Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
RAMISΥN 10MG/TAB
Διακοπή
|
10 / TAB | 13.32 € |
| 5 / TAB | 5.76 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N28 Άλλες διαταραχές των νεφρών και του ουρητήρα, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νεφρική νόσος
-
I51 Άλλες καρδιοπάθειες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρδιαγγειακά συμβάματα
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια
-
E14 Μη καθορισμένος σακχαρώδης διαβήτης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκδηλη σπειραματική διαβητική νεφροπάθεια · Αρχόμενη σπειραματική διαβητική νεφροπάθεια
-
I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
N08 Σπειραματικές διαταραχές σε άλλες νόσους ταξινομημένες αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκδηλη σπειραματική μη διαβητική νεφροπάθεια
RAMISΥN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος χρήση
- Χορήγηση: κάθε μέρα την ίδια ώρα της ημέρας. Το RAMISYN μπορεί να λαμβάνεται πριν, μαζί ή μετά τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 2,5 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς, συνήθως με διπλασιασμό της δόσης ανά μία έως τέσσερις εβδομάδες, μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής ανταπόκρισης ή της μέγιστης επιτρεπόμενης δόσης.
-
Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικάΔόση1,25 mgΕάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με το διουρητικό θα πρέπει να διακοπεί 2 έως 3 ημέρες προτού αρχίσει η θεραπεία με το RAMISYN (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται. Η επακόλουθη δόση του RAMISYN θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα με την επιδιωκόμενη αρτηριακή πίεση.
-
ΥπέρτασηΜέγ. δόση10 mg ημερησίωςΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Οι ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης πιθανόν να εμφανίσουν υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την αρχική δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται μία δόση έναρξης του 1,25 mg και η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να είναι υπό ιατρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Καρδιαγγειακή πρόληψηΜέγ. δόση10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίωςΗ δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται να διπλασιάζεται η δόση μετά από μία ή δύο εβδομάδες και - μετά από ακόμα δύο έως τρεις εβδομάδες - να αυξάνεται μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως.
-
Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρίαΜέγ. δόση5 mgΗ δόση σταδιακά αυξάνεται με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg μετά από δύο εβδομάδες και μετά στα 5 mg μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
-
Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με διαβήτη και έναν τουλάχιστον καρδιαγγειακό κίνδυνοΜέγ. δόση10 mg RAMISYNΜε βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 5 mg RAMISYN μετά από μία έως δύο εβδομάδες και μετά στα 10 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο ή τρεις εβδομάδες.
-
Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με μη διαβητική νεφροπάθεια όπως ορίζεται από μακροπρωτεϊνουρία ≥ 3 g /ημέραΜέγ. δόση5 mg RAMISYNΜε βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg RAMISYN μετά από δύο εβδομάδες και έπειτα στα 5 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΜέγ. δόση10 mg ημερήσια δόσηΣτους σταθεροποιημένους ασθενείς υπό θεραπεία με διουρητικά, η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,25 mg ημερησίως. Το RAMISYN πρέπει να τιτλοποιείται με το διπλασιασμό της δόσης κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Προτιμάται το δοσολογικό σχήμα με λήψη του φαρμάκου 2 φορές την ημέρα.
