Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 500 / ML | 9.60 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Νοσοκομειακές λοιμώξεις της κατώτερης αναπνευστικής οδού
συμπεριλαμβανομένου της βαριάς πνευμονίας
- J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
συμπεριλαμβανομένου περιτονίτιδας
- K65 Περιτονίτιδα
-
Επιπλεγμένες και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ουροποιητικού
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
συμπεριλαμβανομένων λοιμώξεων εγκαυμάτων-τραυμάτων
- L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα
- I33 Οξεία και υποξεία ενδοκαρδίτιδα
-
Μετεγχειρητικές ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
- T81 Επιπλοκές διαδικασιών, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Βακτηριαιμία
σε: ασθενείς
η οποία σχετίζεται, ή είναι ύποπτη να σχετίζεται με κάποια από τις λοιμώξεις που απαριθμούνται παραπάνω
- A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
AMIKAN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα ή κάθε 12 ώρες
- Δόση έναρξης: 15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά άνω των 12 ετών (σωματικό βάρος άνω των 33 kg)Δόση15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα (ως μία μεμονωμένη ημερήσια δόση ή διαιρεμένη σε 2 ίσες δόσεις π.χ. 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες)Μέγ. δόση1,5 gΣτην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις.
-
Βρέφη, νήπια και παιδιά (4 εβδομάδων έως 12 ετών)Δόση15-20 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα (ως 15-20 mg/kg σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα, ή ως 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες)Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις.
-
ΝεογνάΔόσηΑρχική δόση εφόδου 10 mg/kg σωματικού βάρους ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες
-
Πρόωρα νεογνάΔόση7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΜπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης απ’ ό,τι οι νεότεροι ενήλικες, ώστε να επιτευχθούν θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
Παχύσαρκοι ασθενείςΔόσηΥπολογίζεται χρησιμοποιώντας το εκτιμούμενο ιδανικό βάρος σώματος συν 40% του επιπλέον βάρους (P1 = PI + (PA - PI) x 0,4)Μέγ. δόση1,5 gΣυνιστάται ο υπολογισμός της δόσης με βάση το ξηρό βάρος.
-
Ασθενείς με ασκίτηΔόσηΥψηλότερες δόσειςΓια να επιτευχθούν επαρκείς συγκεντρώσεις ορρού εν όψει της σχετικά μεγαλύτερης κατανομής στο τμήμα του εξωκυττάριου υγρού.
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΔόσηΑρχική δόση 7,5 mg/kg, ακολουθούμενη από 2,5 έως 3,75 mg/kg μετά την αιμοκάθαρση.Η παρακολούθηση των επιπέδων στον ορρό είναι απαραίτητη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αμικασίνη ή σε άλλες αμινογλυκοσίδες
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας ή σοβαρών τοξικών αντιδράσεων σε αμινογλυκοσίδεςΠληθυσμόςΑσθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νεφρική βλάβηΠροσοχήΠροσοχή κατά τη χορήγηση
-
Ακουστική ή αιθουσαία διαταραχήΠροσοχήΠροσοχή κατά τη χορήγηση
-
