OXYBUTYNIN
Οξυβουτυνίνη
Από το στόμα: Aκράτεια ούρων, νυκτερινή ενούρηση σε παιδιά >5 ετών λόγω «ανωριμότητας» της κύστεως. Nευρογενής κύστη. Διαδερμικώς: Ακράτεια ούρων και/ή αυξηµένη συχνουρία και έπειξη για ούρηση σε ασθενείς µε ασταθή ουροδόχο κύστη.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LYRINEL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 5 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Μετά από τουλάχιστον μία εβδομάδα με 5 mg την ημέρα, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
-
ΕνήλικεςΔόση5 mg μία φορά την ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
-
Παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετώνΔόσηΑρχική δόση 5 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση15 mg μία φορά την ημέραΑυξάνεται κατά 5 mg μέχρι τη μέγιστη δόση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
block
SPC-LYRINEL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή αβαθής πρόσθιος θάλαμος
-
Μυασθένεια gravis
-
Κατακράτηση ούρων
-
Βλάβη με γαστρεντερική απόφραξη, παραλυτικός ειλεός ή εντερική ατονία
-
Σοβαρή ελκώδης κολίτιδα
-
Τοξικό μεγάκολο
-
Συχνουρία και νυκτουρία εξαιτίας καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας
-
Πορφυρία
warning
SPC-LYRINEL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αντιχολινεργικές δράσεις στο ΚΝΣΣυνιστάται παρακολούθηση ειδικά κατά τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης. Η διακοπή της θεραπείας ή η μείωση της δόσης πρέπει να ληφθούν υπόψη εάν εμφανιστούν αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ.
-
ΑγγειοοίδημαΕάν υπάρξει εμπλοκή της γλώσσας, του υποφάρυγγα, ή του λάρυγγα, η οξυβουτυνίνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία και/ή τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν ανοικτοί οι αεραγωγοί.
-
Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαχορηγείται με προσοχή
-
Κλινικά σημαντική απόφραξη εκροής της ουροδόχου κύστηςχορηγείται με προσοχή
-
Αυτόνομη νευροπάθειαχορηγείται με προσοχή
-
Νόσο του Parkinsonχορηγείται με προσοχή
-
Διαταραχές του γαστρεντερικούχρησιμοποιούνται με προσοχή
-
Κήλη οισοφαγικού τρήματος/γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο και/ή λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (όπως διφωσφονικά)χρησιμοποιούνται με προσοχή
-
Προϋπάρχουσα άνοιαχρησιμοποιούνται με προσοχή
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠροσοχή απαιτείταιΠληθυσμόςΑδύναμοι ηλικιωμένοι ασθενείς
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςχρησιμοποιούνται με προσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς
-
Ουρολοίμωξηπρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία
-
Επιδείνωση της ταχυκαρδίας, νοητικών διαταραχών και συμπτωμάτων υπερτροφίας του προστάτημπορεί να επιδεινώσει
-
Πυρετός ή κατά την περίοδο υψηλών κλιματολογικών θερμοκρασιώνμπορεί να προκαλέσει κατάπτωση από την υψηλή θερμοκρασία ή θερμοπληξία λόγω της μειωμένης εφίδρωσης.
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
-
Μείωση των εκκρίσεων του σιελογόνου αδέναμπορεί να προκαλέσουν τερηδόνα, περιοδοντίτιδα ή καντιντίαση του στόματος.
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίαςη οπτική οξύτητα και η ενδοφθάλμια πίεση πρέπει να ελέγχονται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να απευθύνονται άμεσα σε έναν γιατρό αμέσως, εάν παρουσιάσουν αιφνίδια απώλεια της οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικό άλγος.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςδεν συνιστάταιΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών
-
Μονοσυμπτωματική νυκτερινή ενούρησηΠεριορισμένα στοιχείαΠληθυσμόςΠαιδιά
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςμε προσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών
swap_horiz
SPC-LYRINEL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλα αντιχολινεργικά ή φαρμακευτικά προϊόντα με αντιχολινεργική δράση (αμανταδίνη, αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά, αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά, κινιδίνη, δακτυλίτιδα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ατροπίνη, συγγενείς ενώσεις)παρακολούθησηΑύξηση της αντιχολινεργικής δράσης της οξυβουτυνίνης.
-
παρακολούθησηΑνταγωνισμός των γαστρεντερικών προκινητικών δράσεων.
-
υπογλώσσια νιτρώδηπαρακολούθησηΜειωμένη θεραπευτική δράση λόγω ξηρότητας του στόματος.
-
προσοχήΑναστολή μεταβολισμού της οξυβουτυνίνης, αύξηση έκθεσης σε οξυβουτυνίνη. Η κλινική συσχέτιση δεν είναι γνωστή.
-
αναστολείς χολινεστεράσηςπαρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα του αναστολέα χολινεστεράσης.
