Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 48.13 € | |
| 300 / TAB | 51.09 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E11 Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ανεπαρκώς ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
INVOKANA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, κατά προτίμηση πριν από το πρώτο γεύμα της ημέρας
- Δόση έναρξης: 100 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Σε ασθενείς που ανέχονται την καναγλιφλοζίνη 100 mg μία φορά την ημέρα και έχουν eGFR ≥ 60 ml/min/1,73 m² ή CrCl ≥ 60 ml/min και χρειάζονται αυστηρότερο γλυκαιμικό έλεγχο, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 300 mg μία φορά την ημέρα.
-
ΕνήλικεςΔόση100 mgΜέγ. δόση300 mgΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 100 mg μία φορά την ημέρα. Εάν ανέχεται την δόση των 100 mg, έχει eGFR ≥ 60 ml/min/1,73 m² ή CrCl ≥ 60 ml/min και χρειάζεται αυστηρότερο γλυκαιμικό έλεγχο, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 300 mg μία φορά την ημέρα.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 75 ετών)Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν αυξάνεται η δόση λόγω κινδύνου μείωσης του όγκου. Η νεφρική λειτουργία και ο κίνδυνος μείωσης του όγκου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
-
Ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσοΘα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν αυξάνεται η δόση λόγω κινδύνου μείωσης του όγκου.
-
Ασθενείς με ενδείξεις μείωσης όγκουΣυνιστάται διόρθωση αυτής της κατάστασης πριν από την έναρξη της καναγλιφλοζίνης.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη ή εκκριταγωγό της ινσουλίνηςΜπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης ινσουλίνης ή εκκριταγωγού της ινσουλίνης για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης υπογλυκαιμίας.
-
Ασθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΔόση100 mgΩς επιπρόσθετη θεραπεία με την καθιερωμένη αγωγή (π.χ. ACE-αναστολείς ή ARB).
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται για χρήση.
-
Παιδιά (≥ 10 ετών) με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά (< 50 kg)Συνιστάται προσοχή κατά την αύξηση της δόσης στα 300 mg, καθώς τα δεδομένα ασφάλειας είναι περιορισμένα.
-
Παιδιά (< 10 ετών)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η καναγλιφλοζίνη
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΜειωμένη αποτελεσματικότητα στον γλυκαιμικό έλεγχο
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠιθανή απουσία αποτελεσματικότητας στον γλυκαιμικό έλεγχο
-
Μείωση του όγκου (volume depletion)ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με eGFR < 60 ml/min/1,73 m² ή CrCl < 60 ml/minΑυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ζάλη θέσης, ορθοστατική υπόταση, υπόταση), ιδίως με δόση 300 mg
-
Αυξημένα επίπεδα καλίου, κρεατινίνης ορού και BUNΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με eGFR < 60 ml/min/1,73 m² ή CrCl < 60 ml/minΑυξημένα συμβάντα και μεγαλύτερες αυξήσεις
-
Δοσολογία σε νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με eGFR < 60 ml/min/1,73 m² ή CrCl < 60 ml/minΗ δόση της καναγλιφλοζίνης πρέπει να περιορίζεται στα 100 mg μία φορά την ημέρα
-
Μείωση του eGFRΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με καναγλιφλοζίνηΠαρουσίασαν αρχική μείωση του eGFR, η οποία στη συνέχεια μετριάστηκε με την πάροδο του χρόνου
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αφυδάτωσης και υπότασης.
-
ΙνσουλίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίας.ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί χαμηλότερη δόση ινσουλίνης.
-
Εκκριταγωγά της ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίας.ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί χαμηλότερη δόση εκκριταγωγού της ινσουλίνης.
-
Επαγωγείς ενζύμων (π.χ. υπερικό, ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριτοναβίρη, εφαβιρένζη)παρακολούθησηΜείωση της έκθεσης στην καναγλιφλοζίνη, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΠαρακολούθηση γλυκαιμικού ελέγχου. Εάν συγχορηγείται επαγωγέας UGT και ο ασθενής ανέχεται 100mg και έχει eGFR ≥ 60ml/min/1.73m2 ή CrCl > 60ml/min και χρειάζεται πρόσθετο γλυκαιμικό έλεγχο, να εξετάζεται αύξηση της δόσης σε 300mg. Σε ασθενείς με eGFR 45ml/min/1.73m2 έως < 60ml/min/1.73m2 ή CrCl 45ml/min έως < 60ml/min, να εξετάζονται άλλες θεραπείες μείωσης της γλυκόζης.
-
Χολεστυραμίνη (δεσμευτικά χολικών οξέων)προσοχήΜπορεί να μειώσει την έκθεση στην καναγλιφλοζίνη.ΣύστασηΗ λήψη της καναγλιφλοζίνης τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση.
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC και Cmax της διγοξίνης (πιθανώς λόγω αναστολής της P-gp).ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
-
Ετεξιλική δαβιγατράνηπαρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις της δαβιγατράνης μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση (διερεύνηση για σημεία αιμορραγίας ή αναιμίας).
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταφέρονται από την BCRP (π.χ. ροσουβαστατίνη, ορισμένα αντικαρκινικά)προσοχήΜπορεί να υπάρξει αυξημένη έκθεση λόγω αναστολής της BCRP.
-
1,5-ανυδρογλυκιτόλη (1,5-AG) δοκιμασίαπροσοχήΨευδώς μειωμένα επίπεδα 1,5-AG, καθιστώντας τις τιμές μη αξιόπιστες για εκτίμηση γλυκαιμικού ελέγχου.ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται οι δοκιμασίες 1,5-AG για την αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αιδοιοκολπική καντιντίαση
- Βαλανίτιδα
- Βαλανοποσθίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Πυελονεφρίτιδα
- Ουροσήψη
- Νεκρωτική περιτονίτιδα του περινέου
- Γάγγραινα του Fournier
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπογλυκαιμία
- Αφυδάτωση
- Διαβητική κετοξέωση
- Δυσλιπιδαιμία
- Αυξημένο κάλιο αίματος
- Ζάλη θέσης
- Συγκοπή
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Δίψα
- Φωτοευαισθησία
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Κάταγμα οστού
- Πολυουρία
- Πολλακιουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένος αιματοκρίτης
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Φωσφορικά αίματος αυξημένα
- Ακρωτηριασμός κάτω άκρου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑιδοιοκολπική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒαλανίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΒαλανοποσθίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟυροσήψηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠυελονεφρίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑκρωτηριασμός κάτω άκρουΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάλη θέσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα οστούΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦωσφορικά αίματος αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαβητική κετοξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΓάγγραινα του FournierΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΝεκρωτική περιτονίτιδα του περινέουΛοιμώξεις
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται δεδομένα από τη χρήση της καναγλιφλοζίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όταν διαπιστώνεται εγκυμοσύνη, η θεραπεία με καναγλιφλοζίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν είναι γνωστό εάν η καναγλιφλοζίνη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της καναγλιφλοζίνης/των μεταβολιτών στο γάλα, καθώς και φαρμακολογικά επαγόμενες επιδράσεις σε θηλάζοντες νεογέννητους και νεαρούς αρουραίους που εκτέθηκαν σε καναγλιφλοζίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/νεογνά.
-
ΓονιμότηταΔεν έχει μελετηθεί στον άνθρωποΗ επίδραση της καναγλιφλοζίνης στη γονιμότητα του ανθρώπου δεν έχει μελετηθεί. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική κατηγορία
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για το διαβήτη, φάρμακα μείωσης της γλυκόζης αίματος, εξαιρούνται οι ινσουλίνες. Κωδικός ATC: A10BK02.
