Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

CARVEDILOL/MYLAN

carvedilol

cαρβεδηλολ/μυλαν

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
12.5 / TAB 6.45 €
25 / TAB 6.88 €
6.25 / TAB 4.45 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
  • I50 Καρδιακή ανεπάρκεια

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας · Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια

  • I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • I20 Στηθάγχη
search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

CARVEDILOL/MYLAN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Μαζί με την τροφή (ειδικά σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή χρόνια σταθερή στηθάγχη)
Δόση έναρξης:
12,5 mg μία φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί ανά διαστήματα δύο τουλάχιστον εβδομάδων για υπέρταση και χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια. Για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αύξηση ανά 3 έως 10 ημέρες. Η δόση θα πρέπει να αυξηθεί στο ανώτατο επίπεδο που γίνεται ανεκτό από τον ασθενή.
  • Ενήλικες (Ιδιοπαθής υπέρταση)
    Δόση25 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση50 mg ημερησίως
    Αρχική δόση 12,5 mg μία φορά την ημέρα για 2 ημέρες. Μπορεί να αυξηθεί ανά διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων. Μέγιστη δόση μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ή σε δύο λήψεις.
  • Ηλικιωμένοι (Ιδιοπαθής υπέρταση)
    Δόση12,5 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόσηΜέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση
    Δόση έναρξης 12,5 mg μία φορά την ημέρα. Εάν ανεπαρκής ανταπόκριση, εξατομίκευση ανά διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
  • Χρόνια σταθερή στηθάγχη
    Δόση12,5 mg δύο φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση50 mg ημερησίως
    Δόση έναρξης 12,5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η συμπτωματολογία δεν βελτιώνεται, μπορεί να αυξηθεί μετά 1 εβδομάδα. Μέγιστη δόση μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ή σε δύο λήψεις των 25 mg εκάστη.
  • Ηλικιωμένοι (Χρόνια σταθερή στηθάγχη)
    Συνιστάται η χορήγηση της ημερήσιας δόσης σε δύο λήψεις.
  • Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    Μέγ. δόση25 mg δύο φορές την ημέρα (για ασθενείς με σοβαρή ΧKA ή ήπια/μέτρια ΧKA με βάρος < 85 kg), 50 mg δύο φορές την ημέρα (για ασθενείς με ήπια/μέτρια ΧKA με βάρος > 85 kg)
    Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται. Δόση έναρξης 3,125 mg δύο φορές την ημέρα για 2 εβδομάδες. Αύξηση ανά διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων σε 6,25 mg, 12,5 mg, 25 mg δύο φορές την ημέρα, μέχρι ανεκτού επιπέδου. Επανέναρξη θεραπείας μετά διακοπή: χαμηλότερο δοσολογικό σχήμα δύο φορές την ημέρα αν διακοπεί για >1 εβδομάδα. Με 3,125 mg αν διακοπεί για >2 εβδομάδες.
  • Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Μέγ. δόση25 mg δύο φορές ημερησίως
    Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται. Αρχική δόση 6,25 mg. Αύξηση σε 6,25 mg δύο φορές ημερησίως για 3 έως 10 ημέρες. Εάν ανεκτή, αύξηση ανά διαστήματα 3 έως 10 ημερών σε 12,5 mg και κατόπιν σε 25 mg δύο φορές ημερησίως.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (μέτρια έως σοβαρή)
    Δεν υποδεικνύεται τροποποίηση της δοσολογίας.
  • Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών)
    Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην καρβεδιλόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ασταθή/μη αντιρροπούμενη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια τάξης IV (κατά New York Heart Association NYHA), που απαιτεί υποστηρικτική ενδοφλέβια χορήγηση ινοτρόπων
  • Κλινικά έκδηλη ηπατική ανεπάρκεια
  • Δεύτερου και τρίτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό (εκτός επί μόνιμης ύπαρξης βηματοδότη)
  • Σοβαρή βραδυκαρδία (< 50 σφύξεις ανά λεπτό)
  • Καρδιογενή καταπληξία
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (περιλαμβανομένου του φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού)
  • Σοβαρή υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 85 mm Hg)
  • Ιστορικό βρογχόσπασμου ή βρογχικού άσθματος
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας ή κατακράτηση υγρών
    Πληθυσμόςασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Αύξηση δόσης διουρητικών, μη αύξηση δόσης καρβεδιλόλης μέχρι αποκατάσταση κλινικής ισορροπίας. Ενίοτε μείωση δόσης καρβεδιλόλης ή προσωρινή διακοπή.
  • Συνδυασμός με καρδιακούς γλυκοσίδες
    Χορήγηση με προσοχή λόγω επιβράδυνσης κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
  • Αναστρέψιμη επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας
    Πληθυσμόςασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και χαμηλή αρτηριακή πίεση (συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mm Hg), ισχαιμική καρδιακή νόσο, διάχυτη αγγειοπάθεια και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια
  • Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς που κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρουσιάσουν σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (τάξης ΙV κατά NYHA)
    Επανεξέταση θεραπευτικού σχήματος.
  • Έναρξη θεραπείας μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου
    Πληθυσμόςασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Πριν την έναρξη, ο ασθενής πρέπει να είναι κλινικά σταθερός και να έχει λάβει αναστολέα ΜΕΑ για τουλάχιστον 48 ώρες με σταθεροποιημένη δόση για τουλάχιστον 24 ώρες.
  • Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
