VINORELBINE
Βινορελμπίνη
Τα αλκαλοειδή της Vinca ασκούν τη δράση τους ενούμενα με την τουβουλίνη των μικροσωληναρίων του κυττάρου και διακόπτουν την μιτωτική διαίρεσή του.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NAVELBINE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 60 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Αύξηση σε 80 mg/m²/εβδομάδα μετά την 3η δόση, με βάση τον αριθμό ουδετερόφιλων.
-
Ενήλικες (Μονοθεραπεία)ΔόσηΠρώτες τρεις δόσεις: 60 mg/m²/εβδομάδαΜετά την τρίτη δόση, αύξηση σε 80 mg/m²/εβδομάδα, εκτός εάν ο αριθμός ουδετερόφιλων μειώθηκε <500/mm³ ή ≥2 φορές μεταξύ 500-1000/mm³ κατά τις πρώτες 3 δόσεις.
-
Ενήλικες (Τροποποίηση δόσης μετά την 4η χορήγηση 80 mg/m²/εβδομάδα)Εάν ουδετερόφιλα <500/mm³ ή ≥2 φορές μεταξύ 500-1000/mm³, καθυστέρηση δόσης και μείωση σε 60 mg/m² για τις επόμενες 3 χορηγήσεις. Δυνατότητα κλιμάκωσης από 60 σε 80 mg/m² εβδομαδιαίως εάν ο αριθμός ουδετερόφιλων παραμένει >500/mm³.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική διαταραχήΔόση60 mg/m²/εβδομάδα
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική διαταραχήΔόση50 mg/m²/εβδομάδα
block
SPC-NAVELBINE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη vinorelbine ή σε άλλα αλκαλοειδή της vinca ή σε κάποιο από τα συστατικά.
-
Νόσος που επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση.
-
Ιστορικό σημαντικής χειρουργικής εκτομής του στομάχου ή του λεπτού εντέρου.
-
Αριθμός oυδετερόφιλων < 1500/mm³ ή σοβαρή τρέχουσα ή πρόσφατη λοίμωξη (μέσα σε 2 εβδομάδες)
-
Αριθμός αιμοπεταλίων < 100000/mm³
-
Γαλουχία
-
Ασθενείς που χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία με οξυγόνο
-
Σε συνδυασμό με εμβόλιο κίτρινου πυρετού
warning
SPC-NAVELBINE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση φαρμάκουΝα συνταγογραφείται από ιατρό έμπειρο στη χρήση χημειοθεραπευτικών με μέσα παρακολούθησης των κυτταροτοξικών φαρμάκων.
-
Κατάποση καψακίουΕάν ο ασθενής μασήσει ή πιπιλίσει κατά λάθος το καψάκιο, το υγρό είναι ερεθιστικό. Προχωρήστε στην έκπλυση του στόματος με νερό ή κατά προτίμηση με διάλυμα φυσιολογικού ορού.
-
Κατεστραμμένο καψάκιοΤο υγρό περιεχόμενό του είναι ερεθιστικό και μπορεί να προκαλέσει βλάβη εάν έρθει σε επαφή με το δέρμα, τους βλενογόννους ή τους οφθαλμούς. Τα κατεστραμμένα καψάκια δεν πρέπει να καταπίνονται και πρέπει να επιστρέφονται στο φαρμακείο ή στον ιατρό, ώστε να καταστραφούν καταλλήλως. Εάν κάποια επαφή συμβεί, πρέπει να γίνει αμέσως πολύ καλή έκπλυση με νερό ή διάλυμα φυσιολογικού ορού κατά προτίμηση.
-
ΈμετοςΣε περίπτωση εμέτου εντός ολίγων ωρών μετά τη λήψη του φαρμάκου, ποτέ δεν επαναλαμβάνεται η χορήγηση αυτής της δόσης. Υποστηρικτική αγωγή όπως 5ΗΤ ανταγωνιστές (π.χ. ονδανσετρόνη, γρανισετρόνη) μπορεί να μειώσει την εμφάνισή του (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ναυτία/Έμετος (μαλακό καψάκιο)Σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ναυτίας/εμέτου από την ενδοφλέβια μορφή. Συνιστάται βασική προφύλαξη με αντιεμετικά.
-
ΣορβιτόληΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζηΔεν πρέπει να λαμβάνουν τα καψάκια.
-
ΑιθανόληΤο φάρμακο αυτό περιέχει μικρές ποσότητες αιθανόλης (οινόπνευμα), λιγότερο από 100 mg ανά δόση.
-
Αιματολογικός έλεγχοςΗ θεραπευτική αγωγή πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από προσεκτικό αιματολογικό έλεγχο (προσδιορισμός των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και του αριθμού λευκοκυττάρων, ουδετερόφιλων και αιμοπεταλίων την ημέρα κάθε νέας χορήγησης). Η δοσολογία πρέπει να προσδιορίζεται από την αιματολογική κατάσταση.
-
Χαμηλά ουδετερόφιλα/αιμοπετάλιαΕάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 1500/mm³ και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι κάτω από 100000/mm³, τότε η θεραπεία θα καθυστερεί έως την ανάνηψη.
-
Κλιμάκωση δόσηςΓια την κλιμάκωση της δόσης από 60 σε 80 mg/m² εβδομαδιαίως, μετά την τρίτη χορήγηση, βλ. Δοσολογία. Για τις χορηγήσεις των 80 mg/m², εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500/mm³ ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm³, δε θα καθυστερεί μόνο η χορήγηση αλλά επίσης η δόση θα μειώνεται σε 60 mg/m² εβδομαδιαίως. Είναι πιθανή η επανακλιμάκωση της δόσης από 60 σε 80 mg/m² εβδομαδιαίως, βλ. Δοσολογία.
-
Δόση έναρξηςΚατά τις κλινικές μελέτες που η θεραπεία ξεκίνησε με 80 mg/m², λίγοι ασθενείς ανέπτυξαν έντονες ουδετεροπενικές επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένων αυτών με κακή φυσική κατάσταση. Συνεπώς, συνιστάται η δόση έναρξης να είναι 60 mg/m² αυξανόμενη σε 80 mg/m² εάν η δόση γίνει ανεκτή όπως αυτό περιγράφηκε στην παράγραφο 4.2.
-
ΛοίμωξηΕάν οι ασθενείς παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα που να υποδηλώνουν λοίμωξη, επιβάλλεται άμεση διερεύνηση.
-
Ισχαιμική καρδιακή νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ισχαιμικής καρδιακής νόσουΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να λαμβάνεται.
-
Φυσική κατάστασηΠληθυσμόςΑσθενείς με κακή φυσική κατάστασηΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να λαμβάνεται.
-
ΑκτινοθεραπείαΤο Navelbine δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ακτινοθεραπεία, εάν το πεδίο της θεραπείας περιλαμβάνει το ήπαρ.
-
ΕμβόλιαΤο φάρμακο αυτό αντενδείκνυται ειδικά με εμβόλιο κίτρινου πυρετού και δε συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση του με άλλα εμβόλια που περιέχουν ζώντες εξασθενημένους ιούς.
-
CYP3A4Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Navelbine συνδυάζεται με ισχυρούς αναστολείς ή επαγωγείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φαινυτοΐνη/ΙτρακοναζόληΔε συνιστάται ο συνδυασμός του Navelbine με φαινυτοΐνη (όπως για όλα τα κυτταροτοξικά) και με ιτρακοναζόλη (όπως για όλα τα αλκαλοειδή της vinca).
-
Ηπατική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια ηπατική διαταραχήΔοσολογία 60 mg/m² (χολερυθρίνη < 1,5 x UNL και ALT και/ή AST από 1,5 έως 2,5 x UNL). Η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική της vinorelbine δε μετεβλήθησαν.
