Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

RAMIPRIL

Ραμιπρίλη

Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …

Chemical structure of RAMIPRIL

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ιδιοπαθής και νεφραγγειακή υπέρταση. Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια συνήθως ως συμπληρωματική θεραπεία.
medication
SPC-RAMISΥN

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Κάθε μέρα την ίδια ώρα
Δόση έναρξης:
2.5 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να διπλασιαστεί σε διάστημα δύο έως τεσσάρων εβδομάδων.
  • Ενήλικες - Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικά
    Συνιστάται προσοχή λόγω πιθανού ελλείμματος όγκου και/ή ηλεκτρολυτών. Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με διουρητικό να διακοπεί 2-3 ημέρες πριν την έναρξη του RAMISYN. Σε υπερτασικούς ασθενείς που δεν διακόπτουν τη θεραπεία με διουρητικό, η έναρξη με RAMISYN 1,25 mg, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και καλίου ορού, προσαρμογή δόσης ανάλογα με την αρτηριακή πίεση.
  • Ενήλικες - Υπέρταση
    Η δόση εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς και τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό.
  • Ενήλικες - Υπέρταση - Δόση έναρξης
    Δόση2,5 mg ημερησίως
    Σε ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, η αρχική δόση είναι 1,25 mg υπό ιατρική παρακολούθηση.
  • Ενήλικες - Υπέρταση - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Μέγ. δόση10 mg ημερησίως
    Η δόση μπορεί να διπλασιαστεί σε 2-4 εβδομάδες. Συνήθως χορηγείται μία φορά ημερησίως.
  • Ενήλικες - Καρδιαγγειακή πρόληψη - Δόση έναρξης
    Δόση2,5 mg μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες - Καρδιαγγειακή πρόληψη - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Μέγ. δόση10 mg μία φορά ημερησίως
    Διπλασιασμός της δόσης μετά από 1-2 εβδομάδες, και αύξηση μετά από 2-3 εβδομάδες.
  • Ενήλικες - Θεραπεία της νεφροπάθειας - Ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία - Δόση έναρξης
    Δόση1,25 mg μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες - Θεραπεία της νεφροπάθειας - Ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Δόση2,5 mg μετά από 2 εβδομάδες, 5 mg μετά από επιπλέον 2 εβδομάδες
    Σταδιακή αύξηση βάσει ανοχής.
  • Ενήλικες - Θεραπεία της νεφροπάθειας - Ασθενείς με διαβήτη και τουλάχιστον έναν καρδιαγγειακό κίνδυνο - Δόση έναρξης
    Δόση2,5 mg μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες - Θεραπεία της νεφροπάθειας - Ασθενείς με διαβήτη και τουλάχιστον έναν καρδιαγγειακό κίνδυνο - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Μέγ. δόση10 mg
    Διπλασιασμός στα 5 mg μετά από 1-2 εβδομάδες, και στα 10 mg μετά από 2-3 εβδομάδες. Βάσει ανοχής.
  • Ενήλικες - Θεραπεία της νεφροπάθειας - Ασθενείς με μη διαβητική νεφροπάθεια (μακροπρωτεϊνουρία ≥ 3 g/ημέρα) - Δόση έναρξης
    Δόση1,25 mg μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες - Θεραπεία της νεφροπάθειας - Ασθενείς με μη διαβητική νεφροπάθεια (μακροπρωτεϊνουρία ≥ 3 g/ημέρα) - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Δόση2,5 mg μετά από 2 εβδομάδες, 5 mg μετά από επιπλέον 2 εβδομάδες
    Βάσει ανοχής.
  • Ενήλικες - Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια - Δόση έναρξης
    Δόση1,25 mg ημερησίως
    Σε σταθεροποιημένους ασθενείς υπό θεραπεία με διουρητικά.
  • Ενήλικες - Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Μέγ. δόση10 mg ημερησίως
    Διπλασιασμός της δόσης κάθε 1-2 εβδομάδες. Προτιμάται λήψη 2 φορές την ημέρα.
  • Ενήλικες - Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου και με καρδιακή ανεπάρκεια - Δόση έναρξης
    Δόση2,5 mg δύο φορές ημερησίως για 3 ημέρες
    Σε κλινικά και αιμοδυναμικά σταθεροποιημένους ασθενείς 48 ώρες μετά το έμφραγμα. Εάν δεν είναι ανεκτή, 1,25 mg δύο φορές ημερησίως για 2 ημέρες πριν την αύξηση. Εάν δεν είναι δυνατή η αύξηση σε 2,5 mg δύο φορές ημερησίως, διακοπή.
  • Ενήλικες - Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου και με καρδιακή ανεπάρκεια - Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης
    Μέγ. δόση5 mg δύο φορές ημερησίως
    Διπλασιασμός της δόσης σε 1-3 ημέρες. Η δόση συντήρησης κατανέμεται σε 2 χορηγήσεις/ημέρα εφόσον είναι δυνατό. Εάν η δόση δεν μπορεί να αυξηθεί στα 2,5 mg δύο φορές ημερησίως, διακοπή. Για σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA IV) αμέσως μετά το έμφραγμα, έναρξη με 1,25 mg μία φορά ημερησίως με προσοχή στην αύξηση.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης ≥ 60 ml/min)
    Δόση2,5 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση10 mg/ημέρα
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min)
    Δόση2,5 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση5 mg/ημέρα
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min)
    Δόση1,25 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση5 mg/ημέρα
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (Υπερτασικοί ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση)
    Δόση1,25 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση5 mg/ημέρα
    Χορηγείται λίγες ώρες μετά την αιμοδιύλιση.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Μέγ. δόση2,5 mg
    Έναρξη υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
  • Ηλικιωμένοι
    Δόση1,25 mg
    Μειωμένη αρχική δόση. Βαθμιαία τιτλοποίηση λόγω αυξημένης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών.
block
SPC-RAMISΥN

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη ραμιπρίλη, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε κάποιο άλλο αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτασίνης).
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς του ΜΕΑ ή AΥΑΙΙ).
  • Εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
    Πληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες (βλ. αλληλεπιδράσεις)
  • Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό.
  • 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
    ΠληθυσμόςΈγκυες ασθενείς
  • Η ραμιπρίλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς σε υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις.
  • Η συγχορήγηση Ramisyn με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης < 60 ml/min/1.73 m²)
    Πληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία
warning
SPC-RAMISΥN

