Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

TELMISARTAN ACTAVIS

telmisartan

τελμησαρταν αcταβησ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
20 / TAB 6.71 €
40 / TAB 4.85 €
80 / TAB 5.48 €

TELMISARTAN ACTAVIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
40 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 80 mg το μέγιστο μία φορά ημερησίως σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με μικρότερη δόση.
  • Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)
    Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της αρχικής δόσης.
  • Πολύ ηλικιωμένα άτομα (≥ 75 ετών)
    Δόση20 mg
    ως αρχική δόση σε άτομα που μπορεί να κινδυνεύουν από υπόταση.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και νεφροπάθεια τελικού σταδίου
    Προσοχή πρέπει να δίδεται, δεν υπάρχει εμπειρία χρήσης.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση20 mg
    Συνιστάται στενή παρακολούθηση και να εξετάζεται η χορήγηση 20 mg ως αρχική δόση.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται η χρήση.
  • Ασθενείς με πιθανή μείωση του ενδαγγειακού όγκου ή απώλεια άλατος
    Δόση20 mg
    Να αρχίσει να χορηγείται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση και να εξετάζεται η χορήγηση 20 mg ως αρχική δόση.
  • Μαύρος πληθυσμός
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά μπορεί να χρειάζεται συχνότερη τιτλοποίηση προς τα πάνω.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως < 18 ετών)
    Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
  • Ταυτόχρονη χρήση του Edarbi με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    Πληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS)
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από την δραστηριότητα του RAAS (π.χ. ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή στένωση νεφρικής αρτηρίας)
    Η πιθανότητα οξείας υπότασης, αζωταιμίας, ολιγουρίας ή οξείας νεφρικής ανεπάρκειας δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή στένωση νεφρικής αρτηρίας
    Προσοχή
    Πληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή στένωση νεφρικής αρτηρίας
    Προσοχή πρέπει να δίδεται λόγω έλλειψης εμπειρίας χρήσης του Edarbi.
  • Υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιομυοπάθεια ή ισχαιμική αγγειοεγκεφαλική νόσο
    Μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS)
    Αντένδειξη
    Δεν συνιστάται η συνδυασμένη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης.
  • Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ και αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ
    Αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
    Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
  • Μεταμόσχευση νεφρού
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρού
    Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση του Edarbi.
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται η χρήση του Edarbi.
  • Υπόταση σε ασθενείς με απώλεια όγκου και/ή άλατος
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με αξιοσημείωτη απώλεια όγκου και/ή άλατος (ασθενείς με έμετο, διάρροια ή λήψη υψηλών δόσεων διουρητικών)
    Η υποογκαιμία θα πρέπει να διορθώνεται πριν τη χορήγηση του Edarbi, ή η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση, και θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση αρχικής δόσης 20 mg.
  • Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός
    Αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με πρωτοπαθή αλδοστερονισμό
    Δεν συνιστάται η χρήση του Edarbi.
  • Υπερκαλιαιμία
    Προσοχή
    Πληθυσμόςσε ηλικιωμένους, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, σε διαβητικούς ασθενείς και/ή σε ασθενείς με άλλες συνοδούς νοσηρότητες, ή σε ταυτόχρονη χρήση με καλιοπροστατευτικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το κάλιο.
    Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, ο οποίος μπορεί να είναι μοιραίος, αυξάνεται.
  • Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθεια
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που πάσχουν από στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας ή αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθεια (HOCM)
    Ενδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή.
  • Κύηση
    Αντένδειξη
    Οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίν II δε θα πρέπει να δίδονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αγωγές. Όταν διαγνωστεί εγκυμοσύνη, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και εάν θεωρείται απαραίτητο θα πρέπει να αρχίσει εναλλακτική αγωγή.
  • Συνδυασμός λιθίου και Edarbi
    Αντένδειξη
    Δεν συνιστάται.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • αντένδειξη
    Αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και τοξικότητα.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός. Εάν είναι απαραίτητος, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, του ακετυλοσαλικυλικού οξέος (> 3 g/ημέρα), και των μη εκλεκτικών ΜΣΑΦ
    προσοχή
    Εξασθένηση της αντιϋπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση του καλίου στον ορό.
    ΣύστασηΣυνιστάται επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας στην αρχή της θεραπείας.
  • Καλιοπροστατευτικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλες ουσίες που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου (π.χ. ηπαρίνη)
    προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καλίου.
    ΣύστασηΘα πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του καλίου στον ορό όπως απαιτείται.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος RAAS (αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη)
    αντένδειξη
    Υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Αντιόξινα
    παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Χλωροταλιδόνη
    παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • Γλυβουρίδη
    παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Νευρικό
  • Ζάλη
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Περιφερικό οίδημα
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αγγειοοίδημα
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
Γενικές
  • Κόπωση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη (Συχνές)
  • Ουρικό οξύ αίματος αυξημένο / Υπερουριχαιμία (Όχι συχνές)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Δε συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο. Αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο λόγω εμβρυοτοξικότητας και τοξικότητας στο νεογνό. Ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη να αλλάζουν σε εναλλακτικές αγωγές.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Δε συνιστάται, προτιμητέες εναλλακτικές θεραπείες, ιδιαίτερα για νεογνά ή πρόωρα βρέφη.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δε διατίθενται στοιχεία για την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μη κλινικές μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση στην αρσενική ή θηλυκή γονιμότητα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϋπερτασικοί παράγοντες δρώντες στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ, απλοί, κωδικός ATC: C09CA09

