AMIKACIN
Αμικασίνη
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη. Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-BRUCELIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπικά, εξωτερικά
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόσηΕπαλειφεται στην πάσχουσα περιοχή και σε μία έκταση **3-5 cm** (αναλόγως της έκτασης του προσβεβλημένου δέρματος) μία φορά την ημέρα.
-
Ηλικιωμένα άτομαΔόσηΕπαλειφεται στην πάσχουσα περιοχή και σε μία έκταση **3-5 cm** (αναλόγως της έκτασης του προσβεβλημένου δέρματος) μία φορά την ημέρα.
-
ΠαιδιάΔόσηΓενικά, αν δε συνιστάται άλλη δοσολογία από το γιατρό, η δόση είναι ίδια με των ενηλίκων, δηλαδή ελαφριά επάλειψη της πάσχουσας περιοχής μία φορά την ημέρα.Το Brucelin gel δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 30 μηνών.
block
SPC-BRUCELIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Η χορήγηση του Brucelin gel αντενδείκνυται στους ασθενείς εκείνους που έχουν παρουσιάσει συμπτώματα υπερευαισθησίας στην αμικασίνη ή σε άλλους αμινογλυκοσίδες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του ιδιοσκευάσματος αυτού.ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερευαισθησία στην αμικασίνη ή σε άλλους αμινογλυκοσίδες ή σε κάποιο από τα συστατικά του ιδιοσκευάσματος
warning
SPC-BRUCELIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νεφροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα και νευροτοξικότητα
-
Εμβοές των ώτων και ίλιγγοι ή μείωση της ακοήςΔιακοπή θεραπείας
-
Παραλυτική δράση επί των μυών σε υψηλές δόσεις και πιθανότητα νευρομυϊκού αποκλεισμούΝα λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα νευρομυϊκού αποκλεισμού και αναπνευστικής καταστολής όταν χορηγείται συγχρόνως με γενικά αναισθητικά ή μυοχαλαρωτικά
-
Νευρομυϊκός αποκλεισμός – εξουδετερωτικός παράγωνΧρησιμοποιηθούν άλατα ασβεστίου ως εξουδετερωτικός παράγων
-
Προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια ή βαριές καταστάσειςΙδιαίτερη προσοχή στην αναπροσαρμογή της δόσης
-
Υπερήλικοι και παχύσαρκος πληθυσμόςΙδιαίτερη προσοχή στην χορήγηση
-
Τοπική εφαρμογή vs παρεντερική χορήγηση
-
Διασταυρούμενη αλλεργίαΝα λαμβάνεται υπόψη
-
Υπερλοίμωση (superinfection) με τοπική θεραπείαΔιακοπή χορήγησης και κατάλληλη θεραπευτική αγωγή
swap_horiz
SPC-BRUCELIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διουρητικά της αγκύληςαύξηση ωτοτοξικότητας της αμικασίνης, επιτείνουν τη νεφροτοξικότηταΣύστασησυνιστάται να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση
-
Άλλες αμινογλυκοσίδεςαύξηση κινδύνου νεφρικών βλαβών και ωτοτοξικότηταςΣύστασησυνιστάται αποφυγή σύγχρονης χορήγησης
-
αύξηση κινδύνου νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότηταςΣύστασηαποφυγή σύγχρονης χορήγησης
-
αύξηση κινδύνου νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότηταςΣύστασηαποφυγή σύγχρονης χορήγησης
-
Γενικά αναισθητικάπαράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
Μαγνήσιοπαράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
Νευρομυϊκοί αναστολείςπαράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
Σουκινυλοχολίνηπαράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
Τουμποκουραρίνηπαράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
Δεκαμεθώνιοπαράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα
-
Θειική αμικασίνηδεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα, γιατί μπορεί να αδρανοποιηθείΣύστασηαποφυγή ανάμιξης με άλλα φάρμακα
sick
SPC-BRUCELIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ωτοτοξικότητα
- Νεφροτοξικότητα
- Νευρομυϊκός αποκλεισμός
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Παραισθήσεις
- Δερματικά εξανθήματα
- Ναυτία
- Έμετος
- Πυρετός
- Υπόταση
- Ηωσινοφιλία
- Αναιμία
- Αύξηση τρανσαμινασών
- Υπερευαισθησίας
- Τοπικός ερεθισμός
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΩτοτοξικότηταΑκοή και αιθουσαία διαταραχές
-
ΝεφροτοξικότηταΝεφρολογικές διαταραχές
-
Νευρομυϊκός αποκλεισμόςΝευρολογικές διαταραχές
-
Δερματικά εξανθήματαΔερματολογικές διαταραχές
-
ΠυρετόςΓενικές διαταραχές
-
