PITAVASTATIN
Πιταβαστίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA Κωδικός ATC: C10AA08 ### Μηχανισμός δράσης Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και έτσι αναστέλλει τη …
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υψηλή LDL-C · Υψηλή ολική χοληστερόλη
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος LIVAZO
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή, κατά προτίμηση την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Πιο αποτελεσματική το βράδυ.
- Δόση έναρξης: 1 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή.
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση4 mgΗ προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή.
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά και έφηβοι (≥ 6 ετών)Δόση1 mg μία φορά την ημέραΗ χρήση θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και η πρόοδος θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή. Για παιδιά 6 έως 9 ετών, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg. Για παιδιά 10 ετών ή άνω, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg.
-
Παιδιά (< 6 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μετρίου βαθμού μειωμένη ηπατική λειτουργίαΜέγ. δόση2 mgΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται. Μπορεί να χορηγηθεί μέγιστη ημερήσια δόση 2 mg υπό στενή παρακολούθηση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην πιταβαστατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1) ή σε άλλες στατίνες
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (που υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο)
-
Μυοπάθεια
-
Λήψη κυκλοσπορίνης ταυτόχρονα
-
Εγκυμοσύνη, θηλασμός και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μυϊκές επιδράσεις (Μυαλγία, Μυοπάθεια, Ραβδομυόλυση)Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα (μυϊκό πόνο, μυϊκή ευαισθησία ή αδυναμία, ιδιαίτερα αν αυτό συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό).
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΔιακοπή αγωγής με στατίνες εάν υπάρχουν συμπτώματα επιμένουσας αδυναμίας εγγύς μυών και αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή.
-
Συγχορήγηση με φουσιδικό οξύαντένδειξηΤο Πιταβαστίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικώς χορηγούμενες μορφές φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς όπου η χρήση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ανάγκη συγχορήγησης Πιταβαστίνη και φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με φιβράτη ή άλλη στατίνη, ιστορικό ηπατικής νόσου ή κατάχρησης οινοπνευματωδών, ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 70 ετών) με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ραβδομυόλυσηΤο Πιταβαστίνη πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και στάθμιση κινδύνου/οφέλους. Η θεραπεία με το Πιταβαστίνη δεν πρέπει να ξεκινήσει αν οι τιμές της CK είναι μεγαλύτερες από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη θεραπείαΟι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Η θεραπεία να διακόπτεται αν τα επίπεδα της CK είναι αυξημένα (> 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου). Να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, ακόμα και αν τα επίπεδα της CK είναι μικρότερα ή ίσα από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επιστρέψουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί η επαναχορήγηση του Πιταβαστίνη σε δόση 1 mg και υπό στενή παρακολούθηση.
-
Ηπατικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή σε ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά υπερβολικές ποσότητες οινοπνευματωδώνΤο Πιταβαστίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η θεραπεία με Πιταβαστίνη πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που έχουν μια επιμένουσα αύξηση στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και AST) που υπερβαίνει το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων.
-
Νεφρικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μετρίου βαθμού ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΤο Πιταβαστίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο υπό στενή παρακολούθηση. Η δόση 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, Δείκτης Μάζας Σώματος > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΕάν υπάρχει υποψία ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Μακροχρόνια επίδραση στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανσηΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών ή άνωΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΈφηβεςΟι έφηβες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Πιταβαστίνη (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Συγχορήγηση με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύπροσοχήΠροσωρινή διακοπή του Πιταβαστίνη συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φάρμακα που προκαλούν μυοπάθεια (φιβράτες ή νιασίνη)προσοχήΤο Πιταβαστίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που παίρνουν τέτοια φάρμακα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Μυασθένεια gravis ή οφθαλμική μυασθένειαΣε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, η χορήγηση του Πιταβαστίνη πρέπει να διακόπτεται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑύξηση της AUC της πιταβαστατίνης κατά 4,6 φορές.ΣύστασηΤο Πιταβαστίνη αντενδείκνυται.
-
Ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικάπροσοχήΑύξηση της AUC της πιταβαστατίνης κατά 2,8 φορές.ΣύστασηΣυνιστάται προσωρινή διακοπή του Πιταβαστίνη.
-
Φιβράτες (π.χ. Γεμφιβροζίλη, Φαινοφιβράτη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης. Η γεμφιβροζίλη αύξησε την AUC της πιταβαστατίνης κατά 1,4 φορές, η φαινοφιβράτη κατά 1,2 φορές.ΣύστασηΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
ΝιασίνηπροσοχήΣυσχετίζεται με μυοπάθεια και ραβδομυόλυση.ΣύστασηΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ θεραπεία με Πιταβαστίνη πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
Γκλεκαπρεβίρη/ΠιμπρεντασβίρηπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης HMG-CοA στο πλάσμα.ΣύστασηΚατά την έναρξη της θεραπείας συνιστάται η χορήγηση της χαμηλότερης δόσης Πιταβαστίνη και κλινική παρακολούθηση.
