RAMIPRIL
Ραμιπρίλη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N28 Άλλες διαταραχές των νεφρών και του ουρητήρα, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νεφρική νόσος
-
I51 Άλλες καρδιοπάθειες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρδιαγγειακά συμβάματα
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια
-
E14 Μη καθορισμένος σακχαρώδης διαβήτης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκδηλη σπειραματική διαβητική νεφροπάθεια · Αρχόμενη σπειραματική διαβητική νεφροπάθεια
-
I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
N08 Σπειραματικές διαταραχές σε άλλες νόσους ταξινομημένες αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκδηλη σπειραματική μη διαβητική νεφροπάθεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος RAMISΥN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος χρήση
- Χορήγηση: κάθε μέρα την ίδια ώρα της ημέρας. Το RAMISYN μπορεί να λαμβάνεται πριν, μαζί ή μετά τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 2,5 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς, συνήθως με διπλασιασμό της δόσης ανά μία έως τέσσερις εβδομάδες, μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής ανταπόκρισης ή της μέγιστης επιτρεπόμενης δόσης.
-
Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικάΔόση1,25 mgΕάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με το διουρητικό θα πρέπει να διακοπεί 2 έως 3 ημέρες προτού αρχίσει η θεραπεία με το RAMISYN (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται. Η επακόλουθη δόση του RAMISYN θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα με την επιδιωκόμενη αρτηριακή πίεση.
-
ΥπέρτασηΜέγ. δόση10 mg ημερησίωςΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Οι ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης πιθανόν να εμφανίσουν υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την αρχική δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται μία δόση έναρξης του 1,25 mg και η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να είναι υπό ιατρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Καρδιαγγειακή πρόληψηΜέγ. δόση10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίωςΗ δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται να διπλασιάζεται η δόση μετά από μία ή δύο εβδομάδες και - μετά από ακόμα δύο έως τρεις εβδομάδες - να αυξάνεται μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως.
-
Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρίαΜέγ. δόση5 mgΗ δόση σταδιακά αυξάνεται με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg μετά από δύο εβδομάδες και μετά στα 5 mg μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
-
Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με διαβήτη και έναν τουλάχιστον καρδιαγγειακό κίνδυνοΜέγ. δόση10 mg RAMISYNΜε βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 5 mg RAMISYN μετά από μία έως δύο εβδομάδες και μετά στα 10 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο ή τρεις εβδομάδες.
-
Θεραπεία της νεφροπάθειας - Σε ασθενείς με μη διαβητική νεφροπάθεια όπως ορίζεται από μακροπρωτεϊνουρία ≥ 3 g /ημέραΜέγ. δόση5 mg RAMISYNΜε βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg RAMISYN μετά από δύο εβδομάδες και έπειτα στα 5 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΜέγ. δόση10 mg ημερήσια δόσηΣτους σταθεροποιημένους ασθενείς υπό θεραπεία με διουρητικά, η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,25 mg ημερησίως. Το RAMISYN πρέπει να τιτλοποιείται με το διπλασιασμό της δόσης κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Προτιμάται το δοσολογικό σχήμα με λήψη του φαρμάκου 2 φορές την ημέρα.
-
Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και με καρδιακή ανεπάρκειαΔόση2,5 mg δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση5 mg δύο φορές ημερησίωςΜε την πάροδο 48 ωρών από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε έναν κλινικά και αιμοδυναμικά σταθεροποιημένο ασθενή, η αρχική δόση είναι 2,5 mg δύο φορές ημερησίως για τρεις ημέρες. Εάν η αρχική δόση των 2,5 mg δεν είναι ανεκτή, μια δόση 1,25 mg δύο φορές την ημέρα πρέπει να χορηγείται για δύο ημέρες πριν αυξηθεί στα 2,5 mg και στα 5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η δόση δεν μπορεί να αυξηθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, η αγωγή πρέπει να διακοπεί. Η ημερήσια δόση αυξάνεται στη συνέχεια με το διπλασιασμό της δόσης σε διάστημα μίας έως τριών ημερών μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 5 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση συντήρησης κατανέμεται σε 2 χορηγήσεις την ημέρα όταν είναι δυνατό. Επαρκής εμπειρία, ακόμα υπολείπεται, σχετικά με την αγωγή των ασθενών με σοβαρή (ΝΥΗΑ ΙV) καρδιακή ανεπάρκεια αμέσως μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εάν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για την αγωγή των ασθενών αυτών, συνιστάται η θεραπεία να αρχίζει με 1,25 mg μία φορά ημερησίως και να δεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε αύξηση της δόσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση2,5 mg RAMISYNΗ αγωγή με RAMISYN πρέπει να αρχίζει μόνο μετά από στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
ΗλικιωμένοιΟι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία γιατί είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικά στους πολύ ηλικιωμένους και αδύναμους ασθενείς. Θα πρέπει να εξετάζεται μια μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ραμιπρίλης σε παιδιά δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Πρόσφατα δεδομένα για το RAMISYN περιγράφονται στις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα), όμως δε μπορεί να γίνει μια συγκεκριμένη σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ραμιπρίλη, σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε κάποιο άλλο αναστολέα του ΜΕΑ
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς του ΜΕΑ ή AΥΑΙΙ)
-
Εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
-
Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό
-
2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
-
Υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης < 60 ml/min/1.73 m²)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χρήση κατά την κύησηΠληθυσμόςΑσθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνηΝα αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
-
Χρήση κατά την κύησηΠληθυσμόςΌταν διαγιγνώσκεται κύησηΗ θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, εάν είναι απαραίτητο, να αρχίζει εναλλακτική θεραπεία.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. σοβαρή υπέρταση, μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αιμοδυναμικά σχετική παρεμπόδιση της αριστερής κοιλιακής εισροής ή εκροής, ετερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας με δεύτερο λειτουργικό νεφρό, έλλειμμα υγρών/ηλεκτρολυτών, κίρρωση ήπατος και/ή ασκίτης, μείζονα χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία με παράγοντες που προκαλούν υπόταση)Ιατρική παρακολούθηση, διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή του ελλείμματος των ηλεκτρολυτών προτού αρχίσει η αγωγή.
-
Διπλός αποκλεισμός RAASΠληθυσμόςΓενικάΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης λόγω αυξημένου κινδύνου υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.
-
Διπλός αποκλεισμός RAASΠληθυσμόςΕάν απολύτως απαραίτητοΝα λάβει χώρα υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
-
Διπλός αποκλεισμός RAASΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
-
ΙσχαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με παροδική ή εμμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από ΕΜ ή σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας στην περίπτωση οξείας υπότασηςΗ αρχική φάση της αγωγής απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ειδικά πολύ ηλικιωμένοι και αδύναμοιΟι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία, λόγω μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. Να εξετάζεται μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΝα αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και η δοσολογία να προσαρμόζεται ειδικά στις πρώτες βδομάδες της αγωγής.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρούΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση. Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΈχει αναφερθεί.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολείς (π.χ σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους), βιλνταγλιπτίνη ή ρασεκαντοτρίληΠιθανόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα. Σε περίπτωση αγγειοοιδήματος, το RAMISYN θα πρέπει να διακοπεί. Επείγουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Παρακολούθηση για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες.
-
Αγγειοοίδημα του εντέρουΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΈχει αναφερθεί. Συμπτώματα: κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε απευαισθητοποίησηΗ πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων αυξάνονται. Παροδική διακοπή του RAMISYN θα πρέπει να εξεταστεί πριν την απευαισθητοποίηση.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που χρησιμοποιούν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη) ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωσηΈχει παρατηρηθεί. Εάν η ταυτόχρονη χρήση παραγόντων που αυξάνουν το κάλιο κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου ορού.
-
ΥπονατριαιμίαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και άλλοι ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίαςΣύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχουν παρατηρηθεί. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου ορού.
-
Αιματολογικές διαταραχές (Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία, Θρομβοπενία, Αναιμία, Καταστολή μυελού των οστών)ΠληθυσμόςΓενικάΣπάνια παρατηρήθηκαν. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων.
-
ΛευκοπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, νόσο του κολλαγόνου ή ταυτόχρονη αγωγή με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αιματολογική εικόναΠιο συχνή παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων στην αρχική φάση της αγωγής.
-
Φυλετικές διαφορέςΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείςΜεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος. Πιθανώς λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΜη-παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης.
-
Έκδοχα (Μονοϋδρική λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (Αναστολείς ΜΕΑ με αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένη)αντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)ΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση, ειδικά σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Σακουβιτρίλη, βαλσαρτάνηαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματοςΣύστασηΗ θεραπεία με ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να περάσουν 36 ώρες μετά την τελευταία δόση σακουβιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η θεραπεία με σακουβιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινά μέχρι να περάσουν 36 ώρες μετά από την τελευταία δόση του RAMISYN.
-
ΡακεκαδοτρίληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
ΒιλνταγλιπτίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
Θεραπείες εκτός του σώματος (αιμοδιύλιση/αιμοδιήθηση με μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου, αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη)αντένδειξηΣοβαρές αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΣύστασηΕάν απαιτείται τέτοια θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης ή άλλου αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη)προσοχήΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιοπροσοχήΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Τριμεθοπρίμη και κο-τριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη)προσοχήΑύξηση του καλίου του ορούΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται συγχορήγηση, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες (διουρητικά, νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη)προσοχήΑύξηση της αντιυπερτασικής δράσης
-
παρακολούθησηΕλάττωση της αντιυπερτασικής δράσης του RAMISYNΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά, άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματοςπροσοχήΑυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
-
Άλατα λιθίουπαρακολούθησηΕλαττωμένη απέκκριση λιθίου, αυξημένη τοξικότητα λιθίουΣύστασηΤα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνη)παρακολούθησηΥπογλυκαιμικές αντιδράσειςΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
-
Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ακετυλοσαλικυλικό οξύπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση του καλίου του αίματος
-
Αναστολείς Νεπριλυσίνης (NEP)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
- Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
- Αυξημένο κάλιο αίματος
- Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο νάτριο αίματος
- Καταθλιπτική διάθεση
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Ανησυχία
- Διαταραχή ύπνου
- Κατάσταση σύγχυσης
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Διαταραχή στην προσοχή
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Αγευσία
- Δυσγευσία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
- Αίσθηση καύσου
- Παροσμία
- Συγκοπή
- Διαταραχές όρασης
- Θαμπή όραση
- Επιπεφυκίτιδα
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Εμβοές
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Στηθάγχη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Περιφερικό οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Υπόταση
- Μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση
- Έξαψη
- Στένωση των αγγείων
- Αγγειίτιδα
- Φαινόμενο Raynaud
- Υποδιήθηση
