AMIKACIN(Αμικασίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 2,2 - 2,4 ώρες
- DrugBank: 2-3 ώρες
- PubChem: 2-3 ώρες (φυσιολογική νεφρική λειτουργία), 30-86 ώρες (σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια)
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Νοσοκομειακές λοιμώξεις της κατώτερης αναπνευστικής οδού
συμπεριλαμβανομένου της βαριάς πνευμονίας
- J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
συμπεριλαμβανομένου περιτονίτιδας
- K65 Περιτονίτιδα
-
Επιπλεγμένες και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ουροποιητικού
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
συμπεριλαμβανομένων λοιμώξεων εγκαυμάτων-τραυμάτων
- L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα
- I33 Οξεία και υποξεία ενδοκαρδίτιδα
-
Μετεγχειρητικές ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
- T81 Επιπλοκές διαδικασιών, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Βακτηριαιμία
σε: ασθενείς
η οποία σχετίζεται, ή είναι ύποπτη να σχετίζεται με κάποια από τις λοιμώξεις που απαριθμούνται παραπάνω
- A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα ή κάθε 12 ώρες
- Δόση έναρξης: 15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά άνω των 12 ετών (σωματικό βάρος άνω των 33 kg)Δόση15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα (ως μία μεμονωμένη ημερήσια δόση ή διαιρεμένη σε 2 ίσες δόσεις π.χ. 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες)Μέγ. δόση1,5 gΣτην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις.
-
Βρέφη, νήπια και παιδιά (4 εβδομάδων έως 12 ετών)Δόση15-20 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα (ως 15-20 mg/kg σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα, ή ως 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες)Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις.
-
ΝεογνάΔόσηΑρχική δόση εφόδου 10 mg/kg σωματικού βάρους ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες
-
Πρόωρα νεογνάΔόση7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΜπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης απ’ ό,τι οι νεότεροι ενήλικες, ώστε να επιτευχθούν θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
Παχύσαρκοι ασθενείςΔόσηΥπολογίζεται χρησιμοποιώντας το εκτιμούμενο ιδανικό βάρος σώματος συν 40% του επιπλέον βάρους (P1 = PI + (PA - PI) x 0,4)Μέγ. δόση1,5 gΣυνιστάται ο υπολογισμός της δόσης με βάση το ξηρό βάρος.
-
Ασθενείς με ασκίτηΔόσηΥψηλότερες δόσειςΓια να επιτευχθούν επαρκείς συγκεντρώσεις ορρού εν όψει της σχετικά μεγαλύτερης κατανομής στο τμήμα του εξωκυττάριου υγρού.
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΔόσηΑρχική δόση 7,5 mg/kg, ακολουθούμενη από 2,5 έως 3,75 mg/kg μετά την αιμοκάθαρση.Η παρακολούθηση των επιπέδων στον ορρό είναι απαραίτητη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αμικασίνη ή σε άλλες αμινογλυκοσίδες
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας ή σοβαρών τοξικών αντιδράσεων σε αμινογλυκοσίδεςΠληθυσμόςΑσθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νεφρική βλάβηΠροσοχήΠροσοχή κατά τη χορήγηση
-
Ακουστική ή αιθουσαία διαταραχήΠροσοχήΠροσοχή κατά τη χορήγηση
-
Νευρομυϊκές διαταραχέςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μυασθένεια gravis, παρκινσονισμόΠροσοχή κατά τη χορήγηση λόγω ενδεχόμενης επιδείνωσης μυϊκής αδυναμίας
-
Προηγούμενη θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδεςΠροσοχήΠροσοχή κατά τη χορήγηση
-
Ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότηταΠροσοχήΣτενή κλινική παρακολούθηση
-
Τοξικές επιδράσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, χορήγηση υψηλών δόσεων, παρατεταμένη διάρκεια θεραπείαςΣυχνότερες τοξικές επιδράσεις
-
Διάρκεια θεραπείαςΠροσοχήΔεν έχει επιβεβαιωθεί η ασφάλεια για περιόδους άνω των 14 ημερών
-
Παράγοντες κινδύνου τοξικότηταςΠροσοχήΠληθυσμόςΠροχωρημένη ηλικία, αφυδάτωσηΑυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας
-
Νευροτοξικότητα (αιθουσαία ή/και ακουστική ωτοτοξικότητα)ΣοβαρήΜπορεί να παρουσιαστεί
-
Κίνδυνος ωτοτοξικότηταςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, παρατεταμένη αγωγή (>5-7 ημέρες)Μεγαλύτερος κίνδυνος
-
Μη αναστρέψιμη ωτοτοξικότηταΣοβαρήΜπορεί να παρουσιαστεί μετά διακοπή του φαρμάκου
-
ΩτοτοξικότηταΣοβαρήΕίναι συνήθως μη αναστρέψιμη
-
Νευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυσηΣοβαρήΈχουν αναφερθεί έπειτα από παρεντερική ένεση, τοπική ενστάλαξη και στόματος χρήση
-
Αναπνευστική παράλυσηΣοβαρήΝα λαμβάνεται υπόψη, ειδικά σε συγχορήγηση νευρομυϊκών αποκλειστών
-
