Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 12,5 / TAB | 6.45 € | |
| 25 / TAB | 6.88 € | |
| 6,25 / TAB | 4.45 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας · Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
-
I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
I20 Στηθάγχη
ERVIDOL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μαζί με την τροφή (ειδικά σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή χρόνια σταθερή στηθάγχη)
- Δόση έναρξης: 12,5 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί ανά διαστήματα δύο τουλάχιστον εβδομάδων για υπέρταση και χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια. Για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αύξηση ανά 3 έως 10 ημέρες. Η δόση θα πρέπει να αυξηθεί στο ανώτατο επίπεδο που γίνεται ανεκτό από τον ασθενή.
-
Ενήλικες (Ιδιοπαθής υπέρταση)Δόση25 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση50 mg ημερησίωςΑρχική δόση 12,5 mg μία φορά την ημέρα για 2 ημέρες. Μπορεί να αυξηθεί ανά διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων. Μέγιστη δόση μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ή σε δύο λήψεις.
-
Ηλικιωμένοι (Ιδιοπαθής υπέρταση)Δόση12,5 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόσηΜέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόσηΔόση έναρξης 12,5 mg μία φορά την ημέρα. Εάν ανεπαρκής ανταπόκριση, εξατομίκευση ανά διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
Χρόνια σταθερή στηθάγχηΔόση12,5 mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση50 mg ημερησίωςΔόση έναρξης 12,5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η συμπτωματολογία δεν βελτιώνεται, μπορεί να αυξηθεί μετά 1 εβδομάδα. Μέγιστη δόση μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ή σε δύο λήψεις των 25 mg εκάστη.
-
Ηλικιωμένοι (Χρόνια σταθερή στηθάγχη)Συνιστάται η χορήγηση της ημερήσιας δόσης σε δύο λήψεις.
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΜέγ. δόση25 mg δύο φορές την ημέρα (για ασθενείς με σοβαρή ΧKA ή ήπια/μέτρια ΧKA με βάρος < 85 kg), 50 mg δύο φορές την ημέρα (για ασθενείς με ήπια/μέτρια ΧKA με βάρος > 85 kg)Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται. Δόση έναρξης 3,125 mg δύο φορές την ημέρα για 2 εβδομάδες. Αύξηση ανά διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων σε 6,25 mg, 12,5 mg, 25 mg δύο φορές την ημέρα, μέχρι ανεκτού επιπέδου. Επανέναρξη θεραπείας μετά διακοπή: χαμηλότερο δοσολογικό σχήμα δύο φορές την ημέρα αν διακοπεί για >1 εβδομάδα. Με 3,125 mg αν διακοπεί για >2 εβδομάδες.
-
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΜέγ. δόση25 mg δύο φορές ημερησίωςΗ δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται. Αρχική δόση 6,25 mg. Αύξηση σε 6,25 mg δύο φορές ημερησίως για 3 έως 10 ημέρες. Εάν ανεκτή, αύξηση ανά διαστήματα 3 έως 10 ημερών σε 12,5 mg και κατόπιν σε 25 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (μέτρια έως σοβαρή)Δεν υποδεικνύεται τροποποίηση της δοσολογίας.
-
Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην καρβεδιλόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ασταθή/μη αντιρροπούμενη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια τάξης IV (κατά New York Heart Association NYHA), που απαιτεί υποστηρικτική ενδοφλέβια χορήγηση ινοτρόπων
-
Κλινικά έκδηλη ηπατική ανεπάρκεια
-
Δεύτερου και τρίτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό (εκτός επί μόνιμης ύπαρξης βηματοδότη)
-
Σοβαρή βραδυκαρδία (< 50 σφύξεις ανά λεπτό)
-
Καρδιογενή καταπληξία
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (περιλαμβανομένου του φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού)
-
Σοβαρή υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 85 mm Hg)
-
Ιστορικό βρογχόσπασμου ή βρογχικού άσθματος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας ή κατακράτηση υγρώνΠληθυσμόςασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΑύξηση δόσης διουρητικών, μη αύξηση δόσης καρβεδιλόλης μέχρι αποκατάσταση κλινικής ισορροπίας. Ενίοτε μείωση δόσης καρβεδιλόλης ή προσωρινή διακοπή.
