιστής. Ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η αλλοστερική ρύθμιση των GABAAR μεσολαβεί στις θεραπευτικές και ανεπιθύμητες επιδράσεις των βενζοδιαζεπινών παραμένει ασαφής. Παλαιότερες μελέτες πρότειναν ότι ο κύριος παράγοντας ήταν η σύσταση των υπομονάδων α, με τους υποδοχείς που περιέχουν α1 να μεσολαβούν στις κατασταλτικές επιδράσεις, τους υποδοχείς που περιέχουν α2/3 τις αγχολυτικές επιδράσεις, και τους υποδοχείς που περιέχουν α5 τις επιδράσεις μνήμης των βενζοδιαζεπινών. Πιο πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ένα πιο σύνθετο σύνολο παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης των υπομονάδων, της φυσιολογικής θέσης, του νευρωνικού κυκλώματος και του τύπου των νευρικών κυττάρων. Για να περιπλέξουμε περαιτέρω τα πράγματα, μπορεί να υπάρχουν έως και πέντε διακριτές θέσεις σύνδεσης BZD στους GABAARs, με τη θέση 1 να αντιστοιχεί στην κλασική διεπαφή α+/γ- υψηλής συγγένειας. Οι επιδράσεις της σύνδεσης στις θέσεις 2-4 δεν έχουν πλήρως κατανοηθεί και πιθανότατα προσδίδουν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα στη φαρμακολογική δράση των βενζοδιαζεπινών.
Σε ζώα, οι βενζοδιαζεπίνες προστατεύουν από επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από ηλεκτρική διέγερση και πεντελενοτετραζόλη· οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να δρουν, τουλάχιστον εν μέρει, ενισχύοντας την προ-συναπτική αναστολή. Τα φάρμακα καταστέλλουν την εξάπλωση της επιληπτικής δραστηριότητας, αλλά δεν εξαλείφουν την ανώμαλη εκφόρτιση από μια εστία σε πειραματικά μοντέλα επιληψίας. Σε συνήθεις δόσεις, οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να έχουν πολύ μικρή επίδραση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα, την αναπνοή ή το καρδιαγγειακό σύστημα. /Βενζοδιαζεπίνες/
Οι ΚΝΣ παράγοντες της κατηγορίας 1,4-βενζοδιαζεπίνης πιθανώς ασκούν τις επιδράσεις τους συνδεόμενοι σε στερεοειδείς υποδοχείς σε διάφορες θέσεις εντός του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης τους είναι άγνωστος. Κλινικά, όλες οι βενζοδιαζεπίνες προκαλούν δράση καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος που εξαρτάται από τη δόση, κυμαινόμενη από ήπια διαταραχή της απόδοσης εργασιών έως ύπνωση.
Αγχολυτικές και πιθανώς παράδοξες διεγερτικές επιδράσεις του ΚΝΣ των βενζοδιαζεπινών υποτίθεται ότι προκύπτουν από την απελευθέρωση προηγουμένως κατασταλμένων αποκρίσεων (απο-αναστολή). Μετά από συνήθεις δόσεις βενζοδιαζεπινών για αρκετές ημέρες, τα φάρμακα προκαλούν μέτρια μείωση του ύπνου ταχείας κίνησης των ματιών (REM). Δεν παρατηρείται επανεμφάνιση REM κατά τη διακοπή των φαρμάκων. Ο ύπνος σταδίων 3 και 4 μειώνεται σημαντικά με συνήθεις δόσεις των φαρμάκων· η κλινική σημασία αυτών των αλλοιώσεων των σταδίων ύπνου δεν έχει καθοριστεί. /Βενζοδιαζεπίνες/
Οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να προκαλούν χαλάρωση των σκελετικών μυών κυρίως αναστέλλοντας τις σπονδυλικές πολυσυναπτικές προσθιόνοες οδούς, αλλά τα φάρμακα μπορεί επίσης να αναστέλλουν τις μονοσυναπτικές προσθιόνοες οδούς. Τα φάρμακα μπορεί να αναστέλλουν τα μονοσυναπτικά και πολυσυναπτικά αντανακλαστικά λειτουργώντας ως ανασταλτικοί νευρωνικοί διαβιβαστές ή αποκλείοντας τη διεγερτική συναπτική μετάδοση. Τα φάρμακα μπορεί επίσης να καταστέλλουν άμεσα τη λειτουργία των κινητικών νεύρων και των μυών. /Βενζοδιαζεπίνες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η αλπραζολάμη που χορηγείται από του στόματος απορροφάται ταχέως στο γαστρεντερικό σωλήνα, φτάνοντας στη Cmax σε περίπου 1,8 (1-2) ώρες. Η απορρόφηση είναι υψηλή, με αποτέλεσμα από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα 84-91%. Μια δόση 1 mg από του στόματος οδηγεί σε Cmax 12-22 μg/L. Η φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης της αλπραζολάμης (XANAX XR) έχει παρόμοια απορρόφηση, βιοδιαθεσιμότητα και φαρμακοκινητική με την τυπική φόρμουλα, με εξαίρεση ότι η Tmax είναι ~10 ώρες σε σύγκριση με 1-2 ώρες. Η χρονική χορήγηση τροποποιεί αυτές τις παραμέτρους, με την Cmax να αυξάνεται κατά 30% και την Tmax να μειώνεται κατά μία ώρα όταν χορηγείται τη νύχτα σε αντίθεση με το πρωί. Το φαγητό επηρεάζει την απορρόφηση της αλπραζολάμης· ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά έως και δύο ώρες πριν τη χορήγηση αυξάνει την Cmax κατά ~25% και είτε μείωση (φαγητό που καταναλώνεται αμέσως πριν τη χορήγηση) είτε αύξηση (φαγητό που καταναλώνεται μετά τη χορήγηση) ~1/3 στην Tmax. Ούτε η AUC ούτε η ημιζωή επηρεάζονται σημαντικά από τη διατροφή.
