FLUOROURACIL
Φθοριουρακίλη
### Φαρμακοδυναμικές ### Μηχανισμός δράσης Η φθοριοουρακίλη είναι ένα ανάλογο της ουρακίλης, ενός συστατικού του ριβονουκλεϊκού οξέος.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C78 Δευτερογενής κακοήθης νεοπλασία του πεπτικού συστήματος και των οργάνων της αναπνοής
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μεταστατικός καρκίνος ορθού · Μεταστατικός καρκίνος παχέος εντέρου
-
C09 Κακοήθης νεοπλασία της αμυγδαλής
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα εκ πλακωδών κυττάρων της κεφαλής και του τραχήλου · Μη εγχειρήσιμο τοπικά προχωρημένο καρκίνωμα εκ πλακωδών κυττάρων της κεφαλής και του τραχήλου
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητικός καρκίνος του μαστού · Καρκίνος του μαστού
-
C15 Κακοήθης νεοπλασία του οισοφάγου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος του οισοφάγου
-
C20 Κακοήθης νεοπλασία του ορθού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος ορθού
-
C25 Κακοήθης νεοπλασία του παγκρέατος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος του παγκρέατος
-
C18 Κακοήθης νεοπλασία του παχέος εντέρου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος παχέος εντέρου
-
C16 Κακοήθης νεοπλασία του στομάχου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος του στομάχου
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος FLUOROURACIL/ANABIOSIS
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Δόση έναρξης: 200 - 600 mg/m²
-
ΕνήλικεςΗ δόση και το θεραπευτικό πρόγραμμα εξαρτώνται από το επιλεγμένο θεραπευτικό σχήμα, την ένδειξη, τη γενική κατάσταση και την προηγούμενη θεραπεία του ασθενούς. Η αρχική θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται σε νοσοκομείο.
-
Καρκίνος του παχέος εντέρου και του ορθούΔόση200 - 600 mg/m²Χορηγείται ως ενδοφλέβια δόση εφόδου ή συνεχής ενδοφλέβια έγχυση. Επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα, δύο φορές το μήνα ή κάθε μήνα, ανάλογα με το χημειοθεραπευτικό σχήμα.
-
Καρκίνος του μαστούΔόση500 - 600 mg/m²Ως ενδοφλέβια δόση εφόδου, επαναλαμβάνεται κάθε 3-4 εβδομάδες. Για επικουρική θεραπεία, συνεχίζεται συνήθως για 6 κύκλους.
-
Καρκίνος του στομάχου και καρκίνος γαστροοισοφαγικής συμβολήςΔόση200 mg/m² ανά ημέραΩς συνεχής ενδοφλέβια έγχυση για 3 εβδομάδες. Συνιστώνται 6 κύκλοι.
-
Καρκίνος του οισοφάγουΔόση200 - 1000 mg/m² ανά ημέραΩς συνεχής ενδοφλέβια έγχυση για διάστημα μερικών ημερών και επαναλαμβάνεται κυκλικά. Για καρκίνους κατώτερου οισοφάγου: 200 mg/m² ανά ημέρα ως συνεχής ενδοφλέβια έγχυση για 3 εβδομάδες, επαναλαμβάνεται κυκλικά.
-
Καρκίνος του παγκρέατοςΔόση200 - 500 mg/m² ανά ημέραΩς ενδοφλέβια ένεση εφόδου ή ενδοφλέβια έγχυση, επαναλαμβάνεται κυκλικά.
-
Καρκίνος της κεφαλής και του τραχήλουΔόση600 - 1200 mg/m² ανά ημέραΩς συνεχής ενδοφλέβια έγχυση για διάστημα μερικών ημερών και επαναλαμβάνεται κυκλικά.
-
Ασθενείς με καχεξία, μείζων χειρουργική επέμβαση εντός 30 ημερών, μειωμένη μυελική λειτουργία, διαταραγμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργίαΕλάττωση της δόσης συνιστάται.
-
Ασθενείς με αιματολογικές τοξικότητες (λευκά αιμοσφαίρια ≤ 3.500/mm³ ή/και αιμοπετάλια ≤ 100.000/mm³)Μπορεί να απαιτούν διακοπή της θεραπείας. Η συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αποφασιστεί από τον θεράποντα ιατρό.
-
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσοχή και ενδεχομένως να απαιτείται ελάττωση της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν ενδείκνυται για χρήση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φθοριοουρακίλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρές λοιμώξεις
-
Σοβαρά καταβεβλημένοι ασθενείς
-
Καταστολή του μυελού των οστώνΠληθυσμόςΜετά από ακτινοθεραπεία ή θεραπεία με άλλους αντινεοπλασματικούς παράγοντες
-
Διαχείριση μη-κακοήθους νόσου
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Κύηση ή γαλουχίαΠληθυσμόςΈγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες
-
Πρόσφατη ή ταυτόχρονη θεραπεία με βριβουδίνη
-
Ομοζυγωτία ως προς την αφυδρογονάση της διυδροπυριμιδίνης (DPD)ΠληθυσμόςΑσθενείς ομοζυγωτικοί ως προς την αφυδρογονάση της διυδροπυριμιδίνης (DPD)
-
Πλήρης έλλειψη διϋδροπυριμιδίνης αφυδρογονάσης της (DPD)ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή, πλήρη έλλειψη διϋδροπυριμιδίνης αφυδρογονάσης της (DPD)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επίβλεψη ιατρούΧορήγηση μόνο από ή υπό την αυστηρή επίβλεψη ειδικευμένου ιατρού με εμπειρία στη χρήση ισχυρών αντιμεταβολιτών που διαθέτει την υποδομή για τακτική παρακολούθηση των κλινικών, βιοχημικών και αιματολογικών δράσεων κατά τη χορήγηση και μετά από αυτήν.