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Οι αναστολείς του ΜΕΑ όπως η ραμιπρίλη ή οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (ΑΥΑ-ΙΙ) δεν πρέπει να ξεκινήσουν κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ασθενείς οι οποίες σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ κρίνεται απαραίτητη. Όταν διαγιγνώσκεται κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, εάν είναι απαραίτητο, να αρχίζει εναλλακτική θεραπεία.
  • Ασθενείς με ιδιαίτερο κίνδυνο υπότασης
    Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης είναι σε κίνδυνο μίας οξείας έκδηλης πτώσης της αρτηριακής πίεσης και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας λόγω αναστολής του ΜΕΑ, ειδικά όταν ένας αναστολέας του ΜΕΑ ή ένα διουρητικό χορηγείται ταυτόχρονα για πρώτη φορά ή στην πρώτη αύξηση της δόσης. Η σημαντική ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης θα πρέπει να αναμένεται και η ιατρική παρακολούθηση περιλαμβανομένης της παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητες. Συνιστάται η διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή του ελλείμματος των ηλεκτρολυτών προτού αρχίσει η αγωγή (σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ωστόσο, μία διορθωτική ενέργεια σαν και αυτή θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι του κινδύνου της υπερφόρτωσης του όγκου).
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS)
    Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης, αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης, δεν συνιστάται. Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτή θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Ασθενείς σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας στην περίπτωση οξείας υπότασης
    Η αρχική φάση της αγωγής απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Βλέπε Δοσολογία (4.2).
  • Χειρουργική επέμβαση
    Συνιστάται η θεραπεία με αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης όπως η ραμιπρίλη να διακόπτεται, όταν είναι εφικτό, μία ημέρα πριν από το χειρουργείο.
  • Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
    Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και η δοσολογία να προσαρμόζεται ειδικά στις πρώτες βδομάδες της αγωγής. Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση απαιτείται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας, ειδικά σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού.
  • Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα
    Αγγειοοίδημα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων mTOR
    Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολείς (π.χ σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους), βιλνταγλιπτίνη ή ρασεκαντοτρίλη πιθανόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα (π.χ πρήξιμο των αεραγωγών ή της γλώσσας, με ή χωρίς αναπνευστική δυσλειτουργία) (βλ. αλληλεπιδράσεις). Στην περίπτωση αγγειοοιδήματος, το RAMISYN θα πρέπει να διακοπεί. Επείγουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες και να παίρνουν εξιτήριο μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων.
  • Αγγειοοίδημα του εντέρου
    Αγγειοοίδημα του εντέρου έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου του RAMISYN (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτοί οι ασθενείς παρουσίασαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης
    Η πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων στο δηλητήριο εντόμων και άλλων αλλεργιογόνων αυξάνονται κατά την αναστολή του ΜΕΑ. Παροδική διακοπή του RAMISYN θα πρέπει να εξεταστεί πριν την απευαισθητοποίηση.
  • Παρακολούθηση Ηλεκτρολυτών: Υπερκαλιαιμία
    Υπερκαλιαιμία έχει παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου του RAMISYN. Στους ασθενείς σε κίνδυνο ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνονται εκείνοι με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που χρησιμοποιούν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη επίσης γνωστή ως τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη) ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση. Εάν η ταυτόχρονη χρήση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου ορού (βλ. αλληλεπιδράσεις).
  • Παρακολούθηση Ηλεκτρολυτών: Υπονατριαιμία
    Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχουν παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με ραμιπρίλη. Συνιστάται τα επίπεδα νατρίου ορού να παρακολουθούνται τακτικά στους ηλικιωμένους και σε άλλους ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίας.
  • Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία
    Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, όπως επίσης θρομβοπενία και αναιμία, έχουν σπάνια παρατηρηθεί και καταστολή του μυελού των οστών έχει επίσης αναφερθεί. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων ώστε να επιτραπεί η ανίχνευση μίας πιθανής λευκοπενίας. Πιο συχνή παρακολούθηση συνιστάται στην αρχική φάση της αγωγής και σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, εκείνους με συνυπάρχουσα νόσο του κολλαγόνου (π.χ. ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα) και σε όλους εκείνους που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που πιθανόν να προκαλέσουν μεταβολές στην αιματολογική εικόνα (βλ. αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Φυλετικές διαφορές
    Οι αναστολείς του ΜΕΑ προκαλούν μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους ασθενείς. Όπως και με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ, η ραμιπρίλη πιθανόν να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους ασθενείς, πιθανώς λόγω του μεγαλύτερου επιπολασμού της υπέρτασης με χαμηλά επίπεδα ρενίνης στο μαύρο υπερτασικό πληθυσμό.
  • Βήχας
    Βήχας έχει αναφερθεί με τη χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη-παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από έναν αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να θεωρείται ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
  • Λακτόζη
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-RAMISΥN