-
Συνδυασμός με καρδιακούς γλυκοσίδεςΧορήγηση με προσοχή λόγω επιβράδυνσης κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
-
Αναστρέψιμη επιδείνωση νεφρικής λειτουργίαςΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και χαμηλή αρτηριακή πίεση (συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mm Hg), ισχαιμική καρδιακή νόσο, διάχυτη αγγειοπάθεια και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς που κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρουσιάσουν σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (τάξης ΙV κατά NYHA)Επανεξέταση θεραπευτικού σχήματος.
-
Έναρξη θεραπείας μετά από έμφραγμα μυοκαρδίουΠληθυσμόςασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίουΠριν την έναρξη, ο ασθενής πρέπει να είναι κλινικά σταθερός και να έχει λάβει αναστολέα ΜΕΑ για τουλάχιστον 48 ώρες με σταθεροποιημένη δόση για τουλάχιστον 24 ώρες.
-
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαΠληθυσμόςπάσχοντες από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια με στοιχεία βρογχόσπασμου, που δεν λαμβάνουν φάρμακα από το στόμα ή εισπνεόμενα φάρμακαΧορήγηση με προσοχή μόνο αν το όφελος υπερκαλύπτει τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Μείωση δόσης αν παρατηρηθεί βρογχόσπασμος.
-
ΔιαβήτηςΠληθυσμόςδιαβητικοίΧορήγηση με προσοχή λόγω πιθανής συγκάλυψης ή εξασθένησης των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων οξείας υπογλυκαιμικής αντίδρασης.
-
Περιφερική αγγειοπάθεια (φαινόμενο Raynaud)Πληθυσμόςασθενείς με περιφερική αγγειοπάθεια (π.χ. φαινόμενο Raynaud)Χορήγηση με προσοχή, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της αρτηριακής ανεπάρκειας.
-
ΘυρεοτοξίκωσηΜπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης.
-
ΒραδυκαρδίαΑν η καρδιακή συχνότητα του ασθενή μειωθεί σε λιγότερες από 55 σφύξεις το λεπτό, η δοσολογία του φαρμάκου θα πρέπει να μειωθεί.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας καθώς επίσης και στους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία απευαισθητοποίησηςΠροσοχή απαιτείται, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να αυξήσουν την ευαισθησία έναντι των αλλεργιογόνων και τη σφοδρότητα των αντιδράσεων.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs)Πληθυσμόςασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις πιθανά οφειλόμενες στην καρβεδιλόληΗ καρβεδιλόλη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
-
ΨωρίασηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ψωρίασης που σχετίζεται με θεραπεία με β-αναστολείςΝα λαμβάνουν την καρβεδιλόλη μόνο μετά από αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου προς το δυνητικό όφελος.
-
Φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσειςΥπάρχει ένας αριθμός σημαντικών φαρμακοκινητικών και φαρμακοδυναμικών αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα (π.χ. διγοξίνη, κυκλοσπορίνη, ριφαμπικίνη, αναισθητικά φάρμακα, αντι-αρρυθμικά φάρμακα).
-
ΦαιοχρωμοκύττωμαΠληθυσμόςασθενείς με υποψία φαιοχρωμοκυττώματοςΔεν θα πρέπει να χορηγείται. Πρέπει να χορηγείται α-αναστολέας πριν από β-αναστολέα.
-
Ασταθής στηθάγχη τύπου PrinzmetalΠληθυσμόςασθενείς για τους οποίους υπάρχει υποψία ασταθούς στηθάγχης τύπου PrinzmetalΔεν θα πρέπει να χορηγείται.