Η αλπραζολάμη απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα. Ένα μεγάλο μέρος της δόσης απεκκρίνεται ως μη μεταβολισμένη αλπραζολάμη. <10% της δόσης απεκκρίνεται ως άλφα-υδροξυ-αλπραζολάμη και 4-υδροξυ-αλπραζολάμη.
Η αλπραζολάμη έχει όγκο κατανομής μετά από χορήγηση από του στόματος 0,8-1,3 L/kg. Η αλπραζολάμη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Μια δόση 0,8 mg από του στόματος αλπραζολάμης είχε κάθαρση 0,90 ± 0,21 mL/min/kg, η οποία αυξήθηκε σε 2,13 ± 0,54 mL/min/kg όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με τον ισχυρό επαγωγέα CYP3A4 καρβαμαζεπίνη. Άλλες μελέτες έχουν δείξει κάθαρση 0,70-1,5 mL/min/kg.
In vitro, η αλπραζολάμη συνδέεται (80%) με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού. Η αλβουμίνη του ορού αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία της σύνδεσης.
Η αλπραζολάμη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Μετά από χορήγηση από του στόματος, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Τα επίπεδα στο πλάσμα είναι ανάλογα της χορηγούμενης δόσης· στην κλίμακα δόσεων 0,5 έως 3,0 mg, παρατηρήθηκαν μέγιστα επίπεδα 8,0 έως 37 ng/mL.
Το νεογνό μιας μητέρας που ανέφερε χρήση αλπραζολάμης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρουσίασε αναπνευστική δυσχέρεια και κλινικά χαρακτηριστικά συμβατά με σύνδρομο στέρησης νεογνού ή σηψαιμία νεογνού από κάθετη μετάδοση. Η αλπραζολάμη και ο κύριος μεταβολίτης της (άλφα-υδροξυαλπραζολάμη) ανιχνεύθηκαν σε ορό ομφαλίου λώρου, ούρα νεογνού και επίσης σε μαλλιά νεογνού, μεκόνιο και πλακούντα, υπολογίζοντας τόσο την οξεία όσο και τη χρόνια έκθεση σε αυτή τη βενζοδιαζεπίνη κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής. …
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η αλπραζολάμη συνδέεται περίπου κατά 80% με πρωτεΐνες του ορού. Η πλειοψηφία αυτής της πρωτεϊνικής σύνδεσης αφορά την αλβουμίνη του ορού. Η αλπραζολάμη συνδέεται επίσης με την άλφα1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη με χαμηλή συχνότητα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αλπραζολάμη μεταβολίζεται σε λιγότερο δραστικούς μεταβολίτες από διάφορα CYP, συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4, CYP3A5, CYP3A7 και CYP2C9. Η πλειοψηφία του μεταβολισμού της αλπραζολάμης μεσολαβείται από υδροξυλίωση μέσω των CYP3A. Η 4-υδροξυαλπραζολάμη έχει 20% της συγγένειας σύνδεσης του μητρικού φαρμάκου, η άλφα-υδροξυαλπραζολάμη έχει 66% της συγγένειας, και ο μεταβολίτης βενζοφαινόνη έχει <1% της συγγένειας.
