Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BENAZEPRIL

Βεναζεπρίλη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιυπερτασικά (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και διουρητικά), κωδικός ATC: C09BA07 ### Μηχανισμός δράσης Το Cibadrex είναι συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, της **βεναζεπρίλης**, και …

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα ή δύο φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
Cibadrex 5/6,25 mg μία φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία μπορεί να αυξάνεται ανά διαστήματα 3 έως 4 εβδομάδων έως τα 20/25 mg μία φορά την ημέρα.
  • Ενήλικες με ήπια έως μέτρια υπέρταση
    ΔόσηCibadrex 5/6,25 mg
    αρχική δόση, μία φορά την ημέρα
  • Ενήλικες με σοβαρή υπέρταση ή υπέρταση δύσκολη στον έλεγχο
    ΔόσηCibadrex 20/25 mg
    δύο φορές την ημέρα
  • Ενήλικες που αλλάζουν από μονοθεραπεία αναστολέων ΜΕΑ (Βεναζεπρίλη 10 mg)
    ΔόσηCibadrex 10/12,5 mg
    μία φορά την ημέρα
  • Ενήλικες που αλλάζουν από μονοθεραπεία αναστολέων ΜΕΑ (Βεναζεπρίλη 20 mg)
    ΔόσηCibadrex 20/25 mg
    μία φορά την ημέρα
  • Ενήλικες που αλλάζουν από υδροχλωροθειαζίδη 25 mg ή 50 mg
    ΔόσηCibadrex 10/12,5 mg
    Αρχική δόση, μετά προσαρμογή. Διακοπή διουρητικού για τουλάχιστον 3 ημέρες πριν την έναρξη.
  • Ενήλικες που ελέγχονται με υδροχλωροθειαζίδη 25 mg αλλά με υποκαλιαιμία
    ΔόσηCibadrex 5/6,25 mg
    Παρακολούθηση καλίου
  • Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >30 mL/min
    Συνιστάται η συνήθης δοσολογία, τιτλοποιείται σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς και/ή ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 mL/min)
    Η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται προσεκτικά
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min)
    Δε συνιστάται
  • Παιδιά
    Δεν έχει διαπιστωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη βεναζεπρίλη, υδροχλωροθειαζίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ
  • Υπερευαισθησία σε άλλα σουλφοναμιδικά παράγωγα
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος με ή χωρίς προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
  • Ανουρία
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Δυσίατη υποκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Συμπτωματική υπερουριχαιμία
  • 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
  • Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    Πληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²)
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αγγειοοίδημα
    Διακοπή αμέσως. Παροχή κατάλληλης θεραπείας και παρακολούθησης έως την πλήρη υποχώρηση των σημείων και συμπτωμάτων. Για λαρυγγικό οίδημα, χορήγηση υποδόριας ένεσης αδρεναλίνης σε αναλογία 1:1000 (0,3-0,5 mL) και/ή μέτρα για διασφάλιση βατότητας αεραγωγών.
  • Αγγειοοίδημα
    ΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείς αφρικανικής καταγωγής
    Υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης.
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενοπτέρων
    Αποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή των αναστολέων ΜΕΑ.
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την έκθεση σε μεμβράνη αιμοκάθαρσης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής ή σε αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας με απορρόφηση με θειική δεξτράνη
  • Συμπτωματική υπόταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με απώλεια όγκου ή άλατος (λόγω παρατεταμένης διουρητικής αγωγής, διαιτητικού περιορισμού άλατος, αιμοκάθαρσης, διάρροιας ή εμέτου)
    Αποκατάσταση απώλειας όγκου ή άλατος προ της έναρξης θεραπείας. Χρήση με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα αντιυπερτασικά. Εάν εμφανιστεί υπόταση, τοποθέτηση σε ύπτια θέση και χορήγηση φυσιολογικού ορού ενδοφλεβίως εάν απαραίτητο.
  • Υπόταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Έναρξη θεραπείας κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική νόσο
    Χορήγηση με προσοχή. Οι θειαζίδες μπορεί να επιδεινώσουν την αζωθαιμία.
  • Μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας
    ΠληθυσμόςΕπιρρεπείς ασθενείς (με αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης από τη βεναζεπρίλη)
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης
  • Νεφρική δυσλειτουργία (στένωση νεφρικής αρτηρίας)
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας
    Οι μεταβολές ήταν αναστρέψιμες με τη διακοπή ή τη μείωση της δοσολογίας της βεναζεπρίλης ή του διουρητικού.
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορού
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς που παίρνουν βεναζεπρίλη, χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική αγγειακή νόσο, ιδίως όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με διουρητικό
    Μπορεί να χρειαστεί ελάττωση της δοσολογίας ή διακοπή του Cibadrex.
  • Ακοκκιοκυτταραιμία/Ουδετεροπενία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου (π.χ. συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή σκληρόδερμα)
    Συνιστάται παρακολούθηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων.
  • Ηπατίτιδα και ηπατική ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παίρνουν αναστολείς ΜΕΑ και αναπτύσσουν ίκτερο ή μεγάλη αύξηση των ηπατικών ενζύμων
    Διακοπή του αναστολέα ΜΕΑ και ιατρική παρακολούθηση.
  • Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή εξελισσόμενη ηπατική νόσο
    Χρήση με προσοχή (ελάχιστες μεταβολές στο ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα).
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
    Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν έξαρση ή ενεργοποίηση.
  • Υπερκαλιαιμία
    Σε σπάνιες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα καλίου στον ορό.
  • Υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υποχλωραιμική αλκάλωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κίρρωση του ήπατος, απότομη διούρηση, ανεπαρκή ποσότητα ηλεκτρολυτών, ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή κορτικοτροπίνη (ACTH) (αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας)
