PITAVASTATIN
Πιταβαστίνη
**Φαρμακοδυναμική** Η πιταβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει τη ρεδουκτάση HMG-CoA. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απωλιποπρωτεΐνης Β …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-LIVAZO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: Οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή. Είναι επιθυμητό ο ασθενής να παίρνει το δισκίο την ίδια ώρα κάθε ημέρα.
- Δόση έναρξης: 1 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο.
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση4 mgΗ προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή.
-
Ηλικιωμένοι (άνω των 70 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά και έφηβοι (6 ετών και άνω) με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΔόση1 mg μία φορά την ημέραΗ προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή.
-
Παιδιά (6 έως 9 ετών)Μέγ. δόση2 mg
-
Παιδιά (10 ετών και άνω)Μέγ. δόση4 mg
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μετρίου βαθμού μειωμένη ηπατική λειτουργίαΜέγ. δόση2 mgΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται. Απαιτείται στενή παρακολούθηση.
block
SPC-LIVAZO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην πιταβαστατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε άλλες στατίνες
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο)
-
Μυοπάθεια
-
Ταυτόχρονη λήψη κυκλοσπορίνης
-
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του θηλασμού και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
warning
SPC-LIVAZO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Mυϊκές επιδράσειςΝα ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα. Να μετριούνται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης (CK) σε οποιονδήποτε ασθενή αναφέρει μυϊκό πόνο, μυϊκή ευαισθησία ή αδυναμία, ιδιαίτερα αν αυτό συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό. Η κινάση της κρεατινίνης δεν πρέπει να μετράται μετά από έντονη άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης πιθανής αιτίας αύξησης της CK που ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση στην ερμηνεία του αποτελέσματος. Όταν παρατηρούνται αυξημένες συγκεντρώσεις της CK (μεγαλύτερες από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου), πρέπει να διενεργείται μια δοκιμή επιβεβαίωσης εντός 5 έως 7 ημερών. Η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης Livazo και φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Θα πρέπει να μετριούνται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης και η θεραπεία να διακόπτεται αν τα επίπεδα της CK είναι αυξημένα (μεγαλύτερα από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου). Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, ακόμα και αν τα επίπεδα της CK είναι μικρότερα ή ίσα από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επιστρέψουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί η επαναχορήγηση του Livazo σε δόση 1 mg και υπό στενή παρακολούθηση.
-
Ηπατικές επιδράσειςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή σε ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά υπερβολικές ποσότητες οινοπνευματωδών. Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να διενεργούνται πριν την έναρξη της θεραπείας με Livazo και ακολούθως, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η θεραπεία με Livazo πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που έχουν μια επιμένουσα αύξηση στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και AST) που υπερβαίνει το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων.
-
Νεφρικές επιδράσειςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μετρίου βαθμού ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο υπό στενή παρακολούθηση.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςΟι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, Δείκτης Μάζας Σώματος > 30 kg/m, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση), πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΕάν υπάρχει υποψία ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΟι έφηβες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Livazo.
-
Άλλες επιδράσειςΜια προσωρινή διακοπή του Livazo συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύ. Το Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που παίρνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν μυοπάθεια (π.χ. φιμπράτες ή νιασίνη).
-
ΈκδοχαΤα δισκία περιέχουν λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-LIVAZO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑύξηση κατά 4,6 φορές της AUC της πιταβαστατίνης
-
προσοχήΑύξηση κατά 2,8 φορές στην AUC της πιταβαστατίνηςΣύστασηΣυνιστάται προσωρινή διακοπή του Livazo κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά.
-
προσοχήΑύξηση κατά 1,4 φορές της AUC της πιταβαστατίνηςΣύστασηΤο Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φιμπράτες.
-
ΦαινοφιμπράτηπροσοχήΑύξηση κατά 1,2 φορές της AUC της πιταβαστατίνηςΣύστασηΤο Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φιμπράτες.
-
ΝιασίνηπροσοχήΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης. Η χρήση της νιασίνης έχει συσχετιστεί με μυοπάθεια και ραβδομυόλυση.ΣύστασηΤο Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με νιασίνη.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΕάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με Livazo πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
παρακολούθησηΑύξηση κατά 1,3 φορές της AUC της πιταβαστατίνης λόγω της μειωμένης ηπατικής πρόσληψης.
-
Αναστολείς πρωτεάσηςπαρακολούθησηΜικρές μεταβολές της AUC της πιταβαστατίνης.
-
παρακολούθησηΚαμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της εζετιμίμπης ή της πιταβαστατίνης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς του CYP3A4παρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΔεν αλληλεπίδρασε με το Livazo.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάστηκε η φαρμακοκινητική και η φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη πρέπει να έχουν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR υπό παρακολούθηση όταν προστίθεται Livazo στη θεραπεία τους.
sick
SPC-LIVAZO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ανορεξία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπνηλία
- Υπαισθησία
- Οπτική οξύτητα μειωμένη
- Εμβοές
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Γλωσσοδυνία
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική
- Ηπατική διαταραχή
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Πολυουρία
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Αυξημένα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης του αίματος >3πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου
- Επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης ≥10πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου με συνοδά μυϊκά συμπτώματα
- Ραβδομυόλυση χρήζουσα νοσηλείας
- Μυαλγία (αυθόρμητες αναφορές)
- Μυοπάθεια (αυθόρμητες αναφορές)
- Ραβδομυόλυση (αυθόρμητες αναφορές)
- Κεφαλαλγία
- Μυαλγία
- Κοιλιακό άλγος
- Διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτών
- Απώλεια μνήμης
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Κατάθλιψη
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Σακχαρώδης διαβήτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟπτική οξύτητα μειωμένηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΓλωσσοδυνίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού και οστικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού και οστικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού και οστικές διαταραχές
-
Μη γνωστή συχνότηταΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού και οστικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠολυουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
1,8%Αυξημένα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης του αίματος >3πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίουΜυοσκελετικό σύστημα
-
0,04%Επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης ≥10πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου με συνοδά μυϊκά συμπτώματαΜυοσκελετικό σύστημα
-
4,9%ΚεφαλαλγίαΠαιδιατρικός πληθυσμός
-
2,1%ΜυαλγίαΠαιδιατρικός πληθυσμός
-
4,9%Κοιλιακό άλγοςΠαιδιατρικός πληθυσμός
-
ΣπάνιεςΗπατική λειτουργία μη φυσιολογικήΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατική διαταραχήΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
0,01%Ραβδομυόλυση χρήζουσα νοσηλείαςΜυοσκελετικό σύστημα
-
Μη γνωστήΜυαλγία (αυθόρμητες αναφορές)Μυοσκελετικό σύστημα
-
Μη γνωστήΜυοπάθεια (αυθόρμητες αναφορές)Μυοσκελετικό σύστημα
-
Μη γνωστήΡαβδομυόλυση (αυθόρμητες αναφορές)Μυοσκελετικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή δυσφορίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστήΔιαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτώνΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
Μη γνωστήΑπώλεια μνήμηςΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
Μη γνωστήΣεξουαλική δυσλειτουργίαΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
Μη γνωστήΚατάθλιψηΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
Εξαρτάται από παράγοντες κινδύνουΣακχαρώδης διαβήτηςΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
pregnant_woman