-
Μειωμένη δακρύρροιαΠληθυσμόςΌσοι φορούν φακούς επαφήςΝα έχουν υπόψη τους την πιθανότητα μειωμένης δακρύρροιας.
-
Απότομη διακοπήΠληθυσμόςπάσχοντες από ισχαιμική καρδιοπάθειαΗ απότομη διακοπή της καρβεδιλόλης πρέπει να αποφεύγεται. Η διακοπή του φαρμάκου πρέπει να γίνεται σταδιακά (εντός 2 εβδομάδων).
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
-
Παιδιατρική χρήσηΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι(βλ. Δοσολογία, Ειδικές δοσολογικές συστάσεις, Παιδιά και έφηβοι)
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της αρχικής δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΔε συνιστώνται δοσολογικές αλλαγές.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με κλινικά εκδηλωμένη ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Διαβητικοί ασθενείςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείςΟι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν την ανοχή της ινσουλίνης και μπορεί να καλύψουν τα υπογλυκαιμικά συμπτώματα. Η καρβεδιλόλη σχετίζεται με πιο ευνοϊκές επιδράσεις στη γλυκόζη και στα λιπιδικά προφίλ, έχει μέτριες ιδιότητες ευαισθητοποίησης της ινσουλίνης και μπορεί να ανακουφίσει κάποιες εκδηλώσεις του μεταβολικού συνδρόμου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΑυξημένη έκθεση στη διγοξίνη (έως 20%)ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης κατά την έναρξη, προσαρμογή και διακοπή της καρβεδιλόλης. Δεν έχει επίδραση στην ενδοφλέβια διγοξίνη.
-
Κυκλοσπορίνη (από του στόματος)παρακολούθησηΑύξηση της συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο πλάσμα (10-20%)ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της κυκλοσπορίνης και κατάλληλη προσαρμογή των δόσεων. Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση με ενδοφλέβια κυκλοσπορίνη.
-
παρακολούθησηΣημαντική αύξηση (2.2 φορές) στην κατώτατη συγκέντρωση των R και S-καρβεδιλόλη (πιθανώς μέσω αναστολής CYP2C9 από μεταβολίτη της αμιωδαρόνης)ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
-
παρακολούθησηΜείωση της έκθεσης στην καρβεδιλόλη κατά περίπου 60% και μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης από την επίδραση της καρβεδιλόλης (πιθανώς λόγω επαγωγής P-γλυκοπρωτεΐνης)ΣύστασηΚατάλληλη η στενή παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
-
Στερεοεκλεκτική αναστολή του μεταβολισμού της καρβεδιλόλης, με αύξηση 77% στην AUC του R(+) εναντιομερούς και 35% στην AUC του S(-) εναντιομερούς. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικές επιδράσεις σε υγιή άτομα.
-
Σημαντική αύξηση στην έκθεση στις R και S-καρβεδιλόλη. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικές επιδράσεις σε υγιή άτομα.
-
Ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακαπροσοχήΕνίσχυση της υπογλυκαιμικής δράσης. Συγκάλυψη ή εξασθένηση σημείων υπογλυκαιμίας (ειδικά ταχυκαρδία).ΣύστασηΣυνιστάται τακτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
-
Παράγοντες μείωσης των κατεχολαμινών (π.χ. ρεσερπίνη και αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης)προσοχήΥπόταση και/ή σοβαρή βραδυκαρδία.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου μη-διϋδροπυριδινών (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) ή άλλα αντιαρρυθμικάπροσοχήΑύξηση του κινδύνου διαταραχών της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Διαταραχές αγωγιμότητας έχουν παρατηρηθεί με διλτιαζέμη.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης.
-
προσοχήΕνίσχυση της υποτασικής και βραδυκαρδιακής δράσης.ΣύστασηΕάν διακοπή, ο β-αναστολέας πρέπει να διακόπτεται πρώτος, αρκετές ημέρες πριν από τη σταδιακή μείωση της κλονιδίνης.
