LINAGLIPTIN
Λιναγλιπτίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, αναστολείς της διπεπτιδυλπεπτιδάσης 4 (DPP-4), κωδικός ATC: A10BH05 ### Μηχανισμός δράσης Η λιναγλιπτίνη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου DPP-4 (διπεπτιδυλπεπτιδάση 4, EC 3.4.14.5), ενός ενζύμου το …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E11 Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, με ή χωρίς γεύμα
- Δόση έναρξης: 5 mg μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση5 mgμία φορά την ημέρα. Όταν προστίθεται σε μετφορμίνη, η δόση της μετφορμίνης διατηρείται. Όταν χορηγείται με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη, μπορεί να εξεταστεί μικρότερη δόση σουλφονυλουρίας ή ινσουλίνης για μείωση κινδύνου υπογλυκαιμίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης, αλλά δεν υπάρχει κλινική εμπειρία.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης με βάση την ηλικία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (10-17 ετών)Δεν τεκμηριώθηκε αποτελεσματικότητα. Η θεραπεία δεν συνιστάται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<10 ετών)Δεν έχει μελετηθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διαβήτης τύπου 1 ή διαβητική κετοξέωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτη τύπου 1 ή διαβητική κετοξέωσηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται
-
ΥπογλυκαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λιναγλιπτίνη σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία ή/και ινσουλίνηΣυνιστάται προσοχή. Μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης μπορεί να εξεταστεί (βλ. Δοσολογία).
-
Οξεία παγκρεατίτιδαΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΕάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, το Λιναγλιπτίνη πρέπει να διακοπεί. Εάν επιβεβαιωθεί, δεν πρέπει να ξεκινήσει ξανά η λήψη του Λιναγλιπτίνη. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα.
-
Οξεία παγκρεατίτιδαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδαςΑπαιτείται προσοχή
-
Πομφολυγώδες πεμφιγοειδέςΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΕάν υπάρχει υποψία πομφολυγώδους πεμφιγοειδούς, το Λιναγλιπτίνη πρέπει να διακοπεί.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜείωση της AUC και της Cmax της λιναγλιπτίνης, μείωση στην αναστολή της DPP-4. Πλήρης αποτελεσματικότητα της λιναγλιπτίνης μπορεί να μην επιτευχθεί.ΣύστασηΝα παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα της λιναγλιπτίνης. Να αποφεύγεται η συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς P-gp/CYP3A4 για μακροχρόνια χορήγηση λιναγλιπτίνης.
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC και Cmax της λιναγλιπτίνης 2-3 φορές, αύξηση συγκεντρώσεων μη συνδεδεμένης ουσίας 4-5 φορές. Δεν θεωρούνται κλινικά σχετικές αυτές οι μεταβολές.ΣύστασηΔεν αναμένονται κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις με άλλους αναστολείς P-gp/CYP3A4.
-
προσοχήΙσχυροί επαγωγείς της P-γλυκοπρωτεΐνης και του CYP3A4. Δεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις στη λιναγλιπτίνη, αλλά αναμένεται μείωση της αποτελεσματικότητας της λιναγλιπτίνης παρόμοια με τη ριφαμπικίνη.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η συγχορήγηση, ειδικά αν η λιναγλιπτίνη χορηγείται μακροχρόνια.
-
Μετφορμίνη (επίδραση στη λιναγλιπτίνη)ασφαλέςΔεν μετέβαλλε κλινικώς σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης.
-
Γλιβενκλαμίδη (επίδραση στη λιναγλιπτίνη)ασφαλέςΗ φαρμακοκινητική σταθεροποιημένης κατάστασης λιναγλιπτίνης δεν μεταβλήθηκε.
-
Μετφορμίνη (επίδραση λιναγλιπτίνης σε αυτή)ασφαλέςΔεν είχε σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης. Η λιναγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας του OCT.
-
Γλιβενκλαμίδη (επίδραση λιναγλιπτίνης σε αυτή)ασφαλέςΚλινικά μη σχετική μείωση κατά 14% τόσο της AUC όσο και της Cmax της γλιβενκλαμίδης. Η λιναγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας του CYP2C9.
-
ασφαλέςΔεν θα αναμένονταν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
-
ασφαλέςΔεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης. Η λιναγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας της μεσολαβούμενης από P-γλυκοπρωτεΐνη μεταφοράς in vivo.
-
ασφαλέςΔεν μετέβαλαν τη φαρμακοκινητική της S(-) ή R(+) βαρφαρίνης.