SPC-LIVAZO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Livazo. Επειδή η χοληστερόλη και τα άλλα προϊόντα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι βασικής σημασίας για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος για αναστολή της αναγωγάσης του HMG-CoA υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση (βλ. παράγραφο 5.3). Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη σύλληψη. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί Livazo, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα επί του παρόντος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LIVAZO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA Κωδικός ATC: C10A A08 ### Μηχανισμός δράσης Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που καθορίζει την ταχύτητα της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και…
biotech
SPC-LIVAZO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση: Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LIVAZO
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Οι ασθενείς θα πρέπει να ακολουθούν υπολιπιδαιμική δίαιτα πριν τη θεραπεία. Είναι σημαντικό όλοι οι ασθενείς να συνεχίζουν τον έλεγχο της διατροφής τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η συνήθης δόση έναρξης είναι 1 mg μία φορά την ημέρα. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 ετών και άνω: Η χρήση του Livazo σε παιδιά θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και η πρόοδος θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά. Σε παιδιά και εφήβους με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία η συνήθης δόση έναρξης είναι 1 mg μία φορά την ημέρα. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή. Σε παιδιά ηλικίας 6 έως 9 ετών η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg. Σε παιδιά ηλικίας 10 ετών ή άνω η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Livazo σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια νεφρική δυσλειτουργία αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Τα δεδομένα για τη δόση των 4 mg σε όλους τους βαθμούς της μειωμένης νεφρικής λειτουργίας είναι περιορισμένα. Ως εκ τούτου, η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης. Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με ήπια έως μετρίου βαθμού μειωμένη ηπατική λειτουργία
Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με ήπια έως μετρίου βαθμού μειωμένη ηπατική λειτουργία. Μπορεί να χορηγηθεί μια μέγιστη ημερήσια δόση 2 mg υπό στενή παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης
Μόνο για από στόματος χρήση και πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο. Το Livazo μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή. Είναι επιθυμητό ο ασθενής να παίρνει το δισκίο την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Η θεραπεία με στατίνες είναι γενικά πιο αποτελεσματική το βράδυ λόγω του κιρκάδιου ρυθμού του μεταβολισμού των λιπιδίων. Εάν ένα παιδί ή ένας έφηβος αδυνατεί να καταπιεί το δισκίο, όπου είναι αναγκαίο, το δισκίο μπορεί να διαλυθεί σε ένα ποτήρι νερό και να ληφθεί αμέσως. Για να διασφαλιστεί η ακριβής δοσολογία, μια δεύτερη ποσότητα νερού θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να ξεπλυθεί το ποτήρι και να καταποθεί αμέσως. Τα δισκία δεν πρέπει να διαλύονται σε όξινους χυμούς φρούτων ή γάλα.
block
Αντενδείξεις
SPC-LIVAZO
expand_more
Αντενδείξεις
Το Livazo αντενδείκνυται:
- σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην πιταβαστατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε άλλες στατίνες
- σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο)
- σε ασθενείς με μυοπάθεια
- σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κυκλοσπορίνη
- κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του θηλασμού και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LIVAZO
expand_more
Προειδοποιήσεις
Mυϊκές επιδράσεις
Όπως και για άλλους αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA (στατίνες), υπάρχει ενδεχόμενο εμφάνισης μυαλγίας, μυοπάθειας και, σπάνια, ραβδομυόλυσης. Θα πρέπει να ζητηθεί από τους ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα. Τα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης (CK) πρέπει να μετριούνται σε οποιονδήποτε ασθενή αναφέρει μυϊκό πόνο, μυϊκή ευαισθησία ή αδυναμία, ιδιαίτερα αν αυτό συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό. Η κινάση της κρεατινίνης δεν πρέπει να μετράται μετά από έντονη άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης πιθανής αιτίας αύξησης της CK που ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση στην ερμηνεία του αποτελέσματος. Όταν παρατηρούνται αυξημένες συγκεντρώσεις της CK (μεγαλύτερες από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου), πρέπει να διενεργείται μια δοκιμή επιβεβαίωσης εντός 5 έως 7 ημερών. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες, ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας. Η ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια κλινικά χαρακτηρίζεται από επιμένουσα αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες.Το Livazo δεν πρέπει να συγχορηγείται με τα συστηματικώς χορηγούμενες μορφές φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς όπου η χρήση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων κάποιων θανατηφόρων εκβάσεων) σε ασθενείς που λάμβαναν φουσιδικό οξύ σε συνδυασμό με στατίνες (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης Livazo και φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
Πριν τη θεραπεία
Όπως και οι άλλες στατίνες, έτσι και το Livazo πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυση. Θα πρέπει να μετρηθεί το επίπεδο κινάσης της κρεατινίνης, για τον καθορισμό ενός αρχικού επιπέδου αναφοράς, στις ακόλουθες καταστάσεις:
- νεφρική δυσλειτουργία,
- υποθυρεοειδισμός,
- ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών,
- προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με φιμπράτη ή άλλη στατίνη,
- ιστορικό ηπατικής νόσου ή κατάχρησης οινοπνευματωδών,
- ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 70 ετών) με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ραβδομυόλυση. Σε τέτοιες καταστάσεις, συνιστάται κλινική παρακολούθηση και πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος της θεραπείας σε σχέση με το δυνητικό όφελος. Η θεραπεία με το Livazo δεν πρέπει να ξεκινήσει αν οι τιμές της CK είναι μεγαλύτερες από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Θα πρέπει να μετριούνται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης και η θεραπεία να διακόπτεται αν τα επίπεδα της CK είναι αυξημένα (μεγαλύτερα από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου). Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, ακόμα και αν τα επίπεδα της CK είναι μικρότερα ή ίσα από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επιστρέψουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί η επαναχορήγηση του Livazo σε δόση 1 mg και υπό στενή παρακολούθηση.
Ηπατικές επιδράσεις
Όπως και οι άλλες στατίνες, έτσι και το Livazo πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή σε ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά υπερβολικές ποσότητες οινοπνευματωδών. Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να διενεργούνται πριν την έναρξη της θεραπείας με Livazo και ακολούθως, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η θεραπεία με Livazo πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που έχουν μια επιμένουσα αύξηση στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και AST) που υπερβαίνει το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων.
Νεφρικές επιδράσεις
Το Livazo πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μετρίου βαθμού ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο υπό στενή παρακολούθηση. Η δόση 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Σακχαρώδης Διαβήτης
Κάποια στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι στατίνες ως κατηγορία αυξάνουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και σε κάποιους ασθενείς, οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο μελλοντικής εμφάνισης διαβήτη, μπορεί να προκαλέσουν επίπεδα υπεργλυκαιμίας, για τα οποία απαιτείται η καθιερωμένη αντιμετώπιση του διαβήτη. Αυτός ο κίνδυνος ωστόσο, αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου από τη χρήση στατινών και συνεπώς δεν πρέπει να αποτελεί αιτία για τη διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, Δείκτης Μάζας Σώματος > 30 kg/m , αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση), πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ωστόσο, δεν έχει υπάρξει επιβεβαιωμένη ένδειξη κινδύνου εμφάνισης διαβήτη με την πιταβαστατίνη είτε σε μελέτες παρακολούθησης της ασφάλειας μετά την κυκλοφορία στην αγορά είτε σε προοπτικές μελέτες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Διάμεση πνευμονοπάθεια
Εξαιρετικά σπάνια περιστατικά διάμεσης πνευμονοπάθειας έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες, ιδιαίτερα με μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα εμφανή συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετό). Εάν υπάρχει υποψία ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια επίδραση στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανση σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών ή άνω που λαμβάνουν Livazo. Οι έφηβες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Livazo (βλ. Αντενδείξεις, Κύηση και γαλουχία).