-
Αρχική θεραπείαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕισαγωγή στο νοσοκομείο.
-
Λευκοπενία/ΜυελοτοξικότηταΣοβαρήΔιακοπή θεραπείας εάν αιμοπετάλια < 100.000/mm3 ή WBC < 3.500/mm3. Εάν WBC < 2.000/mm3 και κοκκιοκυτταροπενία, ο ασθενής σε προστατευτική απομόνωση στο νοσοκομείο και λήψη κατάλληλων μέτρων.
-
Γαστρεντερική τοξικότηταΣοβαρήΔιακοπή θεραπείας με το πρώτο σημείο στοματικής εξέλκωσης ή ένδειξη γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών (στοματίτιδα, διάρροια, αιμορραγία). Προσοχή στην επιλογή ασθενών και προσαρμογή δόσης. Διακοπή σε σοβαρή τοξικότητα.
-
ΚαρδιοτοξικότηταΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με θωρακικό άλγος κατά τη θεραπεία ή ιστορικό καρδιοπάθειαςΔίνεται προσοχή στη θεραπεία. Σε βαριά μορφή καρδιοτοξικότητας, η θεραπεία διακόπτεται.
-
Μειωμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία ή ίκτεροςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία ή ίκτεροΧρήση με προσοχή.
-
ΕγκεφαλοπάθειαΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που εκδηλώνουν συμπτώματα (μεταβολή νοητικής κατάστασης, σύγχυση, αποπροσανατολισμός, κώμα ή αταξία)Προσωρινή διακοπή θεραπείας, άμεσος έλεγχος επιπέδων αμμωνίας και βιταμίνης B1 στον ορό. Έναρξη κατάλληλης θεραπείας αν αυξημένη αμμωνία ή ανεπάρκεια B1.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο (π.χ. με νεφρική δυσλειτουργία, υπεουριχαιμία, υψηλό φορτίο όγκων, ταχεία εξέλιξη)Στενή παρακολούθηση. Λήψη προληπτικών μέτρων (π.χ. ενυδάτωση, διόρθωση των υψηλών επιπέδων ουρικού οξέος).
-
Νεφρική ή/και ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ή/και ηπατική δυσλειτουργίαΑπαιτείται προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου υπεραμμωνιαιμίας και υπεραμμωνιαιμικής εγκεφαλοπάθειας.
-
Έλλειψη αφυδρογονάσης της διυδροπυριμιδίνης (DPD)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη δραστηριότητα/ανεπάρκεια DPDΕνδείκνυται ο προσδιορισμός της ενζυμικής δραστηριότητας της DPD πριν τη θεραπεία με 5-φθοριοπυριμιδίνες.
-
Πλήρης έλλειψη DPDΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με πλήρη έλλειψη DPDΔεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία λόγω αυξημένου κινδύνου απειλητικής για τη ζωή ή θανατηφόρας τοξικότητας.
-
Μερική έλλειψη DPDΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μερική έλλειψη DPDΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης μειωμένης αρχικής δόσης για τον περιορισμό της τοξικότητας.
-
Έλεγχος για έλλειψη DPDΣυνιστάται φαινοτυπική και/ή γονοτυπική εξέταση πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Γονοτυπικός χαρακτηρισμός της έλλειψης DPDΗ εξέταση πριν από τη θεραπεία για σπάνιες μεταλλάξεις του γονιδίου της DPYD μπορεί να αναγνωρίσει ασθενείς με έλλειψη της DPD.
-
Φαινοτυπικός χαρακτηρισμός της έλλειψης DPDΣυνιστάται η μέτρηση των επιπέδων του ενδογενούς υποστρώματος της DPD ουρακίλης (U) στο πλάσμα, πριν από τη θεραπεία.
-
Παρακολούθηση των επιπέδων φαρμάκου (Therapeutic drug monitoring, TDM) της 5-φθοριοουρακίληςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συνεχείς εγχύσεις 5-φθοριοουρακίληςΜπορεί να βελτιώσει τις κλινικές εκβάσεις μέσω της μείωσης των τοξικοτήτων και της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας.
-
Αλληλεπίδραση βριβουδίνης / καπεσιταβίνηςΣοβαρήΗ βριβουδίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με καπεσιταβίνη. Πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία περίοδος αναμονής 4 εβδομάδων μεταξύ τέλους θεραπείας με βριβουδίνη και έναρξης θεραπείας με καπεσιταβίνη. Σε τυχαία χορήγηση, λήψη αποτελεσματικών μέτρων για τη μείωση της τοξικότητας της καπεσιταβίνης και άμεση εισαγωγή στο νοσοκομείο.
-
Πρόληψη συστημικών λοιμώξεων και αφυδάτωσηςΠρέπει να ληφθούν όλα τα μέτρα για την πρόληψη συστημικών λοιμώξεων και αφυδάτωσης.
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν 5-φθοριοουρακίληΑποφυγή εμβολιασμού με εμβόλιο ζώντος μικροοργανισμού. Αποφυγή επαφής με άτομα που έχουν πρόσφατα εμβολιαστεί κατά του ιού της πολυομυελίτιδας.
-
ΦωτοευαισθησίαΔεν συνιστάται παρατεταμένη έκθεση στο ηλιακό φως.
-
Ακτινοβολία στην περιοχή της πυέλουΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν λάβει υψηλή δόση ακτινοβολίας στην περιοχή της πυέλουΧρήση με προσοχή.
-
Συνδυασμός φθοριοουρακίλης και φυλλινικού οξέοςΣοβαρήΜείωση δοσολογίας φθοριοουρακίλης σε περιπτώσεις τοξικότητας. Σε σοβαρές περιπτώσεις, διακοπή και έναρξη υποστηρικτικής ενδοφλέβιας θεραπείας. Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται τον ιατρό για στοματίτιδα ή/και διάρροια.
-
Ηλικιωμένοι ή καταβεβλημένοι ασθενείςΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ή καταβεβλημένοι ασθενείςΙδιαίτερη προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου σοβαρής τοξικότητας.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και άνδρεςΧρήση αποτελεσματικής μεθόδου αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και μέχρι 6 μήνες μετά την αγωγή.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με φαινυτοΐνηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φαινυτοΐνη ταυτόχρονα με φθοριοουρακίληΤακτικός έλεγχος λόγω πιθανότητας αυξημένων επιπέδων φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Περιεκτικότητα νατρίουΠληθυσμόςΑσθενείς σε δίαιτα ελεγχόμενης περιεκτικότητας νατρίουΛήψη υπόψη της περιεκτικότητας νατρίου (> 7,78 mmol / 178,2 mg ανά μέγιστη ημερήσια δόση).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑυξημένη τοξικότητα φθοριοπυριμιδίνης (δυνητικά θανάσιμη) λόγω αναστολής της διϋδροπυριμιδινικής δεϋδρογενάσης.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα. Περίοδος αναμονής τουλάχιστον 4 εβδομάδων μεταξύ τέλους θεραπείας με βριβουδίνη και έναρξης θεραπείας με φθοριοουρακίλη. Θεραπεία με βριβουδίνη μπορεί να ξεκινήσει 24 ώρες μετά την τελευταία δόση καπεσιταβίνης (αναφορά σε καπεσιταβίνη).
-
προσοχήΔιαμορφώνουν βιοχημικά την αποτελεσματικότητα κατά των όγκων ή την τοξικότητα της φθοριοουρακίλης.
-
Φυλλινικό οξύπροσοχήΑυξημένη αποτελεσματικότητα και τοξικότητα της φθοριοουρακίλης, σοβαρή, δυνητικά απειλητική για τη ζωή διάρροια.ΣύστασηΠροσοχή ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (π.χ. 600 mg/m² φθοριοουρακίλης εφάπαξ εβδομαδιαίως).
-
Μυελοκατασταλτικές ουσίεςπροσοχήΠροσαρμογή της δόσης φθοριοουρακίλης απαραίτητη.ΣύστασηΑπαιτείται προσαρμογή δόσης.
-
ΑκτινοθεραπείαπροσοχήΕνδέχεται να χρειαστεί μείωση της δόσης φθοριοουρακίλης.ΣύστασηΜείωση δόσης σε περίπτωση ταυτόχρονης ή προηγούμενης ακτινοθεραπείας.
-
ΑνθρακυκλίνεςπροσοχήΑυξημένη καρδιοτοξικότητα των ανθρακυκλινών.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος ακοκκιοκυτταραιμίας.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός.
-
προσοχήΑυξημένη συχνότητα εγκεφαλικού εμφράκτου (σε ασθενείς με στοματοφαρυγγικό καρκίνο).
-
παρακολούθησηΣημαντικές αυξήσεις του χρόνου προθρομβίνης και του INR.ΣύστασηΠαρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης και του INR.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων φθοριοουρακίλης στο πλάσμα, αυξάνοντας την τοξικότητά της.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων φθοριοουρακίλης στο πλάσμα, αυξάνοντας την τοξικότητά της.
-
ΙντερφερόνηπροσοχήΑύξηση των επιπέδων φθοριοουρακίλης στο πλάσμα, αυξάνοντας την τοξικότητά της.
-
προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης της φαινυτοΐνης στο πλάσμα, προκαλώντας συμπτώματα τοξικότητας.
-
Άλλα κυτταροστατικά φάρμακαπαρακολούθησηΕνίσχυση της δράσης τους από τη φθοριοουρακίλη.
-
Θειαζιδικά διουρητικάπροσοχήΕντονότερη μείωση του αριθμού κοκκιοκυττάρων (σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη και φθοριοουρακίλη).
-
ΛεβαμιζόληπροσοχήΗπατοτοξικότητα (αύξηση αλκαλικών φωσφατασών, τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης).
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου θρομβοεμβολικών συμβαμάτων (σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη, φθοριοουρακίλη για καρκίνο του μαστού).
-
ΒινορελβίνηπροσοχήΣοβαρή, δυνητικά απειλητική για τη ζωή βλεννογονίτιδα (με συγχορήγηση φθοριοουρακίλης/φυλλινικού οξέος).
-
Εμβόλια ζώντων μικροοργανισμώναντένδειξηΚίνδυνος λοίμωξης σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται ο εμβολιασμός σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μυελοκαταστολή
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Λοιμώξεις
- Αυξημένος κίνδυνος λοίμωξης
- Σήψη
- Βρογχόσπασμος
- Φαρυγγίτιδα
- Επίσταξη
- Ανοσοκαταστολή
- Γενικευμένες αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αύξηση Τ4
- Αύξηση Τ3
- Υπερουριχαιμία
- Γαλακτική οξέωση
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Ανεπάρκεια βιταμίνης B1
- Σύγχυση
- Αποπροσανατολισμός
- Νυσταγμός
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Συμπτώματα νόσου Parkinson
- Πυραμιδικά σημεία
- Ευφορία
- Υπνηλία
- Λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Αταξία
- Οξύ παρεγκεφαλιδικό σύνδρομο
- Δυσαρθρία
- Αφασία
- Σπασμοί
- Κώμα
- Περιφερική νευροπάθεια
- Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας
- Εγκεφαλοπάθεια Wernicke
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Μυασθένεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Υπεραμμωνιαιμική εγκεφαλοπάθεια
- Υπερβολική δακρύρροια
- Θολή όραση
- Διαταραχή κίνησης οφθαλμών
- Οπτική νευρίτιδα
- Διπλωπία
- Μείωση οπτικής οξύτητας
- Φωτοφοβία
- Επιπεφυκίτιδα
- Βλεφαρίτιδα
- Εκτρόπιο
- Δακρυοστένωση
- Ισχαιμικές ανωμαλίες ΗΚΓ
- Θωρακικό άλγος που ομοιάζει με στηθάγχη
- Αρρυθμία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Μυοκαρδιακή ισχαιμία
- Μυοκαρδίτιδα
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Διατατική καρδιομυοπάθεια
- Καρδιακή καταπληξία
- Καρδιακή ανακοπή
- Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος
- Περικαρδίτιδα
- Μυοκαρδιοπάθεια από στρες (σύνδρομο takotsubo)
- Υπόταση
- Περιφερική ισχαιμία
- Σύνδρομο Raynaud
- Θρομβοεμβολή
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Εντερική ισχαιμία
- Βλεννογονίτιδα
- Στοματίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Πρωκτίτιδα
- Υδαρής διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Εξέλκωση γαστρεντερικού
- Αιμορραγία γαστρεντερικού
- Εντεροκολίτιδα
- Αποφολίδωση
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- Δερματίτιδα
- Δερματικές αλλοιώσεις
- Ξηρό δέρμα
- Σχισμές δέρματος
- Διάβρωση δέρματος
- Ερύθημα
- Κνησμώδες κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Φωτοευαισθησία
- Υπερμελάγχρωση του δέρματος
- Ανομοιόμορφη υπερμελάγχρωση
- Αποχρωματισμός κοντά στις φλέβες
- Διάχυτη επιφανειακή κυανή χρώση ονύχων
- Υπερμελάγχρωση ονύχων
- Δυστροφία ονύχων
- Πόνος στην κοίτη του όνυχα
- Πάχυνση της κοίτης του όνυχα
- Παρωνυχία
- Ονυχόλυση
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Πνευμάτωση του εντέρου
- Κολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της νεκρωτικής κολίτιδας)
- Βλάβη ηπατικών κυττάρων
- Ηπατική νέκρωση
- Χολική σκλήρυνση
- Χολοκυστίτιδα
- Διαταραχές της σπερματογένεσης και της ωορρηξίας
- Καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων
- Κόπωση
- Γενική αδυναμία
- Κούραση
- Έλλειψη ενέργειας
- Πυρετός
- Τοπική αντίδραση που προκαλείται από εξαγγείωση (άλγος, οίδημα, ερύθημα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈλλειψη ενέργειαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑνοσοκαταστολήΑνοσοποιητικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένος κίνδυνος λοίμωξηςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΓενική αδυναμίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΙσχαιμικές ανωμαλίες ΗΚΓΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΚαθυστερημένη επούλωση τραυμάτωνΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚούρασηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠρωκτίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΥδαρής διάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγος που ομοιάζει με στηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑνομοιόμορφη υπερμελάγχρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑποφολίδωση γαστρεντερικούΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός κοντά στις φλέβεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔακρυοστένωσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματικές αλλοιώσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάβρωση δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάχυτη επιφανειακή κυανή χρώση ονύχωνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές της σπερματογένεσης και της ωορρηξίαςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή κίνησης οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιατατική καρδιομυοπάθειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυστροφία ονύχωνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕκτρόπιοΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυφορίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή καταπληξίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜείωση οπτικής οξύτηταςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜυοκαρδίτιδαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜυοκαρδιακή ισχαιμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΞηρό δέρμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟνυχόλυσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠάχυνση της κοίτης του όνυχαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαρωνυχίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠυραμιδικά σημείαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στην κοίτη του όνυχαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣήψηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣυμπτώματα νόσου ParkinsonΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣχισμές δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερβολική δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπερμελάγχρωση ονύχωνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερμελάγχρωση του δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση Τ3Ενδοκρινικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση Τ4Ενδοκρινικό
-
ΣπάνιεςΓενικευμένες αλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑιφνίδιος καρδιακός θάνατοςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑταξίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑφασίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΒλάβη ηπατικών κυττάρωνΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της νεκρωτικής κολίτιδας)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚώμαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοεγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΜυασθένειαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξύ παρεγκεφαλιδικό σύνδρομοΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμάτωση του εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΧολική σκλήρυνσηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑνεπάρκεια βιταμίνης B1Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλοπάθεια WernickeΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕντερική ισχαιμίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΜυοκαρδιοπάθεια από στρες (σύνδρομο takotsubo)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠεριφερική ισχαιμίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΤοπική αντίδραση που προκαλείται από εξαγγείωση (άλγος, οίδημα, ερύθημα)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΥπεραμμωνιαιμική εγκεφαλοπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί εμβρυϊκές ανωμαλίες και αποβολές. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν εγκυμοσύνη και να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά την αγωγή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε περίπτωση εγκυμοσύνης κατά τη θεραπεία, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για τον δυνητικό κίνδυνο στο έμβρυο και συνιστάται γενετική συμβουλευτική.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό εάν η φθοριοουρακίλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται εάν η μητέρα λαμβάνει φθοριοουρακίλη.
-
ΓονιμότηταΑποφεύγεταιΟι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με φθοριοουρακίλη συμβουλεύονται να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πρέπει να αναζητείται συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος πριν από τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας μη-αναστρέψιμης στειρότητας εξαιτίας της θεραπείας με φθοριοουρακίλη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Εξέλκωση και αιμορραγία του γαστρεντερικού
- Καταστολή του μυελού των οστών (συμπεριλαμβανομένης της θρομβοκυτταροπενίας, λευκοκυτταροπενίας, ακοκκιοκυτταραιμίας)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Μηχανισμός δράσης
Η φθοριοουρακίλη είναι ένα ανάλογο της ουρακίλης, ενός συστατικού του ριβονουκλεϊκού οξέος. Το φάρμακο θεωρείται ότι λειτουργεί ως αντιμεταβολίτης. Μετά από ενδοκυτταρική μετατροπή στο ενεργό δεοξυνουκλεοτίδιο, παρεμβάλλεται στη σύνθεση του DNA, αναστέλλοντας τη μετατροπή του δεοξυουριδυλικού οξέος σε θυμιδυλικό οξύ μέσω του κυτταρικού ενζύμου θυμιδυλική συνθετάση. Η φθοριοουρακίλη ενδέχεται επίσης να παρεμβάλλεται στη σύνθεση του RNA.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κενό
Φαρμακοκινητικές
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η φθοριοουρακίλη κατανέμεται μέσω του σωματικού ύδατος και εξαφανίζεται από το αίμα εντός 3 ωρών. Προσλαμβάνεται κατά προτίμηση σε ενεργά διαιρούμενους ιστούς και όγκους μετά από μετατροπή στο νουκλεοτίδιό της. Η φθοριοουρακίλη εισέρχεται εύκολα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) και τον εγκεφαλικό ιστό.
Μετά από ΕΦ χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή από το πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 16 λεπτά και εξαρτάται από τη δόση. Μετά από μόνη ΕΦ δόση φθοριοουρακίλης, περίπου 15% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 6 ωρών. Από αυτό, περισσότερο από 90% απεκκρίνεται εντός της πρώτης ώρας. Το υπόλοιπο μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ προς ανενεργούς μεταβολίτες μέσω των συνήθων μηχανισμών του οργανισμού για την ουρακίλη. Τυχόν ηπατική δυσλειτουργία ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα πιο αργό μεταβολισμό της φθοριοουρακίλης και ενδέχεται να απαιτεί προσαρμογή της δόσης.
Η 5-φθοριοουρακίλη καταβολίζεται από το ένζυμο αφυδρογονάση της διϋδροπυριμιδίνης (DPD) στην πολύ λιγότερο τοξική διυδρο-5-φθοριοουρακίλη (FUH2). Η διϋδροπυριμιδινάση διασπά τον δακτύλιο πυριμιδίνης σε 5-φθοριο-ουρεϊδοπροπιονικό οξύ (FUPA). Τελικά, η β-ουρεϊδο-προπιονάση διασπά το FUPA σε α-φθοριο-β-αλανίνη (FBAL), η οποία αποβάλλεται με τα ούρα. Η δραστικότητα της αφυδρογονάσης της διϋδροπυριμιδίνης (DPD) αποτελεί το στάδιο περιορισμού της ταχύτητας. Ανεπάρκεια της DPD μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα της 5-φθοριοουρακίλης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοδυναμικές ### Μηχανισμός δράσης Η φθοριοουρακίλη είναι ένα ανάλογο της ουρακίλης, ενός συστατικού του ριβονουκλεϊκού οξέος. Το φάρμακο θεωρείται ότι λειτουργεί ως αντιμεταβολίτης. Μετά από ενδοκυτταρική μετατροπή στο ενεργό δεοξυνουκλεοτίδιο,…
Φαρμακοκινητικές Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η φθοριοουρακίλη κατανέμεται μέσω του σωματικού ύδατος και εξαφανίζεται από το αίμα εντός 3 ωρών. Προσλαμβάνεται κατά προτίμηση σε ενεργά διαιρούμενους ιστούς και όγκους μετά από μετατροπή στο νουκλεοτίδιό…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ουρακίλη πλάσματος · Πριν τη θεραπεία
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Καθημερινά | Κατά τη θεραπεία |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Καθημερινά | Κατά τη θεραπεία |
| Αμμωνία ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Άμεσα | Συμπτώματα εγκεφαλοπάθειας |
| Βιταμίνη B1 ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Άμεσα | Συμπτώματα εγκεφαλοπάθειας |
| Φαινυτοΐνη πλάσματος (TDM) | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | Τακτικά | Συγχορήγηση φαινυτοΐνης με φθοριοουρακίλη |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Τακτικά | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το φθοριοουρακίλη (Fluorouracil) είναι ένας αντινεοπλαστικός αντιμεταβολίτης. Οι αντιμεταβολίτες μιμούνται τις πουρίνες ή τις πυριμιδίνες, οι οποίες αποτελούν τα δομικά στοιχεία του DNA. Εμποδίζουν την ενσωμάτωση αυτών των ουσιών στο DNA κατά τη φάση “S” (του κυτταρικού κύκλου), διακόπτοντας την φυσιολογική ανάπτυξη και διαίρεση. Το φθοριοουρακίλη αναστέλλει ένα ένζυμο που μετατρέπει το κυτοσινικό νουκλεοτίδιο στο δεοξυ-παράγωγο. Επιπλέον, η σύνθεση του DNA αναστέλλεται περαιτέρω, καθώς το φθοριοουρακίλη εμποδίζει την ενσωμάτωση του θυμιδινικού νουκλεοτιδίου στην αλυσίδα του DNA.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει προσδιοριστεί πλήρως, αλλά ο κύριος μηχανισμός του φθοριοουρακίλης πιστεύεται ότι είναι η σύνδεση του δεοξυριβονουκλεοτιδίου του φαρμάκου (FdUMP) και του συμπαράγοντα φυλλικού οξέος, N5–10-μεθυλενοτετραϋδροφυλλικού, με τη θυμιδυλική συνθάση (TS) για να σχηματίσουν ένα ομοιοπολικά συνδεδεμένο τριαδικό σύμπλοκο. Αυτό οδηγεί στην αναστολή του σχηματισμού θυμιδυλίου από την ουρακίλη, με αποτέλεσμα την αναστολή της σύνθεσης DNA και RNA και τον κυτταρικό θάνατο. Το φθοριοουρακίλη μπορεί επίσης να ενσωματωθεί στο RNA στη θέση του τριφωσφορικού ουριδινίου (UTP), παράγοντας ένα “ψευδές” RNA και επηρεάζοντας την επεξεργασία του RNA και τη σύνθεση πρωτεϊνών.
Το 5-FU απαιτεί ενζυμική μετατροπή στο νουκλεοτίδιο (ριβοζυλίωση και φωσφορυλίωση) για να ασκήσει την κυτταροτοξική του δράση. Υπάρχουν διάφορες οδοί για τον σχηματισμό του 5’-μονοφωσφορικού νουκλεοτιδίου (F-UMP) στα ζωικά κύτταρα. Το 5-FU μπορεί να μετατραπεί σε φθοριοουριδίνη από την ουριδινο-φωσφορυλάση και στη συνέχεια σε F-UMP από την ουριδινο-κινάση, ή μπορεί να αντιδράσει απευθείας με το 5-φωσφοριβοζυλ-1-πυροφωσφορικό (PRPP), σε μια αντίδραση που καταλύεται από… την οροτο-φωσφοριβοζυλ-τρανσφεράση, για να σχηματίσει F-UMP. Πολλές μεταβολικές οδοί είναι διαθέσιμες για το F-UMP, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης στο RNA. Μια ακολουθία αντιδράσεων, κρίσιμη για την αντινεοπλαστική δράση, περιλαμβάνει την αναγωγή του διφωσφορικού νουκλεοτιδίου από το ένζυμο ριβονουκλεοσιδο-διφωσφορική αναγωγάση στο επίπεδο του δεοξυ-νουκλεοτιδίου και τον τελικό σχηματισμό 5-φθορο-2’-δεοξυουριδίνη-5’-φωσφορικού (F-dUMP). Το 5-FU μπορεί επίσης να μετατραπεί απευθείας στο δεοξυριβοσίδιο 5-FUdR από το ένζυμο θυμιδινο-φωσφορυλάση και περαιτέρω σε F-dUMP, έναν ισχυρό αναστολέα της θυμιδυλικής σύνθεσης, από την θυμιδινο-κινάση… Η αλληλεπίδραση μεταξύ F-dUMP και του ενζύμου θυμιδυλική συνθάση οδηγεί σε εξάντληση του TTP, ενός απαραίτητου συστατικού του DNA… Ο συμπαράγοντας φυλλικού οξέος, 5,10-μεθυλενοτετραϋδροφυλλικό, και το F-dUMP σχηματίζουν ένα ομοιοπολικά συνδεδεμένο τριαδικό σύμπλοκο με το ένζυμο.
Αν και οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης του φθοριοουρακίλης δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί, ο κύριος μηχανισμός θεωρείται η σύνδεση του δεοξυριβονουκλεοτιδίου του φαρμάκου (FdUMP) και του συμπαράγοντα φυλλικού οξέος, N5-10-μεθυλενοτετραϋδροφυλλικού, με τη θυμιδυλική συνθάση (TS) για να σχηματίσουν ένα ομοιοπολικά συνδεδεμένο τριαδικό σύμπλοκο, το οποίο αναστέλλει το σχηματισμό θυμιδυλίου από την ουρακίλη, επηρεάζοντας έτσι τη σύνθεση του DNA. Επιπλέον, το FUTP μπορεί να ενσωματωθεί στο RNA στη θέση του τριφωσφορικού ουριδινίου (UTP), παράγοντας ένα “ψευδές” RNA και επηρεάζοντας την επεξεργασία του RNA και τη σύνθεση πρωτεϊνών.
Το φθοριοουρακίλη είναι ένας αντιμεταβολίτης του τύπου αναλόγου πυριμιδίνης. Το φθοριοουρακίλη θεωρείται ειδικό για τη φάση S της κυτταρικής διαίρεσης. Η δράση του προκύπτει από τη μετατροπή του σε ενεργό μεταβολίτη στους ιστούς και περιλαμβάνει την αναστολή της σύνθεσης DNA και RNA.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο μεταβολισμός του φθοριοουρακίλης στην αναβολική οδό αναστέλλει την αντίδραση μεθυλίωσης του δεοξυουριδιλο-οξέος σε θυμιδιλο-οξέο. Με αυτόν τον τρόπο, το φθοριοουρακίλη επηρεάζει τη σύνθεση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) και σε μικρότερο βαθμό αναστέλλει το σχηματισμό του ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA). Δεδομένου ότι το DNA και το RNA είναι απαραίτητα για την κυτταρική διαίρεση και ανάπτυξη, η επίδραση του φθοριοουρακίλης μπορεί να είναι η δημιουργία έλλειψης θυμίνης, η οποία προκαλεί δυσαναπληρώσιμη ανάπτυξη και θάνατο του κυττάρου. Οι επιδράσεις της στέρησης DNA και RNA είναι πιο έντονες στα κύτταρα που αναπτύσσονται ταχύτερα και προσλαμβάνουν φθοριοουρακίλη με ταχύτερο ρυθμό. Ο καταβολικός μεταβολισμός του φθοριοουρακίλης οδηγεί σε προϊόντα διάσπασης (π.χ., CO2, ουρία, (άλφα)-φθορο-(βήτα)-αλανίνη) τα οποία είναι ανενεργά.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρες) για το FLUOROURACIL (7 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: 28-100%
- Απέκκριση: 7% έως 20% του μητρικού φαρμάκου απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 6 ωρών, με πάνω από 90% να απεκκρίνεται την πρώτη ώρα. Το υπόλοιπο ποσοστό της χορηγούμενης δόσης μεταβολίζεται, κυρίως στο ήπαρ.
- Με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση για 24 ώρες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονται από 0,5 έως 3,0 μM και η νεφρική απέκκριση φθοριοουρακίλης είναι μόνο 4%.
- Κατανομή: Το φθοριοουρακίλη εισέρχεται εύκολα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ), με συγκεντρώσεις περίπου 7 μM να επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Οι τιμές διατηρούνται για περίπου 3 ώρες και μειώνονται αργά κατά τη διάρκεια 9 ωρών.
- Το φθοριοουρακίλη διαπερνά τον πλακούντα σε αρουραίους.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, δεν ανιχνεύεται άθικτο φάρμακο στο πλάσμα μετά από 3 ώρες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για το FLUOROURACIL (7 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συσχέτιση με Πρωτεΐνες
8-12%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Ο καταβολικός μεταβολισμός του φθοριοουρακίλης οδηγεί σε προϊόντα διάσπασης (π.χ., CO2, ουρία και α-φθορο-β-αλανίνη) τα οποία είναι ανενεργά.
Ένα μικρό μέρος του φθοριοουρακίλης αναβολίζεται στους ιστούς σε 5-φθορο-2’-δεοξυουριδίνη και στη συνέχεια σε 5-φθορο-2’-δεοξυουριδίνη-5’-μονοφωσφορικό, τον ενεργό μεταβολίτη του φαρμάκου. Το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου διασπάται στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται ως αναπνεόμενος διοξειδίου του άνθρακα και ως ουρία, άλφα-φθορο-βήτα-αλανίνη, άλφα-φθορο-βήτα-γουανιδοπροπιονικό οξύ και άλφα-φθορο-βήτα-ουρεϊδοπροπιονικό οξύ στα ούρα. Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση φθοριοουρακίλης, περίπου το 15% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως άθικτο φάρμακο εντός 6 ωρών. πάνω από το 90% αυτού εκκρίνεται την πρώτη ώρα.