Μηχανισμός δράσης

Η μεδοξομιλική αζιλσαρτάνη είναι ένα από του στόματος χορηγούμενο δραστικό προφάρμακο το οποίο μετατρέπεται γρήγορα στο δραστικό μέρος, την αζιλσαρτάνη, η οποία ανταγωνίζεται εκλεκτικά τις επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II εμποδίζοντας την δέσμευσή της στον υποδοχέα AT1 σε πολλαπλούς ιστούς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η αγγειοτενσίνη II είναι η κύρια αυξητική ουσία πίεσης αίματος του RAAS, με επιδράσεις οι οποίες περιλαμβάνουν αγγειοσύσπαση, διέγερση της σύνθεσης και αποδέσμευσης αλδοστερόνης, καρδιακή διέγερση, και νεφρική επαναρρόφηση του νατρίου.

Ο αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 αναστέλλει την αρνητική ρυθμιστική ανάδραση της αγγειοτενσίνης II στην έκκριση ρενίνης, αλλά οι προκύπτουσες αυξήσεις στη δραστηριότητα της ρενίνης του πλάσματος και τα κυκλοφορούντα επίπεδα της αγγειοτενσίνης II δε ξεπερνούν την αντιϋπερτασική επίδραση της αζιλσαρτάνης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Ιδιοπαθής υπέρταση

Σε επτά διπλές τυφλές ελεγχόμενες μελέτες, αξιολογήθηκε ένα σύνολο 5.941 ασθενών (στους 3.672 χορηγήθηκε Edarbi, στους 801 χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο, και στους 1.468 χορηγήθηκε δραστικό μέσο σύγκρισης). Γενικά, το 51% των ασθενών ήταν άνδρες και το 26% ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι (το 5% ≥ 75 ετών), το 67% ήταν λευκοί και το 19% ήταν μαύροι.

Το Edarbi συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο και δραστικές ουσίες σε δύο διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες μελέτες 6 εβδομάδων. Οι μειώσεις της αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με του εικονικού φαρμάκου βασισμένου στην 24ωρη μέση αρτηριακή πίεση μέσω περιπατητικής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης (ABPM) και των κατώτατων κλινικών μετρήσεων της αρτηριακής πίεσης παρουσιάζονται στον πιο κάτω πίνακα και για τις δύο μελέτες. Επιπλέον, το Edarbi 80 mg οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις της SBP από τις υψηλότερες εγκεκριμένες δόσεις μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και βαλσαρτάνης.

