VINORELBINE
Βινορελμπίνη
### Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Αλκαλοειδή της vinca και ανάλογα, Κωδικός ATC: L01C A04 ### Μηχανισμός δράσης Το Βινορελμπίνη είναι αντινεοπλασματικό φάρμακο που ανήκει στην οικογένεια των αλκαλοειδών της vinca, αλλά, σε αντίθεση με όλα τα άλλα αλκαλοειδή της vinca, το μόριο της …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος του μαστού
-
C34 Κακοήθης νεοπλασία των βρόγχων και του πνεύμονα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ZAOLIN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 60 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Αρχικά 60 mg/m2 μία φορά την εβδομάδα για τις τρεις πρώτες δόσεις. Μετά την τρίτη δόση, αύξηση σε 80 mg/m2 μία φορά εβδομαδιαίως, εκτός εάν ο αριθμός ουδετερόφιλων μειώθηκε κάτω από 500/mm3 μία φορά ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm3. Εάν κατά τη χορήγηση 80 mg/m2, ο αριθμός των ουδετερόφιλων μειωθεί κάτω από 500/mm3 ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm3, η χορήγηση καθυστερεί και η δόση μειώνεται σε 60 mg/m2 εβδομαδιαίως για τις 3 ακόλουθες χορηγήσεις. Είναι δυνατή η επαν-κλιμάκωση από 60 σε 80 mg/m2 εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων δεν μειωθεί κάτω από 500/mm3 ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm3 κατά τη διάρκεια 3 χορηγήσεων με 60 mg/m2.
-
Ενήλικες ασθενείςΔόση60 mg/m2 σωματικής επιφάνειας, μία φορά την εβδομάδαΜέγ. δόση120 mg/εβδομάδα (για δόση 60 mg/m2), 160 mg/εβδομάδα (για δόση 80 mg/m2)Ως μονοθεραπεία. Για την αγωγή συνδυασμού, η δόση και το σχήμα προσαρμόζονται στο θεραπευτικό πρωτόκολλο.
-
ΗλικιωμένοιΗ κλινική εμπειρία δεν έχει εντοπίσει σημαντικές διαφορές, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί μεγαλύτερη ευαισθησία. Η ηλικία δεν τροποποιεί τη φαρμακοκινητική. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν αυξάνεται η δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν έχει καθορισθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα, επομένως η χορήγηση δε συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική διαταραχήΔόση60 mg/m2/εβδομάδαΧολερυθρίνη < 1,5 x UNL και ALT και/ή AST μεταξύ 1,5 και 2,5 x UNL.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική διαταραχήΔόση50 mg/m2/εβδομάδαΧολερυθρίνη μεταξύ 1,5 και 3 x UNL ανεξαρτήτως των ALT και AST.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική διαταραχήΗ χορήγηση δε συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχει φαρμακοκινητική αιτιολόγηση για μείωση της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια λόγω της ελάχιστης νεφρικής απέκκρισης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στο vinorelbine ή σε άλλα αλκαλοειδή της vinca ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στη λίστα της παραγράφου 6.1.
-
Νόσος που επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση.
-
Ιστορικό σημαντικής χειρουργικής εκτομής του στομάχου ή του λεπτού εντέρου.
-
Αριθμός ουδετερόφιλων < 1.500/mm3 ή σοβαρή τρέχουσα ή πρόσφατη λοίμωξη (μέσα σε 2 εβδομάδες)
-
Αριθμός αιμοπεταλίων < 100.000/mm3
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΣυνταγογράφησηΑπό ιατρό έμπειρο στη χρήση χημειοθεραπευτικών με μέσα παρακολούθησης των κυτταροτοξικών φαρμάκων.
-
Κατά λάθος μάσημα/πιπίλισμα καψακίουΠροχωρήστε στην έκπλυση του στόματος με νερό ή κατά προτίμηση με διάλυμα φυσιολογικού ορού.
-
Κομμένο/κατεστραμμένο καψάκιοΜην το καταπιείτε, επιστρέψτε στο φαρμακείο ή στον ιατρό για καταστροφή. Σε περίπτωση επαφής, άμεση έκπλυση με νερό ή διάλυμα φυσιολογικού ορού.
-
Έμετος μετά τη λήψηΔεν επαναλαμβάνεται η χορήγηση δόσης. Υποστηρικτική αγωγή όπως 5ΗΤ3 ανταγωνιστές μπορεί να μειώσει την εμφάνισή του (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ναυτία/ΈμετοςΣυνιστάται βασική προφύλαξη με αντιεμετικά και χορήγηση καψακίων με κάποια τροφή (βλ. Δοσολογία).
-
Συγχορήγηση με μορφίνη ή οπιοειδή αναλγητικάΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μορφίνη ή οπιοειδή αναλγητικάΣυνιστώνται καθαρτικά και προσεκτική παρακολούθηση της κινητικότητας του εντέρου.
-
Δυσανεξία στη φρουκτόζη (λόγω σορβιτόλης)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζηΔεν πρέπει να λαμβάνουν τα καψάκια.
-
Αιματολογική κατάσταση / Ουδετεροπενία / ΘρομβοκυτταροπενίαΕάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 1.500/mm3 και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι κάτω από 100.000/mm3, τότε η θεραπεία θα καθυστερεί έως την ανάνηψη.