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Θεραπείες εκτός του σώματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες (αιμοδιύλιση/αιμοδιήθηση με ορισμένες μεμβράνες, αφαίρεση LDL με θειική δεξτράνη)
    Αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων
  • Άλατα καλίου, ηπαρίνη, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, ανταγωνιστές ΑΤ ΙΙ, τριμεθοπρίμη (+, - σουλφαμεθοξαζόλη), τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη
    Παρακολούθηση
    Πιθανότητα υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση του καλίου ορού.
  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά), νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη
    Παρακολούθηση
    Αύξηση της αντιυπερτασικής δράσης
  • Αγγειοσυσταλτικά συμπαθητικομιμητικά (π.χ. ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, επινεφρίνη)
    Παρακολούθηση
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης του RAMISYN
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά
    Παρακολούθηση
    Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
  • Άλατα λιθίου
    Παρακολούθηση
    Αυξημένη τοξικότητα του λιθίου λόγω μειωμένης απέκκρισης
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης)
    Παρακολούθηση
    Πιθανότητα υπογλυκαιμικών αντιδράσεων
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
  • Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ακετυλοσαλικυλικό οξύ
    Παρακολούθηση
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης νεφρικής λειτουργίας και αύξησης καλίου αίματος.
  • Αναστολείς mTOR (Τεμσιρόλιμους, Εβερόλιμους, Σιρόλιμους) ή Αναστολείς DPPIV (βιλνταγλιπτίνη)
    Παρακολούθηση
    Πιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
  • Κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη)
    Παρακολούθηση
    Πιθανός αυξημένος κίνδυνος υπερικαλιαιμίας
  • Ρακεκαδοτρίλη
    Παρακολούθηση
    Πιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
sick
SPC-RAMISΥN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Ηωσινοφιλία
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή ακοκκιοκυτταραιμίας)
  • Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Ανεπάρκεια του μυελού των οστών
  • Πανκυτταροπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
  • Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
  • Ανορεξία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Καταθλιπτική διάθεση
  • Άγχος
  • Νευρικότητα
  • Ανησυχία
  • Διαταραχή του ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας)
  • Κατάσταση σύγχυσης
  • Διαταραχή στην προσοχή
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Ίλιγγος
  • Παραισθησία
  • Αγευσία/Δυσγευσία
  • Τρόμος
  • Διαταραχή της ισορροπίας
  • Εγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου του ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου)
  • Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
  • Αίσθηση καύσου
  • Παρ οσμία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Διαταραχές της όρασης (συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης)
  • Επιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
  • Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
  • Ισχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή εμφράγματος του μυοκαρδίου)
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Αίσθημα παλμών
  • Περιφερικό οίδημα
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση
  • Μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση
  • Συγκοπή
  • Έξαψη
  • Στένωση των αγγείων
  • Υποδιήθηση
  • Αγγειίτιδα
  • Φαινόμενο Raynaud
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
  • Βρογχίτιδα
  • Ρινοκολπίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος (συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης του άσθματος)
  • Ρινική συμφόρηση
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού
  • Διαταραχές της πέψης
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Δυσπεψία
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Παγκρεατίτιδα
  • Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
  • Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης της γαστρίτιδας)
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
  • Γλωσσίτιδα
  • Αφθώδης στοματίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατικά ένζυμα αυξημένα και/ή αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
  • Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα (ειδικά κηλιδοβλατιδώδες)
  • Αγγειοοίδημα (πιθανόν θανατηφόρο)
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Ονυχόλυση
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Stevens-Johnson)
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Επιδείνωση ψωρίασης
  • Ψωριασικό εξάνθημα
  • Περιφερικό ή λειχηνοειδές εξάνθημα
  • Αλωπεκία
Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
  • Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
  • Επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Παροδική ανικανότητα στύσης
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
  • Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Θωρακικό άλγος
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ηωσινοφιλία
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή ακοκκιοκυτταραιμίας)
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Όχι συχνές
  • Ανεπάρκεια του μυελού των οστών
    Σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία
    Σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Όχι συχνές
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
    Όχι συχνές
  • Καταθλιπτική διάθεση
    Συχνές
  • Άγχος
    Συχνές
  • Νευρικότητα
    Συχνές
  • Ανησυχία
    Συχνές
  • Διαταραχή του ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας)
    Συχνές
  • Κατάσταση σύγχυσης
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή στην προσοχή
    Όχι συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Συχνές
  • Ζάλη
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Συχνές
  • Αγευσία/Δυσγευσία
    Συχνές
  • Τρόμος
    Συχνές
  • Διαταραχή της ισορροπίας
    Συχνές
  • Εγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου του ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου)
    Όχι συχνές
  • Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση καύσου
    Όχι συχνές
  • Παρ οσμία
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές της όρασης (συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης)
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Όχι συχνές
  • Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Όχι συχνές
  • Ισχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή εμφράγματος του μυοκαρδίου)
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Συχνές
  • Αρρυθμία
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Συχνές
  • Υπόταση
    Συχνές
  • Μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Συχνές
  • Έξαψη
    Όχι συχνές
  • Στένωση των αγγείων
    Σπάνιες
  • Υποδιήθηση
    Σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Σπάνιες
  • Φαινόμενο Raynaud
    Πολύ σπάνιες
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
    Συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Συχνές
  • Ρινοκολπίτιδα
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Συχνές
  • Βρογχόσπασμος (συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης του άσθματος)
    Όχι συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Όχι συχνές
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Διαταραχές της πέψης
    Συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Συχνές
  • Διάρροια
    Συχνές
  • Ναυτία
    Συχνές
  • Έμετος
    Συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου
    Όχι συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης της γαστρίτιδας)
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Όχι συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Σπάνιες
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Σπάνιες
  • Ηπατικά ένζυμα αυξημένα και/ή αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
    Συχνές
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Όχι συχνές
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
    Όχι συχνές
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
    Σπάνιες
  • Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα
    Σπάνιες
  • Εξάνθημα (ειδικά κηλιδοβλατιδώδες)
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα (πιθανόν θανατηφόρο)
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Όχι συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Όχι συχνές
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Σπάνιες
  • Ονυχόλυση
    Σπάνιες
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Stevens-Johnson), πολύμορφο ερύθημα, επιδείνωση ψωρίασης, ψωριασικό εξάνθημα, περιφερικό ή λειχηνοειδές εξάνθημα, αλωπεκία
    Μη γνωστές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
    Συχνές
  • Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
    Συχνές
  • Επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας
    Συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Συχνές
  • Παροδική ανικανότητα στύσης
    Συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Συχνές
  • Γυναικομαστία
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Συχνές
  • Κόπωση
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Σπάνιες
pregnant_woman
SPC-RAMISΥN

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Το RAMISYN δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης και αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης.
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές αγωγές, οι οποίες έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός αν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη. Όταν διαγνωστεί κύηση, η αγωγή με τον αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί αμέσως και εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να αρχίσει εναλλακτική θεραπεία.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ/ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί τοξικότητα στα ανθρώπινα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και τοξικότητα στα νεογνά (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Στην περίπτωση έκθεσης σε αναστολέα του ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται η εξέταση της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου με υπέρηχο. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση, ολιγουρία και υπερκαλιαιμία.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Λόγω των ανεπαρκών διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη χρήση της ραμιπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, η ραμιπρίλη δεν συνιστάται και εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας κατά το θηλασμό πρέπει να προτιμούνται, ειδικά κατά τη γαλουχία ενός νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Υπάρχουν δύο ισοένζυμα της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι…
monitor_heart
SPC-RAMISΥN

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05. Μηχανισμός δράσης Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι…

biotech
SPC-RAMISΥN

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο ηπατικός μεταβολισμός ευθύνεται για το 75% του συνολικού μεταβολισμού του ramipril. Το 25% του ηπατικού μεταβολισμού παράγει τον ενεργό μεταβολίτη ramiprilat μέσω ηπατικών εστερασικών ενζύμων. Το 100% του νεφρικού μεταβολισμού μετατρέπει…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-RAMISΥN
expand_more

Δοσολογία

Συνιστάται το RAMISYN να λαμβάνεται κάθε μέρα την ίδια ώρα της ημέρας. Το RAMISYN μπορεί να λαμβάνεται πριν, μαζί ή μετά τα γεύματα, γιατί η λήψη τροφής δεν τροποποιεί την βιοδιαθεσιμότητά του (βλ. Φαρμακοκινητική). Το RAMISYN πρέπει να καταπίνεται με κάποιο υγρό. Δεν πρέπει να μασάται ή να συνθλίβεται.