-
παρακολούθησηΑύξηση κατά 1,3 φορές της AUC της πιταβαστατίνης λόγω μειωμένης ηπατικής πρόσληψης.
-
Αναστολείς πρωτεάσης, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (λοπιναβίρη, ριτοναβίρη, δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη ή εφαβιρένζη)παρακολούθησηΜικρές μεταβολές στην AUC της πιταβαστατίνης.
-
παρακολούθησηΗ φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης δεν επηρεάστηκαν.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη πρέπει να έχουν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR υπό παρακολούθηση όταν προστίθεται Πιταβαστίνη στη θεραπεία τους.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ανορεξία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπνηλία
- Μυασθένεια Gravis
- Υπαισθησία
- Απώλεια μνήμης
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Μυασθένεια των οφθαλμών
- Εμβοές
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Γλωσσοδυνία
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)
- Χολοστατικός ίκτερος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική διαταραχή
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
- Συχνοουρία
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Γυναικομαστία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτών
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΓλωσσοδυνίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατική διαταραχήΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτώνΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Η χοληστερόλη και τα άλλα προϊόντα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι βασικής σημασίας για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος για αναστολή της αναγωγάσης του HMG-CoA υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη σύλληψη. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί Πιταβαστίνη, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η πιταβαστατίνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα επί του παρόντος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA Κωδικός ATC: C10AA08
Μηχανισμός δράσης
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και έτσι αναστέλλει τη σύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων LDL στο ήπαρ είναι αυξημένη, προάγοντας την πρόσληψη της κυκλοφορούσας LDL από το αίμα, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης (TC) και της LDL-χοληστερόλης (LDL-C) στο αίμα. Η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης της ηπατικής χοληστερόλης μειώνει την έκκριση της VLDL στο αίμα, μειώνοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Πιταβαστίνη μειώνει την αυξημένη LDL-C, την ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη (HDL-C). Μειώνει την Apo-B και προκαλεί ποικίλες αυξήσεις στην Apo-A1. Μειώνει επίσης τη μη-HDL-C και τα αυξημένα κλάσματα TC/HDL-C, και Apo-B/Apo-A1.
Πίνακας 1: Ανταπόκριση στη δόση σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (Προσαρμοσμένη μέση επί τοις εκατό μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για 12 εβδομάδες)
| Δόση | N | LDL-C | TC* | HDL-C | TG | Apo-B | Apo-A1 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Εικονικό φάρμακο | 51 | -4,0 | -1,3 | 2,5 | -2,1 | 0,3 | 3,2 |
| 1 mg | 52 | -33,3 | -22,8 | 9,4 | -14,8 | -24,1 | 8,5 |
| 2 mg | 49 | -38,2 | -26,1 | 9,0 | -17,4 | -30,4 | 5,6 |
| 4 mg | 50 | -46,5 | -32,5 | 8,3 | -21,2 | -36,1 | 4,7 |
| *μη προσαρμοσμένη |
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, το Πιταβαστίνη μείωσε σταθερά τις συγκεντρώσεις LDL-C, TC, μη-HDL-C, TG και Apo-B και αύξησε τις συγκεντρώσεις HDL-C και Apo-A1. Τα κλάσματα TC/HDL-C και Apo-B/Apo-A1 μειώθηκαν. Η LDL-C μειώθηκε κατά 38 έως 39% με Πιταβαστίνη 2 mg και 44 έως 45% με Πιταβαστίνη 4 mg. Η πλειοψηφία των ασθενών υπό θεραπεία με 2 mg πέτυχε το στόχο θεραπείας της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS) για LDL-C (< 3 mmol/l).
Σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών, οι τιμές LDL-C μειώθηκαν κατά 31%, 39,0% και 44,3%, αντίστοιχα, για Πιταβαστίνη 1 mg, 2 mg ή 4 mg. Περισσότεροι από το 80% των ασθενών λάμβαναν συγχορηγούμενα φάρμακα, όμως η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια.
Σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία ή μικτή δυσλιπιδαιμία, με 2 ή περισσότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, ή μικτή δυσλιπιδαιμία με διαβήτη τύπου 2, περίπου το 80% πέτυχε το σχετικό στόχο της EAS. Η LDL-C μειώθηκε κατά 44% και 41% στις ομάδες ασθενών.