-
Ηπατική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική διαταραχήΔοσολογία 50 mg/m² (χολερυθρίνη μεταξύ 1,5 και 3 x UNL ανεξαρτήτως του επιπέδου ALT και AST). Η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική της vinorelbine δε μετεβλήθησαν.
-
Ηπατική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική διαταραχήΔε συνιστάται η χρήση (βλ. Δοσολογία, Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργίαΔεν υφίσταται φαρμακοκινητικά αιτιολογία για μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία, Φαρμακοκινητικές).
swap_horiz
SPC-NAVELBINE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιπηκτικά (από του στόματος)Αύξηση της συχνότητας παρακολούθησης του INRΣύστασηΑύξηση της συχνότητας παρακολούθησης του INR
-
Εμβόλιο κίτρινου πυρετούαντένδειξηΚίνδυνος θανατηφόρου γενικευμένης νόσου εμβολίου
-
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούςδε συνιστάταιΚίνδυνος γενικευμένης νόσου εμβολίου, πιθανώς θανατηφόρου
-
δε συνιστάταιΕπιδείνωση σπασμών ή απώλεια αποτελεσματικότητας
-
πρέπει να λαμβάνεται υπόψηΥπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλασίας
-
δε συνιστάταιΑυξημένη νευροτοξικότητα των αλκαλοειδών της vinca
-
Mitomycin Cπρέπει να λαμβάνεται υπόψηΑυξημένος κίνδυνος βρογχόσπασμου και δύσπνοιας
-
Ισχυροί τροποποιητές της Ρ-γλυκοπρωτεΐνηςπρέπει να λαμβάνεται υπόψηΠιθανή αλληλεπίδραση
-
Άλλα φάρμακα με τοξικότητα μυελού των οστώνπρέπει να λαμβάνεται υπόψηΠιθανή παρόξυνση μυελοκατασταλτικών ανεπιθύμητων ενεργειών
-
πρέπει να λαμβάνεται υπόψηΜεγαλύτερη συχνότητα κοκκιοκυτταροπενίας
-
Ισχυροί αναστολείς CYP 3Α4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη)πρέπει να λαμβάνεται υπόψηΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων vinorelbine στο αίμα
-
Ισχυροί επαγωγείς CYP 3Α4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη)πρέπει να λαμβάνεται υπόψηΠιθανή μείωση των συγκεντρώσεων vinorelbine στο αίμα
-
πρέπει να λαμβάνεται υπόψηΔεν τροποποιούν τη φαρμακοκινητική
-
προσοχήΑυξημένη εμφάνιση ουδετεροπενίας βαθμού 3/4 (σε ενδοφλέβια vinorelbine)
sick
SPC-NAVELBINE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις βακτηριακές, ιογενείς ή μυκητιασικές χωρίς ουδετεροπενία
- Λοιμώξεις βακτηριακές, ιογενείς ή μυκητιασικές ως αποτέλεσμα της καταστολής του μυελού των οστών και/ή της καταστολής του ανοσοποιητικού συστήματος (ουδετεροπενικές λοιμώξεις)
- Ουδετεροπενική σηψαιμία
- Σηψαιμία με επιπλοκές και μερικές φορές θανατηφόρος
- Καταστολή του μυελού των οστών με αποτέλεσμα κυρίως την ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία G4 που σχετίζεται με πυρετό πάνω από 38°C συμπεριλαμβανομένης εμπύρετης ουδετεροπενίας
- Σοβαρή υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Νευροαισθητικές διαταραχές (περιορίστηκαν γενικά σε απώλεια των αντανακλαστικών των εν τω βάθει τενόντων και σπάνια ήταν σοβαρές)
- Νευροκινητικές διαταραχές
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διαταραχές της γεύσης
- Αταξία βαθμού 3
- Οπτικές διαταραχές
- Καρδιακή ανεπάρκεια και καρδιακή δυσρυθμία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ιατρικό ιστορικό καρδιοπάθειας ή παράγοντες κινδύνου για την καρδιά
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη και περιφερική ψυχρότητα
- Σοβαρή υπόταση, κατέρρειψη
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Βρογχόσπασμος
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ανορεξία
- Στοματίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Στομαχικές διαταραχές
- Οισοφαγίτιδα
- Δυσφαγία
- Παραλυτικός ειλεός
- Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατικές διαταραχές
- Αλωπεκία
- Δερματικές αντιδράσεις
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Δυσουρία
- Άλλες διαταραχές του ουροποιογεννητικού συστήματος
- Κόπωση/αίσθημα κακουχίας
- Πυρετός
- Άλγος
- Ρίγη
- Απώλεια σωματικού βάρους
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις όπως αναφυλαξία, αναφυλακτική καταπληξία ή αντιδράσεις αναφυλακτικού τύπου
- Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις (βακτηριακές, ιογενείς, μυκητιασικές) χωρίς ουδετεροπενία
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενικές λοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενική σηψαιμία
-
Μη γνωστέςΣηψαιμία (μερικές φορές θανατηφόρος)
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣυχνέςΠυρετική ουδετεροπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΣοβαρή υπονατριαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝευροαισθητικές διαταραχέςΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΝευροκινητικές διαταραχέςΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της γεύσηςΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή δυσρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΣτομαχικές διαταραχέςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραλυτικός ειλεόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΗπατικές διαταραχέςΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔερματικές αντιδράσειςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΆλλες διαταραχές του ουροποιογεννητικού συστήματοςΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ συχνέςΚόπωση/αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια σωματικού βάρουςΈρευνες
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΈρευνες
-
Όχι συχνέςΣηψαιμία (πολύ σπάνια θανατηφόρος)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΣυστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλαξία, αναφυλακτική καταπληξία)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΈξαψη και περιφερική ψυχρότηταΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣοβαρή υπόταση, κατέρρειψηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
pregnant_woman
SPC-NAVELBINE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤο Navelbine δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν το ατομικό αναμενόμενο όφελος υπερτερεί σαφώς των ενδεχόμενων κινδύνων. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τους κινδύνους που διατρέχει το αγέννητο παιδί και να παρακολουθείται προσεκτικά. Θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα γενετικής συμβουλευτικής.
-
Γυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγήςΆγνωστοΓυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγής πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η vinorelbine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί επομένως, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν την έναρξη της θεραπείας με Navelbine.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣε άνδρες που ακολουθούν θεραπεία με Navelbine, συνιστάται να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες τουλάχιστον μετά τη θεραπεία. Πριν από τη θεραπεία, πρέπει να αναζητείται συμβουλή για τη διατήρηση του σπέρματος εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας ως συνέπεια της θεραπείας με vinorelbine.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NAVELBINE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NAVELBINE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NAVELBINE
expand_more
Δοσολογία
Σε ενήλικες ασθενείς
-
Μονοθεραπεία Η συνιστώμενη δόση είναι: Οι πρώτες τρεις δόσεις 60 mg/m² επιφάνειας σώματος, χορηγούμενες μία φορά την εβδομάδα.
-
Επόμενες δόσεις Μετά τη χορήγηση της τρίτης δόσης, συνιστάται η αύξηση της δόσης σε 80 mg/m² μία φορά εβδομαδιαίως, εκτός των ασθενών εκείνων των οποίων ο αριθμός ουδετερόφιλων κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων δόσεων με 60 mg/m² μειώθηκε μία φορά κάτω από 500/mm³ ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm³.