-
Αιματολογική κατάσταση / Ουδετεροπενία (για δόσεις 80 mg/m2)Εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500/mm3 ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm³, τότε η θεραπεία θα καθυστερεί έως την ανάνηψη. Η δόση θα μειώνεται σε 60 mg/m2 εβδομαδιαίως. Είναι πιθανή η επανακλιμάκωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Δόση έναρξηςΣυνιστάται η δόση έναρξης να είναι 60 mg/m2 αυξανόμενη σε 80 mg/m2 εάν η δόση γίνει ανεκτή (βλ. Δοσολογία).
-
Σημεία ή συμπτώματα λοίμωξηςΕπιβάλλεται άμεση διερεύνηση.
-
Ιστορικό ισχαιμικής καρδιακής νόσουΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ισχαιμικής καρδιακής νόσουΙδιαίτερη προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κακή φυσική κατάστασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κακή φυσική κατάστασηΙδιαίτερη προσοχή.
-
Συγχορήγηση με ακτινοθεραπείαΑντένδειξηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα εάν το πεδίο της θεραπείας περιλαμβάνει το ήπαρ.
-
Εμβόλιο κίτρινου πυρετούΑντένδειξηΑντενδείκνυται ειδικά (βλ. Αντενδείξεις).
-
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούςΠροσοχήΔε συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση (βλ. Αντενδείξεις).
-
Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς ή επαγωγείς του CYP3A4ΠροσοχήΠρέπει να δίνεται προσοχή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συγχορήγηση με φαινυτοΐνηΠροσοχήΔε συνιστάται ο συνδυασμός (όπως για όλα τα κυτταροτοξικά).
-
Συγχορήγηση με ιτρακοναζόληΠροσοχήΔε συνιστάται ο συνδυασμός (όπως για όλα τα αλκαλοειδή της vinca).
-
Σοβαρή ηπατική διαταραχήΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική διαταραχήΔε συνιστάται η χρήση (βλ. Δοσολογία, Φαρμακοκινητικές).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Εμβόλιο κίτρινου πυρετούαντένδειξηΚίνδυνος θανατηφόρου γενικευμένης νόσου εμβολίου
-
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς (εκτός εμβολίου κίτρινου πυρετού)προσοχήΚίνδυνος γενικευμένης νόσου εμβολίου, πιθανώς θανατηφόρου, αυξημένος σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείςΣύστασηΣυνιστάται η χρήση απενεργοποιημένου εμβολίου όταν υπάρχει.
-
προσοχήΚίνδυνος επιδείνωσης σπασμών λόγω μειωμένης απορρόφησης φαινυτοΐνης ή απώλεια αποτελεσματικότητας κυτταροτοξικού λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού
-
προσοχήΑυξημένη νευροτοξικότητα των αλκαλοειδών της vinca λόγω μείωσης του ηπατικού τους μεταβολισμού
-
παρακολούθησηΜεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης κοκκιοκυτταροπενίας
-
Μitomycin CπαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος βρογχόσπασμου και δύσπνοιας, σπάνια διάμεση πνευμονία
-
παρακολούθησηΥπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλασίας
-
Ισχυροί τροποποιητές Ρ-γλυκοπρωτεΐνηςπροσοχήΠιθανή επίδραση στις συγκεντρώσεις του vinorelbine
-
Άλλα φάρμακα με γνωστή τοξικότητα του μυελού των οστώνπαρακολούθησηΠαρόξυνση των μυελοκατασταλτικών ανεπιθύμητων ενεργειών
-
κανέναΔεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη)προσοχήΘα μπορούσε να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του vinorelbine στο αίμα
-
Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη)προσοχήΘα μπορούσε να μειώσει τις συγκεντρώσεις του vinorelbine στο αίμα
-
Αντιεμετικά φάρμακα (π.χ. 5ΗΤ3 ανταγωνιστές όπως ονδανσετρόνη, γρανισετρόνη)κανέναΔεν τροποποιούν τη φαρμακοκινητική του vinorelbine μαλακά καψάκια
-
προσοχήΑυξημένη εμφάνιση ουδετεροπενίας βαθμού 3/4ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Από του στόματος αντιπηκτικάπαρακολούθησηΠιθανή αλληλεπίδραση και υψηλή ενδο-ατομική ποικιλότητα της πηκτικότηταςΣύστασηΗ συχνότητα παρακολούθησης του INR πρέπει να αυξηθεί.