Άλλες επιδράσεις
Μια προσωρινή διακοπή του Livazo συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Το Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που παίρνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν μυοπάθεια (π.χ. φιμπράτες ή νιασίνη, βλ. Αλληλεπιδράσεις). Τα δισκία περιέχουν λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LIVAZO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ανθρώπινα ηπατοκύτταρα με πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς (συμπεριλαμβανομένου του πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων, OATP) που ενδέχεται να εμπλέκονται σε κάποιες από τις ακόλουθες αλληλεπιδράσεις.
- Κυκλοσπορίνη: Η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης κυκλοσπορίνης με Livazo σε σταθεροποιημένη κατάσταση οδήγησε σε αύξηση κατά 4,6 φορές της AUC της πιταβαστατίνης. Το Livazo αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κυκλοσπορίνη (βλ. Αντενδείξεις).
- Ερυθρομυκίνη: Η συγχορήγηση με Livazo οδήγησε σε αύξηση κατά 2,8 φορές στην AUC της πιταβαστατίνης. Συνιστάται προσωρινή διακοπή του Livazo κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά.
- Γεμφιβροζίλη και άλλες φιμπράτες: Η συγχορήγηση φιμπρατών με στατίνες έχει συσχετισθεί με αυξημένη μυοπάθεια και ραβδομυόλυση. Το Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φιμπράτες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η συγχορήγηση του Livazo με γεμφιβροζίλη οδήγησε σε αύξηση κατά 1,4 φορές της AUC της πιταβαστατίνης ενώ με φαινοφιμπράτη η AUC αυξήθηκε κατά 1,2 φορές.
- Νιασίνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με Livazo και νιασίνη. Το Livazo πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με νιασίνη.
- Φουσιδικό οξύ: Ο κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, ενδέχεται να αυξηθεί κατά τη συγχορήγηση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος με στατίνες. Εάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με Livazo πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ριφαμπικίνη: Η συγχορήγηση ταυτοχρόνως με Livazo οδήγησε σε αύξηση κατά 1,3 φορές της AUC της πιταβαστατίνης λόγω της μειωμένης ηπατικής πρόσληψης.
- Αναστολείς πρωτεάσης: Η συγχορήγηση ταυτοχρόνως με Livazo μπορεί να οδηγήσει σε μικρές μεταβολές της AUC της πιταβαστατίνης.
- Εζετιμίμπη: Η συγχορήγηση του Livazo δεν είχε καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της εζετιμίμπης ή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη της στο πλάσμα και η εζετιμίμπη δεν είχε καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα.
- Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, χυμός γκρέιπφρουτ): Δεν είχαν καμία κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα.
- Διγοξίνη: Δεν αλληλεπίδρασε με το Livazo. Κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές τόσο στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης όσο και στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης.
- Βαρφαρίνη: Η φαρμακοκινητική και η φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση Livazo 4 mg ημερησίως. Ωστόσο, οι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη πρέπει να έχουν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR υπό παρακολούθηση όταν προστίθεται Livazo στη θεραπεία τους.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Η έκταση των αλληλεπιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν είναι γνωστή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LIVAZO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, στις συνιστώμενες δόσεις, λιγότεροι από το 4% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με το Livazo αποχώρησαν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με την πιταβαστατίνη σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές ήταν η μυαλγία.
Σύνοψη ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι συχνότητες που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και μελέτες επέκτασης σε παγκόσμιο επίπεδο στις συνιστώμενες δόσεις, αναγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές: Αναιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Όχι συχνές: Ανορεξία
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Κεφαλαλγία
- Όχι συχνές: Ζάλη, δυσγευσία, υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
- Σπάνιες: Οπτική οξύτητα μειωμένη
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Όχι συχνές: Εμβοές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συχνές: Δυσκοιλιότητα, διάρροια, δυσπεψία, ναυτία
- Όχι συχνές: Κοιλιακό άλγος, ξηροστομία, έμετος
- Σπάνιες: Γλωσσοδυνία, οξεία παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)
- Σπάνιες: Χολοστατικός ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: Κνησμός, εξάνθημα
- Σπάνιες: Κνίδωση, ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού και οστικές διαταραχές
- Συχνές: Μυαλγία, αρθραλγία
- Όχι συχνές: Μυϊκοί σπασμοί
- Μη γνωστή συχνότητα: Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: Πολυουρία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Όχι συχνές: Εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας, κόπωση, περιφερικό οίδημα
Αυξημένα επίπεδα της κινάσης της κρεατινίνης του αίματος >3πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου προέκυψαν σε 49 από τους 2800 (1,8%) ασθενείς που ελάμβαναν Livazo σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές. Επίπεδα ≥10πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου με συνοδά μυϊκά συμπτώματα ήταν σπάνια και παρατηρήθηκαν μόνο σε έναν ασθενή από τους 2406 που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με 4 mg Livazo (0,04%) στο πρόγραμμα των κλινικών δοκιμών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η βάση δεδομένων για την κλινική ασφάλεια περιλαμβάνει δεδομένα ασφάλειας για 142 παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν πιταβαστατίνη, μεταξύ των οποίων 87 ασθενείς ήταν ηλικίας 6 έως 11 ετών και 55 ασθενείς ήταν ηλικίας 12 έως 17 ετών. Συνολικά, 91 ασθενείς έλαβαν πιταβαστατίνη για 1 έτος, 12 ασθενείς έλαβαν πιταβαστατίνη για 2,5 έτη και 2 ασθενείς έλαβαν πιταβαστατίνη για 3 έτη. Λιγότερο από το 3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με πιταβαστατίνη διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την πιταβαστατίνη στο κλινικό πρόγραμμα ήταν κεφαλαλγία (4,9%), μυαλγία (2,1%) και κοιλιακό άλγος (4,9%). Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων, η συχνότητα, το είδος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και εφήβους αναμένονται να είναι παρόμοια με εκείνες των ενηλίκων.
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά
Μια προοπτική μελέτη παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά, διάρκειας δύο ετών, διεξήχθη σε περίπου 20.000 ασθενείς στην Ιαπωνία. Το 10,4% των ασθενών ανέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες για τις οποίες δεν μπορεί να αποκλειστεί αιτιολογική συσχέτιση με την πιταβαστατίνη και το 7,4% των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Το ποσοστό μυαλγίας ήταν 1,08%. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν στην πλειοψηφία τους ήπιες. Τα ποσοστά ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν υψηλότερα στα 2 έτη σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε φάρμακα (20,4%), ή ηπατικής ή νεφρικής νόσου (13,5%).
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις και οι συχνότητες με τις οποίες παρατηρήθηκαν στην προοπτική μελέτη παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά, αλλά όχι στις ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές σε παγκόσμιο επίπεδο, στις συνιστώμενες δόσεις, καταγράφονται παρακάτω.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σπάνιες: Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική, ηπατική διαταραχή
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Σπάνιες: Mυοπάθεια, ραβδομυόλυση
Στη μελέτη παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά, υπήρξαν δύο αναφορές ραβδομυόλυσης χρήζουσες νοσηλείας (0,01% των ασθενών). Επιπρόσθετα, υπήρξαν αυθόρμητες αναφορές μετά την κυκλοφορία στην αγορά αναφορικά με επιδράσεις στους σκελετικούς μύες, συμπεριλαμβανομένων μυαλγίας και μυοπάθειας σε ασθενείς υπό θεραπεία με Livazo σε όλες τις συνιστώμενες δόσεις. Ελήφθησαν επίσης αναφορές ραβδομυόλυσης, με και χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένης θανατηφόρου ραβδομυόλυσης.