… Η διυδροπυριμιδίνη δεϋδρογονάση /είναι/ ένα ομο-διμερές πρωτεϊνικό μόριο (Mr ~210 kDa) που απαιτεί NADPH, περιέχει FMN/FAD και ένα σύμπλοκο σιδήρου-θείου σε κάθε υπομονάδα. Το ένζυμο βρίσκεται κυρίως στο κυτταρόπλασμα του ήπατος, όπου καταλύει την αναγωγή του 5-φθοριοουρακίλης και σχετικών πυριμιδινών…
…Αρκετές οδοί είναι διαθέσιμες για το σχηματισμό του 5’-μονοφωσφορικού νουκλεοτιδίου (F-UMP) στα ζωικά κύτταρα. Το 5-FU μπορεί να μετατραπεί σε φθοριοουριδίνη από την ουριδινο-φωσφορυλάση και στη συνέχεια σε F-UMP από την ουριδινο-κινάση, ή μπορεί να αντιδράσει απευθείας με το 5-φωσφοριβοζυλ-1-πυροφωσφορικό (PRPP), σε μια αντίδραση που καταλύεται από… την οροτο-φωσφοριβοζυλ-τρανσφεράση, για να σχηματίσει F-UMP. Πολλές μεταβολικές οδοί είναι διαθέσιμες για το F-UMP, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης στο RNA. Μια ακολουθία αντιδράσεων, κρίσιμη για την αντινεοπλαστική δράση, περιλαμβάνει την αναγωγή του διφωσφορικού νουκλεοτιδίου από το ένζυμο ριβονουκλεοσιδο-διφωσφορική αναγωγάση στο επίπεδο του δεοξυ-νουκλεοτιδίου και τον τελικό σχηματισμό 5-φθορο-2’-δεοξυουριδίνη-5’-φωσφορικού (F-dUMP). Το 5-FU μπορεί επίσης να μετατραπεί απευθείας στο δεοξυριβοσίδιο 5-FUdR από το ένζυμο θυμιδινο-φωσφορυλάση και περαιτέρω σε F-dUMP, έναν ισχυρό αναστολέα της θυμιδυλικής σύνθεσης, από την θυμιδινο-κινάση … Ο συμπαράγοντας φυλλικού οξέος, 5,10-μεθυλενοτετραϋδροφυλλικό, και το F-dUMP σχηματίζουν ένα ομοιοπολικά συνδεδεμένο τριαδικό σύμπλοκο με το ένζυμο /θυμιδυλική συνθάση/…
… Ο μεταβολικός μεταβολισμός /του 5-FU και της φλοξουριδίνης/ συμβαίνει σε πολλούς ιστούς, ιδιαίτερα στο ήπαρ. Η φλοξουριδίνη μετατρέπεται από θυμιδινο- ή δεοξυουριδινο-φωσφορυλάσες σε 5-FU. Το 5-FU απενεργοποιείται με αναγωγή του δακτυλίου της πυριμιδίνης. Αυτή η αντίδραση εκτελείται από τη διυδροπυριμιδίνη δεϋδρογονάση (DPD), η οποία βρίσκεται στο ήπαρ, στο βλεννογόνο του εντέρου, στα καρκινικά κύτταρα και σε άλλους ιστούς… Ο μεταβολίτης του, 5-φθορο-5,6-διυδροουρακίλη… τελικά διασπάται σε άλφα-φθορο-βήτα-αλανίνη… Αν και το ήπαρ περιέχει υψηλές συγκεντρώσεις DPD, η δοσολογία δεν χρειάζεται να τροποποιηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, πιθανώς λόγω διάσπασης του φαρμάκου σε εξωηπατικά σημεία ή λόγω τεράστιου πλεονάσματος αυτού του ενζύμου στο ήπαρ…
Το 5-Φθοριοουρακίλη είναι ένας γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης του Τεγαφούρης.
Ηπατικός. Ο καταβολικός μεταβολισμός του φθοριοουρακίλης οδηγεί σε προϊόντα διάσπασης (π.χ., CO2, ουρία και α-φθορο-β-αλανίνη) τα οποία είναι ανενεργά. Οδός Απέκκρισης: Επτά τοις εκατό έως 20% του μητρικού φαρμάκου απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 6 ωρών. πάνω από το 90% αυτού εκκρίνεται την πρώτη ώρα. Το υπόλοιπο ποσοστό της χορηγούμενης δόσης μεταβολίζεται, κυρίως στο ήπαρ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
10-20 λεπτά
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο χρόνος ημιζωής αποβολής στο πλάσμα κυμαίνεται κατά μέσο όρο στα 16 λεπτά (εύρος: 8-20 λεπτά) και εξαρτάται από τη δόση.
Η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση 5-FU προκαλεί συγκεντρώσεις στο πλάσμα 0,1 έως 1,0 mM. η κάθαρση του πλάσματος είναι ταχεία (χρόνος ημιζωής 10 έως 20 λεπτά)…
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p2033)
- Αντιμεταβολίτες που είναι χρήσιμοι στη χημειοθεραπεία του καρκίνου.
- Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μοσχευμάτων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν την τροποποίηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- U3P01618RT
- FLUOROURACIL
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων
Το Φθοριοουρακίλη είναι ένας Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων. Ο μηχανισμός δράσης του φθοριοουρακίλης είναι ως Αναστολέας Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων.
FLUOROURACIL
Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων [MoA]; Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p2033)
- Αντιμεταβολίτες που είναι χρήσιμοι στη χημειοθεραπεία του καρκίνου.
- Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μοσχευμάτων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν την τροποποίηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.