Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 75 / ML | 10.41 € |
DICLOSIDE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: 2 έως 4 φορές την ημέρα (για ενήλικες), διαστήματα 6-8 ωρών
- Δόση έναρξης: 1 διαλυτό δισκίο εφάπαξ
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 16 ετώνΔόση1 διαλυτό δισκίοΜέγ. δόση1 διαλυτό δισκίο εφάπαξ (4 mg θειοκολχικοσίδης, 16 mg ημερησίως)Επαναλαμβάνεται 2 έως 4 φορές την ημέρα. Διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών. Διάρκεια θεραπείας έως 7 συνεχόμενες ημέρες.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΤα διαλυτά δισκία Thiocolchicoside, Combinations (4 + 1000) mg/δισκίο δεν πρέπει να χορηγούνται. Μπορούν να χορηγηθούν δισκία θειοκολχικοσίδης και παρακεταμόλης (2+500) mg/δισκίο.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΜέγ. δόση2 διαλυτά δισκία (2 g παρακεταμόλης)Το ελάχιστο διάστημα μεταξύ των δόσεων συνίσταται να είναι 8 ώρες.
-
ΗλικιωμένοιΣυνιστάται μείωση της δόσης των ενηλίκων κατά 25%.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη ή στη θειοκολχικοσίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχαΠληθυσμόςασθενείς
-
Εγκυμοσύνη
-
Γαλουχία
-
Δυνατότητα τεκνοποίησης χωρίς επαρκή μέτρα αντισύλληψηςΠληθυσμόςγυναίκες
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς
-
Χαλαρή παράλυση ή μυϊκή υποτονία
-
Σοβαρή αιμολυτική αναιμίαΠληθυσμόςασθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επιληπτικές κρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με επιληψία ή σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεωνΗ θειοκολχικοσίδη μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις
-
Γονοτοξικότητα/Ανευπλοειδία/Τερατογένεση/ΚαρκινογένεσηαποφεύγεταιΗ χρήση θειοκολχικοσίδης σε δόσεις που υπερβαίνουν τη συνιστώμενη δόση ή η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να αποφεύγονται
-
Κύηση/ΑντισύλληψηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται προσεκτικά σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο μίας πιθανής κύησης και για τα αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης που θα πρέπει να ακολουθούνται
-
Ηπατική δυσλειτουργία/Νεφρική ανεπάρκεια/Αναιμία/Ανεπάρκεια 6-φωσφορικής αφυδρογονάσης γλυκόζης/Καρδιακές ή πνευμονικές παθήσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αναιμία, ανεπάρκεια της 6-φωσφορικής αφυδρογονάσης γλυκόζης, καρδιακές ή πνευμονικές παθήσεις ή με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Gilbert) και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min)Η παρακεταμόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, αποφεύγοντας τη μακροχρόνια θεραπεία
-
Υποσιτισμός/ΑφυδάτωσηπροσοχήΗ παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ηπατική βλάβη/Κατανάλωση αλκοόλπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ συστηματικάΔεν πρέπει να χορηγούνται περισσότερα από 2 g παρακεταμόλης ημερησίως
-
Βρογχόσπασμος/Υπερευαισθησία στο ακετυλοσαλικυλικό οξύπροσοχήΠληθυσμόςασθματικοί ασθενείς με υπερευαισθησία στο ακετυλοσαλικυλικό οξύΣυνιστάται προσοχή, έχουν περιγραφεί αντιδράσεις βρογχόσπασμου με την χρήση παρακεταμόλης
-
Υπερδοσολογία/Ηπατική βλάβηπροσοχήΜην υπερβαίνετε την ημερήσια συνιστώμενη δόση. Ελέγξτε την απουσία παρακεταμόλης σε άλλα φάρμακα
-
Επιδείνωση συμπτωμάτων/Διάρκεια θεραπείαςπροσοχήΕάν ο πόνος επιμένει για περισσότερο από 3 ημέρες ή επιδεινώνεται ή παρουσιάζονται άλλα συμπτώματα, διακόψτε τη θεραπεία και συμβουλευτείτε τον ιατρό σας
-
Παρεμβολή σε εργαστηριακές εξετάσεις (Δοκιμές παγκρεατικής λειτουργίας με χρήση βεντιρομίδης)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε δοκιμές παγκρεατικής λειτουργίας με χρήση βεντιρομίδηςΣυνιστάται η διακοπή της θεραπείας με παρακεταμόλη τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν από τη χορήγηση της βεντιρομίδης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος αντιπηκτικά (ακενοκουμαρόλη, βαρφαρίνη)παρακολούθησηΠιθανή ενίσχυση της αντιπηκτικής δράσης, μέσω αναστολής της ηπατικής σύνθεσης των παραγόντων πήξης.ΣύστασηΗ δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερες, με περιοδική παρακολούθηση του INR.