Η αλπραζολάμη, ένας αγχολυτικός παράγοντας, μεταβολίζεται σε αρουραίο και ανθρώπινο ήπαρ από P4503A1 και P4503A4 αντίστοιχα, σε 4-υδροξυ αλπραζολάμη (4-OHALP, φαρμακολογικά λιγότερο ενεργή) και άλφα-υδροξυ αλπραζολάμη (alpha-OHALP, φαρμακολογικά πιο ενεργή). Εξετάσαμε τον μεταβολισμό της αλπραζολάμης μέσω P450 από μικροσωμάτια αρουραίου και ανθρώπινου εγκεφάλου και παρατηρήσαμε ότι η σχετική ποσότητα alpha-OHALP που σχηματίστηκε στον εγκέφαλο ήταν υψηλότερη από ό,τι στο ήπαρ. Αυτός ο βιομετασχηματισμός μεσολαβήθηκε από ένα ισοένζυμο P450 που ανήκει στην υποοικογένεια P4503A, το οποίο εκφράζεται συντακτικά σε νευρωνικά κύτταρα στον αρουραίο και ανθρώπινο εγκέφαλο. Ο σχηματισμός μεγαλύτερων ποσοτήτων alpha-OHALP σε νευρώνες υποδεικνύει τοπική διαμόρφωση της φαρμακολογικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο, στο σημείο δράσης του αγχολυτικού φαρμάκου. Δεδομένου ότι οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες της αλπραζολάμης είναι υδρόφιλοι και δεν απομακρύνονται εύκολα μέσω του φραγμού αίματος-ΕΝΥ, η alpha-OHALP θα έχει δυνητικά μεγαλύτερη ημιζωή στον εγκέφαλο.
Η αλπραζολάμη μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους, κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4), σε δύο κύριους μεταβολίτες στο πλάσμα: 4-υδροξυαλπραζολάμη και α-υδροξυαλπραζολάμη. Μια βενζοφαινόνη που προέρχεται από την αλπραζολάμη βρίσκεται επίσης στους ανθρώπους. Οι ημιζωές τους φαίνεται να είναι παρόμοιες με αυτήν της αλπραζολάμης. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της 4-υδροξυαλπραζολάμης και της α-υδροξυαλπραζολάμης σε σχέση με τη συγκέντρωση αμετάβλητης αλπραζολάμης ήταν πάντα μικρότερες από 4%. Η αναφερόμενη σχετική ισχύς σε πειράματα σύνδεσης υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης και σε ζωικά μοντέλα αναστολής επιληπτικών κρίσεων είναι 0,20 και 0,66, αντίστοιχα, για τη 4-υδροξυαλπραζολάμη και την α-υδροξυαλπραζολάμη. Τέτοιες χαμηλές συγκεντρώσεις και οι μικρότερες ισχείς της 4-υδροξυαλπραζολάμης και της α-υδροξυαλπραζολάμης υποδηλώνουν ότι είναι απίθανο να συμβάλλουν σημαντικά στις φαρμακολογικές επιδράσεις της αλπραζολάμης. Ο μεταβολίτης βενζοφαινόνη είναι ουσιαστικά ανενεργός.
Η αλπραζολάμη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη βήτα-υδροξυαλπραζολάμη και την 4-υδροξυαλπραζολάμη.
Ηπατικός. Υδροξυλιώνεται στο ήπαρ σε α-υδροξυαλπραζολάμη, η οποία είναι επίσης δραστική. Αυτή και άλλοι μεταβολίτες στη συνέχεια απεκκρίνονται στα ούρα ως γλυκουρονίδια.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Ημιζωή
Η αλπραζολάμη έχει μέση πλάσμική ημιζωή αποβολής 11,2 ώρες σε υγιείς ασθενείς (εύρος 6,3-26,9 ώρες). Η μέση ημιζωή είναι 16,3 ώρες (εύρος 9,0-26,9 ώρες) σε ηλικιωμένους, 21,8 ώρες (εύρος 9,9-40,4 ώρες) σε παχύσαρκους ασθενείς και 19,7 ώρες (εύρος 5,8-65,3 ώρες) σε ασθενείς με αλκοολική ηπατική νόσο. Η ημιζωή είναι 25% υψηλότερη σε Ασιάτες ασθενείς σε σύγκριση με τους Καυκάσιους. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ημιζωή 9-16 ωρών. Η φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης έχει ημιζωή 10,7-15,8 ωρών σε υγιείς ενήλικες ασθενείς.
Χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης, η μέση πλάσμική ημιζωή αποβολής της αλπραζολάμης έχει βρεθεί να είναι περίπου 11,2 ώρες (εύρος: 6,3-26,9 ώρες) σε υγιείς ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση της ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.
Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική επίδραση χωρίς να επηρεάζουν τη διαύγεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι ΒΗΤΑ-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ είναι συχνά χρήσιμοι στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των χλωριούχων καναλιών που ενεργοποιούνται από το GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΕΟΣ· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΟΙ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
YU55MQ3IZY
ALPRAZOLAM
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
Η αλπραζολάμη είναι μια Βενζοδιαζεπίνη.
ALPRAZOLAM
Βενζοδιαζεπίνη [EPC]· Βενζοδιαζεπίνες [CS]
ALPRAZOLAM C-IV
Βενζοδιαζεπίνη [EPC]· Βενζοδιαζεπίνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση της ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.
Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική επίδραση χωρίς να επηρεάζουν τη διαύγεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι ΒΗΤΑ-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ είναι συχνά χρήσιμοι στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των χλωριούχων καναλιών που ενεργοποιούνται από το GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΕΟΣ· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΟΙ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.