Σε μακροχρόνιες μελέτες διάρκειας έως 60 εβδομάδων, η επίτευξη του στόχου της EAS διατηρήθηκε μέσω επιμενουσών και σταθερών μειώσεων της LDL-C ενώ οι συγκεντρώσεις της HDL-C συνέχισαν να αυξάνονται. Σε μια μελέτη 5 ετών, η μείωση της LDL-C (30,5%) διατηρήθηκε και οι τιμές της HDL-C αυξήθηκαν κατά 1,7% στους 3 μήνες έως 5,7% στα 5 χρόνια.
Αθηροσκλήρωση
Η μελέτη JAPAN-ACS συνέκρινε τις επιδράσεις της θεραπείας διάρκειας 8 έως 12 μηνών με πιταβαστατίνη 4 mg ή ατορβαστατίνη 20 mg στον όγκο της στεφανιαίας πλάκας σε 251 ασθενείς, δείχνοντας μείωση περίπου 17% στον όγκο της πλάκας για αμφότερες τις θεραπείες. Απεδείχθη μη κατωτερότητα μεταξύ της πιταβαστατίνης και της ατορβαστατίνης. Οι επωφελείς επιδράσεις στη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί.
Σακχαρώδης διαβήτης
Σε μια μελέτη σε Ιάπωνες ασθενείς με διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη, το 39,9% των ασθενών στην ομάδα του Πιταβαστίνη εμφάνισε διαβήτη σε σύγκριση με το 45,7% στην ομάδα ελέγχου. Μια μετα-ανάλυση 4.815 μη διαβητικών ασθενών κατέδειξε ουδέτερη επίδραση του Πιταβαστίνη στον κίνδυνο νεοεμφανιζόμενου διαβήτη (σχετικός κίνδυνος 0,70).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας ≥ 6 ετών και <17 ετών) με υψηλού κινδύνου υπερλιπιδαιμία, η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 23,5%, 30,1% και 39,3% από την πιταβαστατίνη 1 mg, 2 mg και 4 mg, αντίστοιχα. Σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, μελέτη επέκτασης 52 εβδομάδων, η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 37,8% στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52. Η Παιδιατρική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Πιταβαστίνη σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών και στη θεραπεία παιδιών όλων των ηλικιών με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (βλ. Δοσολογία).
Πληθυσμός με HIV
Η αποτελεσματικότητα της πιταβαστατίνης και άλλων στατινών στην LDL χοληστερόλη (LDL-C) είναι μειωμένη σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιµία που συσχετίζεται με λοίμωξη από τον ιό HIV ή με τη θεραπεία της σε σύγκριση με ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιµία και μικτή δυσλιπιδαιμία χωρίς τον ιό HIV. Στη δοκιμή INTREPID, η LDL-C νηστείας στον ορό μειώθηκε κατά 31% και 30% στην ομάδα θεραπείας με πιταβαστατίνη και 21% και 20% στην ομάδα θεραπείας με πραβαστατίνη για 12 και 52 εβδομάδες αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκαν νέα σημεία σχετικά με την ασφάλεια ή ανεπιθύμητες ενέργειες με την πιταβαστατίνη 4 mg.
Απορρόφηση
Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο εισέρχεται στην εντεροηπατική κυκλοφορία και απορροφάται καλά από τη νήστιδα και τον ειλεό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιταβαστατίνης είναι 51%.
Κατανομή
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως με αλβουμίνη και άλφα 1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 133 L. Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ηπατοκύτταρα, τη θέση δράσης και μεταβολισμού, από πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς περιλαμβανομένων των OATP1B1 και OATP1B3. Η AUC πλάσματος ποικίλλει με περίπου 4-πλάσιο εύρος μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων τιμών. Οι μελέτες με SLCO1B1 (το γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1) υποδηλώνουν ότι ο πολυμορφισμός αυτού του γονιδίου θα μπορούσε να ευθύνεται για μεγάλο μέρος της διακύμανσης της AUC. Η πιταβαστατίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης.
Βιομετασχηματισμός
Η αμετάβλητη πιταβαστατίνη είναι η κυρίαρχη μορφή του φαρμάκου στο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης είναι μια αδρανής λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού τύπου συζευγμένου γλυκουρονιδίου της πιταβαστατίνης από την UDP γλυκουρονική τρανσφεράση (UGT1A3 και 2B7). In vitro μελέτες, που χρησιμοποίησαν 13 ισομορφές ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 (CYP), υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της πιταβαστατίνης από το CYP είναι ελάχιστος, το CYP2C9 (και σε μικρότερο βαθμό το CYP2C8) είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης σε ελάσσονες μεταβολίτες.