-
αλκοόλπαρακολούθησηΑύξηση της υπνηλίας που προκαλείται από αντιχολινεργικούς παράγοντες.
sick
SPC-LYRINEL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουρολοίμωξη
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Ανορεξία
- Κατακράτηση υγρών
- Μειωμένη όρεξη
- Αϋπνία
- Ψευδαισθήσεις
- Συγχυτική κατάσταση
- Διέγερση
- Επηρεασμένη μνήμη
- Άγχος
- Εφιάλτες
- Ψυχωσική διαταραχή
- Παράνοια
- Συμπτώματα κατάθλιψης
- Εξάρτηση (σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή ουσιών)
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Σπασμοί
- Νοητικές διαταραχές
- Θαμπή όραση
- Ξηροφθαλμία
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Μυδρίαση
- Οφθαλμική υπέρταση
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Βήχας
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Ξηρότητα του φάρυγγα
- Δυσφωνία
- Ρινική συμφόρηση
- Ερεθισμός του λαιμού
- Ξηροστομία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Δυσφαγία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Συχνές κενώσεις
- Έμετος
- Ψευδο-απόφραξη σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι ή ασθενείς με δυσκοιλιότητα και υπό θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου)
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Μειωμένη εφίδρωση
- Δυσουρία
- Δυσκολία στην ούρηση
- Κατακράτηση ούρων
- Υπολειπόμενα ούρα
- Ανικανότητα
- Κόπωση
- Θωρακική δυσφορία
- Ξηρότητα βλεννογόνου
- Δίψα
- Υπολειπόμενος όγκος ούρων
- Πτώση
- Θερμοπληξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξη
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησία
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδραση
-
Μη γνωστέςΑνορεξία
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση υγρών
-
Μη γνωστέςΜειωμένη όρεξη
-
ΣυχνέςΑϋπνία
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσεις
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάσταση
-
Όχι συχνέςΔιέγερση
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμη
-
Όχι συχνέςΆγχος
-
Όχι συχνέςΕφιάλτες
-
ΣπάνιεςΨυχωσική διαταραχή
-
ΣπάνιεςΠαράνοια
-
ΣπάνιεςΣυμπτώματα κατάθλιψης
-
ΣπάνιεςΕξάρτηση (σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή ουσιών)
-
ΣυχνέςΥπνηλία
-
ΣυχνέςΖάλη
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγία
-
Όχι συχνέςΔυσγευσία
-
ΣπάνιεςΣπασμοί
-
Μη γνωστέςΝοητικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘαμπή όραση
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμία
-
ΣπάνιεςΓλαύκωμα κλειστής γωνίας
-
ΣπάνιεςΜυδρίαση
-
ΣπάνιεςΟφθαλμική υπέρταση
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμών
-
Όχι συχνέςΑρρυθμία
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδία
-
Όχι συχνέςΥπέρταση
-
Όχι συχνέςΈξαψη
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγος
-
ΣυχνέςΒήχας
-
ΣυχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνου
-
ΣυχνέςΞηρότητα του φάρυγγα
-
Όχι συχνέςΔυσφωνία
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρηση
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμού
-
Πολύ συχνέςΞηροστομία
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγος
-
ΣυχνέςΔυσπεψία
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότητα
-
ΣυχνέςΔιάρροια
-
ΣυχνέςΝαυτία
-
ΣυχνέςΜετεωρισμός
-
Όχι συχνέςΔυσφαγία
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορία
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσεις
-
Όχι συχνέςΈμετος
-
ΣπάνιεςΨευδο-απόφραξη σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι ή ασθενείς με δυσκοιλιότητα και υπό θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου)
-
ΣυχνέςΞηροδερμία
-
ΣυχνέςΚνησμός
-
Όχι συχνέςΚνίδωση
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημα
-
ΣπάνιεςΜειωμένη εφίδρωση
-
Όχι συχνέςΔυσουρία
-
Όχι συχνέςΔυσκολία στην ούρηση
-
ΣπάνιεςΚατακράτηση ούρων
-
ΣπάνιεςΥπολειπόμενα ούρα
-
Μη γνωστέςΑνικανότητα
-
ΣυχνέςΚόπωση
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορία
-
Όχι συχνέςΞηρότητα βλεννογόνου
-
Όχι συχνέςΔίψα
-
ΣυχνέςΥπολειπόμενος όγκος ούρων
-
ΣπάνιεςΠτώση
-
Μη γνωστέςΘερμοπληξία
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-LYRINEL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της οξυβουτυνίνης στις έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν μικρή αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΌταν η οξυβουτυνίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού, μία μικρή ποσότητα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η επίδραση στα νεογέννητα/βρέφη δεν είναι γνωστή.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜελέτες αναπαραγωγής με από στόματος χορηγούμενη οξυβουτυνίνη σε ποντίκια, αρουραίους, χάμστερ και κουνέλια δεν αποκάλυψαν ενδείξεις μειωμένης γονιμότητας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LYRINEL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: σπασμολυτικά ουροποιητικού, Κωδικός ATC: G04B D04. ### Μηχανισμός δράσης Η οξυβουτυνίνη δρα ως συναγωνιστικός ανταγωνιστής της ακετυλοχολίνης στους μετα-γαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς, έχοντας σαν αποτέλεσμα την χάλαση…
biotech
SPC-LYRINEL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης Lyrinel, οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα αυξάνονται μέσα σε 4 με 6 ώρες. Εν συνεχεία, οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές για μέγιστο διάστημα 24 ωρών και έτσι μειώνονται οι διακυμάνσεις ανάμεσα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LYRINEL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Το Lyrinel μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ενήλικες
- Αρχική δόση: η συνιστώμενη αρχική δόση είναι ένα δισκίο των 5 mg μία φορά την ημέρα.
- Δόση συντήρησης/προσαρμογή δόσης: προκειμένου να επιτευχθεί δόση συντήρησης με την καλύτερη αναλογία αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας, μετά από διάστημα τουλάχιστον μίας εβδομάδας με 5 mg την ημέρα, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
- Μέγιστη δόση: σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται υψηλότερη δόση, η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg.
