Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1 / TAB | 6.42 € | |
| 2 / TAB | 10.19 € | |
| 4 / TAB | 25.87 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υψηλή LDL-C · Υψηλή ολική χοληστερόλη
PITAVASTATIN/PHARMAZAC — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή, κατά προτίμηση την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Πιο αποτελεσματική το βράδυ.
- Δόση έναρξης: 1 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή.
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση4 mgΗ προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή.
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά και έφηβοι (≥ 6 ετών)Δόση1 mg μία φορά την ημέραΗ χρήση θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και η πρόοδος θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, το στόχο της θεραπείας και την απόκριση του ασθενή. Για παιδιά 6 έως 9 ετών, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg. Για παιδιά 10 ετών ή άνω, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg.
-
Παιδιά (< 6 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μετρίου βαθμού μειωμένη ηπατική λειτουργίαΜέγ. δόση2 mgΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται. Μπορεί να χορηγηθεί μέγιστη ημερήσια δόση 2 mg υπό στενή παρακολούθηση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην πιταβαστατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1) ή σε άλλες στατίνες
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (που υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο)
-
Μυοπάθεια
-
Λήψη κυκλοσπορίνης ταυτόχρονα
-
Εγκυμοσύνη, θηλασμός και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μυϊκές επιδράσεις (Μυαλγία, Μυοπάθεια, Ραβδομυόλυση)Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα (μυϊκό πόνο, μυϊκή ευαισθησία ή αδυναμία, ιδιαίτερα αν αυτό συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό).
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΔιακοπή αγωγής με στατίνες εάν υπάρχουν συμπτώματα επιμένουσας αδυναμίας εγγύς μυών και αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή.
-
Συγχορήγηση με φουσιδικό οξύαντένδειξηΤο Πιταβαστίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικώς χορηγούμενες μορφές φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς όπου η χρήση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ανάγκη συγχορήγησης Πιταβαστίνη και φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με φιβράτη ή άλλη στατίνη, ιστορικό ηπατικής νόσου ή κατάχρησης οινοπνευματωδών, ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 70 ετών) με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ραβδομυόλυσηΤο Πιταβαστίνη πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και στάθμιση κινδύνου/οφέλους. Η θεραπεία με το Πιταβαστίνη δεν πρέπει να ξεκινήσει αν οι τιμές της CK είναι μεγαλύτερες από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη θεραπείαΟι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Η θεραπεία να διακόπτεται αν τα επίπεδα της CK είναι αυξημένα (> 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου). Να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, ακόμα και αν τα επίπεδα της CK είναι μικρότερα ή ίσα από το 5πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επιστρέψουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί η επαναχορήγηση του Πιταβαστίνη σε δόση 1 mg και υπό στενή παρακολούθηση.
-
Ηπατικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή σε ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά υπερβολικές ποσότητες οινοπνευματωδώνΤο Πιταβαστίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η θεραπεία με Πιταβαστίνη πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που έχουν μια επιμένουσα αύξηση στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και AST) που υπερβαίνει το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων.
-
Νεφρικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μετρίου βαθμού ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΤο Πιταβαστίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο υπό στενή παρακολούθηση. Η δόση 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, Δείκτης Μάζας Σώματος > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΕάν υπάρχει υποψία ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Μακροχρόνια επίδραση στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανσηΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών ή άνωΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΈφηβεςΟι έφηβες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Πιταβαστίνη (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Συγχορήγηση με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύπροσοχήΠροσωρινή διακοπή του Πιταβαστίνη συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φάρμακα που προκαλούν μυοπάθεια (φιβράτες ή νιασίνη)προσοχήΤο Πιταβαστίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που παίρνουν τέτοια φάρμακα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Μυασθένεια gravis ή οφθαλμική μυασθένειαΣε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, η χορήγηση του Πιταβαστίνη πρέπει να διακόπτεται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑύξηση της AUC της πιταβαστατίνης κατά 4,6 φορές.ΣύστασηΤο Πιταβαστίνη αντενδείκνυται.
