BENAZEPRIL
Βεναζεπρίλη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιυπερτασικά (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και διουρητικά), κωδικός ATC: C09BA07 ### Μηχανισμός δράσης Το Cibadrex είναι συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, της **βεναζεπρίλης**, και …
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα ή δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: Cibadrex 5/6,25 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία μπορεί να αυξάνεται ανά διαστήματα 3 έως 4 εβδομάδων έως τα 20/25 mg μία φορά την ημέρα.
-
Ενήλικες με ήπια έως μέτρια υπέρτασηΔόσηCibadrex 5/6,25 mgαρχική δόση, μία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες με σοβαρή υπέρταση ή υπέρταση δύσκολη στον έλεγχοΔόσηCibadrex 20/25 mgδύο φορές την ημέρα
-
Ενήλικες που αλλάζουν από μονοθεραπεία αναστολέων ΜΕΑ (Βεναζεπρίλη 10 mg)ΔόσηCibadrex 10/12,5 mgμία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες που αλλάζουν από μονοθεραπεία αναστολέων ΜΕΑ (Βεναζεπρίλη 20 mg)ΔόσηCibadrex 20/25 mgμία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες που αλλάζουν από υδροχλωροθειαζίδη 25 mg ή 50 mgΔόσηCibadrex 10/12,5 mgΑρχική δόση, μετά προσαρμογή. Διακοπή διουρητικού για τουλάχιστον 3 ημέρες πριν την έναρξη.
-
Ενήλικες που ελέγχονται με υδροχλωροθειαζίδη 25 mg αλλά με υποκαλιαιμίαΔόσηCibadrex 5/6,25 mgΠαρακολούθηση καλίου
-
Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >30 mL/minΣυνιστάται η συνήθης δοσολογία, τιτλοποιείται σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς και/ή ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 mL/min)Η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται προσεκτικά
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min)Δε συνιστάται
-
ΠαιδιάΔεν έχει διαπιστωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη βεναζεπρίλη, υδροχλωροθειαζίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ
-
Υπερευαισθησία σε άλλα σουλφοναμιδικά παράγωγα
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος με ή χωρίς προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
-
Ανουρία
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)
-
Ηπατική ανεπάρκεια
-
Δυσίατη υποκαλιαιμία
-
Υπονατριαιμία
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία
-
2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΑγγειοοίδημαΔιακοπή αμέσως. Παροχή κατάλληλης θεραπείας και παρακολούθησης έως την πλήρη υποχώρηση των σημείων και συμπτωμάτων. Για λαρυγγικό οίδημα, χορήγηση υποδόριας ένεσης αδρεναλίνης σε αναλογία 1:1000 (0,3-0,5 mL) και/ή μέτρα για διασφάλιση βατότητας αεραγωγών.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείς αφρικανικής καταγωγήςΥψηλότερη συχνότητα εμφάνισης.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενοπτέρωνΑποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή των αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την έκθεση σε μεμβράνη αιμοκάθαρσηςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής ή σε αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας με απορρόφηση με θειική δεξτράνη
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με απώλεια όγκου ή άλατος (λόγω παρατεταμένης διουρητικής αγωγής, διαιτητικού περιορισμού άλατος, αιμοκάθαρσης, διάρροιας ή εμέτου)Αποκατάσταση απώλειας όγκου ή άλατος προ της έναρξης θεραπείας. Χρήση με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα αντιυπερτασικά. Εάν εμφανιστεί υπόταση, τοποθέτηση σε ύπτια θέση και χορήγηση φυσιολογικού ορού ενδοφλεβίως εάν απαραίτητο.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΈναρξη θεραπείας κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική νόσοΧορήγηση με προσοχή. Οι θειαζίδες μπορεί να επιδεινώσουν την αζωθαιμία.
-
Μεταβολές της νεφρικής λειτουργίαςΠληθυσμόςΕπιρρεπείς ασθενείς (με αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης από τη βεναζεπρίλη)
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης
-
Νεφρική δυσλειτουργία (στένωση νεφρικής αρτηρίας)ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίαςΟι μεταβολές ήταν αναστρέψιμες με τη διακοπή ή τη μείωση της δοσολογίας της βεναζεπρίλης ή του διουρητικού.
-
Αυξημένες συγκεντρώσεις ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορούΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς που παίρνουν βεναζεπρίλη, χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική αγγειακή νόσο, ιδίως όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με διουρητικόΜπορεί να χρειαστεί ελάττωση της δοσολογίας ή διακοπή του Cibadrex.
-
Ακοκκιοκυτταραιμία/ΟυδετεροπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου (π.χ. συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή σκληρόδερμα)Συνιστάται παρακολούθηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων.
-
Ηπατίτιδα και ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που παίρνουν αναστολείς ΜΕΑ και αναπτύσσουν ίκτερο ή μεγάλη αύξηση των ηπατικών ενζύμωνΔιακοπή του αναστολέα ΜΕΑ και ιατρική παρακολούθηση.
-
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή εξελισσόμενη ηπατική νόσοΧρήση με προσοχή (ελάχιστες μεταβολές στο ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα).