ΗωσινοφιλίαΑιματολογικές διαταραχές
-
ΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΚεφαλαλγίαΝευρολογικές διαταραχές
-
ΤρόμοςΝευρολογικές διαταραχές
-
ΠαραισθήσειςΝευρολογικές διαταραχές
-
ΑναιμίαΑιματολογικές διαταραχές
-
ΥπότασηΓενικές διαταραχές
-
Αύξηση τρανσαμινασώνΗπατοβιολογικές διαταραχές
-
ΥπερευαισθησίαςΑνοσολογικές διαταραχές
-
Τοπικός ερεθισμόςΤοπικές αντιδράσεις
pregnant_woman
SPC-BRUCELIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία σχετικά με τη χρήση της γέλης αμικασίνης κατά τη διάρκεια της κυήσεως. Για το λόγο αυτό, η χρήση της πρέπει να αποφεύγεται, ιδίως κατά τους 3 πρώτους μήνες της κυήσεως. Εάν παρόλα αυτά κριθεί απαραίτητη η χορήγηση του Brucelin gel σε εγκύους γυναίκες και νεογέννητα (περιπτώσεις βαριών λοιμώξεων) αυτό πρέπει να γίνεται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν ακόμα σαφείς αποδείξεις ότι η αμικασίνη δεν περνά στο μητρικό γάλα. Για το λόγο αυτό, η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται κατά την περίοδο του θηλασμού. Σε αντίθετη περίπτωση, και εφόσον η χορήγηση του Brucelin gel θεωρηθεί απολύτως απαραίτητη για τη μητέρα, συνιστάται να διακόπτεται ο θηλασμός.
-
Γονιμότητα
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BRUCELIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η αμικασίνη είναι ένα αμινογλυκοσιδικό ημισυνθετικό αντιβιοτικό. Ο βακτηριακός μηχανισμός δράσης της αμικασίνης έγκειται στην αναστολή της πρωτεϊνικής σύνθεσης των μικροβίων, όμοιος με τον μηχανισμό άλλων αμινογλυκοσιδών….
biotech
SPC-BRUCELIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση - Μεγίστη συγκέντρωση στον ορό επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 7,5 mg/kg αμικασίνης, σε 30-60 λεπτά και είναι της τάξεως του 22,8 μg/ml. - Tmax = 30-60 λεπτά - Cmax = 22,8 μg/ml ### Κατανομή - Η αμικασίνη διαχέεται γρήγορα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BRUCELIN
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες
Το Brucelin gel επαλείφεται στην πάσχουσα περιοχή και σε μία έκταση 3-5 cm (αναλόγως της έκτασης του προσβεβλημένου δέρματος) μία φορά την ημέρα.
Ηλικιωμένα άτομα
Το Brucelin gel επαλείφεται στην πάσχουσα περιοχή και σε μία έκταση 3-5 cm (αναλόγως της έκτασης του προσβεβλημένου δέρματος) μία φορά την ημέρα.
Παιδιά
- Γενικά, αν δε συνιστάται άλλη δοσολογία από το γιατρό, η δόση είναι ίδια με των ενηλίκων, δηλαδή ελαφριά επάλειψη της πάσχουσας περιοχής μία φορά την ημέρα.
- Το Brucelin gel δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 30 μηνών.
block
Αντενδείξεις
SPC-BRUCELIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Η χορήγηση του Brucelin gel αντενδείκνυται στους ασθενείς εκείνους που έχουν παρουσιάσει συμπτώματα υπερευαισθησίας στην αμικασίνη ή σε άλλους αμινογλυκοσίδες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του ιδιοσκευάσματος αυτού.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BRUCELIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Νεφροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα και νευροτοξικότητα
Η αμικασίνη είναι δυνατόν να παρουσιάσει νεφροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα και νευροτοξικότητα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Εμβοές των ώτων και ίλιγγοι ή μείωση της ακοής
Εάν παρατηρηθούν εμβοές των ώτων και ίλιγγοι ή μείωση της ακοής, αρχικά στους υψηλής συχνότητας ήχους, τότε η θεραπεία με αμικασίνη πρέπει να διακοπεί.
Παραλυτική δράση επί των μυών σε υψηλές δόσεις και πιθανότητα νευρομυϊκού αποκλεισμού
Επίσης, εφόσον η αμικασίνη χορηγηθεί σε υψηλές δόσεις έδειξε παραλυτική δράση επί των μυών, σε τοξικο-φαρμακολογικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε πειραματόζωα, πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα νευρομυϊκού αποκλεισμού και αναπνευστικής καταστολής, όταν χορηγείται συγχρόνως με γενικά αναισθητικά ή μυοχαλαρωτικά.
Νευρομυϊκός αποκλεισμός – εξουδετερωτικός παράγων
Αν παρατηρηθεί νευρομυϊκός αποκλεισμός, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν άλατα του ασβεστίου ως εξουδετερωτικός παράγων.
Προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια ή βαριές καταστάσεις
Σε προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια ή σε βαριές καταστάσεις, όπως η σήψαιμία με πιθανώς επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην αναπροσαρμογή της δόσης.
Υπερήλικοι και παχύσαρκος πληθυσμός
Το αυτό απαιτείται και σε υπερήλικες ασθενείς, οι οποίοι παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες συχνότερα, και σε παχύσαρκους ασθενείς, διότι το φάρμακο δεν εισέρχεται στο λιπώδη ιστό και μπορεί να παρατηρηθούν αυξημένα επίπεδα στο αίμα.
Τοπική εφαρμογή vs παρεντερική χορήγηση
Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω ενδείξεις αφορούν τη χορήγηση της αμικασίνης παρεντερικώς. Στην περίπτωση της τοπικής εφαρμογής της αμικασίνης δεν έχει αναφερθεί κανένα από τα ανωτέρω συμπτώματα. Στην περίπτωση αυτή συνιστάται να λαμβάνονται υπόψη τα κάτωθι:
Διασταυρούμενη αλλεργία
Είναι δυνατόν επίσης να παρατηρηθεί πιθανή διασταυρούμενη αλλεργία, όταν χορηγείται συγχρόνως με άλλους αμινογλυκοσίδες.
Υπερλοίμωση (superinfection) με τοπική θεραπεία
Όπως συμβαίνει και με άλλα αντιβιοτικά, η τοπική θεραπεία με αμικασίνη είναι δυνατόν να επιφέρει υπερλοίμωση (superinfection) από ανθεκτικά μικρόβια. Στην περίπτωση αυτή, η χορήγηση της αμικασίνης πρέπει να διακοπεί και να υποβληθεί ο ασθενής στην κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BRUCELIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Διουρητικά της αγκύλης (φουροσεμίδης ή εθακρυνικού οξέος)
- Επίδραση: αυξάνεται η ωτοτοξικότητα της αμικασίνης, ενώ τα διουρητικά αυτά και οι κεφαλοσπορίνες επιτείνουν τη νεφροτοξικότητα.
- Σύσταση: συνιστάται να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση.
Άλλες αμινογλυκοσίδες
- Επίδραση: αυξάνεται ο κίνδυνος για νεφρικές βλάβες και ωτοτοξικότητας.
- Σύσταση: συνιστάται αποφυγή σύγχρονης χορήγησης.
colistin
- Επίδραση: αυξάνεται ο κίνδυνος για νεφρικές βλάβες και ωτοτοξικότητας.
- Σύσταση: αποφυγή σύγχρονης χορήγησης.
paromomycin
- Επίδραση: αυξάνεται ο κίνδυνος για νεφρικές βλάβες και ωτοτοξικότητας.
- Σύσταση: αποφυγή σύγχρονης χορήγησης.
Γενικά αναισθητικά
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα όταν η αμικασίνη χορηγείται μαζί με γενικά αναισθητικά, κινιδίνη, μαγνήσιο και νευρομυϊκούς αναστολείς.
Κινιδίνη
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα.
Μαγνήσιο
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα.
Νευρομυϊκοί αναστολείς
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα.
Σουκινυλοχολίνη
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα.
Τουμποκουραρίνη
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα.
Δεκαμεθώνιο
- Επίδραση: παράλυση τύπου κουραρίου παρατηρείται συχνότερα.
Θειική αμικασίνη
- Επίδραση: δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα, γιατί μπορεί να αδρανοποιηθεί.
- Σύσταση: αποφυγή ανάμιξης με άλλα φάρμακα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BRUCELIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι κυριότερες παρενέργειες είναι πιθανόν να παρουσιασθούν κατά τη συστηματική χορήγηση της αμικασίνης και συνδέονται συνήθως με χορήγηση υψηλών δόσεων ή με θεραπεία μεγάλης διάρκειας και είναι:
Ακοή και αιθουσαία διαταραχές
- Ωτοτοξικότητα, κυρίως του ακουστικού νεύρου, αλλά και του αιθουσαίου, που εκδηλώνεται με μείωση της ακοής, αρχικά στους υψηλής συχνότητας ήχους, εμβοές ή ίλιγγο.
Νεφρολογικές διαταραχές
- Νεφροτοξικότητα που εκδηλώνεται με την παρουσία λευκώματος, κυλίνδρων, ερυθρών ή λευκών αιμοσφαίριων στα ούρα, υπεραζωθαιμία, ολιγουρία και νεφρική ανεπάρκεια.