Εικονικό φάρμακο Edarbi 20 mg Edarbi 40 mg# Edarbi 80 mg# OLM-M 40 mg# Βαλσαρτάνη 320 mg#
Πρωτεύον καταληκτικό σημείο:
24ωρη μέση SBP: LS Μέση αλλαγή από αρχή (BL) έως εβδομάδα 6 (mm Hg)
Μελέτη 1 Αλλαγή από BL -1,4 -12,2 * -13,5 * -14,6 *† -12,6
Μελέτη 2 Αλλαγή από BL -0,3 -13,4 * -14,5 *† -12,0 -10,2
Βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο:
Κλινική SBP: LS Μέση αλλαγή από αρχή (BL) έως εβδομάδα 6 (mm Hg) (LOCF)
Μελέτη 1 Αλλαγή από BL -2,1 -14,3 * -14,5 * -17,6 * -14,9
Μελέτη 2 Αλλαγή από BL -1,8 -16,4 *† -16,7 *† -13,2 -11,3

OLM-M = μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη, LS = ελάχιστα τετράγωνα, LOCF = last observation carried forward (τελευταία μεταφερόμενη παρατήρηση)

Σημαντική διαφορά έναντι του εικονικού φαρμάκου σε επίπεδο 0,05 εντός του πλαισίου της βηματικής ανάλυσης

† Σημαντική διαφορά έναντι του μέσου σύγκρισης(ών) σε επίπεδο 0,05 εντός του πλαισίου της βηματικής ανάλυσης

# Μέγιστη δόση επιτεύχθηκε στη μελέτη 2. Οι δόσεις τιτλοποιήθηκαν αναγκαστικά την εβδομάδα 2 από 20 σε 40 mg και από 40 σε 80 mg για το Edarbi, και από 20 σε 40 mg και από 160 σε 320 mg, αντίστοιχα, για τη μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη και τη βαλσαρτάνη

Σε αυτές τις δύο μελέτες, οι κλινικά σημαντικές και περισσότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριελάμβαναν τη ζάλη, την κεφαλαλγία και την δυσλιπιδαιμία. Για το Edarbi, τη μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη και τη βαλσαρτάνη η ζάλη παρατηρήθηκε σε συχνότητα 3,0%, 3,3% και 1,8%, η κεφαλαλγία 4,8%, 5,5% και 7,6% και η δυσλιπιδαιμία 3,5%, 2,4% και 1,1%. αντίστοιχα.

Σε συγκριτικές μελέτες με δραστικές ουσίες είτε βαλσαρτάνη ή ραμιπρίλη, το αποτέλεσμα της μείωσης της αρτηριακής πίεσης διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας. Το Edarbi είχε μικρότερη συχνότητα εμφάνισης βήχα (1,2%) σε σύγκριση με τη ραμιπρίλη (8,2%).

Η πλειονότητα της αντιϋπερτασικής επίδρασης της μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης επήλθε εντός των πρώτων 2 εβδομάδων χορήγησης, ενώ η πλήρης επίδραση επιτεύχθηκε μετά την 4η εβδομάδα. Η επίδραση μείωσης της αρτηριακής πίεσης της μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης διατηρήθηκε επίσης κατά την 24ωρη παύση χορήγησης. Τα ελεγχόμενα με εικονικό φάρμακο ποσοστά από το κατώτατο έως το αποκορύφωμα για την SBP και την DBP ήταν περίπου 80% ή μεγαλύτερα.

Δεν παρατηρήθηκαν υποτροπές υπέρτασης ύστερα από απότομη διακοπή της θεραπείας Edarbi μετά από 6 μήνες θεραπεία.

Δεν παρατηρήθηκαν γενικές διαφορές στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα μεταξύ ηλικιωμένων ασθενών και νεότερων ασθενών, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί μεγαλύτερη ευαισθησία στις επιδράσεις μείωσης της αρτηριακής πίεσης σε ορισμένα ηλικιωμένα άτομα (βλ. Δοσολογία).