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΤα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν έξαρση ή ενεργοποίηση.
-
ΥπερκαλιαιμίαΣε σπάνιες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα καλίου στον ορό.
-
Υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υποχλωραιμική αλκάλωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με κίρρωση του ήπατος, απότομη διούρηση, ανεπαρκή ποσότητα ηλεκτρολυτών, ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή κορτικοτροπίνη (ACTH) (αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας)Θεραπεία με άλας καλίου ή καλιοσυντηρητικά διουρητικά πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν αναγκαίο.
-
ΥπερασβεστιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικάΕάν αναπτυχθεί, χρειάζεται περαιτέρω διαγνωστική διερεύνηση.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΟι θειαζίδες αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου με τα ούρα.
-
Ανοχή γλυκόζης/Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείςΜπορεί να απαιτούνται προσαρμογές στη δοσολογία της ινσουλίνης ή των υπογλυκαιμικών παραγόντων που λαμβάνονται από το στόμα. Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να γίνει έκδηλος.
-
Χοληστερόλη και τριγλυκερίδιαΑύξηση επιπέδων συσχετίζεται με θειαζιδικά διουρητικά (ελάχιστες ή καθόλου επιδράσεις με δόση 12,5 mg).
-
Υπερουριχαιμία ή ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςΟρισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδεςΜπορεί να εκδηλωθεί ή να επιταχυνθεί.
-
ΒήχαςΟ επίμονος, μη-παραγωγικός βήχας υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
-
Χειρουργική επέμβαση/ΑναισθησίαΠριν από χειρουργική επέμβαση, ο αναισθησιολόγος πρέπει να πληροφορείται. Η υπόταση πρέπει να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος.
-
Στένωση αορτής ή μιτροειδούς βαλβίδαςΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από στένωση αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδαςΕνδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή.
-
ΚύησηΔεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία κατά τη διάρκεια της κύησης. Μόλις διαγνωστεί, η αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία. Ασθενείς που σκοπεύουν να κυοφορήσουν πρέπει να λαμβάνουν εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
-
Δυσανεξία λακτόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS)Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης. Εάν θεωρείται απολύτως απαραίτητο, μόνο υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή παρακολούθηση.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS)ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιοαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίαςΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού εάν θεωρείται αναγκαία η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
προσοχήΑυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό και συμπτώματα τοξικότητας του λιθίου. Μειώνεται η νεφρική απέκκριση λιθίου από τις θειαζίδες, αυξάνοντας περαιτέρω τον κίνδυνο τοξικότητας.ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, από του στόματος αντιδιαβητικοί παράγοντες)παρακολούθησηΜεταβολή της ανοχής στη γλυκόζη, πιθανή υπογλυκαιμία (με αναστολέα ΜΕΑ).ΣύστασηΕπαναπροσαρμογή της δόσης, ενημέρωση για υπογλυκαιμικές αντιδράσεις και παρακολούθηση.
-
Χρυσός (ενέσιμος θειομηλικός νάτριο)παρακολούθησηΝιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη, ναυτία, εμέτους, υπόταση) (σπάνια).
-
Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά (παράγωγα κουραρίου)προσοχήΕνίσχυση της δράσης των μυοχαλαρωτικών.
-
Αντιυπερτασικά (γουανεθιδίνη, μεθυλντόπα, β-αναστολείς, αγγειοδιασταλτικά, ανταγωνιστές του ασβεστίου, αναστολείς ΜΕΑ)προσοχήΕνίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης.
-
προσοχήΑύξηση της υποκαλιαιμικής δράσης των διουρητικών.
-
Καρδιακές γλυκοσίδες (δακτυλίτιδα)προσοχήΥποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία ευνοεί την έναρξη καρδιακών αρρυθμιών.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαπροσοχήΜείωση των διουρητικών, νατριουρητικών και αντιυπερτασικών επιδράσεων. Μείωση αντιυπερτασικής δράσης αναστολέων ΜΕΑ (π.χ. με ινδομεθακίνη).
-
Ρητίνες ανταλλαγής ιόντων (χολεστυραμίνη, χολεστιπόλη)προσοχήΜείωση της απορρόφησης της υδροχλωροθειαζίδης από τη γαστρεντερική οδό (έως 85% και 43% αντίστοιχα).
-
προσοχήΑύξηση της συχνότητας εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
-
Κυτταροτοξικά φάρμακα (κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΜείωση της νεφρικής απέκκρισης και ενίσχυση της μυελοκατασταλτικής δράσης.
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
ΔιαζοξίδηπροσοχήΕνίσχυση της υπεργλυκαιμικής επίδρασης.
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (ατροπίνη, βιπεριδίνη)προσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των θειαζιδικού-τύπου διουρητικών (λόγω μείωσης γαστρεντερικής κινητικότητας).
-
Βιταμίνη D ή άλατα του ασβεστίουπροσοχήΕνίσχυση της αύξησης του ασβεστίου στον ορό.
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου υπερουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.
-
ΜεθυλντόπαπροσοχήΑιμολυτική αναιμία.