    Θεραπεία με άλας καλίου ή καλιοσυντηρητικά διουρητικά πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν αναγκαίο.
  • Υπερασβεστιαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά
    Εάν αναπτυχθεί, χρειάζεται περαιτέρω διαγνωστική διερεύνηση.
  • Υπομαγνησιαιμία
    Οι θειαζίδες αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου με τα ούρα.
  • Ανοχή γλυκόζης/Σακχαρώδης διαβήτης
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς
    Μπορεί να απαιτούνται προσαρμογές στη δοσολογία της ινσουλίνης ή των υπογλυκαιμικών παραγόντων που λαμβάνονται από το στόμα. Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να γίνει έκδηλος.
  • Χοληστερόλη και τριγλυκερίδια
    Αύξηση επιπέδων συσχετίζεται με θειαζιδικά διουρητικά (ελάχιστες ή καθόλου επιδράσεις με δόση 12,5 mg).
  • Υπερουριχαιμία ή ουρική αρθρίτιδα
    ΠληθυσμόςΟρισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδες
    Μπορεί να εκδηλωθεί ή να επιταχυνθεί.
  • Βήχας
    Ο επίμονος, μη-παραγωγικός βήχας υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
  • Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία
    Πριν από χειρουργική επέμβαση, ο αναισθησιολόγος πρέπει να πληροφορείται. Η υπόταση πρέπει να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος.
  • Στένωση αορτής ή μιτροειδούς βαλβίδας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από στένωση αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδας
    Ενδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή.
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία κατά τη διάρκεια της κύησης. Μόλις διαγνωστεί, η αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία. Ασθενείς που σκοπεύουν να κυοφορήσουν πρέπει να λαμβάνουν εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
  • Δυσανεξία λακτόζης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS)
    Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης. Εάν θεωρείται απολύτως απαραίτητο, μόνο υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή παρακολούθηση.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
    Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού εάν θεωρείται αναγκαία η ταυτόχρονη χορήγηση.
  • προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό και συμπτώματα τοξικότητας του λιθίου. Μειώνεται η νεφρική απέκκριση λιθίου από τις θειαζίδες, αυξάνοντας περαιτέρω τον κίνδυνο τοξικότητας.
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
  • Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, από του στόματος αντιδιαβητικοί παράγοντες)
    παρακολούθηση
    Μεταβολή της ανοχής στη γλυκόζη, πιθανή υπογλυκαιμία (με αναστολέα ΜΕΑ).
    ΣύστασηΕπαναπροσαρμογή της δόσης, ενημέρωση για υπογλυκαιμικές αντιδράσεις και παρακολούθηση.
  • Χρυσός (ενέσιμος θειομηλικός νάτριο)
    παρακολούθηση
    Νιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη, ναυτία, εμέτους, υπόταση) (σπάνια).
  • Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά (παράγωγα κουραρίου)
    προσοχή
    Ενίσχυση της δράσης των μυοχαλαρωτικών.
  • Αντιυπερτασικά (γουανεθιδίνη, μεθυλντόπα, β-αναστολείς, αγγειοδιασταλτικά, ανταγωνιστές του ασβεστίου, αναστολείς ΜΕΑ)
    προσοχή
    Ενίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης.
  • Κορτικοστεροειδή, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη
    προσοχή
    Αύξηση της υποκαλιαιμικής δράσης των διουρητικών.
  • Καρδιακές γλυκοσίδες (δακτυλίτιδα)
    προσοχή
    Υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία ευνοεί την έναρξη καρδιακών αρρυθμιών.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα
    προσοχή
    Μείωση των διουρητικών, νατριουρητικών και αντιυπερτασικών επιδράσεων. Μείωση αντιυπερτασικής δράσης αναστολέων ΜΕΑ (π.χ. με ινδομεθακίνη).
  • Ρητίνες ανταλλαγής ιόντων (χολεστυραμίνη, χολεστιπόλη)
    προσοχή
    Μείωση της απορρόφησης της υδροχλωροθειαζίδης από τη γαστρεντερική οδό (έως 85% και 43% αντίστοιχα).
  • Αύξηση της συχνότητας εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
  • Κυτταροτοξικά φάρμακα (κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)
    προσοχή
    Μείωση της νεφρικής απέκκρισης και ενίσχυση της μυελοκατασταλτικής δράσης.
  • προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Διαζοξίδη
    προσοχή
    Ενίσχυση της υπεργλυκαιμικής επίδρασης.
  • Αντιχολινεργικοί παράγοντες (ατροπίνη, βιπεριδίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των θειαζιδικού-τύπου διουρητικών (λόγω μείωσης γαστρεντερικής κινητικότητας).
  • Βιταμίνη D ή άλατα του ασβεστίου
    προσοχή
    Ενίσχυση της αύξησης του ασβεστίου στον ορό.
  • προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου υπερουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.
  • Μεθυλντόπα
    προσοχή
    Αιμολυτική αναιμία.
  • παρακολούθηση
    Υπονατριαιμία.
    ΣύστασηΕνημέρωση ασθενών και παρακολούθηση για αντιδράσεις υπονατριαιμίας.
  • Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός του RAAS)
    αντένδειξη
    Υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Εξάνθημα
  • Ερύθημα
  • Κνησμός
  • Πέμφιγα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Οίδημα των χειλιών και/ή του προσώπου (Σπάνιες)
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Μη γνωστές)
  • Υπερευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υποκαλιαιμία (Σπάνιες)
  • Υπονατριαιμία (Πολύ σπάνιες)
  • Υποχλωραιμική αλκάλωση (Μη γνωστές)
Μεταβολισμός
  • Υπερκαλιαιμία
  • Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές
  • Νευρικότητα
  • Άγχος
  • Αϋπνία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Διαταραχές του ύπνου (Σπάνιες)
  • Κατάθλιψη (Σπάνιες)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ίλιγγος (Σπάνιες)
  • Παραισθησίες (Σπάνιες)
  • Υπνημία (Σπάνιες)
  • Εμβοές (Πολύ σπάνιες)
  • Συγκοπή (Μη γνωστές)
  • Κεφαλαλγία (Σπάνιες, από HCTZ)
  • Ζάλη (Σπάνιες, από HCTZ)
  • Παραισθησία (Σπάνιες, από HCTZ)