    Πληθυσμόςπάσχοντες από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια με στοιχεία βρογχόσπασμου, που δεν λαμβάνουν φάρμακα από το στόμα ή εισπνεόμενα φάρμακα
    Χορήγηση με προσοχή μόνο αν το όφελος υπερκαλύπτει τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Μείωση δόσης αν παρατηρηθεί βρογχόσπασμος.
  • Διαβήτης
    Πληθυσμόςδιαβητικοί
    Χορήγηση με προσοχή λόγω πιθανής συγκάλυψης ή εξασθένησης των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων οξείας υπογλυκαιμικής αντίδρασης.
  • Περιφερική αγγειοπάθεια (φαινόμενο Raynaud)
    Πληθυσμόςασθενείς με περιφερική αγγειοπάθεια (π.χ. φαινόμενο Raynaud)
    Χορήγηση με προσοχή, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της αρτηριακής ανεπάρκειας.
  • Θυρεοτοξίκωση
    Μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης.
  • Βραδυκαρδία
    Αν η καρδιακή συχνότητα του ασθενή μειωθεί σε λιγότερες από 55 σφύξεις το λεπτό, η δοσολογία του φαρμάκου θα πρέπει να μειωθεί.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας καθώς επίσης και στους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία απευαισθητοποίησης
    Προσοχή απαιτείται, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να αυξήσουν την ευαισθησία έναντι των αλλεργιογόνων και τη σφοδρότητα των αντιδράσεων.
  • Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs)
    Πληθυσμόςασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις πιθανά οφειλόμενες στην καρβεδιλόλη
    Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
  • Ψωρίαση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ψωρίασης που σχετίζεται με θεραπεία με β-αναστολείς
    Να λαμβάνουν την καρβεδιλόλη μόνο μετά από αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου προς το δυνητικό όφελος.
  • Φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
    Υπάρχει ένας αριθμός σημαντικών φαρμακοκινητικών και φαρμακοδυναμικών αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα (π.χ. διγοξίνη, κυκλοσπορίνη, ριφαμπικίνη, αναισθητικά φάρμακα, αντι-αρρυθμικά φάρμακα).
  • Φαιοχρωμοκύττωμα
    Πληθυσμόςασθενείς με υποψία φαιοχρωμοκυττώματος
    Δεν θα πρέπει να χορηγείται. Πρέπει να χορηγείται α-αναστολέας πριν από β-αναστολέα.
  • Ασταθής στηθάγχη τύπου Prinzmetal
    Πληθυσμόςασθενείς για τους οποίους υπάρχει υποψία ασταθούς στηθάγχης τύπου Prinzmetal
    Δεν θα πρέπει να χορηγείται.
  • Μειωμένη δακρύρροια
    ΠληθυσμόςΌσοι φορούν φακούς επαφής
    Να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα μειωμένης δακρύρροιας.
  • Απότομη διακοπή
    Πληθυσμόςπάσχοντες από ισχαιμική καρδιοπάθεια
    Η απότομη διακοπή της καρβεδιλόλης πρέπει να αποφεύγεται. Η διακοπή του φαρμάκου πρέπει να γίνεται σταδιακά (εντός 2 εβδομάδων).
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
  • Παιδιατρική χρήση
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι
    (βλ. Δοσολογία, Ειδικές δοσολογικές συστάσεις, Παιδιά και έφηβοι)
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της αρχικής δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Δε συνιστώνται δοσολογικές αλλαγές.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με κλινικά εκδηλωμένη ηπατική δυσλειτουργία
    Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Διαβητικοί ασθενείς
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς
    Οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν την ανοχή της ινσουλίνης και μπορεί να καλύψουν τα υπογλυκαιμικά συμπτώματα. Η καρβεδιλόλη σχετίζεται με πιο ευνοϊκές επιδράσεις στη γλυκόζη και στα λιπιδικά προφίλ, έχει μέτριες ιδιότητες ευαισθητοποίησης της ινσουλίνης και μπορεί να ανακουφίσει κάποιες εκδηλώσεις του μεταβολικού συνδρόμου.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • παρακολούθηση
    Αυξημένη έκθεση στη διγοξίνη (έως 20%)
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης κατά την έναρξη, προσαρμογή και διακοπή της καρβεδιλόλης. Δεν έχει επίδραση στην ενδοφλέβια διγοξίνη.
  • Κυκλοσπορίνη (από του στόματος)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο πλάσμα (10-20%)
    ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της κυκλοσπορίνης και κατάλληλη προσαρμογή των δόσεων. Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση με ενδοφλέβια κυκλοσπορίνη.
  • παρακολούθηση
    Σημαντική αύξηση (2.2 φορές) στην κατώτατη συγκέντρωση των R και S-καρβεδιλόλη (πιθανώς μέσω αναστολής CYP2C9 από μεταβολίτη της αμιωδαρόνης)
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης στην καρβεδιλόλη κατά περίπου 60% και μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης από την επίδραση της καρβεδιλόλης (πιθανώς λόγω επαγωγής P-γλυκοπρωτεΐνης)
    ΣύστασηΚατάλληλη η στενή παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
  • Στερεοεκλεκτική αναστολή του μεταβολισμού της καρβεδιλόλης, με αύξηση 77% στην AUC του R(+) εναντιομερούς και 35% στην AUC του S(-) εναντιομερούς. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικές επιδράσεις σε υγιή άτομα.
  • Σημαντική αύξηση στην έκθεση στις R και S-καρβεδιλόλη. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικές επιδράσεις σε υγιή άτομα.
  • Ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα
    προσοχή
    Ενίσχυση της υπογλυκαιμικής δράσης. Συγκάλυψη ή εξασθένηση σημείων υπογλυκαιμίας (ειδικά ταχυκαρδία).
    ΣύστασηΣυνιστάται τακτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
  • Παράγοντες μείωσης των κατεχολαμινών (π.χ. ρεσερπίνη και αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης)
    προσοχή
    Υπόταση και/ή σοβαρή βραδυκαρδία.
    ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου μη-διϋδροπυριδινών (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) ή άλλα αντιαρρυθμικά
