Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C10AA08 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PITAVASTATIN(Πιταβαστίνη)

🟥
Κλινική Κατηγορία · Στατίνες — Ένταση & Λιποφιλία
Στατίνη — Μέτρια ένταση
🟠 Μέτρια ένταση: 1–4 mg 🧪 Λιπόφιλη

Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: από 5,7 ώρες (εφάπαξ δόση) έως 8,9 ώρες (σταθεροποιημένη κατάσταση)

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • PubChem: 12 ώρες
8.9 ώρες ΠΧΠ (SPC)
Δέσμευση πρωτεϊνών

Δέσμευση πρωτεϊνών

Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.

>99% PubChem
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Κόπρανα PubChem
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

44.5 ώρες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του PITAVADOR και καλύπτουν 39 από 39 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. μείωση της αυξημένης ολικής χοληστερόλης (TC) και της LDL-C

    σε: ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 6 ετών ή μεγαλύτερα

    με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, συμπεριλαμβανομένης της ετερόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, και της συνδυασμένης (μικτής) δυσλιπιδαιμίας, όταν η ανταπόκριση στη δίαιτα και άλλα μη φαρμακολογικά μέτρα δεν είναι επαρκής

    • E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες

Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ Πηγή: ΠΧΠ του PITAVADOR
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή. Πιο αποτελεσματική το βράδυ. Την ίδια ώρα κάθε ημέρα.
Δόση έναρξης:
1 mg μία φορά ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται ανά διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
  • Ενήλικες
    Δόση1 mg μία φορά ημερησίως
    Μέγ. δόση4 mg
    Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται ανά διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών.
  • Παιδιά και έφηβοι (6 ετών και άνω)
    Δόση1 mg μία φορά ημερησίως
    Η χρήση του Pitavador σε παιδιά θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και η πρόοδος θα πρέπει να επανεξετάζεται σε τακτική βάση. Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται ανά διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
  • Παιδιά (6 έως 9 ετών)
    Μέγ. δόση2 mg
  • Παιδιά (10 ετών ή μεγαλύτερα)
    Μέγ. δόση4 mg
  • Παιδιά (κάτω των 6 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Pitavador σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται.
  • Ασθενείς με ήπια έως μετρίου βαθμού μειωμένη ηπατική λειτουργία
    Μέγ. δόση2 mg
    Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται. Μπορεί να χορηγηθεί μέγιστη ημερήσια δόση 2 mg υπό στενή παρακολούθηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • γνωστή υπερευαισθησία στην πιταβαστατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε άλλες στατίνες
  • σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητες επίμονες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού (που υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ΑΦΟ])
  • μυοπάθεια
  • ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης
  • κύηση, θηλασμός
    Πληθυσμόςγυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μυϊκές Επιδράσεις (μυαλγία, μυοπάθεια, ραβδομυόλυση)
    Ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα. Εάν CK >5x ΑΦΟ, δοκιμή επιβεβαίωσης εντός 5-7 ημερών. Εάν IMNM, διακοπή θεραπείας.
  • Συγχορήγηση με φουσιδικό οξύ
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστημικά σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή. Εάν απαραίτητο το φουσιδικό οξύ, διακοπή στατινών. Ο ασθενής να αναζητήσει ιατρική συμβουλή εάν εκδηλώσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξαναξεκινήσει 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η συγχορήγηση εξετάζεται κατά περίπτωση υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
  • Μυασθένεια gravis ή μυασθένεια των οφθαλμών
    Σε περίπτωση επιδείνωσης συμπτωμάτων, το Pitavador πρέπει να διακόπτεται.
  • Προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυση
    προσοχή
    Συνταγογράφηση με προσοχή. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν οι τιμές της CK είναι >5x ΑΦΟ.
  • Μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια θεραπείας
    Ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Διακοπή θεραπείας εάν CK >5x ΑΦΟ. Εξέταση διακοπής εάν συμπτώματα σοβαρά, ακόμα και αν CK ≤ 5x ΑΦΟ. Εάν συμπτώματα υποχωρήσουν και CK φυσιολογικό, επανεκκίνηση σε δόση 1 mg υπό στενή παρακολούθηση.
  • Ηπατική νόσος ή κατάχρηση οινοπνευματωδών
    προσοχή
    Χρήση με προσοχή. Διακοπή θεραπείας εάν επίμονη αύξηση τρανσαμινασών (ALT και AST) >3x ΑΦΟ.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Χρήση με προσοχή. Αυξήσεις δόσης μόνο υπό στενή παρακολούθηση. Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
  • Σακχαρώδης Διαβήτης
    Πληθυσμόςασθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, ΔΜΣ >30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)
    Να παρακολουθούνται κλινικά και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου με στατίνες.
  • Διάμεση Πνευμονοπάθεια
    Εάν υπάρχει υποψία, η θεραπεία με στατίνες θα πρέπει να διακοπεί.
  • Μακροχρόνια επίδραση στην ανάπτυξη και σεξουαλική ωρίμανση
    Πληθυσμόςπαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών ή μεγαλύτεροι
    Έφηβες να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης.
  • Αλληλεπιδράσεις με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύ
    Συνιστάται προσωρινή διακοπή της πιταβαστατίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Φάρμακα που προκαλούν μυοπάθεια (π.χ. φιβράτες ή νιασίνη)
