ALPRAZOLAM
Αλπραζολάμη
### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: αγχολυτικά - παράγωγα βενζοδιαζεπίνης **Κωδικός ATC**: Ν05ΒΑ12 ### Μηχανισμός δράσης Η αλπραζολάμη είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
F41 Άλλες αγχώδεις διαταραχές
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Άγχος
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ALPRAZOLAM/AUROBINDO
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: 3 φορές ημερησίως (ενήλικες), δύο έως τρεις φορές ημερησίως (ηλικιωμένοι εναρκτήρια δόση)
- Δόση έναρξης: 0,25 mg έως 0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε διαστήματα 3-4 ημερών έως 4 mg ημερησίως το ανώτατο. Για ηλικιωμένους, η δόση μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε 3 ημέρες. Συνιστάται η ημερήσια δοσολογία να μειώνεται όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε τρεις ημέρες κατά τη διακοπή.
-
Ενήλικες (ηλικίας άνω των 18 ετών)Δόση0,25 mg έως 0,5 mgΜέγ. δόση4 mg ημερησίωςχορηγείται 3 φορές ημερησίως και μπορεί να αυξηθεί (εάν είναι απαραίτητο) σε διαστήματα 3-4 ημερών
-
ΗλικιωμένοιΔόση0,25 mgΜέγ. δόση1,5 mg (για καλή φυσική κατάσταση), 0,75 mg (για μη καλή φυσική κατάσταση)Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να ξεκινά με μία χαμηλή εναρκτήρια δόση ίση με 0,25 mg χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε 3 ημέρες.
-
Ασθενείς με νόσο που προκαλεί εξασθένηση (ατονία) ή με μειωμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργίαΜέγ. δόση0,75 έως 1,5 mg την ημέραΔοσολόγηση κατά την έναρξη της θεραπείας με προσοχή. Συνιστάται παρόμοια χαμηλή δόση το ανώτατο μέχρι 0,75 έως 1,5 mg την ημέρα ανάλογα με το βαθμό της ατονίας ή της ανεπάρκειας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δισκίων αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών και συνεπώς η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο δραστικό συστατικό, στις βενζοδιαζεπίνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Βαριά μυασθένεια
-
Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Σύνδρομο άπνοιας ύπνου
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Οξεία δηλητηρίαση λόγω αλκοόλ ή άλλων παραγόντων με δράση επί του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ)
-
Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ταυτόχρονη χρήση οπιούχωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αλπραζολάμη και οπιοειδήΝα χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η διάρκεια της θεραπείας να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη. Οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά για σημάδια αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Να ενημερωθούν οι ασθενείς και οι φροντιστές τους για αυτά τα συμπτώματα.
-
Ανοχή
-
ΕξάρτησηπροσοχήΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμός, ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών ή με έντονες διαταραχές της προσωπικότηταςΟ κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της αγωγής. Παρακολούθηση κατά τη λήψη αλπραζολάμης. Χορήγηση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης, συμβουλές για σωστή αποθήκευση και διάθεση των αχρησιμοποίητων φαρμακευτικών προϊόντων.
-
Στερητικά συμπτώματαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διακόπτουν απότομα την αγωγήΗ διακοπή της αγωγής να γίνεται σταδιακά.
-
Υποτροπή άγχους (Rebound anxiety)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διακόπτουν την αγωγήΗ διακοπή να γίνεται σταδιακά. Να ενημερωθεί ο ασθενής για το ενδεχόμενο φαινομένων υποτροπής.
-
ΑμνησίαπροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να διασφαλίζουν πως είναι σε θέση να κοιμηθούν χωρίς διακοπή επί 7-8 ώρες.
-
Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και ηλικιωμένοι (αυξημένος κίνδυνος), ασθενείς με διαταραχές της προσωπικότηταςΣε περίπτωση εμφάνισης, η χρήση του φαρμάκου να διακόπτεται. Εξαιρετική προσοχή κατά τη συνταγογράφηση σε ασθενείς με διαταραχές της προσωπικότητας.
-
Αναπνευστική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκειαΝα χορηγείται μικρότερη δόση.
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΗ δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται.
-
Σοβαρού βαθμού ηπατική ανεπάρκειααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρού βαθμού ηπατική ανεπάρκειαΝα μη χρησιμοποιούνται.
-
Ηλικιωμένοι και/ή εξασθενημένοι ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και/ή εξασθενημένοι ασθενείςΝα χρησιμοποιούνται με προσοχή. Να ακολουθείται η γενική αρχή χρήσης της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΔε συνιστάται η χρήση.
-
ΨυχώσειςπροσοχήΠληθυσμόςΨυχωσικοί ασθενείςΔε συνιστάται ως κύρια θεραπευτική αγωγή.
-
Κατάθλιψη και κίνδυνος αυτοκτονίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κατάθλιψη, ασθενείς με σημεία και συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής ή τάσης αυτοκτονίαςΔε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μονοθεραπεία. Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Να περιορίζεται η συνταγογραφούμενη ποσότητα.
-
Εξάρτηση από αλκοόλ/φάρμακαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή φαρμάκωνΝα γίνεται με εξαιρετική προσοχή.