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
- Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
- Ρινοκολπίτιδα
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Επιδείνωση άσθματος
- Ρινική συμφόρηση
- Βρογχίτιδα
- Φλεγμονή του γαστρεντερικού
- Διαταραχές πέψης
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γλωσσίτιδα
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ)
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Χολοστατική ηπατίτιδα
- Κυτταρολυτική ηπατίτιδα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Ονυχόλυση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πέμφιγα
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Πεμφιγοειδές εξάνθημα
- Λειχηνοειδές εξάνθημα
- Ενάνθημα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα (παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση)
- Δερματίτιδα ψωριασικού τύπου
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Παροδική ανικανότητα στύσης
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές πέψηςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΜη παραγωγικός ερεθιστικός βήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή του γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημα (παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημα λεπτού εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα παγκρεατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση πρωτεϊνουρίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροδική ανικανότητα στύσηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινοκολπίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση άσθματοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΟνυχόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣτένωση των αγγείωνΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥποδιήθησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑίσθηση καύσουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα ψωριασικού τύπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕνάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητεςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚυτταρολυτική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΠέμφιγαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεμφιγοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧολοστατική ηπατίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταικατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ένας μικρός κίνδυνος τερατογένεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταικατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης λόγω τοξικότητας στα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και στα νεογνά (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία).
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΛόγω των ανεπαρκών διαθέσιμων πληροφοριών, εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας πρέπει να προτιμούνται, ειδικά κατά τη γαλουχία ενός νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με σημαντική υπόταση, καταπληξία)
- βραδυκαρδία
- ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- νεφρική ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05.
Μηχανισμός δράσης
Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης· κινινάση ΙΙ). Στο πλάσμα και στους ιστούς το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτασίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή.
Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ προκαλεί επίσης απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους μαύρους (Αφρο-Καραϊβικής προέλευσης) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη) από ότι για τους μη μαύρους ασθενείς.
Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα
Αντιυπερτασικές ιδιότητες: Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν παρατηρήθηκαν μεγάλες μεταβολές στη ροή του πλάσματος στους νεφρούς και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας.
Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας εφάπαξ δόσης εμφανίζεται 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως παραμένει για 24 ώρες.
Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση μίας συνεχόμενης αγωγής με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Αποδείχθηκε ότι η αντιυπερτασική δράση σταθεροποιείται μετά από μακροχρόνια αγωγή διαρκείας 2 ετών.
Ξαφνική διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Καρδιακή ανεπάρκεια: Επιπρόσθετα της συνήθους θεραπείας με διουρητικά και κατ’ επιλογή καρδιακών γλυκοσιδών, η ραμιπρίλη παρουσίασε αποτελεσματικότητα σε ασθενείς των λειτουργικών κατηγοριών NYHA ΙΙ-ΙV. Το φάρμακο είχε ωφέλιμες επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα, μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία: Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη της ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά από είτε αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή σακχαρώδους διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα). Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ατομικά ή συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα).
Η μελέτη HOPE: Κύρια αποτελέσματα
| Ραμιπρίλη % (n=4,645) | Εικονικό φάρμακο % (N=4,652) | Σχετικός κίνδυνος (95% διάστημα εμπιστοσύνης) | p-value | |
|---|---|---|---|---|
| Πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα | 14,0 | 17,8 | 0,78 (0,70-0,86) | <0,001 |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 9,9 | 12,3 | 0,80 (0,70-0,90) | <0,001 |
| Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας | 6,1 | 8,1 | 0,74 (0,64-0,87) | <0,001 |
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 3,4 | 4,9 | 0,68 (0,56-0,84) | <0,001 |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | ||||
| Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας | 10,4 | 12,2 | 0,84 (0,75-0,95) | 0,005 |
| Ανάγκη επαναγγείωσης | 16,0 | 18,3 | 0,85 (0,77-0,94) | 0,002 |
| Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω ασταθούς στηθάγχης | 12,1 | 12,3 | 0,98 (0,87-1,10) | NS |
| Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας | 3,2 | 3,5 | 0,88 (0,70-1,10) | 0,25 |
| Επιπλοκές λόγω διαβήτη | 6,4 | 7,6 | 0,84 (0,72-0,98) | 0,03 |
Η μελέτη MICRO-HOPE, μία προκαθορισμένη υπομελέτη της HOPE, διερεύνησε το αποτέλεσμα της προσθήκης 10 mg ραμιπρίλης στην τρέχουσα θεραπευτική αγωγή έναντι εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς μέγιστο όριο ηλικίας), η πλειοψηφία των οποίων με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν ακόμα καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς. Η κύρια ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) των συμμετεχόντων στη ραμιπρίλη και 149 (8,4%) στο εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε ένα RRR 24%· 95% CI [3-40], p = 0,027.
Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο είχε ως σκοπό να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αγωγής με ραμιπρίλη στο ρυθμό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (18-70 ετών) που πάσχουν από ήπια (δηλ. μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και < 3 g/24ωρο) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥ 3 g/24ωρο) λόγω χρόνιας μη-διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υπο-πληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά. Η κύρια ανάλυση ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (η ομάδα διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) κατέδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο· -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1,03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά, ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65) ανά μήνα και περίπου 4 ml/λεπτό/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης επέτυχαν το σύνθετο δευτερεύον τελικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού και/ή την τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ανάγκη αιμοδιύλισης ή μεταμόσχευσης νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02).
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνη-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial), και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα του ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ. Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και / ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και / ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης II. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μια πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάματα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Δευτερεύουσα πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Η μελέτη AIRE συμπεριέλαβε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επιμένοντα κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αγωγή με τη ραμιπρίλη άρχισε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών, η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%. Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5.7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [95% CI (11-40%)].
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη που συμπεριέλαβε 244 παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση (73% πρωτοπαθή υπέρταση), ηλικίας 6-16 ετών, οι ασθενείς έλαβαν χαμηλή δόση, μέτρια δόση ή υψηλή δόση ραμιπρίλης για την επίτευξη συγκεντρώσεων της ραμιπριλάτης στο πλάσμα αντίστοιχες με το εύρος στους ενήλικες των 1,25 mg, 5 mg και 20 mg με βάση το σωματικό βάρος. Στο τέλος των 4 εβδομάδων, η ραμιπρίλη ήταν μη αποτελεσματική για το τελικό σημείο μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης, αλλά μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση στη μέγιστη δόση. Τόσο οι μέτριες, όσο και οι υψηλές δόσεις της ραμιπρίλης έδειξαν σημαντική μείωση και της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στα παιδιά με επιβεβαιωμένη υπέρταση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν εμφανίστηκε σε μια 4 εβδομάδων, κλιμακούμενης δόσης, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη απόσυρσης σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών (75% πρωτοπαθή υπέρταση), όπου τόσο η διαστολική, όσο και η συστολική πίεση έδειξαν μια μέτρια αναπήδηση, αλλά όχι μια στατιστικά σημαντική επάνοδο στη μέτρηση αναφοράς, σε όλα τα επίπεδα δόσης ραμιπρίλης που εξετάστηκαν [χαμηλή δόση (0,625 mg - 2,5 mg), μέτρια δόση (2,5 mg - 10 mg) ή υψηλή δόση (5 mg - 20 mg)] βάσει του βάρους. Η ραμιπρίλη δεν είχε μια γραμμική ανταπόκριση στη δόση στον παιδιατρικό πληθυσμό που μελετήθηκε.
Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός
Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Κατάσταση ισορροπίας συγκέντρωσης ραμιπριλάτης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ ημερήσια δόση, με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.
Κατανομή Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.
Βιομετασχηματισμός Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.
Απέκκριση Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Η συγκέντρωση ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνεται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού με το ΜΕΑ και το βραδύ διαχωρισμό από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημιζωής των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13 έως 17 ώρες για δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου όταν δεσμεύει τη ραμιπριλάτη. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της που δεν εντοπίζονταν στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Όταν υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η αποβολή της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Γαλουχία Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης παρήγαγε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ραμιπρίλης μελετήθηκε σε 30 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας 2-16 ετών, με βάρος > 10 kg. Μετά από δόσεις των 0,05 έως 0,2 mg/kg, η ραμιπρίλη μεταβολίστηκε γρήγορα και εκτεταμένα στη ραμιπριλάτη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα υπήρξαν εντός 2-3 ωρών. Η κάθαρση της ραμιπριλάτης ήταν υψηλά σχετιζόμενη με το λογάριθμο («log») του σωματικού βάρους (p<0,01), καθώς και με της δόσης (p<0,001). Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής αυξανόταν με την αυξανομένη ηλικία του παιδιού για την κάθε κατηγορία δόσης. Η δόση των 0,05 mg/kg σε παιδιά πέτυχε επίπεδα έκθεσης συγκρινόμενα με εκείνα των ενηλίκων υπό αγωγή με 5 mg ραμιπρίλης. Η δόση του 0,2 mg/kg σε παιδιά είχε ως αποτέλεσμα επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 10 mg ανά ημέρα στους ενήλικες.
Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής, ειδικά στις πρώτες βδομάδες | Όλοι οι ασθενείς (νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μεταμόσχευση νεφρού) |
| Συχνά, στενά | Θεραπεία διπλού αποκλεισμού RAAS | ||
| Λευκοκύτταρα (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Συνιστάται | — |
| Πιο συχνά στην αρχική φάση | Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, νόσος του κολλαγόνου ή αγωγή που επηρεάζει την αιματολογική εικόνα | ||
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Συχνά, στενά | Θεραπεία διπλού αποκλεισμού RAAS |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας με ταυτόχρονη χρήση παραγόντων που αυξάνουν το κάλιο |
| Νάτριο ορού (Na⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | Ηλικιωμένοι και κίνδυνος υπονατριαιμίας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | — | Έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης |
| Συχνά, στενά | Θεραπεία διπλού αποκλεισμού RAAS |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η ραμιπρίλη είναι ένα προφάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE). Μεταβολίζεται σε ραμιπριλάτη στο ήπαρ και, σε μικρότερο βαθμό, στα νεφρά. Η ραμιπριλάτη είναι ένας ισχυρός, ανταγωνιστικός αναστολέας της ACE, του ενζύμου που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι (ATI) σε αγγειοτενσίνη II (ATII). Η ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και αποτελεί βασικό συστατικό του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Η ραμιπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας, της νεφροπάθειας και για τη μείωση του ρυθμού θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για τη διαχείριση ήπιας έως σοβαρής υπέρτασης.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου σε αιμοδυναμικά σταθερά άτομα που εμφανίζουν κλινικά σημάδια καρδιακής ανεπάρκειας εντός λίγων ημερών μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Για τη μείωση του ρυθμού θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε άτομα με υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και μικρολευκωματουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ραμιπρίλη είναι ένας αναστολέας της ACE παρόμοιος με τη βενζεπιρίλη, τη φοσινοπρίλη και την κιναπρίλη. Είναι ένα αδρανές προφάρμακο που μετατρέπεται σε ραμιπριλάτη στο ήπαρ, την κύρια θέση ενεργοποίησης, και στα νεφρά. Η ραμιπριλάτη παρέχει αποτελέσματα μείωσης της αρτηριακής πίεσης ανταγωνιζόμενη την επίδραση του RAAS. Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια της συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αιματική ροή ή η πίεση μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα του παρασπειροειδούς συμπλέγματος στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε ATI, η οποία στη συνέχεια διασπάται σε ATII από την ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση χρησιμοποιώντας διάφορους μηχανισμούς. Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον μακρύ εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών, όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των Na+/K+-ATPασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τα νεφρά μέσω της ενσωμάτωσης καναλιών aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII τύπου 1 στα κύτταρα του λείου μυός των αγγείων οδηγεί σε μια σειρά γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Εκτός από αυτές τις κύριες επιδράσεις, η ATII προκαλεί την απόκριση δίψας μέσω διέγερσης των νευρώνων του υποθαλάμου. Οι αναστολείς της ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και ανταγωνίζονται τις προκαλούμενες από το RAAS αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης. Η ACE (γνωστή και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί να διατηρήσει τις επιδράσεις της ραμιπριλάτης προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισοένζυμα της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και τη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο των ωοθηκικών σαλπίγγων. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, Ν και C, οι οποίοι προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίων. Παρόλο που οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα ακολουθίας, έχουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο N-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς της ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα. Η ραμιπριλάτη, ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της ραμιπρίλης, ανταγωνίζεται την ATI για τη δέσμευση στην ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η ραμιπρίλη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας της ρενίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω απώλειας της αναστολής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω των βαροϋποδοχέων.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 50-60%. Το φαγητό μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης από τον γαστρεντερικό σωλήνα χωρίς να επηρεάζει τον βαθμό απορρόφησης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης ήταν 28% και 44%, αντίστοιχα, όταν η από του στόματος χορήγηση συγκρίθηκε με την ενδοφλέβια χορήγηση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνονται με τριφασικό τρόπο. Η αρχική ταχεία μείωση αντιπροσωπεύει την κατανομή στους ιστούς και έχει χρόνο ημίσειας ζωής 2-4 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εμφανής φάσης απέκκρισης είναι 9-18 ώρες και της τελικής φάσης απέκκρισης είναι > 50 ώρες. Δύο φάσεις απέκκρισης συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της ισχυρής δέσμευσης της ραμιπριλάτης στην ACE και της αργής διάστασης από το ένζυμο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ραμιπριλάτης μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις (MDDs) εξαρτάται από τη δόση, κυμαινόμενος από 13-17 ώρες με MDDs 5-10 mg έως 27-36 ώρες για MDDs 2.5 mg.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της ραμιπρίλης με πρωτεΐνες είναι περίπου 73% και της ραμιπριλάτης περίπου 56%.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σε ραμιπριλάτη, η οποία στη συνέχεια αποβάλλεται μέσω νεφρικής και ηπατικής οδού. Η ραμιπριλάτη είναι ο κύριος ενεργός μεταβολίτης που αποβάλλεται κυρίως στα ούρα και τα κόπρανα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να περιλαμβάνουν υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με σημαντική υπόταση και σοκ), βραδυκαρδία, διαταραχές ηλεκτρολυτών και νεφρική ανεπάρκεια. Οι πιο πιθανές ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι συμπτώματα που αποδίδονται στην επίδρασή της στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, ζάλη, αίσθημα αδυναμίας, πόνο στο στήθος, ναυτία, περιφερικό οίδημα, υπνηλία, ανικανότητα, εξάνθημα, αρθρίτιδα και δύσπνοια.