Αποβολή
H αμετάβλητη πιταβαστατίνη αποβάλλεται ταχέως από το ήπαρ στη χολή, αλλά υποβάλλεται σε εντεροηπατική επανακυκλοφορία, συμβάλλοντας στη διάρκεια της δράσης της. Λιγότερο από το 5% της πιταβαστατίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής από το πλάσμα ποικίλλει από 5,7 ώρες (εφάπαξ δόση) έως 8,9 ώρες (σταθεροποιημένη κατάσταση) και η φαινόμενη γεωμετρική μέση τιμή της από του στόματος κάθαρσης είναι 43,4 l/h μετά από εφάπαξ δόση.
Επίδραση της τροφής
Η μέγιστη συγκέντρωση της πιταβαστατίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 43% όταν αυτή ελήφθη με ένα πολύ λιπαρό γεύμα, αλλά η AUC δεν μεταβλήθηκε.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Η AUC της πιταβαστατίνης ήταν 1,3 φορές υψηλότερη σε ηλικιωμένα άτομα. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του Πιταβαστίνη.
- Φύλο: Η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε κατά 1,6 φορές στις γυναίκες. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του Πιταβαστίνη.
- Φυλή: Δεν υπήρξε διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της πιταβαστατίνης μεταξύ Ιαπώνων και Καυκάσιων υγιών εθελοντών όταν ελήφθησαν υπόψη η ηλικία και το σωματικό βάρος.
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Διατίθενται περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα. Η αραιή δειγματοληψία έδειξε δοσοεξαρτώμενη επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης. Υπήρχε επίσης ένδειξη ότι η συγκέντρωση στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης ήταν (αντιστρόφως) σχετιζόμενη με το σωματικό βάρος και μπορεί να είναι υψηλότερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.
- Νεφρική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική νόσο και σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση οι τιμές της AUC ήταν αυξημένες κατά 1,8-φορές και 1,7-φορές αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
- Ηπατική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία η AUC ήταν 1,6 φορές υψηλότερη εκείνης σε υγιή άτομα, ενώ για ασθενείς με μετρίου βαθμού (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 3,9 φορές υψηλότερη. Περιορισμοί της δόσης συνιστώνται σε ασθενείς με ήπια και μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Το Πιταβαστίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA Κωδικός ATC: C10AA08 ### Μηχανισμός δράσης Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και έτσι…
Απορρόφηση Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο εισέρχεται…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κινάση της κρεατίνης (CK)
· Αρχικό επίπεδο αναφοράς
Προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυση
-
Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Ιστορικό ηπατικής νόσου ή υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κινάση της κρεατίνης (CK) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Μυϊκός πόνος, ευαισθησία, αδυναμία με κακουχία/πυρετό |
| Εντός 5 έως 7 ημερών (επαναληπτική δοκιμή) | Αυξημένες συγκεντρώσεις CK (>5πλάσιο ULN) | ||
| — | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας επί μυϊκού πόνου, αδυναμίας ή κραμπών | ||
| Γλυκόζη | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Κίνδυνος εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (γλυκόζη νηστείας 5,6-6,9 mmol/l, ΔΜΣ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πιταβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει τη ρεδουκτάση HMG-CoA. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απωλιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Ο λόγος ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα στεφανιαίας νόσου και οι υψηλοί λόγοι συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C συνδέονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας την LDL-C και τα TG και αυξάνοντας την HDL-C, η πιταβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.
Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ορόσημο ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης ικανότητάς τους να μειώνουν τη θνησιμότητα από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων και μη θανατηφόρων ΚΝ, καθώς και την ανάγκη για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο μείζονος αγγειακού συμβάντος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν σχετική μείωση 20%-22% στα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L στην LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους.
Επιδράσεις στους Σκελετικούς Μύες
Η πιταβαστατίνη μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια (μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού) και ραβδομυόλυση (με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς λόγω μυοσφαιρινουρίας). Σπάνιοι θάνατοι έχουν συμβεί ως αποτέλεσμα ραβδομυόλυσης με τη χρήση στατινών, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον ανεξέλεγκτο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Δεδομένου ότι δόσεις πιταβαστατίνης μεγαλύτερες από 4mg ημερησίως συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής μυοπάθειας, το έντυπο του προϊόντος συνιστά μέγιστη ημερήσια δόση 4mg μία φορά την ημέρα.
Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τηυτόχρονη χορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [fenofibrate], [niacin], [gemfibrozil] και [cyclosporine].
Περιστατικά μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με αναστολείς της ρεδουκτάσης HMG-CoA που χορηγούνται ταυτόχρονα με [colchicine], επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.