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου διαταραχών της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Διαταραχές αγωγιμότητας έχουν παρατηρηθεί με διλτιαζέμη.
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης.
  • προσοχή
    Ενίσχυση της υποτασικής και βραδυκαρδιακής δράσης.
    ΣύστασηΕάν διακοπή, ο β-αναστολέας πρέπει να διακόπτεται πρώτος, αρκετές ημέρες πριν από τη σταδιακή μείωση της κλονιδίνης.
  • Αντιυπερτασικά (π.χ. ανταγωνιστές των α1-υποδοχέων) ή φάρμακα που προκαλούν υπόταση
    προσοχή
    Ενίσχυση της υποτασικής δράσης τους.
  • Αναισθητικοί παράγοντες
    προσοχή
    Συνεργική αρνητική ινότροπη και υποτασική δράση.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ζωτικών σημείων κατά τη διάρκεια της αναισθησίας.
  • ΜΣΑΦ
    προσοχή
    Ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης και σε διαταραχή του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης.
  • Βρογχοδιαστολείς β-αγωνιστών
    προσοχή
    Ανταγωνίζονται τις βρογχοδιασταλτικές δράσεις.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναιμία (Συχνή)
  • Θρομβοπενία (Σπάνια)
  • Λευκοπενία (Πολύ σπάνια)
Καρδιακές διαταραχές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια (Πολύ συχνή)
  • Βραδυκαρδία (Συχνή)
  • Υπερογκαιμία (Συχνή)
  • Υπερφόρτωση υγρών (Συχνή)
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Όχι συχνή)
  • Στηθάγχη (Όχι συχνή)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Διαταραχές της όρασης (Συχνή)
  • Μειωμένη δακρύρροια (ξηροφθαλμία) (Συχνή)
  • Ερεθισμός του οφθαλμού (Συχνή)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ναυτία (Συχνή)
  • Διάρροια (Συχνή)
  • Έμετος (Συχνή)
  • Δυσπεψία (Συχνή)
  • Κοιλιακός πόνος (Συχνή)
  • Δυσκοιλιότητα (Συχνή)
  • Ξηροστομία (Όχι συχνή)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Εξασθένηση (κόπωση) (Πολύ συχνή)
  • Οίδημα (Συχνή)
  • Πόνος (Συχνή)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένη (Πολύ σπάνια)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία (αλλεργικές αντιδράσεις) (Πολύ σπάνια)
Αναπνευστικό
  • Πνευμονία
  • Δύσπνοια
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Βρογχίτιδα (Συχνή)
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (Συχνή)
  • Ουρολοίμωξη (Συχνή)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Αύξηση Σωματικού βάρους (Συχνή)
  • Υπερχοληστερολαιμία (Συχνή)
  • Διαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχον διαβήτη (Συχνή)
  • Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (εκδήλωση) (Μη γνωστές)
  • Επιδείνωση σακχαρώδους διαβήτη (Μη γνωστές)
  • Αναστολή ρύθμισης γλυκόζης αίματος (Μη γνωστές)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Πόνος στα άκρα (Συχνή)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη (Πολύ συχνή)
  • Κεφαλαγία (Πολύ συχνή)
  • Συγκοπή, προσυγκοπή (Όχι συχνή)
  • Παραισθησία (Όχι συχνή)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση (Συχνή)
  • Διαταραχές του ύπνου (Όχι συχνή)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική ανεπάρκεια και ανωμαλίες της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια (Συχνή)
  • Διαταραχές της ούρησης (Πολύ σπάνια)
  • Ακράτεια ούρων (σε γυναίκες) (Μη γνωστές)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Στυτική δυσλειτουργία (Όχι συχνή)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Πνευμονικό οίδημα (Συχνή)
  • Άσθμα σε ασθενείς με προδιάθεση (Συχνή)
  • Ρινική συμφόρηση (Σπάνια)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Δερματικές αντιδράσεις (π.χ. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα) (Όχι συχνή)
  • Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση) (Πολύ σπάνια)
Δέρμα
  • Αλωπεκία
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση (Πολύ συχνή)
  • Ορθοστατική υπόταση (Συχνή)
  • Διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (ψυχρά άκρα, περιφερική αγγειοπάθεια, επίταση των συμπτωμάτων σε πάσχοντες από διαλείπουσα χωλότητα και φαινόμενο Raynaud) (Συχνή)
  • Υπέρταση (Συχνή)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Συχνή
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Ακράτεια ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνή
  • Αναστολή ρύθμισης γλυκόζης αίματος
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Ανωμαλίες νεφρικής λειτουργίας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνή
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)
    Εργαστηριακές
    Πολύ σπάνια
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)
    Εργαστηριακές
    Πολύ σπάνια
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Πολύ σπάνια
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Συχνή
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνή
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνή
  • Δερματικές αντιδράσεις (π.χ. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνή
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Διαταραχές ούρησης
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνια
  • Διαταραχές περιφερικής κυκλοφορίας
    Αγγειακές
    Συχνή
  • Διαταραχές του ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνή
  • Διαταραχές όρασης
    Οφθαλμικές
    Συχνή
  • Διαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχον διαβήτη
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνή
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνή
  • Εξασθένηση
    Γενικές
    Πολύ συχνή
  • Επίταση συμπτωμάτων διαλείπουσας χωλότητας
    Αγγειακές
    Συχνή
  • Επιδείνωση σακχαρώδους διαβήτη