-
ΤροφήκανέναΔεν τροποποιεί τη φαρμακοκινητική του vinorelbine
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Ιογενής λοίμωξη
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Ουδετεροπενική λοίμωξη
- Ουδετεροπενική σηψαιμία
- Σηψαιμία
- Καταστολή μυελού των οστών
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία G4 που σχετίζεται με πυρετό πάνω από 38°C (εμπύρετη ουδετεροπενία)
- Υπονατριαιμία
- Ανορεξία
- Απώλεια σωματικού βάρους
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Αϋπνία
- Νευροαισθητικές διαταραχές
- Νευροκινητική διαταραχή
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διαταραχή γεύσης
- Αταξία
- Οπτικές διαταραχές
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Καρδιακή δυσρυθμία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη και περιφερική ψυχρότητα
- Σοβαρή υπόταση, κατέρρειψη
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Βρογχόσπασμος
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Στομαχικές διαταραχές
- Οισοφαγίτιδα
- Δυσφαγία
- Παραλυτικός ειλεός
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατικές διαταραχές
- Αλωπεκία
- Δερματικές αντιδράσεις
- Αρθραλγία
- Άλγος στη γνάθο
- Μυαλγία
- Δυσουρία
- Διαταραχές ουροποιογεννητικού συστήματος
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρετός
- Άλγος
- Ρίγη
- Άλγος στη θέση του όγκου
- Συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝευροαισθητικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣτομαχικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος στη γνάθοΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΆλγος στη θέση του όγκουΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ουροποιογεννητικού συστήματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗπατικές διαταραχέςΉπαρ
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝευροκινητική διαταραχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενία G4 που σχετίζεται με πυρετό πάνω από 38°C (εμπύρετη ουδετεροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈξαψη και περιφερική ψυχρότηταΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή δυσρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠαραλυτικός ειλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣοβαρή υπόταση, κατέρρειψηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενική σηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣυστηματικές αλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Βινορελμπίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν το ατομικό αναμενόμενο όφελος υπερτερεί σαφώς των ενδεχόμενων κινδύνων.Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τους κινδύνους που διατρέχει το αγέννητο παιδί και να παρακολουθείται προσεκτικά. Θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα γενετικής συμβουλευτικής. Γυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγής πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν την έναρξη της θεραπείας με Βινορελμπίνη.Δεν είναι γνωστό εάν το vinorelbine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απέκκριση του vinorelbine στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε μελέτες σε ζώα. Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΣε άνδρες που ακολουθούν θεραπεία με Βινορελμπίνη, συνιστάται να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες τουλάχιστον μετά τη θεραπεία.Πριν από τη θεραπεία, πρέπει να αναζητείται συμβουλή για τη διατήρηση του σπέρματος εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας ως συνέπεια της θεραπείας με vinorelbine.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υποπλασία του μυελού των οστών
- λοίμωξη
- πυρετό
- παραλυτικό ειλεό
- ηπατικές διαταραχές
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα
Αλκαλοειδή της vinca και ανάλογα, Κωδικός ATC: L01C A04
Μηχανισμός δράσης
Το Βινορελμπίνη είναι αντινεοπλασματικό φάρμακο που ανήκει στην οικογένεια των αλκαλοειδών της vinca, αλλά, σε αντίθεση με όλα τα άλλα αλκαλοειδή της vinca, το μόριο της καθαρανθίνης της vinorelbine έχει δομικά τροποποιηθεί. Σε μοριακό επίπεδο, δρα στη δυναμική ισορροπία της τουμπουλίνης μέσα στο σύστημα των μικροσωληνίσκων του κυττάρου. Αναστέλλει τον πολυμερισμό της τουμπουλίνης και συνδέεται κατά προτίμηση στους μιτωτικούς μικροσωληνίσκους επηρεάζοντας τους αξονικούς μικροσωληνίσκους μόνο σε υψηλές συγκεντρώσεις. Η ικανότητα για αναστολή της ελικοποίησης της τουμπουλίνης είναι μικρότερη από αυτή της vincristine. Το Βινορελμπίνη παρεμποδίζει τη μίτωση στη φάση G2-M, προκαλώντας τον θάνατο του κυττάρου στη μετάφαση ή κατά τη διάρκεια της επόμενης μίτωσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του vinorelbine σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Κλινικά δεδομένα από δύο μελέτες Φάσης ΙΙ, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβιο vinorelbine σε 33 και 46 παιδιατρικούς ασθενείς με υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους, συμπεριλαμβανομένου ραβδομυοσαρκώματος, άλλων σαρκωμάτων μαλακών μορίων, σαρκώματος Ewing, λιποσαρκώματος, σαρκώματος αρθρικού υμένα, ινοσαρκώματος, καρκίνου κεντρικού νευρικού συστήματος, οστεοσαρκώματος, νευροβλαστώματος σε δόσεις 30 έως 33,75 mg/m² κατά την Ημέρα 1 και Ημέρα 8 κάθε 3 εβδομάδες ή μία φορά εβδομαδιαίως για 6 εβδομάδες κάθε 8 εβδομάδες, δεν έδειξαν σημαντική κλινική δραστικότητα. Το προφίλ τοξικότητας ήταν παρόμοιο με αυτό που αναφέρθηκε σε ενήλικες ασθενείς (παράγραφος Δοσολογία).
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του vinorelbine αξιολογήθηκαν στο αίμα.
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση, το vinorelbine απορροφάται ταχέως και η Tmax επιτυγχάνεται μεταξύ 1,5 και 3 ωρών, με μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα (Cmax) 130 ng/ml περίπου μετά από δόση 80 mg/m². Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 40% και η ταυτόχρονη λήψη τροφής δε μεταβάλλει την έκθεση στο vinorelbine. Το από του στόματος vinorelbine 60 και 80 mg/m² καταλήγει σε συγκρίσιμα επίπεδα αίματος με αυτά που προκύπτουν από τα 25 και 30 mg/m² της ενδοφλέβιας μορφής αντίστοιχα. Τα επίπεδα του vinorelbine στο αίμα αυξάνονται αναλογικά με τη δόση έως τα 100 mg/m². Η ενδοατομική ποικιλότητα των επιπέδων είναι παρόμοια μετά την ενδοφλέβια και την από του στόματος χορήγηση.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι μεγάλος, κατά μέσο όρο 21,2 l/kg-1 (εύρος: 7,5-39,7 l/kg-1) υποδεικνύοντας εκτενή κατανομή στους ιστούς. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες πλάσματος είναι ασθενής (13,5%), όμως το vinorelbine συνδέεται ισχυρά με τα έμμορφα συστατικά και ιδιαίτερα τα αιμοπετάλια (78%). Υπάρχει σημαντική πρόσληψη του vinorelbine στους πνεύμονες, όπως εκτιμήθηκε με χειρουργικές πνευμονικές βιοψίες οι οποίες έδειξαν συγκέντρωση έως 300 φορές μεγαλύτερη από ότι στον ορό αίματος. Το vinorelbine δεν έχει εντοπισθεί στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Βιομετατροπή
Όλοι οι μεταβολίτες του vinorelbine σχηματίζονται από την CYP3Α4 ισομορφή του κυτοχρώματος Ρ450, εκτός από το 4-O-deacetylvinorelbine το οποίο φαίνεται να σχηματίζεται από τις καρβοξυλεστεράσες. Το 4-O-deacetylvinorelbine είναι ο μόνος ενεργός μεταβολίτης και ο κύριος μεταβολίτης που παρατηρείται στο αίμα. Δεν έχουν βρεθεί θειϊκά ή γλυκουρονικά σύμπολοκα.