- Μεταγωγή από οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης: Οι ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης, πρέπει να αξιολογούνται κλινικώς για την επιλογή της κατάλληλης δόσης Lyrinel. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται με γνώμονα την επιλογή της ελάχιστης δυνατής δόσης που μπορεί να επιτύχει την καλύτερη αναλογία αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα χορηγούμενη δόση του φαρμάκου άμεσης αποδέσμευσης.
- Παράλειψη δόσης: Σε περίπτωση παράλειψης μίας δόσης, ο ασθενής πρέπει να περιμένει και να λάβει την επόμενη δόση την προγραμματισμένη ώρα.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών
- Αρχική δόση των 5 mg μία φορά την ημέρα που αυξάνεται κατά 5 mg μέχρι τη μέγιστη δόση των 15 mg μία φορά την ημέρα.
Το Lyrinel δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλέπε παραγράφους 5.1 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης
Το Lyrinel πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο με τη βοήθεια υγρών και δεν πρέπει να μασιέται, να τεμαχίζεται ή να θρυμματίζεται επειδή το δισκίο είναι σχεδιασμένο ώστε να παρέχει παρατεταμένη αποδέσμευση.
Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η μεμβράνη των δισκίων μπορεί να διέλθει από την γαστρεντερική οδό παραμένοντας αμετάβλητη. Αυτό δεν επηρεάζει το βαθμό αποτελεσματικότητας του προϊόντος.
block
Αντενδείξεις
SPC-LYRINEL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή αβαθής πρόσθιος θάλαμος
- Μυασθένεια gravis
- Κατακράτηση ούρων
- Βλάβη με γαστρεντερική απόφραξη, παραλυτικός ειλεός ή εντερική ατονία
- Σοβαρή ελκώδης κολίτιδα
- Τοξικό μεγάκολο
- Συχνουρία και νυκτουρία εξαιτίας καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας
- Πορφυρία
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LYRINEL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η οξυβουτυνίνη συνδέεται με τις αντιχολινεργικές δράσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (βλέπε παράγραφο 4.8). Έχουν αναφερθεί αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ (όπως ψευδαισθήσεις, διέγερση, σύγχυση, υπνηλία). Συνιστάται παρακολούθηση ειδικά κατά τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης. Η διακοπή της θεραπείας ή η μείωση της δόσης πρέπει να ληφθούν υπόψη εάν εμφανιστούν αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ.
Έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα προσώπου, χειλιών, γλώσσας και/ή λάρυγγα με οξυβουτυνίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις το αγγειοοίδημα εμφανίστηκε μετά από την πρώτη δόση. Το αγγειοοίδημα που σχετίζεται με οίδημα των ανώτερων αεραγωγών μπορεί ενδεχομένως να αποβεί απειλητικό για τη ζωή. Εάν υπάρξει εμπλοκή της γλώσσας, του υποφάρυγγα, ή του λάρυγγα, η οξυβουτυνίνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία και/ή τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν ανοικτοί οι αεραγωγοί.
Η οξυβουτυνίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με τις παρακάτω καταστάσεις:
- ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία
- κλινικά σημαντική απόφραξη εκροής της ουροδόχου κύστης δεδομένου ότι τα αντιχολινεργικά φάρμακα μπορεί να επιδεινώσουν την εκροή της ουροδόχου κύστης και να προκαλέσουν κατακράτηση (βλέπε παράγραφο 4.3)
- αυτόνομη νευροπάθεια
- νόσο του Parkinson
- Διαταραχές του γαστρεντερικού: Αντιχολινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να μειώσουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχές, ατονία του εντέρου και ελκώδη κολίτιδα. (βλέπε παράγραφο 4.3)
- Τα αντιχολινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν κήλη οισοφαγικού τρήματος/γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο και/ή σε αυτούς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (όπως διφωσφονικά) τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν την οισοφαγίτιδα.
- προϋπάρχουσα άνοια η οποία αντιμετωπίζεται με θεραπεία με αναστολείς χολινεστεράσης λόγω του κινδύνου επιδείνωσης των συμπτωμάτων.
Προσοχή απαιτείται στη χορήγηση της οξυβουτυνίνης σε αδύναμους ηλικιωμένους ασθενείς οι οποίοι μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις δράσεις της οξυβουτυνίνης. Τα αντιχολινεργικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς λόγω του κινδύνου εμφάνισης νοητικής διαταραχής.
Εάν είναι παρούσα ουρολοίμωξη, πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία.
Η οξυβουτυνίνη μπορεί να επιδεινώσει την ταχυκαρδία (και επομένως τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού, της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, των καρδιακών αρρυθμιών, της στεφανιαίας καρδιακής νόσου, της υπέρτασης), τις νοητικές διαταραχές και τα συμπτώματα υπερτροφίας του προστάτη.
Όταν η οξυβουτυνίνη χορηγείται σε ασθενείς με πυρετό ή κατά την περίοδο υψηλών κλιματολογικών θερμοκρασιών μπορεί να προκαλέσει κατάπτωση από την υψηλή θερμοκρασία ή θερμοπληξία λόγω της μειωμένης εφίδρωσης.
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Η οξυβουτυνίνη μπορεί να μειώσει τις εκκρίσεις του σιελογόνου αδένα οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν τερηδόνα, περιοδοντίτιδα ή καντιντίαση του στόματος.
Επειδή η οξυβουτυνίνη μπορεί να προκαλέσει γλαύκωμα κλειστής γωνίας, η οπτική οξύτητα και η ενδοφθάλμια πίεση πρέπει να ελέγχονται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να απευθύνονται άμεσα σε έναν γιατρό αμέσως, εάν παρουσιάσουν αιφνίδια απώλεια της οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικό άλγος.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η υδροχλωρική οξυβουτυνίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία που υποστηρίζουν τη χρήση της οξυβουτυνίνης σε παιδιά με μονοσυμπτωματική νυκτερινή ενούρηση (μη σχετιζόμενη με υπερλειτουργία εξωστήρα μυός).