Πίνακας Τροποποίησης Δόσης (βάσει ουδετερόφιλων μετά τις 3 πρώτες χορηγήσεις 60 mg/m²/εβδομάδα):
| Αριθμός ουδετερόφιλων κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων χορηγήσεων 60 mg/m²/εβδομάδα | |
|---|---|
| Ουδετερόφιλα >1000 | |
| Ουδετερόφιλα 500 και < 1000 (1 επεισόδιο) | |
| Ουδετερόφιλα 500 και < 1000 (2 επεισόδια) | |
| Ουδετερόφιλα <500 |
Συνιστώμενη δόση ξεκινώντας με την 4η χορήγηση: | Βάσει Αριθμού Ουδετερόφιλων | 80 mg/m² | 80 mg/m² | 60 mg/m² | 60 mg/m² |
- Τροποποίηση δόσης (μετά την 4η χορήγηση 80 mg/m²/εβδομάδα): Για οποιαδήποτε προγραμματισμένη δόση που χορηγείται με 80 mg/m², εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων μειωθεί κάτω από 500/mm³ ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm³, η χορήγηση πρέπει να καθυστερήσει έως την επαναφορά και η δόση να μειωθεί από 80 σε 60 mg/m² εβδομαδιαίως κατά τις 3 ακόλουθες χορηγήσεις.
Πίνακας Τροποποίησης Δόσης (βάσει ουδετερόφιλων μετά την 4η χορήγηση 80 mg/m²/εβδομάδα):
| Αριθμός ουδετερόφιλων μετά την 4η χορήγηση 80 mg/m²/εβδομάδα | |
|---|---|
| Ουδετερόφιλα >1000 | |
| Ουδετερόφιλα 500 και < 1000 (1 επεισόδιο) | |
| Ουδετερόφιλα 500 και < 1000 (2 επεισόδια) | |
| Ουδετερόφιλα <500 |
Συνιστώμενη δόση ξεκινώντας για την επόμενη χορήγηση: | Βάσει Αριθμού Ουδετερόφιλων | 80 mg/m² | 60 mg/m² | 60 mg/m² |
Είναι πιθανό να ξαναγίνει κλιμάκωση της δόσης από τα 60 στα 80 mg/m² εβδομαδιαίως, εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων δε μειωθεί κάτω από 500/mm³ ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm³ κατά τη διάρκεια 3 χορηγήσεων με 60 mg/m² σύμφωνα με τον τρόπο που προηγούμενα καθορίστηκε για τις 3 πρώτες δόσεις.
-
Αγωγή συνδυασμού Για την αγωγή συνδυασμού, η δόση και το σχήμα θα προσαρμόζονται στο θεραπευτικό πρωτόκολλο.
-
Αναλογία Δόσεων Η από του στόματος δόση των 80 mg/m² αντιστοιχεί σε 30 mg/m² της ενδοφλέβιας μορφής και των 60 mg/m² σε 25 mg/m².
-
Μέγιστη Δόση Ακόμη και σε ασθενείς με Δείκτη Επιφάνειας Σώματος ≥ 2 m², η συνολική δόση δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνά τα 120 mg εβδομαδιαίως στα 60 mg/m² και τα 160 mg εβδομαδιαίως στα 80 mg/m².
Χορήγηση Το Navelbine πρέπει να χορηγείται αυστηρά από του στόματος. Το Navelbine πρέπει να καταπίνεται με νερό χωρίς να μασιέται ή να λείχεται το καψάκιο. Συνιστάται να λαμβάνεται το καψάκιο με λίγο φαγητό.
Χορήγηση σε ηλικιωμένους Η κλινική εμπειρία δεν έχει αναδείξει σημαντικές διαφορές μεταξύ ηλικιωμένων ασθενών όσον αφορά στον βαθμό ανταπόκρισης, δε θα μπορούσε όμως να αποκλειστεί μία μεγαλύτερη ευαισθησία σε ορισμένους από αυτούς τους ασθενείς. Η ηλικία δεν τροποποιεί τη φαρμακοκινητική της vinorelbine (βλ. Δοσολογία).
Χορήγηση σε παιδιά Δεν έχει καθορισθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά επομένως, η χορήγηση δε συνιστάται (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
- Ήπια ηπατική διαταραχή: (χολερυθρίνη < 1,5 x UNL και ALT και/ή AST μεταξύ 1,5 και 2,5 x UNL) Συνήθης δόση 60 mg/m²/εβδομάδα.
- Μέτρια ηπατική διαταραχή: (χολερυθρίνη μεταξύ 1,5 και 3 x UNL ανεξαρτήτως των ALT και AST) Δόση 50 mg/m²/εβδομάδα.
- Σοβαρή ηπατική διαταραχή: Η χορήγηση δε συνιστάται, καθώς τα δεδομένα δεν επαρκούν (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις).
Χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Δεδομένης της ελάχιστης νεφρικής απέκκρισης, δεν υπάρχει φαρμακοκινητική αιτιολόγηση για μείωση της δόσης του Navelbine σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
Αντενδείξεις
SPC-NAVELBINE
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Γνωστή υπερευαισθησία στη vinorelbine ή σε άλλα αλκαλοειδή της vinca ή σε κάποιο από τα συστατικά.
- Νόσος που επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση.
- Ιστορικό σημαντικής χειρουργικής εκτομής του στομάχου ή του λεπτού εντέρου.
- Αριθμός oυδετερόφιλων < 1500/mm³ ή σοβαρή τρέχουσα ή πρόσφατη λοίμωξη (μέσα σε 2 εβδομάδες)
- Αριθμός αιμοπεταλίων < 100000/mm³
- Γαλουχία (βλ. Δοσολογία)
- Ασθενείς που χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία με οξυγόνο
- Σε συνδυασμό με εμβόλιο κίτρινου πυρετού (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NAVELBINE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις
- Το ΝAVELBINE πρέπει να συνταγογραφείται από ιατρό έμπειρο στη χρήση χημειοθεραπευτικών με μέσα παρακολούθησης των κυτταροτοξικών φαρμάκων.
- Εάν ο ασθενής μασήσει ή πιπιλίσει κατά λάθος το καψάκιο, το υγρό είναι ερεθιστικό.
Προχωρήστε στην έκπλυση του στόματος με νερό ή κατά προτίμηση με διάλυμα φυσιολογικού ορού.
Στην περίπτωση που το καψάκιο κοπεί ή καταστραφεί, το υγρό περιεχόμενό του είναι ερεθιστικό και μπορεί να προκαλέσει βλάβη εάν έρθει σε επαφή με το δέρμα, τους βλενογόννους ή τους οφθαλμούς. Τα κατεστραμμένα καψάκια δεν πρέπει να καταπίνονται και πρέπει να επιστρέφονται στο φαρμακείο ή στον ιατρό, ώστε να καταστραφούν καταλλήλως. Εάν κάποια επαφή συμβεί, πρέπει να γίνει αμέσως πολύ καλή έκπλυση με νερό ή διάλυμα φυσιολογικού ορού κατά προτίμηση.
Σε περίπτωση εμέτου εντός ολίγων ωρών μετά τη λήψη του φαρμάκου, ποτέ δεν επαναλαμβάνεται η χορήγηση αυτής της δόσης. Υποστηρικτική αγωγή όπως 5ΗΤ ανταγωνιστές (π.χ. ονδανσετρόνη, γρανισετρόνη) μπορεί να μειώσει την εμφάνισή του (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Το Navelbine μαλακό καψάκιο σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ναυτίας/εμέτου από την ενδοφλέβια μορφή. Συνιστάται βασική προφύλαξη με αντιεμετικά.
Λόγω του περιεχομένου σε σορβιτόλη, ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν τα καψάκια.
Το φάρμακο αυτό περιέχει μικρές ποσότητες αιθανόλης (οινόπνευμα), λιγότερο από 100 mg ανά δόση.
Η θεραπευτική αγωγή πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από προσεκτικό αιματολογικό έλεγχο (προσδιορισμός των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και του αριθμού λευκοκυττάρων, ουδετερόφιλων και αιμοπεταλίων την ημέρα κάθε νέας χορήγησης).
Η δοσολογία πρέπει να προσδιορίζεται από την αιματολογική κατάσταση.
- Εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 1500/mm³ και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι κάτω από 100000/mm³, τότε η θεραπεία θα καθυστερεί έως την ανάνηψη.