LD 50 = 10933 mg/kg (από του στόματος σε ποντίκια).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το Ramipril είναι αναστολέας του ACE παρόμοιος με τα benazepril, fosinopril και quinapril. Είναι ένα ανενεργό προφάρμακο που μετατρέπεται σε ramiprilat στο ήπαρ, την κύρια θέση ενεργοποίησης, και στα νεφρά. Το Ramiprilat προσδίδει αποτελέσματα μείωσης της αρτηριακής πίεσης ανταγωνιζόμενο την επίδραση του RAAS. Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αρτηριακή πίεση ή η ροή αίματος μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα της παρασπειροειδούς συσκευής στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε ATI, η οποία στη συνέχεια διασπάται σε ATII από το ACE. Το ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση χρησιμοποιώντας διάφορους μηχανισμούς. Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και νερού αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των νατριο-καλίου ΑΤΡασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, το ATII διεγείρει την έκκριση βαζοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω επαναρρόφηση νερού από τα νεφρά μέσω της εισαγωγής καναλιών α aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, το ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αγγειοσυστολής των αρτηριών. Η διέγερση του υποδοχέα ATII Τύπου 1 στα κύτταρα των λείων μυών των αγγείων οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Εκτός από αυτές τις κύριες επιδράσεις, το ATII προκαλεί την απόκριση δίψας μέσω της διέγερσης των νευρώνων του υποθαλάμου. Οι αναστολείς του ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή του ATI σε ATII και ανταγωνίζονται τις προκαλούμενες από το RAAS αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης. Το ACE (γνωστό και ως κινινάση II) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί να διατηρήσει τις επιδράσεις του ramiprilat προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Ramipril αναστέλλει το σύστημα RAAS συνδεόμενο και αναστέλλοντας το ACE, εμποδίζοντας έτσι τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Καθώς τα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα μειώνονται, παρατηρείται λιγότερη ενεργοποίηση των G-protein coupled υποδοχέων αγγειοτενσίνης Ι (AT1R) και αγγειοτενσίνης ΙΙ (AT2R). Το AT1R διαμεσολαβεί αγγειοσυστολή, φλεγμονή, ίνωση και οξειδωτικό στρες μέσω διαφόρων σηματοδοτικών οδών. Αυτές περιλαμβάνουν τη σύνδεση Gq με την οδό του ινοσιτολο-τριφωσφορικού, την ενεργοποίηση των φωσφολιπασών C, A2, και D που συμβάλλουν στην παραγωγή εικοσανοειδών, την ενεργοποίηση Ca2+-εξαρτώμενων και MAP κινασών, Gi και G12/13, και την τελική ενεργοποίηση της οδού Jak/STAT που οδηγεί σε κυτταρική ανάπτυξη και παραγωγή συστατικών της εξωκυττάριας μήτρας. Η ενεργοποίηση του AT1R οδηγεί επίσης σε αυξημένη δραστηριότητα της μεμβρανικής NADH/NADPH οξειδάσης που συμβάλλει στην παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου. Η μειωμένη ενεργοποίηση αυτού του υποδοχέα διαμεσολαβεί τις νεφροπροστατευτικές, αντιυπερτασικές και καρδιοπροστατευτικές επιδράσεις του ramipril μέσω μείωσης της φλεγμονής και της αγγειοσυστολής. Το AT2R δρα σε αντίθεση με τις επιδράσεις του AT1R ενεργοποιώντας τις φωσφοτυροσινο-φωσφατάσες που αναστέλλουν τις MAP κινάσες, αναστέλλοντας το άνοιγμα των καναλιών Ca2+ και διεγείροντας την παραγωγή cGMP και νιτρικού οξειδίου οδηγώντας σε αγγειοδιαστολή. Αυτές οι αντισταθμιστικές επιδράσεις μοιράζονται από τον υποδοχέα Mas, ο οποίος ενεργοποιείται από το Ang(1-7), έναν υπότυπο αγγειοτενσίνης που παράγεται από τις πλάσμα-εστέρεςες από το AngI ή από το ACE2 από το AngII που παράγεται μέσω δευτερογενούς οδού από την τονίνη και την καθεψίνη G. Το Ang(1-7) ενεργοποιεί επίσης το AT2R, αν και ο κύριος όγκος της επίδρασής του διαμεσολαβείται από τον MasR. Το ACE είναι επίσης υπεύθυνο για τη διάσπαση της βραδυκινίνης. Η συνεπακόλουθη συσσώρευση βραδυκινίνης λόγω της αναστολής του ACE θεωρείται ότι διαμεσολαβεί τον χαρακτηριστικό ξηρό βήχα ως παρενέργεια των φαρμάκων αναστολέων του ACE.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το ποσοστό απορρόφησης είναι τουλάχιστον 50-60%.
Η τροφή μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης από τον γαστρεντερικό σωλήνα χωρίς να επηρεάζει το ποσοστό απορρόφησης.
Οι απόλυτες βιοδιαθεσιμότητες του ramipril και του ramiprilat ήταν 28% και 44%, αντίστοιχα, όταν η από του στόματος χορήγηση συγκρίθηκε με την ενδοφλέβια χορήγηση.
Η συγκέντρωση ραμiprilat στον ορό δεν άλλαξε όταν τα καψάκια ανοιγόντουσαν και το περιεχόμενο διαλύονταν σε νερό, διαλύονταν σε χυμό μήλου ή εναιωρούνταν σε σάλτσα μήλου.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 60% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο ramipril (<2%) και οι μεταβολίτες του.
Περίπου το 40% της δόσης ανευρίσκεται στα κόπρανα, αντιπροσωπεύοντας τόσο το μη απορροφηθέν φάρμακο όσο και φάρμακα και μεταβολίτες που απεκκρίνονται μέσω χολικής απέκκρισης.
Η νεφρική απέκκριση του ramipril μπορεί να μειωθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Η νεφρική κάθαρση του ramipril και του ramiprilat αναφέρθηκε ότι είναι 7.2 και 77.4 mL/min/1.73m2.