Νευρολογικές διαταραχές
- Νευρομυϊκός αποκλεισμός
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Παραισθήσεις
Δερματολογικές διαταραχές
- Δερματικά εξανθήματα
Γαστρεντερικές διαταραχές
- Ναυτία
- Έμετος
Γενικές διαταραχές
- Πυρετός
- Υπόταση
Αιματολογικές διαταραχές
- Ηωσινοφιλία
- Αναιμία
Ηπατοβιολογικές διαταραχές
- Αύξηση τρανσαμινασών
Ανοσολογικές διαταραχές
- Υπερευαισθησίας
Τοπικές αντιδράσεις
- Τοπικός ερεθισμός
Σημείωση: Δεν παρέχονται συγκεκριμένες συχνότητες για τις ανεπιθύμητες ενέργειες στο κείμενο· οι προαναφερθείσες παρενέργειες παραμένουν διατυπωμένες όπως στην αρχική περιγραφή.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BRUCELIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Αποφεύγεται κατά την κύηση. Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία σχετικά με τη χρήση της γέλης αμικασίνης κατά τη διάρκεια της κυήσεως. Για το λόγο αυτό, η χρήση της πρέπει να αποφεύγεται, ιδίως κατά τους 3 πρώτους μήνες της κυήσεως. Εάν παρόλα αυτά κριθεί απαραίτητη η χορήγηση του Brucelin gel σε εγκύους γυναίκες και νεογέννητα (περιπτώσεις βαριών λοιμώξεων) αυτό πρέπει να γίνεται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση.
Γαλουχία
Αποφεύγεται. Δεν υπάρχουν ακόμα σαφείς αποδείξεις ότι η αμικασίνη δεν περνά στο μητρικό γάλα. Για το λόγο αυτό, η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται κατά την περίοδο του θηλασμού. Σε αντίθετη περίπτωση, και εφόσον η χορήγηση του Brucelin gel θεωρηθεί απολύτως απαραίτητη για τη μητέρα, συνιστάται να διακόπτεται ο θηλασμός.
Γονιμότητα
[αδύνατη ανάγνωση]
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BRUCELIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η αμικασίνη είναι ένα αμινογλυκοσιδικό ημισυνθετικό αντιβιοτικό. Ο βακτηριακός μηχανισμός δράσης της αμικασίνης έγκειται στην αναστολή της πρωτεϊνικής σύνθεσης των μικροβίων, όμοιος με τον μηχανισμό άλλων αμινογλυκοσιδών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
In vitro, η αμικασίνη παρουσιάζει ένα ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, επιδρώντας τόσο επί gram θετικών όσο και επί gram αρνητικών μικροβίων όπως:
- Staphylococcus aureus (συμπεριλαμβανομένων και των στελεχών των ανθεκτικών στην πενικιλλάση και στη μεθυκιλλίνη)
- Escherichia coli
- Klebsiella pneumoniae
- Pseudomonas aeruginosa
- θετικό και αρνητικό Proteus indole
- Providentia stuartii
- Salmonella spp.
- Shigella spp.
- Acinetobacter
Η αμικασίνη δε διασπάται από τα περισσότερα ένζυμα που αδρανοποιούν τους άλλους αμινογλυκοσίδες. Επίσης, οι ανθεκτικοί στη γενταμυκίνη, τομπραμυκίνη και καναμυκίνη μικροοργανισμοί, έχουν αποδειχθεί ευαίσθητοι στην αμικασίνη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BRUCELIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
- Μεγίστη συγκέντρωση στον ορό επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 7,5 mg/kg αμικασίνης, σε 30-60 λεπτά και είναι της τάξεως του 22,8 μg/ml.
- Tmax = 30-60 λεπτά
- Cmax = 22,8 μg/ml
Κατανομή
- Η αμικασίνη διαχέεται γρήγορα στους ιστούς και στα υγρά του οργανισμού, ενώ στην περιτοναϊκή κοιλότητα, στο πλευρικό υγρό και στις βρογχικές εκκρίσεις φτάνει σε σημαντικά θεραπευτικά επίπεδα.
- Διαπερνά επίσης κατά 10-20% των επιπέδων του ορού, δια της μήνιγγος, φθάνοντας σε επίπεδα ίσα με 50% σε φλεγμονώδη μήνιγγα.
- Διαπερνά εντός του εμβρύου, καθώς και στο αμνιακό υγρό επιτυγχάνοντας σημαντικές συγκεντρώσεις.
- Διατηρείται σε θεραπευτικά επίπεδα εντός του πλάσματος για 10-12 ώρες μετά τη χορήγηση.
- Στην περίπτωση της τοπικής εφαρμογής υπό μορφή γέλης, δεν αποδείχθηκε ύπαρξη του φαρμάκου στη συστηματική κυκλοφορία, λόγω της μη απορρόφησης του.
Βιομετατροπή/Μεταβολισμός
- Η αμικασίνη δε μεταβολίζεται.
Αποβολή
- Πάνω από το 90% της χορηγουμένης δόσης αποβάλλεται από τα ούρα εντός του πρώτου 24ώρου που ακολουθεί τη χορήγηση.
