LANDIOLOL
Λανδιολόλη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: β-αποκλειστές, εκλεκτικοί, κωδικός ATC: C07ΑΒ14 ### Μηχανισμός δράσης Η λανδιολόλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός ανταγωνιστής των β1-αδρενεργικών υποδοχέων (η εκλεκτικότητα για αποκλεισμό των β1-υποδοχέων είναι 255 φορές υψηλότερη από την …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
R00 Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Φλεβοκομβική ταχυκαρδία
-
I47 Παροξυσμική ταχυκαρδία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια
- Χορήγηση: συνεχής έγχυση
- Δόση έναρξης: 10-40 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό
- Τιτλοποίηση: Η δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί έως τα 80 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό, για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
-
ΕνήλικεςΔόση10-40 μικρογραμμάρια/κιλό/λεπτόΜέγ. δόση80 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό (συντήρηση), 57,6 mg/kg/ημέρα (ημερήσια)Αρχική δόση εφόδου: 100 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό για 1 λεπτό, ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση με ρυθμό 10 - 40 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό.
-
Ασθενείς με καρδιακή δυσλειτουργία και σηπτική καταπληξίαΜικρότερες δόσεις έναρξης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρής μορφής βραδυκαρδίαΠληθυσμόςλιγότεροι από 50 παλμοί ανά λεπτό
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Σοβαρές διαταραχές της κολποκοιλιακής (ΚΚ) αγωγής (χωρίς βηματοδότη)ΠληθυσμόςΚΚ αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Σοβαρής μορφής υπόταση
-
Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςόταν θεωρείται μη σχετιζόμενη με την αρρυθμία
-
Πνευμονική υπέρταση
-
Μη θεραπευμένο φαιοχρωμοκύττωμα
-
Οξεία ασθματική κρίση
-
Σοβαρής μορφής μη ανατάξιμη μεταβολική οξέωση
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ανταγωνιστές ασβεστίου (π.χ. νιφεδιπίνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου υπότασης. Σε ανεπαρκή καρδιακή λειτουργία, μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια.ΣύστασηΠροσεκτική τιτλοποίηση της λανδιολόλης και κατάλληλη αιμοδυναμική παρακολούθηση.
-
προσοχήΣημαντική καταστολή της καρδιακής λειτουργίας και/ή διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.ΣύστασηH λανδιολόλη πρέπει να τιτλοποιείται με προσοχή. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη σε ασθενείς με διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
-
Ινσουλίνη, από στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΜπορεί να επηρεάσει την επίδρασή τους στη μείωση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να συγκαλύψει τα σημεία υπογλυκαιμίας όπως η ταχυκαρδία.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή στα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
-
Αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα (συμπεριλαμβανομένων άλλων β-αποκλειστών) κατά την αναισθησίαπροσοχήΕξασθένηση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αυξημένος κίνδυνος υπότασης.ΣύστασηΗ δοσολογία του κάθε παράγοντα μπορεί να προσαρμοσθεί ανάλογα με τις ανάγκες.
-
Εισπνεόμενα αναισθητικάπροσοχήΟι υποτασικές δράσεις μπορεί να ενισχυθούν.ΣύστασηΗ δοσολογία του κάθε παράγοντα μπορεί να προσαρμοσθεί ανάλογα με τις ανάγκες.
-
Αναισθητικά φάρμακα που προκαλούν μείωση στον καρδιακό ρυθμό, υποστρώματα εστεράσης (π.χ. χλωριούχο σουξαμεθόνιο), αναστολείς της χολινεστεράσης (π.χ. νεοστιγμίνη)προσοχήΜπορεί να επιτείνει την επίδραση στη μείωση του καρδιακού ρυθμού ή να παρατείνει τη διάρκεια δράσης της λανδιολόλης. Το σουξαμεθόνιο μπορεί να αυξήσει τη μέγιστη συγκέντρωση λανδιολόλης στο αίμα κατά περίπου 20% και να προκαλέσει παράταση του νευρομυϊκού αποκλεισμού.ΣύστασηΗ χορήγηση της λανδιολόλης πρέπει να τιτλοποιείται με προσοχή.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)παρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν την υποτασική δράση των β-αποκλειστών.