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Ερεθισμός οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Συχνή
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνή
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνια
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Πολύ συχνή
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνή
  • Καταθλιπτική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Συχνή
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνή
  • Κοιλιακός πόνος
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Όχι συχνή
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνή
  • Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνια
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνή
  • Μειωμένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Συχνή
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνή
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνή
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Συχνή
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνή
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνή
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνή
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνή
  • Περιφερική αγγειοπάθεια
    Αγγειακές
    Συχνή
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Συχνή
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Συχνή
  • Προσυγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνή
  • Πόνος
    Γενικές
    Συχνή
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνή
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Σπάνια
  • Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνια
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Όχι συχνή
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνή
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνή
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνή
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνια
  • Υπερογκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνή
  • Υπερφόρτωση υγρών
    Καρδιά
    Συχνή
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνή
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Πολύ συχνή
  • Φαινόμενο Raynaud
    Αγγειακές
    Συχνή
  • Ψυχρά άκρα
    Αγγειακές
    Συχνή
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Η καρβεδιλόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν θεωρείται ότι το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τους πιθανούς κινδύνους από τη χρήση της.
    Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία με την καρβεδιλόλη, σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Οι β-αναστολείς μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου και άωρο ή πρόωρο τοκετό. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (ειδικότερα υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) στο έμβρυο και το νεογνό. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν παρουσίασαν ενδείξεις τερατογένεσης.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης.
    Οι μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η καρβεδιλόλη και/ή οι μεταβολίτες της, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα των ποντικών. Η απέκκριση της καρβεδιλόλης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι β-αποκλειστές, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ενώσεις, περνούν στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, αν και σε μεταβλητό βαθμό.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • σοβαρή υπόταση
  • βραδυκαρδία
  • καρδιακή ανεπάρκεια
  • καρδιογενής καταπληξία
  • καρδιακή ανακοπή
  • αναπνευστικά προβλήματα
  • βρογχόσπασμος
  • έμετος
  • διαταραχή της συνείδησης
  • γενικευμένοι σπασμοί
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τα παραπάνω αναφερόμενα σημεία και συμπτώματα και θα πρέπει να διαχειρίζονται σύμφωνα με τη βέλτιστη κρίση του θεράποντος ιατρού και σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική για τους ασθενείς με υπερδοσολογία από β-αποκλειστή (π.χ. ατροπίνη, διαφλέβια βηματοδότηση, γλυκαγόνη, αναστολέα φωσφοδιεστεράσης, όπως amrinone ή milrinone, β-συμπαθομιμητικά). Σε περίπτωση βαριάς δηλητηρίασης με συμπτώματα καταπληξίας, η υποστηρικτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται για αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, αφού ενδεχομένως αναμένεται παρατεταμένος χρόνος ημιπεριόδου απομάκρυνσης και ανακατανομής της καρβεδιλόλης από τα βαθύτερα διαμερίσματα του οργανισμού. Η διάρκεια της υποστηρικτικής θεραπείας ή της θεραπείας με αντίδοτα εξαρτάται από τη βαρύτητα της υπερδοσολογίας. Έτσι, τα υποστηρικτικά μέτρα θα πρέπει να συνεχίζονται, μέχρις ότου σταθεροποιηθεί η κατάσταση του ασθενή.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Λόγω των διαφορών στην ατομική αντίδραση του ασθενούς (π.χ. ζάλη, αίσθημα κόπωσης), η καρβεδιλόλη μπορεί να έχει επίδραση στην ικανότητά του να οδηγεί οχήματα, να χειρίζεται μηχανήματα ή να εργασθεί χωρίς σταθερή στήριξη. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας, μετά από αύξηση της δόσης, κατά τη μετάταξη του ασθενή από κάποιο άλλο φάρμακο σε καρβεδιλόλη, καθώς και όταν το φάρμακο λαμβάνεται σε συνδυασμό με οινόπνευμα.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Λακτόζη μονοϋδρική, σακχαρόζη, ποβιδόνη, κροσποβιδόνη, κολλοειδές διοξείδιο
πυριτίου, στεατικό μαγνήσιο.
Tα δισκία των 6,25 mg περιέχουν τη χρωστική σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172),
και τα δισκία των 12,5 mg περιέχουν τις χρωστικές σιδήρου οξείδιο κίτρινο
(E172) και σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης

Η καρβεδιλόλη είναι ένας πολλαπλής δράσης αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων, με ανασταλτικές ιδιότητες επί των α1, β1 και β2 αδρενεργικών υποδοχέων. Έχει καταδειχθεί πως η καρβεδιλόλη δρα προστατευτικώς επί των οργάνων. Η καρβεδιλόλη είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό και «εκκαθαριστής» των δραστικών ριζών οξυγόνου. Η καρβεδιλόλη αποτελεί ρακεμικό μίγμα, του οποίου τόσο το R(+) όσο και το S(-) εναντιομερές διαθέτουν τις ίδιες ανασταλτικές επί των α-αδρενεργικών υποδοχέων και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Η καρβεδιλόλη διαθέτει αντιπολλαπλασιαστικές ιδιότητες επί των λείων μυϊκών κυττάρων των αγγείων στον άνθρωπο.

Κατά τη χρόνια αγωγή ασθενών με καρβεδιλόλη σε κλινικές μελέτες έχει καταδειχθεί μείωση του οξειδωτικού stress μέσω μέτρησης διαφόρων δεικτών. Οι β-αδρενεργικές ανασταλτικές ιδιότητές της, είναι μη-εκλεκτικές για τους β1 και β2-αδρενεργικούς υποδοχείς και οφείλονται στο εναντιομερές S(-) της καρβεδιλόλης. Η καρβεδιλόλη δεν διαθέτει εγγενή συμπαθομιμητική δράση και (όπως η προπρανολόλη), διαθέτει μεμβρανο-σταθεροποιητικές ιδιότητες. Η καρβεδιλόλη καταστέλλει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, μέσω της β-αναστολής, γεγονός που περιορίζει την απελευθέρωση ρενίνης, καθιστώντας κατ’αυτόν τον τρόπο την κατακράτηση υγρών σπάνια. Η καρβεδιλόλη ελαττώνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, μέσω εκλεκτικής αναστολής των α1-αδρενεργικών υποδοχέων. Μετριάζει επίσης την αύξηση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την φαινυλεφρίνη (έναν α1-αδρενεργικό αγωνιστή), όχι όμως και εκείνη που προκαλείται από την αγγειοτασίνη II. Η καρβεδιλόλη δεν έχει δυσμενή επίδραση επί του λιπιδαιμικού προφίλ. Το κλάσμα των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών προς τις χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (HDL/LDL) διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα.