- Η μη απορρόφησή της όταν χρησιμοποιείται ως γέλη τοπικά αποδεικνύεται από την έλλειψη συστηματικής κυκλοφορίας.
ΕΟΦ · 5.1.6
Aμινογλυκοσίδες
expand_more
Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο “post antibiotic effect” (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.15). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ’αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες δια της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών, ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.
ΕΟΦ · 13.3.1
Tοπικά αντιμικροβιακά
expand_more
Tοπικά αντιμικροβιακά
Eκτεταμένες και εν τω βάθει λοιμώξεις του δέρματος (π.χ. ερυσίπελας, κυτταρίτιδα, δοθιήνωση κλπ.) αντιμετωπίζονται με συστηματική χορήγηση αντιβιοτικών. Tοπική χρήση τους δικαιολογείται μόνο σε επιπολής και περιορισμένης έκτασης λοιμώξεις και θα πρέπει να γίνεται με φειδώ εξαιτίας κυρίως των κινδύνων ανάπτυξης ανθεκτικών μικροβιακών στελεχών και ευαισθητοποίησης με αλλεργικές αντιδράσεις. Προτιμώνται τα μη χορηγούμενα συστηματικώς μόνα τους ή ενίοτε σε συνδυασμούς μεταξύ τους.
Kύρια αντένδειξη είναι τυχόν ευαισθησία στο αντιμικροβιακό. Oι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ο τοπικός ερεθισμός και οι αλλεργικές αντιδράσεις.
Σημειώνεται ότι εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση μικρών τραυμάτων και ελαφρών λοιμώξεων του δέρματος αποτελεί η καθαριότητα σε συνδυασμό με τα τοπικά αντισηπτικά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Το αμικακίνη είναι ημι-συνθετικό αμινογλυκοσίδιο αντιβιοτικό που προέρχεται από την κανυμυκίνη Α. Όπως και άλλα αμινογλυκοσίδια, το αμικακίνη διαταράσσει τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών δένοντας την 30S ριβοσωμική υπομονάδα ευαίσθητων οργανισμών. Η πρόσδεση επηρεάζει τη δέσμευση του mRNA και τις θέσεις αποδοχής tRNA, οδηγώντας στην παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων. Άλλοι μηχανισμοί που δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί μπορεί να συνεισφέρουν στα βακτηριοκτόνα αποτελέσματα του αμικακινών. Το φάρμακο αυτό είναι επίσης νεφροτοξικό και ωτοτοξικό.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Διά βραχυπρόθεσμη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη Gram-αρνητικών βακτηρίων, περιλαμβανομένων ειδών Pseudomonas, Escherichia coli, ειδών ινδολο-θετικά και ινδολο-αρνητικά Proteus, Providencia είδη, Klebsiella-Enterobacter-Serratia είδη και Acinetobacter (Mima-Herellea) είδη. Το αμικακίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από Mycobacterium avium και Mycobacterium tuberculosis.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Τα αμινογλυκοσίδια δρουν δένοντας την βακτηριακή 30S ριβοσωμική υπομονάδα, προκαλώντας εσφαλμένη ανάγνωση του tRNA και καταστροφή της σύνθεσης πρωτεϊνών. Τα αμινογλυκοσίδια είναι κυρίως χρήσιμα σε λοιμώξεις από αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια (όπως Pseudomonas, Acinetobacter, Enterobacter). Ορισμένα μυκοβακτήρια, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προκαλούν φυματίωση, είναι ευαίσθητα στα αμινογλυκοσίδια. Οι λοιμώξεις από Gram-θετικά βακτήρια μπορούν επίσης να θεραπευθούν με αμινογλυκοσίδες, αλλά άλλα αντιβιοτικά είναι πιο ισχυρά και λιγότερο επιβλαβή για τον ξενιστή. Ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με πενικιλλίνη-παρόμοια αντιβιοτικά σε λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο για συνεργιστικά τους εφέ, ιδιαίτερα σε ενδοκαρδίτιδα. Οι αμινογλυκοσίδες είναι κυρίως αναποτελεσματικά έναντι αναερόβιων βακτηρίων, μυκήτων και ιών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Αμινογλυκοσίδες όπως η αμικακίνη δένονται μη-αναστρέψιμα σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες της 30S υπομονάδας και στο 16S rRNA. Η αμικακίνη εμποδίζει τη σύνθεση πρωτεϊνών δένοντας στην 30S υπομονάδα για να εμποδίσει τον σχηματισμό ενός αρχικού συμπλέγματος έναρξης με το mRNA. Συγκεκριμένα, η αμικακίνη δεσμεύεται σε τέσσερις νουκλεοτιδία της 16S rRNA και σε ένα αμινοξύ της πρωτεΐνης S12. Αυτό εμποδίζει το σημείο αποκωδικοποίησης κοντά στο νουκλεοτίδιο 1400 της 16S rRNA της 30S. Αυτή η περιοχή αλληλεπιδρά με τη βασική θέση στο anticodon του tRNA. Το αποτέλεσμα είναι παρεμπόδιση του αρχικού συμπλέγματος, εσφαλμένη ανάγνωση mRNA, και εισαγωγή λανθασμένων αμινοξέων στο πολυπεπτίδιο, οδηγώντας σε μη λειτουργικά ή τοξικά πεπτίδια και στη διάσπαση των πολυσωμάτων σε μη λειτουργικά μονοσώματα.