- Για την κλιμάκωση της δόσης από 60 σε 80 mg/m² εβδομαδιαίως, μετά την τρίτη χορήγηση, βλ. Δοσολογία.
- Για τις χορηγήσεις των 80 mg/m², εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500/mm³ ή περισσότερες από μία φορές μεταξύ 500 και 1000/mm³, δε θα καθυστερεί μόνο η χορήγηση αλλά επίσης η δόση θα μειώνεται σε 60 mg/m² εβδομαδιαίως. Είναι πιθανή η επανακλιμάκωση της δόσης από 60 σε 80 mg/m² εβδομαδιαίως, βλ. Δοσολογία.
Κατά τις κλινικές μελέτες που η θεραπεία ξεκίνησε με 80 mg/m², λίγοι ασθενείς ανέπτυξαν έντονες ουδετεροπενικές επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένων αυτών με κακή φυσική κατάσταση. Συνεπώς, συνιστάται η δόση έναρξης να είναι 60 mg/m² αυξανόμενη σε 80 mg/m² εάν η δόση γίνει ανεκτή όπως αυτό περιγράφηκε στην παράγραφο 4.2.
Εάν οι ασθενείς παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα που να υποδηλώνουν λοίμωξη, επιβάλλεται άμεση διερεύνηση.
Ειδικές προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να λαμβάνεται όταν συνταγογραφείται σε ασθενείς
- με ιστορικό ισχαιμικής καρδιακής νόσου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
- με κακή φυσική κατάσταση
Το Navelbine δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ακτινοθεραπεία, εάν το πεδίο της θεραπείας περιλαμβάνει το ήπαρ.
Το φάρμακο αυτό αντενδείκνυται ειδικά με εμβόλιο κίτρινου πυρετού και δε συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση του με άλλα εμβόλια που περιέχουν ζώντες εξασθενημένους ιούς. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Navelbine συνδυάζεται με ισχυρούς αναστολείς ή επαγωγείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις) και δε συνιστάται ο συνδυασμός του με φαινυτοΐνη (όπως για όλα τα κυτταροτοξικά) και με ιτρακοναζόλη (όπως για όλα τα αλκαλοειδή της vinca).
Το χορηγούμενο από του στόματος Navelbine έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική διαταραχή στις ακόλουθες δοσολογίες:
- 60 mg/m² σε ασθενείς με ήπια ηπατική διαταραχή (χολερυθρίνη < 1,5 x UNL και ALT και/ή AST από 1,5 έως 2,5 x UNL).
- 50 mg/m² σε ασθενείς με μέτρια ηπατική διαταραχή (χολερυθρίνη μεταξύ 1,5 και 3 x UNL ανεξαρτήτως του επιπέδου ALT και AST).
Η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική της vinorelbine δε μετεβλήθησαν σε αυτούς τους ασθενείς στις δοσολογίες που δοκιμάστηκαν. Το από του στόματος χορηγούμενο Navelbine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική διαταραχή επομένως, δε συνιστάται η χρήση σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία, Φαρμακοκινητικές).
Λόγω του χαμηλού επιπέδου νεφρικής απέκκρισης, δεν υφίσταται φαρμακοκινητικά αιτιολογία για μείωση της δόσης του Navelbine σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία, Φαρμακοκινητικές).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NAVELBINE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις κοινές για όλα τα κυτταροτοξικά:
- Αντιπηκτική θεραπεία: Αύξηση της συχνότητας παρακολούθησης του INR.
- Ταυτόχρονη χρήση που αντενδείκνυται:
- Εμβόλιο κίτρινου πυρετού: Κίνδυνος θανατηφόρου γενικευμένης νόσου εμβολίου.
- Ταυτόχρονη χρήση που δε συνιστάται:
- Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς: Κίνδυνος γενικευμένης νόσου εμβολίου, πιθανώς θανατηφόρου.
- Φαινυτοΐνη: Κίνδυνος επιδείνωσης σπασμών ή απώλεια αποτελεσματικότητας.
- Ταυτόχρονη χρήση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:
- Κυκλοσπορίνη, tacrolimus: Υπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλασίας.
Αλληλεπιδράσεις ειδικά για τα αλκαλοειδή της vinca:
- Ταυτόχρονη χρήση που δε συνιστάται:
- Ιτρακοναζόλη: Αυξημένη νευροτοξικότητα.
- Ταυτόχρονη χρήση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:
- Mitomycin C: Αυξημένος κίνδυνος βρογχόσπασμου και δύσπνοιας.
- Ισχυροί τροποποιητές της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης: Απαιτείται προσοχή.
Αλληλεπιδράσεις ειδικά για τη vinorelbine:
- Συνδυασμός με άλλα φάρμακα με τοξικότητα μυελού των οστών: Πιθανή παρόξυνση μυελοκατασταλτικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
- Σισπλατίνη: Μεγαλύτερη συχνότητα κοκκιοκυτταροπενίας.
- Αναστολείς/Επαγωγείς CYP 3Α4:
- Ισχυροί αναστολείς (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη): Πιθανή αύξηση συγκεντρώσεων vinorelbine.
- Ισχυροί επαγωγείς (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη): Πιθανή μείωση συγκεντρώσεων vinorelbine.
- Αντιεμετικά (5-ΗΤ3 ανταγωνιστές): Δεν τροποποιούν τη φαρμακοκινητική.
- Lapatinib: Αυξημένη εμφάνιση ουδετεροπενίας βαθμού 3/4 (απαιτείται προσοχή).
- Τροφή: Δεν τροποποιεί τη φαρμακοκινητική.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NAVELBINE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται κατά σύστημα οργάνου και συχνότητα.
Συχνότητες:
- Πολύ συχνές: ≥1/10
- Συχνές: ≥1/100, <1/10
- Όχι συχνές: ≥1/1.000, <1/100
- Σπάνιες: ≥1/10.000, <1/1.000
- Πολύ σπάνιες: <1/10.000
- Μη γνωστές: Μετεγκριτικές αναφορές
Προεγκριτική Εμπειρία: Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν καταστολή του μυελού των οστών (ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία), γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετος, διάρροια, στοματίτιδα, δυσκοιλιότητα) και κόπωση, πυρετό.
Μετεγκριτική Εμπειρία (Navelbine μαλακό καψάκιο):
- Λοιμώξεις και παρασιτώσεις:
- Πολύ συχνές: Λοιμώξεις (βακτηριακές, ιογενείς, μυκητιασικές) χωρίς ουδετεροπενία (12,7%).
- Συχνές: Ουδετεροπενικές λοιμώξεις (3,5%).
- Μη γνωστές: Ουδετεροπενική σηψαιμία, σηψαιμία (μερικές φορές θανατηφόρος).
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:
- Πολύ συχνές: Ουδετεροπενία (71,5%, G3: 21,8%, G4: 25,9%), λευκοπενία (70,6%, G3: 24,7%, G4: 6%), αναιμία (67,4%, G3-4: 3,8%), θρομβοπενία (10,8%).
- Συχνές: Πυρετική ουδετεροπενία (2,8%).
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
- Μη γνωστές: Σοβαρή υπονατριαιμία.
- Ψυχιατρικές διαταραχές:
- Συχνές: Αϋπνία (2,8%).
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
- Πολύ συχνές: Νευροαισθητικές διαταραχές (11,1%, κυρίως απώλεια αντανακλαστικών τενόντων).
- Συχνές: Νευροκινητικές διαταραχές (9,2%), κεφαλαλγία (4,1%), ζάλη (6%), διαταραχές γεύσης (3,8%).
- Όχι συχνές: Αταξία (0,3%).
- Οφθαλμικές διαταραχές:
- Συχνές: Οπτικές διαταραχές (1,3%).
- Καρδιακές διαταραχές:
- Όχι συχνές: Καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή δυσρυθμία.