Νευρομυϊκές διαταραχέςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μυασθένεια gravis, παρκινσονισμόΠροσοχή κατά τη χορήγηση λόγω ενδεχόμενης επιδείνωσης μυϊκής αδυναμίας
-
Προηγούμενη θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδεςΠροσοχήΠροσοχή κατά τη χορήγηση
-
Ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότηταΠροσοχήΣτενή κλινική παρακολούθηση
-
Τοξικές επιδράσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, χορήγηση υψηλών δόσεων, παρατεταμένη διάρκεια θεραπείαςΣυχνότερες τοξικές επιδράσεις
-
Διάρκεια θεραπείαςΠροσοχήΔεν έχει επιβεβαιωθεί η ασφάλεια για περιόδους άνω των 14 ημερών
-
Παράγοντες κινδύνου τοξικότηταςΠροσοχήΠληθυσμόςΠροχωρημένη ηλικία, αφυδάτωσηΑυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας
-
Νευροτοξικότητα (αιθουσαία ή/και ακουστική ωτοτοξικότητα)ΣοβαρήΜπορεί να παρουσιαστεί
-
Κίνδυνος ωτοτοξικότηταςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, παρατεταμένη αγωγή (>5-7 ημέρες)Μεγαλύτερος κίνδυνος
-
Μη αναστρέψιμη ωτοτοξικότηταΣοβαρήΜπορεί να παρουσιαστεί μετά διακοπή του φαρμάκου
-
ΩτοτοξικότηταΣοβαρήΕίναι συνήθως μη αναστρέψιμη
-
Νευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυσηΣοβαρήΈχουν αναφερθεί έπειτα από παρεντερική ένεση, τοπική ενστάλαξη και στόματος χρήση
-
Αναπνευστική παράλυσηΣοβαρήΝα λαμβάνεται υπόψη, ειδικά σε συγχορήγηση νευρομυϊκών αποκλειστών
-
Αντιμετώπιση νευρομυϊκού αποκλεισμούΣοβαρήΤα άλατα ασβεστίου ενδέχεται να αναστρέψουν την αναπνευστική παράλυση, πιθανώς απαιτείται μηχανική αναπνευστική υποστήριξη
-
ΝεφροτοξικότηταΣοβαρήΟι αμινογλυκοσίδες είναι δυνητικά νεφροτοξικές
-
Κίνδυνος νεφροτοξικότηταςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, υψηλές δόσεις, παρατεταμένη θεραπείαΜεγαλύτερος κίνδυνος
-
Ενυδάτωση και νεφρική λειτουργίαΠροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να είναι καλά ενυδατωμένοι
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠροσοχήΜείωση ημερήσιων δόσεων ή επέκταση διαστήματος δόσεων σε εμφάνιση σημείων (π.χ. κυλινδρουρία, λευκωματουρία, μείωση κάθαρσης κρεατινίνης, αύξηση BUN/κρεατινίνης ορού)
-
Διακοπή θεραπείαςΣοβαρήΔιακοπή σε περίπτωση αύξησης της αζωταιμίας ή εάν ο όγκος των ούρων μειώνεται βαθμιαία
-
Ωτοτοξικότητα ή νεφροτοξικότηταΣοβαρήΔιακοπή του φαρμάκου ή ρύθμιση της δοσολογίας
-
Διακοπή θεραπείας λόγω ωτοτοξικότηταςΣοβαρήΔιακοπή εάν εξελιχθεί εμβοή ή υποκειμενική απώλεια ακοής ή εάν τα ακουογράμματα εμφανίσουν σημαντική απώλεια της απάντησης υψηλών συχνοτήτων
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμώνΠροσοχήΕάν συμβεί, να εφαρμόζεται κατάλληλη θεραπεία
-
Τοπική εφαρμογή κατά τη χειρουργική επέμβασηΣοβαρήΈχουν αναφερθεί μη αναστρέψιμη κώφωση, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος λόγω νευρομυϊκού αποκλεισμού
-
Έμφρακτο ωχράς κηλίδαςΣοβαρήΈχει αναφερθεί έπειτα από ενδοϋαλώδη χορήγηση (ένεση μέσα στο μάτι) αμικασίνης, οδηγώντας σε μόνιμη απώλεια όρασης
-
Νεφρική λειτουργία σε ηλικιωμένουςΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΜπορεί να είναι μειωμένη και όχι εμφανής σε ρουτίνες εξετάσεις. Ο προσδιορισμός κάθαρσης κρεατινίνης πιθανώς πιο χρήσιμος.