Αποτελεσματικότητα

Υπέρταση Σε υπερτασικούς ασθενείς, η καρβεδιλόλη ελαττώνει την αρτηριακή πίεση, μέσω συνδυασμού β-αναστολής και αγγειοδιαστολής λόγω α1-αναστολής. Η ελάττωση της αρτηριακής πίεσης δε συνδέεται με ταυτόχρονη αύξηση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων. Η καρδιακή συχνότητα μειώνεται ελαφρά. Στους υπερτασικούς ασθενείς, η νεφρική αιματική ροή και η νεφρική λειτουργία διατηρούνται. Έχει καταδειχθεί πως η καρβεδιλόλη διατηρεί τον όγκο παλμού και μειώνει τις ολικές περιφερικές αντιστάσεις. Η καρβεδιλόλη δεν περιορίζει την παροχή αίματος στα απομακρυσμένα όργανα. Παρατηρείται χαμηλότερη συχνότητα κρύων άκρων και πρώιμης κόπωσης κατά την σωματική δραστηριότητα. Η μακρόχρονη δράση της καρβεδιλόλης στην υπέρταση τεκμηριώνεται σε αρκετές διπλά-τυφλές ελεγχόμενες μελέτες.

Νεφρική ανεπάρκεια Η καρβεδιλόλη είναι ένας αποτελεσματικός παράγοντας σε ασθενείς με νεφρική υπέρταση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, σε αιμοδιάλυση ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού. Προκαλεί μία σταδιακή μείωση στην αρτηριακή πίεση και είναι πιο αποτελεσματική και καλύτερα ανεκτή σε σχέση με τους αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου σε ασθενείς σε αιμοδιάλυση.

Στεφανιαία Νόσος Σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, η καρβεδιλόλη διαθέτει αντιισχαιμικές (βελτιωμένος συνολικός χρόνος άσκησης, χρόνος κατάσπασης του διαστήματος ST κατά 1 mm και χρόνος έως την στηθάγχη) και αντιστηθαγχικές ιδιότητες, που διατηρούνται κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θεραπείας. Ελαττώνει σημαντικά τις μυοκαρδιακές απαιτήσεις σε οξυγόνο και την υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού. Ελαττώνει επίσης το μυοκαρδιακό προφορτίο και το μεταφορτίο.

Χρόνια Καρδιακή Ανεπάρκεια Η καρβεδιλόλη μειώνει σημαντικά τη θνητότητα, τις νοσηλείες και βελτιώνει τη λειτουργικότητα αριστερής κοιλίας και την ποιότητα ζωής σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ισχαιμικής ή μη ισχαιμικής αιτιολογίας. Η δράση της καρβεδιλόλης είναι δοσοεξαρτώμενη. Μειώνει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα σε ασθενείς σε αιμοδιάλυση με διατατική καρδιομυοπάθεια. Μειώνει τα ποσοστά θνησιμότητας πάσης αιτίας καθώς και τα συμβάντα που σχετίζονται με καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας με ή χωρίς συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια.

Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Σε μελέτες, η καρβεδιλόλη μείωσε σημαντικά τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας κατά 23% (p= 0,031), τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας ή το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 29% (p=0,002), τη θνητότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας κατά 25% (p=0,024) και τη νοσηλεία για μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 41% (p=0,014). Επίσης, μείωσε σημαντικά τη θνησιμότητα ή τη νοσηλεία λόγω μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων κατά 17% (p = 0,019).