-
παρακολούθησηΥπονατριαιμία.ΣύστασηΕνημέρωση ασθενών και παρακολούθηση για αντιδράσεις υπονατριαιμίας.
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός του RAAS)αντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Πέμφιγα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οίδημα των χειλιών και/ή του προσώπου (Σπάνιες)
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Μη γνωστές)
- Υπερευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Υποκαλιαιμία (Σπάνιες)
- Υπονατριαιμία (Πολύ σπάνιες)
- Υποχλωραιμική αλκάλωση (Μη γνωστές)
- Υπερκαλιαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Νευρικότητα
- Άγχος
- Αϋπνία
- Διαταραχές του ύπνου (Σπάνιες)
- Κατάθλιψη (Σπάνιες)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ίλιγγος (Σπάνιες)
- Παραισθησίες (Σπάνιες)
- Υπνημία (Σπάνιες)
- Εμβοές (Πολύ σπάνιες)
- Συγκοπή (Μη γνωστές)
- Κεφαλαλγία (Σπάνιες, από HCTZ)
- Ζάλη (Σπάνιες, από HCTZ)
- Παραισθησία (Σπάνιες, από HCTZ)
- Αίσθημα παλμών
- Στηθάγχη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Αρρυθμία (Σπάνιες)
- Αρρυθμία (Σπάνιες, από HCTZ)
- Ορθοστατική υπόταση
- Υπόταση (Σπάνιες)
- Ορθοστατική υπόταση (Συχνές, από HCTZ)
- Νεκρωτική αγγειίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Βήχας
- Πνευμονίτιδα
- Πνευμονικό οίδημα
- Συμπτώματα από το αναπνευστικό (Συχνές)
- Αναπνευστική δυσχέρεια (Πολύ σπάνιες)
- Κοιλιακή δυσφορία
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Παγκρεατίτιδα
- Δυσγευσία (Πολύ σπάνιες)
- Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου (Μη γνωστές)
- Ήπια ναυτία (Συχνές, από HCTZ)
- Έμετος (Συχνές, από HCTZ)
- Κοιλιακή δυσφορία (Σπάνιες, από HCTZ)
- Δυσκοιλιότητα (Σπάνιες, από HCTZ)
- Διάρροια (Σπάνιες, από HCTZ)
- Παγκρεατίτιδα (Πολύ σπάνιες, από HCTZ)
- Φωτοευαισθησία (Συχνές)
- Κνίδωση (Συχνές, από HCTZ)
- Άλλες μορφές εξανθήματος (Συχνές, από HCTZ)
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (Σπάνιες, από HCTZ)
- Αντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκο (Πολύ σπάνιες)
- Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου (Πολύ σπάνιες)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Αρθρίτιδα (Σπάνιες)
- Μυοσκελετικό άλγος (Σπάνιες)
- Πολλακιουρία (Συχνές)
- Νεφρική δυσλειτουργία (Πολύ σπάνιες)
- Αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στο αίμα (Σπάνιες)
- Αυξημένη ουρία στο αίμα (Σπάνιες)
- Αυξημένη κρεατινίνη στο αίμα (Σπάνιες)
- Μικρή μείωση στη μέση συγκέντρωση καλίου στο ορό (Μη γνωστές)
- Αυξημένο ουρικό οξύ (Μη γνωστές)
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Μη γνωστές)
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία με πορφύρα (Σπάνιες)
- Λευκοπενία (Πολύ σπάνιες)
- Καταστολή του μυελού των οστών (Πολύ σπάνιες)
- Διαταραχές της όρασης (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα (κύρια χολοστατική) (Σπάνιες)
- Χολοστατικός ίκτερος (Σπάνιες)
- Χολόσταση
- Ίκτερος
- Στυτική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλλες μορφές εξανθήματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα από το αναπνευστικόΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνη στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ουρία στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (κύρια χολοστατική)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενία με πορφύραΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΟίδημα των χειλιών και/ή του προσώπουΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠέμφιγαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίεςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥπνημίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική δυσχέρειαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκοΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΕπανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκουΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεκρωτική αγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημα λεπτού εντέρουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ουρικό οξύΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΜείωση στη μέση συγκέντρωση καλίου στο ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποχλωραιμική αλκάλωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης και αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Η υδροχλωροθειαζίδη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε οίδημα της κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία. Δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ιδιοπαθή υπέρταση σε έγκυες γυναίκες εκτός σπάνιων περιπτώσεων.Οι αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο: δεν συνιστάται λόγω μικρής αύξησης κινδύνου τερατογένεσης. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο: αντενδείκνυται λόγω εμβρυοτοξικότητας (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστερημένη οστεοποίηση κρανίου) και νεογνικής τοξικότητας (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η υδροχλωροθειαζίδη: διαπερνά τον πλακούντα. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο: μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εμβρυο-πλακουντική αιμάτωση και να προκαλέσει ίκτερο, διαταραχή ηλεκτρολυτικής ισορροπίας και θρομβοπενία. Αντενδείκνυται σε οίδημα, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία.