    προσοχή
    Η πιταβαστατίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Έκδοχα (Λακτόζη)
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • αντένδειξη
    αύξηση κατά 4,6 φορές στην AUC της πιταβαστατίνης
    ΣύστασηΗ πιταβαστατίνη αντενδείκνυται.
  • προσοχή
    αύξηση κατά 2,8 φορές στην AUC της πιταβαστατίνης
    ΣύστασηΣυνιστάται προσωρινή διακοπή της πιταβαστατίνης.
  • Φιβράτες
    προσοχή
    αυξημένη μυοπάθεια και ραβδομυόλυση
    ΣύστασηΗ πιταβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
  • Νιασίνη
    προσοχή
    συσχέτιση με μυοπάθεια και ραβδομυόλυση
    ΣύστασηΗ πιταβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
  • Συστηματικό φουσιδικό οξύ
    αντένδειξη
    αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης
    ΣύστασηΗ θεραπεία με πιταβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
  • αύξηση κατά 1,3 φορές στην AUC της πιταβαστατίνης λόγω μειωμένης ηπατικής πρόσληψης
  • Αναστολείς πρωτεάσης, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (λοπιναβίρη, ριτοναβίρη, δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη, εφαβιρένζη)
    ενδέχεται να οδηγήσει σε μικρές μεταβολές στην AUC της πιταβαστατίνης
  • καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις
  • Αναστολείς του CYP3A4 (ιτρακοναζόλη, χυμός γκρέιπφρουτ)
    καμία κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα
  • δεν αλληλεπίδρασε, καμία σημαντική μεταβολή στις συγκεντρώσεις
  • παρακολούθηση
    δεν επηρεάστηκε η φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική (INR και PT) της βαρφαρίνης
    ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη πρέπει να έχουν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR υπό παρακολούθηση.
  • Γκλεκαπρεβίρη και πιμπρεντασβίρη
    παρακολούθηση
    ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αναστολέα της HMG-COA αναγωγάσης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται η χαμηλότερη δόση πιταβαστατίνης κατά την έναρξη της θεραπείας και κλινική παρακολούθηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Αναιμία
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
Ενδοκρινικό
  • Σακχαρώδης διαβήτης
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Κατάθλιψη
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Δυσγευσία
  • Υπνηλία
  • Μυασθένεια Gravis
  • Υπαισθησία
  • Απώλεια μνήμης
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Διαταραχές ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτών
Οφθαλμικές
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Μυασθένεια των οφθαλμών
Αυτί
  • Εμβοές
Γαστρεντερικό
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ξηροστομία
  • Έμετος
  • Γλωσσοδυνία
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
  • Κοιλιακή δυσφορία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)
Ήπαρ
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Ηπατική διαταραχή
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Ερύθημα
  • Αγγειοοίδημα
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
  • Μυοπάθεια
  • Ραβδομυόλυση
Ανοσοποιητικό
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Συχνοουρία
Αναπαραγωγικό
  • Γυναικομαστία
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
Γενικές
  • Εξασθένιση
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Κόπωση
  • Περιφερικό οίδημα
Αναπνευστικό
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Συχνοουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Γλωσσοδυνία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ηπατική διαταραχή
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Απώλεια μνήμης
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτών
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Μυασθένεια Gravis
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Μυασθένεια των οφθαλμών
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλες αντισυλληπτικές προφυλάξεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη. Δεδομένου ότι η χοληστερόλη και τα άλλα προϊόντα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος από την αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη σύλληψη. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια χρήσης της πιταβαστατίνης, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν δεδομένα επί του παρόντος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Ο ασθενής θα πρέπει να αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και να λαμβάνονται υποστηρικτικά μέτρα, όπως απαιτείται. Θα πρέπει να παρακολουθούνται η ηπατική λειτουργία και τα επίπεδα της CK.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Δεν υπάρχει επαναλαμβανόμενη εικόνα ανεπιθύμητων συμβάντων που να υποδηλώνει ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν πιταβαστατίνη θα εμφανίσουν οποιαδήποτε έκπτωση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού επικίνδυνων μηχανημάτων, αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι έχουν υπάρξει αναφορές ζάλης και υπνηλίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Λακτόζη μονοϋδρική
Υπρομελλόζη 5 cP
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη, χαμηλής υποκατάστασης
Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη λεπτού υμενίου
Υπρομελλόζη 6 cP
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Τάλκης
Προπυλενογλυκόλη
Σιδήρου οξείδιο, κίτρινο (E172) - μόνο στα δισκία 1 mg και 2 mg
Σιδήρου οξείδιο, ερυθρό (E172) - μόνο στα δισκία 2 mg και 4 mg
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες τροποποίησης λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA08.