Φαρμακοκινητική

α) Γενικά χαρακτηριστικά

Απορρόφηση

Μετά από την από στόματος χορήγηση μίας κάψουλας 25 mg σε υγιή άτομα, η καρβεδιλόλη απορροφάται γρήγορα με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα Cmax των 21 mg/L να επιτυγχάνεται μετά από περίπου 1,5 ώρα (tmax). Οι τιμές Cmax είναι γραμμικά σχετιζόμενες με τη δόση. Μετά από στόματος χορήγηση, η καρβεδιλόλη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε 25% περίπου των υγιών ανδρών. Η καρβεδιλόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα και το S-(-)- εναντιομερές φαίνεται να μεταβολίζεται πιο γρήγορα σε σχέση με το R-(+)- εναντιομερές, εμφανίζοντας μία απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα 15% σε σύγκριση με το 31% για το R-(+)- εναντιομερές. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της R-καρβεδιλόλης είναι περίπου διπλάσια σε σχέση με τη S-καρβεδιλόλη.

In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η καρβεδιλόλη είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής P-γλυκοπρωτεΐνης. Ο ρόλος της P-γλυκοπρωτεΐνης στη διάθεση της καρβεδιλόλης επιβεβαιώθηκε επίσης στα υγιή άτομα.

Κατανομή

Η καρβεδιλόλη εμφανίζει σε μεγάλο βαθμό λιποφιλία και δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος περίπου κατά 95%. Ο όγκος κατανομής της κυμαίνεται ανάμεσα στο 1,5 και 2 l/kg.

Μεταβολισμός

Στους ανθρώπους, η καρβεδιλόλη μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ μέσω οξείδωσης και σύζευξης σε διάφορους μεταβολίτες, αποβαλλόμενους κυρίως δια της χολής. Σε πειραματόζωα, έχει αποδειχθεί εντεροηπατική κυκλοφορία της μητρικής ουσίας.

Η απομεθυλίωση και η υδροξυλίωση στον φαινολικό της δακτύλιο, παράγει 3 δραστικούς μεταβολίτες με ανασταλτική δράση β΄αδρενεργικού υποδοχέα. Με βάση τις προκλινικές μελέτες, ο 4΄-υδροξυφαινολικός μεταβολίτης της είναι 13 περίπου φορές δραστικότερος της καρβεδιλόλης, όσον αφορά στη β-αναστολή. Σε σύγκριση με την καρβεδιλόλη, οι τρεις δραστικοί μεταβολίτες εμφανίζουν ασθενή αγγειοδιασταλτική δράση. Στον άνθρωπο, οι συγκεντρώσεις των 3 δραστικών μεταβολιτών είναι 10 φορές περίπου χαμηλότερες της συγκέντρωσης της μητρικής ουσίας. Επιπρόσθετα, δύο από τους υδροξυ-καρβαζολικούς μεταβολίτες της καρβεδιλόλης, είναι εξαιρετικά ισχυροί αντιοξειδωτικοί παράγοντες, και εμφανίζουν 30 έως 80 φορές μεγαλύτερη δραστικότητα από εκείνη της καρβεδιλόλης.

Οι φαρμακοκινητικές μελέτες στον άνθρωπο έχουν δείξει ότι ο οξειδωτικός μεταβολισμός της καρβεδιλόλης είναι στερεοεκλεκτικός. Τα αποτελέσματα μίας in vitro μελέτης έδειξαν ότι διαφορετικά ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 μπορεί να εμπλέκονται στις διαδικασίες οξείδωσης και υδροξυλίωσης συμπεριλαμβανομένων των CYP2D6, CYP3A4, CYP2E1, CYP2C9 και CYP1A2. Μελέτες σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς έχουν δείξει ότι το R-εναντιομερές μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από το CYP2D6. Το S- εναντιομερές μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από τα CYP2D6 και CYP2C9.

Γενετικός πολυμορφισμός

Τα αποτελέσματα των μελετών κλινικής φαρμακοκινητικής σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι το CYP2D6 παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της R και S-καρβεδιλόλης. Κατά συνέπεια οι συγκεντρώσεις της R και S-καρβεδιλόλης στο πλάσμα αυξάνονται σε εκείνους που μεταβολίζουν αργά το CYP2D6. Η σημασία του γονότυπου του CYP2D6 στη φαρμακοκινητική της R και S-καρβεδιλόλης επιβεβαιώθηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες πληθυσμού, ενώ άλλες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν αυτήν την παρατήρηση. Διεξήχθη το συμπέρασμα ότι ο γενετικός πολυμορφισμός του CYP2D6 μπορεί να έχει περιορισμένη κλινική σημασία.