Αντιμετώπιση νευρομυϊκού αποκλεισμούΣοβαρήΤα άλατα ασβεστίου ενδέχεται να αναστρέψουν την αναπνευστική παράλυση, πιθανώς απαιτείται μηχανική αναπνευστική υποστήριξη
-
ΝεφροτοξικότηταΣοβαρήΟι αμινογλυκοσίδες είναι δυνητικά νεφροτοξικές
-
Κίνδυνος νεφροτοξικότηταςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, υψηλές δόσεις, παρατεταμένη θεραπείαΜεγαλύτερος κίνδυνος
-
Ενυδάτωση και νεφρική λειτουργίαΠροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να είναι καλά ενυδατωμένοι
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠροσοχήΜείωση ημερήσιων δόσεων ή επέκταση διαστήματος δόσεων σε εμφάνιση σημείων (π.χ. κυλινδρουρία, λευκωματουρία, μείωση κάθαρσης κρεατινίνης, αύξηση BUN/κρεατινίνης ορού)
-
Διακοπή θεραπείαςΣοβαρήΔιακοπή σε περίπτωση αύξησης της αζωταιμίας ή εάν ο όγκος των ούρων μειώνεται βαθμιαία
-
Ωτοτοξικότητα ή νεφροτοξικότηταΣοβαρήΔιακοπή του φαρμάκου ή ρύθμιση της δοσολογίας
-
Διακοπή θεραπείας λόγω ωτοτοξικότηταςΣοβαρήΔιακοπή εάν εξελιχθεί εμβοή ή υποκειμενική απώλεια ακοής ή εάν τα ακουογράμματα εμφανίσουν σημαντική απώλεια της απάντησης υψηλών συχνοτήτων
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμώνΠροσοχήΕάν συμβεί, να εφαρμόζεται κατάλληλη θεραπεία
-
Τοπική εφαρμογή κατά τη χειρουργική επέμβασηΣοβαρήΈχουν αναφερθεί μη αναστρέψιμη κώφωση, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος λόγω νευρομυϊκού αποκλεισμού
-
Έμφρακτο ωχράς κηλίδαςΣοβαρήΈχει αναφερθεί έπειτα από ενδοϋαλώδη χορήγηση (ένεση μέσα στο μάτι) αμικασίνης, οδηγώντας σε μόνιμη απώλεια όρασης
-
Νεφρική λειτουργία σε ηλικιωμένουςΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΜπορεί να είναι μειωμένη και όχι εμφανής σε ρουτίνες εξετάσεις. Ο προσδιορισμός κάθαρσης κρεατινίνης πιθανώς πιο χρήσιμος.
-
Χρήση σε πρόωρα νεογνά και νεογνάΠροσοχήΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεογνάΝα χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω νεφρικής ανωριμότητας και παράτασης ημιζωής
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενη για νάτριοΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 15 mmol (ή 354 mg) νάτριο ανά 100 ml
-
Παρέμβαση σε δοκιμασίες κρεατινίνης ορούΠροσοχήΟι δοκιμασίες κρεατινίνης ορού ενδέχεται να καταλήξουν σε λανθασμένα υψηλές τιμές όταν χορηγούνται κεφαλοσπορίνες ταυτοχρόνως
-
Αμοιβαία αδρανοποίηση με β-λακτάμες σε δείγματαΠροσοχήΤα δείγματα θα πρέπει είτε να αναλύονται αμέσως μετά τη λήψη τους ή να ψύχονται ή το αντιβιοτικό της β-λακτάμης να αδρανοποιείται μέσω προσθήκης β-λακταμάσης για την αποφυγή λανθασμένων αποτελεσμάτων
-
Κλινική σημασία αδρανοποίησης αμινογλυκοσίδηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρά διαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΕίναι κλινικά σημαντική μόνο σε αυτούς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιβιοτικά φάρμακα της β-λακτάμης (πενικιλίνη)προσοχήΜείωση στη δραστικότητα του ορού της αμικασίνης
-
Άλλες νευροτοξικές, ωτοτοξικές ή νεφροτοξικές ουσίες (π.χ. άλλες παρεντερικές αμινογλυκοσίδες, βακιτρακίνη, αμφοτερικίνη Β, κεφαλοσπορίνες, βανκομυκίνη, πολυμυξίνες, βιομυκίνη, κυτταροστατικά που περιέχουν πλατίνη (καρβοπλατίνη, σισπλατίνη, οξαλιπλατίνη), ανοσοκατασταλτικά (κυκλοσπορίνη, τακρολίμους))αντένδειξηΠιθανότητα εμφάνισης αθροιστικών φαινομένων (αυξημένη τοξικότητα)ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη ή διαδοχική χορήγηση.
-
Διουρητικά με ταχεία δράση (π.χ. φουροσεμίδη, αιθακρινικό οξύ)προσοχήΑυξημένη ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών λόγω αφυδάτωσης και αυξημένης συγκέντρωσης αμινογλυκοσιδών στον ορρό και σε ιστούςΣύστασηΣε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης, να παρακολουθείται η κατάσταση ενυδάτωσης του ασθενή και η ικανότητα ακοής και η νεφρική λειτουργία.
-
ΜεθοξυφλουράνιοπροσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τη βλαπτική επίδραση στους νεφρούς. Πιθανή η εμφάνιση εξαιρετικά βαριών νευροπαθειών.ΣύστασηΗ ικανότητα ακοής και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται πολύ στενά.
-
Μυοχαλαρωτικά, άλλες ουσίες με νευρομυϊκές επιδράσεις (π.χ. παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού (σουκινυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο, ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο), μεγάλες ποσότητες αίματος με κιτρικό άλας, αναισθητικά)προσοχήΑύξηση του νευρομυϊκού αποκλεισμού, ενδέχεται να οδηγήσει σε αναπνευστική παράλυσηΣύστασηΟ αναισθησιολόγος θα πρέπει να πληροφορηθεί. Η ένεση αλάτων ασβεστίου μπορεί να αναστρέψει τον αποκλεισμό.