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Γρήγορα απορροφάται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Ταχεία απορρόφηση από το περιτόναιο και από την υπεζωκοτική κοιλότητα. Κακή απορρόφηση από το στόμα και τοπικά. Κακή απορρόφηση από πλύσεις της κύστης και ενδονωτιαία χορήγηση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
2-3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών
0-11%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
Το αμικακίνη εξαρτεύεται κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 24 L [φυσιολογικοί ενήλικοι]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Clearance (Αποβολή)
- 100 mL/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία
Ήπια και αναστρέψιμη νεφροτοξικότητα μπορεί να παρατηρηθεί σε 5–25% των ασθενών. Το αμικακίνη συσσωρεύεται στα εγγύς σωληνάρια των νεφρών. Η αναγέννηση των κυττάρων γίνεται παρά την συνεχή χορήγηση. Η τοξικότητα συνήθως εμφανίζεται λίγες ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας. Μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ωτοτοξικότητα. Η ωτοτοξικότητα φαίνεται να συνδέεται με τη σωρευτική συνολική έκθεση. Η συσσώρευση του φαρμάκου στο ενδοελμικό και περιελμικό υγρό του εσωτερικού αυτιού προκαλεί μόνιμη βλάβη στα τρίχια κύτταρα της κοχίας ή στις κορυφές των κρίσιμων ampullae cristae στο αιθουσοκοχλιαίο σύστημα. Η απώλεια ακοής υψηλών συχνοτήτων εμφανίζεται πρώτα, με προοδευτική απώλεια σε χαμηλότερες συχνότητες. Περισσότερη τοξικότητα μπορεί να οδηγήσει σε ρετρογράφη εκφύλιση του 8ου κρανιακού νεύρου (αιθουσοκοχλιαίο νεύρο). Η αιθουσαία τοξικότητα μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο, ναυτία, έμετο, ζάλη και απώλεια ισορροπίας.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αμικασίνη είναι ένα αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης. Οι αμινογλυκοσίδες δεσμεύονται στα βακτήρια, προκαλώντας λανθασμένη ανάγνωση του t-RNA, καθιστώντας τα βακτήρια ανίκανα να συνθέσουν πρωτεΐνες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή τους. Οι αμινογλυκοσίδες είναι χρήσιμες κυρίως στη θεραπεία λοιμώξεων που αφορούν αερόβια, Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Pseudomonas, Acinetobacter και Enterobacter. Επιπλέον, ορισμένα μυκοβακτήρια, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων που προκαλούν φυματίωση, είναι ευαίσθητα στις αμινογλυκοσίδες. Λοιμώξεις που προκαλούνται από Gram-θετικά βακτήρια μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν με αμινογλυκοσίδες, ωστόσο, άλλα αντιβιοτικά μπορεί να είναι πιο δραστικά και λιγότερο τοξικά για τον άνθρωπο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο κύριος μηχανισμός δράσης της αμικασίνης είναι ο ίδιος με αυτόν όλων των αμινογλυκοσιδών. Δεσμεύεται στις βακτηριακές υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων και παρεμβαίνει στη δέσμευση του mRNA και στις θέσεις αποδοχής t-RNA, παρεμβαίνοντας στην ανάπτυξη των βακτηρίων. Αυτό οδηγεί σε διαταραχή της φυσιολογικής σύνθεσης πρωτεϊνών και παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων. Έχουν επίσης προταθεί άλλες δράσεις για φάρμακα αυτής της κατηγορίας.
Η αμικασίνη, όπως και οι υπόλοιπες αμινογλυκοσίδες, είναι γενικά βακτηριοκτόνος έναντι Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων.