Μηχανισμός δράσης
Ο μεταφορέας SGLT2, που εκφράζεται στα εγγύς νεφρικά σωληνάρια, είναι υπεύθυνος για την πλειοψηφία της επαναπορρόφησης της διηθημένης γλυκόζης από το σωληναριακό αυλό. Η καναγλιφλοζίνη είναι ένας από στόματος χορηγούμενος δραστικός αναστολέας του SGLT2. Με την αναστολή του SGLT2, η καναγλιφλοζίνη μειώνει την επαναπορρόφηση της διηθημένης γλυκόζης, μειώνει το νεφρικό όριο για τη γλυκόζη (RTG) και, ως εκ τούτου, αυξάνει την UGE, μειώνοντας τις αυξημένες συγκεντρώσεις της γλυκόζης στο πλάσμα μέσω αυτού του ανεξάρτητου από την ινσουλίνη μηχανισμού σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Η αυξημένη UGE με την αναστολή του SGLT2 μεταφράζεται επίσης σε οσμωτική διούρηση, με τη διουρητική επίδραση να οδηγεί σε μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση της UGE οδηγεί σε απώλεια θερμίδων και, ως εκ τούτου, στη μείωση του σωματικού βάρους, όπως έχει καταδειχθεί σε μελέτες σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Η δράση της καναγλιφλοζίνης ως προς την αύξηση της UGE και την άμεση μείωση της γλυκόζης στο πλάσμα είναι ανεξάρτητη της ινσουλίνης. Σε κλινικές μελέτες με την καναγλιφλοζίνη έχει παρατηρηθεί βελτίωση της αξιολόγησης του ομοιοστατικού μοντέλου λειτουργίας των β-κυττάρων (HOMA β-κύτταρα) και βελτίωση της ανταπόκρισης της έκκρισης ινσουλίνης από τα β-κύτταρα σε μία δοκιμασία πρόκλησης μεικτού γεύματος.
Σε μελέτες φάσης 3, η προγευματική χορήγηση καναγλιφλοζίνης 300 mg παρείχε μεγαλύτερη μείωση της μεταγευματικής διακύμανσης της γλυκόζης από αυτή που παρατηρήθηκε με τη δόση των 100 mg. Αυτή η επίδραση που παρατηρείται σε δόση καναγλιφλοζίνης 300 mg μπορεί, εν μέρει, να οφείλεται στην τοπική αναστολή του εντερικού SGLT1 (ένας σημαντικός εντερικός μεταφορέας της γλυκόζης) που σχετίζεται με παροδικά υψηλές συγκεντρώσεις καναγλιφλοζίνης στον εντερικό αυλό πριν από την απορρόφηση του φαρμακευτικού προϊόντος (η καναγλιφλοζίνη είναι ασθενής αναστολέας του μεταφορέα SGLT1). Μελέτες δεν έχουν δείξει δυσαπορρόφηση της γλυκόζης με την καναγλιφλοζίνη. Η καναγλιφλοζίνη αυξάνει την παροχή νατρίου στο άπω σωληνάριο μέσω της αναστολής της SGLT2-εξαρτώμενης γλυκόζης και της επαναπορρόφησης του νατρίου, αυξάνοντας έτσι τη σωληναριοσπειραματική παλίνδρομη ρύθμιση, η οποία σχετίζεται με πτώση της ενδοσπειραματικής πίεσης και μείωση της υπερδιήθησης σε προκλινικά μοντέλα διαβήτη και σε κλινικές μελέτες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών από στόματος δόσεων καναγλιφλοζίνης σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, παρατηρήθηκαν δοσοεξαρτώμενες μειώσεις του RTG και αυξήσεις της UGE. Με αρχική τιμή RTG περίπου 13 mmol/l, η μέγιστη καταστολή του 24-ωρου μέσου RTG παρατηρήθηκε με την ημερήσια δόση των 300 mg σε περίπου 4 mmol/l έως 5 mmol/l σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 σε μελέτες φάσης 1, γεγονός που υποδηλώνει χαμηλό κίνδυνο εμφάνισης επαγόμενης από τη θεραπεία υπογλυκαιμίας. Οι μειώσεις του RTG οδήγησαν σε αυξημένη UGE σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία με 100 mg ή με 300 mg καναγλιφλοζίνης στο εύρος από 77 g/ημέρα έως 119 g/ημέρα σε όλες τις μελέτες φάσης 1. Η UGE που παρατηρήθηκε μεταφράζεται σε απώλεια 308 kcal/ημέρα έως 476 kcal/ημέρα. Οι μειώσεις του RTG και οι αυξήσεις της UGE διατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μίας περιόδου χορήγησης δόσεων 26 εβδομάδων σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Παρατηρήθηκαν μέτριες αυξήσεις (γενικά < 400 ml έως 500 ml) του ημερήσιου όγκου ούρων, οι οποίες μειώθηκαν σε διάστημα αρκετών ημερών χορήγησης της δόσης. Η απέκκριση ουρικού οξέος στα ούρα αυξήθηκε παροδικά με την καναγλιφλοζίνη (αυξήθηκε κατά 19% σε σύγκριση με την τιμή αναφοράς την ημέρα 1 και στη συνέχεια μειώθηκε σε 6% την ημέρα 2 και 1% την ημέρα 13). Αυτό συνοδεύτηκε από διατηρούμενη μείωση της συγκέντρωσης του ουρικού οξέος στον ορό περίπου κατά 20%.