-
προσοχήΕίναι δυνατό να αυξήσει τη συγκέντρωση της αμικασίνης στο πλάσμα, στα νεογνά
-
ΔιφωσφωνικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπασβεστιαιμίας
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Επιμόλυνση με ανθεκτικά βακτήρια
- Αποικισμός με ανθεκτικά βακτήρια
- Επιμόλυνση με ζυμομύκητες
- Αποικισμός με ζυμομύκητες
- Αναιμία
- Ηωσηνοφιλία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτικό σοκ, αναφυλακτοειδής αντίδραση)
- Εκδηλώσεις υπερευαισθησίας
- Υπομαγνησιαιμία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Παράλυση
- Τύφλωση
- Έμφρακτο του αμφιβληστροειδούς
- Εμβοή
- Υποακοΐα
- Κώφωση
- Νευροαισθητήρια κώφωση
- Υπόταση
- Άπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Αναπνευστική παράλυση
- Ναυτία
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αρθραλγία
- Μυϊκές συσπάσεις
- Βλάβη νεφρικών σωληναρίων
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Τοξική νεφροπάθεια
- Κύτταρα στα ούρα
- Ολιγουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Λευκωματινουρία
- Αζωθαιμία
- Ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα
- Λευκά αιμοσφαίρια στα ούρα
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑποικισμός με ανθεκτικά βακτήριαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑποικισμός με ζυμομύκητεςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒλάβη νεφρικών σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπιμόλυνση με ανθεκτικά βακτήριαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕπιμόλυνση με ζυμομύκητεςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΈμφρακτο του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕμβοήΑυτί
-
ΣπάνιεςΕρυθρά αιμοσφαίρια στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΗωσηνοφιλίαΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΛευκά αιμοσφαίρια στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΛευκωματινουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΥποακοΐαΑυτί
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική παράλυσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΆπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτικό σοκ, αναφυλακτοειδής αντίδραση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕκδηλώσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚύτταρα στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΝευροαισθητήρια κώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠαράλυσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤοξική νεφροπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟι αμινογλυκοσίδες είναι δυνατό να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πλήρους, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης εκ γενετής κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη. Η αμικασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας το απαιτεί, και μόνο υπό ιατρική επίβλεψη.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΕίναι άγνωστο εάν η αμικασίνη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για διακοπή του μητρικού θηλασμού ή διακοπή/αποχή από τη θεραπεία, αξιολογώντας το όφελος του μητρικού θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΣε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας σε ποντίκια και αρουραίους, δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Νεφροτοξικότητα
- Ωτοτοξικότητα
- Νευρομυϊκός αποκλεισμός (δράση όμοια με το κουράριο)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06
Η αμικασίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης που προέρχεται από την καναμυκίνη. Προκύπτει από την ακυλίωση με ένα αμινο-υδροξυβουτυρικό οξύ στην αμινομάδα C-1 στο τμήμα της 2-δεοξυστρεπταμίνης.
Μηχανισμός δράσης
Η αμικασίνη δρα μέσω καταστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης στα βακτηριακά ριβοσωμάτια δια μέσου αλληλεπίδρασης με το ριβοσωμιακό RNA και διαδοχική καταστολή της μετάφρασης σε ευαίσθητα μικρόβια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία βακτηριοκτόνο δράση.
Σχέση PK / PD
Οι σημαντικότερες παράμετροι PK/PD για την πρόβλεψη της βακτηριοκτόνου δράσης της αμικασίνης είναι η αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορρό (Cmax) και η ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) του αντίστοιχου παθογόνου. Η αναλογία Cmax/MIC των 8:1 ή 10:1 θεωρείται ότι δίνει αποτελεσματικό βακτηριακό θάνατο και πρόληψη της βακτηριακής επανανάπτυξης.
Η αμικασίνη παρουσιάζει μετα-αντιβιοτική δράση in vitro και in vivo. Η μετα-αντιβιοτική δράση επιτρέπει την παράταση του δοσολογικού μεσοδιαστήματος χωρίς την απώλεια της αποτελεσματικότητας έναντι των περισσότερων Gram-αρνητικών βακίλων.
Μηχανισμός αντοχής
Η αντοχή στην αμικασίνη μπορεί να οφείλεται στους ακόλουθους μηχανισμούς:
- Ενζυματική απενεργοποίηση: Μία ενζυματική τροποποίηση των μορίων της αμινογλυκοσίδης είναι ο πιο επικρατής μηχανισμός αντοχής. Σε αυτό μεσολαβούν ακετυλοτρανσφεράσες, φωσφοτρανσφεράσες ή νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες κωδικοποιούνται συνήθως από πλασμίδια. Η αμικασίνη έχει καταδειχτεί ότι είναι αποτελεσματική έναντι σε πολλά ανθεκτικά στις αμινογλυκοσίδες στελέχη λόγω της ικανότητάς της να ανθίσταται στην αποδόμηση από ένζυμα απενεργοποίησης των αμινογλυκοσιδών.
- Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Αυτός ο μηχανισμός ανθεκτικότητας παρατηρείται στην ψευδομονάδα (Pseudomonas aeruginosa). Πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν την εμφάνιση όμοιων μηχανισμών ανθεκτικότητας σε στελέχη Acinetobacter.