-
ασφαλέςΕλάχιστη επίδραση στη φαρμακοκινητική σταθεροποιημένης κατάστασης της σιμβαστατίνης. Αύξηση AUC κατά 34% και Cmax κατά 10% μετά από υπερθεραπευτική δόση λιναγλιπτίνης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (λεβονοργεστρέλη, αιθυνυλοιστραδιόλη)ασφαλέςΔεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Υπερευαισθησία
- Βρογχική υπεραντιδραστικότητα
- Βήχας
- Υπογλυκαιμία
- Παγκρεατίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη λιπάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
όχι συχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
συχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
όχι συχνέςΒρογχική υπεραντιδραστικότηταΑναπνευστικό
-
όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
σπάνιεςΠομφολυγώδες πεμφιγοειδέςΔέρμα
-
όχι συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ χρήση της λιναγλιπτίνης δεν έχει μελετηθεί στις εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμενη τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της λιναγλιπτίνης κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
ΘηλασμόςΝα αποφευχθεί/διακοπεί η θεραπεία ή ο θηλασμόςΤα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της λιναγλιπτίνης/μεταβολιτών στο γάλα. Ο κίνδυνος στο βρέφος που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με τη λιναγλιπτίνη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ανθρώπουςΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα με τη λιναγλιπτίνη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμενη τοξικότητα στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, αναστολείς της διπεπτιδυλπεπτιδάσης 4 (DPP-4), κωδικός ATC: A10BH05
Μηχανισμός δράσης
Η λιναγλιπτίνη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου DPP-4 (διπεπτιδυλπεπτιδάση 4, EC 3.4.14.5), ενός ενζύμου το οποίο εμπλέκεται στην απενεργοποίηση των ινκρετινών ορμονών GLP-1 και GIP (παρόμοιο με τη γλυκαγόνη πεπτίδιο-1, γλυκοζοεξαρτώμενο ινσουλινοτροπικό πολυπεπτίδιο). Αυτές οι ορμόνες αποδομούνται ταχέως από το ένζυμο DPP-4. Και οι δύο ινκρετίνες ορμόνες εμπλέκονται στη φυσιολογική ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Οι ινκρετίνες εκκρίνονται σε ένα χαμηλό βασικό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ημέρας και τα επίπεδα τους αυξάνονται αμέσως μετά τη λήψη γεύματος. Η GLP-1 και η GIP αυξάνουν τη βιοσύνθεση της ινσουλίνης και την έκκρισή της από τα β-κύτταρα του παγκρέατος, παρουσία φυσιολογικών και αυξημένων επιπέδων γλυκόζης αίματος. Επιπροσθέτως, η GLP-1 επίσης μειώνει την έκκριση της γλυκαγόνης από τα α-κύτταρα του παγκρέατος, με αποτέλεσμα μείωση της παραγωγής του ήπατος σε γλυκόζη. Η λιναγλιπτίνη δεσμεύεται πολύ αποτελεσματικά στο DPP-4 με αντιστρεπτό τρόπο και έτσι οδηγεί σε παρατεταμένη αύξηση και σε παράταση των δραστικών επιπέδων ινκρετινών. Η λιναγλιπτίνη αυξάνει γλυκοζοεξαρτώμενα την έκκριση της ινσουλίνης και μειώνει την έκκριση της γλυκαγόνης κι έτσι οδηγεί σε συνολική βελτίωση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Η λιναγλιπτίνη δεσμεύεται εκλεκτικά στο DPP-4 και επιδεικνύει > 10.000 φορές εκλεκτικότητα έναντι της δραστικότητας των DPP-8 ή DPP-9 in vitro.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Διεξήχθησαν 8 τυχαιοποιημένες και ελεγχόμενες δοκιμές φάσης III στις οποίες συμμετείχαν 5.239 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, εκ των οποίων οι 3.319 έλαβαν λιναγλιπτίνη, προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια. Αυτές οι μελέτες είχαν 929 ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, οι οποίοι έλαβαν λιναγλιπτίνη. Επίσης, υπήρχαν 1.238 ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και 143 ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία που έλαβαν λιναγλιπτίνη. Η λιναγλιπτίνη μία φορά την ημέρα είχε ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο χωρίς καμία κλινικά σχετική μεταβολή στο βάρος σώματος. Οι μειώσεις στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη Α1c (HbΑ1c) ήταν παρόμοιες ανάμεσα σε διαφορετικές υποομάδες συμπεριλαμβανομένου του φύλου, της ηλικίας, της νεφρικής δυσλειτουργίας και του δείκτη μάζας σώματος (BMI). Υψηλότερη αρχική τιμή HbA1c συσχετίσθηκε με μεγαλύτερη μείωση της HbA1c. Υπήρξε σημαντική διαφορά στη μείωση της HbΑ1c μεταξύ Ασιατών ασθενών (0,8%) και Λευκών ασθενών (0,5%) στις συγκεντρωτικές μελέτες. Η λιναγλιπτίνη ως μονοθεραπεία σε ασθενείς για τους οποίους η μετφορμίνη είναι ακατάλληλη Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μονοθεραπείας με λιναγλιπτίνη εκτιμήθηκε σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 24 εβδομάδων. Η αγωγή με λιναγλιπτίνη 5 mg, μία φορά την ημέρα είχε ως αποτέλεσμα σημαντική βελτίωση στην HbA1c (-0,69% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), σε ασθενείς με HbA1c αρχικής κατάστασης περίπου 8%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντική βελτίωση στα επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας (FPG) και στη γλυκόζη 2 ώρες μετά το γεύμα (PPG) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η παρατηρούμενη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μονοθεραπείας με λιναγλιπτίνη εκτιμήθηκε επίσης σε ασθενείς για τους οποίους η αγωγή με μετφορμίνη δεν είναι κατάλληλη, λόγω δυσανεξίας ή αντενδείκνυται λόγω νεφρικής δυσλειτουργίας, σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 18 εβδομάδων. Με τη λιναγλιπτίνη επετεύχθησαν σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c, (-0,57% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), από μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,09%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η παρατηρούμενη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη εκτιμήθηκε σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 24 εβδομάδων. Με τη λιναγλιπτίνη επετεύχθησαν σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c, (-0,64% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), από μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) και στη γλυκόζη 2 ώρες μετά το γεύμα (PPG) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η παρατηρούμενη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε συνδυασμό θεραπείας με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων διεξήχθη ώστε να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης 5 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε ασθενείς που δεν θεραπεύτηκαν επαρκώς με συνδυασμό μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας. Με τη λιναγλιπτίνη επετεύχθησαν σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c (-0,62% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), από μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,14%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στους ασθενείς, στη γλυκόζη σε κατάσταση νηστείας (FPG) και στη γλυκόζη 2 ώρες μετά το γεύμα (PPG), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε συνδυασμό θεραπείας με μετφορμίνη και εμπαγλιφλοζίνη Σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη και εμπαγλιφλοζίνη (10 mg (n = 247) ή 25 mg (n = 217)), η θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων με επιπρόσθετη θεραπεία λιναγλιπτίνης 5 mg παρείχε προσαρμοσμένες μειώσεις της μέσης HbA1c από την αρχική τιμή κατά -0,53% (σημαντική διαφορά στην επιπρόσθετη θεραπεία εικονικού φαρμάκου -0,32% (95% CI -0,52, -0,13) και -0,58% (σημαντική διαφορά στην επιπρόσθετη θεραπεία εικονικού φαρμάκου -0,47% (95% CI -0,66, -0,28), αντίστοιχα. Ένα στατιστικά σημαντικό μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με αρχική τιμή HbA1c ≥ 7,0% που έλαβαν θεραπεία με λιναγλιπτίνη 5 mg πέτυχαν τον στόχο HbA1c < 7%, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ινσουλίνη Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της προσθήκης λιναγλιπτίνης 5 mg σε ινσουλίνη μόνη της ή σε συνδυασμό με μετφορμίνη και/ ή πιογλιταζόνη εκτιμήθηκε σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 24 εβδομάδων. Με τη λιναγλιπτίνη επετεύχθησαν σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c, (-0,65% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), από μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,3%. Η λιναγλιπτίνη επίσης παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) και ένα μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών πέτυχε έναν στόχο HbA1c < 7,0%, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αυτό επετεύχθη με μια σταθερή δόση ινσουλίνης (40,1 IU). Το σωματικό βάρος δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Οι επιδράσεις στα λιπίδια του πλάσματος ήταν αμελητέες. Η παρατηρούμενη επίπτωση υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου (22,2% λιναγλιπτίνη·21,2% εικονικό φάρμακο). Δεδομένα 24 μηνών για τη λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη σε σύγκριση με γλιμεπιρίδη Σε μία μελέτη που συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της προσθήκης λιναγλιπτίνης 5 mg ή γλιμεπιρίδης (μέση δόση 3 mg) σε ασθενείς με μη επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο σε μονοθεραπεία με μετφορμίνη, οι μέσες μειώσεις στην HbA1c ήταν -0,16% με λιναγλιπτίνη (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 7,69%) και -0,36% με γλιμεπιρίδη (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 7,69%) με μία μέση διαφορά θεραπείας 0,20% (97,5% CI 0,09, 0,299). Η επίπτωση της υπογλυκαιμίας στην ομάδα της λιναγλιπτίνης (7,5%) ήταν σημαντικά χαμηλότερη από ό,τι στην ομάδα της γλιμεπιρίδης (36,1%). Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λιναγλιπτίνη επέδειξαν σημαντική μέση μείωση από την αρχική κατάσταση στο σωματικό βάρος σε σύγκριση με μία σημαντική αύξηση βάρους στους ασθενείς που χορηγήθηκε γλιμεπιρίδη (-1,39 έναντι +1,29 kg). Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, δεδομένα 12 εβδομάδων ελεγχόμενα με εικονικό φάρμακο (σταθερό υπόβαθρο) και επέκταση 40 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (προσαρμοζόμενο υπόβαθρο) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης επίσης εκτιμήθηκε σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε μία διπλά τυφλή μελέτη έναντι εικονικού φαρμάκου για διάρκεια 12 εβδομάδων, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γλυκαιμικές θεραπείες υποβάθρου παρέμειναν σταθερές. Οι περισσότεροι ασθενείς (80,5%) λάμβαναν ινσουλίνη ως θεραπεία υποβάθρου, μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά όπως η σουλφονυλουρία, η γλινίδη και η πιογλιταζόνη. Υπήρξε επιπλέον περίοδος παρακολούθησης 40 εβδομάδων κατά την οποία επιτρέπονταν οι προσαρμογές της δόσης στις αντιδιαβητικές θεραπείες υποβάθρου. Η χορήγηση της λιναγλιπτίνης είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c (μεταβολή κατά -0,59% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο μετά από 12 εβδομάδες), από μία μέση αρχική τιμή της HbA1c 8,2%. Η παρατηρούμενη διαφορά στην HbA1c έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν -0,72% μετά από 52 εβδομάδες. Το βάρος σώματος δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Η παρατηρούμενη επίπτωση της υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με λιναγλιπτίνη ήταν υψηλότερη από αυτή του εικονικού φαρμάκου, λόγω μίας αύξησης στα ασυμπτωματικά υπογλυκαιμικά συμβάντα. Δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των ομάδων στα σοβαρά υπογλυκαιμικά συμβάντα. Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ηλικιωμένους (ηλικία ≥ 70 ετών) με διαβήτη τύπου 2 Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης σε ηλικιωμένους (ηλικία ≥ 70 ετών) με διαβήτη τύπου 2 αξιολογήθηκε σε μία διπλά τυφλή μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων. Οι ασθενείς έλαβαν μετφορμίνη και/ ή σουλφονυλουρία και/ ή ινσουλίνη ως θεραπεία υπόβαθρου. Οι δόσεις των αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων υποβάθρου διατηρήθηκαν σταθερές κατά τη διάρκεια των 12 πρώτων εβδομάδων, μετά από τις οποίες επιτρέπονταν οι προσαρμογές. Η λιναγλιπτίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c (-0,64% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο μετά από 24 εβδομάδες), από μια μέση αρχική κατάσταση HbA1c 7,8%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το σωματικό βάρος δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Μελέτη καρδιαγγειακής και νεφρικής ασφάλειας της λιναγλιπτίνης (CARMELINA) Η CARMELINA ήταν μια τυχαιοποιημένη μελέτη σε 6.979 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο όπως αποδεικνύεται από ένα ιστορικό εγκατεστημένης μακροαγγειακής ή νεφρικής νόσου, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με λιναγλιπτίνη 5 mg (3.494) ή εικονικό φάρμακο (3.485) επιπρόσθετα στην καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή στοχεύοντας τα τοπικά πρότυπα για την HbA1c, τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και τη νεφρική νόσο. Ο πληθυσμός της μελέτης συμπεριέλαβε 1.211 (17,4%) ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών και 4.348 (62,3%) ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Περίπου 19% του πληθυσμού είχαν eGFR ≥ 45 έως < 60 ml/min/1,73 m2, 28% του πληθυσμού είχαν eGFR ≥ 30 έως < 45 ml/min/1,73 m2 και 15% είχαν eGFR < 30 ml/min/1,73 m2. Η μέση HbA1c κατά την έναρξη ήταν 8,0%. Η μελέτη σχεδιάστηκε για να καταδείξει μη κατωτερότητα για το κύριο καρδιαγγειακό τελικό σημείο, το οποίο ήταν ένα σύνθετο της πρώτης εμφάνισης καρδιαγγειακού θανάτου ή μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (MI) ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (3P-MACE). Το νεφρικό σύνθετο τελικό σημείο καθορίστηκε ως νεφρικός θάνατος ή παρατεταμένη νεφροπάθεια τελικού σταδίου ή παρατεταμένη μείωση 40% ή περισσότερο του eGFR. Μετά από μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 2,2 ετών, η λιναγλιπτίνη, όταν προστέθηκε στη συνήθη θεραπευτική αγωγή, δεν αύξησε τον κίνδυνο μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων ή συμβάντων νεφρικής έκβασης. Δεν υπήρξε αυξημένος κίνδυνος νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια, το οποίο ήταν ένα πρόσθετο αξιολογημένο παρατηρούμενο τελικό σημείο σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπευτική αγωγή χωρίς λιναγλιπτίνη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 (βλ. πίνακα 2).
Πίνακας 2 Καρδιαγγειακές και νεφρικές εκβάσεις κατά ομάδα θεραπείας στη μελέτη CARMELINA
| Λιναγλιπτίνη 5 mg | Εικονικό φάρμακο | Αναλογία κινδύνου (95% CI) | |
|---|---|---|---|
| Αριθμός ασθενών | 3.494 | 3.485 | |
| Κύριο καρδιαγγειακό σύνθετο | 434 (12,4%) | 420 (12,1%) | 1,02 (0,89, 1,17)** |
| (καρδιαγγειακός θάνατος, μη | |||
| θανατηφόρο MI, μη θανατηφόρο | |||
| αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) | |||
| Δευτερεύον νεφρικό σύνθετο | 327 (9,4%) | 306 (8,8%) | 1,04 (0,89, 1,22) |
| (νεφρικός θάνατος, ESRD, | |||
| παρατεταμένη μείωση 40% του eGFR) | |||
| Θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας | 367 (10,5%) | 373 (10,7%) | 0,98 (0,84, 1,13) |
| Καρδιαγγειακός θάνατος | 255 (7,3%) | 264 (7,6%) | 0,96 (0,81, 1,14) |
| Νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια | 209 (6,0%) | 226 (6,5%) | 0,90 (0,74, 1,08) |
** Δοκιμή μη κατωτερότητας για να καταδειχθεί ότι το άνω όριο του 95% CI για τον λόγο κινδύνου είναι μικρότερο από 1,3 Στις αναλύσεις για την εξέλιξη της λευκωματουρίας (μεταβολή από νορμολευκωματουρία σε μικρολευκωματουρία ή μακρολευκωματουρία, ή από μικρολευκωματουρία σε μακρολευκωματουρία), ο εκτιμώμενος λόγος κινδύνου ήταν 0,86 (95% CI 0,78, 0,95) για τη λιναγλιπτίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου.
Μελέτη καρδιαγγειακής ασφάλειας της λιναγλιπτίνης (CAROLINA)
Η CAROLINA ήταν μια τυχαιοποιημένη μελέτη σε 6.033 ασθενείς με πρώιμο διαβήτη τύπου 2 και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο ή εγκατεστημένες επιπλοκές, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με λιναγλιπτίνη 5 mg (3.023) ή γλιμεπιρίδη 1-4 mg (3.010) επιπρόσθετα της καθιερωμένης θεραπευτικής αγωγής (συμπεριλαμβανομένης θεραπείας υποβάθρου με μετφορμίνη στο 83% των ασθενών) στοχεύοντας τα τοπικά πρότυπα για την HbA1c και τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Η μέση ηλικία για τον πληθυσμό της μελέτης ήταν τα 64 έτη και συμπεριλήφθηκαν 2.030 (34%) ασθενείς ηλικίας ≥ 70 ετών. Ο πληθυσμός της μελέτης συμπεριέλαβε 2.089 (35%) ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο και 1.130 (19%) ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία με eGFR < 60 ml/min/1,73 m2 κατά την έναρξη. Η μέση HbA1c κατά την έναρξη ήταν 7,15%. Η μελέτη σχεδιάστηκε για να καταδείξει μη κατωτερότητα για το κύριο καρδιαγγειακό τελικό σημείο, το οποίο ήταν ένα σύνθετο της πρώτης εμφάνισης καρδιαγγειακού θανάτου ή μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (MI) ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (3P-MACE). Μετά από μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 6,25 ετών, η λιναγλιπτίνη δεν αύξησε τον κίνδυνο μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων (βλ. πίνακα 3) σε σύγκριση με τη γλιμεπιρίδη. Τα αποτελέσματα ήταν συμβατά για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ή χωρίς μετφορμίνη.
Πίνακας 3 Μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα (MACE) και θνησιμότητα κατά ομάδα θεραπείας στη μελέτη CAROLINA
| Λιναγλιπτίνη 5 mg | Γλιμεπιρίδη (1-4 mg) | Αναλογία κινδύνου (95% CI) | |
|---|---|---|---|
| Αριθμός ασθενών | 3.023 | 3.010 | |
| Κύριο καρδιαγγειακό σύνθετο | 356 (11,8%) | 362 (12,0%) | 0,98 (0,84, 1,14)** |
| (καρδιαγγειακός θάνατος, μη θανατηφόρο έμφραγμα του | |||
| μυοκαρδίου, μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) | |||
| Θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας | 308 (10,2%) | 336 (11,2%) | 0,91 (0,78, 1,06) |
| Καρδιαγγειακός θάνατος | 169 (5,6%) | 168 (5,6%) | 1,00 (0,81, 1,24) |
| Νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια (HHF) | 112 (3,7%) | 92 (3,1%) | 1,21 (0,92, 1,59) |
** Δοκιμή μη κατωτερότητας για να καταδειχθεί ότι το άνω όριο του 95% CI για τον λόγο κινδύνου είναι μικρότερο από 1,3 Για ολόκληρη την περίοδο θεραπείας (διάμεσος χρόνος υπό θεραπεία 5,9 έτη), το ποσοτικό ποσοστό των ασθενών με μέτρια ή σοβαρή υπογλυκαιμία ήταν 6,5% με τη λιναγλιπτίνη έναντι 30,9% με τη γλιμεπιρίδη, ενώ σοβαρή υπογλυκαιμία παρουσιάστηκε στο 0,3% των ασθενών με τη λιναγλιπτίνη έναντι 2,2% με τη γλιμεπιρίδη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης 10 mg με πιθανή αύξηση της δόσης στα 25 mg ή της λιναγλιπτίνης 5 mg μία φορά την ημέρα μελετήθηκε σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 10 έως 17 ετών με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 σε μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη παράλληλων ομάδων (DINAMO) για 26 εβδομάδες, με μια διπλά τυφλή περίοδο επέκτασης της ασφάλειας της δραστικής θεραπείας έως 52 εβδομάδες. Η μέση HbA1c ήταν 8,03% κατά την έναρξη. Η θεραπεία με λιναγλιπτίνη 5 mg δεν παρείχε σημαντική βελτίωση στην HbA1c. Η διαφορά θεραπείας της προσαρμοσμένης μέσης μεταβολής στην HbA1c μετά από 26 εβδομάδες μεταξύ της λιναγλιπτίνης και του εικονικού φαρμάκου ήταν -0,34% (95% CI -0,99, 0,30· p = 0,2935). Η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή στην HbA1c από την αρχική τιμή ήταν 0,33% στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λιναγλιπτίνη και 0,68% στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (βλ. Δοσολογία).
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης έχει εκτεταμένα χαρακτηρισθεί σε υγιή άτομα και ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης 5 mg σε υγιείς εθελοντές ή ασθενείς, η λιναγλιπτίνη απορροφήθηκε ταχέως, με μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (διάμεση τιμή Tmax) να λαμβάνουν χώρα 1,5 ώρα μετά τη χορήγηση της δόσης. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της λιναγλιπτίνης μειώνονται με τριφασικό τρόπο με μεγάλο τελικό χρόνο ημιζωής (τελικός χρόνος ημιζωής της λιναγλιπτίνης πάνω από 100 ώρες), που κυρίως σχετίζεται με την ισχυρή, που μπορεί να κορεστεί, σύνδεση της λιναγλιπτίνης στο DPP-4 και δεν συμβάλλει στη συσσώρευση του φαρμακευτικού προϊόντος. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής για συσσώρευση της λιναγλιπτίνης, όπως προσδιορίσθηκε με από του στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων 5 mg λιναγλιπτίνης, είναι περίπου 12 ώρες. Μετά από χορήγηση 5 mg λιναγλιπτίνης μία φορά την ημέρα, οι συγκεντρώσεις πλάσματος στη σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται με την τρίτη δόση. Η AUC πλάσματος της λιναγλιπτίνης αυξήθηκε κατά περίπου 33% μετά από δόσεις των 5 mg στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε σύγκριση με την πρώτη δόση. Οι ενδοατομικοί και οι διατομικοί συντελεστές μεταβλητότητας της AUC της λιναγλιπτίνης ήταν χαμηλοί (12,6% και 28,5%, αντίστοιχα). Λόγω του ότι η σύνδεση της λιναγλιπτίνης στο DPP-4 είναι εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση τη συνολική έκθεση δεν είναι γραμμική. Πράγματι, η συνολική AUC πλάσματος της λιναγλιπτίνης αυξήθηκε λιγότερο σε σχέση με την κινητική που είναι ανάλογη της δόσης, ενώ η μη συνδεδεμένη AUC αυξάνεται περίπου ανάλογα της δόσης. Η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης ήταν γενικά παρόμοια σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λιναγλιπτίνης είναι περίπου 30%. Η συγχορήγηση ενός γεύματος πλούσιου σε λιπαρά με τη λιναγλιπτίνη παρέτεινε τον χρόνο επίτευξης της Cmax κατά 2 ώρες και μείωσε τη Cmax κατά 15% αλλά δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην AUC0-72h. Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική επίδραση των μεταβολών της Cmax και του Tmax. Ως εκ τούτου, η λιναγλιπτίνη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ως αποτέλεσμα της σύνδεσης στους ιστούς, ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5 mg λιναγλιπτίνης σε υγιή άτομα είναι περίπου 1.110 λίτρα, κάτι που δείχνει ότι η λιναγλιπτίνη κατανέμεται εκτεταμένα στους ιστούς. Η σύνδεση της λιναγλιπτίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος εξαρτάται από τη συγκέντρωση, μειούμενη από περίπου 99% σε 1 nmol/l στο 75-89% σε ≥ 30 nmol/l, κάτι που αντικατοπτρίζει κορεσμό της σύνδεσης στο DPP-4 με αύξηση της συγκέντρωσης της λιναγλιπτίνης. Σε υψηλές συγκεντρώσεις, όπου το DPP-4 είναι πλήρως κορεσμένο, το 70-80% της λιναγλιπτίνης συνδέθηκε σε πρωτεΐνες του πλάσματος άλλες από το DPP-4, κι έτσι το 30-20% ήταν μη συνδεδεμένο στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός
Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης 10 mg λιναγλιπτίνης επισημασμένης με [14C], περίπου 5% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα. Ο μεταβολισμός παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην αποβολή της λιναγλιπτίνης. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση με σχετική έκθεση στη λιναγλιπτίνη 13,3% ανιχνεύθηκε ένας κύριος μεταβολίτης, ο οποίος ευρέθη ότι είναι φαρμακολογικά αδρανής και ως εκ τούτου δεν συμβάλλει στη ανασταλτική δραστηριότητα της λιναγλιπτίνης για το DPP-4 πλάσματος.
Αποβολή
Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης λιναγλιπτίνης επισημασμένης με [14C], σε υγιή άτομα, περίπου το 85% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα κόπρανα (80%) ή στα ούρα (5%) εντός 4 ημερών από τη χορήγηση. Η νεφρική κάθαρση στη σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν περίπου 70 ml/min.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Μια πολλαπλής δόσης, ανοικτής επισήμανσης μελέτη διεξήχθη προκειμένου να εκτιμηθεί η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης (δόση 5 mg) σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας σε σύγκριση με υγιή άτομα ελέγχου. Η μελέτη περιελάμβανε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ταξινομημένη με βάση την κάθαρση κρεατινίνης ως ήπια (50 έως < 80 ml/min), μέτρια (30 έως < 50 ml/min) και σοβαρή (< 30 ml/min), καθώς και ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) που υποβάλλονται σε αιμοδιαπίδυση. Επιπρόσθετα, ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (< 30 ml/min) συγκρίθηκαν με ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 και φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η κάθαρση κρεατινίνης υπολογίστηκε μέσω μετρήσεων της 24-ωρης κάθαρσης κρεατινίνης ή εκτιμήθηκε από την κρεατινίνη του ορού με βάση τον τύπο των Cockcroft-Gault: CrCl = (140 - ηλικία) × βάρος/72 × κρεατινίνη ορού [× 0,85 για γυναίκες], όπου η ηλικία είναι σε έτη, το βάρος σε kg και η κρεατινίνη ορού σε mg/dl. Υπό συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης, η έκθεση στη λιναγλιπτίνη σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμη με αυτή των υγιών ατόμων. Σε μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, μια μέτρια αύξηση στην έκθεση, περίπου 1,7 φορές, παρατηρήθηκε σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Η έκθεση σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2, με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια αυξήθηκε κατά περίπου 1,4 φορές σε σύγκριση με ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι προβλέψεις για την AUC της λιναγλιπτίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) έδειξαν συγκρίσιμη έκθεση με αυτή ασθενών με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Επιπρόσθετα, η λιναγλιπτίνη δεν αναμένεται να αποβάλλεται σε θεραπευτικά σημαντικό βαθμό μέσω αιμοδιαπίδυσης ή περιτοναϊκής διαπίδυσης (κάθαρσης). Ως εκ τούτου, δεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης της λιναγλιπτίνης σε ασθενείς με οποιονδήποτε βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε μη διαβητικούς ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η μέση AUC και Cmax της λιναγλιπτίνης ήταν παρόμοιες με αυτές των υγιών αντιστοιχισμένων ατόμων ελέγχου μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων 5 mg λιναγλιπτίνης. Δεν προτείνεται ρύθμιση της δοσολογίας της λιναγλιπτίνης για διαβητικούς ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Δείκτης Μάζας Σώματος (BMI) Δεν είναι απαραίτητη ρύθμιση της δοσολογίας με βάση τον Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI). Ο ΒΜΙ δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των δεδομένων φάσης Ι και φάσης ΙΙ. Οι κλινικές δοκιμές πριν την Άδεια Κυκλοφορίας έχουν διεξαχθεί σε BMI έως 40 kg/m2.
Φύλο Δεν είναι απαραίτητη ρύθμιση της δοσολογίας με βάση το φύλο. Το φύλο δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των δεδομένων φάσης Ι και φάσης ΙΙ.
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με βάση την ηλικία έως 80 ετών, καθώς η ηλικία δεν είχε κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των δεδομένων φάσης Ι και φάσης ΙΙ. Τα ηλικιωμένα άτομα (65 έως 80 έτη, ο γηραιότερος ασθενής ήταν 78 ετών) είχαν συγκρίσιμες συγκεντρώσεις πλάσματος της λιναγλιπτίνης σε σύγκριση με νεότερα άτομα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μια παιδιατρική μελέτη φάσης ΙΙ εξέτασε τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική 1 mg και 5 mg λιναγλιπτίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας ≥ 10 έως < 18 ετών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αποκρίσεις που παρατηρήθηκαν ήταν συμβατές με εκείνες που απαντώνται στα ενήλικα άτομα. Λιναγλιπτίνη 5 mg κατέδειξε ανωτερότητα έναντι του 1 mg όσον αφορά την κατώτατη αναστολή της DPP-4 (72% έναντι 32%, p = 0,0050) και αριθμητικά μεγαλύτερη μείωση όσον αφορά την προσαρμοσμένη μέση μεταβολή από την αρχική τιμή στην HbA1c (-0,63% έναντι -0,48%, μη σημαντική). Λόγω της περιορισμένης φύσης του συνόλου των δεδομένων, τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Μια παιδιατρική μελέτη φάσης III εξέτασε τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική (μεταβολή στην HbA1c από την αρχική τιμή) 5 mg λιναγλιπτίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 10 έως 17 ετών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η παρατηρούμενη σχέση έκθεσης-απόκρισης ήταν γενικά συγκρίσιμη μεταξύ παιδιατρικών και ενηλίκων ασθενών, ωστόσο, με μικρότερη εκτιμώμενη επίδραση του φαρμάκου στα παιδιά. Η από του στόματος χορήγηση της λιναγλιπτίνης οδήγησε σε έκθεση εντός του εύρους που παρατηρήθηκε στους ενήλικες ασθενείς. Οι παρατηρούμενες γεωμετρικές μέσες κατώτατες συγκεντρώσεις και οι γεωμετρικές μέσες συγκεντρώσεις 1,5 ώρα μετά τη χορήγηση (που αντιπροσωπεύουν συγκέντρωση γύρω από τoν tmax) σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 4,30 nmol/l και 12,6 nmol/l, αντίστοιχα. Οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις πλάσματος σε ενήλικες ασθενείς ήταν 6,04 nmol/l και 15,1 nmol/l.
Φυλή Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με βάση τη φυλή. Η φυλή δεν είχε καμία εμφανή επίδραση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της λιναγλιπτίνης με βάση μια σύνθετη ανάλυση των διαθέσιμων φαρμακοκινητικών δεδομένων, που περιελάμβανε Καυκάσιους, Ισπανόφωνους, Αφρικανούς και Ασιάτες ασθενείς. Επιπρόσθετα, τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της λιναγλιπτίνης βρέθηκε ότι είναι παρόμοια σε εξειδικευμένες μελέτες φάσης Ι σε Ιάπωνες, Κινέζους και Καυκάσιους υγιείς εθελοντές.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, αναστολείς της διπεπτιδυλπεπτιδάσης 4 (DPP-4), κωδικός ATC: A10BH05 ### Μηχανισμός δράσης Η λιναγλιπτίνη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου DPP-4 (διπεπτιδυλπεπτιδάση 4, EC…
Φαρμακοκινητική Η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης έχει εκτεταμένα χαρακτηρισθεί σε υγιή άτομα και ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης 5 mg σε υγιείς εθελοντές ή ασθενείς, η λιναγλιπτίνη απορροφήθηκε ταχέως, με μέγιστες…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Μια από του στόματος δόση 5mg λιναγλιπτίνης οδηγεί σε >80% αναστολή της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης 4 (DPP-4) για ≥24 ώρες. Η αναστολή της DPP-4 αυξάνει τη συγκέντρωση του πεπτιδίου-1 που μοιάζει με γλυκαγόνη (GLP-1), οδηγώντας σε μειωμένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και γλυκόζη πλάσματος νηστείας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λιναγλιπτίνη είναι ένας ανταγωνιστικός, αναστρέψιμος αναστολέας της DPP-4. Η αναστολή αυτού του ενζύμου επιβραδύνει τη διάσπαση του GLP-1 και της γλυκοζοεξαρτώμενης ινσουλινοτροπικής πολυπεπτιδικής ουσίας (GIP). Τα GLP-1 και GIP διεγείρουν την απελευθέρωση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος, ενώ αναστέλλουν την απελευθέρωση γλυκαγόνης από τα παγκρεατικά β-κύτταρα. Αυτές οι συνδυασμένες δράσεις μειώνουν τη διάσπαση του γλυκογόνου στο ήπαρ και αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης ως απόκριση στη γλυκόζη.
Η λιναγλιπτίνη είναι αναστολέας της DPP-4, ενός ενζύμου που αποδομεί τις ορμόνες ινκρετίνης: πεπτίδιο-1 που μοιάζει με γλυκαγόνη (GLP-1) και γλυκοζοεξαρτώμενη ινσουλινοτροπική πολυπεπτιδική ουσία (GIP). Έτσι, η λιναγλιπτίνη αυξάνει τις συγκεντρώσεις των ενεργών ορμονών ινκρετίνης, διεγείροντας την απελευθέρωση ινσουλίνης με τρόπο εξαρτώμενο από τη γλυκόζη και μειώνοντας τα επίπεδα γλυκαγόνης στην κυκλοφορία. Και οι δύο ορμόνες ινκρετίνης εμπλέκονται στη φυσιολογική ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Οι ορμόνες ινκρετίνης εκκρίνονται σε χαμηλό βασικό επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και τα επίπεδα αυξάνονται αμέσως μετά τη λήψη τροφής. Τα GLP-1 και GIP αυξάνουν τη βιοσύνθεση και την έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος παρουσία φυσιολογικών και αυξημένων επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Επιπλέον, το GLP-1 μειώνει επίσης την έκκριση γλυκαγόνης από τα α-κύτταρα του παγκρέατος, με αποτέλεσμα τη μείωση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της λιναγλιπτίνης είναι 30%.
Το 84,7% της λιναγλιπτίνης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 5,4% απεκκρίνεται στα ούρα.
Μια εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5mg οδηγεί σε όγκο κατανομής 1110L. Ωστόσο, μια ενδοφλέβια έγχυση 0,5-10mg οδηγεί σε όγκο κατανομής 380-1540L.
Η συνολική κάθαρση της λιναγλιπτίνης είναι 374mL/min.
Διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση λιναγλιπτίνης στο γάλα με λόγο γάλα προς πλάσμα 4:1.
Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 5 mg σε υγιείς εθελοντές, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της λιναγλιπτίνης παρατηρήθηκαν περίπου 1,5 ώρα μετά τη δόση (Tmax). Η μέση περιοχή υπό την καμπύλη (AUC) ήταν 139 nmol*h/L και η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) ήταν 8,9 nmol/L.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λιναγλιπτίνης είναι περίπου 30%. Ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε το Cmax κατά 15% και αύξησε το AUC κατά 4%. Αυτή η επίδραση δεν είναι κλινικά σημαντική. Το Tradjenta μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Μετά τη χορήγηση μιας δόσης (14C)-λιναγλιπτίνης από το στόμα σε υγιείς εθελοντές, περίπου το 85% της χορηγούμενης ραδιενέργειας απεκκρίθηκε μέσω του εντεροηπατικού συστήματος (80%) ή των ούρων (5%) εντός 4 ημερών από τη χορήγηση. Η νεφρική κάθαρση σε κατάσταση ισορροπίας ήταν περίπου 70 mL/min.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για τη Λιναγλιπτίνη (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η λιναγλιπτίνη συνδέεται με πρωτεΐνες σε ποσοστό 99% σε συγκέντρωση 1nmol/L και 75-89% σε συγκέντρωση >30nmol/L.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μια από του στόματος δόση λιναγλιπτίνης απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα. Το 90% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα και στα κόπρανα. Ο κύριος μεταβολίτης στο πλάσμα είναι ο CD1790 και ο κύριος μεταβολίτης που ανακτήθηκε μετά την απέκκριση ήταν ο M489(1). Άλλοι μεταβολίτες παράγονται μέσω οξείδωσης, οξειδωτικής αποδόμησης, Ν-ακετυλίωσης, γλυκουρονιδίωσης και σχηματισμού συζεύγματος κυστεΐνης. Άλλοι μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί μέσω φασματομετρίας μάζας, αν και δεν προσδιορίστηκαν δομές. Ο μεταβολισμός της λιναγλιπτίνης μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P450 3A4, τις αλδο-κετο αναγωγάσες και τις καρβονυλικές αναγωγάσες.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η πλειοψηφία (περίπου 90%) της λιναγλιπτίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη, υποδεικνύοντας ότι ο μεταβολισμός αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής. Ένα μικρό κλάσμα της απορροφηθείσας λιναγλιπτίνης μεταβολίζεται σε φαρμακολογικά ανενεργό μεταβολίτη, ο οποίος παρουσιάζει έκθεση σε κατάσταση ισορροπίας 13,3% σε σχέση με τη λιναγλιπτίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής της λιναγλιπτίνης είναι 155 ώρες.
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για τη συσσώρευση της λιναγλιπτίνης, όπως προσδιορίστηκε από από του στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων λιναγλιπτίνης 5 mg, είναι περίπου 12 ώρες.
Οι συγκεντρώσεις της λιναγλιπτίνης στο πλάσμα μειώνονται τουλάχιστον διφασικά με μακρύ τερματικό χρόνο ημίσειας ζωής (>100 ώρες), που σχετίζεται με τον κορεσμό της σύνδεσης της λιναγλιπτίνης με την DPP-4.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Πεπτίδια που διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος μετά τη λήψη τροφής από το στόμα ή μετά τα γεύματα.
Ενώσεις που καταστέλλουν την αποδόμηση των ινκρετινών, αναστέλλοντας τη δράση της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης IV. Αυτό βοηθά στη διόρθωση της διαταραγμένης έκκρισης ινσουλίνης και γλυκαγόνης που χαρακτηρίζει τον ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλοντας την έκκριση γλυκαγόνης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
3X29ZEJ4R2
LINAGLIPTIN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4
Η λιναγλιπτίνη είναι Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4. Ο μηχανισμός δράσης της λιναγλιπτίνης είναι ως Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4.
LINAGLIPTIN
Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4 [EPC]; Αναστολείς Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10BH05ΣΔ τύπου 1
- Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
Δοσολογία: — · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Πεπτίδια που διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος μετά τη λήψη τροφής από το στόμα ή μετά τα γεύματα.
Ενώσεις που καταστέλλουν την αποδόμηση των ινκρετινών, αναστέλλοντας τη δράση της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης IV. Αυτό βοηθά στη διόρθωση της διαταραγμένης έκκρισης ινσουλίνης και γλυκαγόνης που χαρακτηρίζει τον ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλοντας την έκκριση γλυκαγόνης.