-
Αντιυπερτασικά (π.χ. ανταγωνιστές των α1-υποδοχέων) ή φάρμακα που προκαλούν υπότασηπροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής δράσης τους.
-
Αναισθητικοί παράγοντεςπροσοχήΣυνεργική αρνητική ινότροπη και υποτασική δράση.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ζωτικών σημείων κατά τη διάρκεια της αναισθησίας.
-
ΜΣΑΦπροσοχήΕνδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης και σε διαταραχή του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης.
-
Βρογχοδιαστολείς β-αγωνιστώνπροσοχήΑνταγωνίζονται τις βρογχοδιασταλτικές δράσεις.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία (Συχνή)
- Θρομβοπενία (Σπάνια)
- Λευκοπενία (Πολύ σπάνια)
- Καρδιακή ανεπάρκεια (Πολύ συχνή)
- Βραδυκαρδία (Συχνή)
- Υπερογκαιμία (Συχνή)
- Υπερφόρτωση υγρών (Συχνή)
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Όχι συχνή)
- Στηθάγχη (Όχι συχνή)
- Διαταραχές της όρασης (Συχνή)
- Μειωμένη δακρύρροια (ξηροφθαλμία) (Συχνή)
- Ερεθισμός του οφθαλμού (Συχνή)
- Ναυτία (Συχνή)
- Διάρροια (Συχνή)
- Έμετος (Συχνή)
- Δυσπεψία (Συχνή)
- Κοιλιακός πόνος (Συχνή)
- Δυσκοιλιότητα (Συχνή)
- Ξηροστομία (Όχι συχνή)
- Εξασθένηση (κόπωση) (Πολύ συχνή)
- Οίδημα (Συχνή)
- Πόνος (Συχνή)
- Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένη (Πολύ σπάνια)
- Υπερευαισθησία (αλλεργικές αντιδράσεις) (Πολύ σπάνια)
- Πνευμονία
- Δύσπνοια
- Βρογχίτιδα (Συχνή)
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (Συχνή)
- Ουρολοίμωξη (Συχνή)
- Αύξηση Σωματικού βάρους (Συχνή)
- Υπερχοληστερολαιμία (Συχνή)
- Διαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχον διαβήτη (Συχνή)
- Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (εκδήλωση) (Μη γνωστές)
- Επιδείνωση σακχαρώδους διαβήτη (Μη γνωστές)
- Αναστολή ρύθμισης γλυκόζης αίματος (Μη γνωστές)
- Πόνος στα άκρα (Συχνή)
- Ζάλη (Πολύ συχνή)
- Κεφαλαγία (Πολύ συχνή)
- Συγκοπή, προσυγκοπή (Όχι συχνή)
- Παραισθησία (Όχι συχνή)
- Κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση (Συχνή)
- Διαταραχές του ύπνου (Όχι συχνή)
- Νεφρική ανεπάρκεια και ανωμαλίες της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια (Συχνή)
- Διαταραχές της ούρησης (Πολύ σπάνια)
- Ακράτεια ούρων (σε γυναίκες) (Μη γνωστές)
- Στυτική δυσλειτουργία (Όχι συχνή)
- Πνευμονικό οίδημα (Συχνή)
- Άσθμα σε ασθενείς με προδιάθεση (Συχνή)
- Ρινική συμφόρηση (Σπάνια)
- Δερματικές αντιδράσεις (π.χ. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα) (Όχι συχνή)
- Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση) (Πολύ σπάνια)
- Αλωπεκία
- Υπόταση (Πολύ συχνή)
- Ορθοστατική υπόταση (Συχνή)
- Διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (ψυχρά άκρα, περιφερική αγγειοπάθεια, επίταση των συμπτωμάτων σε πάσχοντες από διαλείπουσα χωλότητα και φαινόμενο Raynaud) (Συχνή)
- Υπέρταση (Συχνή)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνήΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνήΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνήΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναστολή ρύθμισης γλυκόζης αίματοςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνήΑνωμαλίες νεφρικής λειτουργίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιαΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)Εργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιαΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)Εργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιαΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνήΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνήΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνήΔερματικές αντιδράσεις (π.χ. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνήΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιαΔιαταραχές ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνήΔιαταραχές περιφερικής κυκλοφορίαςΑγγειακές
-
Όχι συχνήΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνήΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνήΔιαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχον διαβήτηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνήΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνήΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνήΕπίταση συμπτωμάτων διαλείπουσας χωλότηταςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση σακχαρώδους διαβήτηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνήΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνήΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιαΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνήΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνήΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνήΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνήΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνήΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Πολύ συχνήΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΛανθάνων σακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιαΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνήΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνήΜειωμένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνήΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνήΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνήΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνήΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνήΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνήΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνήΠεριφερική αγγειοπάθειαΑγγειακές
-
ΣυχνήΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνήΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνήΠροσυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνήΠόνοςΓενικές
-
ΣυχνήΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιαΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιαΣοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνήΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνήΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνήΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνήΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιαΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνήΥπερογκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΥπερφόρτωση υγρώνΚαρδιά
-
ΣυχνήΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνήΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνήΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
ΣυχνήΨυχρά άκραΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ καρβεδιλόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν θεωρείται ότι το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τους πιθανούς κινδύνους από τη χρήση της.Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία με την καρβεδιλόλη, σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Οι β-αναστολείς μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου και άωρο ή πρόωρο τοκετό. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (ειδικότερα υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) στο έμβρυο και το νεογνό. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν παρουσίασαν ενδείξεις τερατογένεσης.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης.Οι μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η καρβεδιλόλη και/ή οι μεταβολίτες της, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα των ποντικών. Η απέκκριση της καρβεδιλόλης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι β-αποκλειστές, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ενώσεις, περνούν στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, αν και σε μεταβλητό βαθμό.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή υπόταση
- βραδυκαρδία
- καρδιακή ανεπάρκεια
- καρδιογενής καταπληξία
- καρδιακή ανακοπή
- αναπνευστικά προβλήματα
- βρογχόσπασμος
- έμετος
- διαταραχή της συνείδησης
- γενικευμένοι σπασμοί
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η καρβεδιλόλη είναι ένας πολλαπλής δράσης αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων, με ανασταλτικές ιδιότητες επί των α1, β1 και β2 αδρενεργικών υποδοχέων. Έχει καταδειχθεί πως η καρβεδιλόλη δρα προστατευτικώς επί των οργάνων. Η καρβεδιλόλη είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό και «εκκαθαριστής» των δραστικών ριζών οξυγόνου. Η καρβεδιλόλη αποτελεί ρακεμικό μίγμα, του οποίου τόσο το R(+) όσο και το S(-) εναντιομερές διαθέτουν τις ίδιες ανασταλτικές επί των α-αδρενεργικών υποδοχέων και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Η καρβεδιλόλη διαθέτει αντιπολλαπλασιαστικές ιδιότητες επί των λείων μυϊκών κυττάρων των αγγείων στον άνθρωπο.