-
ΓαλουχίαΗ χρήση του Cibadrex κατά το θηλασμό δε συνιστάται.Βεναζεπρίλη: πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα. Δε συνιστάται για πρόωρα βρέφη και τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Για μεγαλύτερα βρέφη μπορεί να εξετάζεται με παρακολούθηση. Υδροχλωροθειαζίδη: απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Μεγάλες δόσεις μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος. Εάν χρησιμοποιείται, οι δόσεις πρέπει να διατηρούνται όσο το δυνατόν χαμηλότερες.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιυπερτασικά (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και διουρητικά), κωδικός ATC: C09BA07
Μηχανισμός δράσης
Το Cibadrex είναι συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, της βεναζεπρίλης, και ενός διουρητικού, της υδροχλωροθειαζίδης, των οποίων η αντιυπερτασική δράση είναι συνεργική.
Η βεναζεπρίλη είναι ένα προφάρμακο, το οποίο μετά από υδρόλυση στη δραστική ουσία βεναζεπριλάτη, αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης (ΜEΑ) και έτσι παρεμποδίζει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Αυτό μειώνει όλες τις επιδράσεις που μεσολαβούνται από την αγγειοτασίνη ΙΙ - δηλ. την αγγειοσυστολή και την παραγωγή αλδοστερόνης, η οποία προάγει την επαναπορρόφηση του νατρίου και του νερού στα νεφρικά σωληνάρια - και αυξάνει την καρδιακή παροχή. Η βεναζεπρίλη ελαττώνει την αντανακλαστικά επαγόμενη συμπαθητική αύξηση του καρδιακού ρυθμού, η οποία προκύπτει ως ανταπόκριση στην αγγειοδιαστολή. Όπως και οι άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, η βεναζεπρίλη αναστέλλει επίσης την αποικοδόμηση του αγγειοδιασταλτικού βραδυκινίνη από την κινινάση. Η αναστολή αυτή μπορεί να συμβάλλει στην αντιυπερτασική της δράση.
Τα θειαζιδικά διουρητικά δρουν κύρια στο άπω νεφρικό σωληνάριο (άπω εσπειραμένο τμήμα), αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση του NaCl (ανταγωνιζόμενα τον συμμεταφορέα Na+-Cl-) και προάγοντας την επαναπορρόφηση Ca++ (με έναν άγνωστο μηχανισμό). Η αυξημένη παροχή Na+ και ύδατος στο φλοιώδες αθροιστικό σωληνάριο και/ή ο υψηλότερος ρυθμός ροής οδηγεί σε αυξημένη έκκριση και απέκκριση Κ+ και Η+.
Η αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης από τη βεναζεπρίλη προκαλεί μία συνεργική αντιυπερτασική δράση με την υδροχλωροθειαζίδη, αποκλείοντας την αντισταθμιστική διέγερση που προκαλείται από το διουρητικό. Η διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης από την υδροχλωροθειαζίδη καθιστά την αρτηριακή πίεση περισσότερο εξαρτώμενη από τα επίπεδα της αγγειοτασίνης ΙΙ, ενισχύοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της βεναζεπρίλης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η βεναζεπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση σε ύπτια, καθιστή, και όρθια θέση σε όλους τους βαθμούς της υπέρτασης. Στους περισσότερους ασθενείς η αντιυπερτασική δράση αρχίζει σε 1 ώρα περίπου μετά τη χορήγηση μίας από του στόματος δόσης και η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται σε 2-4 ώρες. Η αντιυπερτασική δράση διαρκεί για τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενης χορήγησης, η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης με κάθε δόση επιτυγχάνεται γενικά μετά από 1 εβδομάδα και διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται ανεξάρτητα από τη φυλή, την ηλικία ή από την αρχική δραστηριότητα της ρενίνης του πλάσματος. Η αντιυπερτασική δράση της βεναζεπρίλης δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ ασθενών που έκαναν δίαιτα, υψηλή ή χαμηλή σε νάτριο. Η απότομη διακοπή της βεναζεπρίλης δεν έχει συσχετισθεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Σε μία μελέτη σε υγιή άτομα, εφάπαξ δόσεις της βεναζεπρίλης επέφεραν αύξηση στη νεφρική ροή του αίματος και δεν είχαν καμιά επίδραση στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, προκαλείται διούρηση μετά από χορήγηση μόλις 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης. Η επακόλουθη αύξηση στην απέκκριση νατρίου και χλωρίου από τα ούρα και η λιγότερο σημαντική αύξηση της δια των ούρων αποβολής του καλίου είναι δοσοεξαρτώμενες. Η διουρητική και νατριουρητική δράση αρχίζει σε 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση υδροχλωροθειαζίδης, φθάνει τη μέγιστη τιμή μετά από 4-6 ώρες και μπορεί να διαρκέσει 10-12 ώρες.
Η προκαλούμενη από τις θειαζίδες διούρηση αρχικά οδηγεί σε μείωση του όγκου του πλάσματος, της καρδιακής παροχής και της συστηματικής αρτηριακής πίεσης. Το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης μπορεί να ενεργοποιηθεί. Η υποτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια συνεχούς χορήγησης, πιθανώς λόγω μείωσης της συνολικής περιφερικής αγγειακής αντίστασης. Η καρδιακή παροχή επανέρχεται στις προ θεραπείας τιμές, ο όγκος του πλάσματος παραμένει ελαφρά μειωμένος και η δράση της ρενίνης του πλάσματος μπορεί να αυξηθεί.