-
Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και με καρδιακή ανεπάρκειαΔόση2,5 mg δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση5 mg δύο φορές ημερησίωςΜε την πάροδο 48 ωρών από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε έναν κλινικά και αιμοδυναμικά σταθεροποιημένο ασθενή, η αρχική δόση είναι 2,5 mg δύο φορές ημερησίως για τρεις ημέρες. Εάν η αρχική δόση των 2,5 mg δεν είναι ανεκτή, μια δόση 1,25 mg δύο φορές την ημέρα πρέπει να χορηγείται για δύο ημέρες πριν αυξηθεί στα 2,5 mg και στα 5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η δόση δεν μπορεί να αυξηθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, η αγωγή πρέπει να διακοπεί. Η ημερήσια δόση αυξάνεται στη συνέχεια με το διπλασιασμό της δόσης σε διάστημα μίας έως τριών ημερών μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 5 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση συντήρησης κατανέμεται σε 2 χορηγήσεις την ημέρα όταν είναι δυνατό. Επαρκής εμπειρία, ακόμα υπολείπεται, σχετικά με την αγωγή των ασθενών με σοβαρή (ΝΥΗΑ ΙV) καρδιακή ανεπάρκεια αμέσως μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εάν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για την αγωγή των ασθενών αυτών, συνιστάται η θεραπεία να αρχίζει με 1,25 mg μία φορά ημερησίως και να δεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε αύξηση της δόσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση2,5 mg RAMISYNΗ αγωγή με RAMISYN πρέπει να αρχίζει μόνο μετά από στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
ΗλικιωμένοιΟι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία γιατί είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικά στους πολύ ηλικιωμένους και αδύναμους ασθενείς. Θα πρέπει να εξετάζεται μια μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ραμιπρίλης σε παιδιά δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Πρόσφατα δεδομένα για το RAMISYN περιγράφονται στις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα), όμως δε μπορεί να γίνει μια συγκεκριμένη σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ραμιπρίλη, σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε κάποιο άλλο αναστολέα του ΜΕΑ
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς του ΜΕΑ ή AΥΑΙΙ)
-
Εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
-
Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό
-
2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
-
Υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης < 60 ml/min/1.73 m²)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χρήση κατά την κύησηΠληθυσμόςΑσθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνηΝα αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
-
Χρήση κατά την κύησηΠληθυσμόςΌταν διαγιγνώσκεται κύησηΗ θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, εάν είναι απαραίτητο, να αρχίζει εναλλακτική θεραπεία.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. σοβαρή υπέρταση, μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αιμοδυναμικά σχετική παρεμπόδιση της αριστερής κοιλιακής εισροής ή εκροής, ετερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας με δεύτερο λειτουργικό νεφρό, έλλειμμα υγρών/ηλεκτρολυτών, κίρρωση ήπατος και/ή ασκίτης, μείζονα χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία με παράγοντες που προκαλούν υπόταση)Ιατρική παρακολούθηση, διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή του ελλείμματος των ηλεκτρολυτών προτού αρχίσει η αγωγή.
-
Διπλός αποκλεισμός RAASΠληθυσμόςΓενικάΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης λόγω αυξημένου κινδύνου υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.
-
Διπλός αποκλεισμός RAASΠληθυσμόςΕάν απολύτως απαραίτητοΝα λάβει χώρα υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
-
Διπλός αποκλεισμός RAASΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
-
ΙσχαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με παροδική ή εμμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από ΕΜ ή σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας στην περίπτωση οξείας υπότασηςΗ αρχική φάση της αγωγής απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ειδικά πολύ ηλικιωμένοι και αδύναμοιΟι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία, λόγω μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. Να εξετάζεται μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΝα αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και η δοσολογία να προσαρμόζεται ειδικά στις πρώτες βδομάδες της αγωγής.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρούΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση. Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΈχει αναφερθεί.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολείς (π.χ σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους), βιλνταγλιπτίνη ή ρασεκαντοτρίληΠιθανόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα. Σε περίπτωση αγγειοοιδήματος, το RAMISYN θα πρέπει να διακοπεί. Επείγουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Παρακολούθηση για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες.
-
Αγγειοοίδημα του εντέρουΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΈχει αναφερθεί. Συμπτώματα: κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε απευαισθητοποίησηΗ πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων αυξάνονται. Παροδική διακοπή του RAMISYN θα πρέπει να εξεταστεί πριν την απευαισθητοποίηση.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που χρησιμοποιούν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη) ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωσηΈχει παρατηρηθεί. Εάν η ταυτόχρονη χρήση παραγόντων που αυξάνουν το κάλιο κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου ορού.
-
ΥπονατριαιμίαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και άλλοι ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίαςΣύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχουν παρατηρηθεί. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου ορού.
-
Αιματολογικές διαταραχές (Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία, Θρομβοπενία, Αναιμία, Καταστολή μυελού των οστών)ΠληθυσμόςΓενικάΣπάνια παρατηρήθηκαν. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων.
-
ΛευκοπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, νόσο του κολλαγόνου ή ταυτόχρονη αγωγή με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αιματολογική εικόναΠιο συχνή παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων στην αρχική φάση της αγωγής.
-
Φυλετικές διαφορέςΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείςΜεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος. Πιθανώς λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΜη-παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης.
-
Έκδοχα (Μονοϋδρική λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (Αναστολείς ΜΕΑ με αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένη)αντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)ΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση, ειδικά σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Σακουβιτρίλη, βαλσαρτάνηαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματοςΣύστασηΗ θεραπεία με ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να περάσουν 36 ώρες μετά την τελευταία δόση σακουβιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η θεραπεία με σακουβιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινά μέχρι να περάσουν 36 ώρες μετά από την τελευταία δόση του RAMISYN.
-
ΡακεκαδοτρίληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
ΒιλνταγλιπτίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
Θεραπείες εκτός του σώματος (αιμοδιύλιση/αιμοδιήθηση με μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου, αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη)αντένδειξηΣοβαρές αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΣύστασηΕάν απαιτείται τέτοια θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης ή άλλου αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη)προσοχήΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιοπροσοχήΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Τριμεθοπρίμη και κο-τριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη)προσοχήΑύξηση του καλίου του ορούΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες (διουρητικά, νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη)προσοχήΑύξηση της αντιυπερτασικής δράσης
-
παρακολούθησηΕλάττωση της αντιυπερτασικής δράσης του RAMISYNΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά, άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματοςπροσοχήΑυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
-
Άλατα λιθίουπαρακολούθησηΕλαττωμένη απέκκριση λιθίου, αυξημένη τοξικότητα λιθίουΣύστασηΤα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνη)παρακολούθησηΥπογλυκαιμικές αντιδράσειςΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
-
Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ακετυλοσαλικυλικό οξύπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση του καλίου του αίματος
-
Αναστολείς Νεπριλυσίνης (NEP)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
- Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
- Αυξημένο κάλιο αίματος
- Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο νάτριο αίματος
- Καταθλιπτική διάθεση
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Ανησυχία
- Διαταραχή ύπνου
- Κατάσταση σύγχυσης
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Διαταραχή στην προσοχή
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Αγευσία
- Δυσγευσία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
- Αίσθηση καύσου
- Παροσμία
- Συγκοπή
- Διαταραχές όρασης
- Θαμπή όραση
- Επιπεφυκίτιδα
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Εμβοές
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Στηθάγχη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Περιφερικό οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Υπόταση
- Μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση
- Έξαψη
- Στένωση των αγγείων
- Αγγειίτιδα
- Φαινόμενο Raynaud
- Υποδιήθηση
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
- Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
- Ρινοκολπίτιδα
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Επιδείνωση άσθματος
- Ρινική συμφόρηση
- Βρογχίτιδα
- Φλεγμονή του γαστρεντερικού
- Διαταραχές πέψης
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γλωσσίτιδα
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ)
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Χολοστατική ηπατίτιδα
- Κυτταρολυτική ηπατίτιδα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Ονυχόλυση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πέμφιγα
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Πεμφιγοειδές εξάνθημα
- Λειχηνοειδές εξάνθημα
- Ενάνθημα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα (παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση)
- Δερματίτιδα ψωριασικού τύπου
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Παροδική ανικανότητα στύσης
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές πέψηςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΜη παραγωγικός ερεθιστικός βήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή του γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημα (παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημα λεπτού εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα παγκρεατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση πρωτεϊνουρίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροδική ανικανότητα στύσηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινοκολπίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση άσθματοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΟνυχόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣτένωση των αγγείωνΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥποδιήθησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑίσθηση καύσουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα ψωριασικού τύπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕνάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητεςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚυτταρολυτική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΠέμφιγαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεμφιγοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧολοστατική ηπατίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταικατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ένας μικρός κίνδυνος τερατογένεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταικατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης λόγω τοξικότητας στα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και στα νεογνά (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία).