Κατά τη χρόνια αγωγή ασθενών με καρβεδιλόλη σε κλινικές μελέτες έχει καταδειχθεί μείωση του οξειδωτικού stress μέσω μέτρησης διαφόρων δεικτών. Οι β-αδρενεργικές ανασταλτικές ιδιότητές της, είναι μη-εκλεκτικές για τους β1 και β2-αδρενεργικούς υποδοχείς και οφείλονται στο εναντιομερές S(-) της καρβεδιλόλης. Η καρβεδιλόλη δεν διαθέτει εγγενή συμπαθομιμητική δράση και (όπως η προπρανολόλη), διαθέτει μεμβρανο-σταθεροποιητικές ιδιότητες. Η καρβεδιλόλη καταστέλλει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, μέσω της β-αναστολής, γεγονός που περιορίζει την απελευθέρωση ρενίνης, καθιστώντας κατ’αυτόν τον τρόπο την κατακράτηση υγρών σπάνια. Η καρβεδιλόλη ελαττώνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, μέσω εκλεκτικής αναστολής των α1-αδρενεργικών υποδοχέων. Μετριάζει επίσης την αύξηση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την φαινυλεφρίνη (έναν α1-αδρενεργικό αγωνιστή), όχι όμως και εκείνη που προκαλείται από την αγγειοτασίνη II. Η καρβεδιλόλη δεν έχει δυσμενή επίδραση επί του λιπιδαιμικού προφίλ. Το κλάσμα των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών προς τις χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (HDL/LDL) διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα.
Αποτελεσματικότητα
Υπέρταση Σε υπερτασικούς ασθενείς, η καρβεδιλόλη ελαττώνει την αρτηριακή πίεση, μέσω συνδυασμού β-αναστολής και αγγειοδιαστολής λόγω α1-αναστολής. Η ελάττωση της αρτηριακής πίεσης δε συνδέεται με ταυτόχρονη αύξηση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων. Η καρδιακή συχνότητα μειώνεται ελαφρά. Στους υπερτασικούς ασθενείς, η νεφρική αιματική ροή και η νεφρική λειτουργία διατηρούνται. Έχει καταδειχθεί πως η καρβεδιλόλη διατηρεί τον όγκο παλμού και μειώνει τις ολικές περιφερικές αντιστάσεις. Η καρβεδιλόλη δεν περιορίζει την παροχή αίματος στα απομακρυσμένα όργανα. Παρατηρείται χαμηλότερη συχνότητα κρύων άκρων και πρώιμης κόπωσης κατά την σωματική δραστηριότητα. Η μακρόχρονη δράση της καρβεδιλόλης στην υπέρταση τεκμηριώνεται σε αρκετές διπλά-τυφλές ελεγχόμενες μελέτες.
Νεφρική ανεπάρκεια Η καρβεδιλόλη είναι ένας αποτελεσματικός παράγοντας σε ασθενείς με νεφρική υπέρταση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, σε αιμοδιάλυση ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού. Προκαλεί μία σταδιακή μείωση στην αρτηριακή πίεση και είναι πιο αποτελεσματική και καλύτερα ανεκτή σε σχέση με τους αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου σε ασθενείς σε αιμοδιάλυση.
Στεφανιαία Νόσος Σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, η καρβεδιλόλη διαθέτει αντιισχαιμικές (βελτιωμένος συνολικός χρόνος άσκησης, χρόνος κατάσπασης του διαστήματος ST κατά 1 mm και χρόνος έως την στηθάγχη) και αντιστηθαγχικές ιδιότητες, που διατηρούνται κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θεραπείας. Ελαττώνει σημαντικά τις μυοκαρδιακές απαιτήσεις σε οξυγόνο και την υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού. Ελαττώνει επίσης το μυοκαρδιακό προφορτίο και το μεταφορτίο.
Χρόνια Καρδιακή Ανεπάρκεια Η καρβεδιλόλη μειώνει σημαντικά τη θνητότητα, τις νοσηλείες και βελτιώνει τη λειτουργικότητα αριστερής κοιλίας και την ποιότητα ζωής σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ισχαιμικής ή μη ισχαιμικής αιτιολογίας. Η δράση της καρβεδιλόλης είναι δοσοεξαρτώμενη. Μειώνει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα σε ασθενείς σε αιμοδιάλυση με διατατική καρδιομυοπάθεια. Μειώνει τα ποσοστά θνησιμότητας πάσης αιτίας καθώς και τα συμβάντα που σχετίζονται με καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας με ή χωρίς συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια.