Κλινικές μελέτες
Κλινικές μελέτες κατέδειξαν ότι η χαμηλότερη δόση Cibadrex (5/6,25 mg), χορηγούμενη μία φορά την ημέρα, ελέγχει την αρτηριακή πίεση σε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών με ήπια έως μέτρια υπέρταση και ότι σε αυτούς τους ασθενείς το Cibadrex 10/12,5 mg μία φορά την ημέρα προκαλεί κλινικά σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Το Cibadrex 20/25 mg μία φορά την ημέρα προκάλεσε μεγαλύτερη μείωση της αρτηριακής πίεσης από ότι εάν το κάθε συστατικό χορηγείτο ξεχωριστά ή από ότι το Cibadrex 5/6,25mg ή 10/12,5 mg, χορηγούμενο μία φορά την ημέρα και κατά ένα ποσό που αντιστοιχεί σε Cibadrex 10/12,5 mg χορηγούμενο δύο φορές την ημέρα. Το Cibadrex 20/25 mg δύο φορές την ημέρα μείωσε τη διαστολική πίεση κατά περίπου 18 mm Hg 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET και η VA NEPHRON-D) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Απορρόφηση και συγκέντρωση στο πλάσμα
Δεν υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ των συστατικών του Cibadrex, δηλ. της υδροχλωρικής βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης, και η βιοδιαθεσιμότητα κάθε συστατικού δεν επηρεάζεται όταν χορηγούνται μαζί. Ο σταθερός συνδυασμός δισκίων Cibadrex είναι βιοϊσοδύναμος με τη χορήγηση ξεχωριστά των δύο φαρμακευτικών συστατικών. Τουλάχιστον το 37% μιας από του στόματος δόσης υδροχλωρικής βεναζεπρίλης απορροφάται. Το προφάρμακο στη συνέχεια μετατρέπεται ταχέως στο φαρμακολογικά δραστικό μεταβολίτη βεναζεπριλάτη. Μετά από χορήγηση σε άδειο στομάχι, επιτυγχάνονται μέγιστες συγκεντρώσεις βεναζεπρίλης και βεναζεπριλάτης στο πλάσμα μετά από 0,5 και 1-1,5 ώρες αντίστοιχα. Απορροφάται περίπου το 60-80% μιας από του στόματος δόσης υδροχλωροθειαζίδης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις υδροχλωροθειαζίδης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 1,5 έως 3 ώρες. Οι διακυμάνσεις στην απορρόφηση της υδροχλωρικής βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης λόγω νηστείας, έχουν μικρή κλινική σημασία. Μέσα στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος, η συστηματική διαθεσιμότητα της βεναζεπρίλης, της βεναζεπριλάτης και της υδροχλωροθειαζίδης είναι περίπου ανάλογη της δόσης. Η κινητική της βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης δεν μεταβάλλεται κατά την χορήγηση πολλαπλών δόσεων.
Κατανομή
Περίπου το 95% της βεναζεπρίλης και της βεναζεπριλάτης δεσμεύεται στις ανθρώπινες πρωτεΐνες του ορού (πρωταρχικά από τη λευκωματίνη). Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της βεναζεπριλάτης είναι περίπου 9 L/kg. H υδροχλωροθειαζίδη συσσωρεύεται στα ερυθροκύτταρα. Στη φάση αποβολής, οι συγκεντρώσεις στα ερυθροκύτταρα είναι 3 έως 9 φορές υψηλότερες από ότι στο πλάσμα. Περίπου το 40-70% της υδροχλωροθειαζίδης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής κατά τη διάρκεια της τελικής φάσης αποβολής υπολογίζεται σε 3-6 L/kg (που αντιστοιχεί σε 210-420 L για 70 kg σωματικού βάρους).
Βιομετατροπή
Η βεναζεπρίλη μεταβολίζεται εκτενώς και ο κύριος μεταβολίτης είναι η βεναζεπριλάτη. Δύο άλλοι μεταβολίτες είναι τα ακυλο-συζευγμένα γλυκουρονίδιατης βεναζεπρίλης και της βεναζεπριλάτης. Πολύ μικρή ποσότητα υδροχλωροθειαζίδης μεταβολίζεται. Ο μόνος μεταβολίτης που βρέθηκε (σε ίχνη) είναι η 2-amino-4-chloro-m-benzenedisulfonamide.
Αποβολή
Η αποβολή της βεναζεπρίλης από το πλάσμα είναι πλήρης μετά από 4 ώρες, κύρια με βιομετατροπή. Η αποβολή της βεναζεπριλάτης είναι διφασική με έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 3 ωρών και έναν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 22 ωρών. Η τελική φάση αποβολής (από 24 ώρες και πάνω) υποδηλώνει ισχυρή δέσμευση της βεναζεπριλάτης στο ΜΕΑ. Η βεναζεπριλάτη αποβάλλεται από τα νεφρά και τη χολή. Η νεφρική απέκκριση είναι προφανώς η κύρια οδός σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Στα ούρα, η βεναζεπρίλη αντιστοιχεί σε λιγότερο από 1% και η βεναζεπριλάτη σε περίπου 20% μιας από του στόματος δόσης υδροχλωρικής βεναζεπρίλης.