Απομάκρυνση
Ο μέσος τερματικός χρόνος ημιζωής της vinorelbine είναι 40 ώρες περίπου. Η κάθαρση του αίματος είναι υψηλή, προσεγγίζοντας την ηπατική ροή αίματος και είναι 0,72 l/h-1/kg-1 (εύρος: 0,32-1,26 l/h-1/kg-1). Η νεφρική αποβολή είναι χαμηλή (<5% της δόσης που χορηγείται) και σχετίζεται κυρίως με την μητρική ουσία. Η απέκκριση μέσω των χοληφόρων είναι η κύρια οδός αποβολής του αναλλοίωτου vinorelbine, το οποίο είναι η κύρια ουσία που ανακτάται και των μεταβολιτών της.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια:
Δεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική του vinorelbine. Όμως, η μείωση της δόσης σε περίπτωση μειωμένης νεφρικής λειτουργίας δεν ενδείκνυται με το vinorelbine λόγω της χαμηλής νεφρικής αποβολής. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του από του στόματος χορηγούμενου vinorelbine δεν τροποποιήθηκαν μετά τη χορήγηση 60 mg/m2 σε 7 ασθενείς με ήπια ηπατική διαταραχή (χολερυθρίνη < 1,5 x UNL και ALT και/ή AST από 1,5 έως 2,5 x UNL) και 50 mg/m2 σε 6 ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (χολερυθρίνη από 1,5 έως 3 x UNL ανεξαρτήτως των επιπέδων ALT και AST). Η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική του vinorelbine δεν μεταβλήθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς στις ελεγχόμενες δόσεις. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική διαταραχή επομένως, η χρήση του Βινορελμπίνη δε συνιστάται (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Μια μελέτη με από του στόματος χορηγούμενο vinorelbine σε ηλικιωμένους ασθενείς (≥ 70 ετών) με NSCLC έδειξε ότι η φαρμακοκινητική του vinorelbine δεν επηρεάστηκε από την ηλικία. Ωστόσο, επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι ευπαθείς, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν αυξάνεται η δόση του Βινορελμπίνη μαλακό καψάκιο (βλ. Δοσολογία).
Συσχέτιση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής
Αποδείχθηκε μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της έκθεσης στο αίμα και της έλλειψης λευκοκυττάρων ή πολυμορφοπύρηνων.
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Αλκαλοειδή της vinca και ανάλογα, Κωδικός ATC: L01C A04 ### Μηχανισμός δράσης Το Βινορελμπίνη είναι αντινεοπλασματικό φάρμακο που ανήκει στην οικογένεια των αλκαλοειδών της vinca, αλλά, σε αντίθεση με όλα τα άλλα αλκαλοειδή της…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | την ημέρα κάθε νέας χορήγησης | — |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | την ημέρα κάθε νέας χορήγησης | — |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | την ημέρα κάθε νέας χορήγησης | — |
| Ουδετερόφιλα | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | την ημέρα κάθε νέας χορήγησης | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 25.4 έως 40.1 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.97 - 1.26 L/hr/kg
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βινορελβίνη είναι ένα ημισυνθετικό αλκαλοειδές της βίνκα με ευρύ φάσμα αντικαρκινικής δράσης. Τα αλκαλοειδή της βίνκα θεωρούνται κυτταροτοξικά για την μιτωτική ατράκτιο. Δρουν παρεμβαίνοντας στην πολυμερισμοποίηση της τουμπουλίνης, μιας πρωτεΐνης υπεύθυνης για τη δόμηση του συστήματος των μικροσωληναρίων που εμφανίζεται κατά τη κυτταρική διαίρεση στα πολλαπλασιαζόμενα καρκινικά κύτταρα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα αλκαλοειδή της βίνκα είναι δομικά παρόμοιες ενώσεις που αποτελούνται από δύο πολυδακτυλικές μονάδες, την δεσμεθίνης και την καθαρανθίνης. Ο διτρυγικός δινορελβίνης είναι ένα αλκαλοειδές της βίνκα στο οποίο το συστατικό της καθαρανθίνης αποτελεί το στόχο της δομικής τροποποίησης. Αυτή η δομική τροποποίηση συμβάλλει σε μοναδικές φαρμακολογικές ιδιότητες. Η αντικαρκινική δράση του διτρυγικού δινορελβίνης πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της