Έχουν επίσης ληφθεί αυθόρμητες αναφορές των ακόλουθων συμβαμάτων (η συχνότητα εκτιμάται με βάση αυτή που παρατηρήθηκε κατά τις μελέτες μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά):
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Όχι συχνές: Υπαισθησία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Σπάνιες: Κοιλιακή δυσφορία
Επιδράσεις της κατηγορίας των στατινών Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με μερικές στατίνες:
- Διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτών
- Απώλεια μνήμης
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Κατάθλιψη
- Σπάνιες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ειδικά μετά από μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Σακχαρώδης διαβήτης: Η συχνότητα θα εξαρτηθεί από την παρουσία ή απουσία παραγόντων κινδύνου (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας ≥5,6 mmol/L, Δείκτης Μάζας Σώματος>30 kg/m , αυξημένα τριγλυκερίδια, ιστορικό υπέρτασης).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LIVAZO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το Livazo αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3).
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Livazo. Επειδή η χοληστερόλη και τα άλλα προϊόντα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι βασικής σημασίας για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος για αναστολή της αναγωγάσης του HMG-CoA υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση (βλ. παράγραφο 5.3).
Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη σύλληψη.
Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί Livazo, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Θηλασμός
Το Livazo αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
Η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα επί του παρόντος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LIVAZO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA
Κωδικός ATC: C10A A08
Μηχανισμός δράσης
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που καθορίζει την ταχύτητα της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και έτσι αναστέλλει τη σύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων LDL στο ήπαρ είναι αυξημένη, προάγοντας την πρόσληψη της κυκλοφορούσας LDL από το αίμα, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης (TC) και της LDL-χοληστερόλης (LDL-C) στο αίμα. Η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης της ηπατικής χοληστερόλης μειώνει την έκκριση της VLDL στο αίμα, μειώνοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Livazo μειώνει την αυξημένη LDL-C, την ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη (HDL-C). Μειώνει την Apo-B και προκαλεί ποικίλες αυξήσεις στην Apo-A1 (βλ. Πίνακα 1). Μειώνει επίσης τη μη-HDL-C και τα αυξημένα κλάσματα TC/HDL-C, και Apo-B/Apo-A1.
Πίνακας 1: Ανταπόκριση στη δόση σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (Προσαρμοσμένη μέση επί τοις εκατό μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για 12 εβδομάδες)
| Δόση | N | LDL-C | TC* | HDL-C | TG | Apo-B | Apo-A1 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Εικονικό φάρμακο | 51 | -4,0 | -1,3 | 2,5 | -2,1 | 0,3 | 3,2 |
| 1 mg | 52 | -33,3 | -22,8 | 9,4 | -14,8 | -24,1 | 8,5 |
| 2 mg | 49 | -38,2 | -26,1 | 9,0 | -17,4 | -30,4 | 5,6 |
| 4 mg | 50 | -46,5 | -32,5 | 8,3 | -21,2 | -36,1 | 4,7 |
*μη προσαρμοσμένη
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες όπου έλαβαν μέρος συνολικά 1687 ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων 1239 ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία στις θεραπευτικές δόσεις (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,8 mmol/L), το Livazo μείωσε σταθερά τις συγκεντρώσεις LDL-C, TC, μη-HDL-C, TG και Apo-B και αύξησε τις συγκεντρώσεις HDL-C και Apo-A1. Τα κλάσματα TC/HDL-C και Apo-B/Apo-A1 μειώθηκαν. Η LDL-C μειώθηκε κατά 38 έως 39% με Livazo 2 mg και 44 έως 45% με Livazo 4 mg. Η πλειοψηφία των ασθενών υπό θεραπεία με 2 mg πέτυχε το στόχο θεραπείας της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS) για LDL-C (<3 mmol/L).
Σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή σε 942 ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών (434 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Livazo 1 mg, 2 mg ή 4 mg) με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,2 mmol/L), οι τιμές LDL-C μειώθηκαν κατά 31%, 39,0% και 44,3%, αντίστοιχα, και περίπου το 90% των ασθενών πέτυχε το θεραπευτικό στόχο της EAS. Περισσότεροι από το 80% των ασθενών λάμβαναν συγχορηγούμενα φάρμακα, όμως η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας και λιγότεροι από το 5% των ασθενών αποσύρθηκαν από τη μελέτη λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα ευρήματα ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα ήταν παρόμοια σε ασθενείς στις διαφορετικές ηλικιακές υποομάδες (65-69, 70-74 και ≥75 ετών).
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές όπου έλαβαν μέρος συνολικά 761 ασθενείς (507 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Livazo 4 mg) οι οποίοι είχαν πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία ή μικτή δυσλιπιδαιμία, με 2 ή περισσότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,1 mmol/L), ή μικτή δυσλιπιδαιμία με διαβήτη τύπου 2 (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 3,6 mmol/L), περίπου το 80% πέτυχε το σχετικό στόχο της EAS (είτε 3 είτε 2,5 mmol/L, ανάλογα με τον κίνδυνο). Η LDL-C μειώθηκε κατά 44% και 41%, αντίστοιχα, στις ομάδες ασθενών.
Σε μακροχρόνιες μελέτες διάρκειας έως 60 εβδομάδων σε πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία, η επίτευξη του στόχου της EAS διατηρήθηκε μέσω επιμένουσων και σταθερών μειώσεων της LDL-C ενώ οι συγκεντρώσεις της HDL-C συνέχισαν να αυξάνονται. Σε μια μελέτη 1346 ασθενών που ολοκλήρωσαν 12 εβδομάδες θεραπείας με στατίνες (μείωση LDL-C 42,3%, επίτευξη στόχου της EAS 69%, αύξηση της HDL-C 5,6%), οι τιμές μετά από 52 επιπλέον εβδομάδες θεραπείας με πιταβαστατίνη 4 mg ήταν μείωση της LDL-C 42,9%, επίτευξη στόχου της EAS 74%, αύξηση της HDL-C 14,3%.
Σε μια επέκταση της μελέτης παρακολούθησης διάρκειας δύο ετών που διεξήχθη στην Ιαπωνία (LIVES-01, βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), 6.582 ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία που είχαν λάβει θεραπεία με πιταβαστατίνη 1, 2 ή 4 mg για 2 χρόνια, συνέχισαν τη θεραπεία για επιπλέον 3 χρόνια (5 χρόνια συνολικής θεραπείας). Κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης διάρκειας 5 ετών, η μείωση της LDL-C (-30,5%) διατηρήθηκε από τους 3 μήνες και για όλη τη διάρκεια της μελέτης, οι τιμές της HDL-C αυξήθηκαν κατά 1,7% στους 3 μήνες έως 5,7% στα 5 χρόνια, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις σε HDL-C να παρατηρούνται σε ασθενείς με χαμηλότερες αρχικές τιμές της HDL-C (<40 mg/dL), π.χ. παρατηρήθηκαν αυξήσεις στα επίπεδα στον ορό κατά 11,9% στους 3 μήνες έως 28,9% μετά από 5 χρόνια.
