PSEUDOEPHEDRINE
Ψευδοεφεδρίνη
**Ενδείξεις** Για τη θεραπεία της ρινικής συμφόρησης, της ιγμορικής συμφόρησης, της συμφόρησης της ευσταχιανής σάλπιγγας και της αγγειοκινητικής ρινίτιδας, και ως συμπληρωματική θεραπεία με άλλους παράγοντες στη βέλτιστη θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας, της …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-CLARITYNE D
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο δύο φορές ημερησίως
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνωΔόσηΈνα δισκίο δύο φορές ημερησίωςΗ διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και δεν θα πρέπει να συνεχίζεται μετά την εξαφάνιση των συμπτωμάτων. Συνιστάται να περιορίζεται η θεραπεία στις 10 ημέρες περίπου. Μετά τη βελτίωση της συμφορητικής κατάστασης των βλεννογόνων των ανώτερων αεραγωγών, η θεραπεία μπορεί να διατηρείται με λοραταδίνη μόνο, εάν είναι απαραίτητο.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετώνΔεν συνιστάται για χρήση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 60 ετών)Δεν θα πρέπει να χορηγείται. Πιθανότερο να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε συμπαθομιμητικά φάρμακα.
-
Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργίαΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
block
SPC-CLARITYNE D
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε αδρενεργικά φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Λήψη θεραπείας με μη αντιστρεπτούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO) ή κατά τη διάρκεια των 2 εβδομάδων μετά τη διακοπή μιας τέτοιας θεραπείας.
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
-
Κατακράτηση ούρων
-
Καρδιαγγειακές νόσους, όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμία και σοβαρή υπέρταση
-
Υπερθυρεοειδισμός
-
Ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή με παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου
-
Σε συνδυασμό με άλλα αγγειοσυσταλτικά, όπως βρωμοκρυπτίνη, περγολίδη, λισουρίδη, καβεργολίνη, εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη ή οποιοδήποτε άλλο αποσυμφορητικό φάρμακο, χρησιμοποιούμενο ως ρινικό αποσυμφορητικό, είτε από τη στοματική οδό είτε από τη ρινική οδό (όπως φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, οξυμεταζολίνη, ναφαζολίνη).
warning
SPC-CLARITYNE D
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσεις
-
Ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνω
-
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
-
Ενημέρωση ασθενών για διακοπή θεραπείαςΗ θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση υπέρτασης, ταχυκαρδίας, αισθήματος παλμών ή καρδιακής αρρυθμίας, ναυτίας ή οποιουδήποτε άλλου νευρολογικού σημείου (όπως κεφαλαλγία ή αυξημένη κεφαλαλγία).
-
Διέγερση κεντρικού νευρικού συστήματοςΠιθανότερες σε παιδιά, σε ηλικιωμένους ή σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας
-
Προσοχή σε συγκεκριμένες καταστάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα, παρουσιάζουν καρδιακές αρρυθμίες, υπέρταση, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, σακχαρώδη διαβήτη, απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης ή έχουν θετικό αναμνηστικό βρογχόσπασμου.
-
Προσοχή σε συγκεκριμένες καταστάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με στενωτικό πεπτικό έλκος, πυλωροδωδεκαδακτυλική απόφραξη και απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης.
-
Συμπαθομιμητικές δράσεις από χορήγηση ψευδοεφεδρίνηςΜπορεί να προκαλέσει αυξημένη αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία ή εκδηλώσεις διέγερσης του κεντρικού νευρικού συστήματος.
-
Συνδυασμός με αναστολείς ΜΑΟΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση συμπαθομιμητικών και αντιστρεπτών αναστολέων ΜΑΟ (όπως η λινεζολίδη [μη εκλεκτικός] και η μοκλοβεμίδη [ΜΑΟ-Α εκλεκτικός]).
-
Προσοχή σε ταυτόχρονη θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με άλλα συμπαθομιμητικά, συμπεριλαμβανομένων αποσυμφορητικών, ανορεξιογόνων ή αμφεταμινικού τύπου ψυχοδιεγερτικών, αντιυπερτασικών παραγόντων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και άλλων αντιισταμινικών.
-
Προσοχή σε ταυτόχρονη θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αγγειοσυσταλτικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας.
-
Κίνδυνος κατάχρησης θειικής ψευδοεφεδρίνηςΑυξημένες δόσεις μπορεί τελικά να προκαλέσουν τοξικότητα. Η συνεχής χρήση μπορεί να οδηγήσει σε ανοχή, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο υπερδοσολογίας. Η απότομη απόσυρση μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη.
-
Περιεγχειρητική οξεία υπέρτασηΕάν έχει προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση, είναι προτιμότερο να διακοπεί η θεραπεία 24 ώρες πριν την αναισθησία.
-
Αθλητές
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζη και σακχαρόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη ή στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης.
-
Δερματικές δοκιμασίεςΗ χορήγηση του CLARITYNE-D θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 48 ώρες πριν από δερματικές δοκιμασίες, καθώς τα αντιισταμινικά μπορεί να αναστείλουν ή να καταστείλουν τις, υπό άλλες συνθήκες, θετικές αντιδράσεις στον δείκτη δερματικής αντιδραστικότητας.
swap_horiz
SPC-CLARITYNE D
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟινόπνευμαΠαρακολούθησηΗ λοραταδίνη δεν παρουσιάζει ενισχυτικές επιδράσεις, όπως μετρήθηκε σε μελέτες ψυχοκινητικής απόδοσης.