Σε μία μελέτη εφάπαξ δόσης σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η θεραπεία με 300 mg πριν από δοκιμασία πρόκλησης μεικτού γεύματος οδήγησε σε καθυστέρηση της εντερικής απορρόφησης της γλυκόζης και μείωσε τη μεταγευματική γλυκόζη τόσο μέσω ενός νεφρικού όσο και μέσω ενός μη νεφρικού μηχανισμού.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου όσο και η μείωση της καρδιαγγειακής και νεφρικής νοσηρότητας και θνητότητας αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της θεραπείας του διαβήτη τύπου 2.
Γλυκαιμική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε ενήλικες ασθενείς
Συνολικά 10.501 ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 συμμετείχαν σε δέκα διπλά τυφλές, ελεγχόμενες μελέτες. Σε γενικές γραμμές, η καναγλιφλοζίνη επέφερε κλινικά και στατιστικά σημαντικά (p < 0,001) αποτελέσματα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο ως προς το γλυκαιμικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της HbA1c, του ποσοστού των ασθενών που πέτυχαν HbA1c < 7%, της μεταβολής από την τιμή αναφοράς της γλυκόζης πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) και της μεταγευματικής γλυκόζης στις 2 ώρες (PPG). Επίσης, παρατηρήθηκαν μειώσεις του σωματικού βάρους και της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.
Πίνακας 4: Αποτελεσματικότητα από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (περιλαμβάνονται μονοθεραπεία, διπλή θεραπεία με μετφορμίνη, τριπλή θεραπεία με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία, επιπρόσθετη θεραπεία με ινσουλίνη, τριπλή θεραπεία με μετφορμίνη και σιταγλιπτίνη).
Πίνακας 5: Αποτελεσματικότητα από ελεγχόμενες με δραστικό παράγοντα μελέτες (σύγκριση με γλιμεπιρίδη ως διπλή θεραπεία με μετφορμίνη και σύγκριση με σιταγλιπτίνη ως τριπλή θεραπεία με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία).
Πίνακας 6: Αποτελέσματα από την 26 εβδομάδων ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα κλινική μελέτη της καναγλιφλοζίνης ως αρχική θεραπεία συνδυασμού με μετφορμίνη.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Στατιστικά σημαντικές μεταβολές της HbA1c από την τιμή αναφοράς σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (-0,57% και -0,70% για 100 mg και 300 mg, αντίστοιχα) (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Ενήλικες ασθενείς με eGFR < 60 ml/min/1,73 m²: Κλινικά σημαντική μείωση της HbA1c σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (-0,47% για 100 mg και -0,52% για 300 mg). Μέση βελτίωση του ποσοστού μεταβολής του σωματικού βάρους (-1,8% και -2,0% αντίστοιχα). Παρατηρήθηκε αύξηση των επεισοδίων/συμβάντων υπογλυκαιμίας κατά την προσθήκη της καναγλιφλοζίνης σε ινσουλίνη και/ή σουλφονυλουρία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Γλυκόζη πλάσματος νηστείας
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, η χορήγηση καναγλιφλοζίνης οδήγησε σε μέσες μεταβολές της FPG από την τιμή αναφοράς σε σχέση με το εικονικό φάρμακο από -1,2 mmol/l έως -1,9 mmol/l για 100 mg και από -1,9 mmol/l έως -2,4 mmol/l για 300 mg. Οι μειώσεις αυτές διατηρήθηκαν και σχεδόν μεγιστοποιήθηκαν μετά την πρώτη ημέρα της θεραπείας.