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Σε μελέτες, η καρβεδιλόλη μείωσε σημαντικά τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας κατά 23% (p= 0,031), τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας ή το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 29% (p=0,002), τη θνητότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας κατά 25% (p=0,024) και τη νοσηλεία για μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 41% (p=0,014). Επίσης, μείωσε σημαντικά τη θνησιμότητα ή τη νοσηλεία λόγω μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων κατά 17% (p = 0,019).
α) Γενικά χαρακτηριστικά
Απορρόφηση
Μετά από την από στόματος χορήγηση μίας κάψουλας 25 mg σε υγιή άτομα, η καρβεδιλόλη απορροφάται γρήγορα με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα Cmax των 21 mg/L να επιτυγχάνεται μετά από περίπου 1,5 ώρα (tmax). Οι τιμές Cmax είναι γραμμικά σχετιζόμενες με τη δόση. Μετά από στόματος χορήγηση, η καρβεδιλόλη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε 25% περίπου των υγιών ανδρών. Η καρβεδιλόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα και το S-(-)- εναντιομερές φαίνεται να μεταβολίζεται πιο γρήγορα σε σχέση με το R-(+)- εναντιομερές, εμφανίζοντας μία απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα 15% σε σύγκριση με το 31% για το R-(+)- εναντιομερές. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της R-καρβεδιλόλης είναι περίπου διπλάσια σε σχέση με τη S-καρβεδιλόλη.
In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η καρβεδιλόλη είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής P-γλυκοπρωτεΐνης. Ο ρόλος της P-γλυκοπρωτεΐνης στη διάθεση της καρβεδιλόλης επιβεβαιώθηκε επίσης στα υγιή άτομα.
Κατανομή
Η καρβεδιλόλη εμφανίζει σε μεγάλο βαθμό λιποφιλία και δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος περίπου κατά 95%. Ο όγκος κατανομής της κυμαίνεται ανάμεσα στο 1,5 και 2 l/kg.
Μεταβολισμός
Στους ανθρώπους, η καρβεδιλόλη μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ μέσω οξείδωσης και σύζευξης σε διάφορους μεταβολίτες, αποβαλλόμενους κυρίως δια της χολής. Σε πειραματόζωα, έχει αποδειχθεί εντεροηπατική κυκλοφορία της μητρικής ουσίας.
Η απομεθυλίωση και η υδροξυλίωση στον φαινολικό της δακτύλιο, παράγει 3 δραστικούς μεταβολίτες με ανασταλτική δράση β΄αδρενεργικού υποδοχέα. Με βάση τις προκλινικές μελέτες, ο 4΄-υδροξυφαινολικός μεταβολίτης της είναι 13 περίπου φορές δραστικότερος της καρβεδιλόλης, όσον αφορά στη β-αναστολή. Σε σύγκριση με την καρβεδιλόλη, οι τρεις δραστικοί μεταβολίτες εμφανίζουν ασθενή αγγειοδιασταλτική δράση. Στον άνθρωπο, οι συγκεντρώσεις των 3 δραστικών μεταβολιτών είναι 10 φορές περίπου χαμηλότερες της συγκέντρωσης της μητρικής ουσίας. Επιπρόσθετα, δύο από τους υδροξυ-καρβαζολικούς μεταβολίτες της καρβεδιλόλης, είναι εξαιρετικά ισχυροί αντιοξειδωτικοί παράγοντες, και εμφανίζουν 30 έως 80 φορές μεγαλύτερη δραστικότητα από εκείνη της καρβεδιλόλης.
Οι φαρμακοκινητικές μελέτες στον άνθρωπο έχουν δείξει ότι ο οξειδωτικός μεταβολισμός της καρβεδιλόλης είναι στερεοεκλεκτικός. Τα αποτελέσματα μίας in vitro μελέτης έδειξαν ότι διαφορετικά ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 μπορεί να εμπλέκονται στις διαδικασίες οξείδωσης και υδροξυλίωσης συμπεριλαμβανομένων των CYP2D6, CYP3A4, CYP2E1, CYP2C9 και CYP1A2. Μελέτες σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς έχουν δείξει ότι το R-εναντιομερές μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από το CYP2D6. Το S- εναντιομερές μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από τα CYP2D6 και CYP2C9.