- Μετατροπή της δομής-στόχου: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων παρατηρούνται μόνο περιστασιακά ως λόγος της ανθεκτικότητας.
Υπάρχει μερική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της αμικασίνης και άλλων αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σημεία διακοπής Σύμφωνα με την EUCAST, ισχύουν οι ακόλουθες οριακές τιμές για την αμικασίνη:
| Οργανισμός | Σημεία διακοπής EUCAST (mg/l) |
|---|---|
| S ≤ R > | |
| Enterobacteriaceae; Pseudomonas, Acinetobacter και Staphylococcus | 8 / 16 |
| Σημεία διακοπής που δε σχετίζονται με τα είδη * | 8 / 16 |
*Αυτό βασίζεται κυρίως στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ορού.
- Τα σημεία διακοπής σχετίζονται με τη χορήγηση ενδοφλέβιας δόσης αμικασίνης 15 mg/kg την ημέρα.
Φάσμα δραστηριότητας της αμικασίνης
Η εμφάνιση επίκτητης αντοχής μπορεί να διαφοροποιείται γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση για την αντοχή, ιδιαίτερα όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Εάν απαιτείται, θα πρέπει να λαμβάνεται καθοδήγηση από ειδικούς όταν η τοπική επίπτωση αντοχής είναι τέτοια ώστε να καθίσταται η χρησιμότητα του παράγοντα αμφισβητήσιμη σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Ευαίσθητα συνήθως είδη
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Staphylococcus aureus, Staphylococcus haemolyticus, Staphylococcus hominis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Citrobacter freundii, Enterobacter aerogenes, Enterobacter cloacae, Escherichia coli, Klebsiella oxytoca, Klebsiella pneumoniae, Morganella morganii, Proteus mirabilis, Proteus vulgaris, Pseudomonas aeruginosa, Salmonella enterica, Serratia liquefaciens, Serratia marcescens, Shigella spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή είναι δυνατό να αποτελέσει πρόβλημα
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Staphylococcus epidermidis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Acinetobacter baumannii
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Enterococcus spp., Streptococcus spp.
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Burkholderia cepacia, Stenotrophomonas maltophila
- Αναερόβια: Bacteroides spp., Prevotella spp.
- Άλλοι μικροοργανισμοί: Chlamydia spp., Chlamydophila spp., Mycoplasma spp., Ureaplasma urealyticum
Η αναλογία ανθεκτικότητας των απομονωμένων στελεχών από ειδικές ομάδες ασθενών π.χ. ασθενείς με κυστική ίνωση, είναι ≥10%. Κατά τη στιγμή της δημοσίευσης αυτών των πινάκων, δεν υπήρχαν διαθέσιμα επικαιροποιημένα δεδομένα. Στην πρωτογενή βιβλιογραφία, σε πρότυπα βιβλία αναφοράς και συστάσεις θεραπείας η ευαισθησία θεωρείται δεδομένη.
Άλλες πληροφορίες: Οι αμινογλυκοσίδες είναι κατάλληλες για συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά ενάντια σε gram θετικούς κόκκους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Συγκεντρώσεις πλάσματος: Κατά την από του στόματος χορήγηση, δεν απορροφάται πρακτικά καθόλου η αμικασίνη. Μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά. Τα μέγιστα επίπεδα στις συγκεντρώσεις ορρού επιτυγχάνονται 1 - 2 ώρες μετά από την έγχυση. Ο χρόνος ημιζωής ορρού είναι 2,2 - 2,4 ώρες. Ένας μεγαλύτερος χρόνος ημιζωής είναι αναμενόμενος για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και σε πρόωρα ή σε νεογνά.
Η χορήγηση μίας δόσης 7,5 mg/kg με συνεχή 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού 38 μg/ml στο τέλος της έγχυσης. Σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση μίας δόσης των 15 mg/kg με συνεχή 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού περίπου 77 μg/ml στο τέλος της έγχυσης και 47 μg/ml και 1 μg/ml, 1 και 12 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα.
Στους ηλικιωμένους με μέση κάθαρση κρεατινίνης 64 ml/min, η χορήγηση μίας δόσης των 15 mg/kg με 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού 55 μg/ml στο τέλος της έγχυσης και 5,4 μg/ml και 1,3 μg/ml, 12 και 24 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα.
Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων, δεν έχουν καταδειχτεί δράσεις συσσώρευσης σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία οι οποίοι λάμβαναν μεμονωμένες ημερήσιες δόσεις των 15 έως 20 mg/kg.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της αμικασίνης είναι περίπου 24 l (28% του βάρους σώματος). Το ποσοστό πρωτεϊνικής σύνδεσης έχει ανιχνευτεί στα 4% - 10%.
Μετά από τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης, θεραπευτικά επίπεδα αμικασίνης βρίσκονται στα οστά, την καρδιά, τη χοληδόχο κύστη, τον πνευμονικό ιστό, τα ούρα, τη χολή, τα βρογχικά εκκρίματα, τα πτύελα, το ενδιάμεσο υγρό, το υπεζωκοτικό υγρό και το αρθρικό υγρό.
Διαχέεται επαρκώς στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φλεγμένουσες μήνιγγες. Περίπου 10% έως 20% της συγκέντρωσης ορού διαπερνά τις υγιείς μήνιγγες, το οποίο μπορεί να αυξηθεί σε 50% όταν φλεγμαίνουν οι μήνιγγες.