μίτωσης στη μεταφάση μέσω της αλληλεπίδρασής της με την τουμπουλίνη. Η βινορελβίνη είναι μια κυτταροτοξίνη για την μιτωτική άτρακτο που παρεμβαίνει στην τμηματική διαίρεση κατά τη μίτωση, γνωστή και ως κυτταρική διαίρεση. Παύει τα κύτταρα στις φάσεις G2/M, όταν υπάρχει σε συγκεντρώσεις κοντά στη μισή μέγιστη ανασταλτική συγκέντρωση (IC50). Τα μικροσωληνάρια, τα οποία προέρχονται από πολυμερή τουμπουλίνης, αποτελούν τον κύριο στόχο της βινορελβίνης. Η χημική τροποποίηση που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βινορελβίνης επιτρέπει το άνοιγμα του οκταμελούς δακτυλίου της καθαρανθίνης με τον σχηματισμό τόσο ομοιοπολικού όσο και αναστρέψιμου δεσμού με την τουμπουλίνη. Η σχετική συμβολή διαφόρων πρωτεϊνών που σχετίζονται με τα μικροσωληνάρια στην παραγωγή τουμπουλίνης διαφέρει μεταξύ του νευρικού ιστού και των πολλαπλασιαζόμενων κυττάρων και αυτό έχει σημαντικές λειτουργικές επιπτώσεις. Η ικανότητα της βινορελβίνης να δεσμεύεται ειδικά στα μιτωτικά και όχι σε άλλα μικροσωληνάρια έχει αποδειχθεί και μπορεί να υποδηλώνει ότι η νευροτοξικότητα είναι λιγότερο πιθανό να αποτελέσει πρόβλημα σε σύγκριση με τον μοριακό μηχανισμό δράσης. Όπως και με άλλους αντι-μικροσωληνιακούς παράγοντες, η βινορελβίνη είναι γνωστό ότι συμβάλλει στην απόπτωση στα κακοήθη κύτταρα. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους συμβαίνει αυτή η διαδικασία είναι πολύπλοκοι και πολλές λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί. Η αταξία της δομής των μικροσωληναρίων έχει μια σειρά από επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της επαγωγής του γονιδίου καταστολέα όγκων p53 και της ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ενός αριθμού κινασών πρωτεϊνών που εμπλέκονται σε βασικές οδούς σηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των p21 WAF1/CIP1 και Ras/Raf, PKC/PKA. Αυτές οι μοριακές αλλαγές οδηγούν σε φωσφορυλίωση και κατά συνέπεια απενεργοποίηση του αναστολέα απόπτωσης Bcl2. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε μείωση του σχηματισμού ετεροδιμερών μεταξύ Bcl2 και του προ-αποπτωτικού γονιδίου BAX, διεγείροντας την ακολουθία απόπτωσης των κυττάρων. Ο διτρυγικός δινορελβίνης ενδέχεται επίσης να παρεμβαίνει στον μεταβολισμό αμινοξέων, κυκλικού AMP και γλουταθειόνης, στην δραστηριότητα της καλμοδουλίνης-εξαρτώμενης ATPase μεταφοράς Ca++, στην κυτταρική αναπνοή και στη βιοσύνθεση νουκλεϊκών οξέων και λιπιδίων.
Η βινορελβίνη είναι ένας αντιμικροσωληνιακός αντινεοπλαστικός παράγοντας. Τα μικροσωληνάρια είναι οργανίδια που υπάρχουν σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας με τα συστατικά τους, τα διμερή της τουμπουλίνης. Αποτελούν ουσιαστικό μέρος της μιτωτικής ατράκτου, συμμετέχουν στην ενδοκυτταρική μεταφορά και συμβάλλουν στο σχήμα, την ακαμψία και την κινητικότητα του κυττάρου. Η βινορελβίνη και άλλα αλκαλοειδή της βίνκα ασκούν τις κυτταροτοξικές τους επιδράσεις δεσμευόμενα στην τουμπουλίνη, την πρωτεΐνη υπομονάδα των μιτωτικών μικροσωληναρίων. Ο σχηματισμός συμπλοκών βινορελβίνης-τουμπουλίνης εμποδίζει την πολυμερισμοποίηση των υπομονάδων της τουμπουλίνης σε μικροσωληνάρια και προκαλεί αποπολυμερισμό των μικροσωληναρίων, οδηγώντας σε αναστολή της συναρμολόγησης των μικροσωληναρίων και διακοπή της κυτταρικής μεταφάσης.
Εκτός από τις αντινεοπλαστικές επιδράσεις της αντιμικροσωληνιακής δράσης, τα αλκαλοειδή της βίνκα παρεμβαίνουν στην μεσωλαβούμενη από μικροσωληνάρια κίνηση νευροδιαβιβαστικών ουσιών κατά μήκος των νευρωνικών αξόνων, οδηγώντας σε δοσοεξαρτώμενη νευροτοξικότητα.
Όπως και άλλα αλκαλοειδή της βίνκα, η βινορελβίνη αναφέρεται ότι παρεμβαίνει επίσης στον μεταβολισμό αμινοξέων, κυκλικού AMP και γλουταθειόνης· στην καλμοδουλίνη-εξαρτώμενη δραστηριότητα μεταφοράς Ca2+· στην κυτταρική αναπνοή· και στη βιοσύνθεση νουκλεϊκών οξέων και λιπιδίων.
Η βινοφλουνίνη εμποδίζει τη μίτωση στη μετάβαση μεταφάσης/αναφάσης, οδηγώντας σε απόπτωση. Ο μηχανισμός του μιτωτικού μπλοκαρίσματος δεν είναι γνωστός. Με βάση αποτελέσματα με καθαρισμένα μικροσωληνάρια και σε ζωντανά κύτταρα φάσης G1, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι περιλαμβάνει την καταστολή της δυναμικής των μικροσωληναρίων της ατράκτου. Οι επιδράσεις των τριών αλκαλοειδών της βίνκα στη δυναμική των κεντρομεριδίων και των μικροσωληναρίων της ατράκτου/κινητοχώρου μετρήθηκαν με μια νέα προσέγγιση που περιλαμβάνει ποσοτική μικροσκοπία συνεχούς λήψης με κάμερα σε ζωντανά μιτωτικά ανθρώπινα κύτταρα U2OS. Η πρωτεΐνη B που δεσμεύεται στο κεντρομερίδιο, σημασμένη με πράσινη φθορίζουσα πρωτεΐνη, χρησιμοποιήθηκε για τη σήμανση των κεντρομεριδίων και των άκρων των μικροσωληναρίων του κινητοχώρου. Στους μάρτυρες, τα ζεύγη των κεντρομεριδίων στα αδελφά χρωματίδια εναλλάσσονταν υπό τάση μεταξύ αυξανόμενης και μειούμενης απόστασης (τεντώνοντας και χαλαρώνοντας). Και τα τρία αλκαλοειδή της βίνκα κατέστειλαν παρόμοια τη δυναμική των κεντρομεριδίων σε συγκεντρώσεις που μπλοκάρουν τη μίτωση. Σε συγκεντρώσεις που προσεγγίζουν τις IC(50) για συσσώρευση μίτωσης (18.8 nM βινοφλουνίνη, 7.3 nM βινορελβίνη και 6.1 nM βινοβλαστίνη), η δυναμική των κεντρομεριδίων μειώθηκε κατά 44%, 25% και 26%, αντίστοιχα, και ο χρόνος που τα κεντρομερίδια πέρασαν σε παγωμένη κατάσταση αυξήθηκε κατά 63%, 52% και 36%, αντίστοιχα. Οι ρυθμοί χαλάρωσης των κεντρομεριδίων, οι διάρκειες τεντώματος και οι συχνότητες μετάβασης μειώθηκαν. Έτσι, και τα τρία φάρμακα μείωσαν την κανονική εξαρτώμενη από τα μικροσωληνάρια τάση της ατράκτου στα κεντρομερίδια/κινητόχωρα, εμποδίζοντας έτσι το σήμα για τη διέλευση του μιτωτικού σημείου ελέγχου. Η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της καταστολής της δυναμικής των μικροσωληναρίων του κινητοχώρου και του μιτωτικού μπλοκαρίσματος υποδηλώνει ότι ο κύριος μηχανισμός με τον οποίο τα αλκαλοειδή της βίνκα μπλοκάρουν τη μίτωση είναι η καταστολή της δυναμικής των μικροσωληναρίων της ατράκτου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βινορελβίνη απορροφάται ταχέως με μέγιστη συγκέντρωση ορού που επιτυγχάνεται εντός 2 ωρών. Η βινορελβίνη δεσμεύεται έντονα στα αιμοπετάλια και τα λεμφοκύτταρα και επίσης δεσμεύεται στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, την αλβουμίνη και τις λιποπρωτεΐνες.
Η βινορελβίνη υφίσταται σημαντική ηπατική απέκκριση σε ανθρώπους, με μεγάλες ποσότητες που ανακτώνται στα κόπρανα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ανθρώπους. Η νεφρική απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου αντιστοιχεί σε λιγότερο από 20% μιας ενδοφλέβιας δόσης, με την απέκκριση μέσω κοπράνων να αντιστοιχεί σε επιπλέον 30% έως 60%. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ραδιοσημασμένης βινορελβίνης, περίπου 18% και 46% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα.
Ο όγκος κατανομής είναι μεγάλος, υποδεικνύοντας εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Οι τιμές όγκου κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται από 25.4 έως 40.1 L/kg, σύμφωνα με μια μελέτη. Ευρέως κατανεμημένη, με τις υψηλότερες ποσότητες να βρίσκονται στα όργανα απέκκρισης όπως το ήπαρ και τα νεφρά, ελάχιστη στην καρδιά και τον εγκέφαλο.
Η κάθαρση πλάσματος της βινορελβίνης είναι υψηλή, προσεγγίζοντας την ίδια ροή ηπατικού αίματος σε ανθρώπους, και ο όγκος κατανομής της είναι μεγάλος, υποδεικνύοντας εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Σε σύγκριση με τη βινοβλαστίνη ή τη βινοκριστίνη. Η κάθαρση βρέθηκε να κυμαίνεται από 0.29-1./26 L/ ανά kg σε 4 κλινικές δοκιμές ασθενών που έλαβαν 30 mg/m² βινορελβίνης.
Η αρχική ταχεία μείωση της συγκέντρωσης βινορελβίνης στο πλάσμα μετά από IV χορήγηση αντιπροσωπεύει την κατανομή του φαρμάκου σε περιφερικά διαμερίσματα. Μετά τη χορήγηση βινορελβίνης 30 mg/m² IV για 15-20 λεπτά, έχει αναφερθεί όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση 25.4-40.1 L/kg.
Η βινορελβίνη επιδεικνύει υψηλή δέσμευση σε ανθρώπινα αιμοπετάλια και λεμφοκύτταρα. Η δέσμευση του φαρμάκου με τα συστατικά του πλάσματος σε ασθενείς με καρκίνο κυμαίνεται από 79.6-91.2%, και παρατηρήθηκε ελεύθερο κλάσμα περίπου 0.11 σε συγκεντρωμένο ανθρώπινο πλάσμα σε εύρος συγκεντρώσεων 234-1169 ng/mL. Η παρουσία σισπλατίνης, φθοριοουρακίλης ή δοξορουβικίνης δεν επηρεάζει τη δέσμευση της βινορελβίνης.
Μετά από IV χορήγηση ραδιοσημασμένης βινορελβίνης, περίπου 46% της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και 18% στα ούρα. Σε άλλη μελέτη, περίπου 11% μιας χορηγηθείσας IV δόσης βινορελβίνης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα.
Οι επιδράσεις των τροφίμων στις φαρμακοκινητικές και στο προφίλ ασφάλειας μιας φόρμουλας μαλακών καψουλών βινορελβίνης (Navelbine Oral) αξιολογήθηκαν σε τρεφόμενους και νήστευοντες ασθενείς με συμπαγείς όγκους ή λεμφώματα. Μια ομάδα 18 ασθενών (12 προγραμματισμένοι) εντάχθηκαν σε μια πολυκεντρική φάση Ι φαρμακοκινητικής μελέτης ακολουθώντας ένα σχέδιο διασταυρούμενης μελέτης με περίοδο αποτοξίνωσης 1 εβδομάδας. Οι ασθενείς έλαβαν την πρώτη δόση 80 mg/m² από του στόματος βινορελβίνης είτε μετά από νηστεία είτε μετά την κατανάλωση ενός τυπικού ηπειρωτικού πρωινού. Η δεύτερη δόση 80 mg/m² χορηγήθηκε 1 εβδομάδα αργότερα στην εναλλακτική κατάσταση σίτισης με την πρώτη δόση. Από τους 18 ασθενείς, οι 13 ήταν επιλέξιμοι για φαρμακοκινητική αξιολόγηση. Ο μέσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση (T(max)) ήταν μικρότερος σε νήστευοντες ασθενείς (1.63+/-0.98 ώρες στο αίμα, 1.67+/-0.96 ώρες στο πλάσμα) από ό,τι σε τρεφόμενους ασθενείς (2.48+/-1.40 ώρες στο αίμα, 2.56+/-1.65 ώρες στο πλάσμα), αλλά αυτές οι διαφορές δεν είναι πιθανό να τροποποιήσουν την ασφάλεια ή/και την αποτελεσματικότητα της από του στόματος βινορελβίνης. Οι τιμές C(max) και AUC ήταν παρόμοιες σε τρεφόμενους και νήστευοντες ασθενείς και δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές. Το προφίλ ασφάλειας της από του στόματος βινορελβίνης που παρατηρήθηκε σε αυτόν τον περιορισμένο αριθμό ασθενών φαίνεται να είναι συγκρίσιμο με αυτό που αναφέρεται συνήθως για τη βινορελβίνη, η κύρια τοξικότητα είναι η ουδετεροπενία. Αναφέρθηκε μόνο ένα επεισόδιο πυρετικής ουδετεροπενίας. Οι κύριες μη αιματολογικές τοξικότητες που παρατηρήθηκαν ήταν γαστρεντερικές, που περιλάμβαναν ναυτία, έμετο, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Υποδηλώθηκε μια τάση για χαμηλότερη επίπτωση εμέτου όταν η από του στόματος βινορελβίνη χορηγούνταν μετά από ένα τυπικό πρωινό. Με βάση αυτή τη μελέτη, η χορήγηση από του στόματος βινορελβίνης σε νήστευοντες ασθενείς δεν είναι υποχρεωτική, καθώς η χορήγηση μετά από ένα τυπικό πρωινό δεν οδηγεί σε διαφορές στην έκθεση του σώματος στο φάρμακο. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για τη VINORELBINE (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεΐνης
80-90%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βινορελβίνη υφίσταται σημαντική ηπατική απέκκριση σε ανθρώπους. Δύο μεταβολίτες της βινορελβίνης έχουν αναγνωριστεί σε ανθρώπινο αίμα, πλάσμα και ούρα· οξείδιο της βινορελβίνης-Ν και δεακετυλοβινορελβίνη. Η δεακετυλοβινορελβίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κύριος μεταβολίτης της βινορελβίνης σε ανθρώπους, και έχει αποδειχθεί ότι κατέχει αντικαρκινική δράση παρόμοια με τη βινορελβίνη. Η βινορελβίνη μεταβολίζεται σε δύο άλλους δευτερεύοντες μεταβολίτες, την 20’-υδροξυβινορελβίνη και την 6’-οξείδιο της βινορελβίνης. Θεραπευτικές δόσεις βινορελβίνης (30 mg/m2) παράγουν πολύ μικρά, αν υπάρχουν, ποσοτικά επίπεδα οποιουδήποτε μεταβολίτη στο αίμα ή στα ούρα. Ο μεταβολισμός της βινορελβίνης μεσολαβείται από ηπατικά ισοένζυμα κυτοχρώματος P450 της υποοικογένειας CYP3A. Καθώς το ήπαρ παρέχει την κύρια οδό για τον μεταβολισμό του φαρμάκου, οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη τοξικότητα με την τυπική δοσολογία, ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με αυτό. Ομοίως, η συμβολή της δράσης των ενζύμων κυτοχρώματος P450 στον μεταβολισμό της βινορελβίνης έχει πιθανές επιπτώσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω αυτής της οδού.
Η βινορελβίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Ο μεταβολισμός των αλκαλοειδών της βίνκα (π.χ., βινοβλαστίνη, βινοκριστίνη) μεσολαβείται από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 (CYP) στην υποοικογένεια CYP3A. Δύο μεταβολίτες της βινορελβίνης, η οξείδιο της βινορελβίνης-Ν και η δεακετυλοβινορελβίνη, έχουν αναγνωριστεί σε ανθρώπινο αίμα, πλάσμα και ούρα.
Η δεακετυλοβινορελβίνη, ο κύριος μεταβολίτης της βινορελβίνης σε ανθρώπους, έχει αποδειχθεί ότι κατέχει αντικαρκινική δράση παρόμοια με το μητρικό φάρμακο. Ωστόσο, θεραπευτικές δόσεις βινορελβίνης οδηγούν σε πολύ μικρές, αν υπάρχουν, ποσοτικές συγκεντρώσεις οποιουδήποτε μεταβολίτη στο αίμα ή στα ούρα.
… Λίγα είναι γνωστά για τη βιομεταμόρφωση της βινορελβίνης. Η δεακετυλοβινορελβίνη θεωρείται δευτερεύων μεταβολίτης και βρίσκεται μόνο σε κλάσματα ούρων, αντιπροσωπεύοντας το 0.25% της ενεόμενης δόσης. …
… Η δεακετυλίωση που αποδίδει δεακετυλοναβελβίνη (DNVB) είναι η κύρια μεταβολική οδός για τη βινορελβίνη (ναβελβίνη, NVB). Αυτός ο κυτταροτοξικός μεταβολίτης αντιστοιχεί σε ένα σημαντικό μέρος της συνολικής διάθεσης του φαρμάκου. Μόνο το 58% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα (17%) και τα κόπρανα (41%) ως NVB ή DNVB. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες.
Η βινορελβίνη παρήγαγε έναν κυρίαρχο μεταβολίτη (M1) μετά από επώαση με μικροσωμάτια ήπατος αρουραίου. Αρκετοί κύριοι μεταβολίτες εκτός του M1 αναγνωρίστηκαν με HPLC στη χολή και στα κόπρανα αρουραίου μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Οι δομές των κύριων μεταβολιτών ταυτοποιήθηκαν ως 15,16-εποξυβινορελβίνη (M1), 11’-υδροξυβινορελβίνη (M2), 19’-υδροξυβινορελβίνη (M3a), 15,16-εποξυ-10’-υδροξυβινορελβίνη (M3b) και 10’-υδροξυβινορελβίνη (M4) μέσω σύγκρισης χρόνων κατακράτησης HPLC και εκτενών αναλύσεων φασμάτων NMR δύο διαστάσεων και υβριδικών MS/MS.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής φάσης κυμάνθηκε από 27.7 έως 43.6 ώρες· οι μέσες κάθαρσεις πλάσματος κυμαίνονταν από 0.97 έως 1.26 L/ώρα/kg.
Οι 3 φάσεις μείωσης των συγκεντρώσεων βινορελβίνης στο πλάσμα αντιπροσωπεύουν μια αρχική ταχεία μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα που οφείλεται στην κατανομή του φαρμάκου σε περιφερικά διαμερίσματα, ακολουθούμενη από μεταβολισμό και απέκκριση του φαρμάκου και μια παρατεταμένη τελική φάση λόγω σχετικά αργής εκροής του φαρμάκου από τα περιφερικά διαμερίσματα. Ένας μέσος χρόνος ημίσειας ζωής τερματικής απέκκρισης 27.7-43.6 ώρες και μια μέση κάθαρση πλάσματος 0.97-1.26 L/ώρα ανά kg έχουν αναφερθεί για τη βινορελβίνη.
… Υπάρχει μια παρατεταμένη τελική φάση λόγω της σχετικά αργής εκροής του φαρμάκου από τα περιφερικά διαμερίσματα, η οποία οδηγεί σε μακρύ χρόνο ημίσειας ζωής τελικής φάσης, με μέσες τιμές που κυμαίνονται από 27.7 έως 43.6 ώρες. …
… Σε παιδιά, η βινορελβίνη φαίνεται να εμφανίζει μικρότερο t1/2 (14.7 ώρες) από αυτό που παρατηρείται σε ενήλικες. Επιπλέον, η συστημική κάθαρση είναι εξαιρετικά μεταβλητή [από 12 έως 93.96 L/ώρα/m² (200 έως 1566 mL/min/m²)].
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
Παράγοντες που λαμβάνονται από ανώτερα φυτά και έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντινεοπλασματική δράση.
Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με την ΤΟΥΜΠΟΥΛΙΝΗ για να αναστείλουν ή να προωθήσουν την πολυμερισμοποίηση των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής
Q6C979R91Y
VINORELBINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκαλοειδές Βίνκα
Χημική Δομή [CS] - Αλκαλοειδή Βίνκα
Η βινορελβίνη είναι ένα Αλκαλοειδές Βίνκα.
VINORELBINE
Αλκαλοειδές Βίνκα [EPC]· Αλκαλοειδή Βίνκα [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
Παράγοντες που λαμβάνονται από ανώτερα φυτά και έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντινεοπλασματική δράση.
Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με την ΤΟΥΜΠΟΥΛΙΝΗ για να αναστείλουν ή να προωθήσουν την πολυμερισμοποίηση των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ.