Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
EPIBRA 10MG/5ML VIAL
Διακοπή
|
10 / VIAL | 6.73 € |
|
EPIBRA 50MG/25ML VIAL
Διακοπή
|
50 / VIAL | 40.91 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Καρκίνωμα μαστού
- C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
-
Καρκίνωμα στομάχου
- C16 Κακοήθης νεοπλασία του στομάχου
-
Θηλώδες μεταβατικό καρκίνωμα ουροδόχου κύστης
Ενδοκυστική χρήση
- C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
-
Καρκίνωμα in situ
Ενδοκυστική χρήση
- D09 Καρκίνωμα in situ άλλων και απροσδιόριστων εντοπίσεων
-
Ενδοκυστική προφύλαξη της υποτροπής επιπολής καρκινώματος ουροδόχου κύστης έπειτα από διουρηθρική εκτομή
Ενδοκυστική χρήση
- C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
-
Προγράμματα πολυχημειοθεραπείας
EPIBRA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, ενδοκυστική
- Δόση έναρξης: 60-90 mg/m²
-
Ενήλικες (μονοθεραπεία)Δόση60-90 mg/m²Ενδοφλέβια σε 3-5 λεπτά, επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
-
Ασθενείς με καρκίνωμα μαστού (υψηλή δόση, συμπληρωματική θεραπεία)Δόση100 mg/m² (ως εφάπαξ δόση την ημέρα 1) έως 120 mg/m² (σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8)Κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη, 5-φθοριοουρακίλη και ταμοξιφαίνη.
-
Ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών (λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας/ακτινοθεραπείας, ηλικίας, νεοπλασματικής διήθησης)Δόση60-75 mg/m² (συνήθης θεραπεία), 105-120 mg/m² (υψηλή δόση)Χαμηλότερη δόση ή αναβολή της επόμενης δόσης. Η πλήρης δόση ανά κύκλο μπορεί να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστάται μείωση της δόσης.
-
ΠαιδιάΔεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστηςΔόση50 mg/50 mlΕβδομαδιαία πλύση επί 8 εβδομάδες. Μείωση σε 30 mg ανά 50 ml σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας.
-
Ασθενείς με καρκίνωμα ουροδόχου κύστης in situΔόσηΈως 80 mg/50 mlΜε βάση την ανοχή του ασθενούς.
-
Ασθενείς για προφύλαξη υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή του προστάτηΔόση50 mg/50 ml4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες
-
Γαλουχία
-
Επίμονη μυελοκαταστολήΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Βαριά μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)ΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Ασταθής στηθάγχηΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
ΚαρδιομυοπάθειαΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρές αρρυθμίεςΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Οξείες συστηματικές λοιμώξειςΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονώνΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
ΟυρολοιμώξειςΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Φλεγμονή της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
ΑιματουρίαΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Διηθητικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει την ουροδόχο κύστηΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Μεγάλος όγκος υπολειπόμενων ούρωνΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Συσπάσεις της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενική χορήγησηΠρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας
-
Οδός χορήγησηςΔεν πρέπει να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά
-
Συνεχής έγχυσηΚατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα
-
Προηγούμενη τοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να έχουν αναρρώσει από οξείες τοξικότητες (όπως στοματίτιδα, βλεννογονίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη
-
Υψηλές δόσειςΑπαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές εξαιτίας έντονης μυελοκαταστολής
-
ΚαρδιοτοξικότηταΥπάρχει κίνδυνος
-
Αθροιστική δόσηΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν ακτινοβολία στην περιοχή του μεσοθωρακίουΟ κίνδυνος ανάπτυξης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνεται ταχέως με αύξηση των ολικών αθροιστικών δόσεων της επιρουβικίνης καθ’ υπέρβαση των 900 mg/m² ή χαμηλότερη αθροιστική δόση. Η αθροιστική αυτή δόση πρέπει να υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή
-
Αθροιστική δόση / Συνδυασμένη θεραπείαΓια τον προσδιορισμό της μέγιστης αθροιστικής δόσης, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη κάθε ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα
-
Αθροιστική δόσηΜία αθροιστική δόση των 900-1000 mg/m² δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή
-
Καρδιακοί παράγοντες κινδύνουΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωράκιου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες και ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη)Αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας
-
Συνδυασμός με τραστουζουμάμπηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη, εκτός και αν γίνεται σε καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες + τραστουζουμάμπηΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία τραστουζουμάμπης που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνεςΚινδυνεύουν από καρδιοτοξικότητα, μολονότι ο κίνδυνος είναι χαμηλότερος από ότι με την ταυτόχρονη χρήση τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών
-
Θεραπεία μετά διακοπή τραστουζουμάμπηςΕάν είναι δυνατόν, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη θεραπεία που βασίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με τραστουζουμάμπηΠρέπει να αντιμετωπίζεται με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή για αυτές τις περιστάσεις
-
Καρδιακή παρακολούθησηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς, παιδιά και ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσουΒρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο καρδιοτοξικότητας
-
Αθροιστική τοξικότηταΕίναι πιθανό η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλίνων ή ανθρακενοδιόνων να είναι αθροιστική
-
ΜυελοκαταστολήΕνδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή
-
Επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολήςΣυμπεριλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο
-
Δευτερογενής λευχαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανθρακυκλίνεςΈχει αναφερθεί με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση
-
Δευτερογενής λευχαιμία (αυξημένος κίνδυνος)Είναι πιο συχνή όταν χορηγείται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA, σε συνδυασμό με θεραπεία ακτινοβολίας, όταν οι ασθενείς έχουν υποστεί έντονη προηγούμενη θεραπεία με κυτταροτοξικά φάρμακα, ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλίνων έχουν κλιμακωθεί
-
ΕμετόςΕίναι εμετογόνος
-
Βλεννογονίτιδα/ΣτοματίτιδαΕμφανίζονται σύντομα μετά τη χορήγηση και, σε περίπτωση που είναι σοβαρές, ενδέχεται να εξελιχθούν σε εξελκώσεις του βλεννογόνου
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή ASTΕνδέχεται να εμφανίσουν πιο αργή κάθαρση του φαρμάκου με αποτέλεσμα την αύξηση της συνολικής τοξικότητας
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή ASTΣυνιστώνται χαμηλότερες δόσεις
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dLΕίναι απαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας
-
ΦλεβοσκλήρυνσηΕνδέχεται να είναι αποτέλεσμα έγχυσης σε μικρό αγγείο ή επαναλαμβανόμενων εγχύσεων στην ίδια φλέβα
-
ΕξαγγείωσηΕνδέχεται να προκαλέσει τοπικό άλγος, σοβαρές αλλοιώσεις των ιστών (σχηματισμό φλυκταινών, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση
-
ΕξαγγείωσηΠρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση του φαρμάκου
-
ΕξαγγείωσηΜπορεί να αποφευχθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση ειδικευμένης θεραπείας π.χ. δεξραζοσάνης
-
ΕξαγγείωσηΤο άλγος μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής και διατήρηση της ψύξης, χρήση υαλουρονικού οξέος και DMSO
-
Εξαγγείωση (Νέκρωση)Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης χρονικής περιόδου, καθώς η νέκρωση ενδέχεται να εμφανιστεί αρκετές εβδομάδες μετά την εμφάνιση της εξαγγείωσης, πρέπει να συμβουλευτείτε πλαστικό χειρουργό ενόψει πιθανής εκτομής
-
Θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμεναΈχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση επιρουβικίνης, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα)
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΜπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία λόγω του υπερβολικού καταβολισμού πουρινών
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΗ ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη για την πρόληψη της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές επιπλοκές
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείςΜπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνηΠρέπει να αποφεύγεται
-
Εμβολιασμός με θανατωμένα/ανενεργά εμβόλιαΜπορούν να χορηγηθούν, ωστόσο, η ανταπόκριση ενδέχεται να είναι μειωμένη
-
ΓονοτοξικότηταΜπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆντρες και γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνηΠρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα
-
Γενετικές συμβουλέςΠληθυσμόςΑσθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείαςΠρέπει να συμβουλεύονται να εξασφαλίζουν γενετικές συμβουλές, εφόσον είναι απαραίτητες και διαθέσιμες
-
Χημική κυστίτιδαΠληθυσμόςΕνδοκυστική οδόςΜπορεί να προκαλέσει συμπτώματα (όπως δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, δυσχέρεια ουροδόχου κύστης, νέκρωση των τοιχωμάτων της ουροδόχου κύστης) και συστολή ουροδόχου κύστης
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςΕνδοκυστική οδόςΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται (π.χ. ουρική απόφραξη λόγω συμπαγών ενδοκυστικών όγκων)
-
Ενδοαρτηριακή χορήγησηΕνδέχεται να προκαλέσει εντοπισμένα ή περιφερειακά συμβάματα τα οποία περιλαμβάνουν γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και στένωση των χοληδόχων αγγείων λόγω της από το φάρμακο επαγόμενης σκληρυντικής χολαγγειϊτιδας
-
Ενδοαρτηριακή χορήγηση (Νέκρωση)Μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΝα λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι το προϊόν περιέχει 3,5 mg νατρίου ανά ml
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακαπροσοχήΑθροιστική τοξικότητα (μυελού των οστών/αιματολογικές, γαστρεντερικές επιδράσεις)
-
Άλλα δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)παρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας, ειδικά εάν χορηγηθούν ανθρακυκλίνες εντός 24 εβδομάδων από τη διακοπή της τραστουζουμάμπης.ΣύστασηΑποφυγή ανθρακυκλινών για έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, εάν είναι δυνατό. Εάν χρησιμοποιηθούν, προσεκτική παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
-
Εμβόλια ζώντων ιώναντένδειξηΚίνδυνος λοίμωξηςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο εμβολιασμός με εμβόλια ζώντων ιών.
-
Εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιώνπροσοχήΜειωμένη ανταπόκριση
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το κυτόχρωμα P-450 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά)προσοχήΑύξηση μεταβολισμού επιρουβικίνης, μείωση αποτελεσματικότητας
-
Σιμετιδίνη (400 mg δύο φορές ημερησίως)προσοχήΑύξηση 50% στην AUC επιρουβικίνης, αύξηση 41% στην AUC epirubicinol.ΣύστασηΗ σιμετιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Πακλιταξέλη (χορηγούμενη πριν την επιρουβικίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις επιρουβικίνης και μεταβολιτών στο πλάσμα, μεγαλύτερη αιματολογική τοξικότητα. Οι μεταβολίτες δεν είναι τοξικοί/ενεργοί.ΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ τους.
-
Ντοσεταξέλη (χορηγούμενη αμέσως μετά την επιρουβικίνη)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα.
-
ΔεξοβεραπαμίληπροσοχήΜπορεί να μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και να αυξήσει τις κατασταλτικές δράσεις επί του μυελού των οστών.
-
προσοχήΜπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και να επηρεάσει την κατανομή της στα ερυθροκύτταρα.
-
Ιντερφερόνη α2bπροσοχήΜπορεί να επιφέρει μείωση του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης και της συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης.
-
Αγωγές που επηρεάζουν το μυελό των οστών (π.χ. κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)προσοχήΠιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης.ΣύστασηΗ πιθανότητα διαταραχής της αιματοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν.
-
Δεξραζοσάνη (υψηλές δόσεις 900 mg/m² και 1200 mg/m²)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συστηματική κάθαρση της επιρουβικίνης, μείωση της AUC. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη μυελοκαταστολή σε συνδυαστική θεραπεία.
-
ΑκτινοθεραπείεςπροσοχήΕνίσχυση της καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης. Η επιρουβικίνη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της ακτινοβολίας στην περιοχή του μεσοθωρακίου.
-
προσοχήΕνίσχυση της καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης.
-
προσοχήΕνίσχυση της καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης.
-
προσοχήΜπορεί να προκαλέσει υπερβολική ανοσοκαταστολή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις
- Σηπτική καταπληξία
- Σηψαιμία
- Πνευμονία
- Κυτταρίτιδα
- Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία (με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση)
- Μυελοκαταστολή
- Λευκοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αιμορραγία
- Καταπληξία
- Εξάψεις
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Φλεβοσκλήρυνση
- Υποξία ιστών
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Κνίδωση
- Τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας
- Τοπική τοξικότητα
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Μεταβολές δέρματος
- Μεταβολές ονύχων
- Υπέρχρωση
- Φωτοευαισθησία
- Υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος
- Ερύθημα του σημείου έγχυσης
- Πυρετός
- Ρίγη
- Οίδημα
- Βλεννογονιδίτιδα
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Υπερπυρεξία
- Τοπικό άλγος
- Νέκρωση ιστού
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Επιπεφυκίτιδα
- Κερατίτιδα
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Καλπαστικός ρυθμός
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Υπεζωκοτικές συλλογές
- Διόγκωση ήπατος
- Ασκίτης
- Οισοφαγίτιδα
- Στοματίτιδα
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
- Στοματική εξέλκωση
- Στοματικό άλγος
- Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
- Στοματική αιμορραγία
- Στοματική μελάγχρωση
- Καρδιοτοξικότητα (ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία, καρδιομυοπάθεια)
- Θρομβοεμβολή (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής)
- Ερυθρός χρωματισμός ούρων
- Πρωτεϊνουρία
- Αμηνόρροια
- Αζωοσπερμία
- Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
- Χημική κυστίτιδα (ορισμένες φορές αιμορραγική)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκία (στο 60-90% των περιπτώσεων, δοσεξαρτώμενη και αναστρέψιμη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕρυθρός χρωματισμός ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒλεννογονιδίτιδαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροια (μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕρύθημα του σημείου έγχυσηςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτία (εμφανίζεται μέσα στις πρώτες 24 ώρες σε όλους σχεδόν τους ασθενείς)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΧημική κυστίτιδα (ορισμένες φορές αιμορραγική)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑζωοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιόγκωση ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚαλπαστικός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚαρδιοτοξικότητα (ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία, καρδιομυοπάθεια)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασώνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΟξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΟξεία μυελογενής λευχαιμία (με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβαςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπεζωκοτικές συλλογέςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσου του βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΔιάβρωση του στοματικού βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΘρομβοεμβολή (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής, μεμονωμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο έκβαση)Αγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΜειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίαςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜεταβολές δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜεταβολές ονύχωνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΝέκρωση ιστούΓενικές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρία (σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣτοματική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματική εξέλκωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματική μελάγχρωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΤοπική τοξικότηταΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπέρχρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥποξία ιστώνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΦλεβοσκλήρυνσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΠροσοχήΗ επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Άντρες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέσα αντισύλληψης και να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας. Συνιστάται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε γυναίκες στην προεμμηνόπαυση. Άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά από αυτή.
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Πειραματικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν ότι η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (κυρίως στο πρώτο τρίμηνο) ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος, πρέπει να πληροφορείται το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Τα κυτταροστατικά φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο επί αυστηρής ένδειξης και όταν το πιθανό όφελος για τη μητέρα έχει σταθμιστεί κατά των πιθανών κινδύνων. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα νεογνά, οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό πριν την έναρξη της λήψης του φαρμάκου αυτού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή μυελοκαταστολή (κυρίως λευκοπενία και θρομβοπενία)
- γαστρεντερικές τοξικές επιδράσεις (κυρίως βλεννογονίτιδα)
- οξείες καρδιακές επιπλοκές
- λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει γρήγορα στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα, όπου αναστέλλει τη σύνθεση του νουκλεϊκού οξέος και τη μίτωση. Η δραστηριότητα της επιρουβικίνης επαληθεύτηκε σε πολλούς πειραματικούς όγκους, μεταξύ των οποίων λευχαιμίες L1210 και P388, σάρκωμα SA 180 (συμπαγής και ασκιτική μορφή), μελάνωμα B16, καρκίνωμα μαστού, καρκίνωμα πνεύμονα του Lewis και καρκίνωμα παχέος εντέρου 38, επιπλέον δείχτηκε δράση επί των ανθρώπινων όγκων που μεταμοσχεύτηκαν σε αθυμικά γυμνά ποντίκια (μελάνωμα και καρκίνωμα μαστού, πνεύμονα, προστάτη και ωοθηκών).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. Κωδικός ATC: L01DB03
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία το επίπεδο της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτει μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40 ωρών. Οι δόσεις αυτές είναι μεταξύ των ορίων της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας που αφορούν τόσο στις τιμές κάθαρσης πλάσματος όσο και στο μεταβολισμό. Οι μελέτες κατανομής σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι υψηλές τιμές κάθαρσης πλάσματος της επιρουβικίνης (0,9 l/min) και οι μέθοδοι βραδείας απομάκρυνσης καταδεικνύουν μεγάλο όγκο κατανομής.
Βιομετατροπή
Οι πιο σημαντικοί μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν είναι η epirubicinol (13-OH epirubicin), τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της epirubicinol. Η 4’-O-γλυκουρονιδίωση διαχωρίζει την επιρουβικίνη από τη δοξορουβικίνη και μπορεί να επεξηγήσει την ταχύτερη απομάκρυνση της επιρουβικίνης και τη μειωμένη τοξικότητά της. Τα επίπεδα πλάσματος του πιο σημαντικού μεταβολίτη, της epirubicinol, είναι πάντα χαμηλότερα από αυτά του αναλλοίωτου προϊόντος και πρακτικά κινούνται παράλληλα.
Απέκκριση
Περίπου 9-10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων μέσα σε 48 ώρες. Η επιρουβικίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ήπατος· περίπου 40% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στη χολή μέσα σε 72 ώρες. Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιφέρει υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και απαιτεί μείωση της δόσης.