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Στηθάγχη
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
Γενικές
  • Θωρακικό άλγος
  • Κόπωση
Καρδιακές διαταραχές
  • Αρρυθμία (Σπάνιες)
  • Αρρυθμία (Σπάνιες, από HCTZ)
Αγγειακές
  • Ορθοστατική υπόταση
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση (Σπάνιες)
  • Ορθοστατική υπόταση (Συχνές, από HCTZ)
  • Νεκρωτική αγγειίτιδα (Πολύ σπάνιες)
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Πνευμονίτιδα
  • Πνευμονικό οίδημα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Συμπτώματα από το αναπνευστικό (Συχνές)
  • Αναπνευστική δυσχέρεια (Πολύ σπάνιες)
Γαστρεντερικό
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Δυσγευσία (Πολύ σπάνιες)
  • Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου (Μη γνωστές)
  • Ήπια ναυτία (Συχνές, από HCTZ)
  • Έμετος (Συχνές, από HCTZ)
  • Κοιλιακή δυσφορία (Σπάνιες, από HCTZ)
  • Δυσκοιλιότητα (Σπάνιες, από HCTZ)
  • Διάρροια (Σπάνιες, από HCTZ)
  • Παγκρεατίτιδα (Πολύ σπάνιες, από HCTZ)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Φωτοευαισθησία (Συχνές)
  • Κνίδωση (Συχνές, από HCTZ)
  • Άλλες μορφές εξανθήματος (Συχνές, από HCTZ)
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (Σπάνιες, από HCTZ)
  • Αντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκο (Πολύ σπάνιες)
  • Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου (Πολύ σπάνιες)
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Αρθρίτιδα (Σπάνιες)
  • Μυοσκελετικό άλγος (Σπάνιες)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Πολλακιουρία (Συχνές)
  • Νεφρική δυσλειτουργία (Πολύ σπάνιες)
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στο αίμα (Σπάνιες)
  • Αυξημένη ουρία στο αίμα (Σπάνιες)
  • Αυξημένη κρεατινίνη στο αίμα (Σπάνιες)
  • Μικρή μείωση στη μέση συγκέντρωση καλίου στο ορό (Μη γνωστές)
  • Αυξημένο ουρικό οξύ (Μη γνωστές)
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Μη γνωστές)
Εργαστηριακές
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
Αίμα
  • Θρομβοπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Ουδετεροπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοπενία με πορφύρα (Σπάνιες)
  • Λευκοπενία (Πολύ σπάνιες)
  • Καταστολή του μυελού των οστών (Πολύ σπάνιες)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Διαταραχές της όρασης (Σπάνιες)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατίτιδα (κύρια χολοστατική) (Σπάνιες)
  • Χολοστατικός ίκτερος (Σπάνιες)
Ήπαρ
  • Χολόσταση
  • Ίκτερος
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλλες μορφές εξανθήματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Πολλακιουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Συμπτώματα από το αναπνευστικό
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Συχνές
  • Φωτοευαισθησία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Αυξημένη κρεατινίνη στο αίμα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Αυξημένη ουρία στο αίμα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στο αίμα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχές του ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Διαταραχές όρασης
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα (κύρια χολοστατική)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία με πορφύρα
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Μυοσκελετικό άλγος
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Οίδημα των χειλιών και/ή του προσώπου
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Πέμφιγα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Παραισθησίες
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Υπνημία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αναπνευστική δυσχέρεια
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκο
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Εμβοές
    Αυτί
    Πολύ σπάνιες
  • Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Καταστολή μυελού των οστών
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Νεκρωτική αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Πολύ σπάνιες
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Μείωση στη μέση συγκέντρωση καλίου στο ορό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υποχλωραιμική αλκάλωση
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης και αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Η υδροχλωροθειαζίδη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε οίδημα της κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία. Δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ιδιοπαθή υπέρταση σε έγκυες γυναίκες εκτός σπάνιων περιπτώσεων.
    Οι αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο: δεν συνιστάται λόγω μικρής αύξησης κινδύνου τερατογένεσης. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο: αντενδείκνυται λόγω εμβρυοτοξικότητας (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστερημένη οστεοποίηση κρανίου) και νεογνικής τοξικότητας (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η υδροχλωροθειαζίδη: διαπερνά τον πλακούντα. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο: μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εμβρυο-πλακουντική αιμάτωση και να προκαλέσει ίκτερο, διαταραχή ηλεκτρολυτικής ισορροπίας και θρομβοπενία. Αντενδείκνυται σε οίδημα, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία.
  • Γαλουχία
    Η χρήση του Cibadrex κατά το θηλασμό δε συνιστάται.
    Βεναζεπρίλη: πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα. Δε συνιστάται για πρόωρα βρέφη και τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Για μεγαλύτερα βρέφη μπορεί να εξετάζεται με παρακολούθηση. Υδροχλωροθειαζίδη: απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Μεγάλες δόσεις μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος. Εάν χρησιμοποιείται, οι δόσεις πρέπει να διατηρούνται όσο το δυνατόν χαμηλότερες.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιυπερτασικά (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και διουρητικά), κωδικός ATC: C09BA07