- Μη γνωστές: Έμφραγμα μυοκαρδίου (σε ασθενείς με ιστορικό καρδιοπάθειας).
- Αγγειακές διαταραχές:
- Συχνές: Υπέρταση (2,5%), υπόταση (2,2%).
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου:
- Συχνές: Δύσπνοια (2,8%), βήχας (2,8%).
- Διαταραχές του γαστρεντερικού:
- Πολύ συχνές: Ναυτία (74,7%), έμετος (54,7%), διάρροια (49,7%), ανορεξία (38,6%), στοματίτιδα (10,4%), κοιλιακό άλγος (14,2%), δυσκοιλιότητα (19%), στομαχικές διαταραχές (11,7%).
- Συχνές: Οισοφαγίτιδα (3,8%), δυσφαγία (2,3%).
- Όχι συχνές: Παραλυτικός ειλεός (0,9%).
- Μη γνωστές: Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα.
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
- Συχνές: Ηπατικές διαταραχές (1,3%).
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
- Πολύ συχνές: Αλωπεκία (29,4%).
- Συχνές: Δερματικές αντιδράσεις (5,7%).
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:
- Συχνές: Αρθραλγία (7%), μυαλγία (7%).
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
- Συχνές: Δυσουρία (1,6%), άλλες διαταραχές ουροποιογεννητικού (1,9%).
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:
- Πολύ συχνές: Κόπωση/κακουχία (36,7%), πυρετός (13,0%).
- Συχνές: Άλγος (3,8%), ρίγη (3,8%).
- Έρευνες:
- Πολύ συχνές: Απώλεια σωματικού βάρους (25%).
- Συχνές: Αύξηση σωματικού βάρους (1,3%).
Ανεπιθύμητες ενέργειες με το Navelbine, συμπύκνωμα προς έγχυση (μη αναφερθείσες με μαλακό καψάκιο):
- Λοιμώξεις: Όχι συχνές: Σηψαιμία (πολύ σπάνια θανατηφόρος).
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού: Μη γνωστές: Αναφυλαξία, αναφυλακτική καταπληξία.
- Διαταραχές του ενδοκρινικού: Μη γνωστές: Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH).
- Αγγειακές διαταραχές: Όχι συχνές: Έξαψη, περιφερική ψυχρότητα. Σπάνιες: Σοβαρή υπόταση, κατέρρειψη.
- Διαταραχές αναπνευστικού: Όχι συχνές: Βρογχόσπασμος. Σπάνιες: Διάμεση πνευμονοπάθεια (ιδίως σε συνδυασμό με mitomycin).
- Διαταραχές γαστρεντερικού: Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NAVELBINE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Είναι ανεπαρκή τα δεδομένα που διατίθενται για τη χρήση vinorelbine στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα και τερατογένεση (βλέπε παράγραφο 5.3).
Βάσει των αποτελεσμάτων μελετών σε ζώα και της φαρμακολογικής δράσης του φαρμακευτικού προϊόντος, υπάρχει ενδεχομένως κίνδυνος για διαταραχές στο έμβρυο.
Επομένως, το Navelbine δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν το ατομικό αναμενόμενο όφελος υπερτερεί σαφώς των ενδεχόμενων κινδύνων. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τους κινδύνους που διατρέχει το αγέννητο παιδί και να παρακολουθείται προσεκτικά. Θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα γενετικής συμβουλευτικής.
Γυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγής
Γυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγής πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η vinorelbine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απέκκριση της vinorelbine στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε μελέτες σε ζώα. Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί επομένως, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν την έναρξη της θεραπείας με Navelbine (βλ. παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Σε άνδρες που ακολουθούν θεραπεία με Navelbine, συνιστάται να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες τουλάχιστον μετά τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.3). Πριν από τη θεραπεία, πρέπει να αναζητείται συμβουλή για τη διατήρηση του σπέρματος εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας ως συνέπεια της θεραπείας με vinorelbine.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NAVELBINE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αλκαλοειδή της vinca και ανάλογα (Κωδικός ATC: L01C A04)
Το Navelbine είναι αντινεοπλασματικό φάρμακο που ανήκει στην οικογένεια των αλκαλοειδών της vinca. Δρα στη δυναμική ισορροπία της τουμπουλίνης μέσα στο σύστημα των μικροσωληνίσκων του κυττάρου, αναστέλλοντας τον πολυμερισμό της τουμπουλίνης και συνδεόμενο κατά προτίμηση στους μιτωτικούς μικροσωληνίσκους. Επηρεάζει τους αξονικούς μικροσωληνίσκους μόνο σε υψηλές συγκεντρώσεις. Η ικανότητα για αναστολή της ελικοποίησης της τουμπουλίνης είναι μικρότερη από αυτή της vincristine.
Το Navelbine παρεμποδίζει τη μίτωση στη φάση G2-M, προκαλώντας τον θάνατο του κυττάρου στη μετάφαση ή κατά τη διάρκεια της επόμενης μίτωσης.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Κλινικά δεδομένα από μελέτες μονού βραχίονα Φάσης ΙΙ, όπου χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια vinorelbine σε παιδιατρικούς ασθενείς με υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους, δεν έδειξαν σημαντική κλινική δραστικότητα. Το προφίλ τοξικότητας ήταν παρόμοιο με αυτό που αναφέρθηκε σε ενήλικες ασθενείς.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NAVELBINE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της vinorelbine αξιολογήθηκαν στο αίμα.
-
Απορρόφηση:
- Ταχεία απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση.
- Tmax: 1,5-3 ώρες.
- Cmax: ~130 ng/ml (μετά από 80 mg/m²).
- Απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα: ~40%.
- Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν μεταβάλλει την έκθεση.
- Οι από του στόματος δόσεις 60 και 80 mg/m² αντιστοιχούν σε συγκρίσιμα επίπεδα αίματος με τις ενδοφλέβιες δόσεις 25 και 30 mg/m² αντίστοιχα.
- Τα επίπεδα στο αίμα αυξάνονται αναλογικά με τη δόση έως τα 100 mg/m².
- Ενδοατομική ποικιλότητα παρόμοια μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση.
-
Κατανομή:
- Μεγάλος όγκος κατανομής (μέσος όρος 21,2 l/kg), υποδεικνύοντας εκτενή κατανομή στους ιστούς.
- Σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος: Ασθενής (13,5%).
- Ισχυρή σύνδεση με έμμορφα συστατικά, ιδιαίτερα αιμοπετάλια (78%).
- Σημαντική πρόσληψη στους πνεύμονες (έως 300 φορές μεγαλύτερη από τον ορό).
- Δεν έχει εντοπισθεί στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
-
Βιομετατροπή:
- Μεταβολισμός μέσω CYP 3Α4 ισομορφή.
- Η 4-O-deacetylvinorelbine είναι ο μόνος ενεργός και κύριος μεταβολίτης στο αίμα.
- Δεν βρέθηκαν θειϊκά ή γλυκουρονικά σύμπολοκα.
-
Απομάκρυνση:
- Μέσος τερματικός χρόνος ημιζωής: ~40 ώρες.
- Κάθαρση αίματος: Υψηλή (~0,72 l/h/kg), προσεγγίζει την ηπατική ροή αίματος.
- Νεφρική αποβολή: Χαμηλή (<5% της δόσης).
- Κύρια οδός αποβολής μέσω χοληφόρων (αναλλοίωτη vinorelbine και μεταβολίτες).
-
Ειδικές ομάδες ασθενών:
- Νεφρική ανεπάρκεια: Δεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις. Μείωση δόσης δεν ενδείκνυται λόγω χαμηλής νεφρικής αποβολής.
- Ηπατική ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δεν τροποποιήθηκαν σε ήπια και μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν δεδομένα για σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η φαρμακοκινητική δεν επηρεάστηκε από την ηλικία (≥ 70 ετών). Απαιτείται προσοχή στην αύξηση δόσης.