RAMISYN 5 mg δισκία: Αυτή η περιεκτικότητα δεν είναι κατάλληλη για δόσεις μικρότερες των 2,5 mg

RAMISYN 10 mg δισκία: Αυτή η περιεκτικότητα δεν είναι κατάλληλη για δόσεις μικρότερες των 5 mg

Ενήλικες

  • Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικά Υπόταση πιθανόν να παρουσιαστεί μετά την έναρξη της θεραπείας με RAMISYN · αυτό είναι πιο πιθανό σε ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή με διουρητικά. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή επειδή οι ασθενείς αυτοί πιθανόν να έχουν έλλειμμα όγκου και/ή ηλεκτρολυτών. Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με το διουρητικό θα πρέπει να διακοπεί 2 έως 3 ημέρες προτού αρχίσει η θεραπεία με το RAMISYN (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε υπερτασικούς ασθενείς στους οποίους δεν διακόπτεται η αγωγή με το διουρητικό, η θεραπεία με το RAMISYN θα πρέπει να αρχίσει με μία δόση του 1,25 mg. Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται. Η επακόλουθη δόση του RAMISYN θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα με την επιδιωκόμενη αρτηριακή πίεση.

  • Υπέρταση Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Το RAMISYN μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλες κατηγορίες αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων (δείτε τις Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).

    • Δόση έναρξης Η θεραπεία με το RAMISYN θα πρέπει να αρχίσει σταδιακά με μία αρχική συνιστώμενη δόση των 2,5 mg ημερησίως. Οι ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης πιθανόν να εμφανίσουν υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την αρχική δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται μία δόση έναρξης του 1,25 mg και η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να είναι υπό ιατρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

    • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Η δόση μπορεί να διπλασιαστεί σε διάστημα δύο έως τεσσάρων εβδομάδων ώστε προοδευτικά να επιτευχθεί η επιθυμητή αρτηριακή πίεση· η μέγιστη επιτρεπόμενη δόση του RAMISYN είναι 10 mg ημερησίως. Συνήθως η δόση χορηγείται μία φορά ημερησίως.

  • Καρδιαγγειακή πρόληψη

    • Δόση έναρξης Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 2,5 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως.
    • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται να διπλασιάζεται η δόση μετά από μία ή δύο εβδομάδες και - μετά από ακόμα δύο έως τρεις εβδομάδες - να αυξάνεται μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 10 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως. Βλέπε επίσης δοσολογία για ασθενείς που είναι σε θεραπεία με διουρητικά παραπάνω.
  • Θεραπεία της νεφροπάθειας

    • Σε ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία

      • Δόση έναρξης Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,25 mg Ramipril μία φορά ημερησίως.
      • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Η δόση σταδιακά αυξάνεται με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg μετά από δύο εβδομάδες και μετά στα 5 mg μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
    • Σε ασθενείς με διαβήτη και έναν τουλάχιστον καρδιαγγειακό κίνδυνο

      • Δόση έναρξης Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 2,5 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως.
      • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 5 mg RAMISYN μετά από μία έως δύο εβδομάδες και μετά στα 10 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο ή τρεις εβδομάδες. Η επιδιωκόμενη ημερήσια δόση είναι τα 10 mg.
    • Σε ασθενείς με μη διαβητική νεφροπάθεια όπως ορίζεται από μακροπρωτεϊνουρία ≥ 3 g /ημέρα

      • Δόση έναρξης Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,25 mg RAMISYN μία φορά ημερησίως.
      • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Με βάση την ανοχή του ασθενούς στη δραστική ουσία η δόση στη συνέχεια αυξάνεται. Συνιστάται ο διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης στα 2,5 mg RAMISYN μετά από δύο εβδομάδες και έπειτα στα 5 mg RAMISYN μετά από ακόμα δύο εβδομάδες.
  • Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια

    • Δόση έναρξης Στους σταθεροποιημένους ασθενείς υπό θεραπεία με διουρητικά, η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,25 mg ημερησίως.
    • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Το RAMISYN πρέπει να τιτλοποιείται με το διπλασιασμό της δόσης κάθε μία έως δύο εβδομάδες με μέγιστη ημερήσια δόση τα 10 mg. Προτιμάται το δοσολογικό σχήμα με λήψη του φαρμάκου 2 φορές την ημέρα.
  • Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και με καρδιακή ανεπάρκεια

    • Δόση έναρξης Με την πάροδο 48 ωρών από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε έναν κλινικά και αιμοδυναμικά σταθεροποιημένο ασθενή, η αρχική δόση είναι 2,5 mg δύο φορές ημερησίως για τρεις ημέρες. Εάν η αρχική δόση των 2,5 mg δεν είναι ανεκτή, μια δόση 1,25 mg δύο φορές την ημέρα πρέπει να χορηγείται για δύο ημέρες πριν αυξηθεί στα 2,5 mg και στα 5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η δόση δεν μπορεί να αυξηθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, η αγωγή πρέπει να διακοπεί. Βλέπε επίσης δοσολογία για ασθενείς που είναι σε θεραπεία με διουρητικά παραπάνω.
    • Τιτλοποίηση και δόση συντήρησης Η ημερήσια δόση αυξάνεται στη συνέχεια με το διπλασιασμό της δόσης σε διάστημα μίας έως τριών ημερών μέχρι την επιδιωκόμενη δόση συντήρησης των 5 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση συντήρησης κατανέμεται σε 2 χορηγήσεις την ημέρα όταν είναι δυνατό. Εάν η δόση δεν μπορεί να αυξηθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, η αγωγή πρέπει να διακοπεί. Επαρκής εμπειρία, ακόμα υπολείπεται, σχετικά με την αγωγή των ασθενών με σοβαρή (ΝΥΗΑ IV) καρδιακή ανεπάρκεια αμέσως μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εάν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για την αγωγή των ασθενών αυτών, συνιστάται η θεραπεία να αρχίζει με 1,25 mg μία φορά ημερησίως και να δεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε αύξηση της δόσης.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η ημερήσια δόση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης (βλ. Φαρμακοκινητική):

    • εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι ≥ 60 ml/min, δεν είναι αναγκαίο να προσαρμοστεί η αρχική δόση (2,5 mg/ημέρα)· η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 10 mg·
    • εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μεταξύ 30-60 ml/min, δεν είναι αναγκαίο να προσαρμοστεί η αρχική δόση (2,5 mg/ημέρα)· η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 5 mg·
    • εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μεταξύ 10-30 ml/min, η αρχική δόση είναι 1,25 mg/ημέρα και η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 5 mg·
    • σε υπερτασικούς ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση: η ραμιπρίλη είναι σε περιορισμένο βαθμό διαλυτή· η αρχική δόση είναι 1,25 mg/ημέρα και η μέγιστη δόση είναι 5 mg· το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται λίγες ώρες μετά την πραγματοποίηση της αιμοδιύλισης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητική) Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή με RAMISYN πρέπει να αρχίζει μόνο μετά από στενή ιατρική παρακολούθηση και η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2,5 mg RAMISYN.