-
Αναστολείς CYP3A4 και CYP2D6ΠαρακολούθησηΑυξάνουν την έκθεση στη λοραταδίνη και στη δεσλοραταδίνη. Ωστόσο, λόγω του ευρέος θεραπευτικού δείκτη της λοραταδίνης, δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
-
ΠαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
-
Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (αντιστρεπτοί ή μη)ΑντένδειξηΜπορεί να προκαλέσουν κρίσιμες αντιδράσεις υπέρτασης.
-
Συμπαθομιμητικά φάρμακαΠαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τη δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων.
-
Μη συνιστάταιΚίνδυνος αγγειοσυστολής και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
-
Μη συνιστάταιΚίνδυνος αγγειοσυστολής και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
-
Άλλα αγγειοσυσταλτικά (π.χ. φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, οξυμεταζολίνη, ναφαζολίνη)Μη συνιστάταιΚίνδυνος αγγειοσυστολής.
-
ΑντιόξιναΠαρακολούθησηΑυξάνουν τον ρυθμό απορρόφησης της θειικής ψευδοεφεδρίνης.
-
ΚαολίνηΠαρακολούθησηΜειώνει τον ρυθμό απορρόφησης της θειικής ψευδοεφεδρίνης.
sick
SPC-CLARITYNE D
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δίψα
- Νευρικότητα
- υπνηλία
- κατάθλιψη
- διέγερση
- ανορεξία
- Αϋπνία
- Σύγχυση
- τρόμος
- αυξημένη εφίδρωση
- εξάψεις
- αλλοίωση γεύσης
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- σπασμοί
- Μη φυσιολογική δακρύρροια
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Καρδιακές αρρυθμίες
- Επίσταξη
- Φαρυγγίτιδα
- ρινίτιδα
- Βήχας
- βρογχόσπασμος
- Δυσκοιλιότητα
- ναυτία
- ξηροστομία
- γαστρίτιδα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- εξάνθημα
- Συχνουρία και διαταραχή ούρησης
- Κατακράτηση ούρων
- Κεφαλαλγία
- κόπωση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία, εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα)
- Υπέρταση
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνήΔίψαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνήΝευρικότητα, υπνηλία, κατάθλιψη, διέγερση, ανορεξίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνήΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνήΣύγχυση, τρόμος, αυξημένη εφίδρωση, εξάψεις, αλλοίωση γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνήΜη φυσιολογική δακρύρροιαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνήΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνήΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνήΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνήΕπίσταξηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνήΦαρυγγίτιδα, ρινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνήΔυσκοιλιότητα, ναυτία, ξηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνήΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνήΣυχνουρία και διαταραχή ούρησηςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνήΚεφαλαλγία, κόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιαΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία, εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΊλιγγος, σπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΚαρδιακές αρρυθμίεςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΒήχας, βρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιαΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιαΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιαΚατακράτηση ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΑυξημένη όρεξη, εξάνθημα και γαστρίτιδα (μόνο για λοραταδίνη)Άγνωστο
pregnant_woman
SPC-CLARITYNE D
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΗ ασφαλής χρήση του CLARITYNE-D κατά την κύηση δεν έχει τεκμηριωθεί, ωστόσο η εμπειρία από έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης κατά την κύηση σε ανθρώπους δεν καταδεικνύει κάποια αύξηση στη συχνότητα των δυσπλασιών σε σύγκριση με την επίπτωση στον γενικό πληθυσμό. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγικής ικανότητας σε πειραματόζωα δεν είναι πάντα προγνωστικές της ανθρώπινης ανταπόκρισης και λόγω των αγγειοσυσταλτικών ιδιοτήτων της ψευδοεφεδρίνης, το CLARITYNE-D δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
Γαλουχίαδεν θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΤα φυσικοχημικά δεδομένα υποδηλώνουν την απέκκριση λοραταδίνης και ψευδοεφεδρίνης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Έχει αναφερθεί μειωμένη παραγωγή γάλακτος σε θηλάζουσες μητέρες με την ψευδοεφεδρίνη. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομέναΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα στους άνδρες και στις γυναίκες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CLARITYNE D
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά - H1 ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06A X13. Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ομάδα ρινικών αποσυμφορητικών για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: R01BA52. ### Μηχανισμός δράσης Η λοραταδίνη είναι ένα…
biotech
SPC-CLARITYNE D
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Λοραταδίνη * Απορρόφηση: Η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και επαρκώς. Η ταυτόχρονη κατάποση τροφής μπορεί να καθυστερήσει ελάχιστα την απορρόφηση της λοραταδίνης αλλά χωρίς να επηρεάσει την κλινική δράση. Η βιοδιαθεσιμότητα της…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: Ένα CLARITYNE-D δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης δύο φορές ημερησίως με ένα ποτήρι νερό.
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και δεν θα πρέπει να συνεχίζεται μετά την εξαφάνιση των συμπτωμάτων. Συνιστάται να περιορίζεται η θεραπεία στις 10 ημέρες περίπου, αφού κατά τη χρόνια χορήγηση η δραστικότητα της ψευδοεφεδρίνης μπορεί να μειωθεί. Μετά τη βελτίωση της συμφορητικής κατάστασης των βλεννογόνων των ανώτερων αεραγωγών, η θεραπεία μπορεί να διατηρείται με λοραταδίνη μόνο, εάν είναι απαραίτητο.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του CLARITYNE-D σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Tο CLARITYNE-D δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Το προϊόν συνδυασμού δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 60 ετών. Ασθενείς ηλικίας 60 ετών ή μεγαλύτεροι είναι πιθανότερο να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε συμπαθομιμητικά φάρμακα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία: Το προϊόν συνδυασμού δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση. Το δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης πρέπει να καταπίνεται ακέραιο (χωρίς θρυμματισμό, θραύση ή μάσημα). Το δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε αδρενεργικά φαρμακευτικά προϊόντα. Καθώς το CLARITYNE-D περιέχει ψευδοεφεδρίνη, αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μη αντιστρεπτούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO) ή κατά τη διάρκεια των 2 εβδομάδων μετά τη διακοπή μιας τέτοιας θεραπείας, καθώς και σε ασθενείς με:
- γλαύκωμα κλειστής γωνίας,
- κατακράτηση ούρων,
- καρδιαγγειακές νόσους, όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμία και σοβαρή υπέρταση,
- υπερθυρεοειδισμό,
- ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή με παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Αυτό οφείλεται στην άλφα-μιμητική δράση της ψευδοεφεδρίνης, σε συνδυασμό με άλλα αγγειοσυσταλτικά, όπως βρωμοκρυπτίνη, περγολίδη, λισουρίδη, καβεργολίνη, εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη ή οποιοδήποτε άλλο αποσυμφορητικό φάρμακο, χρησιμοποιούμενο ως ρινικό αποσυμφορητικό, είτε από τη στοματική οδό είτε από τη ρινική οδό (όπως φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, οξυμεταζολίνη, ναφαζολίνη).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Όταν χορηγείται ταυτόχρονα με οινόπνευμα, η λοραταδίνη δεν παρουσιάζει ενισχυτικές επιδράσεις, όπως μετρήθηκε σε μελέτες ψυχοκινητικής απόδοσης.
Έχει δειχθεί ότι οι αναστολείς του CYP3A4 και του CYP2D6 αυξάνουν την έκθεση στη λοραταδίνη και στη δεσλοραταδίνη. Ωστόσο, λόγω του ευρέος θεραπευτικού δείκτη της λοραταδίνης, δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις και δεν παρατηρήθηκαν τέτοιες με ταυτόχρονη χορήγηση ερυθρομυκίνης, κετοκοναζόλης και σιμετιδίνης στις πραγματοποιηθείσες κλινικές δοκιμές (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων μονοαμινοξειδάσης (αντιστρεπτών ή μη αντιστρεπτών) και συμπαθομιμητικών φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει κρίσιμες αντιδράσεις υπέρτασης.
Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα μπορεί να μειώσουν τη δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων.
Οι ακόλουθοι συνδυασμοί δεν συνιστώνται:
- Βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη, περγολίδη: κίνδυνος αγγειοσυστολής και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
- Διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομητρίνη: κίνδυνος αγγειοσυστολής και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
- Αντιστρεπτός(οι) και μη αντιστρεπτός(οι) αναστολέας(είς) ΜΑΟ: κίνδυνος αγγειοσυστολής και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
- Άλλα αγγειοσυσταλτικά, χρησιμοποιούμενα ως ρινικά αποσυμφορητικά από τη στοματική ή τη ρινική οδό (όπως φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, οξυμεταζολίνη, ναφαζολίνη): κίνδυνος αγγειοσυστολής.
Τα αντιόξινα αυξάνουν τον ρυθμό απορρόφησης της θειικής ψευδοεφεδρίνης, η καολίνη τον μειώνει.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών επιπλέον του εικονικού φαρμάκου για τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 5 mg/120 mg παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνή (> 1/10), συχνή (> 1/100, < 1/10), όχι συχνή (> 1/1.000, < 1/100), σπάνια (> 1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνια (< 1/10.000) και μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία Οργανικό Σύστημα | Κατηγορία Συχνότητας | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνή | Δίψα |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνή | Νευρικότητα, υπνηλία, κατάθλιψη, διέγερση, ανορεξία |
| Πολύ συχνή | Αϋπνία | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνή | Σύγχυση, τρόμος, αυξημένη εφίδρωση, εξάψεις, αλλοίωση γεύσης |
| Συχνή | Ζάλη | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνή | Μη φυσιολογική δακρύρροια |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνή | Εμβοές |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνή | Αίσθημα παλμών |
| Συχνή | Ταχυκαρδία | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Όχι συχνή | Επίσταξη |
| Συχνή | Φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνή | Δυσκοιλιότητα, ναυτία, ξηροστομία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνή | Κνησμός |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνή | Συχνουρία και διαταραχή ούρησης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνή | Κεφαλαλγία, κόπωση |
Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που αναφέρθηκαν κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα:
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Κατηγορία Συχνότητας | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνια | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία, εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ σπάνια | Ίλιγγος, σπασμοί |
| Καρδιακές διαταραχές | Πολύ σπάνια | Καρδιακές αρρυθμίες |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ σπάνια | Υπέρταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πολύ σπάνια | Βήχας, βρογχόσπασμος |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Πολύ σπάνια | Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ σπάνια | Αλωπεκία |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ σπάνια | Κατακράτηση ούρων |
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρθηκαν μόνο για τη λοραταδίνη σε κλινικές δοκιμές και κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, περιλαμβάνουν αυξημένη όρεξη, εξάνθημα και γαστρίτιδα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: 213 2040380/337 Φαξ: 210 6549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ούτε η λοραταδίνη ούτε ο συνδυασμός λοραταδίνης και ψευδοεφεδρίνης ή ήταν τερατογονικοί σε μελέτες με πειραματόζωα. Η ασφαλής χρήση του CLARITYNE-D κατά την κύηση δεν έχει τεκμηριωθεί, ωστόσο η εμπειρία από έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης κατά την κύηση σε ανθρώπους δεν καταδεικνύει κάποια αύξηση στη συχνότητα των δυσπλασιών σε σύγκριση με την επίπτωση στον γενικό πληθυσμό.
Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγικής ικανότητας σε πειραματόζωα δεν είναι πάντα προγνωστικές της ανθρώπινης ανταπόκρισης και λόγω των αγγειοσυσταλτικών ιδιοτήτων της ψευδοεφεδρίνης, το CLARITYNE-D δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Τα φυσικοχημικά δεδομένα υποδηλώνουν την απέκκριση λοραταδίνης και ψευδοεφεδρίνης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Έχει αναφερθεί μειωμένη παραγωγή γάλακτος σε θηλάζουσες μητέρες με την ψευδοεφεδρίνη. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, το CLARITYNE-D δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα στους άνδρες και στις γυναίκες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά - H1 ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06A X13.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ομάδα ρινικών αποσυμφορητικών για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: R01BA52.
Μηχανισμός δράσης
Η λοραταδίνη είναι ένα τρικυκλικό αντιισταμινικό με εκλεκτική, περιφερική δράση στους H1-υποδοχείς.
Η θειική ψευδοεφεδρίνη (θειική d-ισοεφεδρίνη) είναι ένας συμπαθομιμητικός παράγοντας με κυρίως α-μιμητική δράση σε σύγκριση με τη β-δράση. Η θειική ψευδοεφεδρίνη παρουσιάζει ρινική αποσυμφορητική δράση μετά την από στόματος χορήγηση, λόγω της αγγειοσυσταλτικής της δράσης. Έχει έμμεση συμπαθομιμητική δράση, λόγω κυρίως της απελευθέρωσης αδρενεργικών μεσολαβητών από τις μεταγαγγλιακές νευρικές απολήξεις.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η φαρμακοδυναμική των δισκίων CLARITYNE-D σχετίζεται άμεσα με εκείνη των συστατικών τους.
Η λοραταδίνη δεν έχει κλινικά σημαντικές κατασταλτικές ή αντιχολινεργικές ιδιότητες στην πλειονότητα του πληθυσμού και όταν χρησιμοποιείται στη συνιστώμενη δοσολογία.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας, δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στα ζωτικά σημεία, στις τιμές των εργαστηριακών εξετάσεων, στις φυσικές εξετάσεις ή στα ηλεκτροκαρδιογραφήματα.
Η λοραταδίνη δεν έχει σημαντική δράση στους H1-υποδοχείς. Δεν αναστέλλει την πρόσληψη της νορεπινεφρίνης και πρακτικά δεν έχει επίδραση στην καρδιαγγειακή λειτουργία ή στην ενδογενή δράση του καρδιακού βηματοδότη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CLARITYNE D
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Λοραταδίνη
- Απορρόφηση: Η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και επαρκώς. Η ταυτόχρονη κατάποση τροφής μπορεί να καθυστερήσει ελάχιστα την απορρόφηση της λοραταδίνης αλλά χωρίς να επηρεάσει την κλινική δράση. Η βιοδιαθεσιμότητα της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη είναι ανάλογη της δόσης. Αύξηση της συγκέντρωσης της λοραταδίνης στο πλάσμα έχει αναφερθεί με ταυτόχρονη χρήση με κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη και σιμετιδίνη σε ελεγχόμενες δοκιμές, αλλά χωρίς κλινικά σημαντικές μεταβολές.
- Κατανομή: Η λοραταδίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (97% έως 99%) και ο ενεργός κύριος μεταβολίτης της, η δεσλοραταδίνη (DL), σε μέτριο βαθμό (73% έως 76%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημίσειας ζωής της κατανομής της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα είναι περίπου 1 και 2 ώρες, αντίστοιχα.
- Βιομετασχηματισμός: Μετά την από στόματος χορήγηση, η λοραταδίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, κυρίως από τα CYP3A4 και CYP2D6. Ο κύριος μεταβολίτης, η δεσλοραταδίνη (DL), είναι φαρμακολογικά ενεργός και υπεύθυνος για μεγάλο μέρος της κλινικής δράσης. Η λοραταδίνη και η DL φτάνουν στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Tmax) μεταξύ 1-1,5 ώρα και 1,5-3,7 ωρών μετά τη χορήγηση, αντίστοιχα.
- Αποβολή: Περίπου 40% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 42% στα κόπρανα σε χρονικό διάστημα 10 ημερών και κυρίως με τη μορφή συζευγμένων μεταβολιτών. Περίπου 27% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα κατά τις πρώτες 24 ώρες. Λιγότερο από το 1% της δραστικής ουσίας απεκκρίνεται αμετάβλητη σε ενεργή μορφή, ως λοραταδίνη ή DL. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι 8,4 ώρες (εύρος = 3 έως 20 ώρες) για τη λοραταδίνη και 28 ώρες (εύρος = 8,8 έως 92 ώρες) για τον ενεργό μεταβολίτη.
Νεφρική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία, τόσο η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη (AUC) όσο και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (Cmax) αυξήθηκαν για τη λοραταδίνη και τον ενεργό μεταβολίτη της, σε σύγκριση με τις AUC και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (Cmax) σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της δεν διέφεραν σημαντικά. Η αιμοδιύλυση δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της λοραταδίνης ή του ενεργού μεταβολίτη της.
Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατοπάθεια, η AUC και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (Cmax) της λοραταδίνης ήταν διπλάσια, ενώ το φαρμακοκινητικό προφίλ του ενεργού μεταβολίτη δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής της λοραταδίνης και του μεταβολίτη της ήταν 24 και 37 ώρες αντίστοιχα και αυξάνονταν με την αύξηση της σοβαρότητας της ηπατοπάθειας.
Ηλικιωμένοι: Το φαρμακοκινητικό προφίλ της λοραταδίνης και των μεταβολιτών της είναι συγκρίσιμο σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε υγιείς γηριατρικούς εθελοντές.
Θειική ψευδοεφεδρίνη
- Απορρόφηση: Μετά την από στόματος χορήγηση, η θειική ψευδοεφεδρίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως. Η έναρξη δράσης παρουσιάζεται εντός 30 λεπτών και μία δόση των 60 mg έχει αποσυμφορητική δράση που διαρκεί από 4 έως 6 ώρες. Η τροφή μπορεί να αυξήσει την ποσότητα της λοραταδίνης που απορροφάται, αλλά χωρίς κλινικώς σημαντικά αποτελέσματα. Δεν παρατηρείται το ίδιο με την ψευδοεφεδρίνη.
- Κατανομή: Η ψευδοεφεδρίνη θεωρείται ότι διέρχεται τον πλακούντα και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η δραστική ουσία απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των θηλαζουσών γυναικών.
- Βιομετασχηματισμός: Η θειική ψευδοεφεδρίνη υφίσταται ατελή ηπατικό μεταβολισμό μέσω Ν-απομεθυλίωσης προς έναν ανενεργό μεταβολίτη.
- Αποβολή: Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της στους ανθρώπους, με pH ούρων περίπου 6, κυμαίνεται από 5 έως 8 ώρες. Η δραστική ουσία και ο μεταβολίτης της απεκκρίνονται στα ούρα, με το 55-75% της χορηγηθείσας δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητη. Ο ρυθμός απέκκρισης επιταχύνεται και η διάρκεια δράσης μειώνεται σε όξινα ούρα (pH 5). Σε περίπτωση αλκαλοποίησης των ούρων, λαμβάνει χώρα μερική επαναρρόφηση.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας άλφα- και βήτα-αδρενεργικός αγωνιστής που μπορεί επίσης να ενισχύσει την απελευθέρωση νορεπινεφρίνης. Έχει χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία διαφόρων διαταραχών, συμπεριλαμβανομένου του άσθματος, της καρδιακής ανεπάρκειας, της ρινίτιδας και της ακράτειας ούρων, καθώς και για τις κεντρικές διεγερτικές του επιδράσεις στη θεραπεία της ναρκοληψίας και της κατάθλιψης. Η χρήση του έχει μειωθεί με την εμφάνιση πιο εκλεκτικών αγωνιστών. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία της ρινικής συμφόρησης, της ιγμορικής συμφόρησης, της συμφόρησης της ευσταχιανής σάλπιγγας και της αγγειοκινητικής ρινίτιδας, και ως συμπληρωματική θεραπεία με άλλους παράγοντες στη βέλτιστη θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας, της λαρυγγοτραχειίτιδας, της ιγμορίτιδας, της μέσης ωτίτιδας και της τραχειοβρογχίτιδας. Χρησιμοποιείται επίσης ως θεραπεία πρώτης γραμμής για την πριαπισμό.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ψευδοεφεδρίνη είναι ένας συμπαθομιμητικός παράγοντας, δομικά παρόμοιος με την εφεδρίνη, που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση της ρινικής και ιγμορικής συμφόρησης και τη μείωση της ωταλγίας που σχετίζεται με τα αεροπορικά ταξίδια σε ενήλικες. Τα άλατα υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη και θειική ψευδοεφεδρίνη βρίσκονται σε πολλά σκευάσματα χωρίς ιατρική συνταγή, είτε ως μονοσυστατικά σκευάσματα, είτε συχνότερα σε συνδυασμό με αντιισταμινικά ή/και παρακεταμόλη/ιβουπροφαίνη. Σε αντίθεση με τα αντιισταμινικά, τα οποία τροποποιούν τη συστηματική αλλεργική απόκριση που μεσολαβείται από την ισταμίνη, η ψευδοεφεδρίνη χρησιμεύει μόνο για την ανακούφιση της ρινικής συμφόρησης που συνήθως σχετίζεται με κρυολογήματα ή αλλεργίες. Το πλεονέκτημα της από του στόματος ψευδοεφεδρίνης έναντι των τοπικών ρινικών σκευασμάτων, όπως η οξυμεταζολίνη, είναι ότι δεν προκαλεί αναπηδηματική συμφόρηση (ρινίτιδα από φάρμακα).
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ψευδοεφεδρίνη δρα απευθείας τόσο στους άλφα- όσο και, σε μικρότερο βαθμό, στους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς. Μέσω της άμεσης δράσης στους άλφα-αδρενεργικούς υποδοχείς στον βλεννογόνο της αναπνευστικής οδού, η ψευδοεφεδρίνη προκαλεί αγγειοσύσπαση. Η ψευδοεφεδρίνη χαλαρώνει τους λείους μύες των βρόγχων διεγείροντας τους βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς. Όπως η εφεδρίνη, η ψευδοεφεδρίνη απελευθερώνει νορεπινεφρίνη από τις αποθήκες της, μια έμμεση επίδραση.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η ψευδοεφεδρίνη απορροφάται εύκολα και σχεδόν πλήρως από το ΓΕΣ και δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολισμού πρώτης διόδου.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
9-16 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ψευδοεφεδρίνη δεν συνδέεται με ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος στο εύρος συγκεντρώσεων 50 έως 2000 ng/mL.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Οι συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις περιλαμβάνουν νευρικότητα, ανησυχία και αϋπνία. Σπάνιες ανεπιθύμητες αντιδράσεις περιλαμβάνουν δυσκολία/πόνο κατά την ούρηση, ζάλη/ίλιγγο, αίσθημα παλμών, πονοκέφαλο, αυξημένη εφίδρωση, ναυτία/εμετό, τρόμο, δυσκολία στην αναπνοή, ασυνήθιστη ωχρότητα και αδυναμία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ψευδοεφεδρίνη προκαλεί αγγειοσυστολή, η οποία οδηγεί σε αποσυμφορητικό αποτέλεσμα. Έχει μικρή διάρκεια δράσης, εκτός εάν παρασκευάζεται ως προϊόν παρατεταμένης αποδέσμευσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο διέγερσης του κεντρικού νευρικού συστήματος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ψευδοεφεδρίνη δρα κυρίως ως αγωνιστής των άλφα-αδρενεργικών υποδοχέων και λιγότερο ισχυρά ως αγωνιστής των βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων. Αυτή η αγωνιστική δράση στους αδρενεργικούς υποδοχείς παράγει αγγειοσυστολή, η οποία χρησιμοποιείται ως αποσυμφορητικό και ως θεραπεία της πριαπισμού. Η ψευδοεφεδρίνη είναι επίσης αναστολέας των μεταφορέων νορεπινεφρίνης, ντοπαμίνης και σεροτονίνης. Οι συμπαθομιμητικές επιδράσεις της ψευδοεφεδρίνης περιλαμβάνουν αύξηση της μέσης αρτηριακής πίεσης, της καρδιακής συχνότητας και της χρονοτροπικής απόκρισης του δεξιού κόλπου. Η ψευδοεφεδρίνη είναι επίσης μερικός αγωνιστής του περιπρωκτικού μυός. Η ψευδοεφεδρίνη αναστέλλει επίσης το NF-kappa-B, το NFAT και το AP-1.
- Οι πράκτορες αυτοί /βρογχοδιασταλτικά/ δρουν στους βήτα-2 υποδοχείς για να χαλαρώσουν τους βρογχικούς λείους μύες & τα περιφερικά αγγεία, προφανώς διεγείροντας την παραγωγή κυκλικής αδενοσίνης-3,5-μονοφωσφορικής (cAMP)…
Η ψευδοεφεδρίνη δρα στους άλφα-αδρενεργικούς υποδοχείς της βλεννογόνου της αναπνευστικής οδού, προκαλώντας αγγειοσυστολή. Το φάρμακο συρρικνώνει τους πρησμένους ρινικούς βλεννογόνους· μειώνει τη συμφόρηση, το οίδημα και τη ρινική συμφόρηση· και αυξάνει τη διαβατότητα της ρινικής αεροφόρου οδού. Επίσης, η αποστράγγιση των ρινικών εκκρίσεων μπορεί να αυξηθεί και τα αποφραγμένα στομιαία ακουστικά σωλήνες μπορεί να ανοίξουν.
Οι φαρμακολογικές ιδιότητες του παραγώγου εφεδρίνης, ψευδοεφεδρίνης, διερευνήθηκαν σε πυρηνικό επίπεδο. Μετά από ενδοπεριτοναϊκή έγχυση αρουρών Sprague Dawley με ψευδοεφεδρίνη, η επαγωγή Fos μετρήθηκε σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου με Western blots και ανοσοκυτταροχημεία. Η ψευδοεφεδρίνη προκάλεσε ανοσοαντιδραστικότητα τύπου Fos στον πυρήνα accumbens και το ραβδωτό σώμα με τρόπο εξαρτώμενο από τον χρόνο και τη συγκέντρωση, με μέγιστο αποτέλεσμα στα 60 mg/kg 2 ώρες μετά την έγχυση. Ανοσοκυτταροχημικές μελέτες επιβεβαίωσαν ότι η πλειονότητα του σήματος ήταν ανιχνεύσιμη στον πυρήνα accumbens και το ραβδωτό σώμα. Η προ-έγχυση με τον ανταγωνιστή των D1 ντοπαμινεργικών υποδοχέων SCH23390 μπλόκαρε μερικώς και πλήρως την επαγωγή Fos-like ανοσοαντιδραστικότητας στον ραβδωτό σώμα και τον πυρήνα accumbens, αντίστοιχα, υποδηλώνοντας ότι η δράση της ψευδοεφεδρίνης μεσολαβείται μέσω της απελευθέρωσης ντοπαμίνης και οδηγεί στην ενεργοποίηση των D1 ντοπαμινεργικών υποδοχέων. Με εξαίρεση τις υψηλότερες απαιτούμενες δόσεις, οι δράσεις της ψευδοεφεδρίνης ήταν παρόμοιες με αυτές που περιγράφηκαν προηγουμένως για την ψυχοδιεγερτική αμφεταμίνη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 240mg ψευδοεφεδρίνης φτάνει σε Cmax 246.3±10.5ng/mL με τροφή και 272.5±13.4ng/mL χωρίς τροφή, με Tmax 6.60±1.38h με τροφή και 11.87±0.72h χωρίς τροφή, με AUC 6862.0±334.1ngh/mL με τροφή και 7535.1±333.0ngh/mL χωρίς τροφή.
55-75% μιας από του στόματος δόσης ανιχνεύεται στα ούρα ως αμετάβλητη ψευδοεφεδρίνη.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ψευδοεφεδρίνης είναι 2.6-3.3L/kg.
Μια από του στόματος δόση 60mg ψευδοεφεδρίνης έχει κάθαρση 5.9±1.7mL/min/kg.
Απέκκριση: Νεφρική. Περίπου 55 έως 75% μιας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητη. Ο ρυθμός απέκκρισης επιταχύνεται σε όξινα ούρα.
Κάψουλες από του στόματος που περιέχουν 100 mg υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης και διαφορετικούς βαθμούς αλγινικού νατρίου παρασκευάστηκαν και μελετήθηκαν για να προσδιοριστεί η διάλυση του φαρμάκου, η διείσδυση του διαλύματος στα σφαιρίδια και η βιοδιαθεσιμότητα των σκευασμάτων σε 16 υγιείς εθελοντές (ηλικίας 19-24 ετών) χρησιμοποιώντας τυχαιοποιημένο σχέδιο διασταύρωσης. Στο pH 1.2, δεν υπήρχε διαφορά στη διάλυση μεταξύ των σκευασμάτων. Στο pH 7.2, οι ρυθμοί αποδέσμευσης συσχετίστηκαν με τον βαθμό ιξώδους του αλγινικού νατρίου. Οι δοκιμές βιοδιαθεσιμότητας επιβεβαίωσαν ότι οι κάψουλες που περιείχαν υψηλούς βαθμούς ιξώδους αλγινικού οδηγούσαν σε αργή αποδέσμευση, με χρόνο για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης 6.5 ώρες, και καμία απώλεια στην ποσότητα του απορροφούμενου φαρμάκου. Συμπεράνθηκε ότι οι κάψουλες ψευδοεφεδρίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να παρασκευαστούν με υψηλούς βαθμούς ιξώδους αλγινικού νατρίου. /Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη/
Η αποδέσμευση υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης από σφαιρίδια επικαλυμμένα με διαφορετικά επίπεδα Eudragit S-100 και Eudragit RS μελετήθηκε. Μελέτες διάλυσης in vitro έδειξαν ότι τα επίπεδα επικάλυψης, οι τύποι ρητινών και οι τύποι πλαστικοποιητών στο φιλμ έπαιζαν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των προφίλ ρυθμού αποδέσμευσης του φαρμάκου. Η αποδέσμευση του φαρμάκου φάνηκε να ακολουθεί κινητική πρώτης τάξης. Μια επικάλυψη 2% Eudragit S-100 εξάλειψε το σχηματισμό μαλακών συσσωματωμάτων που παρατηρούνται συχνά με σφαιρίδια επικαλυμμένα με Eudragit RS. Η επικάλυψη Eudragit S-100 συνέβαλε επίσης στην επιβράδυνση της αποδέσμευσης του φαρμάκου σε διαλύματα διάλυσης σε pH 1.2-6.5. Συμπεράνθηκε ότι η αποδέσμευση ψευδοεφεδρίνης από επικαλυμμένα σφαιρίδια εξαρτάται από τα επίπεδα επικάλυψης, τους τύπους ρητινών και τους τύπους πλαστικοποιητών που χρησιμοποιούνται. /Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη/
Μόνο τρία φάρμακα χρησιμοποιούνται συνήθως ως από του στόματος αποσυμφορητικά: φαινυλπροπανολαμίνη (PPA), ψευδοεφεδρίνη (PDE) και φαινυλεφρίνη (PE). Είναι όλα χειρόμορφα φάρμακα που υπάρχουν ως στερεοϊσομερή. Είναι πιθανό κάθε εναντιομερές να παρουσιάζει σημαντικές εναντιοεκλεκτικές διαφορές ως προς τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις. Τόσο η PPA όσο και η PDE απορροφώνται πλήρως και γρήγορα, ενώ η PE, με βιοδιαθεσιμότητα μόνο περίπου 38%, υπόκειται σε μεταβολισμό στο εντερικό τοίχωμα και θεωρείται ότι απορροφάται ακανόνιστα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μεταξύ 0.5 και 2 ωρών μετά τη χορήγηση. Και τα τρία φάρμακα κατανέμονται εκτενώς σε εξωαγγειακούς χώρους (φαινόμενος όγκος κατανομής μεταξύ 2.6 και 5.0 L/kg). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα πρωτεϊνικής σύνδεσης σε ανθρώπους. Ενώ η PPA και η PDE δεν μεταβολίζονται σημαντικά, η PE υφίσταται εκτεταμένη βιομετατροπή στο εντερικό τοίχωμα και στο ήπαρ. Η απέκκριση της PPA και της PDE είναι κυρίως νεφρική, με την απέκκριση στα ούρα να εξαρτάται από το pH. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής είναι σχετικά σύντομοι, περίπου 2.5 ώρες για την PE, 4 ώρες για την PPA και 6 ώρες για την PDE. Η απέκκριση της PPA και της PDE μπορεί να είναι ταχεία σε παιδιά και οι πράκτορες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Επιπλέον, η PPA αυξάνει τα επίπεδα πλάσματος της καφεΐνης και μειώνει την κάθαρση της θεοφυλλίνης. Η μειωμένη μεταβολισμός της PE συμβαίνει με ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης. Δεν έχει καθοριστεί άμεση σχέση μεταξύ της αποσυμφορητικής δράσης στη μύτη και της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για την ΨΕΥΔΟΕΦΕΔΡΙΝΗ (13 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η ψευδοεφεδρίνη συνδέεται 6.6±0.4% με την αλβουμίνη του ορού του ανθρώπου και 22.5±3.2% είναι συνδεδεμένη με πρωτεΐνες στον ορό. Η ψευδοεφεδρίνη συνδέεται 6.7±1.2% με την αλβουμίνη του ορού του ανθρώπου και 25.4±3.9% είναι συνδεδεμένη με πρωτεΐνες στον ορό του ανθρώπου.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ψευδοεφεδρίνη υφίσταται <1% N-απομεθυλίωση σε ανενεργό μεταβολίτη. Η πλειονότητα της ψευδοεφεδρίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα.
Η ψευδοεφεδρίνη μεταβολίζεται ατελώς (λιγότερο από 1%) στο ήπαρ μέσω N-απομεθυλίωσης σε έναν ανενεργό μεταβολίτη. Το φάρμακο και ο μεταβολίτης του απεκκρίνονται στα ούρα· 55-96% μιας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο.
D-ΨΕΥΔΟΕΦΕΔΡΙΝΗ ΔΙΝΕΙ D-NORΨΕΥΔΟΕΦΕΔΡΙΝΗ & L-ΨΕΥΔΟΕΦΕΔΡΙΝΗ ΔΙΝΕΙ L-NORΨΕΥΔΟΕΦΕΔΡΙΝΗ ΣΕ ΚΡΟΥΝΟ: DANN, RE ET AL, EUR J PHARMAC, 16, 233 (1971). /ΑΠΟ ΠΙΝΑΚΑ/
Η εφεδρίνη (EPH), η ψευδοεφεδρίνη (PEPH), η φαινυλπροπανολαμίνη (PPA), η μεθυλεφεδρίνη (MEPH) και η καθίνη είναι συμπαθομιμητικές αμίνες. … Μελέτες απέκκρισης των φαρμάκων που σχετίζονται με την εφεδρίνη πραγματοποιήθηκαν για την καλύτερη κατανόηση των μεταβολικών αποδόσεων των εφεδρινών στα ούρα. Μετά την κατανάλωση μιας εφάπαξ κλινικής δόσης κάθε ενός από αυτά τα φάρμακα, δείγματα ούρων από εθελοντές (n=3 για κάθε φάρμακο) υποβλήθηκαν σε εκχύλιση με τριτοταγές βουτύλιο-μεθυλαιθέρα (TBME) και παραγωγοποίηση με τριφθοροξικό οξύ (TFAA) πριν από ανάλυση με αεριοχρωματογραφία-φασματομετρία μάζας (GC-MS). Οι περισσότερες εφεδρίνες απεκκρίθηκαν αμετάβλητες στα ούρα, συμπεριλαμβανομένων των EPH (40.9%), PEPH (72.2%) και PPA (59.3%). Ωστόσο, μόνο μια σχετικά μικρή ποσότητα MEPH (15.5%) απεκκρίθηκε αμετάβλητη στα ούρα. Επιπλέον, βρέθηκε ίχνος PPA (1.6%) και καθίνης (0.7%) ως μεταβολίτες της EPH και PEPH, αντίστοιχα. Οι εφεδρίνες EPH, PEPH και PPA στα ούρα έφτασαν σε κορυφές σε 2-6 ώρες και εξαφανίστηκαν από τα ούρα περίπου 24-48 ώρες μετά τη χορήγηση. …
Ήπαρ. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 9-16 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ψευδοεφεδρίνης είναι 6.0 ώρες.
Σε δύο διαδοχικές μελέτες διπλής-τυφλής, παράλληλης ομάδας, εφάπαξ δόσης, 21 παιδιά έλαβαν είτε ψευδοεφεδρίνη, 30 ή 60 mg, είτε εικονικό φάρμακο, και 20 παιδιά έλαβαν είτε φαινυλπροπανολαμίνη, 20 ή 37.5 mg, είτε εικονικό φάρμακο. Πριν τη χορήγηση και σε διαστήματα έως 7 ώρες μετά τη χορήγηση, μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις ψευδοεφεδρίνης ή φαινυλπροπανολαμίνης στον ορό, και καταγράφηκαν ο παλμός και η αρτηριακή πίεση. Σε δύο παιδιά που έλαβαν κάθε φάρμακο, αυτές οι δοκιμές πραγματοποιήθηκαν επίσης στις 12 και 24 ώρες, και συλλέχθηκαν ούρα από τις 0 έως τις 12 και από τις 12 έως τις 24 ώρες. Σε παιδιά, οι μέσες (+/- SEM) τιμές του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής για την ψευδοεφεδρίνη, 3.1 +/- 0.5 ώρες, και για τη φαινυλπροπανολαμίνη, 2.6 +/- 0.6 ώρες, ήταν σημαντικά μικρότερες από αυτές που βρέθηκαν από άλλους ερευνητές σε ενήλικες. Η φαρμακοκινητική δεν ήταν εξαρτώμενη από τη δόση στα μελετώμενα εύρη δόσεων.
Το pH των ούρων μπορεί να επηρεάσει τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής της ψευδοεφεδρίνης, παρατείνοντάς τον όταν είναι αλκαλικό (pH 8) και μειώνοντάς τον όταν είναι όξινο (pH 5). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ψευδοεφεδρίνης κυμαίνεται από 3-6 ή 9-16 ώρες όταν το pH των ούρων είναι 5 ή 8, αντίστοιχα, ενώ όταν το pH των ούρων είναι 5.8, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου κυμαίνεται από 5-8 ώρες. Σε μια μελέτη σε παιδιά ηλικίας 6-12 ετών, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ψευδοεφεδρίνης ήταν κατά μέσο όρο περίπου 3 ώρες όταν το pH των ούρων ήταν 6.5.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Φάρμακα που έχουν σχεδιαστεί για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περάτων, γενικά ως αποτέλεσμα λοίμωξης (πιο συχνά από το κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης, π.χ., αλλεργική ρινίτιδα. Η φλεγμονή περιλαμβάνει οίδημα του βλεννογόνου που επενδύει τις ρινικές διόδους και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες. (Από PharmAssist, The Family Guide to Health and Medicine, 1993)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής
7CUC9DDI9F
ΨΕΥΔΟΕΦΕΔΡΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλφα-αγωνιστές αδρενεργικών
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλφα-αδρενεργικός Αγωνιστής
Η ψευδοεφεδρίνη είναι αλφα-αδρενεργικός αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της ψευδοεφεδρίνης είναι ως αλφα-αδρενεργικός αγωνιστής.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Φάρμακα που έχουν σχεδιαστεί για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περάτων, γενικά ως αποτέλεσμα λοίμωξης (πιο συχνά από το κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης, π.χ., αλλεργική ρινίτιδα. Η φλεγμονή περιλαμβάνει οίδημα του βλεννογόνου που επενδύει τις ρινικές διόδους και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες. (Από PharmAssist, The Family Guide to Health and Medicine, 1993)