PRAVASTATIN
Πραβαστατίνη
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία ή μικτή δυσλιπιδαιμία, εάν έχει αποτύχει η διαιτητική αγωγή και τα άλλα μέτρα. Συμπληρωματικό της διαιτητικής αγωγής σε άτομα με υπερχοληστερολαιμία και αθηροσκλήρυνση των στεφανιαίων με ή χωρίς στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρόληψη νέου …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PRAVACHOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μια φορά την ημέρα κατά προτίμηση το βράδυ
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση ρυθμίζεται ανάλογα με την ανταπόκριση των λιπιδίων. Για ασθενείς μετά από μεταμόσχευση και ασθενείς σε κυκλοσπορίνη, η ρύθμιση στα 40 mg γίνεται με προσοχή. Για ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η δόση ρυθμίζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση.
-
ΥπερχοληστερολαιμίαΔόση10-40 mg μια φορά την ημέραΜέγ. δόση40 mg
-
Καρδιαγγειακή πρόληψηΔόση40 mg ημερησίωςΑρχική δόση και δόση συντήρησης
-
Ασθενείς μετά από μεταμόσχευση οργάνου (λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία)Δόση20 mg ημερησίωςΑρχική δόση, μπορεί να ρυθμιστεί μέχρι 40 mg
-
Παιδιά και έφηβοι (8-13 χρονών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΔόση10-20 mg μια φορά την ημέρα
-
Παιδιά και έφηβοι (14-18 χρονών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΔόση10-40 mg την ημέρα
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται ρύθμιση δόσης εκτός εάν υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες κινδύνου
-
Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή με σημαντική ηπατική δυσλειτουργίαΔόση10 mg την ημέραΑρχική δόση, ρυθμίζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση
block
SPC-PRAVACHOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ενεργός ηπατική νόσος περιλαμβάνουσα ανεξήγητα εμμένουσες υψηλές τιμές των τρανσαμινασών του ορού πάνω από 3 φορές από το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Κύηση και γαλουχία (βλέπε Κύηση και γαλουχία).
warning
SPC-PRAVACHOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Η πραβαστατίνη δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
-
Η θεραπεία δεν είναι η αρμόζουσα όταν η υπερχοληστερολαιμία οφείλεται σε αυξημένη HDL-χοληστερόλη.
-
Συνδυασμός με φιμπράτεςΔεν συνιστάται.
-
Παιδιά πριν από την ήβηΗ σχέση οφέλους/κινδύνου της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά από το γιατρό.
-
Ηπατικές διαταραχέςΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν οι αυξήσεις στην αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) και στην ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) ξεπεράσουν κατά τρεις φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο και εμμένουν.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΕάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πραβαστατίνη εμφανιστεί σοβαρή ηπατική βλάβη με κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερος, η θεραπεία διακόπτεται άμεσα. Εάν δε βρεθεί εναλλακτική αιτιολογία, να μην ξεκινά εκ νέου η θεραπεία με προβαστατίνη.
-
Ιστορικό ηπατικής νόσου ή μεγάλη πρόσληψη αλκοόληςΠρέπει να δίδεται προσοχή.
-
Μυϊκές διαταραχέςΗ θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά όταν τα επίπεδα της KK είναι > 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια (ULN) ή όταν υπάρχουν σοβαρά κλινικά συμπτώματα. Πολύ σπάνια (σε περίπου 1 περίπτωση ανά 100.000 έτη ασθενών), παρουσιάζεται ραβδομυόλυση με ή χωρίς δευτεροπαθή νεφρική ανεπάρκεια.
-
Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυϊκή τοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη ηλικία (>65), μη ελεγχόμενο υποθυρεοειδισμό, νεφρική δυσλειτουργίαΜπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μυϊκής τοξικότητας και να δικαιολογήσουν την προσεκτική αξιολόγηση του οφέλους/κινδύνου και την ιδιαίτερη κλινική παρακολούθηση.
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΧαρακτηρίζεται κλινικά από επίμονη αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες.
-
Συγχορήγηση με φάρμακα που αλληλεπιδρούνΟ κίνδυνος και η σοβαρότητα των μυϊκών διαταραχών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με στατίνη αυξάνεται με τη συγχορήγηση φαρμάκων που αλληλεπιδρούν, όπως η κυκλοσπορίνη, η κλαριθρομυκίνη και άλλα μακρολίδια ή νιασίνη.
-
Ταυτόχρονη χρήση στατίνης με φιμπράτεςΠρέπει γενικά να αποφεύγεται.
-
Συνδυασμός στατίνης με αναστολείς του μεταβολισμού στο κυτόχρωμα P450Μια αύξηση στην επίπτωση της μυοπάθειας έχει επίσης περιγραφεί.
-
Συγχορήγηση με συστημικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύΟι στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πραβαστατίνης, δεν πρέπει να συγχορηγούνται με συστημικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ ή μέχρι την πάροδο 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστημικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος είναι απαραίτητη, η αγωγή με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’όλη τη διάρκεια αγωγής του φουσιδικού οξέος.
-
Συγχορήγηση με κολχικίνηΠεριπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με πραβαστατίνη συγχορηγούμενη με κολχικίνη, και πρέπει να δίδεται προσοχή, όταν συνταγογραφείται η πραβαστατίνη με κολχικίνη.
-
Μέτρηση της KK πριν από την έναρξη της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμό, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιμπράτη, προσωπικό ή οικογενές ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών ή κατάχρηση οινοπνεύματος) και άτομα μεγαλύτερα των 70 ετώνΣυνιστάται η μέτρηση της KK.
-
Μέτρηση της KK κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠρέπει να συστηθεί στους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία, αδυναμία ή κράμπες. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της KK. Εάν ανιχνευτεί φανερά αυξημένο επίπεδο KK (> 5 x ULN), η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακοπεί. Η διακοπή της θεραπείας πρέπει επίσης να εξετάζεται εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή ταλαιπωρία, ακόμη και αν η αύξηση της KK παραμένει ≤ 5 x ULN.
-
Επανέναρξη θεραπείας με στατίνη μετά από μυϊκά συμπτώματαΕάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της KK επιστρέψουν στα φυσιολογικά, τότε η επανέναρξη της θεραπείας με στατίνη μπορεί να εξετασθεί σε χαμηλότερη δόση και με στενή παρακολούθηση. Εάν σε τέτοιον ασθενή υπάρχει υποψία κληρονομικής μυϊκής νόσου, δεν συνιστάται η επανέναρξη της θεραπείας με στατίνη.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΕάν υπάρχει η υπόνοια ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακοπεί.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςΟι ασθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI>30kg/m², αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
ΛακτόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-PRAVACHOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φιμπράτες (π.χ. γεμφιβροζίλη, φαινοφιβράτη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με τους μύς, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΓενικώς να αποφεύγεται. Απαιτείται προσεκτική κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση της CK.
-
Χολεστυραμίνη, ΚολεστιπόληΜείωση της βιοδιαθεσιμότητας της πραβαστατίνης κατά 40-50%.ΣύστασηΧορήγηση πραβαστατίνης μια ώρα πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά τη ρητίνη.
-
προσοχήΑύξηση περίπου 4 φορές της συστηματικής έκθεσης στην πραβαστατίνη.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική και βιοχημική παρακολούθηση.
-
Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη)Αύξηση του INR κατά την έναρξη ή ανοδική τιτλοποίηση της δόσης της πραβαστατίνης.ΣύστασηΑπαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση της INR.
-
Μακρολίδια (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη)προσοχήΕνδεχόμενη αύξηση της έκθεσης στη στατίνη, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΧρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΔιακοπή θεραπείας με πραβαστατίνη καθ’ όλη τη διάρκεια χορήγησης φουσιδικού οξέος.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική και βιολογική παρακολούθηση.
-
Νικοτινικό οξύπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυϊκής τοξικότητας.