Η ουσία συσσωρεύεται στο νεφρικό φλοιό και στο εσωτερικό υγρό του ωτός, και αποβάλλεται μόνο αργά από αυτά τα εν τω βάθη διαμερίσματα.
Η αμικασίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Οι συγκεντρώσεις στο εμβρυικό αίμα και το αμνιακό υγρό φτάνουν το 20% αυτών που έχουν βρεθεί στη μητέρα.
Βιομετατροπή
Η αμικασίνη δε μεταβολίζεται στο ανθρώπινο σώμα.
Αποβολή
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία η μέση κάθαρση ορρού της αμικασίνης είναι 100 ml/min και η νεφρική κάθαρση είναι 94 ml/min. Η αμικασίνη αποβάλλεται μέσω σπειραματικής διήθησης ως επικρατούσα οδός αποβολής. Το μεγαλύτερο μέρος του όγκου (60% - 82%) απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός των 6 πρώτων ωρών. Μόνο πολύ μικρές ποσότητες απεκκρίνονται στη χολή. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία 91% και 95% της δόσης αμικασίνης (ενδομυϊκά) απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα εντός 8 και 24 ωρών, αντίστοιχα.
90% της αμικασίνης μπορεί να αποβληθεί μέσω αιμοκάθαρσης εντός τεσσάρων ωρών.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Τα δεδομένα από μελέτες πολλαπλών ημερήσιων δόσεων κατέδειξαν ότι τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φυσιολογικά βρέφη είναι περίπου 10 έως 20% της συγκέντρωσης ορρού και μπορεί να φτάσει στο 50% στη μηνιγγίτιδα.
Ενδοφλέβια χορήγηση
Σε νεογνά και ιδιαίτερα σε πρόωρα μωρά, η νεφρική αποβολή της αμικασίνης είναι μειωμένη.
Σε μία μεμονωμένη μελέτη σε νεογνά (ηλικίας 1-6 ημέρες μετά από τη γέννηση) ομαδοποιημένα σύμφωνα με το βάρος γέννησης ((<2000, 2000-3000 και >3000 g). Η αμικασίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά ή/και ενδοφλέβια με δόση 7,5 mg/kg. Η κάθαρση σε νεογνά >3000 g ήταν 0,84 ml/min/kg και ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 7 ώρες. Σε αυτήν την ομάδα, ο αρχικός όγκος της κατανομής και ο όγκος κατανομής στη σταθερή κατάσταση ήταν 0,3 ml/kg και 0,5 mg/kg, αντίστοιχα. Στις ομάδες με χαμηλότερο βάρος γέννησης η κάθαρση/kg ήταν χαμηλότερη και ο χρόνος ημιζωής μεγαλύτερος. Η επαναλαμβανόμενη δοσολογία κάθε 12 ώρες σε όλες τις παραπάνω ομάδες δεν κατέδειξε συσσώρευση μετά από 5 ημέρες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06 Η αμικασίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης που προέρχεται από την καναμυκίνη. Προκύπτει από την ακυλίωση με ένα αμινο-υδροξυβουτυρικό οξύ στην αμινομάδα C-1 στο…
Απορρόφηση Συγκεντρώσεις πλάσματος: Κατά την από του στόματος χορήγηση, δεν απορροφάται πρακτικά καθόλου η αμικασίνη. Μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά. Τα μέγιστα επίπεδα στις συγκεντρώσεις ορρού επιτυγχάνονται 1 - 2 ώρες μετά από την έγχυση….
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Νεφρική λειτουργία · Πριν την έναρξη και καθημερινά
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Άζωτο ουρίας αίματος (BUN) | water_dropΝεφρική λειτουργία | Περιοδικά | — |
| Κάθαρση κρεατινίνης | water_dropΝεφρική λειτουργία | Περιοδικά | — |
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Περιοδικά | — |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη της θεραπείας, ή σε εκείνους που αναπτύσσουν σημεία νεφρικής δυσλειτουργίας κατά τη θεραπεία |
| — | Ηλικιωμένοι ασθενείς |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ακουογράμματα | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Όταν είναι εφικτό σε ασθενείς που επιτρέπει η ηλικία, ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου |
| Λειτουργία όγδοου κρανιακού νεύρου | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη της θεραπείας, ή σε εκείνους που αναπτύπτουν σημεία νεφρικής δυσλειτουργίας κατά τη θεραπεία |
| Ούρα (μειωμένο ειδικό βάρος, αυξημένη απέκκριση πρωτεϊνών, παρουσία κυττάρων ή κυλίνδρων) | more_horizΆλλο / λοιπά | — | — |
| Συγκεντρώσεις αμικασίνης στον ορό | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Όταν είναι εφικτό |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Το αμικακίνη είναι ημι-συνθετικό αμινογλυκοσίδιο αντιβιοτικό που προέρχεται από την κανυμυκίνη Α. Όπως και άλλα αμινογλυκοσίδια, το αμικακίνη διαταράσσει τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών δένοντας την 30S ριβοσωμική υπομονάδα ευαίσθητων οργανισμών. Η πρόσδεση επηρεάζει τη δέσμευση του mRNA και τις θέσεις αποδοχής tRNA, οδηγώντας στην παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων. Άλλοι μηχανισμοί που δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί μπορεί να συνεισφέρουν στα βακτηριοκτόνα αποτελέσματα του αμικακινών. Το φάρμακο αυτό είναι επίσης νεφροτοξικό και ωτοτοξικό.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Διά βραχυπρόθεσμη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη Gram-αρνητικών βακτηρίων, περιλαμβανομένων ειδών Pseudomonas, Escherichia coli, ειδών ινδολο-θετικά και ινδολο-αρνητικά Proteus, Providencia είδη, Klebsiella-Enterobacter-Serratia είδη και Acinetobacter (Mima-Herellea) είδη. Το αμικακίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από Mycobacterium avium και Mycobacterium tuberculosis.