Η αποβολή της υδροχλωροθειαζίδης είναι διφασική με έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ωρών και έναν τελικό χρόνο ημισείας ζωής περίπου 10 ωρών (από 10 έως 12 ώρες και πάνω). Η αποβολή γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω των νεφρών σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Κατά μέσο όρο, 50-75% μιας από του στόματος δόσης βρέθηκε στα ούρα σε αμετάβλητη μορφή.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
- Ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια Η απορρόφηση της βεναζεπρίλης και η μετατροπή της σε βεναζεπριλάτη δεν επηρεάζονται. Επειδή η αποβολή είναι ελαφρά βραδύτερη, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις της βεναζεπριλάτης σε σταθεροποιημένη κατάσταση τείνουν να είναι υψηλότερες σε αυτήν την ομάδα από ότι σε υγιή άτομα ή σε υπερτασικούς ασθενείς.
- Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της βεναζεπρίλης και της βεναζεπριλάτης δεν επηρεάζεται πολύ από τη μεγάλη ηλικία και την ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 mL/min). Η φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης μεταβάλλεται σημαντικά σε αυτούς τους ασθενείς. Η κάθαρση του διουρητικού μειώνεται σημαντικά, με αποτέλεσμα σημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η μειωμένη κάθαρση στους ηλικιωμένους πιστεύεται ότι οφείλεται σε έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Οι θεραπευτικές δόσεις του Cibadrex σε ηλικιωμένους και ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να είναι χαμηλότερες από εκείνες σε νέους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Το Cibadrex αντενδείκνυται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min.
- Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η κίρρωση του ήπατος δε μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της βεναζεπριλάτης και της υδροχλωροθειαζίδης.
- Γαλουχία Σε εννέα γυναίκες, στις οποίες χορηγήθηκε μία από του στόματος δόση 20 mg βεναζεπρίλης καθημερινά για 3 ημέρες (δεν αναφέρεται ο χρόνος μετά τον τοκετό), ανιχνεύθηκαν μέγιστα επίπεδα 0,9 μg/L βεναζεπρίλης στο γάλα σε 1 ώρα μετά τη χορήγηση και 2 μg/L του ενεργού μεταβολίτη βεναζεπριλάτη σε 1,5 ώρα μετά από τη χορήγηση. Υπολογίζεται ότι το θηλάζον βρέφος θα λάμβανε μια ημερήσια δόση μικρότερη από το 0,14% της προσαρμοσμένης με βάση το βάρος μητρικής δόσης της βεναζεπρίλης.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιυπερτασικά (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και διουρητικά), κωδικός ATC: C09BA07 ### Μηχανισμός δράσης Το Cibadrex είναι συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, της…
Απορρόφηση και συγκέντρωση στο πλάσμα Δεν υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ των συστατικών του Cibadrex, δηλ. της υδροχλωρικής βεναζεπρίλης και της υδροχλωροθειαζίδης, και η βιοδιαθεσιμότητα κάθε συστατικού δεν επηρεάζεται όταν χορηγούνται…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας | Υπερτασικοί ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας |
| — | Υπερτασικοί ασθενείς | ||
| συχνή στενή παρακολούθηση | Διπλός αποκλεισμός RAAS | ||
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Αγγειακή νόσος του κολλαγόνου με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας |
| Ηλεκτρολύτες | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | συχνή στενή παρακολούθηση | Διπλός αποκλεισμός RAAS |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | αρχικά και κατόπιν περιοδικά με επαρκή ενδιάμεσα διαστήματα | Διαταραχή ισορροπίας ηλεκτρολυτών |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | συχνή στενή παρακολούθηση | Διπλός αποκλεισμός RAAS |
| στενή παρακολούθηση τις πρώτες 2 εβδομάδες θεραπείας και όποτε αυξάνεται η δόση της βεναζεπρίλης ή του διουρητικού | Σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η Μπεναζεπιρίλη, με εμπορική ονομασία Lotensin, είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης (υπέρταση), της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Μετά την αποκοπή της εστερικής ομάδας από το ήπαρ, η μπεναζεπιρίλη μετατρέπεται στην ενεργή της μορφή, τη μπεναζεπιριλάτη, έναν αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) που δεν περιέχει σουλφυδρυλομάδα.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με διουρητικά θειαζίδης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η Μπεναζεπιρίλη, ένας αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), είναι ένας προ-φάρμακο που, όταν υδρολυθεί από εστεράσες στην ενεργή της μορφή, Μπεναζεπιριλάτη, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας, για τη μείωση της πρωτεϊνουρίας και των νεφροπαθειών σε ασθενείς με νεφροπάθειες, και για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου, εμφράγματος του μυοκαρδίου και καρδιακού θανάτου σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η Μπεναζεπιρίλη και η Μπεναζεπιριλάτη αναστέλλουν το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) σε ανθρώπους και ζώα. Το ACE είναι ένα πεπτιδυλο-διπεπτιδύλιο που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης I σε αγγειοσυσπαστική