Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

RAMIPRIL

Ραμιπρίλη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05.

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • N28 Άλλες διαταραχές των νεφρών και του ουρητήρα, που δεν ταξινομούνται αλλού

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νεφρική νόσος

  • I51 Άλλες καρδιοπάθειες

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρδιαγγειακά συμβάματα

  • I10 Ιδιοπαθής υπέρταση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση

  • I50 Καρδιακή ανεπάρκεια

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια

  • E14 Μη καθορισμένος σακχαρώδης διαβήτης

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκδηλη σπειραματική διαβητική νεφροπάθεια · Αρχόμενη σπειραματική διαβητική νεφροπάθεια

  • I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • N08 Σπειραματικές διαταραχές σε άλλες νόσους ταξινομημένες αλλού

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκδηλη σπειραματική μη διαβητική νεφροπάθεια

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 06/2021
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος RAMISΥN
expand_more
Δισκίο
RAMISYN 5 mg δισκία:
Ανοικτό ροζ χρώματος με στίγματα, επίπεδο, λείο στα άκρα, στρογγυλό
(διάμετρος 6,0 mm), χωρίς επικάλυψη, με χαραγή και χαραγμένο με "Η" και "19"
στις δύο πλευρές της χαραγής στη μία πλευρά και κενό στην άλλη πλευρά. Το
δισκίο μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ίσα μέρη.
RAMISYN 10 mg δισκία:
Λευκό έως υπόλευκο, επίπεδο, λείο στα άκρα, στρογγυλό (διάμετρος 8,0 mm),
χωρίς επικάλυψη, με χαραγή και χαραγμένο με "Η" και "20" σε κάθε μεριά της
χαραγής από τη μία πλευρά και κενό στην άλλη πλευρά. Το δισκίο μπορεί να
διαιρεθεί σε δύο ίσα μέρη.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος χρήση
Χορήγηση:
κάθε μέρα την ίδια ώρα της ημέρας. Το RAMISYN μπορεί να λαμβάνεται πριν, μαζί ή μετά τα γεύματα
Δόση έναρξης:
2,5 mg ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς, συνήθως με διπλασιασμό της δόσης ανά μία έως τέσσερις εβδομάδες, μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής ανταπόκρισης ή της μέγιστης επιτρεπόμενης δόσης.
  • Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικά
    Δόση1,25 mg
    Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με το διουρητικό θα πρέπει να διακοπεί 2 έως 3 ημέρες προτού αρχίσει η θεραπεία με το RAMISYN (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται. Η επακόλουθη δόση του RAMISYN θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα με την επιδιωκόμενη αρτηριακή πίεση.
  • Υπέρταση
    Μέγ. δόση10 mg ημερησίως
    Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Οι ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης πιθανόν να εμφανίσουν υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την αρχική δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται μία δόση έναρξης του 1,25 mg και η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να είναι υπό ιατρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Καρδιαγγειακή πρόληψη
    Μέγ. δόση10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως
    Η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται να διπλασιάζεται η δόση μετά από μία ή δύο εβδομάδες και - μετά από ακόμα δύο έως τρεις εβδομάδες - να αυξάνεται μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως.
  • Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία
    Μέγ. δόση5 mg
    Η δόση σταδιακά αυξάνεται με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg μετά από δύο εβδομάδες και μετά στα 5 mg μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
  • Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με διαβήτη και έναν τουλάχιστον καρδιαγγειακό κίνδυνο
    Μέγ. δόση10 mg RAMISYN
    Με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 5 mg RAMISYN μετά από μία έως δύο εβδομάδες και μετά στα 10 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο ή τρεις εβδομάδες.
  • Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με μη διαβητική νεφροπάθεια όπως ορίζεται από μακροπρωτεϊνουρία ≥ 3 g /ημέρα
    Μέγ. δόση5 mg RAMISYN
    Με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg RAMISYN μετά από δύο εβδομάδες και έπειτα στα 5 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
  • Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια
    Μέγ. δόση10 mg ημερήσια δόση
    Στους σταθεροποιημένους ασθενείς υπό θεραπεία με διουρητικά, η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,25 mg ημερησίως. Το RAMISYN πρέπει να τιτλοποιείται με το διπλασιασμό της δόσης κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Προτιμάται το δοσολογικό σχήμα με λήψη του φαρμάκου 2 φορές την ημέρα.
  • Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και με καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση2,5 mg δύο φορές ημερησίως
    Μέγ. δόση5 mg δύο φορές ημερησίως