-
Αιθυλική αλκοόληπροσοχήΕνίσχυση της τοξικότητας της παρακεταμόλης, μέσω πιθανής επαγωγής ηπατικής παραγωγής ηπατοτοξικών μεταβολιτών της παρακεταμόλης.
-
Αντιχολινεργικά (γλυκοπυρρόνιο, προπανθελίνη)προσοχήΜείωση της απορρόφησης της παρακεταμόλης, με πιθανή αναστολή της δράσης της, λόγω της ελάττωσης της ταχύτητας της γαστρικής εκκένωσης.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά / ΟιστρογόναπροσοχήΜείωση των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα, με πιθανή αναστολή της δράσης της, λόγω πιθανής επαγωγής του μεταβολισμού της.
-
προσοχήΜείωση της βιοδιαθεσιμότητας της παρακεταμόλης καθώς και ενίσχυση της ηπατοτοξικότητας σε υπερδοσολογία, λόγω επαγωγής του ηπατικού μεταβολισμού.
-
Ενεργός άνθρακαςπροσοχήΜειώνει την απορρόφηση παρακεταμόλης όταν χορηγείται άμεσα μετά από υπερδοσολογία.
-
ΧλωραμφενικόληπροσοχήΕνίσχυση της τοξικότητας της χλωραμφενικόλης, λόγω πιθανής αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού.
-
προσοχήΜείωση της απομάκρυνσης της παρακεταμόλης, με πιθανή ενίσχυση της δράσης και / ή της τοξικότητάς της, λόγω αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού της.
-
προσοχήΜείωση της βιοδιαθεσιμότητας της λαμοτριγίνης, με πιθανή μείωση της δράσης της, λόγω πιθανής επαγωγής ηπατικού μεταβολισμού της.
-
προσοχήΑύξηση της απορρόφησης της παρακεταμόλης στο λεπτό έντερο, λόγω της επίδρασης αυτών των φαρμάκων στη γαστρική κένωση.
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΑυξάνει τον χρόνο ημιζωής της παρακεταμόλης στο πλάσμα μειώνοντας την αποικοδόμηση και την ουρική απέκκριση των μεταβολιτών της.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα, λόγω πιθανής αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού.
-
Ρητίνες ιοντικής ανταλλαγής (χολεστυραμίνη)προσοχήΜείωση της απορρόφησης της παρακεταμόλης, με πιθανή αναστολή της δράσης της, λόγω σταθεροποίησης της παρακεταμόλης στο έντερο.
-
προσοχήΑύξηση της απομάκρυνσης της παρακεταμόλης και σχηματισμός ηπατοτοξικών μεταβολιτών της, λόγω πιθανής επαγωγής του ηπατικού μεταβολισμού της.