Μηχανισμός δράσης

Το Cibadrex είναι συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, της βεναζεπρίλης, και ενός διουρητικού, της υδροχλωροθειαζίδης, των οποίων η αντιυπερτασική δράση είναι συνεργική.

Η βεναζεπρίλη είναι ένα προφάρμακο, το οποίο μετά από υδρόλυση στη δραστική ουσία βεναζεπριλάτη, αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης (ΜEΑ) και έτσι παρεμποδίζει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Αυτό μειώνει όλες τις επιδράσεις που μεσολαβούνται από την αγγειοτασίνη ΙΙ - δηλ. την αγγειοσυστολή και την παραγωγή αλδοστερόνης, η οποία προάγει την επαναπορρόφηση του νατρίου και του νερού στα νεφρικά σωληνάρια - και αυξάνει την καρδιακή παροχή. Η βεναζεπρίλη ελαττώνει την αντανακλαστικά επαγόμενη συμπαθητική αύξηση του καρδιακού ρυθμού, η οποία προκύπτει ως ανταπόκριση στην αγγειοδιαστολή. Όπως και οι άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, η βεναζεπρίλη αναστέλλει επίσης την αποικοδόμηση του αγγειοδιασταλτικού βραδυκινίνη από την κινινάση. Η αναστολή αυτή μπορεί να συμβάλλει στην αντιυπερτασική της δράση.