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Τα αμινογλυκοσίδια δρουν δένοντας την βακτηριακή 30S ριβοσωμική υπομονάδα, προκαλώντας εσφαλμένη ανάγνωση του tRNA και καταστροφή της σύνθεσης πρωτεϊνών. Τα αμινογλυκοσίδια είναι κυρίως χρήσιμα σε λοιμώξεις από αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια (όπως Pseudomonas, Acinetobacter, Enterobacter). Ορισμένα μυκοβακτήρια, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προκαλούν φυματίωση, είναι ευαίσθητα στα αμινογλυκοσίδια. Οι λοιμώξεις από Gram-θετικά βακτήρια μπορούν επίσης να θεραπευθούν με αμινογλυκοσίδες, αλλά άλλα αντιβιοτικά είναι πιο ισχυρά και λιγότερο επιβλαβή για τον ξενιστή. Ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με πενικιλλίνη-παρόμοια αντιβιοτικά σε λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο για συνεργιστικά τους εφέ, ιδιαίτερα σε ενδοκαρδίτιδα. Οι αμινογλυκοσίδες είναι κυρίως αναποτελεσματικά έναντι αναερόβιων βακτηρίων, μυκήτων και ιών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Αμινογλυκοσίδες όπως η αμικακίνη δένονται μη-αναστρέψιμα σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες της 30S υπομονάδας και στο 16S rRNA. Η αμικακίνη εμποδίζει τη σύνθεση πρωτεϊνών δένοντας στην 30S υπομονάδα για να εμποδίσει τον σχηματισμό ενός αρχικού συμπλέγματος έναρξης με το mRNA. Συγκεκριμένα, η αμικακίνη δεσμεύεται σε τέσσερις νουκλεοτιδία της 16S rRNA και σε ένα αμινοξύ της πρωτεΐνης S12. Αυτό εμποδίζει το σημείο αποκωδικοποίησης κοντά στο νουκλεοτίδιο 1400 της 16S rRNA της 30S. Αυτή η περιοχή αλληλεπιδρά με τη βασική θέση στο anticodon του tRNA. Το αποτέλεσμα είναι παρεμπόδιση του αρχικού συμπλέγματος, εσφαλμένη ανάγνωση mRNA, και εισαγωγή λανθασμένων αμινοξέων στο πολυπεπτίδιο, οδηγώντας σε μη λειτουργικά ή τοξικά πεπτίδια και στη διάσπαση των πολυσωμάτων σε μη λειτουργικά μονοσώματα.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Γρήγορα απορροφάται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Ταχεία απορρόφηση από το περιτόναιο και από την υπεζωκοτική κοιλότητα. Κακή απορρόφηση από το στόμα και τοπικά. Κακή απορρόφηση από πλύσεις της κύστης και ενδονωτιαία χορήγηση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
2-3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών
0-11%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
Το αμικακίνη εξαρτεύεται κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 24 L [φυσιολογικοί ενήλικοι]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Clearance (Αποβολή)
- 100 mL/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία
Ήπια και αναστρέψιμη νεφροτοξικότητα μπορεί να παρατηρηθεί σε 5–25% των ασθενών. Το αμικακίνη συσσωρεύεται στα εγγύς σωληνάρια των νεφρών. Η αναγέννηση των κυττάρων γίνεται παρά την συνεχή χορήγηση. Η τοξικότητα συνήθως εμφανίζεται λίγες ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας. Μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ωτοτοξικότητα. Η ωτοτοξικότητα φαίνεται να συνδέεται με τη σωρευτική συνολική έκθεση. Η συσσώρευση του φαρμάκου στο ενδοελμικό και περιελμικό υγρό του εσωτερικού αυτιού προκαλεί μόνιμη βλάβη στα τρίχια κύτταρα της κοχίας ή στις κορυφές των κρίσιμων ampullae cristae στο αιθουσοκοχλιαίο σύστημα. Η απώλεια ακοής υψηλών συχνοτήτων εμφανίζεται πρώτα, με προοδευτική απώλεια σε χαμηλότερες συχνότητες. Περισσότερη τοξικότητα μπορεί να οδηγήσει σε ρετρογράφη εκφύλιση του 8ου κρανιακού νεύρου (αιθουσοκοχλιαίο νεύρο). Η αιθουσαία τοξικότητα μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο, ναυτία, έμετο, ζάλη και απώλεια ισορροπίας.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αμικασίνη είναι ένα αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης. Οι αμινογλυκοσίδες δεσμεύονται στα βακτήρια, προκαλώντας λανθασμένη ανάγνωση του t-RNA, καθιστώντας τα βακτήρια ανίκανα να συνθέσουν πρωτεΐνες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή τους. Οι αμινογλυκοσίδες είναι χρήσιμες κυρίως στη θεραπεία λοιμώξεων που αφορούν αερόβια, Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Pseudomonas, Acinetobacter και Enterobacter. Επιπλέον, ορισμένα μυκοβακτήρια, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων που προκαλούν φυματίωση, είναι ευαίσθητα στις αμινογλυκοσίδες. Λοιμώξεις που προκαλούνται από Gram-θετικά βακτήρια μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν με αμινογλυκοσίδες, ωστόσο, άλλα αντιβιοτικά μπορεί να είναι πιο δραστικά και λιγότερο τοξικά για τον άνθρωπο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο κύριος μηχανισμός δράσης της αμικασίνης είναι ο ίδιος με αυτόν όλων των αμινογλυκοσιδών. Δεσμεύεται στις βακτηριακές υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων και παρεμβαίνει στη δέσμευση του mRNA και στις θέσεις αποδοχής t-RNA, παρεμβαίνοντας στην ανάπτυξη των βακτηρίων. Αυτό οδηγεί σε διαταραχή της φυσιολογικής σύνθεσης πρωτεϊνών και παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων. Έχουν επίσης προταθεί άλλες δράσεις για φάρμακα αυτής της κατηγορίας.