Μεταγευματική γλυκόζη
Η καναγλιφλοζίνη μείωσε τη μεταγευματική γλυκόζη (PPG) από την τιμή αναφοράς σε σχέση με το εικονικό φάρμακο κατά -1,5 mmol/l έως -2,7 mmol/l για 100 mg και κατά -2,1 mmol/l έως -3,5 mmol/l για 300 mg, λόγω των μειώσεων των συγκεντρώσεων της προγευματικής γλυκόζης και της μειωμένης μεταγευματικής διακύμανσης της γλυκόζης.
Σωματικό βάρος
Η καναγλιφλοζίνη οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις στο ποσοστό του σωματικού βάρους. Περίπου τα δύο τρίτα της απώλειας σωματικού βάρους οφείλονταν σε απώλεια λιπώδους ιστού. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές της οστικής πυκνότητας.
Αρτηριακή πίεση
Μέση μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης κατά -3,9 mmHg και -5,3 mmHg για 100 mg και 300 mg, αντιστοίχως, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-0,1 mmHg). Μικρότερη επίδραση στη διαστολική αρτηριακή πίεση (-2,1 mmHg και -2,5 mmHg, αντίστοιχα). Δεν υπήρξε αξιοσημείωτη μεταβολή στην καρδιακή συχνότητα.
Ασθενείς με τιμή HbA1c αναφοράς > 10% έως ≤ 12%
Μειώσεις από την τιμή HbA1c αναφοράς (μη προσαρμοσμένες για το εικονικό φάρμακο) κατά -2,13% και -2,56% για 100 mg και 300 mg, αντιστοίχως.
Καρδιαγγειακές εκβάσεις στο πρόγραμμα CANVAS
Στο πρόγραμμα CANVAS, η καναγλιφλοζίνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης Μείζονος Ανεπιθύμητου Καρδιαγγειακού Συμβάντος (MACE). Οι ασθενείς στις ομάδες της καναγλιφλοζίνης συγκεντρωτικά είχαν χαμηλότερο ποσοστό MACE σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (HR: 0,86, 95% CI (0,75, 0,97)). Η μείωση παρατηρήθηκε ήδη από την Εβδομάδα 26 και διατηρήθηκε. Η καναγλιφλοζίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτούσε εισαγωγή στο νοσοκομείο (HR: 0,67, 95% CI (0,52, 0,87)).
Νεφρικά καταληκτικά σημεία στο πρόγραμμα CANVAS
Για το χρονικό διάστημα μέχρι το πρώτο αξιολογημένο συμβάν νεφροπάθειας (διπλασιασμός κρεατινίνης ορού, ανάγκη για θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης, και θάνατος νεφρικής αιτιολογίας) το HR ήταν 0,53 (95% CI: 0,33, 0,84). Η αύξηση της αλβουμινουρίας ήταν 25,8% με την καναγλιφλοζίνη έναντι 29,2% με το εικονικό φάρμακο (HR: 0,73; 95% CI: 0,67, 0,79).