Αρτηριοσκλήρυνση Η μελέτη JAPAN-ACS συνέκρινε τις επιδράσεις της θεραπείας διάρκειας 8 έως 12 μηνών με πιταβαστατίνη 4 mg ή ατορβαστατίνη 20 mg στον όγκο της στεφανιαίας πλάκας σε 251 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση για Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο, καθοδηγούμενη από ενδαγγειακό υπερηχογράφημα. Αυτή η μελέτη κατέδειξε μείωση περίπου 17% στον όγκο της πλάκας για αμφότερες τις θεραπείες (-16,9 ± 13,9% με πιταβαστατίνη και -18,1 ± 14,2% με ατορβαστατίνη). Απεδείχθη μη κατωτερότητα μεταξύ της πιταβαστατίνης και της ατορβαστατίνης, και αντίστροφα. Και στις δύο περιπτώσεις, η υποχώρηση της πλάκας σχετίστηκε με αρνητική αναδιαμόρφωση του αγγείου (113,0 έως 105,4 mm ). Δεν υπήρξε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της LDL-C και της υποχώρησης της πλάκας στην εν λόγω μελέτη, σε αντίθεση με τα ευρήματα σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες. Οι επωφελείς επιδράσεις στη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί.
Σακχαρώδης διαβήτης Σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, προοπτική ελεγχόμενη μελέτη σε 1.269 Ιάπωνες ασθενείς με διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη, τυχαιοποιημένους σε τροποποίηση του τρόπου ζωής, με ή χωρίς Livazo 1 mg ή 2 mg ημερησίως, το 45,7% των ασθενών στην ομάδα ελέγχου εμφάνισε διαβήτη σε σύγκριση με το 39,9% των ασθενών στην ομάδα του Livazo σε χρονικό διάστημα 2,8 ετών, λόγος κινδύνου 0,82 [95% CI 0,68-0,99]. Μια μετα-ανάλυση 4.815 μη διαβητικών ασθενών που περιλαμβάνονταν σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες διπλά τυφλές μελέτες, διάρκειας τουλάχιστον 12 εβδομάδων (σταθμισμένη μέση διάρκεια παρακολούθησης 17,3 εβδομάδες [SD 17,7 εβδομάδες]), κατέδειξε ουδέτερη επίδραση του Livazo στον κίνδυνο νεοεμφανιζόμενου διαβήτη (το 0,98% των ασθενών στην ομάδα ελέγχου και το 0,50% των ασθενών στην ομάδα του Livazo εμφάνισαν διαβήτη, σχετικός κίνδυνος 0,70 [95% CI 0,30-1,61]) ενώ το 6,5% (103/1.579) των ασθενών στην ομάδα ελέγχου έλαβε αγωγή με εικονικό φάρμακο και οι υπόλοιποι έλαβαν αγωγή με στατίνες συμπεριλαμβανομένων ατορβαστατίνης, πραβαστατίνης και σιμβαστατίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη NK-104-4.01EU (n=106, 48 άνδρες και 58 γυναίκες) παιδιά και έφηβοι ασθενείς (ηλικίας ≥6 ετών και <17 ετών) με υψηλού κινδύνου υπερλιπιδαιμία (επίπεδα LDL-C στο πλάσμα σε κατάσταση νηστείας ≥160 mg/dL (4,1 mmol/L) ή LDL-C ≥130 mg/dL (3,4 mmol/L) με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου) έλαβαν πιταβαστατίνη 1 mg, 2 mg, 4 mg ή εικονικό φάρμακο ημερησίως για 12 εβδομάδες. Κατά την εισαγωγή στη μελέτη, η πλειονότητα των ασθενών είχε διαγνωστεί με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, περίπου το 41% των ασθενών ήταν ηλικίας 6 έως <10 ετών και περίπου το 20%, 9%, 12% και 9% ήταν σταδίου ΙΙ, ΙΙΙ, IV και V κατά Tanner, αντίστοιχα. Η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 23,5%, 30,1% και 39,3% από την πιταβαστατίνη 1, 2 και 4 mg, αντίστοιχα, σε σύγκριση με 1,0% για το εικονικό φάρμακο.
Σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, μελέτη επέκτασης και ασφάλειας NK-104-4.02EU διάρκειας 52 εβδομάδων (n=113, συμπεριλαμβανομένων 87 ασθενών από την ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, 55 άνδρες και 58 γυναίκες) παιδιά και έφηβοι ασθενείς (ηλικίας ≥6 ετών και <17 ετών) με υψηλού κινδύνου υπερλιπιδαιμία έλαβαν πιταβαστατίνη για 52 εβδομάδες. Όλοι οι ασθενείς ξεκίνησαν θεραπεία με πιταβαστατίνη 1 mg ημερησίως, και η δόση της πιταβαστατίνης θα μπορούσε να έχει τιτλοποιηθεί προς τα πάνω στα 2 mg και 4 mg προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της θεραπείας για βέλτιστη LDL-C <110 mg/dL (2,8 mmol/L) με βάση τις τιμές της LDL-C στις Εβδομάδες 4 και 8. Κατά την εισαγωγή στη μελέτη, περίπου το 37% των ασθενών ήταν ηλικίας 6 έως <10 ετών και περίπου το 22%, 11%, 12% και 13% ήταν σταδίου ΙΙ, ΙΙΙ, IV και V κατά Tanner, αντίστοιχα. Η πλειοψηφία των ασθενών (n=103) τιτλοποιήθηκαν προς τα πάνω στα 4 mg πιταβαστατίνης ημερησίως. Η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 37,8% στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52. Συνολικά, σε 47 ασθενείς (42,0%) επετεύχθη ο ελάχιστος στόχος της LDL-C κατά AHA (Αμερικανική Ένωση Καρδιολογίας) <130 mg/dL και σε 23 ασθενείς (20,5%) επετεύχθη ο ιδανικός στόχος της LDL-C κατά AHA <110 mg/dL την Εβδομάδα 52. Η μείωση στη μέση LDL-C στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52 ήταν 40,2% για ασθενείς ηλικίας ≥6 έως <10 ετών (n=42), 36,7% για ασθενείς ηλικίας ≥10 έως <16 ετών (n=61) και 34,5% για ασθενείς ηλικίας 16 έως <17 ετών (n=9). Το φύλο του ασθενούς δεν φάνηκε να έχει επίδραση στην απόκριση. Επιπλέον, η μέση TC μειώθηκε κατά 29,5% και η μέση TG μειώθηκε κατά 7,6% στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52.
Η Παιδιατρική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών και στη θεραπεία παιδιών όλων των ηλικιών με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LIVAZO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση:
Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο εισέρχεται στην εντεροηπατική κυκλοφορία και απορροφάται καλά από τη νήστιδα και τον ειλεό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιταβαστατίνης είναι 51%.
Κατανομή:
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως με αλβουμίνη και άλφα 1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 133 L. Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ηπατοκύτταρα, τη θέση δράσης και μεταβολισμού, από πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς περιλαμβανομένων των OATP1B1 και OATP1B3. Η AUC πλάσματος ποικίλλει με περίπου 4-πλάσιο εύρος μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων τιμών. Οι μελέτες με SLCO1B1 (το γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1) υποδηλώνουν ότι ο πολυμορφισμός αυτού του γονιδίου θα μπορούσε να ευθύνεται για μεγάλο μέρος της διακύμανσης της AUC. Η πιταβαστατίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης.