-
Συσχέτιση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής:
- Ισχυρή συσχέτιση μεταξύ έκθεσης στο αίμα και έλλειψης λευκοκυττάρων ή πολυμορφοπύρηνων.
ΕΟΦ · 8.4
Aλκαλοειδή της Vinca
expand_more
Aλκαλοειδή της Vinca
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 25.4 έως 40.1 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.97 - 1.26 L/hr/kg
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βινορελβίνη είναι ένα ημισυνθετικό αλκαλοειδές της βίνκα με ευρύ φάσμα αντικαρκινικής δράσης. Τα αλκαλοειδή της βίνκα θεωρούνται κυτταροτοξικά για την μιτωτική ατράκτιο. Δρουν παρεμβαίνοντας στην πολυμερισμοποίηση της τουμπουλίνης, μιας πρωτεΐνης υπεύθυνης για τη δόμηση του συστήματος των μικροσωληναρίων που εμφανίζεται κατά τη κυτταρική διαίρεση στα πολλαπλασιαζόμενα καρκινικά κύτταρα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα αλκαλοειδή της βίνκα είναι δομικά παρόμοιες ενώσεις που αποτελούνται από δύο πολυδακτυλικές μονάδες, την δεσμεθίνης και την καθαρανθίνης. Ο διτρυγικός δινορελβίνης είναι ένα αλκαλοειδές της βίνκα στο οποίο το συστατικό της καθαρανθίνης αποτελεί το στόχο της δομικής τροποποίησης. Αυτή η δομική τροποποίηση συμβάλλει σε μοναδικές φαρμακολογικές ιδιότητες. Η αντικαρκινική δράση του διτρυγικού δινορελβίνης πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της μίτωσης στη μεταφάση μέσω της αλληλεπίδρασής της με την τουμπουλίνη. Η βινορελβίνη είναι μια κυτταροτοξίνη για την μιτωτική άτρακτο που παρεμβαίνει στην τμηματική διαίρεση κατά τη μίτωση, γνωστή και ως κυτταρική διαίρεση. Παύει τα κύτταρα στις φάσεις G2/M, όταν υπάρχει σε συγκεντρώσεις κοντά στη μισή μέγιστη ανασταλτική συγκέντρωση (IC50). Τα μικροσωληνάρια, τα οποία προέρχονται από πολυμερή τουμπουλίνης, αποτελούν τον κύριο στόχο της βινορελβίνης. Η χημική τροποποίηση που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βινορελβίνης επιτρέπει το άνοιγμα του οκταμελούς δακτυλίου της καθαρανθίνης με τον σχηματισμό τόσο ομοιοπολικού όσο και αναστρέψιμου δεσμού με την τουμπουλίνη. Η σχετική συμβολή διαφόρων πρωτεϊνών που σχετίζονται με τα μικροσωληνάρια στην παραγωγή τουμπουλίνης διαφέρει μεταξύ του νευρικού ιστού και των πολλαπλασιαζόμενων κυττάρων και αυτό έχει σημαντικές λειτουργικές επιπτώσεις. Η ικανότητα της βινορελβίνης να δεσμεύεται ειδικά στα μιτωτικά και όχι σε άλλα μικροσωληνάρια έχει αποδειχθεί και μπορεί να υποδηλώνει ότι η νευροτοξικότητα είναι λιγότερο πιθανό να αποτελέσει πρόβλημα σε σύγκριση με τον μοριακό μηχανισμό δράσης. Όπως και με άλλους αντι-μικροσωληνιακούς παράγοντες, η βινορελβίνη είναι γνωστό ότι συμβάλλει στην απόπτωση στα κακοήθη κύτταρα. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους συμβαίνει αυτή η διαδικασία είναι πολύπλοκοι και πολλές λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί. Η αταξία της δομής των μικροσωληναρίων έχει μια σειρά από επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της επαγωγής του γονιδίου καταστολέα όγκων p53 και της ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ενός αριθμού κινασών πρωτεϊνών που εμπλέκονται σε βασικές οδούς σηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των p21 WAF1/CIP1 και Ras/Raf, PKC/PKA. Αυτές οι μοριακές αλλαγές οδηγούν σε φωσφορυλίωση και κατά συνέπεια απενεργοποίηση του αναστολέα απόπτωσης Bcl2. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε μείωση του σχηματισμού ετεροδιμερών μεταξύ Bcl2 και του προ-αποπτωτικού γονιδίου BAX, διεγείροντας την ακολουθία απόπτωσης των κυττάρων. Ο διτρυγικός δινορελβίνης ενδέχεται επίσης να παρεμβαίνει στον μεταβολισμό αμινοξέων, κυκλικού AMP και γλουταθειόνης, στην δραστηριότητα της καλμοδουλίνης-εξαρτώμενης ATPase μεταφοράς Ca++, στην κυτταρική αναπνοή και στη βιοσύνθεση νουκλεϊκών οξέων και λιπιδίων.
Η βινορελβίνη είναι ένας αντιμικροσωληνιακός αντινεοπλαστικός παράγοντας. Τα μικροσωληνάρια είναι οργανίδια που υπάρχουν σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας με τα συστατικά τους, τα διμερή της τουμπουλίνης. Αποτελούν ουσιαστικό μέρος της μιτωτικής ατράκτου, συμμετέχουν στην ενδοκυτταρική μεταφορά και συμβάλλουν στο σχήμα, την ακαμψία και την κινητικότητα του κυττάρου. Η βινορελβίνη και άλλα αλκαλοειδή της βίνκα ασκούν τις κυτταροτοξικές τους επιδράσεις δεσμευόμενα στην τουμπουλίνη, την πρωτεΐνη υπομονάδα των μιτωτικών μικροσωληναρίων. Ο σχηματισμός συμπλοκών βινορελβίνης-τουμπουλίνης εμποδίζει την πολυμερισμοποίηση των υπομονάδων της τουμπουλίνης σε μικροσωληνάρια και προκαλεί αποπολυμερισμό των μικροσωληναρίων, οδηγώντας σε αναστολή της συναρμολόγησης των μικροσωληναρίων και διακοπή της κυτταρικής μεταφάσης.
Εκτός από τις αντινεοπλαστικές επιδράσεις της αντιμικροσωληνιακής δράσης, τα αλκαλοειδή της βίνκα παρεμβαίνουν στην μεσωλαβούμενη από μικροσωληνάρια κίνηση νευροδιαβιβαστικών ουσιών κατά μήκος των νευρωνικών αξόνων, οδηγώντας σε δοσοεξαρτώμενη νευροτοξικότητα.
Όπως και άλλα αλκαλοειδή της βίνκα, η βινορελβίνη αναφέρεται ότι παρεμβαίνει επίσης στον μεταβολισμό αμινοξέων, κυκλικού AMP και γλουταθειόνης· στην καλμοδουλίνη-εξαρτώμενη δραστηριότητα μεταφοράς Ca2+· στην κυτταρική αναπνοή· και στη βιοσύνθεση νουκλεϊκών οξέων και λιπιδίων.