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΛόγω των ανεπαρκών διαθέσιμων πληροφοριών, εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας πρέπει να προτιμούνται, ειδικά κατά τη γαλουχία ενός νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με σημαντική υπόταση, καταπληξία)
- βραδυκαρδία
- ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- νεφρική ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05.
Μηχανισμός δράσης
Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης· κινινάση ΙΙ). Στο πλάσμα και στους ιστούς το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτασίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή.
Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ προκαλεί επίσης απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους μαύρους (Αφρο-Καραϊβικής προέλευσης) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη) από ότι για τους μη μαύρους ασθενείς.
Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα
Αντιυπερτασικές ιδιότητες: Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν παρατηρήθηκαν μεγάλες μεταβολές στη ροή του πλάσματος στους νεφρούς και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας.
Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας εφάπαξ δόσης εμφανίζεται 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως παραμένει για 24 ώρες.
Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση μίας συνεχόμενης αγωγής με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Αποδείχθηκε ότι η αντιυπερτασική δράση σταθεροποιείται μετά από μακροχρόνια αγωγή διαρκείας 2 ετών.
Ξαφνική διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Καρδιακή ανεπάρκεια: Επιπρόσθετα της συνήθους θεραπείας με διουρητικά και κατ’ επιλογή καρδιακών γλυκοσιδών, η ραμιπρίλη παρουσίασε αποτελεσματικότητα σε ασθενείς των λειτουργικών κατηγοριών NYHA ΙΙ-ΙV. Το φάρμακο είχε ωφέλιμες επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα, μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία: Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη της ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά από είτε αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή σακχαρώδους διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα). Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ατομικά ή συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα).
Η μελέτη HOPE: Κύρια αποτελέσματα
| Ραμιπρίλη % (n=4,645) | Εικονικό φάρμακο % (N=4,652) | Σχετικός κίνδυνος (95% διάστημα εμπιστοσύνης) | p-value | |
|---|---|---|---|---|
| Πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα | 14,0 | 17,8 | 0,78 (0,70-0,86) | <0,001 |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 9,9 | 12,3 | 0,80 (0,70-0,90) | <0,001 |
| Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας | 6,1 | 8,1 | 0,74 (0,64-0,87) | <0,001 |
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 3,4 | 4,9 | 0,68 (0,56-0,84) | <0,001 |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | ||||
| Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας | 10,4 | 12,2 | 0,84 (0,75-0,95) | 0,005 |
| Ανάγκη επαναγγείωσης | 16,0 | 18,3 | 0,85 (0,77-0,94) | 0,002 |
| Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω ασταθούς στηθάγχης | 12,1 | 12,3 | 0,98 (0,87-1,10) | NS |
| Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας | 3,2 | 3,5 | 0,88 (0,70-1,10) | 0,25 |
| Επιπλοκές λόγω διαβήτη | 6,4 | 7,6 | 0,84 (0,72-0,98) | 0,03 |
Η μελέτη MICRO-HOPE, μία προκαθορισμένη υπομελέτη της HOPE, διερεύνησε το αποτέλεσμα της προσθήκης 10 mg ραμιπρίλης στην τρέχουσα θεραπευτική αγωγή έναντι εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς μέγιστο όριο ηλικίας), η πλειοψηφία των οποίων με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν ακόμα καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς. Η κύρια ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) των συμμετεχόντων στη ραμιπρίλη και 149 (8,4%) στο εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε ένα RRR 24%· 95% CI [3-40], p = 0,027.
Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο είχε ως σκοπό να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αγωγής με ραμιπρίλη στο ρυθμό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (18-70 ετών) που πάσχουν από ήπια (δηλ. μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και < 3 g/24ωρο) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥ 3 g/24ωρο) λόγω χρόνιας μη-διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υπο-πληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά. Η κύρια ανάλυση ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (η ομάδα διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) κατέδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο· -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1,03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά, ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65) ανά μήνα και περίπου 4 ml/λεπτό/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης επέτυχαν το σύνθετο δευτερεύον τελικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού και/ή την τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ανάγκη αιμοδιύλισης ή μεταμόσχευσης νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02).