-
ΚαταστολήπροσοχήΗ δράση αυτή ενισχύεται από το αλκοόλ.
-
Διάρκεια θεραπείαςπροσοχήΤο μήκος της θεραπείας να είναι το μικρότερο δυνατό, όχι μεγαλύτερο από 2-4 εβδομάδες. Να μην γίνει παράταση χωρίς επανεκτίμηση. Ενημέρωση ασθενούς για περιορισμένη διάρκεια και σταδιακή μείωση. Ενημέρωση για φαινόμενα υποτροπής. Να ενημερώνεται ο ασθενής για την αντένδειξη μετάταξης σε βενζοδιαζεπίνη βραχείας δράσης, όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες μακράς δράσης.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια Lapp-λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Νάτριο
-
Βενζοϊκό νάτριοπροσοχήΠληθυσμόςΝεογέννητα μωρά (έως και 4 εβδομάδων)Μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο (κιτρίνισμα του δέρματος και των ματιών).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑλκοόλαντένδειξηΑθροιστική δράση με τις βενζοδιαζεπίνες, ενίσχυση της κεντρικής καταθλιπτικής δράσης.ΣύστασηΔε συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη.
-
Άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (αντιψυχωσικά, αγχολυτικά, κατασταλτικά, αντικαταθλιπτικά, οπιοειδή, αντισπασμωδικά, αναισθητικά, κατασταλτικά H1-αντιισταμινικά, υπνωτικά, αντιεπιληπτικά, clonidine)προσοχήΕνίσχυση της κεντρικής καταθλιπτικής δράσης.ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Οπιοειδή (αναλγητικά, αντιβηχικά, θεραπεία υποκατάστασης)προσοχήΑύξηση του κινδύνου καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου.ΣύστασηΗ δοσολογία και η διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να περιορίζεται.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής και/ή καρδιακής ανακοπής, αύξηση της ποσότητας της αλπραζολάμης.
-
Ναρκωτικά αναλγητικάΕνίσχυση του αισθήματος της ευφορίας, αυξημένη ψυχολογική εξάρτηση.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (ketoconazole, itraconazole, posaconazole, voriconazole, αναστολείς πρωτεασών, erythromycin, clarithromycin, telithromycin)προσοχήΑύξηση των επιπέδων της αλπραζολάμης στο πλάσμα.ΣύστασηΘα πρέπει να γίνεται με προσοχή και να εξετάζεται το ενδεχόμενο σημαντικής μείωσης της δόσης.
-
Azole antifungals (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη)αντένδειξηΑύξηση συγκέντρωσης αλπραζολάμης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Αύξηση της απέκκρισης αλπραζολάμης, μείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος.
-
Αναστολείς ηπατικών ενζύμων (κυρίως CYP3A4): σιμετιδίνη, κλαριθρομυκίνη, κλοζαπίνη, διλτιαζέμη, ερυθρομυκίνη, φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, ριτοναβίρη, χυμός γκρέιπφρουτΑύξηση της συγκέντρωσης της αλπραζολάμης και ενίσχυση της δράσης της.
-
Αύξηση του χρόνου ημίσειας ζωής της αλπραζολάμης.ΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της αλπραζολάμης.
-
Φλουοξετίνη, προποξυφαίνη, από στόματος αντισυλληπτικά, σερτραλίνη, διλτιαζέμη ή μακρολιδικά αντιβιοτικά (ερυθρομυκίνη, τρολεαντομυκίνη)προσοχήΣύστασηΘα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή.
-
Αναστολείς των HIV πρωτεασών (ritonavir)προσοχήΜείωση της κάθαρσης της αλπραζολάμης, παράταση του χρόνου ημιζωής και ενίσχυση των κλινικών της επιδράσεων. Αργότερα, επαγωγή του CYP3A4.ΣύστασηΑπαιτείται είτε αναπροσαρμογή της δόσης είτε διακοπή της αλπραζολάμης.