Μηχανισμός δράσης

Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την HMG-CoA αναγωγάση, το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό βιοσύνθεσης της χολεστερόλης, και έτσι αναστέλλει τη σύνθεση της χολεστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων LDL στο ήπαρ είναι αυξημένη, προάγοντας την πρόσληψη της κυκλοφορούσας LDL από το αίμα, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης (TC) και της LDL-χοληστερόλης (LDL-C) στο αίμα. Η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης της ηπατικής χοληστερόλης μειώνει την έκκριση της VLDL στο αίμα, μειώνοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η πιταβαστατίνη μειώνει την αυξημένη LDL-C, την ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη (HDL-C). Μειώνει την Apo-B, και προκαλεί ποικίλες αυξήσεις στην Apo-A1 (βλ. Πίνακα 1). Μειώνει επίσης τη μη-HDL-C και τις αυξημένες αναλογίες TC/HDL-C, και Apo-B/Apo-A1.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο υπόκειται σε εντεροηπατική κυκλοφορία και απορροφάται καλώς από τη νήστιδα και τον ειλεό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιταβαστατίνης είναι 51%.

Κατανομή

Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως με αλβουμίνη και άλφα 1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 133 L. Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ηπατοκύτταρα, τη θέση δράσης και μεταβολισμού, από πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς, συμπεριλαμβανομένων των OATP1B1 και OATP1B3. Η AUC πλάσματος ποικίλλει με περίπου 4-πλάσιο εύρος μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων τιμών. Οι μελέτες με SLCO1B1 (το γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1) υποδηλώνουν ότι ο πολυμορφισμός αυτού του γονιδίου θα μπορούσε να ευθύνεται για μεγάλο μέρος της μεταβλητότητας της AUC. Η πιταβαστατίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεϊνης.

Βιομετασχηματισμός

Η αμετάβλητη πιταβαστατίνη είναι το κυρίαρχο τμήμα του φαρμάκου στο πλάσμα. O κύριος μεταβολίτης είναι μια αδρανής λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού τύπου συζευγμένου γλυκουρονιδίου της πιταβαστατίνης από την UDP γλυκουρονική τρανσφεράση (UGT1A3 και 2B7). In vitro μελέτες, που χρησιμοποίησαν 13 ισομορφές του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 (CYP), υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της πιταβαστατίνης από το CYP είναι ελάχιστος, το CYP2C9 (και σε μικρότερο βαθμό το CYP2C8) είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης σε δευτερεύοντες μεταβολίτες.

Αποβολή

H αμετάβλητη πιταβαστατίνη απομακρύνεται ταχέως από το ήπαρ στη χολή, αλλά υφίσταται εντεροηπατική επανακυκλοφορία, συμβάλλοντας στη διάρκεια της δράσης της. Λιγότερο από το 5% της πιταβαστατίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής από το πλάσμα κυμαίνεται από 5,7 ώρες (εφάπαξ δόση) έως 8,9 ώρες (σταθεροποιημένη κατάσταση) και η φαινόμενη γεωμετρική μέση τιμή της από του στόματος κάθαρσης είναι 43,4 L/h μετά από εφάπαξ δόση.

