Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ G04BD04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

OXYBUTYNIN

Οξυβουτυνίνη

Από το στόμα: Aκράτεια ούρων, νυκτερινή ενούρηση σε παιδιά >5 ετών λόγω «ανωριμότητας» της κύστεως. Nευρογενής κύστη. Διαδερμικώς: Ακράτεια ούρων και/ή αυξηµένη συχνουρία και έπειξη για ούρηση σε ασθενείς µε ασταθή ουροδόχο κύστη.

Chemical structure of OXYBUTYNIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Από το στόμα: Aκράτεια ούρων, νυκτερινή ενούρηση σε παιδιά >5 ετών λόγω «ανωριμότητας» της κύστεως. Nευρογενής κύστη. Διαδερμικώς: Ακράτεια ούρων και/ή αυξηµένη συχνουρία και έπειξη για ούρηση σε ασθενείς µε ασταθή ουροδόχο κύστη.
medication
SPC-LYRINEL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα
Δόση έναρξης:
5 mg μία φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Μετά από τουλάχιστον μία εβδομάδα με 5 mg την ημέρα, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
  • Ενήλικες
    Δόση5 mg μία φορά την ημέρα
    Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
  • Παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών
    ΔόσηΑρχική δόση 5 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση15 mg μία φορά την ημέρα
    Αυξάνεται κατά 5 mg μέχρι τη μέγιστη δόση.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
block
SPC-LYRINEL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή αβαθής πρόσθιος θάλαμος
  • Μυασθένεια gravis
  • Κατακράτηση ούρων
  • Βλάβη με γαστρεντερική απόφραξη, παραλυτικός ειλεός ή εντερική ατονία
  • Σοβαρή ελκώδης κολίτιδα
  • Τοξικό μεγάκολο
  • Συχνουρία και νυκτουρία εξαιτίας καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας
  • Πορφυρία
warning
SPC-LYRINEL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αντιχολινεργικές δράσεις στο ΚΝΣ
    Συνιστάται παρακολούθηση ειδικά κατά τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης. Η διακοπή της θεραπείας ή η μείωση της δόσης πρέπει να ληφθούν υπόψη εάν εμφανιστούν αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ.
  • Αγγειοοίδημα
    Εάν υπάρξει εμπλοκή της γλώσσας, του υποφάρυγγα, ή του λάρυγγα, η οξυβουτυνίνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία και/ή τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν ανοικτοί οι αεραγωγοί.
  • Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία
    χορηγείται με προσοχή
  • Κλινικά σημαντική απόφραξη εκροής της ουροδόχου κύστης
    χορηγείται με προσοχή
  • Αυτόνομη νευροπάθεια
    χορηγείται με προσοχή
  • Νόσο του Parkinson
    χορηγείται με προσοχή
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού
    χρησιμοποιούνται με προσοχή
  • Κήλη οισοφαγικού τρήματος/γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο και/ή λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (όπως διφωσφονικά)
    χρησιμοποιούνται με προσοχή
  • Προϋπάρχουσα άνοια
    χρησιμοποιούνται με προσοχή
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Προσοχή απαιτείται
    ΠληθυσμόςΑδύναμοι ηλικιωμένοι ασθενείς
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    χρησιμοποιούνται με προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς
  • Ουρολοίμωξη
    πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία
  • Επιδείνωση της ταχυκαρδίας, νοητικών διαταραχών και συμπτωμάτων υπερτροφίας του προστάτη
    μπορεί να επιδεινώσει
  • Πυρετός ή κατά την περίοδο υψηλών κλιματολογικών θερμοκρασιών
    μπορεί να προκαλέσει κατάπτωση από την υψηλή θερμοκρασία ή θερμοπληξία λόγω της μειωμένης εφίδρωσης.
  • Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
  • Μείωση των εκκρίσεων του σιελογόνου αδένα
    μπορεί να προκαλέσουν τερηδόνα, περιοδοντίτιδα ή καντιντίαση του στόματος.
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    η οπτική οξύτητα και η ενδοφθάλμια πίεση πρέπει να ελέγχονται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να απευθύνονται άμεσα σε έναν γιατρό αμέσως, εάν παρουσιάσουν αιφνίδια απώλεια της οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικό άλγος.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    δεν συνιστάται
    ΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών
  • Μονοσυμπτωματική νυκτερινή ενούρηση
    Περιορισμένα στοιχεία
    ΠληθυσμόςΠαιδιά
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    με προσοχή
    ΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών
swap_horiz
SPC-LYRINEL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • άλλα αντιχολινεργικά ή φαρμακευτικά προϊόντα με αντιχολινεργική δράση (αμανταδίνη, αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά, αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά, κινιδίνη, δακτυλίτιδα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ατροπίνη, συγγενείς ενώσεις)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της αντιχολινεργικής δράσης της οξυβουτυνίνης.
  • Ανταγωνισμός των γαστρεντερικών προκινητικών δράσεων.
  • υπογλώσσια νιτρώδη
    παρακολούθηση
    Μειωμένη θεραπευτική δράση λόγω ξηρότητας του στόματος.
  • αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, φλουκοναζόλη, ερυθρομυκίνη)
    προσοχή
    Αναστολή μεταβολισμού της οξυβουτυνίνης, αύξηση έκθεσης σε οξυβουτυνίνη. Η κλινική συσχέτιση δεν είναι γνωστή.
  • αναστολείς χολινεστεράσης
    παρακολούθηση
    Μειωμένη αποτελεσματικότητα του αναστολέα χολινεστεράσης.
  • αλκοόλ
    παρακολούθηση
    Αύξηση της υπνηλίας που προκαλείται από αντιχολινεργικούς παράγοντες.
sick
SPC-LYRINEL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Ουρολοίμωξη
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Ανορεξία
  • Κατακράτηση υγρών
  • Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Αϋπνία
  • Ψευδαισθήσεις
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Διέγερση
  • Επηρεασμένη μνήμη
  • Άγχος
  • Εφιάλτες
  • Ψυχωσική διαταραχή
  • Παράνοια
  • Συμπτώματα κατάθλιψης
  • Εξάρτηση (σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή ουσιών)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Υπνηλία
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
  • Σπασμοί
  • Νοητικές διαταραχές
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Θαμπή όραση
  • Ξηροφθαλμία
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
  • Μυδρίαση
  • Οφθαλμική υπέρταση
Καρδιακές διαταραχές
  • Αίσθημα παλμών
  • Αρρυθμία
  • Ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπέρταση
  • Έξαψη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
  • Βήχας
  • Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
  • Ξηρότητα του φάρυγγα
  • Δυσφωνία
  • Ρινική συμφόρηση
  • Ερεθισμός του λαιμού
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ξηροστομία
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Μετεωρισμός
  • Δυσφαγία
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Συχνές κενώσεις
  • Έμετος
  • Ψευδο-απόφραξη σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι ή ασθενείς με δυσκοιλιότητα και υπό θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Ξηροδερμία
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Εξάνθημα
  • Αγγειοοίδημα
  • Μειωμένη εφίδρωση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Δυσουρία
  • Δυσκολία στην ούρηση
  • Κατακράτηση ούρων
  • Υπολειπόμενα ούρα
  • Ανικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
  • Θωρακική δυσφορία
  • Ξηρότητα βλεννογόνου
  • Δίψα
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Υπολειπόμενος όγκος ούρων
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Πτώση
  • Θερμοπληξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ουρολοίμωξη
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Μη γνωστές
  • Ανορεξία
    Μη γνωστές
  • Κατακράτηση υγρών
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μη γνωστές
  • Αϋπνία
    Συχνές
  • Ψευδαισθήσεις
    Όχι συχνές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Όχι συχνές
  • Διέγερση
    Όχι συχνές
  • Επηρεασμένη μνήμη
    Όχι συχνές
  • Άγχος
    Όχι συχνές
  • Εφιάλτες
    Όχι συχνές
  • Ψυχωσική διαταραχή
    Σπάνιες
  • Παράνοια
    Σπάνιες
  • Συμπτώματα κατάθλιψης
    Σπάνιες
  • Εξάρτηση (σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή ουσιών)
    Σπάνιες
  • Υπνηλία
    Συχνές
  • Ζάλη
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Όχι συχνές
  • Σπασμοί
    Σπάνιες
  • Νοητικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Θαμπή όραση
    Συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Συχνές
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    Σπάνιες
  • Μυδρίαση
    Σπάνιες
  • Οφθαλμική υπέρταση
    Σπάνιες
  • Αίσθημα παλμών
    Συχνές
  • Αρρυθμία
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Όχι συχνές
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
    Συχνές
  • Βήχας
    Συχνές
  • Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
    Συχνές
  • Ξηρότητα του φάρυγγα
    Συχνές
  • Δυσφωνία
    Όχι συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός του λαιμού
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Πολύ συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Συχνές
  • Διάρροια
    Συχνές
  • Ναυτία
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Συχνές
  • Δυσφαγία
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Όχι συχνές
  • Συχνές κενώσεις
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Όχι συχνές
  • Ψευδο-απόφραξη σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι ή ασθενείς με δυσκοιλιότητα και υπό θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου)
    Σπάνιες
  • Ξηροδερμία
    Συχνές
  • Κνησμός
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Σπάνιες
  • Μειωμένη εφίδρωση
    Σπάνιες
  • Δυσουρία
    Όχι συχνές
  • Δυσκολία στην ούρηση
    Όχι συχνές
  • Κατακράτηση ούρων
    Σπάνιες
  • Υπολειπόμενα ούρα
    Σπάνιες
  • Ανικανότητα
    Μη γνωστές
  • Κόπωση
    Συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Όχι συχνές
  • Ξηρότητα βλεννογόνου
    Όχι συχνές
  • Δίψα
    Όχι συχνές
  • Υπολειπόμενος όγκος ούρων
    Συχνές
  • Πτώση
    Σπάνιες
  • Θερμοπληξία
    Μη γνωστές
  • Ανορεξία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-LYRINEL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της οξυβουτυνίνης στις έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν μικρή αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Όταν η οξυβουτυνίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού, μία μικρή ποσότητα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η επίδραση στα νεογέννητα/βρέφη δεν είναι γνωστή.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Μελέτες αναπαραγωγής με από στόματος χορηγούμενη οξυβουτυνίνη σε ποντίκια, αρουραίους, χάμστερ και κουνέλια δεν αποκάλυψαν ενδείξεις μειωμένης γονιμότητας.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η οξυβουτινίνη ασκεί άμεση αντισπασμωδική δράση στον λείο μυ και αναστέλλει τη μουσκαρινική δράση της ακετυλοχολίνης στον λείο μυ. Δεν παρατηρούνται αποκλειστικές δράσεις στις σκελετικές νευρομυϊκές συνδέσεις ή στα αυτόνομα γάγγλια…
monitor_heart
SPC-LYRINEL

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: σπασμολυτικά ουροποιητικού, Κωδικός ATC: G04B D04. ### Μηχανισμός δράσης Η οξυβουτυνίνη δρα ως συναγωνιστικός ανταγωνιστής της ακετυλοχολίνης στους μετα-γαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς, έχοντας σαν αποτέλεσμα την χάλαση…

biotech
SPC-LYRINEL

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης Lyrinel, οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα αυξάνονται μέσα σε 4 με 6 ώρες. Εν συνεχεία, οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές για μέγιστο διάστημα 24 ωρών και έτσι μειώνονται οι διακυμάνσεις ανάμεσα…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το σύστημα ενζύμων CYP3A4 τόσο στο ήπαρ όσο και στο τοίχωμα του εντέρου. Υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου, και ο προκύπτων κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η N-δεσαιθυλοξυβουτινίνη, κυκλοφορεί….
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LYRINEL
expand_more

Δοσολογία

Το Lyrinel μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ενήλικες

  • Αρχική δόση: η συνιστώμενη αρχική δόση είναι ένα δισκίο των 5 mg μία φορά την ημέρα.
  • Δόση συντήρησης/προσαρμογή δόσης: προκειμένου να επιτευχθεί δόση συντήρησης με την καλύτερη αναλογία αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας, μετά από διάστημα τουλάχιστον μίας εβδομάδας με 5 mg την ημέρα, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg μια φορά την ημέρα και να ακολουθήσουν σταδιακές αυξήσεις ή μειώσεις κατά 5 mg/ημέρα. Πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ανάμεσα στις αλλαγές της δόσης.
  • Μέγιστη δόση: σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται υψηλότερη δόση, η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg.
  • Μεταγωγή από οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης: Οι ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης, πρέπει να αξιολογούνται κλινικώς για την επιλογή της κατάλληλης δόσης Lyrinel. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται με γνώμονα την επιλογή της ελάχιστης δυνατής δόσης που μπορεί να επιτύχει την καλύτερη αναλογία αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα χορηγούμενη δόση του φαρμάκου άμεσης αποδέσμευσης.
  • Παράλειψη δόσης: Σε περίπτωση παράλειψης μίας δόσης, ο ασθενής πρέπει να περιμένει και να λάβει την επόμενη δόση την προγραμματισμένη ώρα.

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών

  • Αρχική δόση των 5 mg μία φορά την ημέρα που αυξάνεται κατά 5 mg μέχρι τη μέγιστη δόση των 15 mg μία φορά την ημέρα.

Το Lyrinel δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλέπε παραγράφους 5.1 και 5.2).

Τρόπος χορήγησης

Το Lyrinel πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο με τη βοήθεια υγρών και δεν πρέπει να μασιέται, να τεμαχίζεται ή να θρυμματίζεται επειδή το δισκίο είναι σχεδιασμένο ώστε να παρέχει παρατεταμένη αποδέσμευση.

Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η μεμβράνη των δισκίων μπορεί να διέλθει από την γαστρεντερική οδό παραμένοντας αμετάβλητη. Αυτό δεν επηρεάζει το βαθμό αποτελεσματικότητας του προϊόντος.

block

Αντενδείξεις

SPC-LYRINEL
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή αβαθής πρόσθιος θάλαμος
  • Μυασθένεια gravis
  • Κατακράτηση ούρων
  • Βλάβη με γαστρεντερική απόφραξη, παραλυτικός ειλεός ή εντερική ατονία
  • Σοβαρή ελκώδης κολίτιδα
  • Τοξικό μεγάκολο
  • Συχνουρία και νυκτουρία εξαιτίας καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας
  • Πορφυρία
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LYRINEL
expand_more

Η οξυβουτυνίνη συνδέεται με τις αντιχολινεργικές δράσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (βλέπε παράγραφο 4.8). Έχουν αναφερθεί αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ (όπως ψευδαισθήσεις, διέγερση, σύγχυση, υπνηλία). Συνιστάται παρακολούθηση ειδικά κατά τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης. Η διακοπή της θεραπείας ή η μείωση της δόσης πρέπει να ληφθούν υπόψη εάν εμφανιστούν αντιχολινεργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ.

Έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα προσώπου, χειλιών, γλώσσας και/ή λάρυγγα με οξυβουτυνίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις το αγγειοοίδημα εμφανίστηκε μετά από την πρώτη δόση. Το αγγειοοίδημα που σχετίζεται με οίδημα των ανώτερων αεραγωγών μπορεί ενδεχομένως να αποβεί απειλητικό για τη ζωή. Εάν υπάρξει εμπλοκή της γλώσσας, του υποφάρυγγα, ή του λάρυγγα, η οξυβουτυνίνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία και/ή τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν ανοικτοί οι αεραγωγοί.

Η οξυβουτυνίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με τις παρακάτω καταστάσεις:

  • ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία
  • κλινικά σημαντική απόφραξη εκροής της ουροδόχου κύστης δεδομένου ότι τα αντιχολινεργικά φάρμακα μπορεί να επιδεινώσουν την εκροή της ουροδόχου κύστης και να προκαλέσουν κατακράτηση (βλέπε παράγραφο 4.3)
  • αυτόνομη νευροπάθεια
  • νόσο του Parkinson
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού: Αντιχολινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να μειώσουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχές, ατονία του εντέρου και ελκώδη κολίτιδα. (βλέπε παράγραφο 4.3)
  • Τα αντιχολινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν κήλη οισοφαγικού τρήματος/γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο και/ή σε αυτούς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (όπως διφωσφονικά) τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν την οισοφαγίτιδα.
  • προϋπάρχουσα άνοια η οποία αντιμετωπίζεται με θεραπεία με αναστολείς χολινεστεράσης λόγω του κινδύνου επιδείνωσης των συμπτωμάτων.

Προσοχή απαιτείται στη χορήγηση της οξυβουτυνίνης σε αδύναμους ηλικιωμένους ασθενείς οι οποίοι μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις δράσεις της οξυβουτυνίνης. Τα αντιχολινεργικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς λόγω του κινδύνου εμφάνισης νοητικής διαταραχής.

Εάν είναι παρούσα ουρολοίμωξη, πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία.

Η οξυβουτυνίνη μπορεί να επιδεινώσει την ταχυκαρδία (και επομένως τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού, της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, των καρδιακών αρρυθμιών, της στεφανιαίας καρδιακής νόσου, της υπέρτασης), τις νοητικές διαταραχές και τα συμπτώματα υπερτροφίας του προστάτη.

Όταν η οξυβουτυνίνη χορηγείται σε ασθενείς με πυρετό ή κατά την περίοδο υψηλών κλιματολογικών θερμοκρασιών μπορεί να προκαλέσει κατάπτωση από την υψηλή θερμοκρασία ή θερμοπληξία λόγω της μειωμένης εφίδρωσης.

Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Η οξυβουτυνίνη μπορεί να μειώσει τις εκκρίσεις του σιελογόνου αδένα οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν τερηδόνα, περιοδοντίτιδα ή καντιντίαση του στόματος.

Επειδή η οξυβουτυνίνη μπορεί να προκαλέσει γλαύκωμα κλειστής γωνίας, η οπτική οξύτητα και η ενδοφθάλμια πίεση πρέπει να ελέγχονται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να απευθύνονται άμεσα σε έναν γιατρό αμέσως, εάν παρουσιάσουν αιφνίδια απώλεια της οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικό άλγος.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η υδροχλωρική οξυβουτυνίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.

Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία που υποστηρίζουν τη χρήση της οξυβουτυνίνης σε παιδιά με μονοσυμπτωματική νυκτερινή ενούρηση (μη σχετιζόμενη με υπερλειτουργία εξωστήρα μυός).

Σε παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών, η υδροχλωρική οξυβουτυνίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή καθώς μπορεί να εμφανίσουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις επιδράσεις του προϊόντος, ειδικά σε ανεπιθύμητες ενέργειες του ΚΝΣ και ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LYRINEL
expand_more

Η αντιχολινεργική δράση της οξυβουτυνίνης αυξάνεται με ταυτόχρονη χρήση άλλων αντιχολινεργικών ή φαρμακευτικών προϊόντων με αντιχολινεργική δράση, όπως η αμανταδίνη και άλλα αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. βιπεριδένη, λεβοντόπα), αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά (π.χ. φαινοθιαζίνες, βουτυροφαινόνες, κλοζαπίνη), κινιδίνη, δακτυλίτιδα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ατροπίνη και συγγενείς ενώσεις όπως ατροπινικά αντισπασμωδικά και διπυριδαμόλη.

Οι αντιχολινεργικοί παράγοντες μπορεί δυνητικά να μεταβάλλουν την απορρόφηση μερικών ταυτόχρονα χορηγούμενων φαρμάκων εξαιτίας της αντιχολινεργικής δράσης στη γαστρεντερική κινητικότητα. Επίσης μπορεί να ανταγωνίζονται τις γαστρεντερικές προκινητικές δράσεις της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης.

Τα υπογλώσσια νιτρώδη μπορεί να μην είναι εφικτό να διαλυθούν κάτω από τη γλώσσα, εξαιτίας της ξηρότητας του στόματος, έχοντας σαν αποτέλεσμα μειωμένη θεραπευτική δράση.

Η οξυβουτυνίνη μεταβολίζεται από το ισοένζυμο CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Η ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολέα του CYP3A4 μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό της οξυβουτυνίνης και να αυξήσει την έκθεση σε οξυβουτυνίνη. Οι μέσες συγκεντρώσεις του χλωριδίου της οξυβουτυνίνης ήταν περίπου 2 φορές μεγαλύτερες όταν το Lyrinel χορηγήθηκε με κετοκοναζόλη, έναν ισχυρό αναστολέα CYP3A4. Άλλοι αναστολείς του ενζυμικού κυτοχρωμικού συστήματος P450 3A4, όπως οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες (π.χ. ιτρακοναζόλη και φλουκοναζόλη) ή τα αντιβιοτικά μακρολίδια (π.χ. ερυθρομυκίνη) μπορεί να αυξήσουν την έκθεση σε οξυβουτυνίνη. Η κλινική συσχέτιση μιας τέτοιας πιθανής αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή. Απαιτείται προσοχή όταν συγχορηγούνται τέτοια φάρμακα.

Η ταυτόχρονη χρήση με αναστολείς χολινεστεράσης μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του αναστολέα χολινεστεράσης.

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι το αλκοόλ μπορεί να αυξήσει την υπνηλία που προκαλείται από αντιχολινεργικούς παράγοντες όπως η οξυβουτυνίνη.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Δεν είναι γνωστό εάν ο βαθμός αλληλεπιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι παρόμοιος με αυτόν των ενηλίκων.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LYRINEL
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλεώς

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών σε > 5% των ασθενών ήταν ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, διάρροια, κεφαλαλγία, υπνηλία και ζάλη.

Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με την οξυβουτυνίνη περιλαμβάνουν αντιχολινεργικές αντιδράσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (βλέπε παράγραφο 4.4).

Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών

Η ασφάλεια του Lyrinel αξιολογήθηκε σε πέντε διπλά τυφλές, ελεγχόμενες (δηλ. με εικονικό φάρμακο ή δραστικό φάρμακο σύγκρισης) κλινικές δοκιμές για την αντιμετώπιση υπερλειτουργικής ουροδόχου κύστης, στις οποίες 759 ενήλικες ασθενείς έλαβαν δόσεις που κυμαίνονταν από 5 έως 20 mg/ημέρα. Επιπρόσθετα, η ασφάλεια αξιολογήθηκε σε μία κλινική δοκιμή ανοικτού σχεδιασμού (δηλ. με ενεργό φάρμακο), στην οποία 60 παιδιατρικοί ασθενείς έλαβαν δόσεις 10 ή 15 mg/ημέρα. Ο Πίνακας 1 παρακάτω παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν με το Lyrinel σε κλινικές δοκιμές σε ενήλικες και από την εμπειρία μετά την εμπορική κυκλοφορία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν σε κλινικές δοκιμές σε ενήλικες και από την εμπειρία μετά την εμπορική κυκλοφορία του φαρμάκου

Πολύ Συχνές ≥ 1/10 Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100 Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000 Μη Γνωστές*
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Ουρολοίμωξη
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Υπερευαισθησία Αναφυλακτική αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Ανορεξία,Κατακράτησηυγρών, Μειωμένηόρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
Αϋπνία Ψευδαισθήσεις,Συγχυτικήκατάσταση, Διέγερση,Επηρεασμένημνήμη, άγχος,εφιάλτες Ψυχωτικήδιαταραχή,παράνοια,συμπτώματακατάθλιψης,εξάρτησης(σεασθενείςμε ιστορικόκατάχρησηςφαρμάκωνή ουσιών)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Υπνηλία, Ζάλη Κεφαλαλγία, Δυσγευσία Σπασμοί Νοητικέςδιαταραχές
Οφθαλμικές διαταραχές Θαμπή όραση, Ξηροφθαλμία Γλαύκωμακλειστής γωνίαςΜυδρίαση,οφθαλμικήυπέρταση
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών Αρρυθμία, Ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση, Έξαψη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Στοματοφαρυγγικό άλγος, Βήχας,Ξηρότητα ρινικούβλεννογόνου, ξηρότητατου φάρυγγα Δυσφωνία, Ρινικήσυμφόρηση, Ερεθισμός τουλαιμού
Διαταραχές του γαστρεντερικού ΞηροστομίαΓαστροοισοφαγική παλινδρομικήνόσος, Κοιλιακόάλγος, Δυσπεψία,Δυσκοιλιότητα,Διάρροια,Ναυτία, Μετεωρισμός Δυσφαγία, Κοιλιακήδυσφορία, Συχνέςκενώσεις, Έμετος Ψευδο-απόφραξησεασθενείςσε κίνδυνο(ηλικιωμένοι ήασθενείςμεδυσκοιλιότητακαι υπόθεραπείαμε άλλαφαρμακευτικάπροϊόνταπουμειώνουντηνκινητικότητα τουεντέρου)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Ξηροδερμία, Κνησμός Κνίδωση, Εξάνθημα Αγγειοοίδημα,Μειωμένηεφίδρωση
Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών Δυσουρία, Δυσκολία στηνούρηση Κατακράτησηούρων, Υπολειπόμεναούρα Ανικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση Θωρακικήδυσφορία, Ξηρότηταβλεννογόνου, Δίψα
Παρακλινικές εξετάσεις
Υπολειπόμενοςόγκος ούρων †
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
Πτώση Θερμοπληξία

*Δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα. † Ο σύνθετος όρος υπολειπόμενος όγκος ούρων αποτελείται από τους προτιμώμενους όρους υπολειπόμενος όγκος ούρων και αυξημένος υπολειπόμενος όγκος ούρων

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την εμπορική κυκλοφορία που αναφέρονται στον Πίνακα 1 προέρχονται αποκλειστικά από αναφορές μετά την εμπορική κυκλοφορία (δεν έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές), με την κατηγορία συχνότητας να υπολογίζεται από τα δεδομένα ασφάλειας από κλινική δοκιμή 759 ασθενών: ψευδαισθήσεις, διέγερση, επηρεασμένη μνήμη και σπασμοί. Αυτές οι εκτιμήσεις αντιπροσωπεύουν το ανώτατο όριο του 95% CI.

Όπως με άλλα σκευάσματα οξυβουτυνίνης, η ξηροστομία ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου. Παρόλα αυτά, στις κλινικές μελέτες η ξηροστομία αναφέρθηκε λιγότερο συχνά με το Lyrinel από ότι με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης. Για ασθενείς για τους οποίους χρειάστηκαν τελικές δόσεις Lyrinel 5 ή 10 mg του, η σχετική επίπτωση της ξηροστομίας που παρουσιάστηκε σε οποιαδήποτε δόση ήταν 1,8 φορές χαμηλότερη συγκριτικά με ασθενείς για τους οποίους χρειάστηκαν τελικές δόσεις > 10 mg.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια του Lyrinel αξιολογήθηκε σε 60 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικιακό εύρος 5 έως 15 ετών, δοσολογικό εύρος 10-15 mg/ημέρα) που συμμετείχαν σε μία ανοικτού σχεδιασμού, τριών σκελών με ενεργό φάρμακο κλινική δοκιμή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρθηκαν από τους παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Lyrinel σε αυτήν την κλινική δοκιμή παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν στις κλινικές δοκιμές με παιδιατρικούς ασθενείς

Πολύ Συχνές ≥1/10 Συχνές ≥1/100 έως <1/10 Όχι Συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Ανορεξία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κεφαλαλγία
Αγγειακές διαταραχές
Έξαψη
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Δυσκοιλιότητα
Διάρροια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Εξάνθημα, Κνησμός

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, www.eof.gr).

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LYRINEL
expand_more
Εγκυμοσύνη Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της οξυβουτυνίνης στις έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν μικρή αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Το Lyrinel δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Θηλασμός Όταν η οξυβουτυνίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού, μία μικρή ποσότητα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η επίδραση στα νεογέννητα/βρέφη δεν είναι γνωστή. Επομένως, η χρήση του Lyrinel κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται. Γονιμότητα Μελέτες αναπαραγωγής με από στόματος χορηγούμενη οξυβουτυνίνη σε ποντίκια, αρουραίους, χάμστερ και κουνέλια δεν αποκάλυψαν ενδείξεις μειωμένης γονιμότητας.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LYRINEL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: σπασμολυτικά ουροποιητικού, Κωδικός ATC: G04B D04.

Μηχανισμός δράσης

Η οξυβουτυνίνη δρα ως συναγωνιστικός ανταγωνιστής της ακετυλοχολίνης στους μετα-γαγγλιακούς μουσκαρινικούς υποδοχείς, έχοντας σαν αποτέλεσμα την χάλαση των λείων μυών της ουροδόχου κύστης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σε ασθενείς με υπερβολικά δραστήρια ουροδόχο κύστη, η οποία χαρακτηρίζεται από αστάθεια ή υπεραντανακλαστικότητα του εξωστήρα μυός, οι κυστεομετρικές μελέτες απέδειξαν ότι η οξυβουτυνίνη αυξάνει τη μέγιστη χωρητικότητα της ουροδόχου κύστης και αυξάνει τον όγκο για την πρώτη σύσπαση του εξωστήρα μυός. Έτσι, η οξυβουτυνίνη μειώνει την επιτακτική ούρηση και τη συχνότητα των επεισοδίων ακράτειας και της εκούσιας ούρησης.

Η οξυβουτυνίνη είναι ένα ρακεμικό (50:50) μίγμα των R- και S- ισομερών. Η αντιμουσκαρινική δράση βασίζεται κυρίως στο R- ισομερές. Το R- ισομερές της οξυβουτυνίνης παρουσιάζει μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για τους Μ και Μ μουσκαρινικούς υποτύπους (που βρίσκονται κυρίως στον εξωστήρα μυ της ουροδόχου κύστης και στην παρωτίδα) σε σχέση με τον Μ υποτύπο (που βρίσκεται κυρίως στον καρδιακό ιστό). Ο ενεργός μεταβολίτης, Ν- δεσαιθυλοξυβουτυνίνη, παρουσιάζει φαρμακολογική δράση στον ανθρώπινο εξωστήρα μυ που είναι παρόμοια με αυτή της οξυβουτυνίνης in vitro, αλλά έχει μεγαλύτερη συγγένεια δέσμευσης με τον παρωτιδικό ιστό σε σχέση με την οξυβουτυνίνη. Η μορφή της ελεύθερης βάσης της οξυβουτυνίνης είναι φαρμακολογικά ισοδύναμη με την υδροχλωρική οξυβουτυνίνη.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μία μελέτη ανοικτού σχεδιασμού διεξήχθη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Lyrinel σε παιδιά ηλικίας 6-15 ετών με υπεραντανακλαστικότητα εξωστήρα μυός λόγω νευρογενών παθήσεων. Όλα χρησιμοποίησαν καθαρό διαλείποντα καθετηριασμό, και όλα ήταν νυν χρήστες 10 ή 15 mg υδροχλωρικής οξυβουτυνίνης χορηγούμενης ως σιρόπι Ditropan, δισκία Ditropan ή Ditropan δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.

Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι υπήρξε αύξηση του μέσου όγκου των ούρων ανά καθετηριασμό από την έναρξη της μελέτης, αύξηση, από την έναρξη της μελέτης, του μέσου όγκου των ούρων μετά από το πρωινό ξύπνημα, του μέσου ποσοστού καθετηριασμών χωρίς επεισόδιο απώλειας και της μέσης μέγιστης κυστεομετρικής χωρητικότητας, μείωση, από την έναρξη της μελέτης, της μέσης πίεσης του εξωστήρα μυός στη μέγιστη κυστεομετρική πίεση και του ποσοστού των ασθενών που επιδεικνύουν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις του εξωστήρα μυός όπως παρουσιάζεται στον πίνακα παρακάτω.

Μεταβολή της αρχικής μέτρησης έως την Εβδομάδα 24

Παράμετρος n Μέση τιμή (SEM) Εύρος
Μέσος όγκος ανά καθετηριασμό (mL) 109 25,5 (5,9) -292 έως 245
Όγκος 1 ου καθετηριασμού μετά από το πρωινό ξύπνημα (mL) 109 33,0 (8,3) -223 έως 450
Μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (mL)* 105 75,4 (9,8) -150 έως 420
Πίεση εξωστήρα μυός στη μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (cm H₂O)* 105 -9,2 (2,3) -102 έως 64
Ενδοκυστική πίεση στη μέγιστη χωρητικότητα ουροδόχου κύστης (cm H₂O)* 105 -7,5 (2,5) -108 έως 76

*Μελέτες ουροδυναμικής

Κατά την έναρξη της μελέτης, 66 από τους 116 (56,9%) ασθενείς εμφάνισαν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις του εξωστήρα μυός ≥ 15 cm H₂O. Την Εβδομάδα 24, 30 από τους 105 (28,6%) ασθενείς εμφάνισαν μη εμποδιζόμενες συσπάσεις ≥ 15 cm H₂O. Το ποσοστό καθετηριασμών χωρίς κανένα επεισόδιο απώλειας ούρων αυξήθηκε από 36,0% κατά την έναρξη της μελέτης σε 55,5% την Εβδομάδα 24.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LYRINEL
expand_more

Απορρόφηση

Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης Lyrinel, οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα αυξάνονται μέσα σε 4 με 6 ώρες. Εν συνεχεία, οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές για μέγιστο διάστημα 24 ωρών και έτσι μειώνονται οι διακυμάνσεις ανάμεσα στα μέγιστα και ελάχιστα επίπεδα συγκεντρώσεων οι οποίες συνδέονται με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης.

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης έχει εκτιμηθεί ότι είναι 2-11%. Συγκριτικά με την οξυβουτυνίνη άμεσης αποδέσμευσης, οι σχετικές βιοδιαθεσιμότητες της R-οξυβουτυνίνης και της S- οξυβουτυνίνης του Lyrinel είναι 156% και 187% αντίστοιχα. Με μια εφάπαξ δόση Lyrinel των 10 mg, τα μέγιστα επίπεδα συγκεντρώσεων της R-οξυβουτυνίνης και της S- οξυβουτυνίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 12,7±5,4 και 11,8±5,3 ώρες αντίστοιχα, είναι 1,0±0,6 και 1,8±1,0 ng/ml και τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου των δύο εναντιομερών στο πλάσμα παρουσιάζουν παρόμοιο σχήμα.

Η φαρμακοκινητική δράση του Lyrinel δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.

Κατανομή

Η οξυβουτυνίνη κατανέμεται ταχέως στους ιστούς του σώματος μετά τη συστηματική απορρόφηση. Ο όγκος κατανομής εκτιμήθηκε ότι είναι 193 L μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 5 mg υδροχλωρικής οξυβουτυνίνης. Και τα δύο εναντιομερή της οξυβουτυνίνης δεσμεύονται ισχυρά (>99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Και τα δύο εναντιομερή της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης επίσης δεσμεύονται ισχυρά (>97%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κύρια δεσμευτική πρωτεΐνη είναι η άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

Βιομετασχηματισμός και Απέκκριση

Η οξυβουτυνίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, κυρίως μέσω του ενζυμικού συστήματος του κυτοχρώματος P450, και συγκεκριμένα του CYP3A4 που βρίσκεται ως επί το πλείστον στο ήπαρ και στο εντερικό τοίχωμα. Στα προϊόντα μεταβολισμού συμπεριλαμβάνεται το φαρμακολογικά ανενεργό φαινυλκυκλοεξυλγλυκολικό οξύ, και η φαρμακολογικά ενεργή δεσαιθυλοξυβουτυνίνη. Κατόπιν της χορήγησης του Lyrinel, οι περιοχές κάτω από τα προφίλ συγκέντρωσης της R- και S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνης στο πλάσμα είναι το 73% και το 92% αντίστοιχα αυτών που παρατηρούνται με τα σκευάσματα οξυβουτυνίνης άμεσης αποδέσμευσης. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 5 mg οξυβουτυνίνης, η κάθαρση υπολογίστηκε ότι είναι 26 L/h. Λιγότερο από το 0,1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 13,2±10,3 ώρες για την R-οξυβουτυνίνη και 12,4±6,1 ώρες για την S-οξυβουτυνίνη.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική σε σταθερή κατάσταση του Lyrinel αξιολογήθηκε σε έναν περιορισμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 6-15 ετών με υπερλειτουργία εξωστήρα μυός σχετιζόμενη με νευρολογική πάθηση (π.χ., δισχιδής ράχη) που λάμβαναν 10 ή 15 mg συνολικών ημερήσιων δόσεων Lyrinel. Η φαρμακοκινητική του Lyrinel σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν σύμφωνη με αυτή που αναφέρθηκε για τους ενήλικες. Ο πίνακας παρακάτω συνοψίζει τις μέγιστες και μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα καθεμίας από τις τέσσερις αναλυόμενες ουσίες, R- και S-οξυβουτυνίνη και R- και S-δεσαιθυλοξυβουτυνίνη, ανά ηλικιακή ομάδα και συνολική ημερήσια δόση.

Μέση τιμή (SD) Μέγιστων και Μέσων Συγκεντρώσεων (ng/mL) της R- και S- Οξυβουτυνίνης και R- και S-Δεσαιθυλοξυβουτυνίνης σε Παιδιά Κατόπιν Χορήγησης 10 και 15 mg Lyrinel Μία φορά την Ημέρα

| | Ηλικία<10 ετών α | Ηλικία>10 ετών

β
Δόση/Αναλυόμενη ουσία Cmax Cavg
Δόση 10 mg
R-οξυβουτυνίνη 1,39 (0,1) 0,91 (0,2)
S-οξυβουτυνίνη 2,46 (0,5) 1,58 (0,5)
R-
δεσαιθυλοξυβουτυνίνη 15,4 (2,2) 8,74 (2,8)
S-
δεσαιθυλοξυβουτυνίνη 6,81 (0,9) 4,38 (1,8)
Δόση 15 mg
R-οξυβουτυνίνη 2,59 (1,4) 1,78 (0,8)
S-οξυβουτυνίνη 5,03 (3,2) 3,67 (2,1)
R-
δεσαιθυλοξυβουτυνίνη 23,0 (11,0) 16,2 (6,0)
S-
δεσαιθυλοξυβουτυνίνη 13,3 (7,9) 10,3 (6,1)

α - 10 mg: n=3, 15 mg: n=6 β - 10 mg: n=5, 15 mg: n=2

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής (Cmax και AUC) της οξυβουτυνίνης και της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης είναι ανάλογες της δόσης κατόπιν χορήγησης 5-20 mg Lyrinel. Οι συγκεντρώσεις της οξυβουτυνίνης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται κατά την Ημέρα 3 της επαναλαμβανόμενης χορήγησης Lyrinel, χωρίς να παρατηρείται μεταβολή των παραμέτρων φαρμακοκινητικής τόσο της οξυβουτυνίνης όσο και της δεσαιθυλοξυβουτυνίνης με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν τη γραμμικότητα στη φαρμακοκινητική της οξυβουτυνίνης.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12,4-13,2 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

91%-93%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
4634
Μοριακός τύπος
C22H31NO3
Μοριακό βάρος
357.5
IUPAC
4-(diethylamino)but-2-ynyl 2-cyclohexyl-2-hydroxy-2-phenylacetate
InChIKey
XIQVNETUBQGFHX-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Παράγοντες που αναστέλλουν τις δράσεις του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η κύρια ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιείται θεραπευτικά για αυτόν τον σκοπό είναι οι ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.

Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις του αναπνευστικού συστήματος, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΗΣ ΟΥΡΗΣΗ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.

Σχετικά Εργαλεία