Απομάκρυνση

Μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση 50 mg καρβεδιλόλης, περίπου 60% απεκκρίνεται στη χολή και απομακρύνεται με τα κόπρανα στη μορφή των μεταβολιτών εντός 11 ημερών. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση, μόνο περίπου το 16% απεκκρίνεται στα ούρα στη μορφή της καρβεδιλόλης ή των μεταβολιτών της. Η απέκκριση μέσω των ούρων του αμετάβλητου φαρμάκου αντιπροσωπεύει λιγότερο από 2%. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 12.5 mg σε υγιείς εθελοντές, η κάθαρση της καρβεδιλόλης στο πλάσμα φτάνει περίπου τα 600 mL/min και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής περίπου τις 2,5 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μίας κάψουλας 50 mg που παρατηρήθηκε στα ίδια άτομα ήταν 6,5 ώρες και αντιστοιχούσε πράγματι στο χρόνο ημίσειας ζωής απορρόφησης από την κάψουλα. Μετά από του στόματος χορήγηση, η συνολική κάθαρση στο σώμα της S-καρβεδιλόλης είναι περίπου δύο φορές μεγαλύτερη από τη R-καρβεδιλόλη.

β) Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε υπερτασικούς ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη των επιπέδων στο πλάσμα συναρτήσει του χρόνου, η ημιπερίοδος απομάκρυνσης και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα δεν μεταβάλλονται σημαντικά. Η νεφρική απομάκρυνση του αμετάβλητου φαρμάκου μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ωστόσο, οι μεταβολές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους είναι μέτριες. Καθώς η καρβεδιλόλη δεν διέρχεται από την μεμβράνη της αιμοκάθαρσης (πιθανώς λόγω του υψηλού βαθμού σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος) η ουσία δεν απομακρύνεται κατά την αιμοκάθαρση.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Μία φαρμακοκινητική μελέτη σε κιρρωτικούς ασθενείς έδειξε ότι η έκθεση (AUC) στην καρβεδιλόλη αυξήθηκε κατά 6.8 φορές σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Σε μία μελέτη σε 24 Γιαπωνέζων ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, η κάθαρση της R- και της S-καρβεδιλόλης ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την προηγουμένως υπολογισθείσα σε υγιείς εθελοντές. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι η φαρμακοκινητική της R- και της S-καρβεδιλόλης μεταβάλλεται σημαντικά με την καρδιακή ανεπάρκεια.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Η ηλικία δεν έχει σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της καρβεδιλόλης σε υπερτασικούς ασθενείς.

Παιδιά Διερεύνηση στην παιδιατρική έχει δείξει ότι η προσαρμοσμένη βάσει βάρους κάθαρση είναι σημαντικά μεγαλύτερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.

Μηχανισμός δράσης
Το carvedilol είναι ρακεμικό μίγμα στο οποίο η μη επιλεκτική β-αδρενεργοαποκλειστική δραστηριότητα βρίσκεται στο S(-) εναντιομερές και η α-adrenergic αποκλειστική δραστηριότητα βρίσκεται στα R(+) και S(-) εναντιομέρη με ίση ισχύ. Η ικανότητα αποκλεισμού των…
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης Η καρβεδιλόλη είναι ένας πολλαπλής δράσης αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων, με ανασταλτικές ιδιότητες επί των α1, β1 και β2 αδρενεργικών υποδοχέων. Έχει καταδειχθεί πως η καρβεδιλόλη δρα προστατευτικώς επί των οργάνων. Η…

Φαρμακοκινητική

α) Γενικά χαρακτηριστικά #### Απορρόφηση Μετά από την από στόματος χορήγηση μίας κάψουλας 25 mg σε υγιή άτομα, η καρβεδιλόλη απορροφάται γρήγορα με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα Cmax των 21 mg/L να επιτυγχάνεται μετά από περίπου 1,5 ώρα (tmax). Οι…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ο carvedilol μπορεί να υδροξυλιωθεί στη θέση 1 από CYP2D6, CYP1A2 ή CYP1A1 σχηματίζοντας 1-υδροξυφαινυλοκαρβεδιλόλη· στη θέση 4 από CYP2D6, CYP2E1, CYP2C9 ή CYP3A4 σχηματίζοντας 4’-υδροξυφαινυλοκαρβεδιλόλη· στη θέση 5 από CYP2D6, CYP2C9 ή…
Απέκκριση
Ήπαρ