Δεδομένα πραγματικού κόσμου από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσουν μυϊκούς πόνους κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Αυξήσεις στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν αναφερθεί με την πιταβαστατίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αυξήσεις ήταν παροδικές και είτε υποχώρησαν είτε βελτιώθηκαν με τη συνεχιζόμενη θεραπεία ή μετά από σύντομη διακοπή της θεραπείας. Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για θανατηφόρα και μη θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που έλαβαν στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης.
Ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατικής βλάβης.
Αυξήσεις στα Επίπεδα HbA1c και Γλυκόζης Ορού σε Νηστεία
Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και γλυκόζης ορού σε νηστεία έχουν αναφερθεί με τις στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Βελτιστοποιήστε τα μέτρα του τρόπου ζωής, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής άσκησης, της διατήρησης υγιούς σωματικού βάρους και της υγιεινής διατροφής.
Μια μελέτη in vitro διαπίστωσε ότι η [atorvastatin], η [pravastatin], η [rosuvastatin] και η [pitavastatin] παρουσίασαν δοσοεξαρτώμενη κυτταροτοξική δράση στα ανθρώπινα β-κύτταρα νησιδίων του παγκρέατος, με μειώσεις στη βιωσιμότητα των κυττάρων κατά 32, 41, 34 και 29%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, τα ποσοστά έκκρισης ινσουλίνης μειώθηκαν κατά 34, 30, 27 και 19%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η πιταβαστατίνη είναι ένα φάρμακο της κατηγορίας των στατινών και ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμο Α) ρεδουκτάση, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η πιταβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ, μειώνοντας έτσι τα επίπεδα LDL-C στον κυκλοφορούντα αίμα.
Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι οι στατίνες ασκούν αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις λιποδιαλυτικές τους ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης.
Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί ότι δεσμεύουν αλλοστερικά το σύμπλοκο LFA-1 (β2-integrin function-associated antigen-1), το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη διακίνηση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.
Το ηπατικό ABC transporter A1 (ABCA1) (ATP-binding cassette transporter A1) παίζει βασικό ρόλο στην παραγωγή λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL) μέσω της λιπιδίωσης της απωλιποπρωτεΐνης Α-Ι (ApoA-I). Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμου Α (HMG-CoA) ρεδουκτάσης, οι στατίνες, αυξάνουν τα επίπεδα mRNA του ABCA1 σε κυτταρικές σειρές ηπατώματος… . Ερευνήσαμε πώς οι στατίνες αυξάνουν το ABCA1 σε κύτταρα ηπατώματος αρουραίου McARH7777. Η πιταβαστατίνη, η ατορβαστατίνη και η σιμβαστατίνη αύξησαν τα συνολικά επίπεδα mRNA του ABCA1, ενώ η πραβαστατίνη δεν είχε αποτέλεσμα. Η πιταβαστατίνη αύξησε επίσης την πρωτεΐνη ABCA1. Η έκφραση του ηπατικού ABCA1 σε αρουραίους ρυθμίζεται τόσο από τις οδούς του ηπατικού X υποδοχέα (LXR) όσο και από τον ρυθμιστικό παράγοντα στερολών 2 (SREBP2). Η πιταβαστατίνη κατέστειλε τα επίπεδα mRNA του ABCA1 περιφερικού τύπου και τον προωθητή του που οδηγείται από LXR, αλλά ενεργοποίησε τον προωθητή που οδηγείται από SREBP ηπατικού τύπου, και τελικά αύξησε τη συνολική έκφραση mRNA του ABCA1. Επιπλέον, η πιταβαστατίνη αύξησε τον ενεργοποιητή υποδοχέα πολλαπλασιαστή υπεροξεισωμάτων α (PPARα) και την έκφραση των κατάντη γονιδίων του. Η μείωση του PPARα εξασθένησε την αύξηση της πρωτεΐνης ABCA1, υποδεικνύοντας ότι η πιταβαστατίνη αύξησε την πρωτεΐνη ABCA1 μέσω ενεργοποίησης PPARα, παρόλο που κατέστειλε την ενεργοποίηση LXR. Επιπλέον, η αποικοδόμηση της πρωτεΐνης ABCA1 καθυστέρησε σε κύτταρα που έλαβαν πιταβαστατίνη. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη αυξάνει την έκφραση της πρωτεΐνης ABCA1 μέσω διπλών μηχανισμών: μεταγραφή mRNA που καθοδηγείται από SREBP2 και σταθεροποίηση πρωτεΐνης ABCA1 που καθοδηγείται από PPARα, αλλά όχι μέσω της οδού PPAR-LXR-ABCA1.
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά τη 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνένζυμο Α (HMG-CoA) ρεδουκτάση, η οποία είναι ένα ένζυμο που καθορίζει τον ρυθμό και εμπλέκεται στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης, με τρόπο ανταγωνιστικό προς το υπόστρωμα, ώστε να αναστέλλει τη σύνθεση χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) και στη συνέχεια η πρόσληψη LDL από το αίμα στο ήπαρ επιταχύνονται και έτσι μειώνεται η ολική χοληστερόλη (TC) του πλάσματος. Επιπλέον, η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης χοληστερόλης στο ήπαρ μειώνει τα επίπεδα λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας.
Η χρήση στατινών σε άτομα με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με συνυπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο παροξύνσεων. … Για να διερευνηθούν οι εμπλεκόμενοι μηχανισμοί, ερευνήσαμε την επίδραση των στατινών στη λειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων, ιδίως στις σφικτές συνδέσεις των ενδοθηλιακών κυττάρων. Αξιολογήσαμε κυρίως εάν η πιταβαστατίνη θα μπορούσε να συμβάλει στην άμβλυνση της ανάπτυξης εμφυσήματος που προκαλείται από συνεχή έκθεση σε καπνό τσιγάρου (CS). Επίσης, διερευνήσαμε την ενεργοποίηση της σηματοδότησης liver kinase B1 (LKB1)/AMP-activated protein kinase (AMPK), η οποία παίζει ρόλο στη διατήρηση των ενδοθηλιακών λειτουργιών, την έκφραση σημαντικών πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων, zonula occludens (ZO)-1 και claudin-5, και τη διαπερατότητα των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Διαπιστώσαμε ότι η πιταβαστατίνη εμπόδισε τη μείωση των αγγείων που φέρουν AmotL1 (angiomotin-like protein 1) που προκλήθηκε από CS μέσω της ενεργοποίησης της σηματοδότησης LKB1/AMPK και την υπερδιαπερατότητα που προκλήθηκε από IFN-γ στα καλλιεργημένα ανθρώπινα πνευμονικά μικροαγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα, διατηρώντας τα επίπεδα έκφρασης των AmotL1, ZO-1 και claudin-5 στις σφικτές συνδέσεις. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η διατήρηση των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων από την πιταβαστατίνη προλαμβάνει τις δυσλειτουργίες των πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων που προκαλούνται από CS.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά τη χορήγηση από το στόμα. Τόσο η Cmax όσο και η AUC0-inf αυξήθηκαν σε περίπου δοσοαναλογικό τρόπο για εφάπαξ δόσεις πιταβαστατίνης από 1 mg έως 24 mg μία φορά την ημέρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος διαλύματος πιταβαστατίνης είναι 51%. Η Cmax και η AUC της πιταβαστατίνης δεν διέφεραν μετά τη χορήγηση το βράδυ ή το πρωί. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 4 mg πιταβαστατίνης, η ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή για την LDL-C μετά τη βραδινή χορήγηση ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτήν μετά την πρωινή χορήγηση. Η πιταβαστατίνη απορροφήθηκε στο λεπτό έντερο, αλλά πολύ λίγο στο παχύ έντερο.
Η χορήγηση πιταβαστατίνης με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (50% περιεκτικότητα σε λιπαρά) μειώνει την Cmax της πιταβαστατίνης κατά 43%, αλλά δεν μειώνει σημαντικά την AUC της πιταβαστατίνης. Σε σύγκριση με άλλες στατίνες, η πιταβαστατίνη έχει σχετικά υψηλή βιοδιαθεσιμότητα, η οποία έχει προταθεί ότι οφείλεται στην εντεροηπατική επαναρρόφηση στο έντερο μετά την εντερική απορρόφηση.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (organic-anion-transporting polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η έρευνα από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού c.521T>C (SNP) στο γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1 (SLCO1B1) έδειξε ότι η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε 3,08 φορές για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με ομόζυγα άτομα 521TT. Άλλα φάρμακα στατίνες που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [simvastatin], την [pitavastatin], την [atorvastatin] και τη [rosuvastatin]. Άτομα με γονότυπο 521CC μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών δοσοεξαρτώμενων, συμπεριλαμβανομένης της μυοπάθειας και της ραβδομυόλυσης, λόγω αυξημένης έκθεσης στο φάρμακο.
Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών.
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L.
Μετά από εφάπαξ δόση, η εμφανής μέση κάθαρση της πιταβαστατίνης από το στόμα είναι 43,4 L/h.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι μια μικρή ποσότητα άλλου φαρμάκου αυτής της κατηγορίας περνάει στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα.
Αυτή η μελέτη διερευνά τον υποκείμενο μηχανισμό της εξαρτώμενης από το υπόστρωμα επίδρασης της γενετικής παραλλαγής στο SLCO1B1, το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (organic anion transporting polypeptide), στη διάθεση δύο υποστρωμάτων OATP1B1, της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης, σε σχέση με τις μεταφορικές τους δραστηριότητες. Η πρόσληψη πραβαστατίνης, πιταβαστατίνης και φλουβαστατίνης μετρήθηκε σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B11a και SLCO1B115 για τη σύγκριση των μεταβολών της in-vitro μεταφορικής δραστηριότητας. Μετά τη χορήγηση 40-mg πραβαστατίνης ή 4-mg πιταβαστατίνης σε 11 υγιείς εθελοντές με ομόζυγα γονότυπα SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης συγκρίθηκαν μεταξύ συμμετεχόντων με γονότυπους SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15. Η πρόσληψη πραβαστατίνης και πιταβαστατίνης σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B115 μειώθηκε σε σύγκριση με το SLCO1B11a, αλλά δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή με τη φλουβαστατίνη. Ο λόγος μεταβολής της in-vitro εγγενούς κάθαρσης (Clint) για την πιταβαστατίνη στο SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a ήταν μεγαλύτερος από αυτόν της πραβαστατίνης (P<0.0001). Η κάθαρση (Cl/F) της πιταβαστατίνης μειώθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό σε συμμετέχοντες με SLCO1B115/15 σε σύγκριση με αυτήν της πραβαστατίνης in vivo (P<0.01), σύμφωνα με τη μελέτη in-vitro. Ως αποτέλεσμα, η Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα αυτών των μη μεταβολιζόμενων υποστρωμάτων αυξήθηκαν από την παραλλαγή SLCO1B115. Ωστόσο, η μεγαλύτερη μείωση στη μεταφορική δραστηριότητα για την πιταβαστατίνη στην παραλλαγή SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a συσχετίστηκε με τη μεγαλύτερη επίδραση στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την πραβαστατίνη σε σχέση με τον γενετικό πολυμορφισμό SLCO1B1. Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι η εξάρτηση από το υπόστρωμα στις συνέπειες της παραλλαγής SLCO1B115 θα μπορούσε να τροποποιήσει την επίδραση του πολυμορφισμού SLCO1B1 στη διάθεση της πιταβαστατίνης και της πραβαστατίνης.
Μια φαρμακοκινητική μελέτη διεξήχθη σε 12 Κινέζους εθελοντές μετά από εφάπαξ δόση 1 mg, 2 mg και 4 mg πιταβαστατίνης ασβεστίου σε ένα ανοικτό, τυχαιοποιημένο, σχέδιο τριών περιόδων διασταύρωσης. Οι συγκεντρώσεις πιταβαστατίνης οξέος και πιταβαστατίνης λακτόνης στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με μέθοδο HPLC. Οι μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί (SNPs) στα ABCB1, ABCG2, SLCO1B1, CYP2C9 και CYP3A5 προσδιορίστηκαν με μέθοδο γονότυπου TaqMan (MGB). Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της σχέσης μεταξύ των προαναφερθέντων SNPs και των δοσο-κανονικοποιημένων (βάσει 1 mg) περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα εκτεινόμενης στο άπειρο [AUC(0-infinity)] και των τιμών μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Cmax) των όξινων και λακτονικών μορφών της πιταβαστατίνης. Η πιταβαστατίνη παρουσίασε γραμμική φαρμακοκινητική και μεγάλη διατομική μεταβλητότητα. Σε σύγκριση με τους φορείς CYP2C91/1, οι φορείς CYP2C91/3 είχαν υψηλότερη AUC(0-infinity) και Cmax της πιταβαστατίνης οξέος και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης (P<0,05). Όσον αφορά το ABCB1 G2677T/A, οι μη φορείς G είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης οξέος, και Cmax της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τους φορείς γονότυπου GT, GA ή GG (P<0,05). Παρατηρήθηκαν φαινόμενα δόσης-γονιδίου των SLCO1B1 c.521T>C και g.11187G > A στη φαρμακοκινητική των όξινων και λακτονικών μορφών. Σε σύγκριση με τους μη φορείς SLCO1B117, οι φορείς SLCO1B117 είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) των όξινων και λακτονικών μορφών (P<0,05). Παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά φύλου για τη φαρμακοκινητική της λακτόνης. Τα θηλυκά άτομα με γονότυπο SLCO1B1 521TT είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τα αρσενικά άτομα 521TT, ωστόσο, αυτή η διαφορά φύλου εξαφανίστηκε στα άτομα 521 TC και 521CC. Η φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τα ABCB1 C1236T, ABCB1C3435T, CYP3A53, ABCG2 c.34G > A, c.421C > A, SLCO1B1 c.388A>G, c.571T>C και c.597C>T. Συμπεραίνουμε ότι το CYP2C93, το ABCB1 G2677T/A, το SLCO1B1 c.521T>C, το SLCO1B1 g.11187G > A, το SLCO1B1*17 και το φύλο συμβάλλουν στη διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η εξατομικευμένη ιατρική θα πρέπει να είναι απαραίτητη για τους υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς που λαμβάνουν πιταβαστατίνη.
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L. Η σύνδεση της πιταβαστατίνης και/ή των μεταβολιτών της με τα κύτταρα του αίματος είναι ελάχιστη.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Πιταβαστατίνη (12 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η πιταβαστατίνη δεσμεύεται περισσότερο από 99% σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κύρια οδός μεταβολισμού της πιταβαστατίνης είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω της ηπατικής ουριδινο-5’-διφωσφοτικής γλυκουρονυλοτρανσφεράσης (UGT) με επακόλουθο σχηματισμό πιταβαστατίνης λακτόνης. Υπάρχει μόνο ελάχιστος μεταβολισμός από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από τις UGTs (UGT1A3 και UGT2B7).
Η πιταβαστατίνη έχει μελετηθεί για τις επιδράσεις της στον ηπατικό μικροσωμικό μεταβολισμό φαρμάκων σε αρουραίους, και οι δραστηριότητες διαφόρων ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα έχουν μετρηθεί. Δεν παρατηρήθηκε επαγωγή των ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων (ανιλινο-υδροξυλάση, αμινοπυρίνη-Ν-δεμεθυλάση, 7-αιθοξυκουμαρίνη-Ο-δεαιθυλάση και ουριδινο-5’-διφωσφοτική γλυκουρονικό τρανσφεράση) στην ομάδα της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου μετά από πολλαπλές χορηγήσεις πιταβαστατίνης στη δόση 1-10 mg/kg ημερησίως για 7 ημέρες. Με βάση διάφορες in vitro προσεγγίσεις, συμπεραίνεται ότι το CYP2C9 είναι το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης και δεν υπάρχει κανένας μεταβολίτης σε νεφρικά και εντερικά μικροσωμάτια. Ο πολυμορφισμός του CYP2C9 δεν εμπλεκόταν στο μεταβολισμό της πιταβαστατίνης. Δεν ανιχνεύθηκε ανασταλτική επίδραση στο μεταβολισμό που καθοδηγείται από CYP στην 4-υδροξυλίωση της τολβουταμίδης (CYP2C9) και στην 6β-υδροξυλίωση της τεστοστερόνης (CYP3A4) παρουσία πιταβαστατίνης. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη δεν επηρεάζει τα συστήματα μεταβολισμού φαρμάκων.
Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από την ουριδινο-5’-διφωσφοτική (UDP) γλυκουρονυλοτρανσφεράση (UGT1A3 και UGT2B7).
Για να διευκρινιστούν τυχόν διαφορές μεταξύ ειδών, μελετήθηκε ο in vitro μεταβολισμός της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της με ηπατικά και νεφρικά μικροσωμάτια από αρουραίους, σκύλους, κουνέλια, πιθήκους και ανθρώπους. Με την προσθήκη UDP-γλυκουρονικού οξέος σε ηπατικά μικροσωμάτια, η πιταβαστατίνη λακτόνη ταυτοποιήθηκε ως ο κύριος μεταβολίτης σε διάφορα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Οι μεταβολικές κάθαρσεις της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων ήταν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι στους ανθρώπους. Το M4, ένας μεταβολίτης της πιταβαστατίνης με δομή 3-δεϋδροξυ, μετατράπηκε στη λακτονική του μορφή σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων παρουσία UDP-γλυκουρονικού οξέος, καθώς και σε πιταβαστατίνη. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η λακτονιποίηση είναι μια κοινή οδός για φάρμακα όπως τα παράγωγα 5-υδροξυ πεντανοϊκού οξέος. Οι όξινες μορφές μεταβολίστηκαν στις λακτονικές τους μορφές λόγω των δομικών χαρακτηριστικών τους. Η UDP-γλυκουρονυλοτρανσφεράση είναι το βασικό ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη λακτονιποίηση της πιταβαστατίνης, και ο συνολικός μεταβολισμός διαφέρει σε σύγκριση με τον ανθρώπινο λόγω του εκτεταμένου οξειδωτικού μεταβολισμού της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε πιθήκους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.
Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
M5681Q5F9P
PITAVASTATIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase
Η πιταβαστατίνη είναι ένας Αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της πιταβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase.
PITAVASTATIN
Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Reductase [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Στατίνες (αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.