-
προσοχήΣχεδόν 3-πλάσια αύξηση στην AUC και την Cmax της πραβαστατίνης.ΣύστασηΔίνεται προσοχή όταν συνδυάζονται, εκτός εάν η χορήγηση γίνεται με διαφορά τουλάχιστον δύο ωρών.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΕνισχυμένη κλινική και βιολογική παρακολούθηση, ιδίως κατά τις πρώτες εβδομάδες.
-
Προϊόντα που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450Δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα πραβαστατίνης στο πλάσμα.
-
Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά στη βιοδιαθεσιμότητα.
-
ΑντιόξιναΚαμία στατιστικά σημαντική διαφορά στη βιοδιαθεσιμότητα (όταν χορηγούνται μια ώρα πριν).
-
Νικοτινικό οξύΚαμία στατιστικά σημαντική διαφορά στη βιοδιαθεσιμότητα.
-
Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά στη βιοδιαθεσιμότητα.
sick
SPC-PRAVACHOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ζάλη
- κεφαλαλγία
- διαταραχή ύπνου
- αϋπνία
- περιφερική πολυνευροπάθεια
- παραισθησία
- διαταραχή της όρασης (περιλαμβανομένων θάμβους οράσεως και διπλωπίας)
- δυσπεψία/αίσθημα καύσου
- κοιλιακό άλγος
- ναυτία/έμετος
- δυσκοιλιότητα
- διάρροια
- μετεωρισμός
- παγκρεατίτιδα
- κνησμός
- εξάνθημα
- κνίδωση
- ανωμαλία του τριχωτού της κεφαλής/τριχοφυΐας (περιλαμβανομένης της αλωπεκίας)
- Αντίδραση από φωτοευαισθησία
- Δερματομυοσίτιδα
- εξάνθημα, περιλαμβανομένου του λειχηνοειδούς εξανθήματος
- ανώμαλη ούρηση (περιλαμβανομένων δυσουρίας, συχνουρίας, νυκτουρίας)
- σεξουαλική δυσλειτουργία
- κόπωση
- μυοσκελετικός πόνος (συμπεριλαμβανομένης αρθραλγίας, μυϊκών κραμπών, μυαλγίας, μυϊκής αδυναμίας)
- αυξημένα επίπεδα CK
- αυξήσεις των τρανσαμινασών ορού
- ίκτερος
- ηπατίτιδα
- κεραυνοβόλος ηπατική νέκρωση
- θανατηφόρος και μη θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας: αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον προς ερυθηματώδη λύκο
- ραβδομυόλυση (που μπορεί να σχετισθεί με οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς ως προς μυοσφαιρινουρία)
- μυοπάθεια
- μυοσίτιδα
- πολυμυοσίτιδα
- Διαταραχές τένοντα, και ιδιαίτερα τενοντίτιδα, μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης.
- διάμεση πνευμονοπάθεια
- Σακχαρώδης Διαβήτης
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςζάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςκεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςδιαταραχή ύπνουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςαϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςδιαταραχή της όρασης (περιλαμβανομένων θάμβους οράσεως και διπλωπίας)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςδυσπεψία/αίσθημα καύσουΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςκοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςναυτία/έμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςδυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςδιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςμετεωρισμόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςκνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςεξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςκνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςανωμαλία του τριχωτού της κεφαλής/τριχοφυΐας (περιλαμβανομένης της αλωπεκίας)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςανώμαλη ούρηση (περιλαμβανομένων δυσουρίας, συχνουρίας, νυκτουρίας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςσεξουαλική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςκόπωσηΓενικές διαταραχές
-
Κλινικές δοκιμέςμυοσκελετικός πόνος (συμπεριλαμβανομένης αρθραλγίας, μυϊκών κραμπών, μυαλγίας, μυϊκής αδυναμίας)Σκελετικοί μύες
-
Κλινικές δοκιμέςαυξημένα επίπεδα CKΣκελετικοί μύες
-
Κλινικές δοκιμέςαυξήσεις των τρανσαμινασών ορούΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςπεριφερική πολυνευροπάθεια, ιδιαιτέρως εάν χρησιμοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςπαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςαντιδράσεις υπερευαισθησίας: αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον προς ερυθηματώδη λύκοΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςπαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςηπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςκεραυνοβόλος ηπατική νέκρωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςθανατηφόρος και μη θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςραβδομυόλυση, που μπορεί να σχετισθεί με οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς ως προς μυοσφαιρινουρίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςμυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςμυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςπολυμυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές τένοντα, και ιδιαίτερα τενοντίτιδα, μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης.Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΑντίδραση από φωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔερματομυοσίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςεξάνθημα, περιλαμβανομένου του λειχηνοειδούς εξανθήματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Επίδραση της κατηγορίαςΕφιάλτες
-
Επίδραση της κατηγορίαςΑπώλεια μνήμης
-
Επίδραση της κατηγορίαςΚατάθλιψη
-
Εξαιρετικές περιπτώσειςδιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστές (εξαρτάται από παράγοντες κινδύνου)Σακχαρώδης ΔιαβήτηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστή συχνότηταΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
pregnant_woman
SPC-PRAVACHOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ πραβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες με δυνατότητα να κυοφορήσουν μόνο όταν τέτοιες ασθενείς είναι απίθανο να συλλάβουν και έχουν πληροφορηθεί για τον πιθανό κίνδυνο. Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται σε έφηβες με δυνατότητα κυοφορίας, ώστε να διασφαλισθεί η σωστή κατανόηση του πιθανού κινδύνου που σχετίζεται με τη θεραπεία πραβαστατίνης κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν μια ασθενής προγραμματίζει να μείνει έγκυος ή μείνει έγκυος, ο γιατρός πρέπει να ενημερωθεί αμέσως και η πραβαστατίνη να διακοπεί λόγω του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΜια μικρή ποσότητα πραβαστατίνης απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, γι' αυτό η πραβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PRAVACHOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PRAVACHOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η πραβαστατίνη χορηγείται από του στόματος, με τη δραστική μορφή της. Απορροφάται γρήγορα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται σε 1 έως 1,5 ώρα μετά τη λήψη. Η μέση απορρόφηση ανέρχεται στο 34%, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Δοσολογία
Πριν από την έναρξη θεραπείας με το PRAVACHOL, οι δευτερογενείς αιτίες υπερχοληστερολαιμίας πρέπει να αποκλείονται και οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε κλασική δίαιτα μείωσης-λιπιδίων που πρέπει να συνεχισθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το PRAVACHOL χορηγείται από το στόμα μια φορά την ημέρα κατά προτίμηση το βράδυ με ή χωρίς τροφή.
Υπερχοληστερολαιμία
Το προτεινόμενο εύρος δόσης είναι 10-40 mg μια φορά την ημέρα. Η θεραπευτική ανταπόκριση παρατηρείται εντός μιας εβδομάδας και η πλήρης δράση ενός δοσολογικού σχήματος παρατηρείται εντός τεσσάρων εβδομάδων, επομένως πρέπει να γίνεται περιοδικός προσδιορισμός των λιπιδίων και η δόση να ρυθμίζεται ανάλογα. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 40 mg.
Καρδιαγγειακή πρόληψη
Σε όλες τις μελέτες πρόληψης της νοσηρότητας και της θνησιμότητας, η μόνη αρχική δόση και δόση συντήρησης που μελετήθηκε είναι αυτή των 40 mg ημερησίως.