-
ΦλοκταφενίνηπροσοχήΣύστασηΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, βαρβιτουρικά, φαινοθειαζίνες, αντιυπερτασικοί παράγοντες, αμισουλπρίδη, γαγγλιονικοί αποκλειστέςπροσοχήΜπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση.ΣύστασηΗ χορήγηση της λανδιολόλης θα πρέπει να προσαρμόζεται προσεκτικά για την αποφυγή απροσδόκητης υπότασης. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χρήση αμισουλπρίδης.
-
Συμπαθομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν β-αδρενεργική αγωνιστική δράσηπροσοχήΗ επίδραση της λανδιολόλης μπορεί να μειωθεί.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης του κάθε παράγοντα ή χρήση εναλλακτικών θεραπευτικών παραγόντων.
-
Παράγοντες που μειώνουν τα επίπεδα κατεχολαμινών ή συμπαθολυτικοί παράγοντες (π.χ. ρεζερπίνη, κλονιδίνη, δεξμεδετομιδίνη)προσοχήΜπορεί να έχουν αθροιστική επίδραση. Η ταυτόχρονη χρήση κλονιδίνης και β-αποκλειστών αυξάνει τον κίνδυνο επανεμφάνισης της υπέρτασης.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με αυτούς τους παράγοντες πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις υπότασης ή έκδηλης βραδυκαρδίας.
-
παρακολούθησηΜείωση κατά 50% στα επίπεδα της λανδιολόλης στο πλάσμα σε συνδυασμό με μείωση της αρτηριακής πίεσης και αύξηση του χρόνου παραμονής της λανδιολόλης στην κυκλοφορία. Οι τιμές του καρδιακού ρυθμού δεν μεταβλήθηκαν.
-
Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν αναφυλακτικές αντιδράσειςπροσοχήΟι αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να είναι πιο σοβαρές. Οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκριθούν στη θεραπεία με κανονική δόση επινεφρίνης.ΣύστασηΗ ενδοφλέβια ένεση γλυκαγόνης είναι αποτελεσματική.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Μεσοθωρακίτιδα
- Θρομβοπενία
- Υπονατριαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Κεφαλαλγία
- Εγκεφαλικό έμφρακτο
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Επιληπτικές κρίσεις
- Βραδυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Καρδιακή ανακοπή
- Ταχυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Αποκλεισμός δεξιού σκέλους
- Υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Αυξημένη πνευμονική αρτηριακή πίεση
- Φλεβοκομβική παύση
- Σύνδρομο χαμηλής καρδιακής παροχής
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Καταπληξία
- Εξάψεις
- Μειωμένη αρτηριακή πίεση
- Πνευμονικό οίδημα
- Άσθμα
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- Αναπνευστικές διαταραχές
- Βρογχόσπασμος
- Δύσπνοια
- Υποξία
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Στοματικές εκκρίσεις
- Δύσοσμη αναπνοή
- Ηπατικές διαταραχές
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ερύθημα
- Κρύος ιδρώτας
- Μυϊκοί σπασμοί
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Ολιγουρία
- Πυρεξία
- Ρίγος
- Θωρακική δυσφορία
- Άλγος στη θέση εφαρμογής
- Αντίδραση στη θέση έγχυσης
- Άλγος στη θέση χορήγησης
- Αίσθημα πίεσης
- Αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT/GPT) μη φυσιολογική
- Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST /GOT) μη φυσιολογική
- Τρανσφεράση αυξημένη
- Αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων μη φυσιολογικός
- Αιμοσφαιρίνη μη φυσιολογική
- Αιματοκρίτης μη φυσιολογικός
- Αριθμός αιμοπεταλίων μη φυσιολογικός
- Γαλακτική αφυδρογονάση αίματος μη φυσιολογική
- Ουρία αίματος μη φυσιολογική
- Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος μη φυσιολογική
- Πρωτεΐνη ολική μη φυσιολογική
- Λευκωματίνη αίματος μη φυσιολογική
- Κάλιο αίματος μη φυσιολογικό
- Χοληστερόλη αίματος μη φυσιολογική
- Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων μη φυσιολογικός
- Ηλεκτροκαρδιογραφική πτώση σήματος ST
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα με αναστροφή του κύματος Τ