Σε παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών, η υδροχλωρική οξυβουτυνίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή καθώς μπορεί να εμφανίσουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις επιδράσεις του προϊόντος, ειδικά σε ανεπιθύμητες ενέργειες του ΚΝΣ και ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LYRINEL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η αντιχολινεργική δράση της οξυβουτυνίνης αυξάνεται με ταυτόχρονη χρήση άλλων αντιχολινεργικών ή φαρμακευτικών προϊόντων με αντιχολινεργική δράση, όπως η αμανταδίνη και άλλα αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. βιπεριδένη, λεβοντόπα), αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά (π.χ. φαινοθιαζίνες, βουτυροφαινόνες, κλοζαπίνη), κινιδίνη, δακτυλίτιδα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ατροπίνη και συγγενείς ενώσεις όπως ατροπινικά αντισπασμωδικά και διπυριδαμόλη.
Οι αντιχολινεργικοί παράγοντες μπορεί δυνητικά να μεταβάλλουν την απορρόφηση μερικών ταυτόχρονα χορηγούμενων φαρμάκων εξαιτίας της αντιχολινεργικής δράσης στη γαστρεντερική κινητικότητα. Επίσης μπορεί να ανταγωνίζονται τις γαστρεντερικές προκινητικές δράσεις της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης.
Τα υπογλώσσια νιτρώδη μπορεί να μην είναι εφικτό να διαλυθούν κάτω από τη γλώσσα, εξαιτίας της ξηρότητας του στόματος, έχοντας σαν αποτέλεσμα μειωμένη θεραπευτική δράση.
Η οξυβουτυνίνη μεταβολίζεται από το ισοένζυμο CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Η ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολέα του CYP3A4 μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό της οξυβουτυνίνης και να αυξήσει την έκθεση σε οξυβουτυνίνη. Οι μέσες συγκεντρώσεις του χλωριδίου της οξυβουτυνίνης ήταν περίπου 2 φορές μεγαλύτερες όταν το Lyrinel χορηγήθηκε με κετοκοναζόλη, έναν ισχυρό αναστολέα CYP3A4. Άλλοι αναστολείς του ενζυμικού κυτοχρωμικού συστήματος P450 3A4, όπως οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες (π.χ. ιτρακοναζόλη και φλουκοναζόλη) ή τα αντιβιοτικά μακρολίδια (π.χ. ερυθρομυκίνη) μπορεί να αυξήσουν την έκθεση σε οξυβουτυνίνη. Η κλινική συσχέτιση μιας τέτοιας πιθανής αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή. Απαιτείται προσοχή όταν συγχορηγούνται τέτοια φάρμακα.
Η ταυτόχρονη χρήση με αναστολείς χολινεστεράσης μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του αναστολέα χολινεστεράσης.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι το αλκοόλ μπορεί να αυξήσει την υπνηλία που προκαλείται από αντιχολινεργικούς παράγοντες όπως η οξυβουτυνίνη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Δεν είναι γνωστό εάν ο βαθμός αλληλεπιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι παρόμοιος με αυτόν των ενηλίκων.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LYRINEL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλεώς
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών σε > 5% των ασθενών ήταν ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, διάρροια, κεφαλαλγία, υπνηλία και ζάλη.
Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με την οξυβουτυνίνη περιλαμβάνουν αντιχολινεργικές αντιδράσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (βλέπε παράγραφο 4.4).
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών
Η ασφάλεια του Lyrinel αξιολογήθηκε σε πέντε διπλά τυφλές, ελεγχόμενες (δηλ. με εικονικό φάρμακο ή δραστικό φάρμακο σύγκρισης) κλινικές δοκιμές για την αντιμετώπιση υπερλειτουργικής ουροδόχου κύστης, στις οποίες 759 ενήλικες ασθενείς έλαβαν δόσεις που κυμαίνονταν από 5 έως 20 mg/ημέρα. Επιπρόσθετα, η ασφάλεια αξιολογήθηκε σε μία κλινική δοκιμή ανοικτού σχεδιασμού (δηλ. με ενεργό φάρμακο), στην οποία 60 παιδιατρικοί ασθενείς έλαβαν δόσεις 10 ή 15 mg/ημέρα. Ο Πίνακας 1 παρακάτω παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν με το Lyrinel σε κλινικές δοκιμές σε ενήλικες και από την εμπειρία μετά την εμπορική κυκλοφορία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν σε κλινικές δοκιμές σε ενήλικες και από την εμπειρία μετά την εμπορική κυκλοφορία του φαρμάκου
| Πολύ Συχνές ≥ 1/10 | Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100 | Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000 | Μη Γνωστές* | |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |||||
| Ουρολοίμωξη | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |||||
| Υπερευαισθησία | Αναφυλακτική αντίδραση | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |||||
| Ανορεξία,Κατακράτησηυγρών, Μειωμένηόρεξη | |||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |||||
| Αϋπνία | Ψευδαισθήσεις,Συγχυτικήκατάσταση, Διέγερση,Επηρεασμένημνήμη, άγχος,εφιάλτες | Ψυχωτικήδιαταραχή,παράνοια,συμπτώματακατάθλιψης,εξάρτησης(σεασθενείςμε ιστορικόκατάχρησηςφαρμάκωνή ουσιών) | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Υπνηλία, Ζάλη | Κεφαλαλγία, Δυσγευσία | Σπασμοί | Νοητικέςδιαταραχές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θαμπή όραση, Ξηροφθαλμία | Γλαύκωμακλειστής γωνίαςΜυδρίαση,οφθαλμικήυπέρταση | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών | Αρρυθμία, Ταχυκαρδία | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση, Έξαψη | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Στοματοφαρυγγικό άλγος, Βήχας,Ξηρότητα ρινικούβλεννογόνου, ξηρότητατου φάρυγγα | Δυσφωνία, Ρινικήσυμφόρηση, Ερεθισμός τουλαιμού | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | ΞηροστομίαΓαστροοισοφαγική παλινδρομικήνόσος, Κοιλιακόάλγος, Δυσπεψία,Δυσκοιλιότητα,Διάρροια,Ναυτία, Μετεωρισμός | Δυσφαγία, Κοιλιακήδυσφορία, Συχνέςκενώσεις, Έμετος | Ψευδο-απόφραξησεασθενείςσε κίνδυνο(ηλικιωμένοι ήασθενείςμεδυσκοιλιότητακαι υπόθεραπείαμε άλλαφαρμακευτικάπροϊόνταπουμειώνουντηνκινητικότητα τουεντέρου) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ξηροδερμία, Κνησμός | Κνίδωση, Εξάνθημα | Αγγειοοίδημα,Μειωμένηεφίδρωση | ||
| Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών | Δυσουρία, Δυσκολία στηνούρηση | Κατακράτησηούρων, Υπολειπόμεναούρα | Ανικανότητα | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση | Θωρακικήδυσφορία, Ξηρότηταβλεννογόνου, Δίψα | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | |||||
| Υπολειπόμενοςόγκος ούρων † | |||||
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | |||||
| Πτώση | Θερμοπληξία |
*Δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα. † Ο σύνθετος όρος υπολειπόμενος όγκος ούρων αποτελείται από τους προτιμώμενους όρους υπολειπόμενος όγκος ούρων και αυξημένος υπολειπόμενος όγκος ούρων
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την εμπορική κυκλοφορία που αναφέρονται στον Πίνακα 1 προέρχονται αποκλειστικά από αναφορές μετά την εμπορική κυκλοφορία (δεν έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές), με την κατηγορία συχνότητας να υπολογίζεται από τα δεδομένα ασφάλειας από κλινική δοκιμή 759 ασθενών: ψευδαισθήσεις, διέγερση, επηρεασμένη μνήμη και σπασμοί. Αυτές οι εκτιμήσεις αντιπροσωπεύουν το ανώτατο όριο του 95% CI.
Όπως με άλλα σκευάσματα οξυβουτυνίνης, η ξηροστομία ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου. Παρόλα αυτά, στις κλινικές μελέτες η ξηροστομία αναφέρθηκε λιγότερο συχνά με το Lyrinel από ότι με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης. Για ασθενείς για τους οποίους χρειάστηκαν τελικές δόσεις Lyrinel 5 ή 10 mg του, η σχετική επίπτωση της ξηροστομίας που παρουσιάστηκε σε οποιαδήποτε δόση ήταν 1,8 φορές χαμηλότερη συγκριτικά με ασθενείς για τους οποίους χρειάστηκαν τελικές δόσεις > 10 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια του Lyrinel αξιολογήθηκε σε 60 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικιακό εύρος 5 έως 15 ετών, δοσολογικό εύρος 10-15 mg/ημέρα) που συμμετείχαν σε μία ανοικτού σχεδιασμού, τριών σκελών με ενεργό φάρμακο κλινική δοκιμή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρθηκαν από τους παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Lyrinel σε αυτήν την κλινική δοκιμή παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν στις κλινικές δοκιμές με παιδιατρικούς ασθενείς
| Πολύ Συχνές ≥1/10 | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι Συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | ||||
| Ανορεξία | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | ||||
| Αϋπνία | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||||
| Κεφαλαλγία | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | ||||
| Έξαψη | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | ||||
| Δυσκοιλιότητα | ||||
| Διάρροια | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | ||||
| Εξάνθημα, Κνησμός |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LYRINEL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LYRINEL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: σπασμολυτικά ουροποιητικού, Κωδικός ATC: G04B D04.
Μηχανισμός δράσης
Η οξυβουτυνίνη δρα ως συναγωνιστικός ανταγωνιστής της ακετυλοχολίνης στους μετα-γαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς, έχοντας σαν αποτέλεσμα την χάλαση των λείων μυών της ουροδόχου κύστης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ασθενείς με υπερβολικά δραστήρια ουροδόχο κύστη, η οποία χαρακτηρίζεται από αστάθεια ή υπεραντανακλαστικότητα του εξωστήρα μυός, οι κυστεομετρικές μελέτες απέδειξαν ότι η οξυβουτυνίνη αυξάνει τη μέγιστη χωρητικότητα της ουροδόχου κύστης και αυξάνει τον όγκο για την πρώτη σύσπαση του εξωστήρα μυός. Έτσι, η οξυβουτυνίνη μειώνει την επιτακτική ούρηση και τη συχνότητα των επεισοδίων ακράτειας και της εκούσιας ούρησης.
Η οξυβουτυνίνη είναι ένα ρακεμικό (50:50) μίγμα των R- και S- ισομερών. Η αντιμουσκαρινική δράση βασίζεται κυρίως στο R- ισομερές. Το R- ισομερές της οξυβουτυνίνης παρουσιάζει μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για τους Μ και Μ μουσκαρινικούς υποτύπους (που βρίσκονται κυρίως στον εξωστήρα μυ της ουροδόχου κύστης και στην παρωτίδα) σε σχέση με τον Μ υποτύπο (που βρίσκεται κυρίως στον καρδιακό ιστό). Ο ενεργός μεταβολίτης, Ν- δεσαιθυλοξυβουτυνίνη, παρουσιάζει φαρμακολογική δράση στον ανθρώπινο εξωστήρα μυ που είναι παρόμοια με αυτή της οξυβουτυνίνης in vitro, αλλά έχει μεγαλύτερη συγγένεια δέσμευσης με τον παρωτιδικό ιστό σε σχέση με την οξυβουτυνίνη. Η μορφή της ελεύθερης βάσης της οξυβουτυνίνης είναι φαρμακολογικά ισοδύναμη με την υδροχλωρική οξυβουτυνίνη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μία μελέτη ανοικτού σχεδιασμού διεξήχθη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Lyrinel σε παιδιά ηλικίας 6-15 ετών με υπεραντανακλαστικότητα εξωστήρα μυός λόγω νευρογενών παθήσεων. Όλα χρησιμοποίησαν καθαρό διαλείποντα καθετηριασμό, και όλα ήταν νυν χρήστες 10 ή 15 mg υδροχλωρικής οξυβουτυνίνης χορηγούμενης ως σιρόπι Ditropan, δισκία Ditropan ή Ditropan δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι υπήρξε αύξηση του μέσου όγκου των ούρων ανά καθετηριασμό από την έναρξη της μελέτης, αύξηση, από την έναρξη της μελέτης, του μέσου όγκου των ούρων μετά από το πρωινό ξύπνημα, του μέσου ποσοστού καθετηριασμών χωρίς επεισόδιο απώλειας και της μέσης μέγιστης κυστεομετρικής χωρητικότητας, μείωση, από την έναρξη της μελέτης, της μέσης πίεσης του εξωστήρα μυός στη μέγιστη κυστεομετρική πίεση και του ποσοστού των ασθενών που επιδεικνύουν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις του εξωστήρα μυός όπως παρουσιάζεται στον πίνακα παρακάτω.
Μεταβολή της αρχικής μέτρησης έως την Εβδομάδα 24
| Παράμετρος | n | Μέση τιμή (SEM) | Εύρος |
|---|---|---|---|
| Μέσος όγκος ανά καθετηριασμό (mL) | 109 | 25,5 (5,9) | -292 έως 245 |
| Όγκος 1 ου καθετηριασμού μετά από το πρωινό ξύπνημα (mL) | 109 | 33,0 (8,3) | -223 έως 450 |
| Μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (mL)* | 105 | 75,4 (9,8) | -150 έως 420 |
| Πίεση εξωστήρα μυός στη μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (cm H₂O)* | 105 | -9,2 (2,3) | -102 έως 64 |
| Ενδοκυστική πίεση στη μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (cm H₂O)* | 105 | -7,5 (2,5) | -108 έως 76 |
*Μελέτες ουροδυναμικής
Κατά την έναρξη της μελέτης, 66 από τους 116 (56,9%) ασθενείς εμφάνισαν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις του εξωστήρα μυός ≥ 15 cm H₂O. Την Εβδομάδα 24, 30 από τους 105 (28,6%) ασθενείς εμφάνισαν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις ≥ 15 cm H₂O. Το ποσοστό καθετηριασμών χωρίς κανένα επεισόδιο απώλειας ούρων αυξήθηκε από 36,0% κατά την έναρξη της μελέτης σε 55,5% την Εβδομάδα 24.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LYRINEL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης Lyrinel, οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα αυξάνονται μέσα σε 4 με 6 ώρες. Εν συνεχεία, οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές για μέγιστο διάστημα 24 ωρών και έτσι μειώνονται οι διακυμάνσεις ανάμεσα στα μέγιστα και ελάχιστα επίπεδα συγκεντρώσεων οι οποίες συνδέονται με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης έχει εκτιμηθεί ότι είναι 2-11%. Συγκριτικά με την οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης, οι σχετικές βιοδιαθεσιμότητες της R-οξυβουτυνίνης και της S- οξυβουτυνίνης του Lyrinel είναι 156% και 187% αντίστοιχα. Με μια εφάπαξ δόση Lyrinel των 10 mg, τα μέγιστα επίπεδα συγκεντρώσεων της R-οξυβουτυνίνης και της S- οξυβουτυνίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 12,7±5,4 και 11,8±5,3 ώρες αντίστοιχα, είναι 1,0±0,6 και 1,8±1,0 ng/ml και τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου των δύο εναντιομερών στο πλάσμα παρουσιάζουν παρόμοιο σχήμα.
Η φαρμακοκινητική δράση του Lyrinel δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.
Κατανομή
Η οξυβουτυνίνη κατανέμεται ταχέως στους ιστούς του σώματος μετά τη συστηματική απορρόφηση. Ο όγκος κατανομής εκτιμήθηκε ότι είναι 193 L μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 5 mg υδροχλωρικής οξυβουτυνίνης. Και τα δύο εναντιομερή της οξυβουτυνίνης δεσμεύονται ισχυρά (>99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Και τα δύο εναντιομερή της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης επίσης δεσμεύονται ισχυρά (>97%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κύρια δεσμευτική πρωτεΐνη είναι η άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
Βιομετασχηματισμός και Απέκκριση
Η οξυβουτυνίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, κυρίως μέσω του ενζυμικού συστήματος του κυτοχρώματος P450, και συγκεκριμένα του CYP3A4 που βρίσκεται ως επί το πλείστον στο ήπαρ και στο εντερικό τοίχωμα. Στα προϊόντα μεταβολισμού συμπεριλαμβάνεται το φαρμακολογικά ανενεργό φαινυλκυκλοεξυλγλυκολικό οξύ, και η φαρμακολογικά ενεργή δεσαιθυλοξυβουτυνίνη. Κατόπιν της χορήγησης του Lyrinel, οι περιοχές κάτω από τα προφίλ συγκέντρωσης της R- και S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνης στο πλάσμα είναι το 73% και το 92% αντίστοιχα αυτών που παρατηρούνται με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 5 mg οξυβουτυνίνης, η κάθαρση υπολογίστηκε ότι είναι 26 L/h. Λιγότερο από το 0,1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 13,2±10,3 ώρες για την R-οξυβουτυνίνη και 12,4±6,1 ώρες για την S-οξυβουτυνίνη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική σε σταθερή κατάσταση του Lyrinel αξιολογήθηκε σε έναν περιορισμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 6-15 ετών με υπερλειτουργία εξωστήρα μυός σχετιζόμενη με νευρολογική πάθηση (π.χ., δισχιδής ράχη) που λάμβαναν 10 ή 15 mg συνολικών ημερήσιων δόσεων Lyrinel. Η φαρμακοκινητική του Lyrinel σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν σύμφωνη με αυτή που αναφέρθηκε για τους ενήλικες. Ο πίνακας παρακάτω συνοψίζει τις μέγιστες και μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα καθεμίας από τις τέσσερις αναλυόμενες ουσίες, R- και S-οξυβουτυνίνη και R- και S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη, ανά ηλικιακή ομάδα και συνολική ημερήσια δόση.
Μέση τιμή (SD) Μέγιστων και Μέσων Συγκεντρώσεων (ng/mL) της R- και S- Οξυβουτυνίνης και R- και S-Δεσαιθυλοξυβουτυνίνης σε Παιδιά Κατόπιν Χορήγησης 10 και 15 mg Lyrinel Μία φορά την Ημέρα
| | Ηλικία<10 ετών α | Ηλικία>10 ετών
| β | ||
|---|---|---|
| Δόση/Αναλυόμενη ουσία | Cmax | Cavg |
| Δόση 10 mg | ||
| R-οξυβουτυνίνη | 1,39 (0,1) | 0,91 (0,2) |
| S-οξυβουτυνίνη | 2,46 (0,5) | 1,58 (0,5) |
| R- | ||
| δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 15,4 (2,2) | 8,74 (2,8) |
| S- | ||
| δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 6,81 (0,9) | 4,38 (1,8) |
| Δόση 15 mg | ||
| R-οξυβουτυνίνη | 2,59 (1,4) | 1,78 (0,8) |
| S-οξυβουτυνίνη | 5,03 (3,2) | 3,67 (2,1) |
| R- | ||
| δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 23,0 (11,0) | 16,2 (6,0) |
| S- | ||
| δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 13,3 (7,9) | 10,3 (6,1) |
α - 10 mg: n=3, 15 mg: n=6 β - 10 mg: n=5, 15 mg: n=2
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής (Cmax και AUC) της οξυβουτυνίνης και της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης είναι ανάλογες της δόσης κατόπιν χορήγησης 5-20 mg Lyrinel. Οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται κατά την Ημέρα 3 της επαναλαμβανόμενης χορήγησης Lyrinel, χωρίς να παρατηρείται μεταβολή των παραμέτρων φαρμακοκινητικής τόσο της οξυβουτυνίνης όσο και της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν τη γραμμικότητα στη φαρμακοκινητική της οξυβουτυνίνης.
ΕΟΦ · 7.6.2
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
expand_more
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η οξυβουτινίνη είναι ένα αντιχολινεργικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση ουρολογικών και ουροδόχου κύστης δυσκολιών, συμπεριλαμβανομένης της συχνής ούρησης και της αδυναμίας ελέγχου της ούρησης, μειώνοντας τους μυϊκούς σπασμούς της κύστης. Ανταγωνίζεται ανταγωνιστικά τους υποτύπους M1, M2 και M3 του μουσκαρινικού υποδοχέα ακετυλοχολίνης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η οξυβουτινίνη είναι ένα αντισπασμωδικό, αντιχολινεργικό φάρμακο που ενδείκνυται για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης με συμπτώματα ακράτειας από επιτακτική ούρηση, επιτακτικότητα και συχνουρία. Η οξυβουτινίνη χαλαρώνει τον λείο μυ του προστάτη. Η οξυβουτινίνη εμφανίζει μόνο το ένα πέμπτο της αντιχολινεργικής δραστηριότητας της ατροπίνης στον μυ του δακτυλίου του κουνελιού, αλλά τέσσερις έως δέκα φορές την αντισπασμωδική δραστηριότητα. Η αντιμουσκαρινική δράση εντοπίζεται κυρίως στο R-ισομερές.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η οξυβουτινίνη ασκεί άμεση αντισπασμωδική δράση στον λείο μυ και αναστέλλει τη μουσκαρινική δράση της ακετυλοχολίνης στον λείο μυ. Δεν παρατηρούνται αποκλειστικές δράσεις στις σκελετικές νευρομυϊκές συνδέσεις ή στα αυτόνομα γάγγλια (αντινικοτινικές δράσεις). Αναστέλλοντας ιδιαίτερα τους υποδοχείς M1 και M2 της κύστης, η δραστηριότητα του εξωστήρα μειώνεται σημαντικά.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
12,4-13,2 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
91%-93%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται κυρίως από τα συστήματα ενζύμων του κυτοχρώματος P450, ιδιαίτερα το CYP3A4, που βρίσκονται κυρίως στο ήπαρ και στο τοίχωμα του εντέρου. Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ, με λιγότερο από 0,1% της χορηγούμενης δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Επίσης, λιγότερο από 0,1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται ως ο μεταβολίτης N-δεσαιθοξυβουτινίνη.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 193 L
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
LD50=1220 mg/kg (Από το στόμα σε αρουραίους, Goldenthal)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η οξυβουτινίνη ασκεί αντισπασμωδική δράση στην ουροδόχο κύστη, ανακουφίζοντας τα δυσάρεστα συμπτώματα της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης, όπως η επιτακτική ούρηση και η συχνουρία. Αυτές οι δράσεις επιτυγχάνονται μέσω της αναστολής των μουσκαρινικών υποδοχέων.
Σημείωση για αγγειοοίδημα και αντιχολινεργικές επιδράσεις
Συμπτώματα αγγειοοιδήματος μπορεί να εμφανιστούν με τη θεραπεία με οξυβουτινίνη. Εάν υποψιάζεστε αγγειοοίδημα, διακόψτε αμέσως την οξυβουτινίνη και παράσχετε την κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν αντιχολινεργικές επιδράσεις με τη χορήγηση αυτού του φαρμάκου. Ορισμένα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν παραισθήσεις, σύγχυση, διέγερση και υπνηλία. Συνιστάται η αποφυγή χειρισμού βαρέως εξοπλισμού πριν παρακολουθηθεί η ανταπόκριση στην οξυβουτινίνη. Μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές δόσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η οξυβουτινίνη δρα χαλαρώνοντας την ουροδόχο κύστη μέσω της αναστολής της μουσκαρινικής δράσης της ακετυλοχολίνης στον λείο μυ, και όχι στον σκελετικό μυ. Ο ενεργός μεταβολίτης της οξυβουτινίνης είναι η N-δεσαιθυλοξυβουτινίνη. Αναστέλλει ανταγωνιστικά τους μεταγαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς τύπου 1, 2 και 3. Οι παραπάνω δράσεις οδηγούν σε αύξηση της χωρητικότητας της ουροδόχου κύστης, μειώνοντας την επιτακτική ούρηση και τη συχνουρία. Επιπλέον, η οξυβουτινίνη καθυστερεί την αρχική επιθυμία για ούρηση.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΥΣΤΟΜΕΤΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΔΕΙΞΑΝ ΟΤΙ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΗ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΥΣΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΣΠΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΓΙΑ ΟΥΡΗΣΗ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΣΤΟΜΕΤΡΙΑΣ. /ΧΛΩΡΙΔΙΟ/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η οξυβουτινίνη πρέπει να καταπίνεται ολόκληρη με τη βοήθεια υγρών. Μια φαρμακοκινητική μελέτη αποκάλυψε ότι η οξυβουτινίνη απορροφήθηκε ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτεύχθηκαν εντός περίπου 1 ώρας από τη χορήγηση, μετρώντας 8.2 ng/ml και η AUC ήταν 16 ng/ml. Η βιοδιαθεσιμότητα της οξυβουτινίνης είναι περίπου 6%, και η συγκέντρωση στο πλάσμα του ενεργού μεταβολίτη, δεσαιθυλοξυβουτινίνης, είναι 5 έως 12 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της οξυβουτινίνης. Η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται στους ηλικιωμένους. Η τροφή έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την έκθεση στην οξυβουτινίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Η οξυβουτινίνη απομακρύνεται σε μεγάλο βαθμό από το ήπαρ. Λιγότερο από 0.1% της χορηγηθείσας δόσης ανευρίσκεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Λιγότερο από 0.1% μιας εφάπαξ δόσης οξυβουτινίνης απεκκρίνεται ως δεσαιθυλοξυβουτινίνη.
Η οξυβουτινίνη έχει μεγάλο όγκο κατανομής 193 L. Σε αρουραίους, η οξυβουτινίνη διεισδύει στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια με Πρωτεΐνες
Τα εναντιομερή της οξυβουτινίνης συνδέονται περισσότερο από 97% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το σύστημα ενζύμων CYP3A4 τόσο στο ήπαρ όσο και στο τοίχωμα του εντέρου. Υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου, και ο προκύπτων κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η N-δεσαιθυλοξυβουτινίνη, κυκλοφορεί. Είναι ενεργός στους μουσκαρινικούς υποδοχείς τόσο στην ουροδόχο κύστη όσο και στον σιελογόνο αδένα. Η ηπατική βιομετατροπή παράγει επίσης τον κύριο ανενεργό μεταβολίτη της, το φαινυλκυκλοεξυλογλυκολικό οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες. Στους ηλικιωμένους, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται έως και 5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που αναστέλλουν τις δράσεις του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η κύρια ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιείται θεραπευτικά για αυτόν τον σκοπό είναι οι ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΗΣ ΟΥΡΗΣΗ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
K9P6MC7092
ΟΞΥΒΟΥΤΙΝΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων
Η οξυβουτινίνη είναι Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων. Ο μηχανισμός δράσης της οξυβουτινίνης είναι ως Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων.
ΟΞΥΒΟΥΤΙΝΙΝΗ
Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων [EPC]; Ανταγωνιστές Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που αναστέλλουν τις δράσεις του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η κύρια ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιείται θεραπευτικά για αυτόν τον σκοπό είναι οι ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΗΣ ΟΥΡΗΣΗ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.