ουσία, αγγειοτενσίνη II. Η αγγειοτενσίνη II επίσης διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η Μπεναζεπιριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της Μπεναζεπιρίλης, ανταγωνίζεται την αγγειοτενσίνη Ι για τη δέσμευση στο μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, αναστέλλοντας τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αναστολή του ACE οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα. Καθώς η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι αγγειοσυσπαστικό και μεσολαβητής αρνητικής ανάδρασης για τη δραστηριότητα της ρενίνης, οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις οδηγούν σε μείωση της αρτηριακής πίεσης και διέγερση των μηχανισμών ανάδρασης των βαροϋποδοχέων, που οδηγούν σε μειωμένη αγγειοκινητική δράση και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Η Μπεναζεπιριλάτη μπορεί επίσης να δράσει στην κινινάση ΙΙ, ένα ένζυμο πανομοιότυπο με το ACE που αποικοδομεί την αγγειοδιασταλτική βραδυκινίνη.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εντός 0.5-1.0 ωρών. Η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 37% όπως προσδιορίζεται από την απέκκριση στα ούρα και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
10-11 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Μπεναζεπιρίλη, 97%; Μπεναζεπιριλάτη, 95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η Μπεναζεπιρίλη και η Μπεναζεπιριλάτη απεκκρίνονται κατά κύριο λόγο νεφρικά σε υγιή άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μη-νεφρική (δηλαδή, χολική) απέκκριση αντιπροσωπεύει περίπου 11%-12% της απέκκρισης της Μπεναζεπιριλάτης σε υγιή άτομα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 0.35 L/hr/kg [παιδιατρικοί υπερτασικοί ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις Υδροχλωρικής Μπεναζεπιρίλης 0.1 - 0.5 mg/kg]
- 0.13 L/hr/kg [υγιείς ενήλικες που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 10 mg]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Το πιο πιθανό σύμπτωμα υπερδοσολογίας είναι η σοβαρή υπόταση. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, ζάλη, κόπωση, υπνηλία, ορθοστατική ζάλη, ναυτία και βήχα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η Βεναζε extit{πρίλη}, αναστολέας του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE), είναι ένα προφάρμακο που, όταν υδρολυθεί από εστεράσες στον ενεργό μεταβολίτη της, τη Βεναζε extit{πριλάτη}, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας, για τη μείωση της πρωτεϊνουρίας και της νεφρικής νόσου σε ασθενείς με νεφροπάθειες, και για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου, εμφράγματος του μυοκαρδίου και καρδιακού θανάτου σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η Βεναζε extit{πρίλη} και η Βεναζε extit{πριλάτη} αναστέλλουν το ένζυμο μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE) σε ανθρώπους και ζώα. Το ACE είναι ένα πεπτιδυλο-διπεπτιδάση που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία, αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ διεγείρει επίσης την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η Βεναζε extit{πριλάτη}, ο ενεργός μεταβολίτης της Βεναζε extit{πρίλης}, ανταγωνίζεται την αγγειοτενσίνη Ι για πρόσδεση στο ένζυμο μετατροπής της αγγειοτενσίνης, αναστέλλοντας τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αναστολή του ACE οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα. Καθώς η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι αγγειοσυσπαστικό και αρνητικός ρυθμιστής ανατροφοδότησης για τη δραστηριότητα της ρενίνης, οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις οδηγούν σε μείωση της αρτηριακής πίεσης και διέγερση των μηχανισμών ανάδρασης των βαροϋποδοχέων, που οδηγούν σε μειωμένη αγγειοκινητική δραστηριότητα και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορήγησης είναι 3% έως 4% σε ίππους. Σε ανθρώπους, τουλάχιστον το 37% της από του στόματος Βεναζε extit{πρίλης} απορροφάται και φθάνει τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 0,5 έως 1 ώρα. Άλλες μελέτες έχουν δείξει μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε διάμεσο χρόνο 1,5 ώρας.
Η Βεναζε extit{πρίλη} και η Βεναζε extit{πριλάτη} απομακρύνονται κυρίως μέσω της νεφρικής απέκκρισης σε υγιείς μαστούς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μη νεφρική (δηλ. χολική) απέκκριση αντιστοιχεί περίπου στο 11%-12% της απέκκρισης της Βεναζε extit{πριλάτης} σε υγιείς μαστούς.
Το τελικό μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε μία μελέτη εκτίμησε τον όγκο κατανομής στα 203±69,9 L.
Το τελικό μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού μιας μελέτης εκτιμά την κάθαρση στα 129±30,0 L.
/ΓΑΛΑ/
Ελάχιστες ποσότητες αμετάβλητης Βεναζε extit{πρίλης} και Βεναζε extit{πριλάτης} απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα γυναικών που θηλάζουν και λαμβάνουν Βεναζε extit{πρίλη}. Ένα νεογέννητο παιδί που τρέφεται αποκλειστικά με μητρικό γάλα θα λάβει λιγότερο από 0,1% της δόσης ανά mg/kg της μητέρας σε Βεναζε extit{πρίλη} και Βεναζε extit{πριλάτη}.