Η μέση νεφρική κάθαρση του ramipril και του ramiprilat αναφέρεται ότι είναι 10.7 και 126.8 mL/min σε υγιείς ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, επιπλέον η Cmax του ramiprilat είναι περίπου 20% υψηλότερη σε αυτόν τον πληθυσμό.
Ενώ η φαρμακοκινητική του ramipril φαίνεται να μην επηρεάζεται από μειωμένη νεφρική λειτουργία, η συγκέντρωση στο πλάσμα και ο χρόνος ημίσειας ζωής του ramiprilat αυξάνονται.
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, η συγκέντρωση του ramipril αυξάνεται αρχικά, ενώ το tmax του ramiprilat παρατείνεται λόγω μειωμένης ικανότητας μεταβολισμού του φαρμάκου. Ωστόσο, οι σταθερές συγκεντρώσεις του ramiprilat είναι ίδιες στην ηπατική ανεπάρκεια όπως και σε υγιείς ασθενείς.
/ΓΑΛΑ/ Η κατάποση μιας μεμονωμένης από του στόματος δόσης ramipril 10 mg οδήγησε σε μη ανιχνεύσιμες ποσότητες ramipril και των μεταβολιτών του στο μητρικό γάλα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ramipril, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) του ramipril επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας.
Το ποσοστό απορρόφησης είναι τουλάχιστον 50% έως 60% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στον γαστρεντερικό σωλήνα, αν και ο ρυθμός απορρόφησης μειώνεται.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα του ramiprilat μειώνονται με τριφασικό τρόπο (αρχική ταχεία μείωση, φαινομενική φάση κάθαρσης, τελική φάση κάθαρσης).
Η αρχική ταχεία μείωση, η οποία αντιπροσωπεύει την κατανομή του φαρμάκου σε ένα μεγάλο περιφερικό διαμέρισμα και την επακόλουθη σύνδεση με το ACE του πλάσματος και των ιστών, έχει χρόνο ημίσειας ζωής 2 έως 4 ωρών.
Λόγω της ισχυρής του σύνδεσης με το ACE και της αργής διάστασης από το ένζυμο, το ramiprilat παρουσιάζει δύο φάσεις κάθαρσης.
Η φαινομενική φάση κάθαρσης αντιστοιχεί στην κάθαρση του ελεύθερου ramiprilat και έχει χρόνο ημίσειας ζωής 9 έως 18 ωρών.
Η τελική φάση κάθαρσης έχει παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής (>50 ώρες) και πιθανώς αντιπροσωπεύει την κινητική σύνδεσης/διάστασης του συμπλόκου ramiprilat/ACE. Δεν συμβάλλει στη συσσώρευση του φαρμάκου.
Μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις ramipril 5 mg έως 10 mg, ο χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων ramiprilat εντός του θεραπευτικού εύρους ήταν 13 έως 17 ώρες. /Ramiprilat/
Οι συγκεντρώσεις στο πλάμα του ramipril και του ramiprilat αυξάνονται με την αύξηση της δόσης, αλλά δεν είναι αυστηρά δοσοαναλογικές. Η 24ωρη AUC για το ramiprilat, ωστόσο, είναι δοσοαναλογική στο εύρος δόσης 2,5 mg έως 20 mg.
Οι απόλυτες βιοδιαθεσιμότητες του ramipril και του ramiprilat ήταν 28% και 44%, αντίστοιχα, όταν 5 mg από του στόματος ramipril συγκρίθηκαν με την ίδια δόση ramipril που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για το Ramipril (7 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε την σελίδα του αρχείου HSDB.
Περίληψη:
- Απορρόφηση: Τουλάχιστον 50-60% απορρόφηση, μη σημαντική επίδραση τροφής στο ποσοστό απορρόφησης.
- Βιοδιαθεσιμότητα: Ramipril 28%, Ramiprilat 44% (από του στόματος vs IV).
- Απέκκριση: ~60% στα ούρα (ramipril <2% και μεταβολίτες), ~40% στα κόπρανα (μη απορροφηθέν, χολική απέκκριση).
- Νεφρική Λειτουργία: Η νεφρική απέκκριση του ramipril μπορεί να μειωθεί. Η συγκέντρωση και ο χρόνος ημίσειας ζωής του ramiprilat αυξάνονται με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
- Ηπατική Λειτουργία: Αρχικά αυξημένη συγκέντρωση ramipril, παρατεταμένο tmax ramiprilat. Σταθερές συγκεντρώσεις ramiprilat ίδιες με υγιείς.
- Γάλα: Μη ανιχνεύσιμα επίπεδα στο μητρικό γάλα μετά από δόση 10 mg.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση του Ramipril με πρωτεΐνες είναι περίπου 73% και του Ramiprilat περίπου 56%. Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης στο εύρος 0.1μg/mL-10μg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο ηπατικός μεταβολισμός ευθύνεται για το 75% του συνολικού μεταβολισμού του ramipril. Το 25% του ηπατικού μεταβολισμού παράγει τον ενεργό μεταβολίτη ramiprilat μέσω ηπατικών εστερασικών ενζύμων. Το 100% του νεφρικού μεταβολισμού μετατρέπει το ramipril σε ramiprilat.
Άλλοι μεταβολίτες, ο εστέρας δικετοπιπεραζίνης, το οξύ δικετοπιπεραζίνης και οι γλυκουρονίδες του ramipril και ramiprilat, είναι ανενεργοί.