Η αμικασίνη, όπως και οι υπόλοιπες αμινογλυκοσίδες, είναι γενικά βακτηριοκτόνος έναντι Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων.
Οι αμινογλυκοσίδες είναι συνήθως βακτηριοκτόνες δράσης. Παρόλο που ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, τα φάρμακα φαίνεται να αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητα βακτήρια με μη αναστρέψιμη δέσμευση στις υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων. /Αμινογλυκοσίδες/
… Οι αμινογλυκοσίδες είναι αμινοκυκλιτόλες που σκοτώνουν τα βακτήρια αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών, καθώς δεσμεύονται στο 16S rRNA και διαταράσσουν την ακεραιότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης. Οι μηχανισμοί αντοχής στις αμινογλυκοσίδες περιλαμβάνουν: (α) την απενεργοποίηση των αμινογλυκοσιδών μέσω N-ακετυλίωσης, αδε- νυλίωσης ή O-φωσφορυλίωσης, (β) τη μείωση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης των αμινογλυκοσιδών μέσω αλλαγών στην διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης, μειωμένης μεταφοράς στην εσωτερική μεμβράνη, ενεργού εκροής και παγίδευσης του φαρμάκου, (γ) την αλλοίωση του στόχου της υπομονάδας 30S των ριβοσωμάτων μέσω μετάλλαξης, και (δ) τη μεθυλίωση της θέσης δέσμευσης των αμινογλυκοσιδών. … /Αμινογλυκοσίδες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Ταχεία απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
- Ταχεία απορρόφηση από την περιτόναιο και την υπεζωκοτική κοιλότητα.
- Χαμηλή από του πεπτικού σωλήνα και τοπική απορρόφηση.
- Χαμηλή απορρόφηση από καθετηριασμούς ουροδόχου κύστης και ενδοραχιαία χορήγηση.
- Η βιοδιαθεσιμότητα αυτού του φαρμάκου αναμένεται να ποικίλλει κυρίως λόγω ατομικών διαφορών στην αποδοτικότητα του νεφελοποιητή και την παθολογία των αεραγωγών.
- Μετά από IM χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αμικασίνης 7,5 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μέγιστες συγκεντρώσεις αμικασίνης στο πλάσμα 17-25 μικρογραμμάρια/mL επιτυγχάνονται εντός 45 λεπτών έως 2 ωρών.
- Μετά από IV έγχυση της ίδιας δόσης που χορηγήθηκε για 1 ώρα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου κατά μέσο όρο είναι 38 μικρογραμμάρια/mL αμέσως μετά την έγχυση, 5,5 μικρογραμμάρια/mL στις 4 ώρες και 1,3 μικρογραμμάρια/mL στις 8 ώρες.
- Η αμικασίνη απορροφάται ελάχιστα από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
- Η αμικασίνη απορροφάται ταχέως μετά από IM χορήγηση.
- Μετά από IM χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αμικασίνης 7,5 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις αμικασίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 0,5-2 ωρών και κυμαίνονται από 17-25 ug/mL· οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα 10 ώρες μετά τη δόση κατά μέσο όρο είναι 2,1 ug/mL.
- Όταν μια δόση αμικασίνης 7,5 mg/kg χορηγείται με IV έγχυση για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου κατά μέσο όρο είναι 38 ug/mL αμέσως μετά την έγχυση, 18 ug/mL στις 1 ώρα και 0,75 ug/mL στις 10 ώρες.
- Σε ενήλικες που λαμβάνουν 15 mg/kg μία φορά ημερησίως με IV έγχυση για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (που μετρήθηκαν 30 λεπτά μετά την ολοκλήρωση μιας έγχυσης) ήταν 40,9 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις (που μετρήθηκαν αμέσως πριν την έναρξη μιας έγχυσης) ήταν 1,8 ug/mL.
-
Κατανομή:
- 24 L (28% του σωματικού βάρους υγιών ενήλικων εθελοντών).
- Μετά τη χορήγηση συνήθων δόσεων αμικασίνης, η αμικασίνη έχει ανιχνευθεί σε ιστούς οστών, καρδιάς, χοληδόχου κύστης και πνεύμονα.
- Η αμικασίνη κατανέμεται επίσης στη χολή, τα πτύελα, τις βρογχικές εκκρίσεις και στα διάμεσο, υπεζωκοτικό και αρθρικό υγρό.
-
Απέκκριση:
- Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται από τους νεφρούς.
- Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, 94-98% μιας εφάπαξ IM ή IV δόσης αμικασίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω σπειραματικής διήθησης στον νεφρό εντός 24 ωρών.
- Η αμικασίνη μπορεί να ανακτηθεί πλήρως εντός περίπου 10-20 ημερών σε ασθενείς με φυσιολογική, υγιή νεφρική λειτουργία.
- Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, η κάθαρση της αμικασίνης είναι μειωμένη· όσο σοβαρότερη η διαταραχή, τόσο βραδύτερη η κάθαρση. Το διάστημα μεταξύ των δόσεων αμικασίνης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της νεφρικής ανεπάρκειας.
- Ο ρυθμός κάθαρσης της ενδογενούς κρεατινίνης και η κρεατινίνη ορού, που έχουν υψηλή συσχέτιση με τον χρόνο ημίσειας ζωής της αμικασίνης στον ορό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός για τη δοσολογία.
- Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης του ορού είναι περίπου 100 mL/min και ο ρυθμός νεφρικής κάθαρσης είναι 94 mL/min σε εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
- Η συσσώρευση αμικασίνης δεν φαίνεται να συμβαίνει σε ενήλικες ή παιδιατρικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν συνήθεις δόσεις του φαρμάκου δύο φορές ημερησίως για 4-10 ημέρες.
-
Περαιτέρω Πληροφορίες:
- Η εμφάνιση ενός πολυανθεκτικού Enterobacter cloacae κατά τη διάρκεια μιας περιόδου επτά εβδομάδων το 1980 κατέστησε την αμικασίνη το αμινογλυκοσίδιο εκλογής στην αρχική διαχείριση υποψίας σηψαιμίας σε μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών. Συνιστώμενες δόσεις (7,5-10 mg/kg εφόδου· 15 mg/kg σε δύο διαιρεμένες δόσεις IV) χορηγήθηκαν σε 5 βρέφη ≤ 1.000 gm και σε 13 μεγαλύτερα βρέφη. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις 11,5 ώρες μετά από μια δόση ήταν 16,6 +/- 11,9 ug/mL σε βρέφη ≤ 1.000 gm και 6,5 +/- 4,3 ug/mL σε μεγαλύτερα βρέφη (P < 0,02). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις μία ώρα μετά την έγχυση ξεπέρασαν τα 40 ug/mL σε 3 από 5 βρέφη ≤ 1.000 gm και 4 από 12 βρέφη > 1.000 gm (P = NS). Συνολικά, 7 από 10 μέγιστες ή/και ελάχιστες συγκεντρώσεις σε βρέφη ≤ 1.000 gm ήταν στο εύρος που θεωρείται τοξικό σε ενήλικες, έναντι 7 από 24 σε μεγαλύτερα βρέφη (P = 0,03). Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι … είναι πιθανές υπερβολικές συγκεντρώσεις αμικασίνης στο αίμα σε βρέφη ≤ 1.000 gm και μπορεί επίσης να συμβούν σε μεγαλύτερα βρέφη χρησιμοποιώντας τα τρέχοντα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα. Αυτά τα … ευρήματα τονίζουν την ανάγκη παρακολούθησης των επιπέδων του φαρμάκου και εξατομίκευσης της θεραπείας σε νεογνά με πολύ χαμηλό σωματικό βάρος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την Αμικασίνη (15 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της αμικασίνης στις πρωτεΐνες του ορού είναι ≤ 10%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δομή της αμικασίνης έχει τροποποιηθεί για να μειωθεί η πιθανή οδός ενζυμικής απενεργοποίησης, μειώνοντας έτσι την αντοχή των βακτηρίων. Πολλά στελέχη Gram-αρνητικών οργανισμών ανθεκτικά στη γενταμικίνη και την τομπραμικίνη έχουν αποδειχθεί ευαίσθητα στην αμικασίνη in vitro.
Οι αμινογλυκοσίδες δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται αμετάβλητες στα ούρα κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης. /Αμινογλυκοσίδες/
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 30-86 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 28-86 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης αναφέρεται ότι είναι 4-5 ώρες σε τελειόμηνους νεογνούς 7 ημερών ή μεγαλύτερους και 7-8 ώρες σε νεογνούς χαμηλού βάρους γέννησης 1-3 ημερών. Σε πρόωρα νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι αντιστρόφως ανάλογος της χρονολογικής ηλικίας μετά τη σύλληψη και κυμαίνεται από 4,5-15,6 ώρες. Σε μια μελέτη σε βρέφη και παιδιά ηλικίας 20 ημερών έως 6 ετών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα μετά από μία εφάπαξ IM δόση 7,5 mg/kg ήταν περίπου 2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
84319SGC3C
AMIKACIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδες
Η Αμικασίνη είναι ένα Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης.
AMIKACIN
Αμινογλυκοσίδες [CS]· Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 J01GB06Ανώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη πυελονεφρίτιδα: 1η επιλογή
- Οξεία πυελονεφρίτιδα σε υγιή μη έγκυο γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς επιπλέκοντες παράγοντες
Δοσολογία: ~15 mg/kg → 1000 mg × 1 IM, άμεση 1η δόση, κάθε 24h · Μέχρι έλευση καλλιέργειας ούρων — αποκλιμάκωση σε PO -
ΒΗΜΑ ΑΕ J01GB06Ανώτερο ουροποιητικό — Επιπλεγμένη πυελονεφρίτιδα
- Πυελονεφρίτιδα σε άνδρες, ηλικία > 50, κύηση, ΣΔ, αποφρακτική ουροπάθεια/παλινδρόμηση ή άλλη επιπλέκουσα κατάσταση
Δοσολογία: 1000 mg × 1 IM/24h — άμεση 1η δόση · Μέχρι έλευση καλλιέργειας — αποκλιμάκωση σε PO
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.