Η βινοφλουνίνη εμποδίζει τη μίτωση στη μετάβαση μεταφάσης/αναφάσης, οδηγώντας σε απόπτωση. Ο μηχανισμός του μιτωτικού μπλοκαρίσματος δεν είναι γνωστός. Με βάση αποτελέσματα με καθαρισμένα μικροσωληνάρια και σε ζωντανά κύτταρα φάσης G1, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι περιλαμβάνει την καταστολή της δυναμικής των μικροσωληναρίων της ατράκτου. Οι επιδράσεις των τριών αλκαλοειδών της βίνκα στη δυναμική των κεντρομεριδίων και των μικροσωληναρίων της ατράκτου/κινητοχώρου μετρήθηκαν με μια νέα προσέγγιση που περιλαμβάνει ποσοτική μικροσκοπία συνεχούς λήψης με κάμερα σε ζωντανά μιτωτικά ανθρώπινα κύτταρα U2OS. Η πρωτεΐνη B που δεσμεύεται στο κεντρομερίδιο, σημασμένη με πράσινη φθορίζουσα πρωτεΐνη, χρησιμοποιήθηκε για τη σήμανση των κεντρομεριδίων και των άκρων των μικροσωληναρίων του κινητοχώρου. Στους μάρτυρες, τα ζεύγη των κεντρομεριδίων στα αδελφά χρωματίδια εναλλάσσονταν υπό τάση μεταξύ αυξανόμενης και μειούμενης απόστασης (τεντώνοντας και χαλαρώνοντας). Και τα τρία αλκαλοειδή της βίνκα κατέστειλαν παρόμοια τη δυναμική των κεντρομεριδίων σε συγκεντρώσεις που μπλοκάρουν τη μίτωση. Σε συγκεντρώσεις που προσεγγίζουν τις IC(50) για συσσώρευση μίτωσης (18.8 nM βινοφλουνίνη, 7.3 nM βινορελβίνη και 6.1 nM βινοβλαστίνη), η δυναμική των κεντρομεριδίων μειώθηκε κατά 44%, 25% και 26%, αντίστοιχα, και ο χρόνος που τα κεντρομερίδια πέρασαν σε παγωμένη κατάσταση αυξήθηκε κατά 63%, 52% και 36%, αντίστοιχα. Οι ρυθμοί χαλάρωσης των κεντρομεριδίων, οι διάρκειες τεντώματος και οι συχνότητες μετάβασης μειώθηκαν. Έτσι, και τα τρία φάρμακα μείωσαν την κανονική εξαρτώμενη από τα μικροσωληνάρια τάση της ατράκτου στα κεντρομερίδια/κινητόχωρα, εμποδίζοντας έτσι το σήμα για τη διέλευση του μιτωτικού σημείου ελέγχου. Η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της καταστολής της δυναμικής των μικροσωληναρίων του κινητοχώρου και του μιτωτικού μπλοκαρίσματος υποδηλώνει ότι ο κύριος μηχανισμός με τον οποίο τα αλκαλοειδή της βίνκα μπλοκάρουν τη μίτωση είναι η καταστολή της δυναμικής των μικροσωληναρίων της ατράκτου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βινορελβίνη απορροφάται ταχέως με μέγιστη συγκέντρωση ορού που επιτυγχάνεται εντός 2 ωρών. Η βινορελβίνη δεσμεύεται έντονα στα αιμοπετάλια και τα λεμφοκύτταρα και επίσης δεσμεύεται στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, την αλβουμίνη και τις λιποπρωτεΐνες.
Η βινορελβίνη υφίσταται σημαντική ηπατική απέκκριση σε ανθρώπους, με μεγάλες ποσότητες που ανακτώνται στα κόπρανα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ανθρώπους. Η νεφρική απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου αντιστοιχεί σε λιγότερο από 20% μιας ενδοφλέβιας δόσης, με την απέκκριση μέσω κοπράνων να αντιστοιχεί σε επιπλέον 30% έως 60%. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ραδιοσημασμένης βινορελβίνης, περίπου 18% και 46% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα.
Ο όγκος κατανομής είναι μεγάλος, υποδεικνύοντας εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Οι τιμές όγκου κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται από 25.4 έως 40.1 L/kg, σύμφωνα με μια μελέτη. Ευρέως κατανεμημένη, με τις υψηλότερες ποσότητες να βρίσκονται στα όργανα απέκκρισης όπως το ήπαρ και τα νεφρά, ελάχιστη στην καρδιά και τον εγκέφαλο.
Η κάθαρση πλάσματος της βινορελβίνης είναι υψηλή, προσεγγίζοντας την ίδια ροή ηπατικού αίματος σε ανθρώπους, και ο όγκος κατανομής της είναι μεγάλος, υποδεικνύοντας εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Σε σύγκριση με τη βινοβλαστίνη ή τη βινοκριστίνη. Η κάθαρση βρέθηκε να κυμαίνεται από 0.29-1./26 L/ ανά kg σε 4 κλινικές δοκιμές ασθενών που έλαβαν 30 mg/m² βινορελβίνης.
Η αρχική ταχεία μείωση της συγκέντρωσης βινορελβίνης στο πλάσμα μετά από IV χορήγηση αντιπροσωπεύει την κατανομή του φαρμάκου σε περιφερικά διαμερίσματα. Μετά τη χορήγηση βινορελβίνης 30 mg/m² IV για 15-20 λεπτά, έχει αναφερθεί όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση 25.4-40.1 L/kg.
Η βινορελβίνη επιδεικνύει υψηλή δέσμευση σε ανθρώπινα αιμοπετάλια και λεμφοκύτταρα. Η δέσμευση του φαρμάκου με τα συστατικά του πλάσματος σε ασθενείς με καρκίνο κυμαίνεται από 79.6-91.2%, και παρατηρήθηκε ελεύθερο κλάσμα περίπου 0.11 σε συγκεντρωμένο ανθρώπινο πλάσμα σε εύρος συγκεντρώσεων 234-1169 ng/mL. Η παρουσία σισπλατίνης, φθοριοουρακίλης ή δοξορουβικίνης δεν επηρεάζει τη δέσμευση της βινορελβίνης.
Μετά από IV χορήγηση ραδιοσημασμένης βινορελβίνης, περίπου 46% της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και 18% στα ούρα. Σε άλλη μελέτη, περίπου 11% μιας χορηγηθείσας IV δόσης βινορελβίνης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα.