-
Ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικάπροσοχήΑύξηση της AUC της πιταβαστατίνης κατά 2,8 φορές.ΣύστασηΣυνιστάται προσωρινή διακοπή του Πιταβαστίνη.
-
Φιβράτες (π.χ. Γεμφιβροζίλη, Φαινοφιβράτη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης. Η γεμφιβροζίλη αύξησε την AUC της πιταβαστατίνης κατά 1,4 φορές, η φαινοφιβράτη κατά 1,2 φορές.ΣύστασηΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
ΝιασίνηπροσοχήΣυσχετίζεται με μυοπάθεια και ραβδομυόλυση.ΣύστασηΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ θεραπεία με Πιταβαστίνη πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
Γκλεκαπρεβίρη/ΠιμπρεντασβίρηπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης HMG-CοA στο πλάσμα.ΣύστασηΚατά την έναρξη της θεραπείας συνιστάται η χορήγηση της χαμηλότερης δόσης Πιταβαστίνη και κλινική παρακολούθηση.
-
παρακολούθησηΑύξηση κατά 1,3 φορές της AUC της πιταβαστατίνης λόγω μειωμένης ηπατικής πρόσληψης.
-
Αναστολείς πρωτεάσης, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (λοπιναβίρη, ριτοναβίρη, δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη ή εφαβιρένζη)παρακολούθησηΜικρές μεταβολές στην AUC της πιταβαστατίνης.
-
παρακολούθησηΗ φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης δεν επηρεάστηκαν.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη πρέπει να έχουν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR υπό παρακολούθηση όταν προστίθεται Πιταβαστίνη στη θεραπεία τους.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ανορεξία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπνηλία
- Μυασθένεια Gravis
- Υπαισθησία
- Απώλεια μνήμης
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Μυασθένεια των οφθαλμών
- Εμβοές
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Γλωσσοδυνία
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)
- Χολοστατικός ίκτερος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική διαταραχή
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
- Συχνοουρία
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Γυναικομαστία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτών
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΓλωσσοδυνίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατική διαταραχήΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εφιαλτώνΕπιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Η χοληστερόλη και τα άλλα προϊόντα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι βασικής σημασίας για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος για αναστολή της αναγωγάσης του HMG-CoA υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη σύλληψη. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος ενόσω χρησιμοποιεί Πιταβαστίνη, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η πιταβαστατίνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα επί του παρόντος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA Κωδικός ATC: C10AA08
Μηχανισμός δράσης
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και έτσι αναστέλλει τη σύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων LDL στο ήπαρ είναι αυξημένη, προάγοντας την πρόσληψη της κυκλοφορούσας LDL από το αίμα, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης (TC) και της LDL-χοληστερόλης (LDL-C) στο αίμα. Η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης της ηπατικής χοληστερόλης μειώνει την έκκριση της VLDL στο αίμα, μειώνοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Πιταβαστίνη μειώνει την αυξημένη LDL-C, την ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη (HDL-C). Μειώνει την Apo-B και προκαλεί ποικίλες αυξήσεις στην Apo-A1. Μειώνει επίσης τη μη-HDL-C και τα αυξημένα κλάσματα TC/HDL-C, και Apo-B/Apo-A1.
Πίνακας 1: Ανταπόκριση στη δόση σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (Προσαρμοσμένη μέση επί τοις εκατό μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για 12 εβδομάδες)
| Δόση | N | LDL-C | TC* | HDL-C | TG | Apo-B | Apo-A1 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Εικονικό φάρμακο | 51 | -4,0 | -1,3 | 2,5 | -2,1 | 0,3 | 3,2 |
| 1 mg | 52 | -33,3 | -22,8 | 9,4 | -14,8 | -24,1 | 8,5 |
| 2 mg | 49 | -38,2 | -26,1 | 9,0 | -17,4 | -30,4 | 5,6 |
| 4 mg | 50 | -46,5 | -32,5 | 8,3 | -21,2 | -36,1 | 4,7 |
| *μη προσαρμοσμένη |
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, το Πιταβαστίνη μείωσε σταθερά τις συγκεντρώσεις LDL-C, TC, μη-HDL-C, TG και Apo-B και αύξησε τις συγκεντρώσεις HDL-C και Apo-A1. Τα κλάσματα TC/HDL-C και Apo-B/Apo-A1 μειώθηκαν. Η LDL-C μειώθηκε κατά 38 έως 39% με Πιταβαστίνη 2 mg και 44 έως 45% με Πιταβαστίνη 4 mg. Η πλειοψηφία των ασθενών υπό θεραπεία με 2 mg πέτυχε το στόχο θεραπείας της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS) για LDL-C (< 3 mmol/l).
Σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών, οι τιμές LDL-C μειώθηκαν κατά 31%, 39,0% και 44,3%, αντίστοιχα, για Πιταβαστίνη 1 mg, 2 mg ή 4 mg. Περισσότεροι από το 80% των ασθενών λάμβαναν συγχορηγούμενα φάρμακα, όμως η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια.
Σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία ή μικτή δυσλιπιδαιμία, με 2 ή περισσότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, ή μικτή δυσλιπιδαιμία με διαβήτη τύπου 2, περίπου το 80% πέτυχε το σχετικό στόχο της EAS. Η LDL-C μειώθηκε κατά 44% και 41% στις ομάδες ασθενών.
Σε μακροχρόνιες μελέτες διάρκειας έως 60 εβδομάδων, η επίτευξη του στόχου της EAS διατηρήθηκε μέσω επιμενουσών και σταθερών μειώσεων της LDL-C ενώ οι συγκεντρώσεις της HDL-C συνέχισαν να αυξάνονται. Σε μια μελέτη 5 ετών, η μείωση της LDL-C (30,5%) διατηρήθηκε και οι τιμές της HDL-C αυξήθηκαν κατά 1,7% στους 3 μήνες έως 5,7% στα 5 χρόνια.
Αθηροσκλήρωση
Η μελέτη JAPAN-ACS συνέκρινε τις επιδράσεις της θεραπείας διάρκειας 8 έως 12 μηνών με πιταβαστατίνη 4 mg ή ατορβαστατίνη 20 mg στον όγκο της στεφανιαίας πλάκας σε 251 ασθενείς, δείχνοντας μείωση περίπου 17% στον όγκο της πλάκας για αμφότερες τις θεραπείες. Απεδείχθη μη κατωτερότητα μεταξύ της πιταβαστατίνης και της ατορβαστατίνης. Οι επωφελείς επιδράσεις στη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί.
Σακχαρώδης διαβήτης
Σε μια μελέτη σε Ιάπωνες ασθενείς με διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη, το 39,9% των ασθενών στην ομάδα του Πιταβαστίνη εμφάνισε διαβήτη σε σύγκριση με το 45,7% στην ομάδα ελέγχου. Μια μετα-ανάλυση 4.815 μη διαβητικών ασθενών κατέδειξε ουδέτερη επίδραση του Πιταβαστίνη στον κίνδυνο νεοεμφανιζόμενου διαβήτη (σχετικός κίνδυνος 0,70).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας ≥ 6 ετών και <17 ετών) με υψηλού κινδύνου υπερλιπιδαιμία, η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 23,5%, 30,1% και 39,3% από την πιταβαστατίνη 1 mg, 2 mg και 4 mg, αντίστοιχα. Σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, μελέτη επέκτασης 52 εβδομάδων, η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 37,8% στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52. Η Παιδιατρική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Πιταβαστίνη σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών και στη θεραπεία παιδιών όλων των ηλικιών με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (βλ. Δοσολογία).
Πληθυσμός με HIV
Η αποτελεσματικότητα της πιταβαστατίνης και άλλων στατινών στην LDL χοληστερόλη (LDL-C) είναι μειωμένη σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιµία που συσχετίζεται με λοίμωξη από τον ιό HIV ή με τη θεραπεία της σε σύγκριση με ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιµία και μικτή δυσλιπιδαιμία χωρίς τον ιό HIV. Στη δοκιμή INTREPID, η LDL-C νηστείας στον ορό μειώθηκε κατά 31% και 30% στην ομάδα θεραπείας με πιταβαστατίνη και 21% και 20% στην ομάδα θεραπείας με πραβαστατίνη για 12 και 52 εβδομάδες αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκαν νέα σημεία σχετικά με την ασφάλεια ή ανεπιθύμητες ενέργειες με την πιταβαστατίνη 4 mg.
Απορρόφηση
Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο εισέρχεται στην εντεροηπατική κυκλοφορία και απορροφάται καλά από τη νήστιδα και τον ειλεό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιταβαστατίνης είναι 51%.
Κατανομή
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως με αλβουμίνη και άλφα 1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 133 L. Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ηπατοκύτταρα, τη θέση δράσης και μεταβολισμού, από πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς περιλαμβανομένων των OATP1B1 και OATP1B3. Η AUC πλάσματος ποικίλλει με περίπου 4-πλάσιο εύρος μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων τιμών. Οι μελέτες με SLCO1B1 (το γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1) υποδηλώνουν ότι ο πολυμορφισμός αυτού του γονιδίου θα μπορούσε να ευθύνεται για μεγάλο μέρος της διακύμανσης της AUC. Η πιταβαστατίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης.
Βιομετασχηματισμός
Η αμετάβλητη πιταβαστατίνη είναι η κυρίαρχη μορφή του φαρμάκου στο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης είναι μια αδρανής λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού τύπου συζευγμένου γλυκουρονιδίου της πιταβαστατίνης από την UDP γλυκουρονική τρανσφεράση (UGT1A3 και 2B7). In vitro μελέτες, που χρησιμοποίησαν 13 ισομορφές ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 (CYP), υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της πιταβαστατίνης από το CYP είναι ελάχιστος, το CYP2C9 (και σε μικρότερο βαθμό το CYP2C8) είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης σε ελάσσονες μεταβολίτες.
Αποβολή
H αμετάβλητη πιταβαστατίνη αποβάλλεται ταχέως από το ήπαρ στη χολή, αλλά υποβάλλεται σε εντεροηπατική επανακυκλοφορία, συμβάλλοντας στη διάρκεια της δράσης της. Λιγότερο από το 5% της πιταβαστατίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής από το πλάσμα ποικίλλει από 5,7 ώρες (εφάπαξ δόση) έως 8,9 ώρες (σταθεροποιημένη κατάσταση) και η φαινόμενη γεωμετρική μέση τιμή της από του στόματος κάθαρσης είναι 43,4 l/h μετά από εφάπαξ δόση.
Επίδραση της τροφής
Η μέγιστη συγκέντρωση της πιταβαστατίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 43% όταν αυτή ελήφθη με ένα πολύ λιπαρό γεύμα, αλλά η AUC δεν μεταβλήθηκε.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Η AUC της πιταβαστατίνης ήταν 1,3 φορές υψηλότερη σε ηλικιωμένα άτομα. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του Πιταβαστίνη.
- Φύλο: Η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε κατά 1,6 φορές στις γυναίκες. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του Πιταβαστίνη.
- Φυλή: Δεν υπήρξε διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της πιταβαστατίνης μεταξύ Ιαπώνων και Καυκάσιων υγιών εθελοντών όταν ελήφθησαν υπόψη η ηλικία και το σωματικό βάρος.
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Διατίθενται περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα. Η αραιή δειγματοληψία έδειξε δοσοεξαρτώμενη επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης. Υπήρχε επίσης ένδειξη ότι η συγκέντρωση στη 1 ώρα μετά τη λήψη της δόσης ήταν (αντιστρόφως) σχετιζόμενη με το σωματικό βάρος και μπορεί να είναι υψηλότερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.
- Νεφρική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική νόσο και σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση οι τιμές της AUC ήταν αυξημένες κατά 1,8-φορές και 1,7-φορές αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
- Ηπατική ανεπάρκεια: Για ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία η AUC ήταν 1,6 φορές υψηλότερη εκείνης σε υγιή άτομα, ενώ για ασθενείς με μετρίου βαθμού (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 3,9 φορές υψηλότερη. Περιορισμοί της δόσης συνιστώνται σε ασθενείς με ήπια και μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Το Πιταβαστίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.