- Παρατεταμένο σύμπλεγμα QRS στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- PO2 μειωμένη
- Αυξημένη ουρία στα ούρα
- Αριθμός ουδετεροφίλων μη φυσιολογικός
- Αλκαλική φωσφατάση αίματος μη φυσιολογική
- Αλκαλική φωσφατάση λευκοκυττάρων μη φυσιολογική
- Ελεύθερα λιπαρά οξέα μη φυσιολογικά
- Χλώριο αίματος μη φυσιολογικό
- Γλυκόζη στα ούρα
- Τριγλυκερίδια αίματος μη φυσιολογικά
- Πρωτεΐνη ούρων παρούσα
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜειωμένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιματοκρίτης μη φυσιολογικόςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑιμοσφαιρίνη μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT/GPT) μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑριθμός αιμοπεταλίων μη φυσιολογικόςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων μη φυσιολογικόςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑριθμός λευκών αιμοσφαιρίων μη φυσιολογικόςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑσπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST /GOT) μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓαλακτική αφυδρογονάση αίματος μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατικές διαταραχέςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚάλιο αίματος μη φυσιολογικόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚρεατινοφωσφοκινάση αίματος μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΛευκωματίνη αίματος μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυρία αίματος μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεΐνη ολική μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρανσφεράση αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική παύσηΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΧοληστερόλη αίματος μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςPO2 μειωμένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΆλγος στη θέση χορήγησηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
ΣπάνιεςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑλκαλική φωσφατάση αίματος μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑλκαλική φωσφατάση λευκοκυττάρων μη φυσιολογικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑναπνευστικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑναπνευστική δυσχέρειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑποκλεισμός δεξιού σκέλουςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑριθμός ουδετεροφίλων μη φυσιολογικόςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ουρία στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένη πνευμονική αρτηριακή πίεσηΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓλυκόζη στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΔύσοσμη αναπνοήΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλικό έμφρακτοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕλεύθερα λιπαρά οξέα μη φυσιολογικάΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗλεκτροκαρδιογράφημα με αναστροφή του κύματος ΤΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΗλεκτροκαρδιογραφική πτώση σήματος STΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚρύος ιδρώταςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜεσοθωρακίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαρατεταμένο σύμπλεγμα QRS στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΠρωτεΐνη ούρων παρούσαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΣτοματικές εκκρίσειςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο χαμηλής καρδιακής παροχήςΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΤριγλυκερίδια αίματος μη φυσιολογικάΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερκοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥποξίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΧλώριο αίματος μη φυσιολογικόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΆλγος στη θέση εφαρμογήςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα πίεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑντίδραση στη θέση έγχυσηςΓενικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΕίναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της λανδιολόλης κατά τη διάρκεια της κύησης.Τα δεδομένα αναφορικά με τη χρήση λανδιολόλης σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα. Η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο έμβρυο και το νεογνό (ιδιαίτερα υπογλυκαιμία, υπόταση και βραδυκαρδία) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στα όψιμα στάδια της κύησης. Εάν η θεραπεία με λανδιολόλη θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να παρακολουθείται η μητροπλακουντιακή αιματική ροή και η ανάπτυξη του εμβρύου. Το νεογέννητο πρέπει να παρακολουθείται στενά.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με λανδιολόλη.Δεν είναι γνωστό εάν η λανδιολόλη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της λανδιολόλης στο γάλα. Ο κίνδυνος στο θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν φάνηκε να μεταβάλλει τη γονιμότητα.Σε μελέτες σε ζώα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Σοβαρής μορφής υπόταση
- Σοβαρής μορφής βραδυκαρδία
- ΚΚ αποκλεισμός
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Καρδιογενής καταπληξία
- Καρδιακή ανακοπή
- Βρογχόσπασμος
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Απώλεια της συνείδησης έως κώμα
- Σπασμοί
- Ναυτία
- Έμετος
- Υπογλυκαιμία
- Υπερκαλιαιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: β-αποκλειστές, εκλεκτικοί, κωδικός ATC: C07ΑΒ14
Μηχανισμός δράσης
Η λανδιολόλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός ανταγωνιστής των β1-αδρενεργικών υποδοχέων (η εκλεκτικότητα για αποκλεισμό των β1-υποδοχέων είναι 255 φορές υψηλότερη από την εκλεκτικότητα για αποκλεισμό των β2-υποδοχέων) που αναστέλλει τις θετικές χρονότροπες δράσεις των κατεχολαμινών, αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης, στην καρδιά, όπου επικρατούν οι β1-υποδοχείς. Η λανδιολόλη, όπως άλλοι β-αποκλειστές, θεωρείται ότι μειώνει τον συμπαθητικό τόνο, με αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού ρυθμού, τη μείωση της αυτόματης πυροδότησης έκτοπων βηματοδοτικών κέντρων, την επιβράδυνση της αγωγής και την αύξηση της ανερέθιστης περιόδου του ΚΚ κόμβου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε κλινικές μελέτες, η λανδιολόλη παρείχε έλεγχο της ταχυκαρδίας με εξαιρετικά βραχεία διάρκεια, ταχεία έναρξη και λήση δράσης, και φάνηκε, επιπλέον, ότι ασκεί αντιισχαιμική και καρδιοπροστατευτική δράση.
Κλινική αποτελεσματικότητα Με βάση δεδομένα από 21 δημοσιευμένες κλινικές μελέτες, 1.369 ασθενείς με περιεγχειρητικές ή παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυαρρυθμίες (SVT) έλαβαν θεραπεία με λανδιολόλη. Το τελικό σημείο αποτελεσματικότητας καθορίστηκε ως η μείωση του καρδιακού ρυθμού και/ή η ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό για την αντιμετώπιση της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας ή των υπερκοιλιακών ταχυαρρυθμιών (SVTs). Για την πρόληψη της περιεγχειρητικής κολπικής μαρμαρυγής και για την αντιμετώπιση ή την πρόληψη ανεπιθύμητων αιμοδυναμικών και άλλων αποκρίσεων σε συγκεκριμένα ερεθίσματα που σχετίζονται με επεμβατικές διαδικασίες, 3.039 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη. Ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης ήταν οι κύριες παράμετροι αποτελεσματικότητας σε αυτές τις μελέτες. Παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του καρδιακού ρυθμού ή πρόληψη των απότομων αυξήσεων του καρδιακού ρυθμού στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Λανδιολόλη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία ή πρόληψη των υπερκοιλιακών ταχυαρρυθμιών. Βλέπε (βλ. Δοσολογία) για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση. Τα δεδομένα σχετικά με τη θεραπεία των υπερκοιλιακών ταχυαρρυθμιών με λανδιολόλη στα παιδιά είναι περιορισμένα και βασίζονται στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία. Μια συνεχής έγχυση 4 μικρογραμμαρίων/kg σωματικού βάρους/λεπτό λανδιολόλης μείωσε τον καρδιακό ρυθμό και επανέφερε τον φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό σε ένα βρέφος 3 μηνών με μετεγχειρητική κομβική έκτοπη ταχυκαρδία (JET). Τέσσερις ασθενείς ηλικίας 14 ημερών έως 2 ετών που ανέπτυξαν περιεγχειρητική JET υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη. Σε όλους τους ασθενείς, η χορήγηση λανδιολόλης στο δοσολογικό εύρος των 1,0 έως 10,0 μικρογραμμαρίων/kg σωματικού βάρους/λεπτό επέφερε επιτυχή έλεγχο του ρυθμού. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητα συμβάντα όπως βραδυκαρδία, υπόταση ή υπογλυκαιμία. Σε μια αναδρομική ανάλυση, 12 ασθενείς ηλικίας 4 ημερών έως 9 ετών που διαγνώστηκαν με μετεγχειρητικές ταχυαρρυθμίες υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη (η μέση δόση συντήρησης ήταν 6,8 ± 0,9 μικρογραμμάρια/kg σωματικού βάρους/λεπτό) για τη μείωση του καρδιακού ρυθμού ή την ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό. Οι ταχυαρρυθμίες ανατάχθηκαν σε φλεβοκομβικό ρυθμό στο 70,0% των περιπτώσεων και ο μέσος χρόνος που απαιτήθηκε για την επίτευξη μείωσης του καρδιακού ρυθμού ήταν 2,3 ± 0,5 ώρες. Βραδυκαρδία παρατηρήθηκε σε έναν ασθενή που υποβλήθηκε σε θεραπεία με λανδιολόλη στη δόση των 10 μικρογραμμαρίων/kg σωματικού βάρους/λεπτό.
Όταν χορηγήθηκε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση, συγκέντρωση της λανδιολόλης στο αίμα σε σταθερή κατάσταση επετεύχθη περίπου 15 λεπτά μετά την έναρξη της χορήγησης. Σταθερή κατάσταση μπορεί επίσης να επιτευχθεί ταχύτερα (έως 2 - 5 λεπτά) με σχήματα που χρησιμοποιούν υψηλότερη δόση φόρτισης χορηγούμενη για 1 λεπτό ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση σε χαμηλότερη δοσολογία.
Απορρόφηση
Σε υγιείς εθελοντές, η μέση μέγιστη συγκέντρωση της λανδιολόλης στο πλάσμα ήταν 0,294 μικρογραμμάρια/ml μετά από εφάπαξ ταχεία (bolus) ενδοφλέβια χορήγηση 100 μικρογραμμαρίων/kg λανδιολόλης. Τα αντίστοιχα επίπεδα στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση μετά από 2ωρη έγχυση 10, 20 και 40 μικρογραμμαρίων/kg/λεπτό ήταν 0,2, 0,4 και 0,8 μικρογραμμάρια/ml, αντίστοιχα. Σε μια μελέτη που περιλάμβανε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή κολπικό πτερυγισμό, μια ομάδα έλαβε δόσεις 40 μικρογραμμαρίων/kg/λεπτό για έως και 190 λεπτά χωρίς κλιμάκωση της δόσης, καταλήγοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που κυμάνθηκαν από 0,52 έως 1,77 μικρογραμμάρια/ml. Στην ομάδα μελέτης που έλαβε δόσεις που κλιμακώθηκαν στα 80 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό για 14 έως 174 λεπτά, παρατηρήθηκαν μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που κυμάνθηκαν από 1,51 έως 3,33 μικρογραμμάρια/ml. Λόγω των μοριακών χαρακτηριστικών της λανδιολόλης (χαμηλό μοριακό βάρος περίπου 0,5 kDa και χαμηλή ικανότητα δέσμευσης με τις πρωτεΐνες), δεν προβλέπεται σημαντική επαναρρόφηση με ενεργητική μεταφορά μέσω των μεταφορέων πρόσληψης OAT1, OAT3 ή OCT2 στους νεφρούς.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της λανδιολόλης ήταν 0,3 l/kg - 0,4 l/kg μετά από εφάπαξ ταχεία (bolus) ενδοφλέβια χορήγηση 100 - 300 μικρογραμμαρίων/kg ή σε σταθερή κατάσταση κατά τη διάρκεια της έγχυσης 20 - 80 μικρογραμμαρίων/ kg/λεπτό λανδιολόλης. Η σύνδεση της λανδιολόλης με τις πρωτεΐνες είναι χαμηλή (<10%) και δοσοεξαρτώμενη.
Βιομετασχηματισμός
Η λανδιολόλη μεταβολίζεται μέσω υδρόλυσης του εστερικού τμήματος. In vitro και in vivo δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λανδιολόλη μεταβολίζεται κυρίως στο πλάσμα από ψευδοχολινεστεράσες και καρβοξυλεστεράσες. Η υδρόλυση απελευθερώνει κετάλη (το αλκοολικό συστατικό) η οποία διασπάται περαιτέρω για να αποδώσει γλυκερόλη και ακετόνη, και το συστατικό καρβοξυλικό οξύ (μεταβολίτης M1), το οποίο υφίσταται ακολούθως βήτα-οξείδωση για τον σχηματισμό του μεταβολίτη M2 (ένα υποκατεστημένο βενζοϊκό οξύ). Ο αποκλεισμός των β1-αδρενεργικών υποδοχέων από τους μεταβολίτες της λανδιολόλης M1 και M2 είναι 1/200 ή λιγότερο από τη μητρική ένωση γεγονός που δείχνει αμελητέα επίδραση στη φαρμακοδυναμική λαμβάνοντας υπόψη τη μέγιστη συνιστώμενη δόση λανδιολόλης και τη διάρκεια έγχυσης. Ούτε η λανδιολόλη ούτε οι μεταβολίτες M1 και M2 έδειξαν ανασταλτική δράση στη μεταβολική δραστηριότητα διαφορετικών μοριακών ισομορφών του κυτοχρώματος P450 (CYP1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4) in vitro. Το περιεχόμενο του κυτοχρώματος P450 δεν επηρεάστηκε σε επίμυες μετά από επαναλαμβανόμενη ενδοφλέβια χορήγηση λανδιολόλης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πιθανή επίδραση της λανδιολόλης ή των μεταβολιτών της στην επαγωγή του CYP P450 ή χρονοεξαρτώμενη αναστολή.
Αποβολή
Στον άνθρωπο, η κύρια οδός απέκκρισης της λανδιολόλης είναι τα ούρα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 75% της χορηγούμενης δόσης (54,4% ως μεταβολίτης M1 και 11,5% ως μεταβολίτης M2) απεκκρίνεται εντός 4 ωρών. Η βασική οδός απέκκρισης/αποβολής της λανδιολόλης είναι μέσω των ούρων με ρυθμό απέκκρισης στα ούρα για τη λανδιολόλη και τους κύριους μεταβολίτες της M1 και M2 >99% εντός 24 ωρών. Η ολική σωματική κάθαρση της λανδιολόλης ήταν 66,1 ml/kg/min μετά από εφάπαξ ταχεία (bolus) ενδοφλέβια χορήγηση 100 μικρογραμμαρίων/kg λανδιολόλης, και 57 ml/kg/min σε σταθερή κατάσταση μετά από συνεχή έγχυση 40 μικρογραμμαρίων/kg/min λανδιολόλης για 20 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λανδιολόλης ήταν 3,2 λεπτά μετά από εφάπαξ ταχεία (bolus) ενδοφλέβια χορήγηση 100 μικρογραμμαρίων/kg λανδιολόλης, και 4,52 λεπτά μετά από συνεχή έγχυση 40 μικρογραμμαρίων/kg/min λανδιολόλης για 20 ώρες.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η λανδιολόλη παρουσίασε γραμμική σχέση φαρμακοκινητικής - φαρμακοδυναμικής (συγκέντρωσης-επίδρασης) σε όλο το φάσμα των συνιστώμενων δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία Η επίδραση της ηπατικής λειτουργίας στη φαρμακοκινητική της λανδιολόλης διερευνήθηκε σε έξι ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (5 ασθενείς με σταδίου Α κατά Child-Pugh, ένας ασθενής με σταδίου Β κατά Child-Pugh, μέσα επίπεδα χολινεστεράσης στο πλάσμα -62%) και έξι υγιείς εθελοντές. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μείωση στον όγκο κατανομής της λανδιολόλης και αύξηση των επιπέδων λανδιολόλης στο πλάσμα κατά 40%. Ο χρόνος ημίσειας ζωής και η αποβολή του φαρμάκου δεν διαφέρουν από τους υγιείς ενήλικες.
Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει αξιολογηθεί. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της λανδιολόλης μελετήθηκαν σε ασθενείς (n=7) με σηπτική καταπληξία που υποβάλλονταν σε θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης. Η συμβολή της κάθαρσης από την αιμοδιάλυση στην ολική κάθαρση της λανδιολόλης ήταν περίπου 2% και θεωρήθηκε αμελητέα. Για τον μεταβολίτη Μ1 της λανδιολόλης, η συμβολή της κάθαρσης από την αιμοδιάλυση στην ολική κάθαρση ήταν περίπου 30%. Στη περίοδο μελέτης διάρκειας 8 ωρών, δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση της λανδιολόλης και του μεταβολίτη της Μ1. Τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης υποδεικνύουν ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση λανδιολόλης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης.
Καυκάσιος και Ασιατικός πληθυσμός Δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της λανδιολόλης μεταξύ Καυκασίων και Ιαπώνων.
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λανδιολόλη έχει πολύ σύντομη διάρκεια δράσης και ταχεία έναρξη και λήξη δράσης. Είναι καρδιο-εκλεκτικό φάρμακο που παράγει αρνητική χρονοτρόπο επίδραση με ασθενέστερες αρνητικές ινότροπες επιδράσεις και λιγότερες υποτασικές επιδράσεις σε σύγκριση με άλλους β-αναστολείς. Λόγω της εκλεκτικότητάς της προς τους βήτα-1 αδρενεργικούς υποδοχείς έναντι των βήτα-2- ή βήτα-3 αδρενεργικών υποδοχέων, η λανδιολόλη μειώνει τον καρδιακό ρυθμό χωρίς να προκαλεί βαθιά μείωση της μέσης αρτηριακής πίεσης. Σε προκλινικές και κλινικές μελέτες, η λανδιολόλη έλεγξε την ταχυκαρδία με υπερβραχεία δράση, με γρήγορη έναρξη και λήξη δράσης, ενώ επιπλέον επέδειξε αντι-ισχαιμικές και καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες. Η λανδιολόλη δεν παρουσιάζει καμία δράση σταθεροποίησης της μεμβράνης ή ενδογενή συμπαθομιμητική δράση στην εγκεκριμένη συνιστώμενη δόση in vitro.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι βήτα (β)-1 αδρενεργικοί υποδοχείς βρίσκονται κυρίως στο μυοκάρδιο, όπου προσδένονται οι ενδογενείς κατεχολαμίνες, η επινεφρίνη και η νορεπινεφρίνη. Αυτοί οι υποδοχείς ενεργοποιούν ενδοκυτταρικά μόρια και μονοπάτια σηματοδότησης, όπως η διεγερτική G πρωτεΐνη (Gs) και η κυκλική AMP. Η λανδιολόλη είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των βήτα-1 αδρενεργικών υποδοχέων που αναστέλλει τις θετικές χρονοτρόπες επιδράσεις των κατεχολαμινών. Η λανδιολόλη μειώνει την συμπαθητική διέγερση, με αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού ρυθμού, τη μείωση της αυτόματης εκφόρτισης των έκτοπων βηματοδοτών, ενώ επιβραδύνει την αγωγή και αυξάνει την περίοδο επαναφοράς του κολποκοιλιακού κόμβου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Σε υγιείς εθελοντές, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) στη δόση 9,3 mcg/kg/min, 18,6 mcg/kg/min και 37,3 mcg/kg/min ήταν 0,2 mcg/mL, 0,5 mcg/mL και 1,0 mcg/mL, αντίστοιχα. Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή κολπικό πτερυγισμό, η Cmax κυμάνθηκε από 0,52 έως 1,77 mcg/mL στη δόση 37,3 mcg/kg/min.
Η λανδιολόλη έφτασε σε σταθερές τιμές περίπου 15 λεπτά μετά την έναρξη της έγχυσης.
Η κύρια οδός απέκκρισης της λανδιολόλης είναι η νεφρική απέκκριση. Περίπου 50 έως 75% της χορηγούμενης δόσης λανδιολόλης (περίπου το ήμισυ ως μεταβολίτης Μ1, και 8% ως μητρική ουσία) ανακτήθηκε στα ούρα σε τέσσερις ώρες και 89 έως 99% σε 24 ώρες μετά από ενδοφλέβια έγχυση 60 λεπτών.
Ο σταθερός όγκος κατανομής της λανδιολόλης είναι 0,4 L/kg.
Η συνολική κάθαρση του σώματος της λανδιολόλης είναι 57 mL/kg/min μετά από συνεχή έγχυση λανδιολόλης 37,3 mcg/kg/min για 20 ώρες.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της λανδιολόλης με πρωτεΐνες είναι μικρότερη από 10% και εξαρτάται από τη δόση.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λανδιολόλη μεταβολίζεται κυρίως από ψευδο-χολινεστεράσες και καρβοξυεστεράσες στο πλάσμα. Η εστερική ομάδα της λανδιολόλης υδρολύεται για να απελευθερώσει μια κεταλική ένωση: αυτή η αλκοολική συνιστώσα διασπάται περαιτέρω για να δώσει γλυκερόλη και ακετόνη, και η καρβοξυλική όξινη συνιστώσα (μεταβολίτης Μ1), η οποία στη συνέχεια υφίσταται βήτα-οξείδωση για να σχηματίσει τον μεταβολίτη Μ2 (μια υποκατεστημένη βενζοϊκό οξύ). Η φαρμακολογική δραστικότητα των Μ1 και Μ2 είναι αμελητέα, με τον Μ1 να έχει λιγότερο από 1/40 της φαρμακολογικής δραστικότητας της λανδιολόλης. Η AUC0-inf του Μ1 είναι περίπου 12 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της λανδιολόλης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λανδιολόλης ήταν 3,2 λεπτά μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση λανδιολόλης 100 mcg/kg, και 4,52 λεπτά μετά από συνεχή έγχυση λανδιολόλης 40 mcg/kg/min για 20 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις των βήτα-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι βήτα-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγους, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη των καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού δράσης, την διεγερσιμότητα ή την επαναφορά του, ή την αγωγή ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αναστολή διαύλων νατρίου, βήτα-αδρενεργική αναστολή, παράταση επαναπόλωσης ή αναστολή διαύλων ασβεστίου.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
62NWQ924LH
LANDIOLOL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Βήτα-Αναστολέας
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Βήτα1-Αδρενεργικών Υποδοχέων
Η λανδιολόλη είναι Βήτα-Αναστολέας. Ο μηχανισμός δράσης της λανδιολόλης είναι ως Ανταγωνιστής Βήτα1-Αδρενεργικών Υποδοχέων.
LANDIOLOL
Ανταγωνιστές Βήτα1-Αδρενεργικών Υποδοχέων [MoA]; Βήτα-Αναστολέας [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις των βήτα-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι βήτα-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγους, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη των καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού δράσης, την διεγερσιμότητα ή την επαναφορά του, ή την αγωγή ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αναστολή διαύλων νατρίου, βήτα-αδρενεργική αναστολή, παράταση επαναπόλωσης ή αναστολή διαύλων ασβεστίου.