-
παρακολούθησηΑυξήσεις των συγκεντρώσεων digoxin στο πλάσμα (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους).ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε προσεκτική παρακολούθηση για πιθανή ανάπτυξη συμπτωμάτων τοξικότητας από τη διγοξίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του άνω αναπνευστικού
- Αυξημένη τάση εκχυμώσεων
- Υπεριδρωσία
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Φωτοευαισθησία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Υπερπρολακτιναιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Μειωμένη όρεξη
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Απώλεια σωματικού βάρους
- Κατάθλιψη
- Διαταραχές ύπνου
- Αποπροσωποποίηση
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Αποπραγματοποίηση
- Φόβος
- Σύγχυση
- Αποπροσανατολισμός
- Άγχος
- Διέγερση
- Θυμός
- Επιθετικότητα
- Παραισθήσεις
- Μανία
- Ψυχοκινητική επιβράδυνση
- Εφιάλτες
- Ανησυχία
- Βραδυφρενία
- Ανοργασμία
- Συναισθηματικές διαταραχές
- Διαταραχή πανικού
- Εξάρτηση
- Υπομανία
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Ευερεθιστότητα
- Σύνδρομο στέρησης
- Αυξημένη ή μειωμένη γενετήσια ορμή
- Καταθλιπτική διανοητική κατάσταση
- Όνειρα που επηρεάζονται
- Ομιλητικότητα
- Παρορμητικότητα
- Ανηδονία
- Παράδοξες φαρμακευτικές αντιδράσεις
- Εχθρική συμπεριφορά
- Υπερβολική εγρήγορση
- Αλλαγές της γενετήσιας ορμής
- Κατάχρηση φαρμάκου
- Ευφορία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Επηρεασμένη μνήμη
- Ζάλη
- Δυσαρθρία
- Αταξία
- Καταστολή
- Παραισθησία
- Δυσκινησία
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Μυϊκός τρόμος
- Διαταραχές ισορροπίας
- Υπερυπνία
- Λήθαργος
- Συγκοπή
- Αμνησία
- Επιληπτικές κρίσεις
- Αδεξιότητα
- Διαταραχή γεύσης
- Ακαθησία
- Δυστονία
- Υπερδραστηριότητα
- Διαταραχή βάδισης
- Αίσθηση καύσου
- Δυσκολίες συγκέντρωσης
- Εστιακές επιληπτικές κρίσεις
- Γνωστικές διαταραχές
- Αγγειοκινητικές διαταραχές
- Σπασμοί από το αυτόνομο νευρικό σύστημα
- Διαταραχές του αυτόνομου νευρικού
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Οπτικές διαταραχές
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Εξάψεις
- Υπόταση
- Ρινική συμφόρηση
- Υπεραερισμός
- Αναπνευστική απόφραξη
- Ξηροστομία
- Αυξημένη σιελόρροια
- Έμετος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακός πόνος
- Γαστρεντερική διαταραχή
- Έντονη δυσκοιλιότητα
- Μειωμένη σιελόρροια
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Μυϊκές δεσμιδώσεις
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Μυϊκή αδυναμία
- Άλγος στα άκρα
- Ανώμαλος μυϊκός τόνος
- Ακράτεια
- Ενούρηση
- Συχνοουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Δυσκολία στην ούρηση
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Διαταραχές εκσπερμάτισης
- Στυτική δυσλειτουργία
- Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως
- Κόπωση
- Οίδημα
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθηση μη φυσιολογική
- Αίσθηση μέθης
- Αίσθηση χαλάρωσης
- Γριππώδης συνδρομή
- Δίψα
- Περιφερικό οίδημα
- Νευρικότητα/ένταση
- Σύνδρομο μετά από υπερκατανάλωση κάποιας ουσίας
- Συναισθήματα εξωπραγματικότητας
- Αδράνεια
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Κίνδυνος τροχαίων ατυχημάτων
- Τραυματισμός των άκρων
- Υπερδοσολογία
- Πτώση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈντονη δυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑποπραγματοποίησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑπώλεια σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη σιελόρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εκσπερμάτισηςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκολίες συγκέντρωσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕξάρτησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διανοητική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του άνω αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές δεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκός τρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΥπεραερισμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερυπνίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦόβοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΌνειρα που επηρεάζονταιΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση μέθηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση μη φυσιολογικήΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση χαλάρωσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑδεξιότηταΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑδράνειαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑκράτειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνηδονίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑνοργασμίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη τάση εκχυμώσεωνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒραδυφρενίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή πανικούΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕνούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕστιακές επιληπτικές κρίσειςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕυφορίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΘυμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚίνδυνος τροχαίων ατυχημάτωνΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Όχι συχνέςΜανίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότητα/έντασηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟμιλητικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαρορμητικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυναισθήματα εξωπραγματικότηταςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο μετά από υπερκατανάλωση κάποιας ουσίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο στέρησηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΨυχοκινητική επιβράδυνσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑίσθηση καύσουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοκινητικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑκαθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑλλαγές της γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική απόφραξηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΑνώμαλος μυϊκός τόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερική διαταραχήΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΓνωστικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές του αυτόνομου νευρικούΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔυστονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕχθρική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚατάχρηση φαρμάκουΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένη σιελόρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαράδοξες φαρμακευτικές αντιδράσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠτώσηΤραυματισμοί
-
Μη γνωστέςΣπασμοί από το αυτόνομο νευρικό σύστημαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤραυματισμός των άκρωνΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςΥπερβολική εγρήγορσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπερδοσολογίαΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςΥπερδραστηριότηταΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΥπομανίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ αλπραζολάμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη εκτός εάν είναι απαραίτητο. Τα δεδομένα σχετικά με τερατογένεση και επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη και συμπεριφορά, μετά από θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες, είναι αντιφατικά. Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από μελέτες κοόρτης υποδηλώνει πως η έκθεση σε βενζοδιαζεπίνη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δε συνδέεται με αύξηση του κινδύνου μείζονος δυσπλασίας. Εντούτοις, η αλπραζολάμη θεωρείται ύποπτη πως μπορεί να προκαλέσει σοβαρή συγγενή δυσπλασία όταν χορηγείται στο πρώτο τρίμηνο. Επίσης, μερικές αρχικές επιδημιολογικές μελέτες ασθενών-μαρτύρων έχουν δείξει αυξημένο κίνδυνο στοματικών σχιστιών. Τα δεδομένα υποδηλώνουν πως ο κίνδυνος απόκτησης βρέφους με σχιστία στόματος έπειτα από έκθεση της μητέρας σε βενζοδιαζεπίνη είναι κάτω από 2/1000 σε σύγκριση με την αναμενόμενη συχνότητα που είναι περίπου 1/1000 για βλάβες αυτού του είδους στο γενικό πληθυσμό. Η θεραπεία με βενζοδιαζεπίνη σε υψηλή δόση, κατά τη διάρκεια του δευτέρου και/ή του τρίτου τριμήνου της κύησης, κατέδειξε μία μείωση των εμβρυικών σκιρτημάτων και ποικιλομορφία του εμβρυικού καρδιακού ρυθμού. Όταν πρέπει να χορηγηθεί η θεραπεία για ιατρικούς λόγους κατά τη διάρκεια του τελικού σταδίου της κύησης, ακόμη και σε χαμηλές δόσεις, ενδέχεται να σημειωθεί σύνδρομο υποτονικού βρέφους όπως αξονική υποτονία, προβλήματα θηλασμού με αποτέλεσμα μειωμένη αύξηση βάρους. Τα σημεία αυτά είναι αναστρέψιμα αλλά μπορεί να διαρκέσουν από 1 έως 3 εβδομάδες, ανάλογα με το χρόνο ημίσειας ζωής του προϊόντος. Σε υψηλές δόσεις, μπορεί να εμφανιστούν αναπνευστική καταστολή ή άπνοια και υποθερμία στο νεογνό. Επιπλέον, λίγες μέρες μετά τον τοκετό, μπορεί να παρατηρηθούν νεογνικά συμπτώματα απόσυρσης με υπερευερεθιστότητα, διέγερση και τρόμο, ακόμη και όταν δεν παρατηρείται σύνδρομο υποτονικού βρέφους. Η εμφάνιση συμπτωμάτων απόσυρσης μετά τον τοκετό εξαρτάται από το χρόνο ημίσειας ζωής της ουσίας. Εάν είναι απαραίτητη η θεραπεία με αλπραζολάμη κατά το τελευταίο στάδιο της κύησης, θα πρέπει να αποφεύγονται οι υψηλές δόσεις και τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα απόσυρσης και/ή σύνδρομο υποτονικού βρέφους. Αν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αλπραζολάμη, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για το δυνητικό κίνδυνο που υπάρχει για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αλπραζολάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Η αλπραζολάμη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος
- υπνηλία
- πνευματική σύγχυση
- λήθαργο
- αταξία
- δυσαρθρία
- υποτονία
- υπόταση
- αναπνευστική καταστολή
- κώμα
- θάνατο
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αγχολυτικά - παράγωγα βενζοδιαζεπίνης Κωδικός ATC: Ν05ΒΑ12
Μηχανισμός δράσης
Η αλπραζολάμη είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη. Οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν τη δράση των GABA υποδοχέων οδηγώντας έτσι στην αναστολή της λειτουργίας των νεύρων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αλπραζολάμη παρουσιάζει κατασταλτικές, υπνωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Επιπρόσθετα εμφανίζει αντισπασμωδική και κεντρική μυοχαλαρωτική δράση.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σύστημα. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από 1-2 ώρες. Τα επίπεδα στο πλάσμα είναι ανάλογα με τη δόση, στην έκταση των δόσεων μεταξύ 0,5 και 3 mg, παρατηρούνται κορυφές στο πλάσμα από 8 έως 37 ng/ml.
Κατανομή
Η αλπραζολάμη συνδέεται σε ποσοστό 70 έως 80% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ προς α-hydroxyalprazolam και προς ένα παράγωγο της benzophenone.
Βιομετασχηματισμός
Οι υδρόξυ- μεταβολίτες έχουν κάποια φαρμακολογική δράση, με την α-hydroxyalprazolam να έχει αναφερθεί πως διαθέτει τουλάχιστον τη μισή δραστικότητα της αλπραζολάμης. Εντούτοις τα επίπεδα στο πλάσμα είναι χαμηλά.