Οι αμινογλυκοσίδες είναι συνήθως βακτηριοκτόνες δράσης. Παρόλο που ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, τα φάρμακα φαίνεται να αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητα βακτήρια με μη αναστρέψιμη δέσμευση στις υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων. /Αμινογλυκοσίδες/
… Οι αμινογλυκοσίδες είναι αμινοκυκλιτόλες που σκοτώνουν τα βακτήρια αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών, καθώς δεσμεύονται στο 16S rRNA και διαταράσσουν την ακεραιότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης. Οι μηχανισμοί αντοχής στις αμινογλυκοσίδες περιλαμβάνουν: (α) την απενεργοποίηση των αμινογλυκοσιδών μέσω N-ακετυλίωσης, αδε- νυλίωσης ή O-φωσφορυλίωσης, (β) τη μείωση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης των αμινογλυκοσιδών μέσω αλλαγών στην διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης, μειωμένης μεταφοράς στην εσωτερική μεμβράνη, ενεργού εκροής και παγίδευσης του φαρμάκου, (γ) την αλλοίωση του στόχου της υπομονάδας 30S των ριβοσωμάτων μέσω μετάλλαξης, και (δ) τη μεθυλίωση της θέσης δέσμευσης των αμινογλυκοσιδών. … /Αμινογλυκοσίδες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Ταχεία απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
- Ταχεία απορρόφηση από την περιτόναιο και την υπεζωκοτική κοιλότητα.
- Χαμηλή από του πεπτικού σωλήνα και τοπική απορρόφηση.
- Χαμηλή απορρόφηση από καθετηριασμούς ουροδόχου κύστης και ενδοραχιαία χορήγηση.
- Η βιοδιαθεσιμότητα αυτού του φαρμάκου αναμένεται να ποικίλλει κυρίως λόγω ατομικών διαφορών στην αποδοτικότητα του νεφελοποιητή και την παθολογία των αεραγωγών.
- Μετά από IM χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αμικασίνης 7,5 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μέγιστες συγκεντρώσεις αμικασίνης στο πλάσμα 17-25 μικρογραμμάρια/mL επιτυγχάνονται εντός 45 λεπτών έως 2 ωρών.
- Μετά από IV έγχυση της ίδιας δόσης που χορηγήθηκε για 1 ώρα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου κατά μέσο όρο είναι 38 μικρογραμμάρια/mL αμέσως μετά την έγχυση, 5,5 μικρογραμμάρια/mL στις 4 ώρες και 1,3 μικρογραμμάρια/mL στις 8 ώρες.
- Η αμικασίνη απορροφάται ελάχιστα από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
- Η αμικασίνη απορροφάται ταχέως μετά από IM χορήγηση.
- Μετά από IM χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αμικασίνης 7,5 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις αμικασίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 0,5-2 ωρών και κυμαίνονται από 17-25 ug/mL· οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα 10 ώρες μετά τη δόση κατά μέσο όρο είναι 2,1 ug/mL.
- Όταν μια δόση αμικασίνης 7,5 mg/kg χορηγείται με IV έγχυση για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου κατά μέσο όρο είναι 38 ug/mL αμέσως μετά την έγχυση, 18 ug/mL στις 1 ώρα και 0,75 ug/mL στις 10 ώρες.
- Σε ενήλικες που λαμβάνουν 15 mg/kg μία φορά ημερησίως με IV έγχυση για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (που μετρήθηκαν 30 λεπτά μετά την ολοκλήρωση μιας έγχυσης) ήταν 40,9 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις (που μετρήθηκαν αμέσως πριν την έναρξη μιας έγχυσης) ήταν 1,8 ug/mL.
-
Κατανομή:
- 24 L (28% του σωματικού βάρους υγιών ενήλικων εθελοντών).
- Μετά τη χορήγηση συνήθων δόσεων αμικασίνης, η αμικασίνη έχει ανιχνευθεί σε ιστούς οστών, καρδιάς, χοληδόχου κύστης και πνεύμονα.
- Η αμικασίνη κατανέμεται επίσης στη χολή, τα πτύελα, τις βρογχικές εκκρίσεις και στα διάμεσο, υπεζωκοτικό και αρθρικό υγρό.
-
Απέκκριση:
- Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται από τους νεφρούς.
- Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, 94-98% μιας εφάπαξ IM ή IV δόσης αμικασίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω σπειραματικής διήθησης στον νεφρό εντός 24 ωρών.
- Η αμικασίνη μπορεί να ανακτηθεί πλήρως εντός περίπου 10-20 ημερών σε ασθενείς με φυσιολογική, υγιή νεφρική λειτουργία.
- Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, η κάθαρση της αμικασίνης είναι μειωμένη· όσο σοβαρότερη η διαταραχή, τόσο βραδύτερη η κάθαρση. Το διάστημα μεταξύ των δόσεων αμικασίνης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της νεφρικής ανεπάρκειας.
- Ο ρυθμός κάθαρσης της ενδογενούς κρεατινίνης και η κρεατινίνη ορού, που έχουν υψηλή συσχέτιση με τον χρόνο ημίσειας ζωής της αμικασίνης στον ορό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός για τη δοσολογία.
- Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης του ορού είναι περίπου 100 mL/min και ο ρυθμός νεφρικής κάθαρσης είναι 94 mL/min σε εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
- Η συσσώρευση αμικασίνης δεν φαίνεται να συμβαίνει σε ενήλικες ή παιδιατρικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν συνήθεις δόσεις του φαρμάκου δύο φορές ημερησίως για 4-10 ημέρες.
-
Περαιτέρω Πληροφορίες:
- Η εμφάνιση ενός πολυανθεκτικού Enterobacter cloacae κατά τη διάρκεια μιας περιόδου επτά εβδομάδων το 1980 κατέστησε την αμικασίνη το αμινογλυκοσίδιο εκλογής στην αρχική διαχείριση υποψίας σηψαιμίας σε μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών. Συνιστώμενες δόσεις (7,5-10 mg/kg εφόδου· 15 mg/kg σε δύο διαιρεμένες δόσεις IV) χορηγήθηκαν σε 5 βρέφη ≤ 1.000 gm και σε 13 μεγαλύτερα βρέφη. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις 11,5 ώρες μετά από μια δόση ήταν 16,6 +/- 11,9 ug/mL σε βρέφη ≤ 1.000 gm και 6,5 +/- 4,3 ug/mL σε μεγαλύτερα βρέφη (P < 0,02). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις μία ώρα μετά την έγχυση ξεπέρασαν τα 40 ug/mL σε 3 από 5 βρέφη ≤ 1.000 gm και 4 από 12 βρέφη > 1.000 gm (P = NS). Συνολικά, 7 από 10 μέγιστες ή/και ελάχιστες συγκεντρώσεις σε βρέφη ≤ 1.000 gm ήταν στο εύρος που θεωρείται τοξικό σε ενήλικες, έναντι 7 από 24 σε μεγαλύτερα βρέφη (P = 0,03). Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι … είναι πιθανές υπερβολικές συγκεντρώσεις αμικασίνης στο αίμα σε βρέφη ≤ 1.000 gm και μπορεί επίσης να συμβούν σε μεγαλύτερα βρέφη χρησιμοποιώντας τα τρέχοντα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα. Αυτά τα … ευρήματα τονίζουν την ανάγκη παρακολούθησης των επιπέδων του φαρμάκου και εξατομίκευσης της θεραπείας σε νεογνά με πολύ χαμηλό σωματικό βάρος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την Αμικασίνη (15 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της αμικασίνης στις πρωτεΐνες του ορού είναι ≤ 10%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δομή της αμικασίνης έχει τροποποιηθεί για να μειωθεί η πιθανή οδός ενζυμικής απενεργοποίησης, μειώνοντας έτσι την αντοχή των βακτηρίων. Πολλά στελέχη Gram-αρνητικών οργανισμών ανθεκτικά στη γενταμικίνη και την τομπραμικίνη έχουν αποδειχθεί ευαίσθητα στην αμικασίνη in vitro.
Οι αμινογλυκοσίδες δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται αμετάβλητες στα ούρα κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης. /Αμινογλυκοσίδες/
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 30-86 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 28-86 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης αναφέρεται ότι είναι 4-5 ώρες σε τελειόμηνους νεογνούς 7 ημερών ή μεγαλύτερους και 7-8 ώρες σε νεογνούς χαμηλού βάρους γέννησης 1-3 ημερών. Σε πρόωρα νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι αντιστρόφως ανάλογος της χρονολογικής ηλικίας μετά τη σύλληψη και κυμαίνεται από 4,5-15,6 ώρες. Σε μια μελέτη σε βρέφη και παιδιά ηλικίας 20 ημερών έως 6 ετών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα μετά από μία εφάπαξ IM δόση 7,5 mg/kg ήταν περίπου 2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
84319SGC3C
AMIKACIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδες
Η Αμικασίνη είναι ένα Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης.
AMIKACIN
Αμινογλυκοσίδες [CS]· Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 J01GB06Ανώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη πυελονεφρίτιδα: 1η επιλογή
- Οξεία πυελονεφρίτιδα σε υγιή μη έγκυο γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς επιπλέκοντες παράγοντες
Δοσολογία: ~15 mg/kg → 1000 mg × 1 IM, άμεση 1η δόση, κάθε 24h · Μέχρι έλευση καλλιέργειας ούρων — αποκλιμάκωση σε PO -
ΒΗΜΑ ΑΕ J01GB06Ανώτερο ουροποιητικό — Επιπλεγμένη πυελονεφρίτιδα
- Πυελονεφρίτιδα σε άνδρες, ηλικία > 50, κύηση, ΣΔ, αποφρακτική ουροπάθεια/παλινδρόμηση ή άλλη επιπλέκουσα κατάσταση
Δοσολογία: 1000 mg × 1 IM/24h — άμεση 1η δόση · Μέχρι έλευση καλλιέργειας — αποκλιμάκωση σε PO