Γενετικός πολυμορφισμός
Τα αποτελέσματα των μελετών κλινικής φαρμακοκινητικής σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι το CYP2D6 παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της R και S-καρβεδιλόλης. Κατά συνέπεια οι συγκεντρώσεις της R και S-καρβεδιλόλης στο πλάσμα αυξάνονται σε εκείνους που μεταβολίζουν αργά το CYP2D6. Η σημασία του γονότυπου του CYP2D6 στη φαρμακοκινητική της R και S-καρβεδιλόλης επιβεβαιώθηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες πληθυσμού, ενώ άλλες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν αυτήν την παρατήρηση. Διεξήχθη το συμπέρασμα ότι ο γενετικός πολυμορφισμός του CYP2D6 μπορεί να έχει περιορισμένη κλινική σημασία.
Απομάκρυνση
Μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση 50 mg καρβεδιλόλης, περίπου 60% απεκκρίνεται στη χολή και απομακρύνεται με τα κόπρανα στη μορφή των μεταβολιτών εντός 11 ημερών. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση, μόνο περίπου το 16% απεκκρίνεται στα ούρα στη μορφή της καρβεδιλόλης ή των μεταβολιτών της. Η απέκκριση μέσω των ούρων του αμετάβλητου φαρμάκου αντιπροσωπεύει λιγότερο από 2%. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 12.5 mg σε υγιείς εθελοντές, η κάθαρση της καρβεδιλόλης στο πλάσμα φτάνει περίπου τα 600 mL/min και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής περίπου τις 2,5 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μίας κάψουλας 50 mg που παρατηρήθηκε στα ίδια άτομα ήταν 6,5 ώρες και αντιστοιχούσε πράγματι στο χρόνο ημίσειας ζωής απορρόφησης από την κάψουλα. Μετά από του στόματος χορήγηση, η συνολική κάθαρση στο σώμα της S-καρβεδιλόλης είναι περίπου δύο φορές μεγαλύτερη από τη R-καρβεδιλόλη.
β) Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε υπερτασικούς ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη των επιπέδων στο πλάσμα συναρτήσει του χρόνου, η ημιπερίοδος απομάκρυνσης και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα δεν μεταβάλλονται σημαντικά. Η νεφρική απομάκρυνση του αμετάβλητου φαρμάκου μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ωστόσο, οι μεταβολές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους είναι μέτριες. Καθώς η καρβεδιλόλη δεν διέρχεται από την μεμβράνη της αιμοκάθαρσης (πιθανώς λόγω του υψηλού βαθμού σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος) η ουσία δεν απομακρύνεται κατά την αιμοκάθαρση.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Μία φαρμακοκινητική μελέτη σε κιρρωτικούς ασθενείς έδειξε ότι η έκθεση (AUC) στην καρβεδιλόλη αυξήθηκε κατά 6.8 φορές σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Σε μία μελέτη σε 24 Γιαπωνέζων ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, η κάθαρση της R- και της S-καρβεδιλόλης ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την προηγουμένως υπολογισθείσα σε υγιείς εθελοντές. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι η φαρμακοκινητική της R- και της S-καρβεδιλόλης μεταβάλλεται σημαντικά με την καρδιακή ανεπάρκεια.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η ηλικία δεν έχει σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της καρβεδιλόλης σε υπερτασικούς ασθενείς.
Παιδιά Διερεύνηση στην παιδιατρική έχει δείξει ότι η προσαρμοσμένη βάσει βάρους κάθαρση είναι σημαντικά μεγαλύτερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.