-
Χρήση σε πρόωρα νεογνά και νεογνάΠροσοχήΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεογνάΝα χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω νεφρικής ανωριμότητας και παράτασης ημιζωής
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενη για νάτριοΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 15 mmol (ή 354 mg) νάτριο ανά 100 ml
-
Παρέμβαση σε δοκιμασίες κρεατινίνης ορούΠροσοχήΟι δοκιμασίες κρεατινίνης ορού ενδέχεται να καταλήξουν σε λανθασμένα υψηλές τιμές όταν χορηγούνται κεφαλοσπορίνες ταυτοχρόνως
-
Αμοιβαία αδρανοποίηση με β-λακτάμες σε δείγματαΠροσοχήΤα δείγματα θα πρέπει είτε να αναλύονται αμέσως μετά τη λήψη τους ή να ψύχονται ή το αντιβιοτικό της β-λακτάμης να αδρανοποιείται μέσω προσθήκης β-λακταμάσης για την αποφυγή λανθασμένων αποτελεσμάτων
-
Κλινική σημασία αδρανοποίησης αμινογλυκοσίδηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρά διαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΕίναι κλινικά σημαντική μόνο σε αυτούς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιβιοτικά φάρμακα της β-λακτάμης (πενικιλίνη)προσοχήΜείωση στη δραστικότητα του ορού της αμικασίνης
-
Άλλες νευροτοξικές, ωτοτοξικές ή νεφροτοξικές ουσίες (π.χ. άλλες παρεντερικές αμινογλυκοσίδες, βακιτρακίνη, αμφοτερικίνη Β, κεφαλοσπορίνες, βανκομυκίνη, πολυμυξίνες, βιοµυκίνη, κυτταροστατικά που περιέχουν πλατίνη (καρβοπλατίνη, σισπλατίνη, οξαλιπλατίνη), ανοσοκατασταλτικά (κυκλοσπορίνη, τακρολίμους))αντένδειξηΠιθανότητα εμφάνισης αθροιστικών φαινομένων (αυξημένη τοξικότητα)ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη ή διαδοχική χορήγηση.
-
Διουρητικά με ταχεία δράση (π.χ. φουροσεμίδη, αιθακρινικό οξύ)προσοχήΑυξημένη ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών λόγω αφυδάτωσης και αυξημένης συγκέντρωσης αμινογλυκοσιδών στον ορρό και σε ιστούςΣύστασηΣε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης, να παρακολουθείται η κατάσταση ενυδάτωσης του ασθενή και η ικανότητα ακοής και η νεφρική λειτουργία.
-
ΜεθοξυφλουράνιοπροσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τη βλαπτική επίδραση στους νεφρούς. Πιθανή η εμφάνιση εξαιρετικά βαριών νευροπαθειών.ΣύστασηΗ ικανότητα ακοής και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται πολύ στενά.
-
Μυοχαλαρωτικά, άλλες ουσίες με νευρομυϊκές επιδράσεις (π.χ. παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού (σουκινυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο, ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο), μεγάλες ποσότητες αίματος με κιτρικό άλας, αναισθητικά)προσοχήΑύξηση του νευρομυϊκού αποκλεισμού, ενδέχεται να οδηγήσει σε αναπνευστική παράλυσηΣύστασηΟ αναισθησιολόγος θα πρέπει να πληροφορηθεί. Η ένεση αλάτων ασβεστίου μπορεί να αναστρέψει τον αποκλεισμό.
-
προσοχήΕίναι δυνατό να αυξήσει τη συγκέντρωση της αμικασίνης στο πλάσμα, στα νεογνά
-
ΔιφωσφωνικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπασβεστιαιμίας
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Επιμόλυνση με ανθεκτικά βακτήρια
- Αποικισμός με ανθεκτικά βακτήρια
- Επιμόλυνση με ζυμομύκητες
- Αποικισμός με ζυμομύκητες
- Αναιμία
- Ηωσηνοφιλία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτικό σοκ, αναφυλακτοειδής αντίδραση)
- Εκδηλώσεις υπερευαισθησίας
- Υπομαγνησιαιμία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Παράλυση
- Τύφλωση
- Έμφρακτο του αμφιβληστροειδούς
- Εμβοή
- Υποακοΐα
- Κώφωση
- Νευροαισθητήρια κώφωση
- Υπόταση
- Άπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Αναπνευστική παράλυση
- Nαυτία
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αρθραλγία
- Μυϊκές συσπάσεις
- Βλάβη νεφρικών σωληναρίων
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Τοξική νεφροπάθεια
- Κύτταρα στα ούρα
- Ολιγουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Λευκωματινουρία
- Αζωθαιμία
- Ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα
- Λευκά αιμοσφαίρια στα ούρα
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςNαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑποικισμός με ανθεκτικά βακτήριαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑποικισμός με ζυμομύκητεςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒλάβη νεφρικών σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπιμόλυνση με ανθεκτικά βακτήριαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕπιμόλυνση με ζυμομύκητεςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΈμφρακτο του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕμβοήΑυτί
-
ΣπάνιεςΕρυθρά αιμοσφαίρια στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΗωσηνοφιλίαΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΛευκά αιμοσφαίρια στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΛευκωματινουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΥποακοΐαΑυτί
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική παράλυσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΆπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτικό σοκ, αναφυλακτοειδής αντίδραση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕκδηλώσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚύτταρα στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΝευροαισθητήρια κώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠαράλυσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤοξική νεφροπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟι αμινογλυκοσίδες είναι δυνατό να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πλήρους, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης εκ γενετής κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη. Η αμικασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας το απαιτεί, και μόνο υπό ιατρική επίβλεψη.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΕίναι άγνωστο εάν η αμικασίνη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για διακοπή του μητρικού θηλασμού ή διακοπή/αποχή από τη θεραπεία, αξιολογώντας το όφελος του μητρικού θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΣε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας σε ποντίκια και αρουραίους, δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Νεφροτοξικότητα
- Ωτοτοξικότητα
- Νευρομυϊκός αποκλεισμός (δράση όμοια με το κουράριο)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06
Η αμικασίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης που προέρχεται από την καναμυκίνη. Προκύπτει από την ακυλίωση με ένα αμινο-υδροξυβουτυρικό οξύ στην αμινομάδα C-1 στο τμήμα της 2-δεοξυστρεπταμίνης.
Μηχανισμός δράσης
Η αμικασίνη δρα μέσω καταστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης στα βακτηριακά ριβοσωμάτια δια μέσου αλληλεπίδρασης με το ριβοσωμιακό RNA και διαδοχική καταστολή της μετάφρασης σε ευαίσθητα μικρόβια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία βακτηριοκτόνο δράση.
Σχέση PK / PD
Οι σημαντικότερες παράμετροι PK/PD για την πρόβλεψη της βακτηριοκτόνου δράσης της αμικασίνης είναι η αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορρό (Cmax) και η ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) του αντίστοιχου παθογόνου. Η αναλογία Cmax/MIC των 8:1 ή 10:1 θεωρείται ότι δίνει αποτελεσματικό βακτηριακό θάνατο και πρόληψη της βακτηριακής επανανάπτυξης.
Η αμικασίνη παρουσιάζει μετα-αντιβιοτική δράση in vitro και in vivo. Η μετα-αντιβιοτική δράση επιτρέπει την παράταση του δοσολογικού μεσοδιαστήματος χωρίς την απώλεια της αποτελεσματικότητας έναντι των περισσότερων Gram-αρνητικών βακίλων.
Μηχανισμός αντοχής
Η αντοχή στην αμικασίνη μπορεί να οφείλεται στους ακόλουθους μηχανισμούς:
- Ενζυματική απενεργοποίηση: Μία ενζυματική τροποποίηση των μορίων της αμινογλυκοσίδης είναι ο πιο επικρατής μηχανισμός αντοχής. Σε αυτό μεσολαβούν ακετυλοτρανσφεράσες, φωσφοτρανσφεράσες ή νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες κωδικοποιούνται συνήθως από πλασμίδια. Η αμικασίνη έχει καταδειχτεί ότι είναι αποτελεσματική έναντι σε πολλά ανθεκτικά στις αμινογλυκοσίδες στελέχη λόγω της ικανότητάς της να ανθίσταται στην αποδόμηση από ένζυμα απενεργοποίησης των αμινογλυκοσιδών.
- Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Αυτός ο μηχανισμός ανθεκτικότητας παρατηρείται στην ψευδομονάδα (Pseudomonas aeruginosa). Πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν την εμφάνιση όμοιων μηχανισμών ανθεκτικότητας σε στελέχη Acinetobacter.
- Μετατροπή της δομής-στόχου: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων παρατηρούνται μόνο περιστασιακά ως λόγος της ανθεκτικότητας.