Η Βεναζε extit{πρίλη} και η Βεναζε extit{πριλάτη} απομακρύνονται κυρίως μέσω της νεφρικής απέκκρισης. Περίπου το 37% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως Βεναζε extit{πριλάτη} (20%), Βεναζε extit{πριλάτη} γλυκουρονίδιο (8%), Βεναζε extit{πρίλη} γλυκουρονίδιο (4%) και ως ίχνη Βεναζε extit{πρίλης}. Η μη νεφρική (δηλ. χολική) απέκκριση αντιστοιχεί περίπου στο 11% - 12% της απέκκρισης της Βεναζε extit{πριλάτης}. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής της Βεναζε extit{πριλάτης} μετά από επαναλαμβανόμενη ημερήσια από του στόματος χορήγηση υδροχλωρικής Βεναζε extit{πρίλης} είναι 10 έως 11 ώρες. Έτσι, οι σταθερές συγκεντρώσεις της Βεναζε extit{πριλάτης} αναμένεται να επιτευχθούν μετά από 2 ή 3 δόσεις υδροχλωρικής Βεναζε extit{πρίλης} που χορηγούνται μία φορά την ημέρα. Ο λόγος συσσώρευσης με βάση την AUC της Βεναζε extit{πριλάτης} ήταν 1,19 μετά από ημερήσια χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η Βεναζε extit{πρίλη} συνδέεται με πρωτεΐνες σε ποσοστό 96,7%, ενώ η Βεναζε extit{πριλάτη} σε ποσοστό 95,3%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η διάσπαση της εστερικής ομάδας (κυρίως στο ήπαρ) μετατρέπει τη Βεναζε extit{πρίλη} στον ενεργό μεταβολίτη της, τη Βεναζε extit{πριλάτη}. Η Βεναζε extit{πρίλη} και η Βεναζε extit{πριλάτη} συζεύγνυνται με γλυκουρονικό οξύ πριν από την απέκκρισή τους μέσω των ούρων.
Η Βεναζε extit{πρίλη} και η Βεναζε extit{πριλάτη} απομακρύνονται κυρίως μέσω της νεφρικής απέκκρισης. Περίπου το 37% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως Βεναζε extit{πριλάτη} (20%), Βεναζε extit{πριλάτη} γλυκουρονίδιο (8%), Βεναζε extit{πρίλη} γλυκουρονίδιο (4%) και ως ίχνη Βεναζε extit{πρίλης}. Η μη νεφρική (δηλ. χολική) απέκκριση αντιστοιχεί περίπου στο 11% - 12% της απέκκρισης της Βεναζε extit{πριλάτης}. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής της Βεναζε extit{πριλάτης} μετά από επαναλαμβανόμενη ημερήσια από του στόματος χορήγηση υδροχλωρικής Βεναζε extit{πρίλης} είναι 10 έως 11 ώρες. Έτσι, οι σταθερές συγκεντρώσεις της Βεναζε extit{πριλάτης} αναμένεται να επιτευχθούν μετά από 2 ή 3 δόσεις υδροχλωρικής Βεναζε extit{πρίλης} που χορηγούνται μία φορά την ημέρα. Ο λόγος συσσώρευσης με βάση την AUC της Βεναζε extit{πριλάτης} ήταν 1,19 μετά από ημερήσια χορήγηση.
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς σκύλους, η Βεναζε extit{πρίλη} απορροφάται ταχέως και μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη Βεναζε extit{πριλάτη} με μέγιστες τιμές της Βεναζε extit{πριλάτης} να εμφανίζονται περίπου 75 λεπτά μετά τη χορήγηση.
Η Βεναζε extit{πρίλη} μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως σε Βεναζε extit{πριλάτη} μέσω διάσπασης της εστερικής ομάδας (κυρίως στο ήπαρ). Τόσο η Βεναζε extit{πρίλη} όσο και η Βεναζε extit{πριλάτη} υφίστανται γλυκουρονιδίωση.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του προφαρμάκου Βεναζε extit{πρίλης} είναι 2,7±8,5 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του ενεργού μεταβολίτη Βεναζε extit{πριλάτης} είναι 22,3±9,2 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής συσσώρευσης της Βεναζε extit{πρίλης} είναι 10 έως 11 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της Βεναζε extit{πριλάτης} είναι περίπου 3,5 ώρες σε υγιείς σκύλους.
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής της Βεναζε extit{πριλάτης} μετά από επαναλαμβανόμενη ημερήσια από του στόματος χορήγηση υδροχλωρικής Βεναζε extit{πρίλης} είναι 10 έως 11 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως με την αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑ malzemeler ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΧΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
UDM7Q7QWP8
BENAZEPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αρτηριακή Πίεση
Η Βεναζε extit{πρίλη} είναι Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της Βεναζε extit{πρίλης} είναι ως Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Η φυσιολογική επίδραση της Βεναζε extit{πρίλης} είναι μέσω Μειωμένης Αρτηριακής Πίεσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως με την αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑ malzemeler ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΧΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.