  • Ηλικιωμένοι Οι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία γιατί είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικά στους πολύ ηλικιωμένους και αδύναμους ασθενείς. Θα πρέπει να εξετάζεται μια μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης.

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ραμιπρίλης σε παιδιά δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Πρόσφατα δεδομένα για το RAMISYN περιγράφονται στις παραγράφους Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές, Φαρμακοκινητική & Προκλινικά δεδομένα, όμως δε μπορεί να γίνει μια συγκεκριμένη σύσταση για τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης Από του στόματος χρήση.

block

Αντενδείξεις

SPC-RAMISΥN
expand_more
● Υπερευαισθησία στη ραμιπρίλη, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε κάποιο άλλο αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτασίνης). ● Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς του ΜΕΑ ή AΥΑΙΙ). ● Εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες (βλ. αλληλεπιδράσεις). ● Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό. ● 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και κύηση και γαλουχία). ● Η ραμιπρίλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς σε υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις. ● Η συγχορήγηση Ramisyn με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης < 60 ml/min/1.73 m²) (βλέπε αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-RAMISΥN
expand_more

Κύηση Οι αναστολείς του ΜΕΑ όπως η ραμιπρίλη ή οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (ΑΥΑ-ΙΙ) δεν πρέπει να ξεκινήσουν κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ασθενείς οι οποίες σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ κρίνεται απαραίτητη. Όταν διαγιγνώσκεται κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/ΑΥΑ-ΙΙ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, εάν είναι απαραίτητο, να αρχίζει εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και κύηση και γαλουχία).

Ασθενείς με ιδιαίτερο κίνδυνο υπότασης

  • Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης είναι σε κίνδυνο μίας οξείας έκδηλης πτώσης της αρτηριακής πίεσης και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας λόγω αναστολής του ΜΕΑ, ειδικά όταν ένας αναστολέας του ΜΕΑ ή ένα διουρητικό χορηγείται ταυτόχρονα για πρώτη φορά ή στην πρώτη αύξηση της δόσης. Η σημαντική ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης θα πρέπει να αναμένεται και η ιατρική παρακολούθηση περιλαμβανομένης της παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητες, όπως για παράδειγμα σε:
    • σοβαρή υπέρταση
    • μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    • αιμοδυναμικά σχετική παρεμπόδιση της αριστερής κοιλιακής εισροής ή εκροής (π.χ. στένωση της αορτικής ή της μητροειδούς βαλβίδας)
    • ετερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας με δεύτερο λειτουργικό νεφρό
    • ασθενείς στους οποίους υπάρχει ή μπορεί να αναπτυχθεί έλλειμμα υγρών ή ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με διουρητικά)
    • κίρρωση του ήπατος και/ή ασκίτη
    • μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση. Γενικά, συνιστάται η διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή του ελλείμματος των ηλεκτρολυτών προτού αρχίσει η αγωγή (σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ωστόσο, μία διορθωτική ενέργεια σαν και αυτή θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι του κινδύνου της υπερφόρτωσης του όγκου).

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης, αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης, δεν συνιστάται (βλ. αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτή θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

  • Παροδική ή εμμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από ΕΜ
  • Ασθενείς σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας στην περίπτωση οξείας υπότασης Η αρχική φάση της αγωγής απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Βλέπε Δοσολογία (4.2).

Χειρουργική επέμβαση Συνιστάται η θεραπεία με αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης όπως η ραμιπρίλη να διακόπτεται, όταν είναι εφικτό, μία ημέρα πριν από το χειρουργείο.

Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και η δοσολογία να προσαρμόζεται ειδικά στις πρώτες βδομάδες της αγωγής. Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση απαιτείται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας, ειδικά σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού.

Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα Αγγειοοίδημα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων mTOR (π.χ σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους) Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολείς (π.χ σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους), βιλνταγλιπτίνη ή ρασεκαντοτρίλη πιθανόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα (π.χ πρήξιμο των αεραγωγών ή της γλώσσας, με ή χωρίς αναπνευστική δυσλειτουργία) (βλ. αλληλεπιδράσεις). Στην περίπτωση αγγειοοιδήματος, το RAMISYN θα πρέπει να διακοπεί. Επείγουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες και να παίρνουν εξιτήριο μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων.

Αγγειοοίδημα του εντέρου Αγγειοοίδημα του εντέρου έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου του RAMISYN (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτοί οι ασθενείς παρουσίασαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).

Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης Η πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων στο δηλητήριο εντόμων και άλλων αλλεργιογόνων αυξάνονται κατά την αναστολή του ΜΕΑ. Παροδική διακοπή του RAMISYN θα πρέπει να εξεταστεί πριν την απευαισθητοποίηση.

Παρακολούθηση Ηλεκτρολυτών: Υπερκαλιαιμία Υπερκαλιαιμία έχει παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου του RAMISYN. Στους ασθενείς σε κίνδυνο ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνονται εκείνοι με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που χρησιμοποιούν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη επίσης γνωστή ως τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη) ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση. Εάν η ταυτόχρονη χρήση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου ορού (βλ. αλληλεπιδράσεις).

Παρακολούθηση Ηλεκτρολυτών: Υπονατριαιμία Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχουν παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με ραμιπρίλη. Συνιστάται τα επίπεδα νατρίου ορού να παρακολουθούνται τακτικά στους ηλικιωμένους και σε άλλους ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίας.

Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, όπως επίσης θρομβοπενία και αναιμία, έχουν σπάνια παρατηρηθεί και καταστολή του μυελού των οστών έχει επίσης αναφερθεί. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων ώστε να επιτραπεί η ανίχνευση μίας πιθανής λευκοπενίας. Πιο συχνή παρακολούθηση συνιστάται στην αρχική φάση της αγωγής και σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, εκείνους με συνυπάρχουσα νόσο του κολλαγόνου (π.χ. ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα) και σε όλους εκείνους που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που πιθανόν να προκαλέσουν μεταβολές στην αιματολογική εικόνα (βλ. αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Φυλετικές διαφορές Οι αναστολείς του ΜΕΑ προκαλούν μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους ασθενείς. Όπως και με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ, η ραμιπρίλη πιθανόν να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους ασθενείς, πιθανώς λόγω του μεγαλύτερου επιπολασμού της υπέρτασης με χαμηλά επίπεδα ρενίνης στο μαύρο υπερτασικό πληθυσμό.

Βήχας Βήχας έχει αναφερθεί με τη χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη-παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από έναν αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να θεωρείται ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.

Λακτόζη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-RAMISΥN
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης-(RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται

  • Θεραπείες εκτός του σώματος που οδηγούν στην επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες όπως η αιμοδιύλιση ή η αιμοδιήθηση με ορισμένες μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου) και η αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη, λόγω αυξημένου κινδύνου σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων (βλ. Αντενδείξεις). Εάν απαιτείται μία ανάλογη θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση ενός διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοδιύλισης ή κάποιος αντιυπερτασικός παράγοντας άλλης κατηγορίας.

Προφυλάξεις κατά τη χρήση

  • Άλατα καλίου, ηπαρίνη, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και άλλες δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (συμπεριλαμβανομένων των ανταγωνιστών της Αγγειοτασίνης ΙΙ, της τριμεθοπρίμης και σε σταθερό συνδυασμό με σουλφαμεθοξαζόλη, τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη): Πιθανόν να παρουσιαστεί υπερκαλιαιμία, επομένως απαιτείται στενή παρακολούθηση του καλίου ορού.

  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά) και άλλες ουσίες που πιθανόν μειώνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνης, αλφουζοσίνης, δοξαζοσίνης, πραζοσίνης, ταμσουλοσίνης, τεραζοσίνης): Αναμένεται αύξηση της αντιυπερτασικής δράσης (βλ. Δοσολογία για τα διουρητικά).

  • Αγγειοσυσταλτικά συμπαθητικομιμητικά και άλλες ουσίες (π.χ. ισοπροτερενόλης, δοβουταμίνης, ντοπαμίνης, επινεφρίνης) που πιθανόν ελαττώνουν την αντιυπερτασική δράση του RAMISYN: Συνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.

  • Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά και άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματος: Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Άλατα λιθίου: Η απέκκριση του λιθίου πιθανόν να είναι ελαττωμένη από τους αναστολείς του ΜΕΑ και συνεπώς η τοξικότητα του λιθίου πιθανόν να είναι αυξημένη. Τα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.

  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης: Πιθανόν να παρουσιαστούν υπογλυκαιμικές αντιδράσεις. Συνιστάται η παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.

  • Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και ακετυλοσαλικυλικό οξύ: Η μείωση της αντιυπερτασικής δράσης του RAMISYN πρέπει να αναμένεται. Επιπλέον, η ταυτόχρονη αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ και ΜΣΑΦ πιθανόν να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και σε αύξηση του καλίου του αίματος.

  • Αναστολείς mTOR (π.χ. Τεμσιρόλιμους, Εβερόλιμους και Σιρόλιμους) ή Αναστολείς DPPIV (βιλνταγλιπτίνη). Πιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενα φάρμακα όπως οι αναστολείς mTOR ή βιλνταγλιπτίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη) Πιθανός αυξημένος κίνδυνος υπερικαλιαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενα κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Ρακεκαδοτρίλη: Έχει αναφερθεί πιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος με την ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ και του αναστολέα του ενζύμου ΝΕΡ (neutral endopeptidase) όπως η ρακεκαδοτρίλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-RAMISΥN
expand_more

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Το προφίλ ασφάλειας της ραμιπρίλης περιλαμβάνει επίμονο ξηρό βήχα και αντιδράσεις λόγω υπότασης. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, υπερκαλιαιμία, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, παγκρεατίτιδα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις και ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία.

Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ορίζεται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη:

  • Πολύ συχνές: (≥ 1/10)
  • Συχνές: (≥ 1/100 έως < 1/10)
  • Όχι συχνές: (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
  • Σπάνιες: (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
  • Πολύ σπάνιες: (< 1/10.000)
  • Μη γνωστές: (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία Συστήματος Οργάνου Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Ηωσινοφιλία Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή ακοκκιοκυτταραιμίας), μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων, μειωμένη αιμοσφαιρίνη, μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων Ανεπάρκεια του μυελού των οστών, πανκυτταροπενία, αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Σύνδρομο άμετρης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αυξημένο κάλιο αίματος, Ανορεξία Μειωμένη όρεξη Μειωμένο νάτριο αίματος
Ψυχιατρικές διαταραχές Καταθλιπτική διάθεση, άγχος, νευρικότητα, ανησυχία, διαταραχή του ύπνου συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας Κατάσταση σύγχυσης, Διαταραχή στην προσοχή
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, ζάλη, Ίλιγγος, παραισθησία, αγευσία/δυσγευσία, Τρόμος, διαταραχή της ισορροπίας Εγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου του ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου), επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες, αίσθηση καύσου, παροσμία
Οφθαλμικές διαταραχές Διαταραχές της όρασης (συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης) Επιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, εμβοές
Καρδιακές διαταραχές Ισχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή εμφράγματος του μυοκαρδίου), ταχυκαρδία, αρρυθμία, αίσθημα παλμών, περιφερικό οίδημα
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση, μειωμένη ορθοστατική αρτηριακή πίεση, συγκοπή Έξαψη Στένωση των αγγείων, υποδιήθηση, αγγειίτιδα Φαινόμενο Raynaud
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας, βρογχίτιδα, ρινοκολπίτιδα, δύσπνοια Βρογχόσπασμος (συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης του άσθματος), ρινική συμφόρηση
Διαταραχές του γαστρεντερικού Φλεγμονή του γαστρεντερικού, διαταραχές της πέψης, κοιλιακή δυσφορία, δυσπεψία, διάρροια, ναυτία, έμετος Παγκρεατίτιδα (περιπτώσεις θανατηφόρου έκβασης έχουν πολύ εξαιρετικά αναφερθεί με τους αναστολείς του ΜΕΑ), αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα, αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου, άλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης της γαστρίτιδας), δυσκοιλιότητα, ξηροστομία Γλωσσίτιδα, Αφθώδης στοματίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Ηπατικά ένζυμα αυξημένα και/ή αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη Χολοστατικός ίκτερος, ηπατοκυτταρική βλάβη Οξεία ηπατική ανεπάρκεια, χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (θανατηφόρος έκβαση έχει υπάρξει πολύ εξαιρετικά)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, ειδικά κηλιδοβλατιδώδες Αγγειοοίδημα· πολύ εξαιρετικά, η παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση· κνησμός, υπεριδρωσία Αποφολιδωτική δερματίτιδα, κνίδωση, ονυχόλυση Αντίδραση φωτοευαισθησίας Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Stevens-Johnson), πολύμορφο ερύθημα, επιδείνωση ψωρίασης, ψωριασικό εξάνθημα, περιφερικό ή λειχηνοειδές εξάνθημα, αλωπεκία
Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού Μυϊκοί σπασμοί, μυαλγία Αρθραλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας), αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων, επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας, αυξημένη ουρία αίματος, αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Παροδική ανικανότητα στύσης, μειωμένη γενετήσια ορμή Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Θωρακικό άλγος, κόπωση Πυρεξία Εξασθένιση