Η υδρόλυση της εστερικής ομάδας (κυρίως στο ήπαρ) μετατρέπει το ramipril στον ενεργό δι-όξινο μεταβολίτη του, ramiprilat. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του ramiprilat επιτυγχάνονται 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου.
Η δέσμευση του ramipril στο πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και του ramiprilat περίπου 56%. in vitro, αυτά τα ποσοστά είναι ανεξάρτητα της συγκέντρωσης στο εύρος 0.01 ug/mL έως 10 mcg/mL.
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε σκύλους, το ramipril μετατρέπεται ταχέως μέσω απο-εστεροποίησης σε ramiprilat. Η βιοδιαθεσιμότητα του ramiprilat μετά από δόση 0.25 mg/kg την ημέρα ramipril είναι περίπου 6.7%.
Το Ramipril είναι προφάρμακο και έχει μικρή φαρμακολογική δραστηριότητα μέχρι να υδρολυθεί στο ήπαρ σε ramiprilat.
Το Ramipril μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως σε ramiprilat, το οποίο έχει περίπου 6 φορές μεγαλύτερη ανασταλτική δράση στο αγγειοτενσινο-μετατρεπτικό ένζυμο (ACE) από το ramipril, και σε εστέρα δικετοπιπεραζίνης, οξύ δικετοπιπεραζίνης, και γλυκουρονίδες ramipril και ramiprilat, τα οποία είναι όλα ανενεργά.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι συγκεντρώσεις στο πλάμα του ramiprilat μειώνονται με τριφασικό τρόπο. Η αρχική ταχεία μείωση αντιπροσωπεύει την κατανομή στους ιστούς και έχει χρόνο ημίσειας ζωής 2-4 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της φαινομενικής φάσης κάθαρσης είναι 9-18 ώρες, η οποία θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει την κάθαρση του ελεύθερου φαρμάκου.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής φάσης κάθαρσης είναι > 50 ώρες και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει την κάθαρση του φαρμάκου που συνδέεται με το ACE λόγω της αργής του διάστασης.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του ramiprilat μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις (MDDs) είναι δοσοεξαρτώμενος, κυμαινόμενος από 13-17 ώρες με 5-10 mg MDDs έως 27-36 ώρες για 2.5 mg MDDs.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάμα του ramiprilat /μεταβολίτης του ramipril/ μειώνονται με τριφασικό τρόπο (αρχική ταχεία μείωση, φαινομενική φάση κάθαρσης, τελική φάση κάθαρσης).
Η αρχική ταχεία μείωση, η οποία αντιπροσωπεύει την κατανομή του φαρμάκου σε ένα μεγάλο περιφερικό διαμέρισμα και την επακόλουθη σύνδεση με το ACE του πλάσματος και των ιστών, έχει χρόνο ημίσειας ζωής 2 έως 4 ώρες.
Λόγω της ισχυρής του σύνδεσης με το ACE και της αργής διάστασης από το ένζυμο, το ramiprilat παρουσιάζει δύο φάσεις κάθαρσης.
Η φαινομενική φάση κάθαρσης αντιστοιχεί στην κάθαρση του ελεύθερου ramiprilat και έχει χρόνο ημίσειας ζωής 9 έως 18 ώρες.
Η τελική φάση κάθαρσης έχει παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής (>50 ώρες) και πιθανώς αντιπροσωπεύει την κινητική σύνδεσης/διάστασης του συμπλόκου ramiprilat/ACE. Δεν συμβάλλει στη συσσώρευση του φαρμάκου.
Μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις ramipril 5 mg έως 10 mg, ο χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων ramiprilat εντός του θεραπευτικού εύρους ήταν 13 έως 17 ώρες. /Ramiprilat/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. Α-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ. και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
L35JN3I7SJ
RAMIPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αγγειοτενσινο-Μετατρεπτικού Ενζύμου
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αγγειοτενσινο-Μετατρεπτικού Ενζύμου
Το Ramipril είναι Αναστολέας Αγγειοτενσινο-Μετατρεπτικού Ενζύμου. Ο μηχανισμός δράσης του ramipril είναι ως Αναστολέας Αγγειοτενσινο-Μετατρεπτικού Ενζύμου.
RAMIPRIL
Αναστολέας Αγγειοτενσινο-Μετατρεπτικού Ενζύμου [EPC]; Αναστολείς Αγγειοτενσινο-Μετατρεπτικού Ενζύμου [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Foundation C09AA05Βασική θεραπεία στεφανιαίας νόσου (όλοι οι ασθενείς)Όλοι οι ασθενείς με στεφανιαία νόσο — δευτερογενής πρόληψηΔοσολογία: 5–10 mg × 1 · Δια βίου
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C09AA05HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: Έναρξη 2.5 mg ×2 → στόχος 5 mg ×2 · Δια βίου
-
ΒΗΜΑ HFmrEF C09AA05HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: Όπως HFrEF · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C09AA05ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
- Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
- Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 60% · Συνεχής -
ΒΗΜΑ 2 C09AA05ΒΗΜΑ 2 — Τριπλός συνδυασμός
- Μη επίτευξη στόχου με τον διπλό συνδυασμό
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 90% · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς ΜΕΑ
απαιτείται αργή απόσυρση
⚠ Συνδέονται συνήθως με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. Α-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ. και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.