Επίδραση της τροφής

Η μέγιστη συγκέντρωση της πιταβαστατίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 43% όταν αυτή ελήφθη με ένα πολύ λιπαρό γεύμα, αλλά η AUC δεν μεταβλήθηκε.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Ηλικιωμένοι: Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη που συνέκρινε υγιείς νέους και ηλικιωμένους (≥65 ετών) εθελοντές, η AUC της πιταβαστατίνης ήταν 1,3 φορές υψηλότερη σε ηλικιωμένα άτομα. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα της πιταβαστατίνης στους ηλικιωμένους ασθενείς σε κλινικές δοκιμές.
  • Φύλο: Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη που συνέκρινε υγιείς άνδρες και γυναίκες εθελοντές, η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε κατά 1,6 φορές στις γυναίκες. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα της πιταβαστατίνης στις γυναίκες σε κλινικές δοκιμές.
  • Φυλή: Δεν υπήρξε διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της πιταβαστατίνης μεταξύ Ιαπώνων και Καυκάσιων υγιών εθελοντών όταν ελήφθησαν υπόψη η ηλικία και το σωματικό βάρος.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Υπάρχουν περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιά και εφήβους. Στη μελέτη NK-104-4.01EU (βλ. Φαρμακοδυναμικές), η αραιή δειγματοληψία έδειξε δοσοεξαρτώμενη επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης. Υπήρξε επίσης ένδειξη ότι η συγκέντρωση στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης ήταν (αντιστρόφως) σχετιζόμενη με το σωματικό βάρος και μπορεί να είναι υψηλότερη στα παιδιά από ό,τι στους ενήλικες.
  • Νεφρική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με μέτρια νεφρική νόσο και εκείνους που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, οι αυξήσεις στις τιμές της AUC ήταν 1,8 φορές και 1,7 φορές, αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
  • Ηπατική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 1,6 φορές υψηλότερη από εκείνη σε υγιή άτομα, ενώ για ασθενείς με μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 3,9 φορές υψηλότερη. Συνιστώνται περιορισμοί της δόσης σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Η πιταβαστατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η πιταβαστατίνη είναι ένα φάρμακο της κατηγορίας των στατινών και ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμο Α) ρεδουκτάση, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες τροποποίησης λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA08. ### Μηχανισμός δράσης Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την HMG-CoA αναγωγάση, το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό βιοσύνθεσης της…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η κύρια οδός μεταβολισμού της πιταβαστατίνης είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω της ηπατικής ουριδινο-5’-διφωσφοτικής γλυκουρονυλοτρανσφεράσης (UGT) με επακόλουθο σχηματισμό πιταβαστατίνης λακτόνης. Υπάρχει μόνο ελάχιστος μεταβολισμός από το…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά τη χορήγηση από το στόμα. Τόσο η Cmax όσο και η AUC0-inf αυξήθηκαν σε περίπου δοσοαναλογικό τρόπο για εφάπαξ δόσεις πιταβαστατίνης…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Κινάση της κρεατίνης (CK)
    πριν τη θεραπεία για αρχικό επίπεδο αναφοράς σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυση (νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμός, ατομικό/οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με φιβράτη/άλλη στατίνη, ιστορικό ηπατικής νόσου/κατάχρησης οινοπνευματωδών, ηλικιωμένοι >70 με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες)
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) gastroenterologyΗπατική λειτουργία πριν από την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας ασθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή κατάχρησης οινοπνευματωδών
Κινάση της κρεατίνης (CK) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά όταν αναφέρεται μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία (ιδιαίτερα με κακουχία/πυρετό) ενδεχόμενο μυαλγίας, μυοπάθειας, ραβδομυόλυσης
άμεσα αναφορά μυϊκού πόνου, αδυναμίας ή κραμπών
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γλυκόζη αίματος, ΔΜΣ, τριγλυκερίδια, αρτηριακή πίεση more_horizΆλλο / λοιπά σύμφωνα με εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες ασθενείς σε κίνδυνο για διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, ΔΜΣ >30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η πιταβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει τη ρεδουκτάση HMG-CoA. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απωλιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Ο λόγος ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα στεφανιαίας νόσου και οι υψηλοί λόγοι συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C συνδέονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας την LDL-C και τα TG και αυξάνοντας την HDL-C, η πιταβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ορόσημο ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης ικανότητάς τους να μειώνουν τη θνησιμότητα από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων και μη θανατηφόρων ΚΝ, καθώς και την ανάγκη για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο μείζονος αγγειακού συμβάντος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν σχετική μείωση 20%-22% στα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L στην LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους.

Επιδράσεις στους Σκελετικούς Μύες

Η πιταβαστατίνη μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια (μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού) και ραβδομυόλυση (με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς λόγω μυοσφαιρινουρίας). Σπάνιοι θάνατοι έχουν συμβεί ως αποτέλεσμα ραβδομυόλυσης με τη χρήση στατινών, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον ανεξέλεγκτο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Δεδομένου ότι δόσεις πιταβαστατίνης μεγαλύτερες από 4mg ημερησίως συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής μυοπάθειας, το έντυπο του προϊόντος συνιστά μέγιστη ημερήσια δόση 4mg μία φορά την ημέρα.

Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τηυτόχρονη χορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [fenofibrate], [niacin], [gemfibrozil] και [cyclosporine].

Περιστατικά μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με αναστολείς της ρεδουκτάσης HMG-CoA που χορηγούνται ταυτόχρονα με [colchicine], επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.

Δεδομένα πραγματικού κόσμου από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσουν μυϊκούς πόνους κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Ηπατική Δυσλειτουργία

Αυξήσεις στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν αναφερθεί με την πιταβαστατίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αυξήσεις ήταν παροδικές και είτε υποχώρησαν είτε βελτιώθηκαν με τη συνεχιζόμενη θεραπεία ή μετά από σύντομη διακοπή της θεραπείας. Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για θανατηφόρα και μη θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που έλαβαν στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης.

Ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατικής βλάβης.

Αυξήσεις στα Επίπεδα HbA1c και Γλυκόζης Ορού σε Νηστεία

Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και γλυκόζης ορού σε νηστεία έχουν αναφερθεί με τις στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Βελτιστοποιήστε τα μέτρα του τρόπου ζωής, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής άσκησης, της διατήρησης υγιούς σωματικού βάρους και της υγιεινής διατροφής.

Μια μελέτη in vitro διαπίστωσε ότι η [atorvastatin], η [pravastatin], η [rosuvastatin] και η [pitavastatin] παρουσίασαν δοσοεξαρτώμενη κυτταροτοξική δράση στα ανθρώπινα β-κύτταρα νησιδίων του παγκρέατος, με μειώσεις στη βιωσιμότητα των κυττάρων κατά 32, 41, 34 και 29%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, τα ποσοστά έκκρισης ινσουλίνης μειώθηκαν κατά 34, 30, 27 και 19%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η πιταβαστατίνη είναι ένα φάρμακο της κατηγορίας των στατινών και ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμο Α) ρεδουκτάση, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η πιταβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ, μειώνοντας έτσι τα επίπεδα LDL-C στον κυκλοφορούντα αίμα.

Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι οι στατίνες ασκούν αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις λιποδιαλυτικές τους ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης.

Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί ότι δεσμεύουν αλλοστερικά το σύμπλοκο LFA-1 (β2-integrin function-associated antigen-1), το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη διακίνηση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.

Το ηπατικό ABC transporter A1 (ABCA1) (ATP-binding cassette transporter A1) παίζει βασικό ρόλο στην παραγωγή λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL) μέσω της λιπιδίωσης της απωλιποπρωτεΐνης Α-Ι (ApoA-I). Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμου Α (HMG-CoA) ρεδουκτάσης, οι στατίνες, αυξάνουν τα επίπεδα mRNA του ABCA1 σε κυτταρικές σειρές ηπατώματος… . Ερευνήσαμε πώς οι στατίνες αυξάνουν το ABCA1 σε κύτταρα ηπατώματος αρουραίου McARH7777. Η πιταβαστατίνη, η ατορβαστατίνη και η σιμβαστατίνη αύξησαν τα συνολικά επίπεδα mRNA του ABCA1, ενώ η πραβαστατίνη δεν είχε αποτέλεσμα. Η πιταβαστατίνη αύξησε επίσης την πρωτεΐνη ABCA1. Η έκφραση του ηπατικού ABCA1 σε αρουραίους ρυθμίζεται τόσο από τις οδούς του ηπατικού X υποδοχέα (LXR) όσο και από τον ρυθμιστικό παράγοντα στερολών 2 (SREBP2). Η πιταβαστατίνη κατέστειλε τα επίπεδα mRNA του ABCA1 περιφερικού τύπου και τον προωθητή του που οδηγείται από LXR, αλλά ενεργοποίησε τον προωθητή που οδηγείται από SREBP ηπατικού τύπου, και τελικά αύξησε τη συνολική έκφραση mRNA του ABCA1. Επιπλέον, η πιταβαστατίνη αύξησε τον ενεργοποιητή υποδοχέα πολλαπλασιαστή υπεροξεισωμάτων α (PPARα) και την έκφραση των κατάντη γονιδίων του. Η μείωση του PPARα εξασθένησε την αύξηση της πρωτεΐνης ABCA1, υποδεικνύοντας ότι η πιταβαστατίνη αύξησε την πρωτεΐνη ABCA1 μέσω ενεργοποίησης PPARα, παρόλο που κατέστειλε την ενεργοποίηση LXR. Επιπλέον, η αποικοδόμηση της πρωτεΐνης ABCA1 καθυστέρησε σε κύτταρα που έλαβαν πιταβαστατίνη. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη αυξάνει την έκφραση της πρωτεΐνης ABCA1 μέσω διπλών μηχανισμών: μεταγραφή mRNA που καθοδηγείται από SREBP2 και σταθεροποίηση πρωτεΐνης ABCA1 που καθοδηγείται από PPARα, αλλά όχι μέσω της οδού PPAR-LXR-ABCA1.

Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά τη 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνένζυμο Α (HMG-CoA) ρεδουκτάση, η οποία είναι ένα ένζυμο που καθορίζει τον ρυθμό και εμπλέκεται στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης, με τρόπο ανταγωνιστικό προς το υπόστρωμα, ώστε να αναστέλλει τη σύνθεση χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) και στη συνέχεια η πρόσληψη LDL από το αίμα στο ήπαρ επιταχύνονται και έτσι μειώνεται η ολική χοληστερόλη (TC) του πλάσματος. Επιπλέον, η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης χοληστερόλης στο ήπαρ μειώνει τα επίπεδα λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας.