Αποβολή
Η αλπραζολάμη εκκρίνεται ως επί το πλείστον στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο και ως μεταβολίτες. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 10 έως 12 ώρες, η αποβολή είναι βραδύτερη στους ηλικιωμένους ασθενείς και έχει αναφερθεί ένα εύρος μεταξύ 6,3 και 26,9 ωρών.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αγχολυτικά - παράγωγα βενζοδιαζεπίνης Κωδικός ATC: Ν05ΒΑ12 ### Μηχανισμός δράσης Η αλπραζολάμη είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη. Οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν τη δράση των GABA υποδοχέων…
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες ### Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σύστημα. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από 1-2 ώρες. Τα επίπεδα στο πλάσμα είναι ανάλογα με τη δόση,…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Αποβολή (καθαρισμός):
- 2.13 +/- 0.54 mL/min/kg [CYP3A inducers]
- 0.90 +/- 0.21 mL/min/kg [without CYP3A inducers]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αλπραζολάμη είναι μια βενζοδιαζεπίνη που συνδέεται με τους υποδοχείς γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) τύπου Α (GABAARs) για να ενισχύσει την ανασταλτική της δράση στη νευροδιαβίβαση, ειδικά στον εγκέφαλο. Η ταυτόχρονη χρήση με οπιοειδή μπορεί να οδηγήσει σε έντονη καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο· οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα βενζοδιαζεπίνες και οπιοειδή μπορεί να χρειαστούν χαμηλότερες δόσεις ενός ή και των δύο φαρμάκων, ανάλογα με την κλινική τους κατάσταση. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα διαταραγμένη αναπνευστική λειτουργία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βενζοδιαζεπίνες. Επιπλέον, λόγω των κατασταλτικών επιδράσεων στο ΚΝΣ, οι ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη θα πρέπει να αποφεύγουν τη λειτουργία βαρέων μηχανημάτων ή την οδήγηση και θα πρέπει να αποφεύγουν άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ, όπως το αλκοόλ. Όπως και με άλλες βενζοδιαζεπίνες, η αλπραζολάμη ενέχει κίνδυνο κατάχρησης, κακής χρήσης και εθισμού, ο οποίος είναι υψηλότερος σε προδιατεθειμένα άτομα και μπορεί να απαιτεί αυστηρή παρακολούθηση. Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε οξέα ή παρατεταμένα συμπτώματα στέρησης, τα οποία μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή· η δόση του ασθενούς θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά όποτε η διακοπή ή η μείωση της δόσης είναι απαραίτητες. Τα νεογέννητα που γεννιούνται από μητέρες που χρησιμοποιούν αλπραζολάμη αργά στην εγκυμοσύνη μπορεί να υποφέρουν από καταστολή και συμπτώματα στέρησης. Καθώς η CYP3A απαιτείται για το αρχικό βήμα στο μεταβολισμό της αλπραζολάμης, η αλπραζολάμη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς της CYP3A, όπως η κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη· οι ηπιότεροι αναστολείς της CYP3A εξακολουθούν να απαιτούν προσαρμογές της δόσης της αλπραζολάμης. Τέλος, οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις, όπως διαταραχές πανικού, αυξημένη επίπτωση αυτοκτονίας και επεισόδια μανίας/υπομανίας, σε ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η νευροδιαβίβαση βασίζεται σε διεγερτικά και ανασταλτικά σήματα. Οι υποδοχείς γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) τύπου Α (GABAARs) ανήκουν στην υπεροικογένεια πενταμερών ιοντικών διαύλων που ελέγχονται από λιγάντες (PLGIC) και βρίσκονται συναπτικά και περισυναπτικά για να μεσολαβούν στην τονική αναστολή και εξω-συναπτικά για να μεσολαβούν στην τονική αναστολή. Οι GABAARs αποτελούνται από μια ποικιλία υπομονάδων από μια ομόλογη οικογένεια, τα μέλη της οποίας ονομάζονται βάσει της ταυτότητας της αλληλουχίας ως α1-6, β1-3, γ1-3, δ, ε, θ, π, και ρ1-3. Κάθε υπομονάδα διαθέτει ένα εξωκυττάριο (ECD), διαμεμβρανικό (TMD) και ενδοκυττάριο (ICD) πεδίο· οι διεπαφές μεταξύ των υπομονάδων είναι τα κύρια σημεία σύνδεσης νευροδιαβιβαστή και ρυθμιστή, που περιγράφονται από τον συντονισμό των κύριων (+) και συμπληρωματικών (-) θέσεων σε κάθε υπομονάδα. Η σύνδεση του GABA στους GABAARs προκαλεί άνοιγμα πόρου, ταχεία ροή ιόντων χλωρίου και συναπτική υπερπόλωση, η οποία με τη σειρά της εκδηλώνεται ως ανασταλτικό σήμα. Οι πιο διαδεδομένοι GABAARs in vivo είναι οι υποδοχείς α1β2γ2, οι οποίοι περιέχουν τόσο θέσεις σύνδεσης GABA (β+/α-) όσο και βενζοδιαζεπίνης (BZD, α+/γ-) στις διεπαφές μεταξύ των σχετικών υπομονάδων. Γενικά, οποιοιδήποτε υποδοχείς που περιέχουν μια διεπαφή αx/γz, όπου x = 1-3,5 και z = 1-3, έχουν πιθανές θέσεις σύνδεσης BZD υψηλής συγγένειας, αν και μικρές διαφορές στην αλληλουχία μεταξύ των υπομονάδων μπορεί να τροποποιήσουν την συγγένεια σύνδεσης σε μεμονωμένα μόρια. Οι υπομονάδες α4 και α6, στις οποίες μια αλλιώς διατηρημένη ιστιδίνη αντικαθίσταται από αργινίνη, δεν συνδέονται με παραδοσιακούς BZD λιγάντες όπως η διαζεπάμη και επομένως θεωρούνται “ανθεκτικές στη διαζεπάμη”. Η σύνδεση του GABA οδηγεί σε μια σειρά δομικών αλλαγών στα ECDs των β υπομονάδων GABAAR, “κλειδώνοντας” κάθε μία στην γειτονική της διεπαφή α-. Η σύνδεση της αλπραζολάμης στην BZD θέση υψηλής συγγένειας σταθεροποιεί τη διεπαφή α+/γ- και διευκολύνει τις δομικές αλλαγές που οδηγούν στο άνοιγμα του πόρου, λειτουργώντας έτσι ως θετικός αλλοστερικός ρυθμιστής. Ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η αλλοστερική ρύθμιση των GABAAR μεσολαβεί στις θεραπευτικές και ανεπιθύμητες επιδράσεις των βενζοδιαζεπινών παραμένει ασαφής. Παλαιότερες μελέτες πρότειναν ότι ο κύριος παράγοντας ήταν η σύσταση των υπομονάδων α, με τους υποδοχείς που περιέχουν α1 να μεσολαβούν στις κατασταλτικές επιδράσεις, τους υποδοχείς που περιέχουν α2/3 τις αγχολυτικές επιδράσεις, και τους υποδοχείς που περιέχουν α5 τις επιδράσεις μνήμης των βενζοδιαζεπινών. Πιο πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ένα πιο σύνθετο σύνολο παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης των υπομονάδων, της φυσιολογικής θέσης, του νευρωνικού κυκλώματος και του τύπου των νευρικών κυττάρων. Για να περιπλέξουμε περαιτέρω τα πράγματα, μπορεί να υπάρχουν έως και πέντε διακριτές θέσεις σύνδεσης BZD στους GABAARs, με τη θέση 1 να αντιστοιχεί στην κλασική διεπαφή α+/γ- υψηλής συγγένειας. Οι επιδράσεις της σύνδεσης στις θέσεις 2-4 δεν έχουν πλήρως κατανοηθεί και πιθανότατα προσδίδουν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα στη φαρμακολογική δράση των βενζοδιαζεπινών.
Σε ζώα, οι βενζοδιαζεπίνες προστατεύουν από επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από ηλεκτρική διέγερση και πεντελενοτετραζόλη· οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να δρουν, τουλάχιστον εν μέρει, ενισχύοντας την προ-συναπτική αναστολή. Τα φάρμακα καταστέλλουν την εξάπλωση της επιληπτικής δραστηριότητας, αλλά δεν εξαλείφουν την ανώμαλη εκφόρτιση από μια εστία σε πειραματικά μοντέλα επιληψίας. Σε συνήθεις δόσεις, οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να έχουν πολύ μικρή επίδραση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα, την αναπνοή ή το καρδιαγγειακό σύστημα. /Βενζοδιαζεπίνες/
Οι ΚΝΣ παράγοντες της κατηγορίας 1,4-βενζοδιαζεπίνης πιθανώς ασκούν τις επιδράσεις τους συνδεόμενοι σε στερεοειδείς υποδοχείς σε διάφορες θέσεις εντός του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης τους είναι άγνωστος. Κλινικά, όλες οι βενζοδιαζεπίνες προκαλούν δράση καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος που εξαρτάται από τη δόση, κυμαινόμενη από ήπια διαταραχή της απόδοσης εργασιών έως ύπνωση.
Αγχολυτικές και πιθανώς παράδοξες διεγερτικές επιδράσεις του ΚΝΣ των βενζοδιαζεπινών υποτίθεται ότι προκύπτουν από την απελευθέρωση προηγουμένως κατασταλμένων αποκρίσεων (απο-αναστολή). Μετά από συνήθεις δόσεις βενζοδιαζεπινών για αρκετές ημέρες, τα φάρμακα προκαλούν μέτρια μείωση του ύπνου ταχείας κίνησης των ματιών (REM). Δεν παρατηρείται επανεμφάνιση REM κατά τη διακοπή των φαρμάκων. Ο ύπνος σταδίων 3 και 4 μειώνεται σημαντικά με συνήθεις δόσεις των φαρμάκων· η κλινική σημασία αυτών των αλλοιώσεων των σταδίων ύπνου δεν έχει καθοριστεί. /Βενζοδιαζεπίνες/
Οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να προκαλούν χαλάρωση των σκελετικών μυών κυρίως αναστέλλοντας τις σπονδυλικές πολυσυναπτικές προσθιόνοες οδούς, αλλά τα φάρμακα μπορεί επίσης να αναστέλλουν τις μονοσυναπτικές προσθιόνοες οδούς. Τα φάρμακα μπορεί να αναστέλλουν τα μονοσυναπτικά και πολυσυναπτικά αντανακλαστικά λειτουργώντας ως ανασταλτικοί νευρωνικοί διαβιβαστές ή αποκλείοντας τη διεγερτική συναπτική μετάδοση. Τα φάρμακα μπορεί επίσης να καταστέλλουν άμεσα τη λειτουργία των κινητικών νεύρων και των μυών. /Βενζοδιαζεπίνες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η αλπραζολάμη που χορηγείται από του στόματος απορροφάται ταχέως στο γαστρεντερικό σωλήνα, φτάνοντας στη Cmax σε περίπου 1,8 (1-2) ώρες. Η απορρόφηση είναι υψηλή, με αποτέλεσμα από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα 84-91%. Μια δόση 1 mg από του στόματος οδηγεί σε Cmax 12-22 μg/L. Η φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης της αλπραζολάμης (XANAX XR) έχει παρόμοια απορρόφηση, βιοδιαθεσιμότητα και φαρμακοκινητική με την τυπική φόρμουλα, με εξαίρεση ότι η Tmax είναι ~10 ώρες σε σύγκριση με 1-2 ώρες. Η χρονική χορήγηση τροποποιεί αυτές τις παραμέτρους, με την Cmax να αυξάνεται κατά 30% και την Tmax να μειώνεται κατά μία ώρα όταν χορηγείται τη νύχτα σε αντίθεση με το πρωί. Το φαγητό επηρεάζει την απορρόφηση της αλπραζολάμης· ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά έως και δύο ώρες πριν τη χορήγηση αυξάνει την Cmax κατά ~25% και είτε μείωση (φαγητό που καταναλώνεται αμέσως πριν τη χορήγηση) είτε αύξηση (φαγητό που καταναλώνεται μετά τη χορήγηση) ~1/3 στην Tmax. Ούτε η AUC ούτε η ημιζωή επηρεάζονται σημαντικά από τη διατροφή.