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνη-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial), και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα του ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ. Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και / ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και / ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης II. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μια πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάματα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Δευτερεύουσα πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Η μελέτη AIRE συμπεριέλαβε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επιμένοντα κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αγωγή με τη ραμιπρίλη άρχισε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών, η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%. Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5.7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [95% CI (11-40%)].
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη που συμπεριέλαβε 244 παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση (73% πρωτοπαθή υπέρταση), ηλικίας 6-16 ετών, οι ασθενείς έλαβαν χαμηλή δόση, μέτρια δόση ή υψηλή δόση ραμιπρίλης για την επίτευξη συγκεντρώσεων της ραμιπριλάτης στο πλάσμα αντίστοιχες με το εύρος στους ενήλικες των 1,25 mg, 5 mg και 20 mg με βάση το σωματικό βάρος. Στο τέλος των 4 εβδομάδων, η ραμιπρίλη ήταν μη αποτελεσματική για το τελικό σημείο μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης, αλλά μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση στη μέγιστη δόση. Τόσο οι μέτριες, όσο και οι υψηλές δόσεις της ραμιπρίλης έδειξαν σημαντική μείωση και της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στα παιδιά με επιβεβαιωμένη υπέρταση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν εμφανίστηκε σε μια 4 εβδομάδων, κλιμακούμενης δόσης, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη απόσυρσης σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών (75% πρωτοπαθή υπέρταση), όπου τόσο η διαστολική, όσο και η συστολική πίεση έδειξαν μια μέτρια αναπήδηση, αλλά όχι μια στατιστικά σημαντική επάνοδο στη μέτρηση αναφοράς, σε όλα τα επίπεδα δόσης ραμιπρίλης που εξετάστηκαν [χαμηλή δόση (0,625 mg - 2,5 mg), μέτρια δόση (2,5 mg - 10 mg) ή υψηλή δόση (5 mg - 20 mg)] βάσει του βάρους. Η ραμιπρίλη δεν είχε μια γραμμική ανταπόκριση στη δόση στον παιδιατρικό πληθυσμό που μελετήθηκε.
Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός
Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Κατάσταση ισορροπίας συγκέντρωσης ραμιπριλάτης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ ημερήσια δόση, με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.
Κατανομή Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.
Βιομετασχηματισμός Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.
Απέκκριση Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Η συγκέντρωση ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνεται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού με το ΜΕΑ και το βραδύ διαχωρισμό από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημιζωής των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13 έως 17 ώρες για δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου όταν δεσμεύει τη ραμιπριλάτη. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της που δεν εντοπίζονταν στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Όταν υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η αποβολή της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Γαλουχία Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης παρήγαγε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ραμιπρίλης μελετήθηκε σε 30 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας 2-16 ετών, με βάρος > 10 kg. Μετά από δόσεις των 0,05 έως 0,2 mg/kg, η ραμιπρίλη μεταβολίστηκε γρήγορα και εκτεταμένα στη ραμιπριλάτη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα υπήρξαν εντός 2-3 ωρών. Η κάθαρση της ραμιπριλάτης ήταν υψηλά σχετιζόμενη με το λογάριθμο («log») του σωματικού βάρους (p<0,01), καθώς και με της δόσης (p<0,001). Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής αυξανόταν με την αυξανομένη ηλικία του παιδιού για την κάθε κατηγορία δόσης. Η δόση των 0,05 mg/kg σε παιδιά πέτυχε επίπεδα έκθεσης συγκρινόμενα με εκείνα των ενηλίκων υπό αγωγή με 5 mg ραμιπρίλης. Η δόση του 0,2 mg/kg σε παιδιά είχε ως αποτέλεσμα επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 10 mg ανά ημέρα στους ενήλικες.