Η χρήση στατινών σε άτομα με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με συνυπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο παροξύνσεων. … Για να διερευνηθούν οι εμπλεκόμενοι μηχανισμοί, ερευνήσαμε την επίδραση των στατινών στη λειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων, ιδίως στις σφικτές συνδέσεις των ενδοθηλιακών κυττάρων. Αξιολογήσαμε κυρίως εάν η πιταβαστατίνη θα μπορούσε να συμβάλει στην άμβλυνση της ανάπτυξης εμφυσήματος που προκαλείται από συνεχή έκθεση σε καπνό τσιγάρου (CS). Επίσης, διερευνήσαμε την ενεργοποίηση της σηματοδότησης liver kinase B1 (LKB1)/AMP-activated protein kinase (AMPK), η οποία παίζει ρόλο στη διατήρηση των ενδοθηλιακών λειτουργιών, την έκφραση σημαντικών πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων, zonula occludens (ZO)-1 και claudin-5, και τη διαπερατότητα των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Διαπιστώσαμε ότι η πιταβαστατίνη εμπόδισε τη μείωση των αγγείων που φέρουν AmotL1 (angiomotin-like protein 1) που προκλήθηκε από CS μέσω της ενεργοποίησης της σηματοδότησης LKB1/AMPK και την υπερδιαπερατότητα που προκλήθηκε από IFN-γ στα καλλιεργημένα ανθρώπινα πνευμονικά μικροαγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα, διατηρώντας τα επίπεδα έκφρασης των AmotL1, ZO-1 και claudin-5 στις σφικτές συνδέσεις. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η διατήρηση των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων από την πιταβαστατίνη προλαμβάνει τις δυσλειτουργίες των πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων που προκαλούνται από CS.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά τη χορήγηση από το στόμα. Τόσο η Cmax όσο και η AUC0-inf αυξήθηκαν σε περίπου δοσοαναλογικό τρόπο για εφάπαξ δόσεις πιταβαστατίνης από 1 mg έως 24 mg μία φορά την ημέρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος διαλύματος πιταβαστατίνης είναι 51%. Η Cmax και η AUC της πιταβαστατίνης δεν διέφεραν μετά τη χορήγηση το βράδυ ή το πρωί. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 4 mg πιταβαστατίνης, η ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή για την LDL-C μετά τη βραδινή χορήγηση ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτήν μετά την πρωινή χορήγηση. Η πιταβαστατίνη απορροφήθηκε στο λεπτό έντερο, αλλά πολύ λίγο στο παχύ έντερο.

Η χορήγηση πιταβαστατίνης με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (50% περιεκτικότητα σε λιπαρά) μειώνει την Cmax της πιταβαστατίνης κατά 43%, αλλά δεν μειώνει σημαντικά την AUC της πιταβαστατίνης. Σε σύγκριση με άλλες στατίνες, η πιταβαστατίνη έχει σχετικά υψηλή βιοδιαθεσιμότητα, η οποία έχει προταθεί ότι οφείλεται στην εντεροηπατική επαναρρόφηση στο έντερο μετά την εντερική απορρόφηση.

Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (organic-anion-transporting polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η έρευνα από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού c.521T>C (SNP) στο γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1 (SLCO1B1) έδειξε ότι η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε 3,08 φορές για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με ομόζυγα άτομα 521TT. Άλλα φάρμακα στατίνες που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [simvastatin], την [pitavastatin], την [atorvastatin] και τη [rosuvastatin]. Άτομα με γονότυπο 521CC μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών δοσοεξαρτώμενων, συμπεριλαμβανομένης της μυοπάθειας και της ραβδομυόλυσης, λόγω αυξημένης έκθεσης στο φάρμακο.

Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών.

Ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L.

Μετά από εφάπαξ δόση, η εμφανής μέση κάθαρση της πιταβαστατίνης από το στόμα είναι 43,4 L/h.

/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι μια μικρή ποσότητα άλλου φαρμάκου αυτής της κατηγορίας περνάει στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα.