Η αλπραζολάμη απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα. Ένα μεγάλο μέρος της δόσης απεκκρίνεται ως μη μεταβολισμένη αλπραζολάμη. <10% της δόσης απεκκρίνεται ως άλφα-υδροξυ-αλπραζολάμη και 4-υδροξυ-αλπραζολάμη.
Η αλπραζολάμη έχει όγκο κατανομής μετά από χορήγηση από του στόματος 0,8-1,3 L/kg. Η αλπραζολάμη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Μια δόση 0,8 mg από του στόματος αλπραζολάμης είχε κάθαρση 0,90 ± 0,21 mL/min/kg, η οποία αυξήθηκε σε 2,13 ± 0,54 mL/min/kg όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με τον ισχυρό επαγωγέα CYP3A4 καρβαμαζεπίνη. Άλλες μελέτες έχουν δείξει κάθαρση 0,70-1,5 mL/min/kg.
In vitro, η αλπραζολάμη συνδέεται (80%) με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού. Η αλβουμίνη του ορού αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία της σύνδεσης.
Η αλπραζολάμη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Μετά από χορήγηση από του στόματος, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Τα επίπεδα στο πλάσμα είναι ανάλογα της χορηγούμενης δόσης· στην κλίμακα δόσεων 0,5 έως 3,0 mg, παρατηρήθηκαν μέγιστα επίπεδα 8,0 έως 37 ng/mL.
Το νεογνό μιας μητέρας που ανέφερε χρήση αλπραζολάμης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρουσίασε αναπνευστική δυσχέρεια και κλινικά χαρακτηριστικά συμβατά με σύνδρομο στέρησης νεογνού ή σηψαιμία νεογνού από κάθετη μετάδοση. Η αλπραζολάμη και ο κύριος μεταβολίτης της (άλφα-υδροξυαλπραζολάμη) ανιχνεύθηκαν σε ορό ομφαλίου λώρου, ούρα νεογνού και επίσης σε μαλλιά νεογνού, μεκόνιο και πλακούντα, υπολογίζοντας τόσο την οξεία όσο και τη χρόνια έκθεση σε αυτή τη βενζοδιαζεπίνη κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής. …
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η αλπραζολάμη συνδέεται περίπου κατά 80% με πρωτεΐνες του ορού. Η πλειοψηφία αυτής της πρωτεϊνικής σύνδεσης αφορά την αλβουμίνη του ορού. Η αλπραζολάμη συνδέεται επίσης με την άλφα1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη με χαμηλή συχνότητα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αλπραζολάμη μεταβολίζεται σε λιγότερο δραστικούς μεταβολίτες από διάφορα CYP, συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4, CYP3A5, CYP3A7 και CYP2C9. Η πλειοψηφία του μεταβολισμού της αλπραζολάμης μεσολαβείται από υδροξυλίωση μέσω των CYP3A. Η 4-υδροξυαλπραζολάμη έχει 20% της συγγένειας σύνδεσης του μητρικού φαρμάκου, η άλφα-υδροξυαλπραζολάμη έχει 66% της συγγένειας, και ο μεταβολίτης βενζοφαινόνη έχει <1% της συγγένειας.