    Με την πάροδο 48 ωρών από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε έναν κλινικά και αιμοδυναμικά σταθεροποιημένο ασθενή, η αρχική δόση είναι 2,5 mg δύο φορές ημερησίως για τρεις ημέρες. Εάν η αρχική δόση των 2,5 mg δεν είναι ανεκτή, μια δόση 1,25 mg δύο φορές την ημέρα πρέπει να χορηγείται για δύο ημέρες πριν αυξηθεί στα 2,5 mg και στα 5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η δόση δεν μπορεί να αυξηθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, η αγωγή πρέπει να διακοπεί. Η ημερήσια δόση αυξάνεται στη συνέχεια με το διπλασιασμό της δόσης σε διάστημα μίας έως τριών ημερών μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 5 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση συντήρησης κατανέμεται σε 2 χορηγήσεις την ημέρα όταν είναι δυνατό. Επαρκής εμπειρία, ακόμα υπολείπεται, σχετικά με την αγωγή των ασθενών με σοβαρή (ΝΥΗΑ ΙV) καρδιακή ανεπάρκεια αμέσως μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εάν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για την αγωγή των ασθενών αυτών, συνιστάται η θεραπεία να αρχίζει με 1,25 mg μία φορά ημερησίως και να δεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε αύξηση της δόσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Μέγ. δόση2,5 mg RAMISYN
    Η αγωγή με RAMISYN πρέπει να αρχίζει μόνο μετά από στενή ιατρική παρακολούθηση.
  • Ηλικιωμένοι
    Οι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία γιατί είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικά στους πολύ ηλικιωμένους και αδύναμους ασθενείς. Θα πρέπει να εξετάζεται μια μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ραμιπρίλης σε παιδιά δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Πρόσφατα δεδομένα για το RAMISYN περιγράφονται στις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα), όμως δε μπορεί να γίνει μια συγκεκριμένη σύσταση για τη δοσολογία.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη ραμιπρίλη, σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε κάποιο άλλο αναστολέα του ΜΕΑ
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς του ΜΕΑ ή AΥΑΙΙ)
  • Εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
  • Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό
  • 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
  • Υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις
  • Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης < 60 ml/min/1.73 m²)
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Χρήση κατά την κύηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη
    Να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
  • Χρήση κατά την κύηση
    ΠληθυσμόςΌταν διαγιγνώσκεται κύηση
    Η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, εάν είναι απαραίτητο, να αρχίζει εναλλακτική θεραπεία.
  • Υπόταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. σοβαρή υπέρταση, μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αιμοδυναμικά σχετική παρεμπόδιση της αριστερής κοιλιακής εισροής ή εκροής, ετερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας με δεύτερο λειτουργικό νεφρό, έλλειμμα υγρών/ηλεκτρολυτών, κίρρωση ήπατος και/ή ασκίτης, μείζονα χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία με παράγοντες που προκαλούν υπόταση)
    Ιατρική παρακολούθηση, διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή του ελλείμματος των ηλεκτρολυτών προτού αρχίσει η αγωγή.
  • Διπλός αποκλεισμός RAAS
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης λόγω αυξημένου κινδύνου υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.
  • Διπλός αποκλεισμός RAAS
    ΠληθυσμόςΕάν απολύτως απαραίτητο
    Να λάβει χώρα υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
  • Διπλός αποκλεισμός RAAS
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
    Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
  • Ισχαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παροδική ή εμμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από ΕΜ ή σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας στην περίπτωση οξείας υπότασης
    Η αρχική φάση της αγωγής απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ειδικά πολύ ηλικιωμένοι και αδύναμοι
    Οι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία, λόγω μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. Να εξετάζεται μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.
  • Νεφρική λειτουργία
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και η δοσολογία να προσαρμόζεται ειδικά στις πρώτες βδομάδες της αγωγής.
  • Νεφρική λειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού
    Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση. Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας.
  • Αγγειοοίδημα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ
    Έχει αναφερθεί.
  • Αγγειοοίδημα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολείς (π.χ σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους), βιλνταγλιπτίνη ή ρασεκαντοτρίλη
    Πιθανόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα. Σε περίπτωση αγγειοοιδήματος, το RAMISYN θα πρέπει να διακοπεί. Επείγουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Παρακολούθηση για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες.
  • Αγγειοοίδημα του εντέρου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ
    Έχει αναφερθεί. Συμπτώματα: κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε απευαισθητοποίηση
    Η πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων αυξάνονται. Παροδική διακοπή του RAMISYN θα πρέπει να εξεταστεί πριν την απευαισθητοποίηση.
  • Υπερκαλιαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που χρησιμοποιούν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη) ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση
    Έχει παρατηρηθεί. Εάν η ταυτόχρονη χρήση παραγόντων που αυξάνουν το κάλιο κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου ορού.
  • Υπονατριαιμία
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και άλλοι ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίας
    Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχουν παρατηρηθεί. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου ορού.
  • Αιματολογικές διαταραχές (Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία, Θρομβοπενία, Αναιμία, Καταστολή μυελού των οστών)
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Σπάνια παρατηρήθηκαν. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων.
  • Λευκοπενία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, νόσο του κολλαγόνου ή ταυτόχρονη αγωγή με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αιματολογική εικόνα
    Πιο συχνή παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων στην αρχική φάση της αγωγής.
  • Φυλετικές διαφορές
    ΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείς
    Μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος. Πιθανώς λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Βήχας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ
    Μη-παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης.
  • Έκδοχα (Μονοϋδρική λακτόζη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (Αναστολείς ΜΕΑ με αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένη)
    αντένδειξη
    Υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
    ΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση, ειδικά σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Σακουβιτρίλη, βαλσαρτάνη
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
    ΣύστασηΗ θεραπεία με ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να περάσουν 36 ώρες μετά την τελευταία δόση σακουβιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η θεραπεία με σακουβιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινά μέχρι να περάσουν 36 ώρες μετά από την τελευταία δόση του RAMISYN.
  • Ρακεκαδοτρίλη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
  • Αναστολείς mTOR (σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρολιμους)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
  • Βιλνταγλιπτίνη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
  • Θεραπείες εκτός του σώματος (αιμοδιύλιση/αιμοδιήθηση με μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου, αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη)
    αντένδειξη
    Σοβαρές αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    ΣύστασηΕάν απαιτείται τέτοια θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης ή άλλου αντιυπερτασικού παράγοντα.
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη)
    προσοχή
    Σημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)
    ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο
    προσοχή
    Σημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)
    ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Τριμεθοπρίμη και κο-τριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη)
    προσοχή
    Αύξηση του καλίου του ορού
    ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • παρακολούθηση
    Υπερκαλιαιμία
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • παρακολούθηση
    Υπερκαλιαιμία
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες (διουρητικά, νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της αντιυπερτασικής δράσης
  • Αγγειοσυσταλτικά συμπαθητικομιμητικά (ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, επινεφρίνη)
    παρακολούθηση
    Ελάττωση της αντιυπερτασικής δράσης του RAMISYN
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά, άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματος
    προσοχή
    Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
  • Άλατα λιθίου
    παρακολούθηση
    Ελαττωμένη απέκκριση λιθίου, αυξημένη τοξικότητα λιθίου
    ΣύστασηΤα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνη)
    παρακολούθηση
    Υπογλυκαιμικές αντιδράσεις
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
  • Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ακετυλοσαλικυλικό οξύ
    προσοχή
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση του καλίου του αίματος
  • Αναστολείς Νεπριλυσίνης (NEP)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
  • Ουδετεροπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών
  • Πανκυτταροπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
  • Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
Ενδοκρινικό
  • Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
Εργαστηριακές
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
  • Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
Ψυχιατρικές
  • Καταθλιπτική διάθεση
  • Άγχος
  • Νευρικότητα
  • Ανησυχία
  • Διαταραχή ύπνου
  • Κατάσταση σύγχυσης
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
Νευρικό
  • Διαταραχή στην προσοχή
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Ίλιγγος
  • Παραισθησία
  • Αγευσία
  • Δυσγευσία
  • Τρόμος
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • Εγκεφαλική ισχαιμία
  • Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
  • Αίσθηση καύσου
  • Παροσμία
  • Συγκοπή
Οφθαλμικές
  • Διαταραχές όρασης
  • Θαμπή όραση
  • Επιπεφυκίτιδα
Αυτί
  • Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
  • Εμβοές
Καρδιά
  • Ισχαιμία μυοκαρδίου
  • Στηθάγχη
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Αίσθημα παλμών
Γενικές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Θωρακικό άλγος
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Εξασθένιση
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση
  • Έξαψη
  • Στένωση των αγγείων
  • Αγγειίτιδα
  • Φαινόμενο Raynaud
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Υποδιήθηση
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
  • Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Αναπνευστικό
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
  • Ρινοκολπίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
  • Επιδείνωση άσθματος
  • Ρινική συμφόρηση
Λοιμώξεις
  • Βρογχίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού
  • Διαταραχές πέψης
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Δυσπεψία
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Γαστρίτιδα
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
  • Γλωσσίτιδα
  • Αφθώδης στοματίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ)
Ήπαρ
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
  • Χολοστατική ηπατίτιδα
  • Κυτταρολυτική ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Ονυχόλυση
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Πέμφιγα
  • Επιδείνωση ψωρίασης
  • Πεμφιγοειδές εξάνθημα
  • Λειχηνοειδές εξάνθημα
  • Ενάνθημα
  • Αλωπεκία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αγγειοοίδημα (παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση)
  • Δερματίτιδα ψωριασικού τύπου
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
Αναπαραγωγικό
  • Παροδική ανικανότητα στύσης
  • Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχές πέψης
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα (παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές όρασης
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ισχαιμία μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Καταθλιπτική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Παροδική ανικανότητα στύσης
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ρινοκολπίτιδα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
    Αυτί
    Σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή ισορροπίας
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Εμβοές
    Αυτί
    Σπάνιες
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Επιδείνωση άσθματος
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Κατάσταση σύγχυσης
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Ονυχόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Στένωση των αγγείων
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Υποδιήθηση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αίσθηση καύσου
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Δερματίτιδα ψωριασικού τύπου
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή στην προσοχή
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλική ισχαιμία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ενάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση ψωρίασης
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κυτταρολυτική ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Λειχηνοειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Πέμφιγα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Παροσμία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Πεμφιγοειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Φαινόμενο Raynaud
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Χολοστατική ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν συνιστάται
    κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ένας μικρός κίνδυνος τερατογένεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης λόγω τοξικότητας στα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και στα νεογνά (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία).
  • Γαλουχία
    Δεν συνιστάται
    Λόγω των ανεπαρκών διαθέσιμων πληροφοριών, εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας πρέπει να προτιμούνται, ειδικά κατά τη γαλουχία ενός νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με σημαντική υπόταση, καταπληξία)
  • βραδυκαρδία
  • ηλεκτρολυτικές διαταραχές
  • νεφρική ανεπάρκεια
Αντιμετώπιση
Στενή παρακολούθηση, συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία. Αποτοξίνωση (γαστρική πλύση, χορήγηση προσροφητικών ουσιών) και μέτρα που θα αποκαταστήσουν την αιμοδυναμική σταθερότητα.
Αντίδοτοάλφα-1 αδρενεργικοί αγωνιστές ή αγγειοτασίνη ΙΙ (αγγειοτενσιναμίδη)
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. συμπτώματα από τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, όπως η ζάλη) μπορεί να εξασθενήσουν την ικανότητα του ασθενούς να συγκεντρωθεί και να αντιδράσει. Αυτό πιθανόν να συμβεί ειδικά κατά την έναρξη της αγωγής ή όταν τροποποιείται η αγωγή από άλλα σκευάσματα. Μετά την πρώτη δόση ή επακόλουθες αυξήσεις της δόσης, δεν συνιστάται η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανής για αρκετές ώρες.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
warningΈκδοχα με γνωστή δράση — προσοχή σε δυσανεξίες/αλλεργίες
Κάθε δισκίο περιέχει 21,7 mg μονοϋδρικής λακτόζης.
Κάθε δισκίο περιέχει 43,4 mg μονοϋδρικής λακτόζης.
Πλήρης κατάλογος (§6.1)
RAMISYN 5mg δισκία
μ, μ () Ά υλο προζελατινοποιη ένο αραβόσιτος
μ Λακτόζη ονοϋδρική
(E500) Όξινο ανθρακικό νάτριο
Νατριούχος κ μ (468) αρ ελλόζη Ε
(172) Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου Ε
Σ μ τεατυλοφου αρικό ν άτριο
RAMISYN 10mg δισκία
μ, μ () Ά υλο προζελατινοποιη ένο αραβόσιτος
Μ ονοϋδρική λ ακτόζη
(E500) Όξινο ανθρακικό νάτριο
Νατριούχος κ μ (468) αρ ελλόζη Ε
Σ μ τεατυλοφου αρικό νάτριο
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05.

Μηχανισμός δράσης

Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης· κινινάση ΙΙ). Στο πλάσμα και στους ιστούς το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτασίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή.

Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ προκαλεί επίσης απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους μαύρους (Αφρο-Καραϊβικής προέλευσης) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη) από ότι για τους μη μαύρους ασθενείς.

Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα

Αντιυπερτασικές ιδιότητες: Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν παρατηρήθηκαν μεγάλες μεταβολές στη ροή του πλάσματος στους νεφρούς και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας.

Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας εφάπαξ δόσης εμφανίζεται 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως παραμένει για 24 ώρες.

Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση μίας συνεχόμενης αγωγής με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Αποδείχθηκε ότι η αντιυπερτασική δράση σταθεροποιείται μετά από μακροχρόνια αγωγή διαρκείας 2 ετών.

Ξαφνική διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Καρδιακή ανεπάρκεια: Επιπρόσθετα της συνήθους θεραπείας με διουρητικά και κατ’ επιλογή καρδιακών γλυκοσιδών, η ραμιπρίλη παρουσίασε αποτελεσματικότητα σε ασθενείς των λειτουργικών κατηγοριών NYHA ΙΙ-ΙV. Το φάρμακο είχε ωφέλιμες επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα, μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία: Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη της ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά από είτε αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή σακχαρώδους διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα). Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ατομικά ή συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα).

Η μελέτη HOPE: Κύρια αποτελέσματα

Ραμιπρίλη % (n=4,645) Εικονικό φάρμακο % (N=4,652) Σχετικός κίνδυνος (95% διάστημα εμπιστοσύνης) p-value
Πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα 14,0 17,8 0,78 (0,70-0,86) <0,001
Έμφραγμα του μυοκαρδίου 9,9 12,3 0,80 (0,70-0,90) <0,001
Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας 6,1 8,1 0,74 (0,64-0,87) <0,001
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο 3,4 4,9 0,68 (0,56-0,84) <0,001
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας 10,4 12,2 0,84 (0,75-0,95) 0,005
Ανάγκη επαναγγείωσης 16,0 18,3 0,85 (0,77-0,94) 0,002
Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω ασταθούς στηθάγχης 12,1 12,3 0,98 (0,87-1,10) NS
Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας 3,2 3,5 0,88 (0,70-1,10) 0,25
Επιπλοκές λόγω διαβήτη 6,4 7,6 0,84 (0,72-0,98) 0,03

Η μελέτη MICRO-HOPE, μία προκαθορισμένη υπομελέτη της HOPE, διερεύνησε το αποτέλεσμα της προσθήκης 10 mg ραμιπρίλης στην τρέχουσα θεραπευτική αγωγή έναντι εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς μέγιστο όριο ηλικίας), η πλειοψηφία των οποίων με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν ακόμα καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς. Η κύρια ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) των συμμετεχόντων στη ραμιπρίλη και 149 (8,4%) στο εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε ένα RRR 24%· 95% CI [3-40], p = 0,027.

Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο είχε ως σκοπό να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αγωγής με ραμιπρίλη στο ρυθμό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (18-70 ετών) που πάσχουν από ήπια (δηλ. μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και < 3 g/24ωρο) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥ 3 g/24ωρο) λόγω χρόνιας μη-διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υπο-πληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά. Η κύρια ανάλυση ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (η ομάδα διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) κατέδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο· -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1,03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά, ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65) ανά μήνα και περίπου 4 ml/λεπτό/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης επέτυχαν το σύνθετο δευτερεύον τελικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού και/ή την τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ανάγκη αιμοδιύλισης ή μεταμόσχευσης νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02).

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνη-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial), και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα του ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ. Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και / ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και / ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης II. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μια πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάματα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Δευτερεύουσα πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Η μελέτη AIRE συμπεριέλαβε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επιμένοντα κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αγωγή με τη ραμιπρίλη άρχισε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών, η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%. Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5.7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [95% CI (11-40%)].

Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη που συμπεριέλαβε 244 παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση (73% πρωτοπαθή υπέρταση), ηλικίας 6-16 ετών, οι ασθενείς έλαβαν χαμηλή δόση, μέτρια δόση ή υψηλή δόση ραμιπρίλης για την επίτευξη συγκεντρώσεων της ραμιπριλάτης στο πλάσμα αντίστοιχες με το εύρος στους ενήλικες των 1,25 mg, 5 mg και 20 mg με βάση το σωματικό βάρος. Στο τέλος των 4 εβδομάδων, η ραμιπρίλη ήταν μη αποτελεσματική για το τελικό σημείο μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης, αλλά μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση στη μέγιστη δόση. Τόσο οι μέτριες, όσο και οι υψηλές δόσεις της ραμιπρίλης έδειξαν σημαντική μείωση και της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στα παιδιά με επιβεβαιωμένη υπέρταση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν εμφανίστηκε σε μια 4 εβδομάδων, κλιμακούμενης δόσης, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη απόσυρσης σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών (75% πρωτοπαθή υπέρταση), όπου τόσο η διαστολική, όσο και η συστολική πίεση έδειξαν μια μέτρια αναπήδηση, αλλά όχι μια στατιστικά σημαντική επάνοδο στη μέτρηση αναφοράς, σε όλα τα επίπεδα δόσης ραμιπρίλης που εξετάστηκαν [χαμηλή δόση (0,625 mg - 2,5 mg), μέτρια δόση (2,5 mg - 10 mg) ή υψηλή δόση (5 mg - 20 mg)] βάσει του βάρους. Η ραμιπρίλη δεν είχε μια γραμμική ανταπόκριση στη δόση στον παιδιατρικό πληθυσμό που μελετήθηκε.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός

Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Κατάσταση ισορροπίας συγκέντρωσης ραμιπριλάτης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ ημερήσια δόση, με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.

Κατανομή Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.

Βιομετασχηματισμός Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.

Απέκκριση Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Η συγκέντρωση ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνεται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού με το ΜΕΑ και το βραδύ διαχωρισμό από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημιζωής των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13 έως 17 ώρες για δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου όταν δεσμεύει τη ραμιπριλάτη. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της που δεν εντοπίζονταν στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Όταν υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η αποβολή της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Γαλουχία Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης παρήγαγε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ραμιπρίλης μελετήθηκε σε 30 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας 2-16 ετών, με βάρος > 10 kg. Μετά από δόσεις των 0,05 έως 0,2 mg/kg, η ραμιπρίλη μεταβολίστηκε γρήγορα και εκτεταμένα στη ραμιπριλάτη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα υπήρξαν εντός 2-3 ωρών. Η κάθαρση της ραμιπριλάτης ήταν υψηλά σχετιζόμενη με το λογάριθμο («log») του σωματικού βάρους (p<0,01), καθώς και με της δόσης (p<0,001). Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής αυξανόταν με την αυξανομένη ηλικία του παιδιού για την κάθε κατηγορία δόσης. Η δόση των 0,05 mg/kg σε παιδιά πέτυχε επίπεδα έκθεσης συγκρινόμενα με εκείνα των ενηλίκων υπό αγωγή με 5 mg ραμιπρίλης. Η δόση του 0,2 mg/kg σε παιδιά είχε ως αποτέλεσμα επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 10 mg ανά ημέρα στους ενήλικες.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Υπάρχουν δύο ισοένζυμα της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05. ### Μηχανισμός δράσης Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο…
Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ο ηπατικός μεταβολισμός ευθύνεται για το 75% του συνολικού μεταβολισμού του ramipril. Το 25% του ηπατικού μεταβολισμού παράγει τον ενεργό μεταβολίτη ramiprilat μέσω ηπατικών εστερασικών ενζύμων. Το 100% του νεφρικού μεταβολισμού μετατρέπει…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία Πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής, ειδικά στις πρώτες βδομάδες Όλοι οι ασθενείς (νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μεταμόσχευση νεφρού)
Συχνά, στενά Θεραπεία διπλού αποκλεισμού RAAS
Λευκοκύτταρα (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Συνιστάται
Πιο συχνά στην αρχική φάση Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, νόσος του κολλαγόνου ή αγωγή που επηρεάζει την αιματολογική εικόνα
Ηλεκτρολύτες ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Συχνά, στενά Θεραπεία διπλού αποκλεισμού RAAS
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Τακτικά Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας με ταυτόχρονη χρήση παραγόντων που αυξάνουν το κάλιο
Νάτριο ορού (Na⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Τακτικά Ηλικιωμένοι και κίνδυνος υπονατριαιμίας
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης
Συχνά, στενά Θεραπεία διπλού αποκλεισμού RAAS
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Περιγραφή

Η ραμιπρίλη είναι ένα προφάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE). Μεταβολίζεται σε ραμιπριλάτη στο ήπαρ και, σε μικρότερο βαθμό, στα νεφρά. Η ραμιπριλάτη είναι ένας ισχυρός, ανταγωνιστικός αναστολέας της ACE, του ενζύμου που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι (ATI) σε αγγειοτενσίνη II (ATII). Η ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και αποτελεί βασικό συστατικό του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Η ραμιπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας, της νεφροπάθειας και για τη μείωση του ρυθμού θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων.

DrugBank

Indication

expand_more

Ενδείξεις

  • Για τη διαχείριση ήπιας έως σοβαρής υπέρτασης.
  • Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου σε αιμοδυναμικά σταθερά άτομα που εμφανίζουν κλινικά σημάδια καρδιακής ανεπάρκειας εντός λίγων ημερών μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
  • Για τη μείωση του ρυθμού θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων.
  • Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε άτομα με υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και μικρολευκωματουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.
DrugBank

Pharmacology

expand_more

Φαρμακολογία

Η ραμιπρίλη είναι ένας αναστολέας της ACE παρόμοιος με τη βενζεπιρίλη, τη φοσινοπρίλη και την κιναπρίλη. Είναι ένα αδρανές προφάρμακο που μετατρέπεται σε ραμιπριλάτη στο ήπαρ, την κύρια θέση ενεργοποίησης, και στα νεφρά. Η ραμιπριλάτη παρέχει αποτελέσματα μείωσης της αρτηριακής πίεσης ανταγωνιζόμενη την επίδραση του RAAS. Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια της συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αιματική ροή ή η πίεση μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα του παρασπειροειδούς συμπλέγματος στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε ATI, η οποία στη συνέχεια διασπάται σε ATII από την ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση χρησιμοποιώντας διάφορους μηχανισμούς. Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον μακρύ εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών, όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των Na+/K+-ATPασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τα νεφρά μέσω της ενσωμάτωσης καναλιών aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII τύπου 1 στα κύτταρα του λείου μυός των αγγείων οδηγεί σε μια σειρά γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Εκτός από αυτές τις κύριες επιδράσεις, η ATII προκαλεί την απόκριση δίψας μέσω διέγερσης των νευρώνων του υποθαλάμου. Οι αναστολείς της ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και ανταγωνίζονται τις προκαλούμενες από το RAAS αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης. Η ACE (γνωστή και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί να διατηρήσει τις επιδράσεις της ραμιπριλάτης προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.

DrugBank

Mechanism of action

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Υπάρχουν δύο ισοένζυμα της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και τη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο των ωοθηκικών σαλπίγγων. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, Ν και C, οι οποίοι προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίων. Παρόλο που οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα ακολουθίας, έχουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο N-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς της ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα. Η ραμιπριλάτη, ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της ραμιπρίλης, ανταγωνίζεται την ATI για τη δέσμευση στην ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η ραμιπρίλη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας της ρενίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω απώλειας της αναστολής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω των βαροϋποδοχέων.