Βιομετασχηματισμός:
Η αμετάβλητη πιταβαστατίνη είναι η κυρίαρχη μορφή του φαρμάκου στο πλάσμα. O κύριος μεταβολίτης είναι μια αδρανής λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού τύπου γλυκουρονιδίου της πιταβαστατίνης από την UDP γλυκουρονική τρανσφεράση (UGT1A3 και 2B7). In vitro μελέτες, που χρησιμοποίησαν 13 ισομορφές ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 (CYP), υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της πιταβαστατίνης από το CYP είναι ελάχιστος, το CYP2C9 (και σε μικρότερο βαθμό το CYP2C8) είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης σε ελάσσονες μεταβολίτες.
Αποβολή:
H αμετάβλητη πιταβαστατίνη αποβάλλεται ταχέως από το ήπαρ στη χολή, αλλά υποβάλλεται σε εντεροηπατική επανακυκλοφορία, συμβάλλοντας στη διάρκεια της δράσης της. Λιγότερο από το 5% της πιταβαστατίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής από το πλάσμα ποικίλλει από 5,7 ώρες (εφάπαξ δόση) έως 8,9 ώρες (σταθεροποιημένη κατάσταση) και η φαινόμενη γεωμετρική μέση τιμή της από του στόματος κάθαρσης είναι 43,4L/h μετά από εφάπαξ δόση.
Επίδραση της τροφής:
Η μέγιστη συγκέντρωση της πιταβαστατίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 43% όταν αυτή ελήφθη με ένα πολύ λιπαρό γεύμα, αλλά η AUC δεν μεταβλήθηκε.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Η AUC της πιταβαστατίνης ήταν 1,3 φορές υψηλότερη σε ηλικιωμένα άτομα (≥65 ετών) σε σύγκριση με νέους εθελοντές. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του Livazo στους ηλικιωμένους ασθενείς.
- Φύλο: Η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε κατά 1,6 φορές στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του Livazo στις γυναίκες.
- Φυλή: Δεν υπήρξε διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της πιταβαστατίνης μεταξύ Ιαπώνων και Καυκάσιων υγιών εθελοντών όταν ελήφθησαν υπόψη η ηλικία και το σωματικό βάρος.
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Διατίθενται περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιά και εφήβους. Η συγκέντρωση στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης ήταν (αντιστρόφως) σχετιζόμενη με το σωματικό βάρος και μπορεί να είναι υψηλότερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.
- Νεφρική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική νόσο και σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση οι τιμές της AUC ήταν αυξημένες κατά 1,8-φορές και 1,7-φορές αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
- Ηπατική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία η AUC ήταν 1,6 φορές υψηλότερη εκείνης σε υγιή άτομα, ενώ για ασθενείς με μετρίου βαθμού (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 3,9 φορές υψηλότερη. Το Livazo αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πιταβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει τη ρεδουκτάση HMG-CoA. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απωλιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Ο λόγος ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα στεφανιαίας νόσου και οι υψηλοί λόγοι συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C συνδέονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας την LDL-C και τα TG και αυξάνοντας την HDL-C, η πιταβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.
Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ορόσημο ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης ικανότητάς τους να μειώνουν τη θνησιμότητα από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων και μη θανατηφόρων ΚΝ, καθώς και την ανάγκη για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο μείζονος αγγειακού συμβάντος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν σχετική μείωση 20%-22% στα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L στην LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους.
Επιδράσεις στους Σκελετικούς Μύες
Η πιταβαστατίνη μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια (μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού) και ραβδομυόλυση (με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς λόγω μυοσφαιρινουρίας). Σπάνιοι θάνατοι έχουν συμβεί ως αποτέλεσμα ραβδομυόλυσης με τη χρήση στατινών, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον ανεξέλεγκτο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Δεδομένου ότι δόσεις πιταβαστατίνης μεγαλύτερες από 4mg ημερησίως συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής μυοπάθειας, το έντυπο του προϊόντος συνιστά μέγιστη ημερήσια δόση 4mg μία φορά την ημέρα.
Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τηυτόχρονη χορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [fenofibrate], [niacin], [gemfibrozil] και [cyclosporine].
Περιστατικά μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με αναστολείς της ρεδουκτάσης HMG-CoA που χορηγούνται ταυτόχρονα με [colchicine], επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.
Δεδομένα πραγματικού κόσμου από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσουν μυϊκούς πόνους κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Αυξήσεις στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν αναφερθεί με την πιταβαστατίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αυξήσεις ήταν παροδικές και είτε υποχώρησαν είτε βελτιώθηκαν με τη συνεχιζόμενη θεραπεία ή μετά από σύντομη διακοπή της θεραπείας. Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για θανατηφόρα και μη θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που έλαβαν στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης.
Ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατικής βλάβης.
Αυξήσεις στα Επίπεδα HbA1c και Γλυκόζης Ορού σε Νηστεία
Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και γλυκόζης ορού σε νηστεία έχουν αναφερθεί με τις στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Βελτιστοποιήστε τα μέτρα του τρόπου ζωής, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής άσκησης, της διατήρησης υγιούς σωματικού βάρους και της υγιεινής διατροφής.
Μια μελέτη in vitro διαπίστωσε ότι η [atorvastatin], η [pravastatin], η [rosuvastatin] και η [pitavastatin] παρουσίασαν δοσοεξαρτώμενη κυτταροτοξική δράση στα ανθρώπινα β-κύτταρα νησιδίων του παγκρέατος, με μειώσεις στη βιωσιμότητα των κυττάρων κατά 32, 41, 34 και 29%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, τα ποσοστά έκκρισης ινσουλίνης μειώθηκαν κατά 34, 30, 27 και 19%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η πιταβαστατίνη είναι ένα φάρμακο της κατηγορίας των στατινών και ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμο Α) ρεδουκτάση, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η πιταβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ, μειώνοντας έτσι τα επίπεδα LDL-C στον κυκλοφορούντα αίμα.
Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι οι στατίνες ασκούν αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις λιποδιαλυτικές τους ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης.
Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί ότι δεσμεύουν αλλοστερικά το σύμπλοκο LFA-1 (β2-integrin function-associated antigen-1), το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη διακίνηση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.
Το ηπατικό ABC transporter A1 (ABCA1) (ATP-binding cassette transporter A1) παίζει βασικό ρόλο στην παραγωγή λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL) μέσω της λιπιδίωσης της απωλιποπρωτεΐνης Α-Ι (ApoA-I). Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμου Α (HMG-CoA) ρεδουκτάσης, οι στατίνες, αυξάνουν τα επίπεδα mRNA του ABCA1 σε κυτταρικές σειρές ηπατώματος… . Ερευνήσαμε πώς οι στατίνες αυξάνουν το ABCA1 σε κύτταρα ηπατώματος αρουραίου McARH7777. Η πιταβαστατίνη, η ατορβαστατίνη και η σιμβαστατίνη αύξησαν τα συνολικά επίπεδα mRNA του ABCA1, ενώ η πραβαστατίνη δεν είχε αποτέλεσμα. Η πιταβαστατίνη αύξησε επίσης την πρωτεΐνη ABCA1. Η έκφραση του ηπατικού ABCA1 σε αρουραίους ρυθμίζεται τόσο από τις οδούς του ηπατικού X υποδοχέα (LXR) όσο και από τον ρυθμιστικό παράγοντα στερολών 2 (SREBP2). Η πιταβαστατίνη κατέστειλε τα επίπεδα mRNA του ABCA1 περιφερικού τύπου και τον προωθητή του που οδηγείται από LXR, αλλά ενεργοποίησε τον προωθητή που οδηγείται από SREBP ηπατικού τύπου, και τελικά αύξησε τη συνολική έκφραση mRNA του ABCA1. Επιπλέον, η πιταβαστατίνη αύξησε τον ενεργοποιητή υποδοχέα πολλαπλασιαστή υπεροξεισωμάτων α (PPARα) και την έκφραση των κατάντη γονιδίων του. Η μείωση του PPARα εξασθένησε την αύξηση της πρωτεΐνης ABCA1, υποδεικνύοντας ότι η πιταβαστατίνη αύξησε την πρωτεΐνη ABCA1 μέσω ενεργοποίησης PPARα, παρόλο που κατέστειλε την ενεργοποίηση LXR. Επιπλέον, η αποικοδόμηση της πρωτεΐνης ABCA1 καθυστέρησε σε κύτταρα που έλαβαν πιταβαστατίνη. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη αυξάνει την έκφραση της πρωτεΐνης ABCA1 μέσω διπλών μηχανισμών: μεταγραφή mRNA που καθοδηγείται από SREBP2 και σταθεροποίηση πρωτεΐνης ABCA1 που καθοδηγείται από PPARα, αλλά όχι μέσω της οδού PPAR-LXR-ABCA1.
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά τη 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνένζυμο Α (HMG-CoA) ρεδουκτάση, η οποία είναι ένα ένζυμο που καθορίζει τον ρυθμό και εμπλέκεται στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης, με τρόπο ανταγωνιστικό προς το υπόστρωμα, ώστε να αναστέλλει τη σύνθεση χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) και στη συνέχεια η πρόσληψη LDL από το αίμα στο ήπαρ επιταχύνονται και έτσι μειώνεται η ολική χοληστερόλη (TC) του πλάσματος. Επιπλέον, η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης χοληστερόλης στο ήπαρ μειώνει τα επίπεδα λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας.
Η χρήση στατινών σε άτομα με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με συνυπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο παροξύνσεων. … Για να διερευνηθούν οι εμπλεκόμενοι μηχανισμοί, ερευνήσαμε την επίδραση των στατινών στη λειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων, ιδίως στις σφικτές συνδέσεις των ενδοθηλιακών κυττάρων. Αξιολογήσαμε κυρίως εάν η πιταβαστατίνη θα μπορούσε να συμβάλει στην άμβλυνση της ανάπτυξης εμφυσήματος που προκαλείται από συνεχή έκθεση σε καπνό τσιγάρου (CS). Επίσης, διερευνήσαμε την ενεργοποίηση της σηματοδότησης liver kinase B1 (LKB1)/AMP-activated protein kinase (AMPK), η οποία παίζει ρόλο στη διατήρηση των ενδοθηλιακών λειτουργιών, την έκφραση σημαντικών πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων, zonula occludens (ZO)-1 και claudin-5, και τη διαπερατότητα των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Διαπιστώσαμε ότι η πιταβαστατίνη εμπόδισε τη μείωση των αγγείων που φέρουν AmotL1 (angiomotin-like protein 1) που προκλήθηκε από CS μέσω της ενεργοποίησης της σηματοδότησης LKB1/AMPK και την υπερδιαπερατότητα που προκλήθηκε από IFN-γ στα καλλιεργημένα ανθρώπινα πνευμονικά μικροαγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα, διατηρώντας τα επίπεδα έκφρασης των AmotL1, ZO-1 και claudin-5 στις σφικτές συνδέσεις. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η διατήρηση των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων από την πιταβαστατίνη προλαμβάνει τις δυσλειτουργίες των πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων που προκαλούνται από CS.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά τη χορήγηση από το στόμα. Τόσο η Cmax όσο και η AUC0-inf αυξήθηκαν σε περίπου δοσοαναλογικό τρόπο για εφάπαξ δόσεις πιταβαστατίνης από 1 mg έως 24 mg μία φορά την ημέρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος διαλύματος πιταβαστατίνης είναι 51%. Η Cmax και η AUC της πιταβαστατίνης δεν διέφεραν μετά τη χορήγηση το βράδυ ή το πρωί. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 4 mg πιταβαστατίνης, η ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή για την LDL-C μετά τη βραδινή χορήγηση ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτήν μετά την πρωινή χορήγηση. Η πιταβαστατίνη απορροφήθηκε στο λεπτό έντερο, αλλά πολύ λίγο στο παχύ έντερο.
Η χορήγηση πιταβαστατίνης με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (50% περιεκτικότητα σε λιπαρά) μειώνει την Cmax της πιταβαστατίνης κατά 43%, αλλά δεν μειώνει σημαντικά την AUC της πιταβαστατίνης. Σε σύγκριση με άλλες στατίνες, η πιταβαστατίνη έχει σχετικά υψηλή βιοδιαθεσιμότητα, η οποία έχει προταθεί ότι οφείλεται στην εντεροηπατική επαναρρόφηση στο έντερο μετά την εντερική απορρόφηση.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (organic-anion-transporting polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η έρευνα από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού c.521T>C (SNP) στο γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1 (SLCO1B1) έδειξε ότι η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε 3,08 φορές για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με ομόζυγα άτομα 521TT. Άλλα φάρμακα στατίνες που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [simvastatin], την [pitavastatin], την [atorvastatin] και τη [rosuvastatin]. Άτομα με γονότυπο 521CC μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών δοσοεξαρτώμενων, συμπεριλαμβανομένης της μυοπάθειας και της ραβδομυόλυσης, λόγω αυξημένης έκθεσης στο φάρμακο.
Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών.
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L.
Μετά από εφάπαξ δόση, η εμφανής μέση κάθαρση της πιταβαστατίνης από το στόμα είναι 43,4 L/h.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι μια μικρή ποσότητα άλλου φαρμάκου αυτής της κατηγορίας περνάει στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα.
Αυτή η μελέτη διερευνά τον υποκείμενο μηχανισμό της εξαρτώμενης από το υπόστρωμα επίδρασης της γενετικής παραλλαγής στο SLCO1B1, το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (organic anion transporting polypeptide), στη διάθεση δύο υποστρωμάτων OATP1B1, της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης, σε σχέση με τις μεταφορικές τους δραστηριότητες. Η πρόσληψη πραβαστατίνης, πιταβαστατίνης και φλουβαστατίνης μετρήθηκε σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B11a και SLCO1B115 για τη σύγκριση των μεταβολών της in-vitro μεταφορικής δραστηριότητας. Μετά τη χορήγηση 40-mg πραβαστατίνης ή 4-mg πιταβαστατίνης σε 11 υγιείς εθελοντές με ομόζυγα γονότυπα SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης συγκρίθηκαν μεταξύ συμμετεχόντων με γονότυπους SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15. Η πρόσληψη πραβαστατίνης και πιταβαστατίνης σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B115 μειώθηκε σε σύγκριση με το SLCO1B11a, αλλά δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή με τη φλουβαστατίνη. Ο λόγος μεταβολής της in-vitro εγγενούς κάθαρσης (Clint) για την πιταβαστατίνη στο SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a ήταν μεγαλύτερος από αυτόν της πραβαστατίνης (P<0.0001). Η κάθαρση (Cl/F) της πιταβαστατίνης μειώθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό σε συμμετέχοντες με SLCO1B115/15 σε σύγκριση με αυτήν της πραβαστατίνης in vivo (P<0.01), σύμφωνα με τη μελέτη in-vitro. Ως αποτέλεσμα, η Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα αυτών των μη μεταβολιζόμενων υποστρωμάτων αυξήθηκαν από την παραλλαγή SLCO1B115. Ωστόσο, η μεγαλύτερη μείωση στη μεταφορική δραστηριότητα για την πιταβαστατίνη στην παραλλαγή SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a συσχετίστηκε με τη μεγαλύτερη επίδραση στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την πραβαστατίνη σε σχέση με τον γενετικό πολυμορφισμό SLCO1B1. Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι η εξάρτηση από το υπόστρωμα στις συνέπειες της παραλλαγής SLCO1B115 θα μπορούσε να τροποποιήσει την επίδραση του πολυμορφισμού SLCO1B1 στη διάθεση της πιταβαστατίνης και της πραβαστατίνης.
Μια φαρμακοκινητική μελέτη διεξήχθη σε 12 Κινέζους εθελοντές μετά από εφάπαξ δόση 1 mg, 2 mg και 4 mg πιταβαστατίνης ασβεστίου σε ένα ανοικτό, τυχαιοποιημένο, σχέδιο τριών περιόδων διασταύρωσης. Οι συγκεντρώσεις πιταβαστατίνης οξέος και πιταβαστατίνης λακτόνης στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με μέθοδο HPLC. Οι μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί (SNPs) στα ABCB1, ABCG2, SLCO1B1, CYP2C9 και CYP3A5 προσδιορίστηκαν με μέθοδο γονότυπου TaqMan (MGB). Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της σχέσης μεταξύ των προαναφερθέντων SNPs και των δοσο-κανονικοποιημένων (βάσει 1 mg) περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα εκτεινόμενης στο άπειρο [AUC(0-infinity)] και των τιμών μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Cmax) των όξινων και λακτονικών μορφών της πιταβαστατίνης. Η πιταβαστατίνη παρουσίασε γραμμική φαρμακοκινητική και μεγάλη διατομική μεταβλητότητα. Σε σύγκριση με τους φορείς CYP2C91/1, οι φορείς CYP2C91/3 είχαν υψηλότερη AUC(0-infinity) και Cmax της πιταβαστατίνης οξέος και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης (P<0,05). Όσον αφορά το ABCB1 G2677T/A, οι μη φορείς G είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης οξέος, και Cmax της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τους φορείς γονότυπου GT, GA ή GG (P<0,05). Παρατηρήθηκαν φαινόμενα δόσης-γονιδίου των SLCO1B1 c.521T>C και g.11187G > A στη φαρμακοκινητική των όξινων και λακτονικών μορφών. Σε σύγκριση με τους μη φορείς SLCO1B117, οι φορείς SLCO1B117 είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) των όξινων και λακτονικών μορφών (P<0,05). Παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά φύλου για τη φαρμακοκινητική της λακτόνης. Τα θηλυκά άτομα με γονότυπο SLCO1B1 521TT είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τα αρσενικά άτομα 521TT, ωστόσο, αυτή η διαφορά φύλου εξαφανίστηκε στα άτομα 521 TC και 521CC. Η φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τα ABCB1 C1236T, ABCB1C3435T, CYP3A53, ABCG2 c.34G > A, c.421C > A, SLCO1B1 c.388A>G, c.571T>C και c.597C>T. Συμπεραίνουμε ότι το CYP2C93, το ABCB1 G2677T/A, το SLCO1B1 c.521T>C, το SLCO1B1 g.11187G > A, το SLCO1B1*17 και το φύλο συμβάλλουν στη διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η εξατομικευμένη ιατρική θα πρέπει να είναι απαραίτητη για τους υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς που λαμβάνουν πιταβαστατίνη.
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L. Η σύνδεση της πιταβαστατίνης και/ή των μεταβολιτών της με τα κύτταρα του αίματος είναι ελάχιστη.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Πιταβαστατίνη (12 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η πιταβαστατίνη δεσμεύεται περισσότερο από 99% σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κύρια οδός μεταβολισμού της πιταβαστατίνης είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω της ηπατικής ουριδινο-5’-διφωσφοτικής γλυκουρονυλοτρανσφεράσης (UGT) με επακόλουθο σχηματισμό πιταβαστατίνης λακτόνης. Υπάρχει μόνο ελάχιστος μεταβολισμός από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από τις UGTs (UGT1A3 και UGT2B7).
Η πιταβαστατίνη έχει μελετηθεί για τις επιδράσεις της στον ηπατικό μικροσωμικό μεταβολισμό φαρμάκων σε αρουραίους, και οι δραστηριότητες διαφόρων ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα έχουν μετρηθεί. Δεν παρατηρήθηκε επαγωγή των ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων (ανιλινο-υδροξυλάση, αμινοπυρίνη-Ν-δεμεθυλάση, 7-αιθοξυκουμαρίνη-Ο-δεαιθυλάση και ουριδινο-5’-διφωσφοτική γλυκουρονικό τρανσφεράση) στην ομάδα της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου μετά από πολλαπλές χορηγήσεις πιταβαστατίνης στη δόση 1-10 mg/kg ημερησίως για 7 ημέρες. Με βάση διάφορες in vitro προσεγγίσεις, συμπεραίνεται ότι το CYP2C9 είναι το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης και δεν υπάρχει κανένας μεταβολίτης σε νεφρικά και εντερικά μικροσωμάτια. Ο πολυμορφισμός του CYP2C9 δεν εμπλεκόταν στο μεταβολισμό της πιταβαστατίνης. Δεν ανιχνεύθηκε ανασταλτική επίδραση στο μεταβολισμό που καθοδηγείται από CYP στην 4-υδροξυλίωση της τολβουταμίδης (CYP2C9) και στην 6β-υδροξυλίωση της τεστοστερόνης (CYP3A4) παρουσία πιταβαστατίνης. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη δεν επηρεάζει τα συστήματα μεταβολισμού φαρμάκων.
Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από την ουριδινο-5’-διφωσφοτική (UDP) γλυκουρονυλοτρανσφεράση (UGT1A3 και UGT2B7).
Για να διευκρινιστούν τυχόν διαφορές μεταξύ ειδών, μελετήθηκε ο in vitro μεταβολισμός της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της με ηπατικά και νεφρικά μικροσωμάτια από αρουραίους, σκύλους, κουνέλια, πιθήκους και ανθρώπους. Με την προσθήκη UDP-γλυκουρονικού οξέος σε ηπατικά μικροσωμάτια, η πιταβαστατίνη λακτόνη ταυτοποιήθηκε ως ο κύριος μεταβολίτης σε διάφορα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Οι μεταβολικές κάθαρσεις της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων ήταν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι στους ανθρώπους. Το M4, ένας μεταβολίτης της πιταβαστατίνης με δομή 3-δεϋδροξυ, μετατράπηκε στη λακτονική του μορφή σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων παρουσία UDP-γλυκουρονικού οξέος, καθώς και σε πιταβαστατίνη. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η λακτονιποίηση είναι μια κοινή οδός για φάρμακα όπως τα παράγωγα 5-υδροξυ πεντανοϊκού οξέος. Οι όξινες μορφές μεταβολίστηκαν στις λακτονικές τους μορφές λόγω των δομικών χαρακτηριστικών τους. Η UDP-γλυκουρονυλοτρανσφεράση είναι το βασικό ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη λακτονιποίηση της πιταβαστατίνης, και ο συνολικός μεταβολισμός διαφέρει σε σύγκριση με τον ανθρώπινο λόγω του εκτεταμένου οξειδωτικού μεταβολισμού της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε πιθήκους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.
Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
M5681Q5F9P
PITAVASTATIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase
Η πιταβαστατίνη είναι ένας Αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της πιταβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase.
PITAVASTATIN
Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Reductase [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Στατίνες (αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.