Όπως και με άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης-ΙΙ και αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, η αντιϋπερτασική επίδραση ήταν μικρότερη στους μαύρους ασθενείς (συνήθως πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη).

Η συγχορήγηση Edarbi 40 και 80 mg με αποκλειστή διαύλων ασβεστίου (αμλοδιπίνη) ή διουρητικό τύπου θειαζιδίου (χλωροταλιδόνη) οδήγησε σε επιπλέον μειώσεις της αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με το άλλο αντιυπερτασικό μόνο του. Οι εξαρτώμενες από την δοσολογία ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένης της ζάλης, της υπότασης και των αυξήσεων της κρεατινίνης του ορού ήταν συχνότερες με διουρητική συγχορήγηση σε σύγκριση με το Edarbi μόνο του, ενώ η υποκαλιαιμία ήταν λιγότερο συχνή σε σύγκριση με το διουρητικό μόνο του.

Οι ευεργετικές επιδράσεις του Edarbi στη θνησιμότητα και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα και την βλάβη οργάνου στόχου είναι προς στιγμήν άγνωστες.

Επίδραση στην καρδιακή επαναπόλωση

Διεξήχθη πλήρης μελέτη QT/QTc προκειμένου να αξιολογηθεί η δυνατότητα της μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης να παρατείνει τα διαστήματα QT/QTc σε υγιή άτομα. Δεν υπήρξε απόδειξη παράτασης των QT/QTc σε δόση 320 mg μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης.

Επιπρόσθετες πληροφορίες

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II.

Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία.

Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Edarbi σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην υπέρταση (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Ύστερα από του στόματος χορήγηση, η μεδοξομιλική αζιλσαρτάνη υδρολύεται στο δραστικό μέρος της αζιλσαρτάνης στην γαστρεντερική οδό και/ή κατά την απορρόφηση. Με βάση μελέτες in vitro, η καρβοξυμεθυλενεβουτενολιδάση εμπλέκεται στην υδρόλυση στο έντερο και το συκώτι. Επιπλέον, οι εστεράσες του πλάσματος εμπλέκονται στην υδρόλυση της μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης σε αζιλσαρτάνη.

Απορρόφηση

Η εκτιμώμενη απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης βάσει των επιπέδων αζιλσαρτάνης στο πλάσμα είναι περίπου 60%. Μετά από του στόματος χορήγηση μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης, το αποκορύφωμα των συγκεντρώσεων (Cmax) αζιλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1,5 έως 3 ώρες. Η τροφή δεν επηρεάζει την βιοδιαθεσιμότητα της αζιλσαρτάνης (βλ. Δοσολογία).

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής της αζιλσαρτάνης είναι περίπου 16 λίτρα. Η αζιλσαρτάνη δεσμεύεται έντονα από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (> 99%), και κυρίως από την λευκωματίνη του ορού. Η δέσμευση από τις πρωτεΐνες είναι σταθερή σε συγκεντρώσεις αζιλσαρτάνης στο πλάσμα πολύ πιο πάνω από το επίπεδο που επιτυγχάνεται με τις συνιστώμενες δόσεις.

Βιομετασχηματισμός

Η αζιλσαρτάνη μεταβολίζεται σε δύο πρωτεύοντες μεταβολίτες. Ο μείζων μεταβολίτης στο πλάσμα σχηματίζεται από την O-αποαλκυλίωση, αναφερόμενος ως μεταβολίτης M-II, ενώ ο ελάσσων μεταβολίτης σχηματίζεται από την αποκαρβοξυλίωση, αναφερόμενος ως μεταβολίτης M-I. Οι συστηματικές εκθέσεις στο μείζονα και τον ελάσσονα μεταβολίτη στους ανθρώπους ήταν περίπου 50% και κάτω από 1% εκείνη της αζιλσαρτάνης, αντίστοιχα. Οι M-I και M-II δε συμβάλλουν στην φαρμακολογική δραστηριότητα της μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης. Το μείζον ένζυμο υπεύθυνο για το μεταβολισμό της αζιλσαρτάνης είναι το CYP2C9.