Η αλπραζολάμη, ένας αγχολυτικός παράγοντας, μεταβολίζεται σε αρουραίο και ανθρώπινο ήπαρ από P4503A1 και P4503A4 αντίστοιχα, σε 4-υδροξυ αλπραζολάμη (4-OHALP, φαρμακολογικά λιγότερο ενεργή) και άλφα-υδροξυ αλπραζολάμη (alpha-OHALP, φαρμακολογικά πιο ενεργή). Εξετάσαμε τον μεταβολισμό της αλπραζολάμης μέσω P450 από μικροσωμάτια αρουραίου και ανθρώπινου εγκεφάλου και παρατηρήσαμε ότι η σχετική ποσότητα alpha-OHALP που σχηματίστηκε στον εγκέφαλο ήταν υψηλότερη από ό,τι στο ήπαρ. Αυτός ο βιομετασχηματισμός μεσολαβήθηκε από ένα ισοένζυμο P450 που ανήκει στην υποοικογένεια P4503A, το οποίο εκφράζεται συντακτικά σε νευρωνικά κύτταρα στον αρουραίο και ανθρώπινο εγκέφαλο. Ο σχηματισμός μεγαλύτερων ποσοτήτων alpha-OHALP σε νευρώνες υποδεικνύει τοπική διαμόρφωση της φαρμακολογικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο, στο σημείο δράσης του αγχολυτικού φαρμάκου. Δεδομένου ότι οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες της αλπραζολάμης είναι υδρόφιλοι και δεν απομακρύνονται εύκολα μέσω του φραγμού αίματος-ΕΝΥ, η alpha-OHALP θα έχει δυνητικά μεγαλύτερη ημιζωή στον εγκέφαλο.
Η αλπραζολάμη μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους, κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4), σε δύο κύριους μεταβολίτες στο πλάσμα: 4-υδροξυαλπραζολάμη και α-υδροξυαλπραζολάμη. Μια βενζοφαινόνη που προέρχεται από την αλπραζολάμη βρίσκεται επίσης στους ανθρώπους. Οι ημιζωές τους φαίνεται να είναι παρόμοιες με αυτήν της αλπραζολάμης. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της 4-υδροξυαλπραζολάμης και της α-υδροξυαλπραζολάμης σε σχέση με τη συγκέντρωση αμετάβλητης αλπραζολάμης ήταν πάντα μικρότερες από 4%. Η αναφερόμενη σχετική ισχύς σε πειράματα σύνδεσης υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης και σε ζωικά μοντέλα αναστολής επιληπτικών κρίσεων είναι 0,20 και 0,66, αντίστοιχα, για τη 4-υδροξυαλπραζολάμη και την α-υδροξυαλπραζολάμη. Τέτοιες χαμηλές συγκεντρώσεις και οι μικρότερες ισχείς της 4-υδροξυαλπραζολάμης και της α-υδροξυαλπραζολάμης υποδηλώνουν ότι είναι απίθανο να συμβάλλουν σημαντικά στις φαρμακολογικές επιδράσεις της αλπραζολάμης. Ο μεταβολίτης βενζοφαινόνη είναι ουσιαστικά ανενεργός.
Η αλπραζολάμη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη βήτα-υδροξυαλπραζολάμη και την 4-υδροξυαλπραζολάμη.
Ηπατικός. Υδροξυλιώνεται στο ήπαρ σε α-υδροξυαλπραζολάμη, η οποία είναι επίσης δραστική. Αυτή και άλλοι μεταβολίτες στη συνέχεια απεκκρίνονται στα ούρα ως γλυκουρονίδια.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Ημιζωή
Η αλπραζολάμη έχει μέση πλάσμική ημιζωή αποβολής 11,2 ώρες σε υγιείς ασθενείς (εύρος 6,3-26,9 ώρες). Η μέση ημιζωή είναι 16,3 ώρες (εύρος 9,0-26,9 ώρες) σε ηλικιωμένους, 21,8 ώρες (εύρος 9,9-40,4 ώρες) σε παχύσαρκους ασθενείς και 19,7 ώρες (εύρος 5,8-65,3 ώρες) σε ασθενείς με αλκοολική ηπατική νόσο. Η ημιζωή είναι 25% υψηλότερη σε Ασιάτες ασθενείς σε σύγκριση με τους Καυκάσιους. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ημιζωή 9-16 ωρών. Η φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης έχει ημιζωή 10,7-15,8 ωρών σε υγιείς ενήλικες ασθενείς.
Χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης, η μέση πλάσμική ημιζωή αποβολής της αλπραζολάμης έχει βρεθεί να είναι περίπου 11,2 ώρες (εύρος: 6,3-26,9 ώρες) σε υγιείς ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση της ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.
Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική επίδραση χωρίς να επηρεάζουν τη διαύγεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι ΒΗΤΑ-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ είναι συχνά χρήσιμοι στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των χλωριούχων καναλιών που ενεργοποιούνται από το GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΕΟΣ· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΟΙ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
YU55MQ3IZY
ALPRAZOLAM
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
Η αλπραζολάμη είναι μια Βενζοδιαζεπίνη.
ALPRAZOLAM
Βενζοδιαζεπίνη [EPC]· Βενζοδιαζεπίνες [CS]
ALPRAZOLAM C-IV
Βενζοδιαζεπίνη [EPC]· Βενζοδιαζεπίνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση της ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.
Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική επίδραση χωρίς να επηρεάζουν τη διαύγεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι ΒΗΤΑ-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ είναι συχνά χρήσιμοι στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των χλωριούχων καναλιών που ενεργοποιούνται από το GAMMA-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΕΟΣ· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΟΙ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.