Τα θειαζιδικά διουρητικά δρουν κύρια στο άπω νεφρικό σωληνάριο (άπω εσπειραμένο τμήμα), αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση του NaCl (ανταγωνιζόμενα τον συμμεταφορέα Na+-Cl-) και προάγοντας την επαναπορρόφηση Ca++ (με έναν άγνωστο μηχανισμό). Η αυξημένη παροχή Na+ και ύδατος στο φλοιώδες αθροιστικό σωληνάριο και/ή ο υψηλότερος ρυθμός ροής οδηγεί σε αυξημένη έκκριση και απέκκριση Κ+ και Η+.

Η αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης από τη βεναζεπρίλη προκαλεί μία συνεργική αντιυπερτασική δράση με την υδροχλωροθειαζίδη, αποκλείοντας την αντισταθμιστική διέγερση που προκαλείται από το διουρητικό. Η διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης από την υδροχλωροθειαζίδη καθιστά την αρτηριακή πίεση περισσότερο εξαρτώμενη από τα επίπεδα της αγγειοτασίνης ΙΙ, ενισχύοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της βεναζεπρίλης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η βεναζεπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση σε ύπτια, καθιστή, και όρθια θέση σε όλους τους βαθμούς της υπέρτασης. Στους περισσότερους ασθενείς η αντιυπερτασική δράση αρχίζει σε 1 ώρα περίπου μετά τη χορήγηση μίας από του στόματος δόσης και η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται σε 2-4 ώρες. Η αντιυπερτασική δράση διαρκεί για τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενης χορήγησης, η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης με κάθε δόση επιτυγχάνεται γενικά μετά από 1 εβδομάδα και διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται ανεξάρτητα από τη φυλή, την ηλικία ή από την αρχική δραστηριότητα της ρενίνης του πλάσματος. Η αντιυπερτασική δράση της βεναζεπρίλης δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ ασθενών που έκαναν δίαιτα, υψηλή ή χαμηλή σε νάτριο. Η απότομη διακοπή της βεναζεπρίλης δεν έχει συσχετισθεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Σε μία μελέτη σε υγιή άτομα, εφάπαξ δόσεις της βεναζεπρίλης επέφεραν αύξηση στη νεφρική ροή του αίματος και δεν είχαν καμιά επίδραση στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης.

Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, προκαλείται διούρηση μετά από χορήγηση μόλις 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης. Η επακόλουθη αύξηση στην απέκκριση νατρίου και χλωρίου από τα ούρα και η λιγότερο σημαντική αύξηση της δια των ούρων αποβολής του καλίου είναι δοσοεξαρτώμενες. Η διουρητική και νατριουρητική δράση αρχίζει σε 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση υδροχλωροθειαζίδης, φθάνει τη μέγιστη τιμή μετά από 4-6 ώρες και μπορεί να διαρκέσει 10-12 ώρες.

Η προκαλούμενη από τις θειαζίδες διούρηση αρχικά οδηγεί σε μείωση του όγκου του πλάσματος, της καρδιακής παροχής και της συστηματικής αρτηριακής πίεσης. Το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης μπορεί να ενεργοποιηθεί. Η υποτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια συνεχούς χορήγησης, πιθανώς λόγω μείωσης της συνολικής περιφερικής αγγειακής αντίστασης. Η καρδιακή παροχή επανέρχεται στις προ θεραπείας τιμές, ο όγκος του πλάσματος παραμένει ελαφρά μειωμένος και η δράση της ρενίνης του πλάσματος μπορεί να αυξηθεί.