-
προσοχήΠιθανή ενίσχυση της τοξικότητας της ζιδοβουδίνης (ουδετεροπενία, ηπατοτοξικότητα). Δεν φαίνεται να υπάρχει αλληλεπίδραση φαρμακοκινητικού χαρακτήρα μεταξύ των δύο φαρμάκων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αγγειοοίδημα (Σπάνιες)
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως κνίδωση, οίδημα του Quincke (Πολύ σπάνιες)
- αναφυλακτικό σοκ (Πολύ σπάνιες)
- Ανησυχία
- προσωρινή αιμωδία (Σπάνιες)
- δυσφορία (Σπάνιες)
- υπνηλία (Πολύ σπάνιες)
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- γαστραλγία (Σπάνιες)
- αίσθημα καύσου μετά τη χορήγηση (Σπάνιες)
- αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις όπως κνησμός, ερύθημα, κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα (Σπάνιες)
- φυσαλιδοφλυκταινώδη εξανθήματα (Σπάνιες)
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (Πολύ σπάνιες)
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- λευκοπενία (Πολύ σπάνιες)
- ουδετεροπενία (Πολύ σπάνιες)
- Υπογλυκαιμία (Πολύ σπάνιες)
- Υπόταση (Σπάνιες)
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών (Σπάνιες)
- Ηπατοτοξικότητα (ίκτερος) (Πολύ σπάνιες)
- Άσηπτη πυουρία (θολά ούρα) (Πολύ σπάνιες)
- αρνητικές νεφρικές επιδράσεις (Πολύ σπάνιες)
- Δυσφορία (Σπάνιες)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, που κυμαίνονται από απλό δερματικό εξάνθημα ή κνίδωση, έως αναφυλακτικό σοκ (Πολύ σπάνιες)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑίσθημα καύσουΓενικές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασώνΉπαρ
-
ΣπάνιεςΓαστραλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσφορίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔυσφορίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠροσωρινή αιμωδίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΦυσαλιδοφλυκταινώδη εξανθήματαΔέρμα
-
Σπάνιεςαλλεργικές δερματικές αντιδράσεις όπως κνησμός, ερύθημα, κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΆσηπτη πυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικό σοκΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, που κυμαίνονται από απλό δερματικό εξάνθημα ή κνίδωση, έως αναφυλακτικό σοκΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘολά ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρικές επιδράσειςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΣοβαρές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςαντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως κνίδωση, οίδημα του QuinckeΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΠεριορισμένα δεδομένα, άγνωστοι κίνδυνοι για το έμβρυο και το κύημα. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις. Αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
-
ΘηλασμόςΑντενδείκνυταιΗ θειοκολχικοσίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣε μελέτη γονιμότητας σε αρουραίους δεν παρατηρήθηκε διαταραχή της γονιμότητας σε δόσεις έως 12 mg/kg. Η θειοκολχικοσίδη και οι μεταβολίτες της ασκούν ανευπλοειδογόνο δράση, γεγονός που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για μείωση της γονιμότητας στον άνθρωπο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Μυοχαλαρωτικά, άλλοι κεντρικώς δρώντες παράγοντες, συνδυασμοί θειοκολχικοσίδης και άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά. Κωδικός ATC: Μ03ΒΧ55
Μηχανισμός δράσης
Θειοκολχικοσίδη: Η θειοκολχικοσίδη είναι ένα μυοχαλαρωτικό, που αναστέλλει τις συσπάσεις και χρησιμοποιείται σε ρευματικές και τραυματικές καταστάσεις και για την ανακούφιση της υπερτονίας της μήτρας. Τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι η θειοκολχικοσίδη δρα στο ΚΝΣ ως αγωνιστής του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή GABA, αλληλεπιδρώντας, με υψηλή εκλεκτικότητα, με τους γκαμπαμινεργικούς υποδοχείς. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει μεγάλη συγγένεια με τους γλυκινεργικούς υποδοχείς, οι οποίοι είναι ευαίσθητοι στη στρυχνίνη. Η υψηλή δραστικότητα των γκαμπαμινεργικών και γλυκινεργικών υποδοχέων και η δράση της ως αγωνιστής σε αυτούς, εξηγεί την ανασταλτική δράση της στο ΚΝΣ που εκδηλώνεται με μείωση του μυϊκού τόνου, δηλαδή, δρα σαν μυοχαλαρωτικό. Αυτός ο μηχανισμός δράσης είναι συγκρίσιμος με αυτόν της βακλοφαίνης, ενός λιπόφιλου παραγώγου του GABA, ο οποίος δρα ως εκλεκτικός αγωνιστής στους προσυναπτικούς υποδοχείς GABA (Β) και μειώνει τους επώδυνους σπασμούς των καμπτήρων ή των εκτεινόντων μυών.
Παρακεταμόλη: Η παρακεταμόλη έχει αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της παρακεταμόλης είναι άγνωστος, αν και είναι γνωστό ότι δρα σε επίπεδο Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και σε μικρότερο βαθμό εμποδίζει την παραγωγή επώδυνων ώσεων στο περιφερειακό νευρικό σύστημα. Πιστεύεται ότι η Παρακεταμόλη αυξάνει την ουδό του πόνου αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μέσω της αναστολής των κυκλοοξυγενασών στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (συγκεκριμένα της COX-3). Ωστόσο, η παρακεταμόλη δεν αναστέλλει σε σημαντικό βαθμό τις κυκλοοξυγενάσες σε περιφερικούς ιστούς. Η παρακεταμόλη διεγείρει τη δραστικότητα των καταρροϊκών σεροτονινεργικών σηματοδοτικών μονοπαθιών που εμποδίζουν τη μετάδοση σημάτων άλγους από τους περιφερικούς ιστούς προς το νωτιαίο μυελό. Στο πλαίσιο αυτό, πειραματικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι η ενδορραχιαία χορήγηση ανταγωνιστών διαφόρων υποτύπων των σεροτονινεργικών υποδοχέων μπορεί να υπερισχύει έναντι της αναλγητικής δράσης της παρακεταμόλης. Η αντιπυρετική δράση σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης της PGE1 στον υποθάλαμο, που είναι το όργανο που συντονίζει τη διαδικασία της θερμορρύθμισης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Θειοκολχικοσίδη
Απορρόφηση
- Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της θειοκολχικοσίδης εμφανίζονται σε 30 λεπτά και φθάνουν τις τιμές των 113 ng/mL έπειτα από δόση των 4 mg και των 175 ng/mL έπειτα από δόση των 8 mg. Οι ανάλογες τιμές της AUC είναι 283 και 417 ng.h/mL, αντίστοιχα. Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 παρατηρείται, επίσης, σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις με Cmax της τάξεως των 11,7 ng/mL 5 ώρες μετά τη δόση και AUC 83 ng.h/mL. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον ανενεργό μεταβολίτη SL59.0955.
- Μετά την από του στόματος χορήγηση η θειοκολχικοσίδη δεν ανιχνεύεται στο πλάσμα. Μόνο δύο μεταβολίτες παρατηρούνται: Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 και ένας ανενεργός μεταβολίτης, ο SL59.0955. Και για τους δύο μεταβολίτες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 1 ώρα μετά τη χορήγηση της θειοκολχικοσίδης. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση θειοκολχικοσίδης 8 mg, οι Cmax και AUC του SL18.0740 είναι περίπου 60 ng/mL και 130 ng.h/mL αντίστοιχα. Για τον SL59.0955 οι τιμές αυτές είναι πολύ χαμηλότερες: Η Cmax είναι περίπου 13 ng/mL και η AUC κυμαίνεται από 15,5 ng.h/mL (έως τις 3 ώρες) έως 39,7 ng.h/mL (έως τις 24 ώρες).
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της θειοκολχικοσίδης υπολογίζεται σε περίπου 42,7 L μετά από ενδομυϊκή χορήγηση των 8 mg. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τους δύο μεταβολίτες.
Βιομετασχηματισμός
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η θειοκολχικοσίδη μεταβολίζεται αρχικά στην αγλυκόνη 3-demethyltiocolchicine ή SL59.0955. Το στάδιο αυτό λαμβάνει χώρα κυρίως λόγω μεταβολισμού στο έντερο, γεγονός που εξηγεί την απουσία αμετάβλητης θειοκολχικοσίδης στη συστηματική κυκλοφορία μέσω αυτής της οδού χορήγησης. Εν συνεχεία πραγματοποιείται γλυκουρονική σύζευξη του SL59.0955 σε SL18.0740 που έχει ισοδύναμη φαρμακολογική δράση με τη θειοκολχικοσίδη και, ως εκ τούτου, υποστηρίζει τη φαρμακολογική δράση μετά την από του στόματος χορήγηση της θειοκολχικοσίδης. Ο SL59.0955 επίσης απομεθυλιώνεται σε didemethyl-thiocolchicine.
Αποβολή
- Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, ο φαινομενικός χρόνος ημιζωής (t1/2) της θειοκολχικοσίδης είναι 1,5 ώρες και η κάθαρση στο πλάσμα 19,2 L/h.
- Μετά από χορήγηση από του στόματος, η συνολική ραδιενέργεια αποβάλλεται κυρίως στα κόπρανα (79%) ενώ η απέκκριση στα ούρα αντιπροσωπεύει μόνο το 20%. Δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη θειοκολχικοσίδη στα ούρα ή στα κόπρανα. Ο SL18.0740 και ο SL59.0955 εμφανίζονται στα ούρα και στα κόπρανα ενώ η didemethyl-thiocolchicine ανακτάται μόνο στα κόπρανα. Μετά από την από του στόματος χορήγηση θειοκολχικοσίδης, ο μεταβολίτης SL18.0740 αποβάλλεται με φαινομενικό t1/2 που κυμαίνεται από 3,2 έως 7 ώρες ενώ ο μεταβολίτης SL59.0955 έχει μέση τιμή t1/2 της τάξεως των 0,8 ωρών.
Παρακεταμόλη
Απορρόφηση:
Η παρακεταμόλη όταν χορηγείται από το στόμα έχει βιοδιαθεσιμότητα 75 - 85%. Η απορρόφησή της είναι ταχεία και πλήρης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, ως συνάρτηση της φαρμακοτεχνικής μορφής με τον χρόνο, επιτυγχάνονται 0,5 - 2 ώρες μετά τη κατάποση. Τα φάρμακα που καθυστερούν τη γαστρική κένωση καθυστερούν επίσης την απορρόφηση της παρακεταμόλης.
Κατανομή:
Η παρακεταμόλη που απορροφάται, κατανέμεται ταχέως και ομοιόμορφα σε όλα τα σωματικά διαμερίσματα, με τα χαμηλότερα επίπεδα της να ανιχνεύονται στο λιπώδη ιστό και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Το ποσοστό της πρωτεϊνικής σύνδεσης της παρακεταμόλης είναι 10%. Το μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται 1 - 3 ώρες μετά από την κατάποση και η διάρκεια δράσης της είναι 3 - 4 ώρες.
Μεταβολισμός:
Η παρακεταμόλη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου και ακολουθεί γραμμική κινητική. Παρόλαυτα, η γραμμικότητα αυτή δεν ακολουθείται σε δόσεις μεγαλύτερες των 2 g. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ (90-95%). Μεγαλύτερες δόσεις από τις θεραπευτικές μπορεί να οδηγήσουν σε κορεσμό των συνήθων μηχανισμών ηπατικού μεταβολισμού και λόγω της εξάντλησης των αποθεμάτων γλουταθειόνης ενεργοποιούνται μεταβολικά μονοπάτια που αυξάνουν ηπατοτοξικούς και πιθανόν νεφροτοξικούς μεταβολίτες.
Αποβολή:
Η αποβολή γίνεται κυρίως με τα ούρα ύστερα από γλυκουρονιδίωση και σε μικρότερο βαθμό σύζευξη με θειικό οξύ και κυστεΐνη. Λιγότερο από 5% αποβάλλεται αμετάβλητο. Ο χρόνος ημιζωής (t1/2) είναι 1,5 - 3 ώρες (αυξάνεται σε περίπτωση υπερδοσολογίας και σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε παιδιά).
Φυσιοπαθολογικές αλλαγές
Νεφρική ανεπάρκεια: Σε περίπτωση σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης < 10ml/min), η αποβολή της παρακεταμόλης και των μεταβολιτών της επιβραδύνεται.
Ηλικιωμένα άτομα: Η ικανότητα σύζευξης παραμένει αναλλοίωτη. Έχει παρατηρηθεί αύξηση του χρόνου ημιζωής της παρακεταμόλης.