Αυτή η μελέτη διερευνά τον υποκείμενο μηχανισμό της εξαρτώμενης από το υπόστρωμα επίδρασης της γενετικής παραλλαγής στο SLCO1B1, το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (organic anion transporting polypeptide), στη διάθεση δύο υποστρωμάτων OATP1B1, της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης, σε σχέση με τις μεταφορικές τους δραστηριότητες. Η πρόσληψη πραβαστατίνης, πιταβαστατίνης και φλουβαστατίνης μετρήθηκε σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B11a και SLCO1B115 για τη σύγκριση των μεταβολών της in-vitro μεταφορικής δραστηριότητας. Μετά τη χορήγηση 40-mg πραβαστατίνης ή 4-mg πιταβαστατίνης σε 11 υγιείς εθελοντές με ομόζυγα γονότυπα SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης συγκρίθηκαν μεταξύ συμμετεχόντων με γονότυπους SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15. Η πρόσληψη πραβαστατίνης και πιταβαστατίνης σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B115 μειώθηκε σε σύγκριση με το SLCO1B11a, αλλά δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή με τη φλουβαστατίνη. Ο λόγος μεταβολής της in-vitro εγγενούς κάθαρσης (Clint) για την πιταβαστατίνη στο SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a ήταν μεγαλύτερος από αυτόν της πραβαστατίνης (P<0.0001). Η κάθαρση (Cl/F) της πιταβαστατίνης μειώθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό σε συμμετέχοντες με SLCO1B115/15 σε σύγκριση με αυτήν της πραβαστατίνης in vivo (P<0.01), σύμφωνα με τη μελέτη in-vitro. Ως αποτέλεσμα, η Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα αυτών των μη μεταβολιζόμενων υποστρωμάτων αυξήθηκαν από την παραλλαγή SLCO1B115. Ωστόσο, η μεγαλύτερη μείωση στη μεταφορική δραστηριότητα για την πιταβαστατίνη στην παραλλαγή SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a συσχετίστηκε με τη μεγαλύτερη επίδραση στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την πραβαστατίνη σε σχέση με τον γενετικό πολυμορφισμό SLCO1B1. Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι η εξάρτηση από το υπόστρωμα στις συνέπειες της παραλλαγής SLCO1B115 θα μπορούσε να τροποποιήσει την επίδραση του πολυμορφισμού SLCO1B1 στη διάθεση της πιταβαστατίνης και της πραβαστατίνης.

Μια φαρμακοκινητική μελέτη διεξήχθη σε 12 Κινέζους εθελοντές μετά από εφάπαξ δόση 1 mg, 2 mg και 4 mg πιταβαστατίνης ασβεστίου σε ένα ανοικτό, τυχαιοποιημένο, σχέδιο τριών περιόδων διασταύρωσης. Οι συγκεντρώσεις πιταβαστατίνης οξέος και πιταβαστατίνης λακτόνης στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με μέθοδο HPLC. Οι μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί (SNPs) στα ABCB1, ABCG2, SLCO1B1, CYP2C9 και CYP3A5 προσδιορίστηκαν με μέθοδο γονότυπου TaqMan (MGB). Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της σχέσης μεταξύ των προαναφερθέντων SNPs και των δοσο-κανονικοποιημένων (βάσει 1 mg) περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα εκτεινόμενης στο άπειρο [AUC(0-infinity)] και των τιμών μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Cmax) των όξινων και λακτονικών μορφών της πιταβαστατίνης. Η πιταβαστατίνη παρουσίασε γραμμική φαρμακοκινητική και μεγάλη διατομική μεταβλητότητα. Σε σύγκριση με τους φορείς CYP2C91/1, οι φορείς CYP2C91/3 είχαν υψηλότερη AUC(0-infinity) και Cmax της πιταβαστατίνης οξέος και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης (P<0,05). Όσον αφορά το ABCB1 G2677T/A, οι μη φορείς G είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης οξέος, και Cmax της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τους φορείς γονότυπου GT, GA ή GG (P<0,05). Παρατηρήθηκαν φαινόμενα δόσης-γονιδίου των SLCO1B1 c.521T>C και g.11187G > A στη φαρμακοκινητική των όξινων και λακτονικών μορφών. Σε σύγκριση με τους μη φορείς SLCO1B117, οι φορείς SLCO1B117 είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) των όξινων και λακτονικών μορφών (P<0,05). Παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά φύλου για τη φαρμακοκινητική της λακτόνης. Τα θηλυκά άτομα με γονότυπο SLCO1B1 521TT είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τα αρσενικά άτομα 521TT, ωστόσο, αυτή η διαφορά φύλου εξαφανίστηκε στα άτομα 521 TC και 521CC. Η φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τα ABCB1 C1236T, ABCB1C3435T, CYP3A53, ABCG2 c.34G > A, c.421C > A, SLCO1B1 c.388A>G, c.571T>C και c.597C>T. Συμπεραίνουμε ότι το CYP2C93, το ABCB1 G2677T/A, το SLCO1B1 c.521T>C, το SLCO1B1 g.11187G > A, το SLCO1B1*17 και το φύλο συμβάλλουν στη διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η εξατομικευμένη ιατρική θα πρέπει να είναι απαραίτητη για τους υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς που λαμβάνουν πιταβαστατίνη.

Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L. Η σύνδεση της πιταβαστατίνης και/ή των μεταβολιτών της με τα κύτταρα του αίματος είναι ελάχιστη.

Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Πιταβαστατίνη (12 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Δέσμευση Πρωτεϊνών

Η πιταβαστατίνη δεσμεύεται περισσότερο από 99% σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Η κύρια οδός μεταβολισμού της πιταβαστατίνης είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω της ηπατικής ουριδινο-5’-διφωσφοτικής γλυκουρονυλοτρανσφεράσης (UGT) με επακόλουθο σχηματισμό πιταβαστατίνης λακτόνης. Υπάρχει μόνο ελάχιστος μεταβολισμός από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από τις UGTs (UGT1A3 και UGT2B7).

Η πιταβαστατίνη έχει μελετηθεί για τις επιδράσεις της στον ηπατικό μικροσωμικό μεταβολισμό φαρμάκων σε αρουραίους, και οι δραστηριότητες διαφόρων ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα έχουν μετρηθεί. Δεν παρατηρήθηκε επαγωγή των ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων (ανιλινο-υδροξυλάση, αμινοπυρίνη-Ν-δεμεθυλάση, 7-αιθοξυκουμαρίνη-Ο-δεαιθυλάση και ουριδινο-5’-διφωσφοτική γλυκουρονικό τρανσφεράση) στην ομάδα της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου μετά από πολλαπλές χορηγήσεις πιταβαστατίνης στη δόση 1-10 mg/kg ημερησίως για 7 ημέρες. Με βάση διάφορες in vitro προσεγγίσεις, συμπεραίνεται ότι το CYP2C9 είναι το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης και δεν υπάρχει κανένας μεταβολίτης σε νεφρικά και εντερικά μικροσωμάτια. Ο πολυμορφισμός του CYP2C9 δεν εμπλεκόταν στο μεταβολισμό της πιταβαστατίνης. Δεν ανιχνεύθηκε ανασταλτική επίδραση στο μεταβολισμό που καθοδηγείται από CYP στην 4-υδροξυλίωση της τολβουταμίδης (CYP2C9) και στην 6β-υδροξυλίωση της τεστοστερόνης (CYP3A4) παρουσία πιταβαστατίνης. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη δεν επηρεάζει τα συστήματα μεταβολισμού φαρμάκων.

Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από την ουριδινο-5’-διφωσφοτική (UDP) γλυκουρονυλοτρανσφεράση (UGT1A3 και UGT2B7).

Για να διευκρινιστούν τυχόν διαφορές μεταξύ ειδών, μελετήθηκε ο in vitro μεταβολισμός της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της με ηπατικά και νεφρικά μικροσωμάτια από αρουραίους, σκύλους, κουνέλια, πιθήκους και ανθρώπους. Με την προσθήκη UDP-γλυκουρονικού οξέος σε ηπατικά μικροσωμάτια, η πιταβαστατίνη λακτόνη ταυτοποιήθηκε ως ο κύριος μεταβολίτης σε διάφορα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Οι μεταβολικές κάθαρσεις της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων ήταν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι στους ανθρώπους. Το M4, ένας μεταβολίτης της πιταβαστατίνης με δομή 3-δεϋδροξυ, μετατράπηκε στη λακτονική του μορφή σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων παρουσία UDP-γλυκουρονικού οξέος, καθώς και σε πιταβαστατίνη. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η λακτονιποίηση είναι μια κοινή οδός για φάρμακα όπως τα παράγωγα 5-υδροξυ πεντανοϊκού οξέος. Οι όξινες μορφές μεταβολίστηκαν στις λακτονικές τους μορφές λόγω των δομικών χαρακτηριστικών τους. Η UDP-γλυκουρονυλοτρανσφεράση είναι το βασικό ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη λακτονιποίηση της πιταβαστατίνης, και ο συνολικός μεταβολισμός διαφέρει σε σύγκριση με τον ανθρώπινο λόγω του εκτεταμένου οξειδωτικού μεταβολισμού της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε πιθήκους.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.

Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Ταξινόμηση MeSH

Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Ταξινόμηση FDA

M5681Q5F9P

PITAVASTATIN

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase

Η πιταβαστατίνη είναι ένας Αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της πιταβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase.

PITAVASTATIN

Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Reductase [EPC]

Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Δυσλιπιδαιμία Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Στατίνες (αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5282452
Μοριακός τύπος
C25H24FNO4
Μοριακό βάρος
421.5
IUPAC
(E,3R,5S)-7-[2-cyclopropyl-4-(4-fluorophenyl)quinolin-3-yl]-3,5-dihydroxyhept-6-enoic acid
InChIKey
VGYFMXBACGZSIL-MCBHFWOFSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.