Υπάρχει μερική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της αμικασίνης και άλλων αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σημεία διακοπής Σύμφωνα με την EUCAST, ισχύουν οι ακόλουθες οριακές τιμές για την αμικασίνη:
| Οργανισμός | Σημεία διακοπής EUCAST (mg/l) |
|---|---|
| S ≤ R > | |
| Enterobacteriaceae; Pseudomonas, Acinetobacter και Staphylococcus | 8 / 16 |
| Σημεία διακοπής που δε σχετίζονται με τα είδη * | 8 / 16 |
*Αυτό βασίζεται κυρίως στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ορού.
- Τα σημεία διακοπής σχετίζονται με τη χορήγηση ενδοφλέβιας δόσης αμικασίνης 15 mg/kg την ημέρα.
Φάσμα δραστηριότητας της αμικασίνης
Η εμφάνιση επίκτητης αντοχής μπορεί να διαφοροποιείται γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση για την αντοχή, ιδιαίτερα όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Εάν απαιτείται, θα πρέπει να λαμβάνεται καθοδήγηση από ειδικούς όταν η τοπική επίπτωση αντοχής είναι τέτοια ώστε να καθίσταται η χρησιμότητα του παράγοντα αμφισβητήσιμη σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Ευαίσθητα συνήθως είδη
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Staphylococcus aureus, Staphylococcus haemolyticus, Staphylococcus hominis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Citrobacter freundii, Enterobacter aerogenes, Enterobacter cloacae, Escherichia coli, Klebsiella oxytoca, Klebsiella pneumoniae, Morganella morganii, Proteus mirabilis, Proteus vulgaris, Pseudomonas aeruginosa, Salmonella enterica, Serratia liquefaciens, Serratia marcescens, Shigella spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή είναι δυνατό να αποτελέσει πρόβλημα
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Staphylococcus epidermidis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Acinetobacter baumannii
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Enterococcus spp., Streptococcus spp.
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Burkholderia cepacia, Stenotrophomonas maltophila
- Αναερόβια: Bacteroides spp., Prevotella spp.
- Άλλοι μικροοργανισμοί: Chlamydia spp., Chlamydophila spp., Mycoplasma spp., Ureaplasma urealyticum
Η αναλογία ανθεκτικότητας των απομονωμένων στελεχών από ειδικές ομάδες ασθενών π.χ. ασθενείς με κυστική ίνωση, είναι ≥10%. Κατά τη στιγμή της δημοσίευσης αυτών των πινάκων, δεν υπήρχαν διαθέσιμα επικαιροποιηµένα δεδομένα. Στην πρωτογενή βιβλιογραφία, σε πρότυπα βιβλία αναφοράς και συστάσεις θεραπείας η ευαισθησία θεωρείται δεδομένη.
Άλλες πληροφορίες: Οι αμινογλυκοσίδες είναι κατάλληλες για συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά ενάντια σε gram θετικούς κόκκους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Συγκεντρώσεις πλάσματος: Κατά την από του στόματος χορήγηση, δεν απορροφάται πρακτικά καθόλου η αμικασίνη. Μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά. Τα μέγιστα επίπεδα στις συγκεντρώσεις ορρού επιτυγχάνονται 1 - 2 ώρες μετά από την έγχυση. Ο χρόνος ημιζωής ορρού είναι 2,2 - 2,4 ώρες. Ένας μεγαλύτερος χρόνος ημιζωής είναι αναμενόμενος για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και σε πρόωρα ή σε νεογνά.
Η χορήγηση μίας δόσης 7,5 mg/kg με συνεχή 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού 38 µg/ml στο τέλος της έγχυσης. Σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση μίας δόσης των 15 mg/kg με συνεχή 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού περίπου 77 µg/ml στο τέλος της έγχυσης και 47 µg/ml και 1 µg/ml, 1 και 12 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα.
Στους ηλικιωμένους με μέση κάθαρση κρεατινίνης 64 ml/min, η χορήγηση μίας δόσης των 15 mg/kg με 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού 55 µg/ml στο τέλος της έγχυσης και 5,4 µg/ml και 1,3 µg/ml, 12 και 24 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα.
Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων, δεν έχουν καταδειχτεί δράσεις συσσώρευσης σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία οι οποίοι λάμβαναν μεμονωμένες ημερήσιες δόσεις των 15 έως 20 mg/kg.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της αμικασίνης είναι περίπου 24 l (28% του βάρους σώματος). Το ποσοστό πρωτεϊνικής σύνδεσης έχει ανιχνευτεί στα 4% - 10%.
Μετά από τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης, θεραπευτικά επίπεδα αμικασίνης βρίσκονται στα οστά, την καρδιά, τη χοληδόχο κύστη, τον πνευμονικό ιστό, τα ούρα, τη χολή, τα βρογχικά εκκρίματα, τα πτύελα, το ενδιάμεσο υγρό, το υπεζωκοτικό υγρό και το αρθρικό υγρό.
Διαχέεται επαρκώς στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φλεγμένουσες μήνιγγες. Περίπου 10% έως 20% της συγκέντρωσης ορού διαπερνά τις υγιείς μήνιγγες, το οποίο μπορεί να αυξηθεί σε 50% όταν φλεγμαίνουν οι μήνιγγες.
Η ουσία συσσωρεύεται στο νεφρικό φλοιό και στο εσωτερικό υγρό του ωτός, και αποβάλλεται μόνο αργά από αυτά τα εν τω βάθη διαμερίσματα.
Η αμικασίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Οι συγκεντρώσεις στο εμβρυικό αίμα και το αμνιακό υγρό φτάνουν το 20% αυτών που έχουν βρεθεί στη μητέρα.
Βιομετατροπή
Η αμικασίνη δε μεταβολίζεται στο ανθρώπινο σώμα.
Αποβολή
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία η μέση κάθαρση ορρού της αμικασίνης είναι 100 ml/min και η νεφρική κάθαρση είναι 94 ml/min. Η αμικασίνη αποβάλλεται μέσω σπειραματικής διήθησης ως επικρατούσα οδός αποβολής. Το μεγαλύτερο μέρος του όγκου (60% - 82%) απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός των 6 πρώτων ωρών. Μόνο πολύ μικρές ποσότητες απεκκρίνονται στη χολή. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία 91% και 95% της δόσης αμικασίνης (ενδομυϊκά) απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα εντός 8 και 24 ωρών, αντίστοιχα.
90% της αμικασίνης μπορεί να αποβληθεί μέσω αιμοκάθαρσης εντός τεσσάρων ωρών.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Τα δεδομένα από μελέτες πολλαπλών ημερήσιων δόσεων κατέδειξαν ότι τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φυσιολογικά βρέφη είναι περίπου 10 έως 20% της συγκέντρωσης ορρού και μπορεί να φτάσει στο 50% στη μηνιγγίτιδα.
Ενδοφλέβια χορήγηση
Σε νεογνά και ιδιαίτερα σε πρόωρα μωρά, η νεφρική αποβολή της αμικασίνης είναι μειωμένη.
Σε μία μεμονωμένη μελέτη σε νεογνά (ηλικίας 1-6 ημέρες μετά από τη γέννηση) ομαδοποιημένα σύμφωνα με το βάρος γέννησης ((<2000, 2000-3000 και >3000 g). Η αμικασίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά ή/και ενδοφλέβια με δόση 7,5 mg/kg. Η κάθαρση σε νεογνά >3000 g ήταν 0,84 ml/min/kg και ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 7 ώρες. Σε αυτήν την ομάδα, ο αρχικός όγκος της κατανομής και ο όγκος κατανομής στη σταθερή κατάσταση ήταν 0,3 ml/kg και 0,5 mg/kg, αντίστοιχα. Στις ομάδες με χαμηλότερο βάρος γέννησης η κάθαρση/kg ήταν χαμηλότερη και ο χρόνος ημιζωής μεγαλύτερος. Η επαναλαμβανόμενη δοσολογία κάθε 12 ώρες σε όλες τις παραπάνω ομάδες δεν κατέδειξε συσσώρευση μετά από 5 ημέρες.