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια της ραμιπρίλης παρακολουθήθηκε σε 325 παιδιά και εφήβους, ηλικίας 2-16 ετών κατά τη διάρκεια 2 κλινικών δοκιμών. Παρά το ότι η φύση και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων, η συχνότητα των παρακάτω είναι μεγαλύτερη στα παιδιά:

  • Ταχυκαρδία, ρινική συμφόρηση και ρινίτιδα, «συχνές» (δηλ. ≥ 1/100 έως < 1/10) στον παιδιατρικό πληθυσμό και «όχι συχνές» (δηλ..≥ 1/1.000 έως < 1/100) στον ενήλικο πληθυσμό.
  • Επιπεφυκίτιδα «συχνή» (δηλ.≥ 1/100 έως < 1/10) στον παιδιατρικό ενώ «σπάνια» (δηλ..≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) στον ενήλικο πληθυσμό.
  • Τρόμος και κνίδωση «όχι συχνές» (δηλ.≥ 1/1.000 έως < 1/100) στον παιδιατρικό πληθυσμό και «σπάνιες» (δηλ..≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) στον ενήλικο πληθυσμό.

Το συνολικό προφίλ ασφαλείας για τη ραμιπρίλη στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν διαφέρει σημαντικά από το προφίλ ασφαλείας στους ενήλικες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-RAMISΥN
expand_more

Κύηση

Το RAMISYN δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Δοσολογία) και αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις).

Επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ωστόσο, ένας μικρός κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές αγωγές, οι οποίες έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός αν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη. Όταν διαγνωστεί κύηση, η αγωγή με τον αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί αμέσως και εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να αρχίσει εναλλακτική θεραπεία.

Η έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ/ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί τοξικότητα στα ανθρώπινα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και τοξικότητα στα νεογνά (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Στην περίπτωση έκθεσης σε αναστολέα του ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται η εξέταση της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου με υπέρηχο. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση, ολιγουρία και υπερκαλιαιμία (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Λόγω των ανεπαρκών διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη χρήση της ραμιπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Φαρμακοκινητικές), η ραμιπρίλη δεν συνιστάται και εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας κατά το θηλασμό πρέπει να προτιμούνται, ειδικά κατά τη γαλουχία ενός νεογνού ή πρόωρου βρέφους.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-RAMISΥN
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, μόνοι, Κωδικός ATC: C09AA05.

Μηχανισμός δράσης

Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης· κινινάση ΙΙ). Στο πλάσμα και στους ιστούς το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτασίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή.

Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ προκαλεί επίσης απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους μαύρους (Αφρο- Καραϊβικής προέλευσης) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη) από ότι για τους μη μαύρους ασθενείς.

Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα

  • Αντιυπερτασικές ιδιότητες: Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν παρατηρήθηκαν μεγάλες μεταβολές στη ροή του πλάσματος στους νεφρούς και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας εφάπαξ δόσης εμφανίζεται 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως παραμένει για 24 ώρες. Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση μίας συνεχόμενης αγωγής με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Αποδείχθηκε ότι η αντιυπερτασική δράση σταθεροποιείται μετά από μακροχρόνια αγωγή διαρκείας 2 ετών. Ξαφνική διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

  • Καρδιακή ανεπάρκεια: Επιπρόσθετα της συνήθους θεραπείας με διουρητικά και κατ’ επιλογή καρδιακών γλυκοσιδών, η ραμιπρίλη παρουσίασε αποτελεσματικότητα σε ασθενείς των λειτουργικών κατηγοριών NYHA II-IV. Το φάρμακο είχε ωφέλιμες επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα, μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

  • Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία: Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη της ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά από είτε αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή σακχαρώδη διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα). Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ατομικά ή συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα).
    HOPE: Τα κύρια αποτελέσματα Ραμιπρίλη Εικονικό Φάρμακο Σχετικός κίνδυνος (95% διάστημα εμπιστοσύνης) p-value
    Όλοι οι ασθενείς (n=4,645 N=4,652)
    Πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα 14,0% 17,8% 0,78 (0,70-0,86) <0,001
    Έμφραγμα του μυοκαρδίου 9,9% 12,3% 0,80 (0,70-0,90) <0,001
    Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας 6,1% 8,1% 0,74 (0,64-0,87) <0,001
    Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο 3,4% 4,9% 0,68 (0,56-0,84) <0,001
    Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
    Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας 10,4% 12,2% 0,84 (0,75-0,95) 0,005
    Ανάγκη επαναγγείωσης 16,0% 18,3% 0,85 (0,77-0,94) 0,002
    Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω ασταθούς στηθάγχης 12,1% 12,3% 0,98 (0,87-1,10) NS
    Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας 3,2% 3,5% 0,88 (0,70-1,10) 0,25
    Επιπλοκές λόγω διαβήτη 6,4% 7,6% 0,84 (0,72-0,98) 0,03

Η μελέτη MICRO-HOPE, μία προκαθορισμένη υπομελέτη της HOPE, διερεύνησε το αποτέλεσμα της προσθήκης 10 mg ραμιπρίλης στην τρέχουσα θεραπευτική αγωγή έναντι εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς μέγιστο όριο ηλικίας), η πλειοψηφία των οποίων με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν ακόμα καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς. Η κύρια ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) των συμμετεχόντων στη ραμιπρίλη και 149 (8,4%) στο εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε ένα RRR 24%· 95% CI [3-40], p = 0,027.

Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο είχε ως σκοπό να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αγωγής με ραμιπρίλη στο ρυθμό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (18-70 ετών) που πάσχουν από ήπια (δηλ. μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και < 3 g/24ωρο) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥ 3 g/24ωρο) λόγω χρόνιας μη-διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υπο-πληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά. Η κύρια ανάλυση ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (η ομάδα διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) κατέδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο· -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1,03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά, ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65) ανά μήνα και περίπου 4 ml/λεπτό/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης επέτυχαν το σύνθετο δευτερεύον τελικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού και/ή την τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ανάγκη αιμοδιύλισης ή μεταμόσχευσης νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02).

  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial), και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα του ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ. Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και / ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και / ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

    Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μια πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάματα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

  • Δευτερεύουσα πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Η μελέτη AIRE συμπεριέλαβε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επιμένοντα κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αγωγή με τη ραμιπρίλη άρχισε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών, η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%. Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5.7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [95% CI (11-40%)].

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη που συμπεριέλαβε 244 παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση (73% πρωτοπαθή υπέρταση), ηλικίας 6-16 ετών, οι ασθενείς έλαβαν χαμηλή δόση, μέτρια δόση ή υψηλή δόση ραμιπρίλης για την επίτευξη συγκεντρώσεων της ραμιπριλάτης στο πλάσμα αντίστοιχες με το εύρος στους ενήλικες των 1,25 mg, 5 mg και 20 mg με βάση το σωματικό βάρος. Στο τέλος των 4 εβδομάδων, η ραμιπρίλη ήταν μη αποτελεσματική για το τελικό σημείο μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης, αλλά μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση στη μέγιστη δόση. Τόσο οι μέτριες, όσο και οι υψηλές δόσεις της ραμιπρίλης έδειξαν σημαντική μείωση και της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στα παιδιά με επιβεβαιωμένη υπέρταση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν εμφανίστηκε σε μια 4 εβδομάδων, κλιμακούμενης δόσης, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη απόσυρσης σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών (75% πρωτοπαθή υπέρταση), όπου τόσο η διαστολική, όσο και η συστολική πίεση έδειξαν μια μέτρια αναπήδηση, αλλά όχι μια στατιστικά σημαντική επάνοδο στη μέτρηση αναφοράς, σε όλα τα επίπεδα δόσης ραμιπρίλης που εξετάστηκαν [χαμηλή δόση (0,625 mg - 2,5 mg), μέτρια δόση (2,5 mg - 10 mg) ή υψηλή δόση (5 mg - 20 mg)] βάσει του βάρους. Η ραμιπρίλη δεν είχε μια γραμμική ανταπόκριση στη δόση στον παιδιατρικό πληθυσμό που μελετήθηκε.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-RAMISΥN
expand_more

Φαρμακοκινητική και Μεταβολισμός

Απορρόφηση

Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Κατάσταση ισορροπίας συγκέντρωσης ραμιπριλάτης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ ημερησία δόση, με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.

Κατανομή

Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.

Βιομετασχηματισμός

Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.

Απέκκριση

Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική.

Η συγκέντρωση ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνεται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού με το ΜΕΑ και το βραδύ διαχωρισμό από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημιζωής των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13 έως 17 ώρες για δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου όταν δεσμεύει τη ραμιπριλάτη.

Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της που δεν εντοπίζονταν στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία)

Όταν υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η αποβολή της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία)

Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Γαλουχία

Μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης παρήγαγε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ραμιπρίλης μελετήθηκε σε 30 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας 2-16 ετών, με βάρος ≥10 kg. Μετά από δόσεις των 0,05 έως 0,2 mg/kg, η ραμιπρίλη μεταβολίστηκε γρήγορα και εκτεταμένα στη ραμιπριλάτη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα υπήρξαν εντός 2-3 ωρών. Η κάθαρση της ραμιπριλάτης ήταν υψηλά σχετιζόμενη με το λογάριθμο («log») του σωματικού βάρους (p<0,01), καθώς και με της δόσης (p<0,001). Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής αυξανόταν με την αυξανομένη ηλικία του παιδιού για την κάθε κατηγορία δόσης. Η δόση των 0,05 mg/kg σε παιδιά πέτυχε επίπεδα έκθεσης συγκρινόμενα με εκείνα των ενηλίκων υπό αγωγή με 5 mg ραμιπρίλης. Η δόση του 0,2 mg/kg σε παιδιά είχε ως αποτέλεσμα επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 10 mg ανά ημέρα στους ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

9-18 ώρες (φάση απέκκρισης), >50 ώρες (τελική φάση απέκκρισης)
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

73% (ραμιπρίλη), 56% (ραμιπριλάτη)
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

28% (ραμιπρίλη), 44% (ραμιπριλάτη)
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
5362129
Μοριακός τύπος
C23H32N2O5
Μοριακό βάρος
416.5
IUPAC
(2S,3aS,6aS)-1-[(2S)-2-[[(2S)-1-ethoxy-1-oxo-4-phenylbutan-2-yl]amino]propanoyl]-3,3a,4,5,6,6a-hexahydro-2H-cyclopenta[b]pyrrole-2-carboxylic acid
InChIKey
HDACQVRGBOVJII-JBDAPHQKSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. Α-ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ. και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Στεφανιαία Νόσος Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Foundation C09AA05
    Βασική θεραπεία στεφανιαίας νόσου (όλοι οι ασθενείς)
    Όλοι οι ασθενείς με στεφανιαία νόσο — δευτερογενής πρόληψη
    Δοσολογία: 5–10 mg × 1 · Δια βίου
📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C09AA05
    HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)
    ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίηση
    Δοσολογία: Έναρξη 2.5 mg ×2 → στόχος 5 mg ×2 · Δια βίου
  • ΒΗΜΑ HFmrEF C09AA05
    HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)
    ΚΕ 41–49%
    Δοσολογία: Όπως HFrEF · Συνεχής
📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 C09AA05
    ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
    • Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
    • Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
    Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 60% · Συνεχής
  • ΒΗΜΑ 2 C09AA05
    ΒΗΜΑ 2 — Τριπλός συνδυασμός
    • Μη επίτευξη στόχου με τον διπλό συνδυασμό
    Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 90% · Συνεχής