Οι επιδράσεις των τροφίμων στις φαρμακοκινητικές και στο προφίλ ασφάλειας μιας φόρμουλας μαλακών καψουλών βινορελβίνης (Navelbine Oral) αξιολογήθηκαν σε τρεφόμενους και νήστευοντες ασθενείς με συμπαγείς όγκους ή λεμφώματα. Μια ομάδα 18 ασθενών (12 προγραμματισμένοι) εντάχθηκαν σε μια πολυκεντρική φάση Ι φαρμακοκινητικής μελέτης ακολουθώντας ένα σχέδιο διασταυρούμενης μελέτης με περίοδο αποτοξίνωσης 1 εβδομάδας. Οι ασθενείς έλαβαν την πρώτη δόση 80 mg/m² από του στόματος βινορελβίνης είτε μετά από νηστεία είτε μετά την κατανάλωση ενός τυπικού ηπειρωτικού πρωινού. Η δεύτερη δόση 80 mg/m² χορηγήθηκε 1 εβδομάδα αργότερα στην εναλλακτική κατάσταση σίτισης με την πρώτη δόση. Από τους 18 ασθενείς, οι 13 ήταν επιλέξιμοι για φαρμακοκινητική αξιολόγηση. Ο μέσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση (T(max)) ήταν μικρότερος σε νήστευοντες ασθενείς (1.63+/-0.98 ώρες στο αίμα, 1.67+/-0.96 ώρες στο πλάσμα) από ό,τι σε τρεφόμενους ασθενείς (2.48+/-1.40 ώρες στο αίμα, 2.56+/-1.65 ώρες στο πλάσμα), αλλά αυτές οι διαφορές δεν είναι πιθανό να τροποποιήσουν την ασφάλεια ή/και την αποτελεσματικότητα της από του στόματος βινορελβίνης. Οι τιμές C(max) και AUC ήταν παρόμοιες σε τρεφόμενους και νήστευοντες ασθενείς και δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές. Το προφίλ ασφάλειας της από του στόματος βινορελβίνης που παρατηρήθηκε σε αυτόν τον περιορισμένο αριθμό ασθενών φαίνεται να είναι συγκρίσιμο με αυτό που αναφέρεται συνήθως για τη βινορελβίνη, η κύρια τοξικότητα είναι η ουδετεροπενία. Αναφέρθηκε μόνο ένα επεισόδιο πυρετικής ουδετεροπενίας. Οι κύριες μη αιματολογικές τοξικότητες που παρατηρήθηκαν ήταν γαστρεντερικές, που περιλάμβαναν ναυτία, έμετο, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Υποδηλώθηκε μια τάση για χαμηλότερη επίπτωση εμέτου όταν η από του στόματος βινορελβίνη χορηγούνταν μετά από ένα τυπικό πρωινό. Με βάση αυτή τη μελέτη, η χορήγηση από του στόματος βινορελβίνης σε νήστευοντες ασθενείς δεν είναι υποχρεωτική, καθώς η χορήγηση μετά από ένα τυπικό πρωινό δεν οδηγεί σε διαφορές στην έκθεση του σώματος στο φάρμακο. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για τη VINORELBINE (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεΐνης
80-90%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βινορελβίνη υφίσταται σημαντική ηπατική απέκκριση σε ανθρώπους. Δύο μεταβολίτες της βινορελβίνης έχουν αναγνωριστεί σε ανθρώπινο αίμα, πλάσμα και ούρα· οξείδιο της βινορελβίνης-Ν και δεακετυλοβινορελβίνη. Η δεακετυλοβινορελβίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κύριος μεταβολίτης της βινορελβίνης σε ανθρώπους, και έχει αποδειχθεί ότι κατέχει αντικαρκινική δράση παρόμοια με τη βινορελβίνη. Η βινορελβίνη μεταβολίζεται σε δύο άλλους δευτερεύοντες μεταβολίτες, την 20’-υδροξυβινορελβίνη και την 6’-οξείδιο της βινορελβίνης. Θεραπευτικές δόσεις βινορελβίνης (30 mg/m2) παράγουν πολύ μικρά, αν υπάρχουν, ποσοτικά επίπεδα οποιουδήποτε μεταβολίτη στο αίμα ή στα ούρα. Ο μεταβολισμός της βινορελβίνης μεσολαβείται από ηπατικά ισοένζυμα κυτοχρώματος P450 της υποοικογένειας CYP3A. Καθώς το ήπαρ παρέχει την κύρια οδό για τον μεταβολισμό του φαρμάκου, οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη τοξικότητα με την τυπική δοσολογία, ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με αυτό. Ομοίως, η συμβολή της δράσης των ενζύμων κυτοχρώματος P450 στον μεταβολισμό της βινορελβίνης έχει πιθανές επιπτώσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω αυτής της οδού.
Η βινορελβίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Ο μεταβολισμός των αλκαλοειδών της βίνκα (π.χ., βινοβλαστίνη, βινοκριστίνη) μεσολαβείται από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 (CYP) στην υποοικογένεια CYP3A. Δύο μεταβολίτες της βινορελβίνης, η οξείδιο της βινορελβίνης-Ν και η δεακετυλοβινορελβίνη, έχουν αναγνωριστεί σε ανθρώπινο αίμα, πλάσμα και ούρα.
Η δεακετυλοβινορελβίνη, ο κύριος μεταβολίτης της βινορελβίνης σε ανθρώπους, έχει αποδειχθεί ότι κατέχει αντικαρκινική δράση παρόμοια με το μητρικό φάρμακο. Ωστόσο, θεραπευτικές δόσεις βινορελβίνης οδηγούν σε πολύ μικρές, αν υπάρχουν, ποσοτικές συγκεντρώσεις οποιουδήποτε μεταβολίτη στο αίμα ή στα ούρα.
… Λίγα είναι γνωστά για τη βιομεταμόρφωση της βινορελβίνης. Η δεακετυλοβινορελβίνη θεωρείται δευτερεύων μεταβολίτης και βρίσκεται μόνο σε κλάσματα ούρων, αντιπροσωπεύοντας το 0.25% της ενεόμενης δόσης. …
… Η δεακετυλίωση που αποδίδει δεακετυλοναβελβίνη (DNVB) είναι η κύρια μεταβολική οδός για τη βινορελβίνη (ναβελβίνη, NVB). Αυτός ο κυτταροτοξικός μεταβολίτης αντιστοιχεί σε ένα σημαντικό μέρος της συνολικής διάθεσης του φαρμάκου. Μόνο το 58% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα (17%) και τα κόπρανα (41%) ως NVB ή DNVB. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες.
Η βινορελβίνη παρήγαγε έναν κυρίαρχο μεταβολίτη (M1) μετά από επώαση με μικροσωμάτια ήπατος αρουραίου. Αρκετοί κύριοι μεταβολίτες εκτός του M1 αναγνωρίστηκαν με HPLC στη χολή και στα κόπρανα αρουραίου μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Οι δομές των κύριων μεταβολιτών ταυτοποιήθηκαν ως 15,16-εποξυβινορελβίνη (M1), 11’-υδροξυβινορελβίνη (M2), 19’-υδροξυβινορελβίνη (M3a), 15,16-εποξυ-10’-υδροξυβινορελβίνη (M3b) και 10’-υδροξυβινορελβίνη (M4) μέσω σύγκρισης χρόνων κατακράτησης HPLC και εκτενών αναλύσεων φασμάτων NMR δύο διαστάσεων και υβριδικών MS/MS.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής φάσης κυμάνθηκε από 27.7 έως 43.6 ώρες· οι μέσες κάθαρσεις πλάσματος κυμαίνονταν από 0.97 έως 1.26 L/ώρα/kg.
Οι 3 φάσεις μείωσης των συγκεντρώσεων βινορελβίνης στο πλάσμα αντιπροσωπεύουν μια αρχική ταχεία μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα που οφείλεται στην κατανομή του φαρμάκου σε περιφερικά διαμερίσματα, ακολουθούμενη από μεταβολισμό και απέκκριση του φαρμάκου και μια παρατεταμένη τελική φάση λόγω σχετικά αργής εκροής του φαρμάκου από τα περιφερικά διαμερίσματα. Ένας μέσος χρόνος ημίσειας ζωής τερματικής απέκκρισης 27.7-43.6 ώρες και μια μέση κάθαρση πλάσματος 0.97-1.26 L/ώρα ανά kg έχουν αναφερθεί για τη βινορελβίνη.
… Υπάρχει μια παρατεταμένη τελική φάση λόγω της σχετικά αργής εκροής του φαρμάκου από τα περιφερικά διαμερίσματα, η οποία οδηγεί σε μακρύ χρόνο ημίσειας ζωής τελικής φάσης, με μέσες τιμές που κυμαίνονται από 27.7 έως 43.6 ώρες. …
… Σε παιδιά, η βινορελβίνη φαίνεται να εμφανίζει μικρότερο t1/2 (14.7 ώρες) από αυτό που παρατηρείται σε ενήλικες. Επιπλέον, η συστημική κάθαρση είναι εξαιρετικά μεταβλητή [από 12 έως 93.96 L/ώρα/m² (200 έως 1566 mL/min/m²)].
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
Παράγοντες που λαμβάνονται από ανώτερα φυτά και έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντινεοπλασματική δράση.
Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με την ΤΟΥΜΠΟΥΛΙΝΗ για να αναστείλουν ή να προωθήσουν την πολυμερισμοποίηση των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής
Q6C979R91Y
VINORELBINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκαλοειδές Βίνκα
Χημική Δομή [CS] - Αλκαλοειδή Βίνκα
Η βινορελβίνη είναι ένα Αλκαλοειδές Βίνκα.
VINORELBINE
Αλκαλοειδές Βίνκα [EPC]· Αλκαλοειδή Βίνκα [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
Παράγοντες που λαμβάνονται από ανώτερα φυτά και έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντινεοπλασματική δράση.
Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με την ΤΟΥΜΠΟΥΛΙΝΗ για να αναστείλουν ή να προωθήσουν την πολυμερισμοποίηση των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ.