OXYBUTYNIN
Οξυβουτυνίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **σπασμολυτικά ουροποιητικού**, Κωδικός ATC: G04B D04.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Πόσιμη
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 5 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: μετά από διάστημα τουλάχιστον μίας εβδομάδας με 5 mg την ημέρα, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
-
ΕνήλικεςΔόση5 mgΜέγ. δόση20 mgΗ συνιστώμενη αρχική δόση είναι ένα δισκίο των 5 mg μία φορά την ημέρα. Οι ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης, πρέπει να αξιολογούνται κλινικώς για την επιλογή της κατάλληλης δόσης Οξυβουτυνίνη. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται με γνώμονα την επιλογή της ελάχιστης δυνατής δόσης που μπορεί να επιτύχει την καλύτερη αναλογία αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα χορηγούμενη δόση του φαρμάκου άμεσης αποδέσμευσης. Σε περίπτωση παράλειψης μίας δόσης, ο ασθενής πρέπει να περιμένει και να λάβει την επόμενη δόση την προγραμματισμένη ώρα.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετώνΔόση5 mgΜέγ. δόση15 mgΤο Οξυβουτυνίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή αβαθής πρόσθιος θάλαμος
-
Μυασθένεια gravis
-
Κατακράτηση ούρων
-
Βλάβη με γαστρεντερική απόφραξη, παραλυτικός ειλεός ή εντερική ατονία
-
Σοβαρή ελκώδης κολίτιδα
-
Τοξικό μεγάκολο
-
Συχνουρία και νυκτουρία εξαιτίας καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας
-
Πορφυρία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣπροσοχήΣυνιστάται παρακολούθηση κατά τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης. Εάν εμφανιστούν, να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας ή η μείωση της δόσης.
-
Αγγειοοίδημα (προσώπου, χειλιών, γλώσσας και/ή λάρυγγα)προσοχήΕάν υπάρξει εμπλοκή της γλώσσας, του υποφάρυγγα, ή του λάρυγγα, η οξυβουτυνίνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία και/ή τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν ανοικτοί οι αεραγωγοί.
-
Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΧορήγηση με προσοχή.
-
Κλινικά σημαντική απόφραξη εκροής της ουροδόχου κύστηςπροσοχήΧορήγηση με προσοχή, λόγω πιθανής επιδείνωσης της εκροής και πρόκλησης κατακράτησης.
-
Αυτόνομη νευροπάθειαπροσοχήΧορήγηση με προσοχή.
-
Νόσος του ParkinsonπροσοχήΧορήγηση με προσοχή.
-
Διαταραχές του γαστρεντερικού (αποφρακτικές διαταραχές, ατονία εντέρου, ελκώδης κολίτιδα)προσοχήΧορήγηση με προσοχή, καθώς μπορεί να μειώσει την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα.
-
Κήλη οισοφαγικού τρήματος/γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσοπροσοχήΧρήση με προσοχή, ειδικά αν λαμβάνονται ταυτόχρονα διφωσφονικά ή άλλα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν/επιδεινώσουν την οισοφαγίτιδα.
-
Προϋπάρχουσα άνοια υπό θεραπεία με αναστολείς χολινεστεράσηςπροσοχήΧορήγηση με προσοχή, λόγω κινδύνου επιδείνωσης των συμπτωμάτων.
-
Αδύναμοι ηλικιωμένοι ασθενείςπροσοχήΧορήγηση με προσοχή, καθώς μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις δράσεις της οξυβουτυνίνης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςπροσοχήΧρήση με προσοχή, λόγω του κινδύνου εμφάνισης νοητικής διαταραχής.
-
ΟυρολοίμωξηπροσοχήΕάν είναι παρούσα, πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία.
-
Ταχυκαρδία (υπερθυρεοειδισμός, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακές αρρυθμίες, στεφανιαία καρδιακή νόσος, υπέρταση), νοητικές διαταραχές, υπερτροφία προστάτηπροσοχήΗ οξυβουτυνίνη μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα.
-
Πυρετός ή υψηλές κλιματολογικές θερμοκρασίεςπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει κατάπτωση από την υψηλή θερμοκρασία ή θερμοπληξία λόγω της μειωμένης εφίδρωσης.
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςαντένδειξηΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Μειωμένες εκκρίσεις σιελογόνου αδέναπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει τερηδόνα, περιοδοντίτιδα ή καντιντίαση του στόματος.
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίαςπροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να απευθύνονται άμεσα σε έναν γιατρό αμέσως, εάν παρουσιάσουν αιφνίδια απώλεια της οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικό άλγος.
-
Χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετώναντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά < 5 ετώνΔεν συνιστάται λόγω ανεπαρκών δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
-
Μονοσυμπτωματική νυκτερινή ενούρησηπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΥπάρχουν περιορισμένα στοιχεία που υποστηρίζουν τη χρήση.
-
Ευαισθησία σε επιδράσεις του προϊόντος (ΚΝΣ και ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες)προσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά άνω των 5 ετώνΧρήση με προσοχή, καθώς μπορεί να εμφανίσουν μεγαλύτερη ευαισθησία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλα αντιχολινεργικά ή φαρμακευτικά προϊόντα με αντιχολινεργική δράση (π.χ. αμανταδίνη, αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά όπως βιπεριδένη, λεβοντόπα, αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά όπως φαινοθιαζίνες, βουτυροφαινόνες, κλοζαπίνη, κινιδίνη, δακτυλίτιδα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ατροπίνη, συγγενείς ενώσεις όπως ατροπινικά αντισπασμωδικά, διπυριδαμόλη)προσοχήαύξηση της αντιχολινεργικής δράσης της οξυβουτυνίνης
-
προσοχήανταγωνισμός των γαστρεντερικών προκινητικών δράσεων
-
υπογλώσσια νιτρώδηπροσοχήμπορεί να μην διαλυθούν επαρκώς λόγω ξηρότητας στόματος, οδηγώντας σε μειωμένη θεραπευτική δράση
-
προσοχήαναστολή του μεταβολισμού της οξυβουτυνίνης και αύξηση της έκθεσης σε οξυβουτυνίνηΣύστασηΑπαιτείται προσοχή όταν συγχορηγούνται τέτοια φάρμακα.
-
αναστολείς χολινεστεράσηςπροσοχήμειωμένη αποτελεσματικότητα του αναστολέα χολινεστεράσης
-
αλκοόλπροσοχήμπορεί να αυξήσει την υπνηλία που προκαλείται από αντιχολινεργικούς παράγοντεςΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουρολοίμωξη
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Δίψα
- Κατακράτηση υγρών (Συχνές)
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Ψευδαισθήσεις (Όχι συχνές)
- Συγχυτική κατάσταση (Όχι συχνές)
- Επηρεασμένη μνήμη (Όχι συχνές)
- Ψυχωσική διαταραχή, άγχος, εφιάλτες και παράνοια, συμπτώματα κατάθλιψης, εξάρτησης (σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή ουσιών) (Σπάνιες)
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Σπασμοί
- Νοητικές διαταραχές (Σπάνιες)
- Θαμπή όραση
- Ξηροφθαλμία
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας (Σπάνιες)
- Μυδρίαση (Σπάνιες)
- οφθαλμική υπέρταση (Σπάνιες)
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Στοματοφαρυγγικό άλγος (Συχνές)
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου (Συχνές)
- Ξηρότητα του φάρυγγα (Συχνές)
- Βήχας
- Δυσφωνία
- Ρινική συμφόρηση
- Ερεθισμός λαιμού
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Δυσφαγία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Έμετος
- Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος (Συχνές)
- Συχνές κενώσεις (Όχι συχνές)
- Ψευδο-απόφραξη σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι ή ασθενείς με δυσκοιλιότητα και υπό θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου) (Σπάνιες)
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Μειωμένη εφίδρωση (Σπάνιες)
- Δυσουρία
- Δυσκολία στην ούρηση
- Κατακράτηση ούρων
- Υπολειπόμενα ούρα (Συχνές)
- Ανικανότητα (Όχι συχνές)
- Κόπωση
- Θωρακική δυσφορία
- Ξηρότητα βλεννογόνου (Όχι συχνές)
- Υπολειπόμενος όγκος ούρων (Συχνές)
- Πτώση (Συχνές)
- Θερμοπληξία (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΞηρότητα φάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠτώσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπολειπόμενα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΥπολειπόμενος όγκος ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΘερμοπληξίαΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηρότητα βλεννογόνουΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΓλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΜειωμένη εφίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΝοητικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΟφθαλμική υπέρτασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΨευδο-απόφραξη σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι ή ασθενείς με δυσκοιλιότητα και υπό θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΨυχωσική διαταραχή, άγχος, εφιάλτες και παράνοια, συμπτώματα κατάθλιψης, εξάρτησης (σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή ουσιών)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της οξυβουτυνίνης στις έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν μικρή αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΌταν η οξυβουτυνίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού, μία μικρή ποσότητα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η επίδραση στα νεογέννητα/βρέφη δεν είναι γνωστή.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζει τη γονιμότηταΜελέτες αναπαραγωγής με από στόματος χορηγούμενη οξυβουτυνίνη σε ποντίκια, αρουραίους, χάμστερ και κουνέλια δεν αποκάλυψαν ενδείξεις μειωμένης γονιμότητας.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: σπασμολυτικά ουροποιητικού, Κωδικός ATC: G04B D04.
Μηχανισμός δράσης
Η οξυβουτυνίνη δρα ως συναγωνιστικός ανταγωνιστής της ακετυλοχολίνης στους μετα-γαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς, έχοντας σαν αποτέλεσμα την χάλαση των λείων μυών της ουροδόχου κύστης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ασθενείς με υπερβολικά δραστήρια ουροδόχο κύστη, η οποία χαρακτηρίζεται από αστάθεια ή υπεραντανακλαστικότητα του εξωστήρα μυός, οι κυστεομετρικές μελέτες απέδειξαν ότι η οξυβουτυνίνη αυξάνει τη μέγιστη χωρητικότητα της ουροδόχου κύστης και αυξάνει τον όγκο για την πρώτη σύσπαση του εξωστήρα μυός. Έτσι, η οξυβουτυνίνη μειώνει την επιτακτική ούρηση και τη συχνότητα των επεισοδίων ακράτειας και της εκούσιας ούρησης.
Η οξυβουτυνίνη είναι ένα ρακεμικό (50:50) μίγμα των R- και S- ισομερών. Η αντιμουσκαρινική δράση βασίζεται κυρίως στο R- ισομερές. Το R- ισομερές της οξυβουτυνίνης παρουσιάζει μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για τους Μ και Μ μουσκαρινικούς υποτύπους (που βρίσκονται κυρίως στον εξωστήρα μυ της ουροδόχου κύστης και στην παρωτίδα) σε σχέση με τον Μ υποτύπο (που βρίσκεται κυρίως στον καρδιακό ιστό). Ο ενεργός μεταβολίτης, Ν-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη, παρουσιάζει φαρμακολογική δράση στον ανθρώπινο εξωστήρα μυ που είναι παρόμοια με αυτή της οξυβουτυνίνης in vitro, αλλά έχει μεγαλύτερη συγγένεια δέσμευσης με τον παρωτιδικό ιστό σε σχέση με την οξυβουτυνίνη. Η μορφή της ελεύθερης βάσης της οξυβουτυνίνης είναι φαρμακολογικά ισοδύναμη με την υδροχλωρική οξυβουτυνίνη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μία μελέτη ανοικτού σχεδιασμού διεξήχθη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Οξυβουτυνίνη σε παιδιά ηλικίας 6-15 ετών με υπεραντανακλαστικότητα εξωστήρα μυός λόγω νευρογενών παθήσεων. Όλα χρησιμοποίησαν καθαρό διαλείποντα καθετηριασμό, και όλα ήταν νυν χρήστες 10 ή 15 mg υδροχλωρικής οξυβουτυνίνης χορηγούμενης ως σιρόπι Οξυβουτυνίνη, δισκία Οξυβουτυνίνη ή Οξυβουτυνίνη δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι υπήρξε αύξηση του μέσου όγκου των ούρων ανά καθετηριασμό από την έναρξη της μελέτης, αύξηση, από την έναρξη της μελέτης, του μέσου όγκου των ούρων μετά από το πρωινό ξύπνημα, του μέσου ποσοστού καθετηριασμών χωρίς επεισόδιο απώλειας και της μέσης μέγιστης κυστεομετρικής χωρητικότητας, μείωση, από την έναρξη της μελέτης, της μέσης πίεσης του εξωστήρα μυός στη μέγιστη κυστεομετρική πίεση και του ποσοστού των ασθενών που επιδεικνύουν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις του εξωστήρα μυός όπως παρουσιάζεται στον πίνακα παρακάτω.
| Παράμετρος | n | Μέση τιμή (SEM) | Εύρος |
|---|---|---|---|
| Μέσος όγκος ανά καθετηριασμό (mL) | 109 | 25,5 (5,9) | -292 έως 245 |
| Όγκος 1ου καθετηριασμού μετά από το πρωινό ξύπνημα (mL) | 109 | 33,0 (8,3) | -223 έως 450 |
| Μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (mL)* | 105 | 75,4 (9,8) | -150 έως 420 |
| Πίεση εξωστήρα μυός στη μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (cm H2O)* | 105 | -9,2 (2,3) | -102 έως 64 |
| Ενδοκυστική πίεση στη μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (cm H2O)* | 105 | -7,5 (2,5) | -108 έως 76 |
*Μελέτες ουροδυναμικής
Κατά την έναρξη της μελέτης, 66 από τους 116 (56,9%) ασθενείς εμφάνισαν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις του εξωστήρα μυός ≥ 15 cm H2O. Την Εβδομάδα 24, 30 από τους 105 (28,6%) ασθενείς εμφάνισαν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις ≥ 15 cm H2O. Το ποσοστό καθετηριασμών χωρίς κανένα επεισόδιο απώλειας ούρων αυξήθηκε από 36,0% κατά την έναρξη της μελέτης σε 55,5% την Εβδομάδα 24.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης Οξυβουτυνίνη, οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα αυξάνονται μέσα σε 4 με 6 ώρες. Εν συνεχεία, οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές για μέγιστο διάστημα 24 ωρών και έτσι μειώνονται οι διακυμάνσεις ανάμεσα στα μέγιστα και ελάχιστα επίπεδα συγκεντρώσεων οι οποίες συνδέονται με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης έχει εκτιμηθεί ότι είναι 2-11%. Συγκριτικά με την οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης, οι σχετικές βιοδιαθεσιμότητες της R-οξυβουτυνίνης και της S-οξυβουτυνίνης του Οξυβουτυνίνη είναι 156% και 187% αντίστοιχα. Με μια εφάπαξ δόση Οξυβουτυνίνη των 10 mg, τα μέγιστα επίπεδα συγκεντρώσεων της R-οξυβουτυνίνης και της S-οξυβουτυνίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 12,7±5,4 και 11,8±5,3 ώρες αντίστοιχα, είναι 1,0±0,6 και 1,8±1,0 ng/ml και τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου των δύο εναντιομερών στο πλάσμα παρουσιάζουν παρόμοιο σχήμα.
Η φαρμακοκινητική δράση του Οξυβουτυνίνη δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.
Κατανομή
Η οξυβουτυνίνη κατανέμεται ταχέως στους ιστούς του σώματος μετά τη συστηματική απορρόφηση. Ο όγκος κατανομής εκτιμήθηκε ότι είναι 193 L μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 5 mg υδροχλωρικής οξυβουτυνίνης. Και τα δύο εναντιομερή της οξυβουτυνίνης δεσμεύονται ισχυρά (>99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Και τα δύο εναντιομερή της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης επίσης δεσμεύονται ισχυρά (>97%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κύρια δεσμευτική πρωτεΐνη είναι η άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
Βιομετασχηματισμός και Απέκκριση
Η οξυβουτυνίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, κυρίως μέσω του ενζυμικού συστήματος του κυτοχρώματος P450, και συγκεκριμένα του CYP3A4 που βρίσκεται ως επί το πλείστον στο ήπαρ και στο εντερικό τοίχωμα. Στα προϊόντα μεταβολισμού συμπεριλαμβάνεται το φαρμακολογικά ανενεργό φαινυλκυκλοεξυλγλυκολικό οξύ, και η φαρμακολογικά ενεργή δεσαιθυλοξυβουτυνίνη. Κατόπιν της χορήγησης του Οξυβουτυνίνη, οι περιοχές κάτω από τα προφίλ συγκέντρωσης της R- και S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνης στο πλάσμα είναι το 73% και το 92% αντίστοιχα αυτών που παρατηρούνται με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 5 mg οξυβουτυνίνης, η κάθαρση υπολογίστηκε ότι είναι 26 L/h. Λιγότερο από το 0,1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 13,2±10,3 ώρες για την R-οξυβουτυνίνη και 12,4±6,1 ώρες για την S-οξυβουτυνίνη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική σε σταθερή κατάσταση του Οξυβουτυνίνη αξιολογήθηκε σε έναν περιορισμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 6-15 ετών με υπερλειτουργία εξωστήρα μυός σχετιζόμενη με νευρολογική πάθηση (π.χ., δισχιδής ράχη) που λάμβαναν 10 ή 15 mg συνολικών ημερήσιων δόσεων Οξυβουτυνίνη. Η φαρμακοκινητική του Οξυβουτυνίνη σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν σύμφωνη με αυτή που αναφέρθηκε για τους ενήλικες. Ο πίνακας παρακάτω συνοψίζει τις μέγιστες και μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα καθεμίας από τις τέσσερις αναλυόμενες ουσίες, R- και S-οξυβουτυνίνη και R- και S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη, ανά ηλικιακή ομάδα και συνολική ημερήσια δόση.
Μέση τιμή (SD) Μέγιστων και Μέσων Συγκεντρώσεων (ng/mL) της R- και S-Οξυβουτυνίνης και R- και S-Δεσαιθυλοξυβουτυνίνης σε Παιδιά Κατόπιν Χορήγησης 10 και 15 mg Οξυβουτυνίνη Μία φορά την Ημέρα
| Ηλικία<10 ετών | Ηλικία>10 ετών | |
|---|---|---|
| Δόση/Αναλυόμενη ουσία | Cmax | Cavg |
| Δόση 10 mg | ||
| R-οξυβουτυνίνη | 1,39 (0,1) | 0,91 (0,2) |
| S-οξυβουτυνίνη | 2,46 (0,5) | 1,58 (0,5) |
| R-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 15,4 (2,2) | 8,74 (2,8) |
| S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 6,81 (0,9) | 4,38 (1,8) |
| Δόση 15 mg | ||
| R-οξυβουτυνίνη | 2,59 (1,4) | 1,78 (0,8) |
| S-οξυβουτυνίνη | 5,03 (3,2) | 3,67 (2,1) |
| R-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 23,0 (11,0) | 16,2 (6,0) |
| S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη | 13,3 (7,9) | 10,3 (6,1) |
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής (Cmax και AUC) της οξυβουτυνίνης και της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης είναι ανάλογες της δόσης κατόπιν χορήγησης 5-20 mg Οξυβουτυνίνη. Οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται κατά την Ημέρα 3 της επαναλαμβανόμενης χορήγησης Οξυβουτυνίνη, χωρίς να παρατηρείται μεταβολή των παραμέτρων φαρμακοκινητικής τόσο της οξυβουτυνίνης όσο και της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν τη γραμμικότητα στη φαρμακοκινητική της οξυβουτυνίνης.
Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης Οξυβουτυνίνη, οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα αυξάνονται μέσα σε 4 με 6 ώρες. Εν συνεχεία, οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές για μέγιστο διάστημα 24 ωρών και έτσι μειώνονται οι διακυμάνσεις…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ενδοφθάλμια πίεση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | περιοδικά | — |
| Οπτική οξύτητα | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | περιοδικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η οξυβουτινίνη είναι ένα αντιχολινεργικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση ουρολογικών και ουροδόχου κύστης δυσκολιών, συμπεριλαμβανομένης της συχνής ούρησης και της αδυναμίας ελέγχου της ούρησης, μειώνοντας τους μυϊκούς σπασμούς της κύστης. Ανταγωνίζεται ανταγωνιστικά τους υποτύπους M1, M2 και M3 του μουσκαρινικού υποδοχέα ακετυλοχολίνης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η οξυβουτινίνη είναι ένα αντισπασμωδικό, αντιχολινεργικό φάρμακο που ενδείκνυται για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης με συμπτώματα ακράτειας από επιτακτική ούρηση, επιτακτικότητα και συχνουρία. Η οξυβουτινίνη χαλαρώνει τον λείο μυ του προστάτη. Η οξυβουτινίνη εμφανίζει μόνο το ένα πέμπτο της αντιχολινεργικής δραστηριότητας της ατροπίνης στον μυ του δακτυλίου του κουνελιού, αλλά τέσσερις έως δέκα φορές την αντισπασμωδική δραστηριότητα. Η αντιμουσκαρινική δράση εντοπίζεται κυρίως στο R-ισομερές.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η οξυβουτινίνη ασκεί άμεση αντισπασμωδική δράση στον λείο μυ και αναστέλλει τη μουσκαρινική δράση της ακετυλοχολίνης στον λείο μυ. Δεν παρατηρούνται αποκλειστικές δράσεις στις σκελετικές νευρομυϊκές συνδέσεις ή στα αυτόνομα γάγγλια (αντινικοτινικές δράσεις). Αναστέλλοντας ιδιαίτερα τους υποδοχείς M1 και M2 της κύστης, η δραστηριότητα του εξωστήρα μειώνεται σημαντικά.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
12,4-13,2 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
91%-93%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται κυρίως από τα συστήματα ενζύμων του κυτοχρώματος P450, ιδιαίτερα το CYP3A4, που βρίσκονται κυρίως στο ήπαρ και στο τοίχωμα του εντέρου. Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ, με λιγότερο από 0,1% της χορηγούμενης δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Επίσης, λιγότερο από 0,1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται ως ο μεταβολίτης N-δεσαιθοξυβουτινίνη.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 193 L
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
LD50=1220 mg/kg (Από το στόμα σε αρουραίους, Goldenthal)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η οξυβουτινίνη ασκεί αντισπασμωδική δράση στην ουροδόχο κύστη, ανακουφίζοντας τα δυσάρεστα συμπτώματα της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης, όπως η επιτακτική ούρηση και η συχνουρία. Αυτές οι δράσεις επιτυγχάνονται μέσω της αναστολής των μουσκαρινικών υποδοχέων.
Σημείωση για αγγειοοίδημα και αντιχολινεργικές επιδράσεις
Συμπτώματα αγγειοοιδήματος μπορεί να εμφανιστούν με τη θεραπεία με οξυβουτινίνη. Εάν υποψιάζεστε αγγειοοίδημα, διακόψτε αμέσως την οξυβουτινίνη και παράσχετε την κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν αντιχολινεργικές επιδράσεις με τη χορήγηση αυτού του φαρμάκου. Ορισμένα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν παραισθήσεις, σύγχυση, διέγερση και υπνηλία. Συνιστάται η αποφυγή χειρισμού βαρέως εξοπλισμού πριν παρακολουθηθεί η ανταπόκριση στην οξυβουτινίνη. Μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές δόσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η οξυβουτινίνη δρα χαλαρώνοντας την ουροδόχο κύστη μέσω της αναστολής της μουσκαρινικής δράσης της ακετυλοχολίνης στον λείο μυ, και όχι στον σκελετικό μυ. Ο ενεργός μεταβολίτης της οξυβουτινίνης είναι η N-δεσαιθυλοξυβουτινίνη. Αναστέλλει ανταγωνιστικά τους μεταγαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς τύπου 1, 2 και 3. Οι παραπάνω δράσεις οδηγούν σε αύξηση της χωρητικότητας της ουροδόχου κύστης, μειώνοντας την επιτακτική ούρηση και τη συχνουρία. Επιπλέον, η οξυβουτινίνη καθυστερεί την αρχική επιθυμία για ούρηση.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΥΣΤΟΜΕΤΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΔΕΙΞΑΝ ΟΤΙ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΗ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΥΣΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΣΠΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΓΙΑ ΟΥΡΗΣΗ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΣΤΟΜΕΤΡΙΑΣ. /ΧΛΩΡΙΔΙΟ/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η οξυβουτινίνη πρέπει να καταπίνεται ολόκληρη με τη βοήθεια υγρών. Μια φαρμακοκινητική μελέτη αποκάλυψε ότι η οξυβουτινίνη απορροφήθηκε ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτεύχθηκαν εντός περίπου 1 ώρας από τη χορήγηση, μετρώντας 8.2 ng/ml και η AUC ήταν 16 ng/ml. Η βιοδιαθεσιμότητα της οξυβουτινίνης είναι περίπου 6%, και η συγκέντρωση στο πλάσμα του ενεργού μεταβολίτη, δεσαιθυλοξυβουτινίνης, είναι 5 έως 12 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της οξυβουτινίνης. Η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται στους ηλικιωμένους. Η τροφή έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την έκθεση στην οξυβουτινίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Η οξυβουτινίνη απομακρύνεται σε μεγάλο βαθμό από το ήπαρ. Λιγότερο από 0.1% της χορηγηθείσας δόσης ανευρίσκεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Λιγότερο από 0.1% μιας εφάπαξ δόσης οξυβουτινίνης απεκκρίνεται ως δεσαιθυλοξυβουτινίνη.
Η οξυβουτινίνη έχει μεγάλο όγκο κατανομής 193 L. Σε αρουραίους, η οξυβουτινίνη διεισδύει στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια με Πρωτεΐνες
Τα εναντιομερή της οξυβουτινίνης συνδέονται περισσότερο από 97% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το σύστημα ενζύμων CYP3A4 τόσο στο ήπαρ όσο και στο τοίχωμα του εντέρου. Υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου, και ο προκύπτων κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η N-δεσαιθυλοξυβουτινίνη, κυκλοφορεί. Είναι ενεργός στους μουσκαρινικούς υποδοχείς τόσο στην ουροδόχο κύστη όσο και στον σιελογόνο αδένα. Η ηπατική βιομετατροπή παράγει επίσης τον κύριο ανενεργό μεταβολίτη της, το φαινυλκυκλοεξυλογλυκολικό οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες. Στους ηλικιωμένους, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται έως και 5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που αναστέλλουν τις δράσεις του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η κύρια ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιείται θεραπευτικά για αυτόν τον σκοπό είναι οι ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΗΣ ΟΥΡΗΣΗ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
K9P6MC7092
ΟΞΥΒΟΥΤΙΝΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων
Η οξυβουτινίνη είναι Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων. Ο μηχανισμός δράσης της οξυβουτινίνης είναι ως Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων.
ΟΞΥΒΟΥΤΙΝΙΝΗ
Ανταγωνιστής Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων [EPC]; Ανταγωνιστές Μουσκαρινικών Χολινεργικών Υποδοχέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Φάρμακα για συχνουρία, επείγουσα ανάγκη για ούρηση και ακράτεια
Εάν λαμβάνεται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 50% κάθε 1 έως 2 εβδομάδες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης, διακόψτε το φάρμακο. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης.
⚠ Τα αντιχολινεργικά συνδέονται συχνά με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα και απαιτούν αργή απόσυρση.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που αναστέλλουν τις δράσεις του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η κύρια ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιείται θεραπευτικά για αυτόν τον σκοπό είναι οι ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΗΣ ΟΥΡΗΣΗ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.