Δοσολογία μετά από μεταμόσχευση
Μετά τη μεταμόσχευση οργάνου, συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία αρχική δόση 20 mg ημερησίως (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Με βάση την ανταπόκριση των τιμών των λιπιδίων, η δόση μπορεί να ρυθμισθεί μέχρι και τα 40 mg κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιά και έφηβοι (8-18 χρονών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία
Το συνιστώμενο εύρος δόσης είναι 10-20 mg μια φορά την ημέρα μεταξύ 8 και 13 χρονών καθώς δόσεις μεγαλύτερες των 20 mg δεν έχουν μελετηθεί στον πληθυσμό αυτό και 10-40 mg την ημέρα μεταξύ 14 και 18 χρονών (για παιδιά και έφηβες με δυνατότητα κυοφορίας βλέπε Κύηση και γαλουχία, για τα αποτελέσματα της μελέτης βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σε παιδιά νεότερα από 8 ετών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ρύθμιση της δόσης στους ασθενείς αυτούς εκτός εάν υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες κινδύνου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Αρχική δόση των 10 mg την ημέρα συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή με σημαντική ηπατική δυσλειτουργία. Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση των τιμών των λιπιδίων και κάτω από ιατρική παρακολούθηση.
Συνυπάρχουσα θεραπεία
Η δράση του PRAVACHOL για τη μείωση των λιπιδίων στην ολική χοληστερόλη και στην LDL-χοληστερόλη (LDL-C) επαυξάνεται όταν συνδυάζεται με μια ρητίνη που δεσμεύει χολικά οξέα (π.χ. χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη). Το PRAVACHOL πρέπει να χορηγείται είτε μια ώρα πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά τη ρητίνη (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Σε ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη με ή χωρίς άλλα ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με 20 mg πραβαστατίνης άπαξ ημερησίως και η ρύθμιση στα 40 mg να γίνεται με προσοχή (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
block
Αντενδείξεις
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα.
- Ενεργός ηπατική νόσος περιλαμβάνουσα ανεξήγητα εμμένουσες υψηλές τιμές των τρανσαμινασών του ορού πάνω από 3 φορές από το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Κύηση και γαλουχία (βλέπε Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η πραβαστατίνη δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Η θεραπεία δεν είναι η αρμόζουσα όταν η υπερχοληστερολαιμία οφείλεται σε αυξημένη HDL-χοληστερόλη.
Όπως και για άλλους αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA, ο συνδυασμός πραβαστατίνης με φιμπράτες δεν συνιστάται.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας σε παιδιά πριν από την ήβη, η σχέση οφέλους/κινδύνου της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά από το γιατρό.
Ηπατικές διαταραχές Όπως και με άλλους παράγοντες που μειώνουν τα λιπίδια, έχει παρατηρηθεί μέτρια αύξηση των επιπέδων των ηπατικών τρανσαμινασών. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα επίπεδα των ηπατικών τρανσαμινασών έχουν επιστρέψει στην αρχική τους τιμή χωρίς να χρειασθεί η διακοπή της θεραπείας. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών και η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν οι αυξήσεις στην αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) και στην ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) ξεπεράσουν κατά τρεις φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο και εμμένουν.
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία θανατηφόρου και μη θανατηφόρου ηπατικής ανεπάρκειας σε ασθενείς που λάμβαναν στατίνες, περιλαμβανομένης της πραβαστατίνης. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πραβαστατίνη εμφανιστεί σοβαρή ηπατική βλάβη με κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερος, η θεραπεία διακόπτεται άμεσα. Εάν δε βρεθεί εναλλακτική αιτιολογία, να μην ξεκινά εκ νέου η θεραπεία με προβαστατίνη.
Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν η πραβαστατίνη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή μεγάλης πρόσληψης αλκοόλης.
Μυϊκές διαταραχές Όπως και με άλλους αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA (στατίνες), η πραβαστατίνη έχει σχετισθεί με εμφάνιση μυαλγίας, μυοπάθειας, και πολύ σπάνια με ραβδομυόλυση. Η μυοπάθεια πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όποιον ασθενή βρίσκεται σε θεραπεία με στατίνη και παρουσιάσει ανεξήγητα μυϊκά συμπτώματα όπως πόνο ή ευαισθησία, μυϊκή αδυναμία ή μυϊκές κράμπες. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (KK) (βλέπε παρακάτω). Η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά όταν τα επίπεδα της KK είναι > 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια (ULN) ή όταν υπάρχουν σοβαρά κλινικά συμπτώματα. Πολύ σπάνια (σε περίπου 1 περίπτωση ανά 100.000 έτη ασθενών), παρουσιάζεται ραβδομυόλυση με ή χωρίς δευτεροπαθή νεφρική ανεπάρκεια. Η ραβδομυόλυση είναι μια οξεία δυνητικά θανατηφόρος κατάσταση των σκελετικών μυών που μπορεί να αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η οποία χαρακτηρίζεται από μαζική καταστροφή των μυών σχετιζόμενη με μείζονα αύξηση της KK (συνήθως > 30 ή 40 x ULN) που οδηγεί σε μυοσφαιρινουρία.
Ο κίνδυνος μυοπάθειας με τις στατίνες φαίνεται να είναι εξαρτώμενος από την έκθεση σε αυτές και γι’ αυτό μπορεί να ποικίλει με τα συγκεκριμένα φάρμακα (λόγω της λιποφιλίας και φαρμακοκινητικών διαφορών), περιλαμβανομένης και της δόσης τους και της δυνατότητας αλληλεπίδρασής τους με άλλα φάρμακα.
Αν και δεν υπάρχει μυϊκή αντένδειξη για τη συνταγογράφηση μιας στατίνης, ορισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της προχωρημένης ηλικίας (>65), του μη ελεγχόμενου υποθυρεοειδισμού και της νεφρικής δυσλειτουργίας, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μυϊκής τοξικότητας και επομένως να δικαιολογήσουν την προσεκτική αξιολόγηση του οφέλους/κινδύνου και την ιδιαίτερη κλινική παρακολούθηση. Στους ασθενείς αυτούς, ενδείκνυται η μέτρηση της KK πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνη (βλέπε παρακάτω).
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες, ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας. Η ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια χαρακτηρίζεται κλινικά από επίμονη αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες.
Ο κίνδυνος και η σοβαρότητα των μυϊκών διαταραχών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με στατίνη αυξάνεται με τη συγχορήγηση φαρμάκων που αλληλεπιδρούν, όπως η κυκλοσπορίνη, η κλαριθρομυκίνη και άλλα μακρολίδια ή νιασίνη. Η χρήση φιμπράτων μόνων τους σχετίζεται σποραδικά με μυοπάθεια. Η ταυτόχρονη χρήση μιας στατίνης με φιμπράτες, πρέπει γενικά να αποφεύγεται. Μια αύξηση στην επίπτωση της μυοπάθειας έχει επίσης περιγραφεί σε ασθενείς που ελάμβαναν άλλες στατίνες σε συνδυασμό με αναστολείς του μεταβολισμού στο κυτόχρωμα Ρ450. Αυτό μπορεί να προκληθεί από φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που δεν έχουν τεκμηριωθεί για την πραβαστατίνη (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Όταν τα μυϊκά συμπτώματα σχετίζονται με τη θεραπεία με στατίνη, συνήθως υποχωρούν μετά τη διακοπή της.
Οι στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πραβαστατίνης, δεν πρέπει να συγχορηγούνται με συστημικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ ή μέχρι την πάροδο 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστημικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος είναι απαραίτητη, η αγωγή με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’όλη τη διάρκεια αγωγής του φουσιδικού οξέος. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ραβδομυόλυσης (περιλαμβανομένων και θανάτων) σε ασθενείς που έλαβαν το συνδυασμό φουσιδικού οξέος και στατινών (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται ώστε να αναζητά αμέσως ιατρική βοήθεια σε περίπτωση που εμφανίσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, άλγους ή ευαισθησίας.
Η αγωγή με στατίνη μπορεί να ξεκινήσει ξανά επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν απαιτείται μακροχρόνια συστημική χορήγηση φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης πραβαστατίνης και φουσιδικού οξέος πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και να διεξάγεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
Περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με πραβαστατίνη συγχορηγούμενη με κολχικίνη, και πρέπει να δίδεται προσοχή, όταν συνταγογραφείται η πραβαστατίνη με κολχικίνη (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Μέτρηση της K K και ερμηνεία
Η παρακολούθηση ρουτίνας της KK ή τα επίπεδα άλλων μυϊκών ενζύμων, δεν συνιστάται σε ασυμπτωματικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με στατίνες. Ωστόσο, η μέτρηση της KK συνιστάται πριν από την έναρξη της θεραπείας με στατίνη σε ασθενείς με ειδικούς προδιαθεσικούς παράγοντες και σε ασθενείς που αναπτύσσουν μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με στατίνη, όπως περιγράφεται παρακάτω. Εάν τα επίπεδα της KK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη της θεραπείας (> 5 x ULN), τα επίπεδα της KK πρέπει να επαναπροσδιορισθούν περίπου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα. Όταν μετρούνται, τα επίπεδα της KK πρέπει να ερμηνεύονται μέσα στο πλαίσιο άλλων δυνητικών παραγόντων που μπορεί να προκαλέσουν παροδική μυϊκή κάκωση, όπως επίπονη εξάσκηση ή μυϊκό τραύμα.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας
Πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες όπως νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμό, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιμπράτη, προσωπικό ή οικογενές ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών ή κατάχρηση οινοπνεύματος. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της KK πριν από την έναρξη της θεραπείας. Η μέτρηση της KK πρέπει επίσης να εξετάζεται πριν από την έναρξη της θεραπείας ατόμων μεγαλύτερων των 70 ετών ιδιαίτερα παρουσία άλλων προδιαθεσικών παραγόντων σε αυτή την κατηγορία του πληθυσμού. Εάν τα επίπεδα της KK είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN) κατά την έναρξη, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινήσει και τα αποτελέσματα πρέπει να επαναπροσδιορισθούν μετά από 5-7 ημέρες. Τα επίπεδα της KK κατά την έναρξη της θεραπείας μπορεί επίσης να φανούν χρήσιμα σαν αναφορά σε περίπτωση μεταγενέστερης αύξησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με στατίνη.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Πρέπει να συστηθεί στους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία, αδυναμία ή κράμπες. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της KK. Εάν ανιχνευτεί φανερά αυξημένο επίπεδο KK (> 5 x ULN), η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακοπεί. Η διακοπή της θεραπείας πρέπει επίσης να εξετάζεται εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή ταλαιπωρία, ακόμη και αν η αύξηση της KK παραμένει ≤ 5 x ULN. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της KK επιστρέψουν στα φυσιολογικά, τότε η επανέναρξη της θεραπείας με στατίνη μπορεί να εξετασθεί σε χαμηλότερη δόση και με στενή παρακολούθηση. Εάν σε τέτοιον ασθενή υπάρχει υποψία κληρονομικής μυϊκής νόσου, δεν συνιστάται η επανέναρξη της θεραπείας με στατίνη.
Διάμεση πνευμονοπάθεια
Εξαιρετικές περιπτώσεις με διάμεση πνευμονοπάθεια έχουν αναφερθεί με κάποιες στατίνες, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα συμπτώματα που εμφανίζονται μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής φυσικής κατάστασης (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει η υπόνοια ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακοπεί.
Σακχαρώδης Διαβήτης
Ορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι στατίνες ως κατηγορία αυξάνουν την γλυκόζη στο αίμα σε ορισμένους ασθενείς, με υψηλό κίνδυνο για μελλοντικό διαβήτη, μπορεί να παράγουν ένα επίπεδο υπεργλυκαιμίας όπου επίσημη φροντίδα του διαβήτη είναι η κατάλληλη. Όμως αυτός ο κίνδυνος, αντισταθμίζεται από την μείωση του αγγειακού κινδύνου με τις στατίνες και συνεπώς δεν θα πρέπει να είναι λόγος για τη διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Οι ασθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI>30kg/m², αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Λακτόζη
Το προϊόν αυτό περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φιμπράτες: Η ταυτόχρονη χρήση πραβαστατίνης και φιμπράτων (π.χ. γεμφιβροζίλη, φαινοφιβράτη) πρέπει γενικώς να αποφεύγεται λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με τους μύς, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης. Εάν ο συνδυασμός θεωρηθεί απαραίτητος, απαιτείται προσεκτική κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση της CK των ασθενών.
Χολεστυραμίνη/Κολεστιπόλη: Ταυτόχρονη χορήγηση μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα της πραβαστατίνης κατά 40-50%. Η πραβαστατίνη πρέπει να χορηγείται μια ώρα πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά τη ρητίνη.
Κυκλοσπορίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση αυξάνει περίπου 4 φορές τη συστηματική έκθεση στην πραβαστατίνη. Συνιστάται κλινική και βιοχημική παρακολούθηση.
Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη): Η έναρξη ή η ανοδική τιτλοποίηση της δόσης της πραβαστατίνης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του INR. Απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση της INR.
Μακρολίδια (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη): Ενδέχεται να αυξήσουν την έκθεση στη στατίνη, αυξάνοντας τον κίνδυνο μυοπάθειας. Χρησιμοποιείται με προσοχή.
Βαρφαρίνη και άλλα από του στόματος αντιπηκτικά: Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη βιοδιαθεσιμότητα της πραβαστατίνης ή στην αντιπηκτική δράση της βαρφαρίνης με χρόνια λήψη.
Φουσιδικό οξύ: Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Η θεραπεία με πραβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια χορήγησης φουσιδικού οξέος.
Κολχικίνη: Προφυλάξεις κατά τη χρήση. Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Συνιστάται κλινική και βιολογική παρακολούθηση.
Νικοτινικό οξύ: Αυξάνεται ο κίνδυνος μυϊκής τοξικότητας.
Ριφαμπικίνη: Παρατηρήθηκε σχεδόν 3-πλάσια αύξηση στην AUC και την Cmax της πραβαστατίνης. Δίνεται προσοχή όταν συνδυάζονται, εκτός αν η χορήγηση γίνεται με διαφορά τουλάχιστον δύο ωρών.
Λεναλιδομίδη: Αυξημένος κίνδυνος ραβδομυόλυσης. Συνιστάται ενισχυμένη κλινική και βιολογική παρακολούθηση.
Προϊόντα που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450: Η πραβαστατίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά από το CYP450. Συνδυασμοί με αυτά τα προϊόντα ή αναστολείς τους δεν αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα πραβαστατίνης στο πλάσμα.
Άλλα προϊόντα: Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά στη βιοδιαθεσιμότητα δεν παρατηρήθηκε όταν χορηγήθηκε πραβαστατίνη με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, αντιόξινα (μια ώρα πριν), νικοτινικό οξύ ή probucol.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών έχουν καταταγεί σύμφωνα με τα ακόλουθα: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
Κλινικές μελέτες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί. Καμία από αυτές δεν συνέβη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 0,3% στην ομάδα της πραβαστατίνης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Όχι συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία, διαταραχή ύπνου, αϋπνία
Οφθαλμικές διαταραχές
- Όχι συχνές: διαταραχή της όρασης (περιλαμβανομένων θάμβους οράσεως και διπλωπίας)
Γαστρεντερικές διαταραχές
- Όχι συχνές: δυσπεψία/αίσθημα καύσου, κοιλιακό άλγος, ναυτία/έμετος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση, ανωμαλία του τριχωτού της κεφαλής/τριχοφυΐας (περιλαμβανομένης της αλωπεκίας)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: ανώμαλη ούρηση (περιλαμβανομένων δυσουρίας, συχνουρίας, νυκτουρίας)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Όχι συχνές: σεξουαλική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές
- Όχι συχνές: κόπωση
Συμβάματα ιδιαίτερης κλινικής σημασίας
Σκελετικοί μύες
- Σε κλινικές δοκιμές αναφέρθηκαν επιπτώσεις στους σκελετικούς μύες, όπως μυοσκελετικός πόνος (συμπεριλαμβανομένης αρθραλγίας, μυϊκών κραμπών, μυαλγίας, μυϊκής αδυναμίας) και αυξημένα επίπεδα CK. Η συχνότητα της μυαλγίας και της μυϊκής αδυναμίας ήταν παρόμοια με αυτή του εικονικού φαρμάκου.
Επιδράσεις στο ήπαρ
- Αναφέρθηκαν αυξήσεις των τρανσαμινασών ορού. Η συχνότητα ανωμαλιών της ALT και της AST (> 3 x ULN) ήταν παρόμοια και στις δύο ομάδες θεραπείας.
Μετά την κυκλοφορία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: περιφερική πολυνευροπάθεια, ιδιαιτέρως εάν χρησιμοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, παραισθησία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: αντιδράσεις υπερευαισθησίας: αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον προς ερυθηματώδη λύκο
Γαστρεντερικές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Πολύ σπάνιες: ίκτερος, ηπατίτιδα, κεραυνοβόλος ηπατική νέκρωση
- Μη γνωστές: θανατηφόρος και μη θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Πολύ σπάνιες: ραβδομυόλυση (που μπορεί να σχετισθεί με οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς ως προς μυοσφαιρινουρία), μυοπάθεια, μυοσίτιδα, πολυμυοσίτιδα
- Όχι συχνές: Διαταραχές τένοντα, και ιδιαίτερα τενοντίτιδα, μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Σπάνιες: Αντίδραση από φωτοευαισθησία
- Πολύ σπάνιες: Δερματομυοσίτιδα
- Μη γνωστές: εξάνθημα, περιλαμβανομένου του λειχηνοειδούς εξανθήματος
Επίδραση της κατηγορίας
- Εφιάλτες
- Απώλεια μνήμης
- Κατάθλιψη
- Εξαιρετικές περιπτώσεις με διάμεση πνευμονοπάθεια, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Σακχαρώδης Διαβήτης: Η συχνότητα θα εξαρτάται από την παρουσία ή απουσία παραγόντων κινδύνου (γλυκόζη νηστείας στο αίμα ≥ 5,6 mmol/L, BMI>30kg/m², αυξημένα τριγλυκερίδια, ιστορικό υπέρτασης).
Μυοσκελετικές διαταραχές
- Μη γνωστή συχνότητα: Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η πραβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες με δυνατότητα να κυοφορήσουν μόνο όταν τέτοιες ασθενείς είναι απίθανο να συλλάβουν και έχουν πληροφορηθεί για τον πιθανό κίνδυνο. Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται σε έφηβες με δυνατότητα κυοφορίας, ώστε να διασφαλισθεί η σωστή κατανόηση του πιθανού κινδύνου που σχετίζεται με τη θεραπεία πραβαστατίνης κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν μια ασθενής προγραμματίζει να μείνει έγκυος ή μείνει έγκυος, ο γιατρός πρέπει να ενημερωθεί αμέσως και η πραβαστατίνη να διακοπεί λόγω του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο (βλ. Αντενδείξεις).
Γαλουχία
Μια μικρή ποσότητα πραβαστατίνης απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, γι’ αυτό η πραβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: παράγοντες που μειώνουν τα λιπίδια του ορού/μειωτικά χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων/αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA, κωδικός ATC: C10AA03.
Μηχανισμός δράσης
Η πραβαστατίνη είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας της αναγωγάσης του 3-υδρόξυ-3-μεθυλογλουταρυλικού-συνενζύμου Α (HMG-CoA), του ενζύμου που καταλύει το πρώιμο, καθοριστικό της ταχύτητας, στάδιο της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και επιτυγχάνει την υπολιπιδαιμική της δράση με δύο τρόπους. Πρώτον, με την αναστρέψιμη και ειδική ανταγωνιστική αναστολή της αναγωγάσης HMG-CoA, επιτυγχάνει μέτρια μείωση της σύνθεσης ενδοκυτταρικής χοληστερόλης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των LDL-υποδοχέων στην επιφάνεια των κυττάρων και τον ενισχυμένο διαμεσολαβούμενο από υποδοχείς καταβολισμό, και κάθαρση της LDL-C της κυκλοφορίας. Δεύτερον, η πραβαστατίνη παρεμποδίζει την παραγωγή LDL παρεμποδίζοντας την ηπατική σύνθεση της VLDL-χοληστερόλης, δηλαδή την πρόδρομο ουσία της LDL-C.
Tόσο σε υγιείς όσο και σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία, η νατριούχος πραβαστατίνη μειώνει τις ακόλουθες τιμές λιπιδίων: ολική χοληστερόλη, LDL-C, απολιποπρωτεΐνη Β, VLDL-χοληστερόλη και τριγλυκερίδια, ενώ η HDL-χοληστερόλη και η απολιποπρωτεΐνη Α, αυξάνονται.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Πρωτογενής πρόληψη Η μελέτη WOSCOPS έδειξε μείωση του κινδύνου θνησιμότητας από στεφανιαία νόσο και μη θανατηφόρο EM (RRR 31%), μείωση στο συνολικό αριθμό θανάτων από καρδιαγγειακό σύμβαμα (RRR 32%), μείωση στη συνολική θνησιμότητα (RRR 24%) και μείωση του σχετικού κινδύνου υποβολής σε διαδικασία επαναγγείωσης του μυοκαρδίου (37%) και στεφανιαίας αγγειογραφίας (31%).
Δευτερογενής πρόληψη Η μελέτη LIPID έδειξε μείωση του σχετικού κινδύνου θανάτου από στεφανιαία νόσο (ΣΝ) κατά 24%, του σχετικού κινδύνου στεφανιαίων συμβαμάτων (24%), του σχετικού κινδύνου θανατηφόρου ή μη θανατηφόρου EM κατά 29%, της ολικής θνησιμότητας κατά 23%, της καρδιαγγειακής θνησιμότητας κατά 25%, του σχετικού κινδύνου υποβολής σε διαδικασίες επαναγγείωσης του μυοκαρδίου κατά 20%, και του σχετικού κινδύνου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου κατά 19%. Η μελέτη CARE έδειξε σημαντική μείωση του ποσοστού υποτροπιάζοντος στεφανιαίου συμβάματος (24%), του σχετικού κινδύνου υποβολής σε διαδικασίες επαναγγείωσης (27%), του σχετικού κινδύνου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (32%) και του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (ΤΙΑ) μαζί (27%).
Μεταμόσχευση καρδιάς και νεφρού Η πραβαστατίνη μείωσε σημαντικά το ρυθμό της καρδιακής απόρριψης, βελτίωσε την επιβίωση ενός έτους και μείωσε τον κίνδυνο στεφανιαίας αγγειοπάθειας στο μόσχευμα. Σε ασθενείς μετά τη μεταμόσχευση νεφρού, η πραβαστατίνη μείωσε τις περιπτώσεις απορριπτικών επεισοδίων και τη χρήση παλμικών ενέσεων στεροειδών.
Παιδιά και έφηβοι (8-18 χρονών) Σημαντική μέση ποσοστιαία μείωση της LDL-C κατά -22,9% και της ολικής χοληστερόλης (-17,2%) παρατηρήθηκε στα παιδιά και στους εφήβους, παρόμοια με την αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε ενήλικες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PRAVACHOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η πραβαστατίνη χορηγείται από του στόματος, με τη δραστική μορφή της. Απορροφάται γρήγορα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται σε 1 έως 1,5 ώρα μετά τη λήψη. Η μέση απορρόφηση ανέρχεται στο 34%, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα στο 17%. Η παρουσία τροφής έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της βιοδιαθεσιμότητας, αλλά η υπολιπιδαιμική δράση παραμένει η ίδια. Μετά την απορρόφηση, το 66% υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ. Η εκτίμηση της υπολιπιδαιμικής δράσης βάσει των συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι περιορισμένης αξίας. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες προς τις δόσεις.
Κατανομή
Περίπου 50% της πραβαστατίνης στην κυκλοφορία είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,5 l/kg. Μικρή ποσότητα περνάει στο μητρικό γάλα.
Μεταβολισμός και αποβολή
Η πραβαστατίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά από το κυτόχρωμα Ρ450. Μετά από από του στόματος χορήγηση, 20% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 70% στα κόπρανα. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 1,5 έως 2 ώρες. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, 47% της δόσης αποβάλλεται μέσω της νεφρικής απέκκρισης και 53% μέσω χοληφόρου απέκκρισης και βιομετασχηματισμού. Το κυριότερο προϊόν αποικοδόμησης είναι ο 3-α-υδροξυ-ισομερής μεταβολίτης, με το 1/10 έως 1/40 της δραστικότητας της μητρικής ουσίας. Η συστηματική κάθαρση είναι 0,81 l/h/kg και η νεφρική κάθαρση 0,38 l/h/kg.
Πληθυσμοί σε κίνδυνο
Παιδιατρικός ασθενής: Οι μέσες τιμές Cmax και AUC ήταν παρόμοιες με τους ενήλικες μετά από δόση 20 mg.
Ηπατική ανεπάρκεια: Η συστηματική έκθεση ενισχύεται κατά περίπου 50%.
Νεφρική δυσλειτουργία: Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές τροποποιήσεις σε ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Σοβαρή ή μέτρια νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να διπλασιάσει τη συστηματική έκθεση.
ΕΟΦ · 2.13
Υπολιπιδαιμικοί παράγοντες
expand_more
Υπολιπιδαιμικοί παράγοντες
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η δράση της πραβαστατίνης στον αναστολέα της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης προκαλεί αύξηση της έκφρασης των ηπατικών υποδοχέων LDL, η οποία με τη σειρά της μειώνει τα επίπεδα χοληστερόλης LDL στο πλάσμα. Η επίδραση της πραβαστατίνης έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά την κυκλοφορούσα ολική χοληστερόλη, τη χοληστερόλη LDL και την απολιποπρωτεΐνη Β. Επίσης, μειώνει μέτρια τη χοληστερόλη των λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL) και τα τριγλυκερίδια, ενώ αυξάνει το επίπεδο της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL) και της απολιποπρωτεΐνης Α.
Σε κλινικές δοκιμές με ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή στηθάγχο, με υψηλή ολική χοληστερόλη, η πραβαστατίνη μείωσε την ολική χοληστερόλη κατά 18%, την LDL κατά 27%, τα τριγλυκερίδια κατά 6% και αύξησε την HDL κατά 4%. Επίσης, αναφέρθηκε μείωση του κινδύνου θανάτου λόγω στεφανιαίας νόσου κατά 24%.
Όταν χορηγείται συγχορηγούμενη με [χολestyramine], η πραβαστατίνη μπορεί να μειώσει κατά 50% τα επίπεδα LDL και να επιβραδύνει την εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης και τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου και θανάτου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η πραβαστατίνη είναι ειδικός αναστολέας της ηπατικής HMG-CoA αναγωγάσης σε ανθρώπους. Η αναστολή αυτού του ενζύμου προκαλεί μείωση της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, καθώς η δραστηριότητα της HMG-CoA αναγωγάσης αποτελεί ένα πρώιμο περιοριστικό βήμα στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης.
Ο μηχανισμός αναστολής οδηγεί σε μείωση της σύνθεσης χοληστερόλης, η οποία με τη σειρά της έχει παρατηρηθεί ότι αυξάνει τον αριθμό των υποδοχέων LDL στις κυτταρικές επιφάνειες και ενισχύει τη μέθοδο μεσολάβησης υποδοχέων για τον μεταβολισμό και την κάθαρση της LDL.
Από την άλλη πλευρά, η πραβαστατίνη-προκαλούμενη αναστολή της παραγωγής LDL αναστέλλει την ηπατική σύνθεση VLDL, καθώς η LDL αποτελεί πρόδρομο για αυτά τα μόρια.
Οι στατίνες χρησιμοποιούνται ευρέως κλινικά στη θεραπεία ασθενών με καρδιαγγειακές παθήσεις για την επίδρασή τους στη μείωση της κυκλοφορούσας χοληστερόλης.
Ο λεκτινοειδής οξειδωμένος λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LOX-1), ο κύριος υποδοχέας για την οξειδωμένη LDL, παίζει κεντρικό ρόλο στην παθογένεση της αθηροσκλήρωσης και των καρδιαγγειακών διαταραχών. Έχουμε πρόσφατα δείξει ότι η χρόνια έκθεση κυττάρων σε λοβαστατίνη διαταράσσει την κατανομή των συμπλεγμάτων υποδοχέων LOX-1 στις πλασματικές μεμβράνες, οδηγώντας σε σημαντική απώλεια της λειτουργίας του LOX-1. Εδώ, διερευνήσαμε τον μοριακό μηχανισμό της στατινικής αναστολής του LOX-1 και αποδείξαμε ότι όλες οι δοκιμασμένες στατίνες /συμπεριλαμβανομένης της πραβαστατίνης/ είναι ικανές να εκτοπίσουν τη δέσμευση της φθορίζουσας οξειδωμένης LDL στον LOX-1 μέσω άμεσης αλληλεπίδρασης με τους υποδοχείς LOX-1 σε μια κυτταρική δοκιμασία δέσμευσης. Προσομοιώσεις μοριακής πρόσδεσης επιβεβαιώνουν την αλληλεπίδραση και υποδεικνύουν ότι οι στατίνες γεμίζουν πλήρως τον υδρόφοβο σωλήνα που διασχίζει το αναγνωριστικό πεδίο C-τύπου λεκτινώδους (CTLD) του LOX-1. Κλασικές προσομοιώσεις μοριακής δυναμικής που εφαρμόζονται στο CTLD του LOX-1, θεωρούμενο σε ολόκληρη τη δομή του υποδοχέα με ή χωρίς στατινικό συνδέτη εντός του σωλήνα, υποδεικνύουν ότι η παρουσία συνδέτη αυξάνει σημαντικά τη σταθερότητα του διμερούς. Η ηλεκτροφορητική διαχωρισμός και το western blot επιβεβαιώνουν ότι διαφορετικές στατίνες που συνδέονται σταθεροποιούν τη διμερή συναρμολόγηση των υποδοχέων LOX-1 in vivo. Τα προσομοιωτικά και πειραματικά αποτελέσματα μας επιτρέπουν να προτείνουμε μια κίνηση σύσφιξης CTLD, η οποία επιτρέπει τη σύζευξη υποδοχέα-υποστρώματος. Αυτά τα ευρήματα αποκαλύπτουν ένα νέο και σημαντικό λειτουργικό αποτέλεσμα των στατινών.
Η πραβαστατίνη είναι ένας αναστρέψιμος αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο και ρυθμιστικό βήμα στη βιοσυνθετική οδό για τη χοληστερόλη. Επιπλέον, η πραβαστατίνη μειώνει τις λιποπρωτεΐνες πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL) και τα τριγλυκερίδια (TG) και αυξάνει τη χοληστερόλη λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL-C).
Οι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (στατίνες) έχουν αποδειχθεί ότι ασκούν διάφορες αγγειοπροστατευτικές δράσεις που δεν σχετίζονται με αλλαγές στο προφίλ χοληστερόλης, και αυτές οι δράσεις των στατινών οφείλονται εν μέρει στην ενεργοποίηση της αγγειογένεσης. Ο πολλαπλασιασμός και η μετανάστευση των ενδοθηλιακών κυττάρων (EC) είναι κρίσιμα γεγονότα για την αγγειογένεση και οι στατίνες είναι γνωστές για την ενίσχυση αυτών των γεγονότων. Ωστόσο, ο μοριακός μηχανισμός με τον οποίο οι στατίνες προάγουν τον πολλαπλασιασμό και τη μετανάστευση των EC δεν είναι πλήρως κατανοητός. Σε αυτή τη μελέτη, δείχνουμε ότι η Akt και ο κάτω-συνδεόμενος στόχος της, η ραπαμυκίνη των θηλαστικών (mTOR), παίζουν σημαντικό ρόλο στον πραβαστατίνη-προκαλούμενο πολλαπλασιασμό και μετανάστευση των EC. Διαπιστώσαμε ότι η πραβαστατίνη ενίσχυσε σημαντικά τον πολλαπλασιασμό και τη μετανάστευση ενδοθηλιακών κυττάρων αορτής αρουραίου (rAECs). Η προσθήκη πραβαστατίνης σε rAECs οδήγησε σε ταχεία φωσφορυλίωση της Akt και της p70 S6 κινάσης (p70S6K). Το LY294002, ένας ειδικός αναστολέας της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης 3-κινάσης (PI3K), ανέστειλε τόσο τη φωσφορυλίωση της Akt όσο και της p70S6K, ενώ η ραπαμυκίνη, ένας ειδικός αναστολέας του mTOR, ανέστειλε μόνο τη φωσφορυλίωση της p70S6K που προκαλείται από την πραβαστατίνη. Επιπλέον, τόσο το LY294002 όσο και η ραπαμυκίνη ανέστειλαν τον πραβαστατίνη-προκαλούμενο πολλαπλασιασμό και μετανάστευση των rAECs. Συνολικά, τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι η πραβαστατίνη ενεργοποιεί την PI3K/Akt/mTOR/p70S6K σηματοδότηση με αυτή την ακολουθιακή σειρά και αυτή η οδός συμβάλλει στον πραβαστατίνη-προκαλούμενο πολλαπλασιασμό και μετανάστευση των rAECs.
Οι στατίνες (αναστολείς HMG CoA αναγωγάσης) έχουν ευεργετικές δράσεις ανεξάρτητες από τη μείωση της σύνθεσης χοληστερόλης και αυτό περιλαμβάνει την ικανότητά τους να ενεργοποιούν οξέως την ενδοθηλιακή συνθάση του μονοξειδίου του αζώτου (eNOS). … Χαρακτηρίσαμε τις οδούς μέσω των οποίων οι στατίνες ενεργοποιούν την NOS, συμπεριλαμβανομένης της εμπλοκής του υποδοχέα σαρρωτή-Β1 (SR-B1), ο οποίος εκφράζεται σε ενδοθηλιακά κύτταρα και διατηρεί τις συγκεντρώσεις χοληστερόλης. Η παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου παρακολουθήθηκε σε ενδοθηλιακά κύτταρα αορτής βοοειδών (BAECs) εκτεθειμένα σε λοβαστατίνη (LOV) ή πραβαστατίνη (PRA) για 10-20 λεπτά, μόνο ή μετά από προ-έκθεση στο τελικό προϊόν της HMG-CoA αναγωγάσης (μεβαλονικό), αναστολείς G πρωτεΐνης (τοξίνες κοκκύτη/χοληρας), αναστολέα φωσφολιπάσης C (PLC) (U-73122), ή χηλικούς παράγοντες ασβεστίου ενδοκυτταρικούς και εξωκυτταρικούς - BAPTA-AM και EGTA (αντίστοιχα), ή ένα αντίσωμα μπλοκαρίσματος λειτουργίας για SR-B1. Και οι δύο στατίνες αύξησαν την παραγωγή ΝΟ με ταχεία, εξαρτώμενη από τη δόση και ανεξάρτητη από την HMG-CoA αναγωγάση μορφή. Η αναστολή της Gi πρωτεΐνης ή της PLC ανέστειλε σχεδόν πλήρως την παραγωγή ΝΟ που προκαλείται από τις στατίνες. Επιπλέον, η αφαίρεση του εξωκυτταρικού ασβεστίου ανέστειλε την παραγωγή ΝΟ που προκαλείται από τις στατίνες. Τα κύτταρα COS-7 που συν-εκφράζουν eNOS και SR-B1 αύξησαν την παραγωγή ΝΟ όταν εκτέθηκαν σε LOV ή λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL), έναν αγωνιστή του SR-B1. Αυτές οι επιδράσεις δεν παρατηρήθηκαν σε κύτταρα COS-7 με μόνο eNOS ή συν-εκφραζόμενα με υποδοχέα βραδυκινίνης 2, υποδεικνύοντας ειδικότητα για τον SR-B1. Επιπλέον, η προ-επεξεργασία των BAEC με αντίσωμα μπλοκαρίσματος για SR-B1 ανέστειλε τις αποκρίσεις ΝΟ στις στατίνες και την HDL. Οι LOV και PRA ενεργοποιούν οξέως την eNOS μέσω οδών που περιλαμβάνουν τον υποδοχέα κυτταρικής επιφάνειας SR-B1, τη Gi πρωτεΐνη, τη φωσφολιπάση C και την είσοδο εξωκυτταρικού ασβεστίου στα ενδοθηλιακά κύτταρα.
Έχει αποδειχθεί προηγουμένως ότι οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης, όπως η κομπατίνη, η λοβαστατίνη και η πραβαστατίνη, αναστέλλουν τη σύνθεση χοληστερόλης, καταστέλλουν τις ανοσολογικές λειτουργίες των λεμφοκυττάρων και επηρεάζουν ευεργετικά την αθηρογένεση. Πρόσφατα, αναφέρθηκε ότι η κομπατίνη και η λοβαστατίνη αναστέλλουν την αναπνευστική έκρηξη των διαφοροποιημένων σε DMSO κυττάρων HL-60, ένα αποτέλεσμα που αντιστρέφεται από το μεβαλονικό οξύ. Ο τρόπος δράσης αυτών των αναστολέων σε αυτόν τον ρόλο δεν είναι πλήρως κατανοητός. Έτσι, μελετήσαμε τον μηχανισμό αναστολής της παραγωγής υπεροξειδίου (O2*-) από τα ουδετερόφιλα από την πραβαστατίνη και διαπιστώσαμε ότι η πραβαστατίνη σε συγκέντρωση 0,5 mM ανέστειλε την οδό παραγωγής O2*- που εξαρτάται από την τυροσινική κινάση (TK) και είναι μεσολαβούμενη από υποδοχείς, καθώς και τη χημειοφωταύγεια luminol, αλλά όχι τις οδούς παραγωγής O2*- στα ουδετερόφιλα που εξαρτώνται από την πρωτεϊνική κινάση C (PKC) ή είναι ανεξάρτητες από TK και PKC. Η πραβαστατίνη ανέστειλε επίσης τη φωσφορυλίωση μιας τυροσίνης ενός πρωτεϊνικού μορίου 115 kDa που προκαλείται από τον παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα και τη φορμυλο-μεθειο-λευκυλο-φαινυλο-προπιονική. Αυτές οι επιδράσεις δεν αντιστρέφονται από το μεβαλονικό οξύ. Από αυτά τα αποτελέσματα, συμπεραίνεται ότι η πραβαστατίνη ανέστειλε την παραγωγή O2*- που μεσολαβείται από υποδοχείς, μειώνοντας τη φωσφορυλίωση τυροσίνης, αλλά όχι αναστέλλοντας το σχηματισμό ενός ενδιάμεσου στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η πραβαστατίνη απορροφάται 60-90 λεπτά μετά από από του στόματος χορήγηση και παρουσιάζει χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα 17%. Αυτή η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να οφείλεται στην πολική φύση της πραβαστατίνης, η οποία προκαλεί μεγάλο εύρος μεταβολισμού πρώτης διόδου και ατελή απορρόφηση.
Η πραβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο τμήμα του λεπτού εντέρου μέσω μεταφοράς που μεσολαβείται από φορέα συζευγμένο με πρωτόνια, για να ληφθεί αργότερα στο ήπαρ από τον νατριουμ-ανεξάρτητο μεταφορέα χολικών οξέων. Ο αναφερόμενος χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό, στην περιοχή των 30-55 mcg/L, είναι 1-1,5 ώρες, με AUC που κυμαίνεται από 60-90 mcg.h/L.
Από τη χορηγούμενη δόση πραβαστατίνης, περίπου το 70% απεκκρίνεται στα κόπρανα, ενώ περίπου το 20% λαμβάνεται στα ούρα.
Όταν η πραβαστατίνη χορηγείται ενδοφλεβίως, περίπου το 47% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων, με το 53% της δόσης να απεκκρίνεται είτε μέσω βιομετασχηματισμού είτε μέσω χολής.
Ο αναφερόμενος σταθερός όγκος κατανομής της πραβαστατίνης είναι 0,5 L/kg. Αυτή η φαρμακοκινητική παράμετρος σε παιδιά βρέθηκε να κυμαίνεται από 31-37 ml/kg.
Ο αναφερόμενος ρυθμός κάθαρσης της πραβαστατίνης κυμαίνεται από 6,3-13,5 ml.min/kg σε ενήλικες, ενώ σε παιδιά έχει αναφερθεί να είναι 4-11 L/min.
/ΓΑΛΑ/ Σε θηλάζουσες αρουραίες, έως και 7 φορές υψηλότερα επίπεδα πραβαστατίνης ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα σε σχέση με το μητρικό πλάσμα, που αντιστοιχεί σε έκθεση 2 φορές την MRHD των 80 mg/ημέρα βάσει επιφάνειας σώματος (mg/τ.μ.).
Σε έγκυες αρουραίες, η πραβαστατίνη διαπερνά τον πλακούντα και ανιχνεύεται σε εμβρυϊκό ιστό σε ποσοστό 30% των μητρικών επιπέδων πλάσματος μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 20 mg/ημέρα από του στόματος την 18η ημέρα κύησης, που αντιστοιχεί σε έκθεση 2 φορές την MRHD των 80 mg ημερησίως βάσει επιφάνειας σώματος (mg/τ.μ.).
Χαμηλά επίπεδα ραδιενέργειας βρέθηκαν στα έμβρυα αρουραίων που έλαβαν από του στόματος ραδιοσημασμένη πραβαστατίνη νατρίου.
Οι σκύλοι είναι μοναδικοί σε σύγκριση με όλα τα άλλα είδη που έχουν μελετηθεί, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, καθώς έχουν πολύ μεγαλύτερη συστημική έκθεση στην πραβαστατίνη. Φαρμακοκινητικά δεδομένα από μια μελέτη σε σκύλους με δόση 1,1 mg/kg (συγκρίσιμη με δόση 40 mg σε ανθρώπους) έδειξαν ότι η απέκκριση της πραβαστατίνης είναι βραδύτερη σε σκύλους από ό,τι σε ανθρώπους. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι διπλάσια σε σκύλους σε σύγκριση με ανθρώπους και η εκτιμώμενη νεφρική και ηπατική κάθαρση της πραβαστατίνης είναι περίπου η μία δέκατη και η μισή, αντίστοιχα, από αυτές στους ανθρώπους. Όταν συγκρίθηκαν οι συγκεντρώσεις πραβαστατίνης στο πλάσμα ή τον ορό αρουραίων, σκύλων, κουνελιών, πιθήκων και ανθρώπων, η έκθεση στους σκύλους ήταν δραματικά υψηλότερη, βάσει τόσο της CMAX όσο και της AUC. Η μέση τιμή AUC στον άνθρωπο σε θεραπευτική δόση 40 mg είναι περίπου 100 φορές χαμηλότερη από αυτήν στον σκύλο στη δόση μη επίδρασης 12,5 mg/kg, και περίπου 180 φορές χαμηλότερη από αυτήν σε σκύλους στη δόση κατωφλίου 25 mg/kg για εγκεφαλική αιμορραγία.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την πραβαστατίνη (23 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Λόγω της πολικότητάς της, η σύνδεση της πραβαστατίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι πολύ περιορισμένη και η δεσμευμένη μορφή αντιπροσωπεύει μόνο περίπου 43-48% της χορηγούμενης δόσης. Ωστόσο, η δράση της p-γλυκοπρωτεΐνης στα αυλικά κύτταρα κορυφής και του OATP1B1 προκαλεί σημαντικές αλλαγές στην κατανομή και την απέκκριση της πραβαστατίνης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά την αρχική χορήγηση, η πραβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη κάθαρση πρώτης διόδου στο ήπαρ. Ωστόσο, ο μεταβολισμός της πραβαστατίνης δεν σχετίζεται με τη δραστηριότητα των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P-450 και η επεξεργασία της πραγματοποιείται σε μικρό βαθμό στο ήπαρ. Επομένως, αυτό το φάρμακο εκτίθεται σε μεγάλο βαθμό σε περιφερικούς ιστούς.
Ο μεταβολισμός της πραβαστατίνης οφείλεται κυρίως στην παρουσία αντιδράσεων γλυκουρονιδίωσης με πολύ ελάχιστη παρέμβαση των ενζύμων CYP3A. Μετά το μεταβολισμό, η πραβαστατίνη δεν παράγει ενεργούς μεταβολίτες. Αυτός ο μεταβολισμός γίνεται κυρίως στο στομάχι, ακολουθούμενος από ένα μικρότερο ποσοστό ηπατικής και νεφρικής επεξεργασίας.
Ο κύριος μεταβολίτης που σχηματίζεται ως μέρος του μεταβολισμού της πραβαστατίνης είναι το 3-άλφα-υδροξυ-ισομερές. Η δραστηριότητα αυτού του μεταβολίτη είναι κλινικά αμελητέα.
Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού της πραβαστατίνης είναι: (α) ισομερίωση σε 6-έπι πραβαστατίνη και το 3α-υδροξυ-ισομερές της πραβαστατίνης (SQ 31,906) και (β) ενζυμική υδροξυλίωση του δακτυλίου σε SQ 31,945. Το 3α-υδροξυ-ισομερές μεταβολίτη (SQ 31,906) έχει 1/10 έως 1/40 της δραστηριότητας αναστολής της HMG-CoA αναγωγάσης σε σχέση με τη μητρική ένωση. Η πραβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη κάθαρση πρώτης διόδου στο ήπαρ (λόγος κάθαρσης 0,66).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο αναφερόμενος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της πραβαστατίνης είναι 1,8 ώρες.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση (14)C-πραβαστατίνης, ο ραδιενεργός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της πραβαστατίνης είναι 1,8 ώρες σε ανθρώπους.
Σε μια αμφίδρομη μελέτη διασταύρωσης, οκτώ υγιείς άνδρες έλαβαν ενδοφλέβια και από του στόματος δόση (14)C-πραβαστατίνης νατρίου. … Ο εκτιμώμενος μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής πραβαστατίνης από το πλάσμα ήταν 0,8 και 1,8 ώρες για τις ενδοφλέβιες και από του στόματος οδούς, αντίστοιχα. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Κατηγορίας MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
KXO2KT9N0G
PRAVASTATIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Reductase
Η πραβαστατίνη είναι Αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της πραβαστατίνης είναι ως Αναστολέας HMG-CoA Reductase.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Κατηγορίας MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C10AA03ΒΗΜΑ 1 — Αρχική δόση στατίνης (μέτριος/χαμηλός κίνδυνος)
- Ασθενής μέτριου ή χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου
- Μέτριος κίνδυνος: φαρμακευτική αγωγή αν δεν επιτευχθεί ο στόχος μετά 3 μήνες υγιεινοδιαιτητικών μέτρων· χαμηλός: μετά 6 μήνες
Δοσολογία: Αρχική δόση — εντατική τροποποίηση τρόπου ζωής · Απεριόριστη -
ΒΗΜΑ 5 C10AA03ΒΗΜΑ 5 — Δυσανεξία στις στατίνες
- Μη ανεκτά μυϊκά συμπτώματα ή CK > 5× ΑΦΤ σε ≥ 3 στατίνες, μετά αποκλεισμό άλλων αιτίων & αλληλεπιδράσεων
Δοσολογία: Εναλλακτικές χαμηλής έντασης · Απεριόριστη