DrugBank

Absorption

expand_more

Απορρόφηση

Ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 50-60%. Το φαγητό μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης από τον γαστρεντερικό σωλήνα χωρίς να επηρεάζει τον βαθμό απορρόφησης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης ήταν 28% και 44%, αντίστοιχα, όταν η από του στόματος χορήγηση συγκρίθηκε με την ενδοφλέβια χορήγηση.

DrugBank

Half life

expand_more

Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Οι συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνονται με τριφασικό τρόπο. Η αρχική ταχεία μείωση αντιπροσωπεύει την κατανομή στους ιστούς και έχει χρόνο ημίσειας ζωής 2-4 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εμφανής φάσης απέκκρισης είναι 9-18 ώρες και της τελικής φάσης απέκκρισης είναι > 50 ώρες. Δύο φάσεις απέκκρισης συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της ισχυρής δέσμευσης της ραμιπριλάτης στην ACE και της αργής διάστασης από το ένζυμο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ραμιπριλάτης μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις (MDDs) εξαρτάται από τη δόση, κυμαινόμενος από 13-17 ώρες με MDDs 5-10 mg έως 27-36 ώρες για MDDs 2.5 mg.

DrugBank

Protein binding

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

Η σύνδεση της ραμιπρίλης με πρωτεΐνες είναι περίπου 73% και της ραμιπριλάτης περίπου 56%.

DrugBank

Route of elimination

expand_more

Οδός Απέκκρισης

Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σε ραμιπριλάτη, η οποία στη συνέχεια αποβάλλεται μέσω νεφρικής και ηπατικής οδού. Η ραμιπριλάτη είναι ο κύριος ενεργός μεταβολίτης που αποβάλλεται κυρίως στα ούρα και τα κόπρανα.

DrugBank

Toxicity

expand_more

Τοξικότητα

Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να περιλαμβάνουν υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με σημαντική υπόταση και σοκ), βραδυκαρδία, διαταραχές ηλεκτρολυτών και νεφρική ανεπάρκεια. Οι πιο πιθανές ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι συμπτώματα που αποδίδονται στην επίδρασή της στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, ζάλη, αίσθημα αδυναμίας, πόνο στο στήθος, ναυτία, περιφερικό οίδημα, υπνηλία, ανικανότητα, εξάνθημα, αρθρίτιδα και δύσπνοια.

LD 50 = 10933 mg/kg (από του στόματος σε ποντίκια).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

9-18 ώρες (φάση απέκκρισης), >50 ώρες (τελική φάση απέκκρισης)
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

73% (ραμιπρίλη), 56% (ραμιπριλάτη)
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

28% (ραμιπρίλη), 44% (ραμιπριλάτη)
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 4 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Στεφανιαία Νόσος Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Foundation C09AA05
    Βασική θεραπεία στεφανιαίας νόσου (όλοι οι ασθενείς)
    Όλοι οι ασθενείς με στεφανιαία νόσο — δευτερογενής πρόληψη
    Δοσολογία: 5–10 mg × 1 · Δια βίου
📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C09AA05
    HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)
    ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίηση
    Δοσολογία: Έναρξη 2.5 mg ×2 → στόχος 5 mg ×2 · Δια βίου
  • ΒΗΜΑ HFmrEF C09AA05
    HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)
    ΚΕ 41–49%
    Δοσολογία: Όπως HFrEF · Συνεχής
📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 C09AA05
    ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
    • Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
    • Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
    Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 60% · Συνεχής
  • ΒΗΜΑ 2 C09AA05
    ΒΗΜΑ 2 — Τριπλός συνδυασμός
    • Μη επίτευξη στόχου με τον διπλό συνδυασμό
    Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 90% · Συνεχής
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Αναστολείς ΜΕΑ

Σταδιακή μείωση CR: Μεσαίο DP: Μεσαίο

απαιτείται αργή απόσυρση

⚠ Συνδέονται συνήθως με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα.

open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5362129
Μοριακός τύπος
C23H32N2O5
Μοριακό βάρος
416.5
IUPAC
(2S,3aS,6aS)-1-[(2S)-2-[[(2S)-1-ethoxy-1-oxo-4-phenylbutan-2-yl]amino]propanoyl]-3,3a,4,5,6,6a-hexahydro-2H-cyclopenta[b]pyrrole-2-carboxylic acid
InChIKey
HDACQVRGBOVJII-JBDAPHQKSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. Α-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ. και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.