Κλινικές μελέτες

Κλινικές μελέτες κατέδειξαν ότι η χαμηλότερη δόση Cibadrex (5/6,25 mg), χορηγούμενη μία φορά την ημέρα, ελέγχει την αρτηριακή πίεση σε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών με ήπια έως μέτρια υπέρταση και ότι σε αυτούς τους ασθενείς το Cibadrex 10/12,5 mg μία φορά την ημέρα προκαλεί κλινικά σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Το Cibadrex 20/25 mg μία φορά την ημέρα προκάλεσε μεγαλύτερη μείωση της αρτηριακής πίεσης από ότι εάν το κάθε συστατικό χορηγείτο ξεχωριστά ή από ότι το Cibadrex 5/6,25mg ή 10/12,5 mg, χορηγούμενο μία φορά την ημέρα και κατά ένα ποσό που αντιστοιχεί σε Cibadrex 10/12,5 mg χορηγούμενο δύο φορές την ημέρα. Το Cibadrex 20/25 mg δύο φορές την ημέρα μείωσε τη διαστολική πίεση κατά περίπου 18 mm Hg 12 ώρες μετά τη χορήγηση.

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET και η VA NEPHRON-D) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση και συγκέντρωση στο πλάσμα

Δεν υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ των συστατικών του Cibadrex, δηλ. της υδροχλωρικής βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης, και η βιοδιαθεσιμότητα κάθε συστατικού δεν επηρεάζεται όταν χορηγούνται μαζί. Ο σταθερός συνδυασμός δισκίων Cibadrex είναι βιοϊσοδύναμος με τη χορήγηση ξεχωριστά των δύο φαρμακευτικών συστατικών. Τουλάχιστον το 37% μιας από του στόματος δόσης υδροχλωρικής βεναζεπρίλης απορροφάται. Το προφάρμακο στη συνέχεια μετατρέπεται ταχέως στο φαρμακολογικά δραστικό μεταβολίτη βεναζεπριλάτη. Μετά από χορήγηση σε άδειο στομάχι, επιτυγχάνονται μέγιστες συγκεντρώσεις βεναζεπρίλης και βεναζεπριλάτης στο πλάσμα μετά από 0,5 και 1-1,5 ώρες αντίστοιχα. Απορροφάται περίπου το 60-80% μιας από του στόματος δόσης υδροχλωροθειαζίδης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις υδροχλωροθειαζίδης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 1,5 έως 3 ώρες. Οι διακυμάνσεις στην απορρόφηση της υδροχλωρικής βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης λόγω νηστείας, έχουν μικρή κλινική σημασία. Μέσα στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος, η συστηματική διαθεσιμότητα της βεναζεπρίλης, της βεναζεπριλάτης και της υδροχλωροθειαζίδης είναι περίπου ανάλογη της δόσης. Η κινητική της βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης δεν μεταβάλλεται κατά την χορήγηση πολλαπλών δόσεων.

Κατανομή

Περίπου το 95% της βεναζεπρίλης και της βεναζεπριλάτης δεσμεύεται στις ανθρώπινες πρωτεΐνες του ορού (πρωταρχικά από τη λευκωματίνη). Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της βεναζεπριλάτης είναι περίπου 9 L/kg. H υδροχλωροθειαζίδη συσσωρεύεται στα ερυθροκύτταρα. Στη φάση αποβολής, οι συγκεντρώσεις στα ερυθροκύτταρα είναι 3 έως 9 φορές υψηλότερες από ότι στο πλάσμα. Περίπου το 40-70% της υδροχλωροθειαζίδης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής κατά τη διάρκεια της τελικής φάσης αποβολής υπολογίζεται σε 3-6 L/kg (που αντιστοιχεί σε 210-420 L για 70 kg σωματικού βάρους).

Βιομετατροπή

Η βεναζεπρίλη μεταβολίζεται εκτενώς και ο κύριος μεταβολίτης είναι η βεναζεπριλάτη. Δύο άλλοι μεταβολίτες είναι τα ακυλο-συζευγμένα γλυκουρονίδιατης βεναζεπρίλης και της βεναζεπριλάτης. Πολύ μικρή ποσότητα υδροχλωροθειαζίδης μεταβολίζεται. Ο μόνος μεταβολίτης που βρέθηκε (σε ίχνη) είναι η 2-amino-4-chloro-m-benzenedisulfonamide.

Αποβολή

Η αποβολή της βεναζεπρίλης από το πλάσμα είναι πλήρης μετά από 4 ώρες, κύρια με βιομετατροπή. Η αποβολή της βεναζεπριλάτης είναι διφασική με έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 3 ωρών και έναν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 22 ωρών. Η τελική φάση αποβολής (από 24 ώρες και πάνω) υποδηλώνει ισχυρή δέσμευση της βεναζεπριλάτης στο ΜΕΑ. Η βεναζεπριλάτη αποβάλλεται από τα νεφρά και τη χολή. Η νεφρική απέκκριση είναι προφανώς η κύρια οδός σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Στα ούρα, η βεναζεπρίλη αντιστοιχεί σε λιγότερο από 1% και η βεναζεπριλάτη σε περίπου 20% μιας από του στόματος δόσης υδροχλωρικής βεναζεπρίλης.

Η αποβολή της υδροχλωροθειαζίδης είναι διφασική με έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ωρών και έναν τελικό χρόνο ημισείας ζωής περίπου 10 ωρών (από 10 έως 12 ώρες και πάνω). Η αποβολή γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω των νεφρών σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Κατά μέσο όρο, 50-75% μιας από του στόματος δόσης βρέθηκε στα ούρα σε αμετάβλητη μορφή.

Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

  • Ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια Η απορρόφηση της βεναζεπρίλης και η μετατροπή της σε βεναζεπριλάτη δεν επηρεάζονται. Επειδή η αποβολή είναι ελαφρά βραδύτερη, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις της βεναζεπριλάτης σε σταθεροποιημένη κατάσταση τείνουν να είναι υψηλότερες σε αυτήν την ομάδα από ότι σε υγιή άτομα ή σε υπερτασικούς ασθενείς.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της βεναζεπρίλης και της βεναζεπριλάτης δεν επηρεάζεται πολύ από τη μεγάλη ηλικία και την ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 mL/min). Η φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης μεταβάλλεται σημαντικά σε αυτούς τους ασθενείς. Η κάθαρση του διουρητικού μειώνεται σημαντικά, με αποτέλεσμα σημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η μειωμένη κάθαρση στους ηλικιωμένους πιστεύεται ότι οφείλεται σε έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Οι θεραπευτικές δόσεις του Cibadrex σε ηλικιωμένους και ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να είναι χαμηλότερες από εκείνες σε νέους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Το Cibadrex αντενδείκνυται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η κίρρωση του ήπατος δε μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της βεναζεπριλάτης και της υδροχλωροθειαζίδης.
  • Γαλουχία Σε εννέα γυναίκες, στις οποίες χορηγήθηκε μία από του στόματος δόση 20 mg βεναζεπρίλης καθημερινά για 3 ημέρες (δεν αναφέρεται ο χρόνος μετά τον τοκετό), ανιχνεύθηκαν μέγιστα επίπεδα 0,9 μg/L βεναζεπρίλης στο γάλα σε 1 ώρα μετά τη χορήγηση και 2 μg/L του ενεργού μεταβολίτη βεναζεπριλάτη σε 1,5 ώρα μετά από τη χορήγηση. Υπολογίζεται ότι το θηλάζον βρέφος θα λάμβανε μια ημερήσια δόση μικρότερη από το 0,14% της προσαρμοσμένης με βάση το βάρος μητρικής δόσης της βεναζεπρίλης.
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η Μπεναζεπιριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της Μπεναζεπιρίλης, ανταγωνίζεται την αγγειοτενσίνη Ι για τη δέσμευση στο μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, αναστέλλοντας τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αναστολή…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιυπερτασικά (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και διουρητικά), κωδικός ATC: C09BA07 ### Μηχανισμός δράσης Το Cibadrex είναι συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, της…

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση και συγκέντρωση στο πλάσμα Δεν υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ των συστατικών του Cibadrex, δηλ. της υδροχλωρικής βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης, και η βιοδιαθεσιμότητα κάθε συστατικού δεν επηρεάζεται όταν χορηγούνται…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η διάσπαση της εστερικής ομάδας (κυρίως στο ήπαρ) μετατρέπει τη Βεναζε extit{πρίλη} στον ενεργό μεταβολίτη της, τη Βεναζε extit{πριλάτη}. Η Βεναζε extit{πρίλη} και η Βεναζε extit{πριλάτη} συζεύγνυνται με γλυκουρονικό οξύ πριν από την…
Απέκκριση
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας Υπερτασικοί ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας
Υπερτασικοί ασθενείς
συχνή στενή παρακολούθηση Διπλός αποκλεισμός RAAS
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Αγγειακή νόσος του κολλαγόνου με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας
Ηλεκτρολύτες scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά συχνή στενή παρακολούθηση Διπλός αποκλεισμός RAAS
Ηλεκτρολύτες ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά αρχικά και κατόπιν περιοδικά με επαρκή ενδιάμεσα διαστήματα Διαταραχή ισορροπίας ηλεκτρολυτών
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία συχνή στενή παρακολούθηση Διπλός αποκλεισμός RAAS
στενή παρακολούθηση τις πρώτες 2 εβδομάδες θεραπείας και όποτε αυξάνεται η δόση της βεναζεπρίλης ή του διουρητικού Σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Περιγραφή

Η Μπεναζεπιρίλη, με εμπορική ονομασία Lotensin, είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης (υπέρταση), της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Μετά την αποκοπή της εστερικής ομάδας από το ήπαρ, η μπεναζεπιρίλη μετατρέπεται στην ενεργή της μορφή, τη μπεναζεπιριλάτη, έναν αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) που δεν περιέχει σουλφυδρυλομάδα.

DrugBank

Indication

expand_more

Ένδειξη

Για τη θεραπεία της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με διουρητικά θειαζίδης.

DrugBank

Pharmacology

expand_more

Φαρμακολογία

Η Μπεναζεπιρίλη, ένας αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), είναι ένας προ-φάρμακο που, όταν υδρολυθεί από εστεράσες στην ενεργή της μορφή, Μπεναζεπιριλάτη, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας, για τη μείωση της πρωτεϊνουρίας και των νεφροπαθειών σε ασθενείς με νεφροπάθειες, και για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου, εμφράγματος του μυοκαρδίου και καρδιακού θανάτου σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η Μπεναζεπιρίλη και η Μπεναζεπιριλάτη αναστέλλουν το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) σε ανθρώπους και ζώα. Το ACE είναι ένα πεπτιδυλο-διπεπτιδύλιο που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης I σε αγγειοσυσπαστική ουσία, αγγειοτενσίνη II. Η αγγειοτενσίνη II επίσης διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων.

DrugBank

Mechanism of action

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η Μπεναζεπιριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της Μπεναζεπιρίλης, ανταγωνίζεται την αγγειοτενσίνη Ι για τη δέσμευση στο μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, αναστέλλοντας τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αναστολή του ACE οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα. Καθώς η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι αγγειοσυσπαστικό και μεσολαβητής αρνητικής ανάδρασης για τη δραστηριότητα της ρενίνης, οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις οδηγούν σε μείωση της αρτηριακής πίεσης και διέγερση των μηχανισμών ανάδρασης των βαροϋποδοχέων, που οδηγούν σε μειωμένη αγγειοκινητική δράση και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Η Μπεναζεπιριλάτη μπορεί επίσης να δράσει στην κινινάση ΙΙ, ένα ένζυμο πανομοιότυπο με το ACE που αποικοδομεί την αγγειοδιασταλτική βραδυκινίνη.

DrugBank

Absorption

expand_more

Απορρόφηση

Μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εντός 0.5-1.0 ωρών. Η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 37% όπως προσδιορίζεται από την απέκκριση στα ούρα και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα.

DrugBank

Half life

expand_more

Χρόνος Ημίσειας Ζωής

10-11 ώρες

DrugBank

Protein binding

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

Μπεναζεπιρίλη, 97%; Μπεναζεπιριλάτη, 95%

DrugBank

Route of elimination

expand_more

Οδός Απέκκρισης

Η Μπεναζεπιρίλη και η Μπεναζεπιριλάτη απεκκρίνονται κατά κύριο λόγο νεφρικά σε υγιή άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μη-νεφρική (δηλαδή, χολική) απέκκριση αντιπροσωπεύει περίπου 11%-12% της απέκκρισης της Μπεναζεπιριλάτης σε υγιή άτομα.

DrugBank

Volume of distribution

expand_more
null
DrugBank

Clearance

expand_more

Κάθαρση

  • 0.35 L/hr/kg [παιδιατρικοί υπερτασικοί ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις Υδροχλωρικής Μπεναζεπιρίλης 0.1 - 0.5 mg/kg]
  • 0.13 L/hr/kg [υγιείς ενήλικες που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 10 mg]
DrugBank

Toxicity

expand_more

Τοξικότητα

Το πιο πιθανό σύμπτωμα υπερδοσολογίας είναι η σοβαρή υπόταση. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, ζάλη, κόπωση, υπνηλία, ορθοστατική ζάλη, ναυτία και βήχα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

10-11 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

97%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 5 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5362124
Μοριακός τύπος
C24H28N2O5
Μοριακό βάρος
424.5
IUPAC
2-[(3S)-3-[[(2S)-1-ethoxy-1-oxo-4-phenylbutan-2-yl]amino]-2-oxo-4,5-dihydro-3H-1-benzazepin-1-yl]acetic acid
InChIKey
XPCFTKFZXHTYIP-PMACEKPBSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως με την αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑ malzemeler ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΧΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.