Αποβολή

Ύστερα από του στόματος χορήγηση επισημασμένης 14C μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης, περίπου το 55% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 42% στα ούρα, με 15% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως αζιλσαρτάνη. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αζιλσαρτάνης είναι περίπου 11 ώρες και η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 2,3 ml/λεπτό. Σταθερά επίπεδα αζιλσαρτάνης επιτυγχάνονται εντός 5 ημερών, ενώ δε λαμβάνει χώρα καμία συσσώρευση στο πλάσμα με επαναλαμβανόμενη δοσολογία μία φορά ημερησίως.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η αναλογικότητα δόσης σε έκθεση προσδιορίστηκε για την αζιλσαρτάνη σε εύρος δόσης μεδοξομιλικής αζιλσαρτάνης 20 mg έως 320 mg μετά από μία ή πολλαπλές δόσεις.

Χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αζιλσαρτάνης δεν έχουν μελετηθεί σε παιδιά κάτω των 18 ετών.

Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αζιλσαρτάνης δε διαφέρουν σημαντικά μεταξύ νέων (εύρος ηλικίας 18-45 ετών) και ηλικιωμένων (εύρος ηλικίας 65-85 ετών) ασθενών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία η συνολική έκθεση της αζιλσαρτάνης (AUC) αυξήθηκε κατά +30%, +25% και +95%. Δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση (+5%) σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβλήθηκαν σε αιμοδιύλιση. Ωστόσο, δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία). Η αιμοδιύλιση δεν απομακρύνει την αζιλσαρτάνη από τη γενική κυκλοφορία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η χορήγηση Edarbi μέχρι 5 ημέρες σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία οδήγησε σε ελαφρά αύξηση της έκθεσης της αζιλσαρτάνης (AUC αυξήθηκε κατά 1,3 έως 1,6 φορές (βλ. Δοσολογία). Το Edarbi δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Φύλο

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αζιλσαρτάνης δε διαφέρουν σημαντικά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν είναι απαραίτητη καμία προσαρμογή της δόσης βάσει του φύλου.

Φυλή

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αζιλσαρτάνης δε διαφέρουν σημαντικά μεταξύ μαύρου και λευκού πληθυσμού. Δεν είναι απαραίτητη καμία προσαρμογή της δόσης βάσει της φυλής.

Μηχανισμός δράσης
Η τελμισαρτάνη παρεμβαίνει στην πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 της αγγειοτενσίνης II, προσδεόμενη αναστρέψιμα και εκλεκτικά στους υποδοχείς στους λείους αγγειακούς μύες και στα επινεφρίδια. Καθώς η αγγειοτενσίνη II είναι…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϋπερτασικοί παράγοντες δρώντες στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ, απλοί, κωδικός ATC: C09CA09 ### Μηχανισμός δράσης Η μεδοξομιλική αζιλσαρτάνη είναι ένα από του στόματος χορηγούμενο…
Φαρμακοκινητική
Ύστερα από του στόματος χορήγηση, η μεδοξομιλική αζιλσαρτάνη υδρολύεται στο δραστικό μέρος της αζιλσαρτάνης στην γαστρεντερική οδό και/ή κατά την απορρόφηση. Με βάση μελέτες in vitro, η καρβοξυμεθυλενεβουτενολιδάση εμπλέκεται στην υδρόλυση στο έντερο και το…
Μεταβολισμός
Ελάχιστα μεταβολιζόμενο μέσω σύζευξης σε φαρμακολογικά ανενεργό ακυλογλυκουρονίδιο. Το γλυκουρονίδιο της μητρικής ένωσης είναι ο μόνος μεταβολίτης που έχει αναγνωριστεί σε πλάσμα και ούρα. Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκονται στο μεταβολισμό.
Απέκκριση
Κόπρανα