Νεφρικές εκβάσεις στη μελέτη CREDENCE
Στη μελέτη CREDENCE, η θεραπεία με καναγλιφλοζίνη 100 mg μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο πρώτης εμφάνισης του κύριου σύνθετου καταληκτικού σημείου της νεφρικής νόσου τελικού σταδίου, του διπλασιασμού της κρεατινίνης ορού και του θανάτου από νεφρικά ή καρδιαγγειακά αίτια [HR: 0,70, 95% CI: 0,57, 0,84]. Η επίδραση της θεραπείας ήταν συνεπής σε όλες τις υποομάδες. Η θεραπεία με καναγλιφλοζίνη 100 mg μείωσε επίσης σημαντικά τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών δευτερευόντων καταληκτικών σημείων. Ο eGFR στην ομάδα της καναγλιφλοζίνης παρουσίασε οξεία μείωση την Εβδομάδα 3, ακολουθούμενη από μετριασμένη μείωση με την πάροδο του χρόνου. Η μέση μείωση του eGFR ήταν μικρότερη στην ομάδα της καναγλιφλοζίνης σε σχέση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου και η επίδραση διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στη Μελέτη DIA3018, η διαφορά στην προσαρμοσμένη μέση μεταβολή της HbA1c την 26η Εβδομάδα μεταξύ καναγλιφλοζίνης και εικονικού φαρμάκου ήταν -0,76% και ήταν κλινικά και στατιστικά σημαντική.
Η φαρμακοκινητική της καναγλιφλοζίνης είναι ουσιαστικά παρόμοια σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 100 mg και 300 mg σε υγιή άτομα, η καναγλιφλοζίνη απορροφήθηκε ταχέως, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (διάμεση τιμή Tmax) να παρατηρούνται σε 1 ώρα με 2 ώρες μετά τη δόση. Η Cmax και η AUC της καναγλιφλοζίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά τρόπο ανάλογο της δόσης από τα 50 mg έως τα 300 mg. Η φαινομενική τελική ημιζωή (t1/2) (εκφράζεται ως μέση τιμή ± τυπική απόκλιση) ήταν 10,6 ± 2,13 ώρες και 13,1 ± 3,28 ώρες για τις δόσεις των 100 mg και των 300 mg, αντίστοιχα. Σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε μετά από 4 ημέρες έως 5 ημέρες με μία φορά την ημέρα χορήγηση καναγλιφλοζίνης 100 mg έως 300 mg. Η καναγλιφλοζίνη δεν παρουσιάζει χρονο-εξαρτώμενη φαρμακοκινητική και συσσωρεύτηκε στο πλάσμα σε ποσοστό έως και 36% μετά από πολλαπλές δόσεις των 100 mg και 300 mg.
Απορρόφηση
Η μέση απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα της καναγλιφλοζίνης είναι περίπου 65%. Η συγχορήγηση γεύματος υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά με καναγλιφλοζίνη δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της καναγλιφλοζίνης και ως εκ τούτου, το Καναγλιφλοζίνη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Ωστόσο, με βάση τη δυνατότητα μείωσης των μεταγευματικών διακυμάνσεων της γλυκόζης πλάσματος λόγω καθυστερημένης εντερικής απορρόφηση της γλυκόζης, συνιστάται το Καναγλιφλοζίνη να λαμβάνεται πριν από το πρώτο γεύμα της ημέρας (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής της καναγλιφλοζίνης σε σταθερή κατάσταση μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση σε υγιή άτομα ήταν 83,5 λίτρα, γεγονός που υποδηλώνει εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς. Η καναγλιφλοζίνη συνδέεται σε εκτεταμένο βαθμό σε πρωτεΐνες του πλάσματος (99%) και ιδιαίτερα στη λευκωματίνη. Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι ανεξάρτητη από τις συγκεντρώσεις της καναγλιφλοζίνης στο πλάσμα. Η σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Βιομετασχηματισμός
Η O-γλυκουρονιδίωση είναι η μείζων μεταβολική οδός αποβολής της καναγλιφλοζίνης, η οποία υφίσταται γλυκουρονιδίωση κυρίως από το UGT1A9 και το UGT2B4 σε δύο ανενεργούς μεταβολίτες O-γλυκουρονιδίου. Ο μεσολαβούμενος από το CYP3A4 (οξειδωτικός) μεταβολισμός της καναγλιφλοζίνης είναι ελάχιστος (περίπου 7%) στον άνθρωπο. Σε μελέτες in vitro, η καναγλιφλοζίνη δεν ανέστειλε τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP1A2, CYP2A6, CYP2C19, CYP2D6, ή CYP2E1, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, ούτε επήγαγε τα CYP1A2, CYP2C19, CYP2B6, CYP3A4 σε συγκεντρώσεις υψηλότερες από τις θεραπευτικές. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στο CYP3A4 in vivo (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αποβολή
Μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση δόσης [14C] καναγλιφλοζίνης σε υγιή άτομα, το 41,5%, το 7,0% και το 3,2% της χορηγούμενης ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα ως καναγλιφλοζίνη, ως υδροξυλιωμένος μεταβολίτης και ως μεταβολίτης O-γλυκουρονιδίου, αντίστοιχα. Η εντεροηπατική κυκλοφορία της καναγλιφλοζίνης ήταν αμελητέα. Περίπου το 33% της χορηγούμενης ραδιενεργού δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, κυρίως ως μεταβολίτες O-γλυκουρονιδίου (30,5%). Ποσοστό μικρότερο από 1% της δόσης απεκκρίθηκε ως αμετάβλητη καναγλιφλοζίνη στα ούρα. Η νεφρική κάθαρση της καναγλιφλοζίνης στις δόσεις των 100 mg και 300 mg κυμάνθηκε από 1,30 ml/min έως 1,55 ml/min. Η καναγλιφλοζίνη είναι μία ουσία με χαμηλή κάθαρση, με μέση συστηματική κάθαρση περίπου 192 ml/min σε υγιή άτομα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η Cmax της καναγλιφλοζίνης παρουσίασε μέτρια αύξηση κατά 13%, 29% και 29% στα άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, αντίστοιχα, αλλά όχι στα άτομα που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση. Σε σύγκριση με τα υγιή άτομα, η AUC της καναγλιφλοζίνης στο πλάσμα αυξήθηκε περίπου κατά 17%, 63% και 50% στα άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, αλλά ήταν παρόμοια για τους ασθενείς με ESKD και τα υγιή άτομα. Η απομάκρυνση της καναγλιφλοζίνης μέσω αιμοδιΰλισης ήταν αμελητέα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές οι διαφορές στην Cmax και AUC της καναγλιφλοζίνης σε άτομα κατηγορίας Α (ήπια) και Β (μέτρια) κατά Child-Pugh. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργία κατηγορίας C κατά Child-Pugh.
Ηλικιωμένοι
Η ηλικία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της καναγλιφλοζίνης (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η χορήγηση καναγλιφλοζίνης από του στόματος σε δόσεις 100 mg και 300 mg οδήγησε σε ανταποκρίσεις συμβατές με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς. Η φαρμακομετρική μοντελοποίηση υποδηλώνει ότι οι εκθέσεις σε παιδιά με χαμηλό σωματικό βάρος (βάρους < 50 kg) μετά από χορήγηση 300 mg μία φορά την ημέρα μπορεί να υπερβαίνουν τις εκθέσεις των ενηλίκων που επιτυγχάνονται με την ίδια δόση (βλ. επίσης Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Φαρμακογενετική
Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση κλινικών δεδομένων, παρατηρήθηκαν αυξήσεις της AUC της καναγλιφλοζίνης κατά 26% σε φορείς του UGT1A9*1/3 και κατά 18% σε φορείς του UGT2B42/2. Αυτές οι αυξήσεις στην έκθεση της καναγλιφλοζίνης δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντικές. Η επίδραση της ομοζυγωτίας (UGT1A93/*3, συχνότητα < 0,1%) είναι πιθανώς πιο αισθητή, αλλά δεν έχει διερευνηθεί. Η ηλικία, η φυλή/εθνικότητα ή ο δείκτης μάζας σώματος δεν παρουσίασαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της καναγλιφλοζίνης βάσει μίας φαρμακοκινητικής ανάλυσης πληθυσμού.