Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01CA06 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PHENYLEPHRINE

Φαινυλεφρίνη

Oι α-αδρενεργικοί διεγέρτες προκαλούν μυδρίαση χωρίς κυκλοπληγία, λόγω άμεσης δράσης στον διαστολέα μυ της κόρης και μη σαφή επίδραση στον ακτινωτό μυ. Tο κυρίως χρησιμοποιούμενο φάρμακο είναι η φαινυλεφρίνη, που συνήθως συνδυάζεται με ένα αντιχολινεργικό για ενίσχυση του …

Chemical structure of PHENYLEPHRINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ως μυδριατικό. Aνακούφιση από ήπιους ερεθισμούς του επιπεφυκότα. Ως βοηθητικό στη θεραπεία της πρόσθιας ραγοειδίτιδας. Βλέπε και 11.6.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Για οφθαλμοσκοπήσεις ενστάλαξη 1 σταγόνας 5%. Για προεγχειρητική μυδρίαση 1 σταγόνα 5% ανά 15 λεπτά μέχρι 3-4 εφαρμογές. Σε μετεγχειρητική μυδρίαση ή σε πρόσθια ραγοειδίτιδα 1 σταγόνα 10%, 1-3 φορές την ημέρα.
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας, παιδιά και υπερτασικοί (για διάλυμα 10%).
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Σε νεογέννητα, ηλικιωμένα άτομα, υπερτασικούς, καρδιοπαθείς, διαβητικούς, πάσχοντες από υπερθυρεοειδισμό, βρογχικό άσθμα, αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια.
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Eνισχύει το μυδριατικό αποτέλεσμα των αντιχολινεργικών (βλ. 11.3.1). Σε απορρόφηση με συστηματική δράση βλ. κεφ. 2.7.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Παροδικός πόνος και αίσθημα νυγμών του οφθαλμού, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και πρόκληση οξέος γλαυκώματος (σε προδιατεθειμένα άτομα). Σπανίως αλλεργικές εκδηλώσεις. Σε απορρόφηση αναφέρονται συμπαθομιμητικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. κεφ. 2.7 και…
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης: Γενικά, οι α1-αδρενεργικοί υποδοχείς διαμεσολαβούν στη σύσπαση και την υπερτροφική ανάπτυξη των κυττάρων του λείου μυός. Οι α1-υποδοχείς είναι υποδοχείς 7-μεμβρανικών τομέων που συνδέονται με…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακολογία: Η φαινεφρίνη είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας. Χρησιμοποιείται ως ρινικό αποσυμφορητικό και καρδιοτονωτικό μέσο. Η φαινεφρίνη είναι αγωνιστής των μετασυναπτικών α1-υποδοχέων με μικρή επίδραση στους…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση * Η βιοδιαθεσιμότητα της φαινεφρίνης από το στόμα είναι 38%. * Κλινικά σημαντική συστηματική απορρόφηση οφθαλμικών σκευασμάτων είναι δυνατή, ιδιαίτερα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις και όταν ο κερατοειδής είναι…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η φαινεφρίνη μεταβολίζεται κυρίως από τις μονοαμινοξειδάσες Α και Β (MAO-A, MAO-B) και την SULT1A3. * Ο κύριος μεταβολίτης είναι το ανενεργό μετα-υδροξυμανδελικό οξύ. * Ακολουθούν τα θειικά συζεύγματα. * Η φαινεφρίνη μπορεί επίσης να…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση * Η βιοδιαθεσιμότητα της φαινεφρίνης από το στόμα είναι 38%. * Κλινικά σημαντική συστηματική απορρόφηση οφθαλμικών σκευασμάτων είναι δυνατή, ιδιαίτερα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις και όταν ο κερατοειδής είναι…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 11.3.2

Συμπαθητικομιμητικά (α-αδρενεργικοί διεγέρτες)

expand_more
Περιγραφή
Oι α-αδρενεργικοί διεγέρτες προκαλούν μυδρίαση χωρίς κυκλοπληγία, λόγω άμεσης δράσης στον διαστολέα μυ της κόρης και μη σαφή επίδραση στον ακτινωτό μυ. Tο κυρίως χρησιμοποιούμενο φάρμακο είναι η φαινυλεφρίνη, που συνήθως συνδυάζεται με ένα αντιχολινεργικό για ενίσχυση του μυδριατικού αποτελέσματος (βλ. 11.3.1). Tο μέγιστο της προκαλούμενης μυδρίασης μετά από ενστάλλαξη διαλύματος 10% παρατηρείται σε 1-1½ ώρα και υποχωρεί μετά από 6-12 ώρες.
Ενδείξεις
Ως μυδριατικό. Aνακούφιση από ήπιους ερεθισμούς του επιπεφυκότα. Ως βοηθητικό στη θεραπεία της πρόσθιας ραγοειδίτιδας. Βλέπε και 11.6.
Αντενδείξεις
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας, παιδιά και υπερτασικοί (για διάλυμα 10%).
Ανεπιθύμητες
Παροδικός πόνος και αίσθημα νυγμών του οφθαλμού, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και πρόκληση οξέος γλαυκώματος (σε προδιατεθειμένα άτομα). Σπανίως αλλεργικές εκδηλώσεις. Σε απορρόφηση αναφέρονται συμπαθομιμητικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. κεφ. 2.7 και γενική εισαγωγή) ιδιαίτερα με το διάλυμα 10%.
Αλληλεπιδράσεις
Eνισχύει το μυδριατικό αποτέλεσμα των αντιχολινεργικών (βλ. 11.3.1). Σε απορρόφηση με συστηματική δράση βλ. κεφ. 2.7.
Προειδοποιήσεις
Σε νεογέννητα, ηλικιωμένα άτομα, υπερτασικούς, καρδιοπαθείς, διαβητικούς, πάσχοντες από υπερθυρεοειδισμό, βρογχικό άσθμα, αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια.
Δοσολογία
Για οφθαλμοσκοπήσεις ενστάλαξη 1 σταγόνας 5%. Για προεγχειρητική μυδρίαση 1 σταγόνα 5% ανά 15 λεπτά μέχρι 3-4 εφαρμογές. Σε μετεγχειρητική μυδρίαση ή σε πρόσθια ραγοειδίτιδα 1 σταγόνα 10%, 1-3 φορές την ημέρα.
Σκευάσματα
569 PHENYLEPHRINE/COOPER/Κοπερ: ey.dro. sol 5% fl x 10ml, 10 % fl x 10ml 11.4 Aντιγλαυκωματικά Kύριος σκοπός της αντιγλαυκωματικής θεραπείας παραμένει η ακεραιότητα του οπτικού νεύρου και η αποφυγή τύφλωσης, αλλά και η εξασφάλιση ποιότητας ζωής του γλαυκωματικού. Tα χρησιμοποιούμενα αντιγλαυκωματικά φάρμακα, που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες, έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης, αλλά κοινό αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και την συνήθως πρόληψη βλάβης του οπτικού νεύρου. O όρος «αντιγλαυκωματικά» φάρμακα, μολονότι ευρύτατα χρησιμοποιούμενος διεθνώς, είναι μη δόκιμος διότι όλα τα φάρμακα αυτά απλά μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση μη επιδρώντας άμεσα ή έμμεσα στην αποφυγή της γλαυκωματικής νευροπάθειας. H εκλογή του εκάστοτε κατάλληλου αντιγλαυκωματικού είναι συνάρτηση του τύπου του γλαυκώματος, του τρόπου δράσης του φαρμάκου, των ιδιαίτερων ενδείξεων και αντενδείξεων του τελευταίου, της αποτελεσματικότητας και ανεπιθυμήτων ενεργειών του, κλπ. Tο χρόνιο απλό (πρωτοπαθές) γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και το ψευδοαποφολιδωτικό γλαύκωμα, αποτελούν τους συνηθέστερους τύπους γλαυκώματος και απαιτούν φαρμακευτική κυρίως θεραπεία. Φάρμακα πρώτης επιλογής στις περιπτώσεις αυτές είναι οι β-αποκλειστές, αλλά και τα νεώτερα όπως η δορζολαμίδη, λατανοπρόστη, βριμονιδίνη. Για την επιλογή του καθενός, θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα υπ’όψιν η σχέση δραστικότητα / ανεπιθύμητες ενέργειες, αντενδείξεις τους και τρόπος ζωής (δραστηριότητες) του ατόμου. Tα μυωτικά χορηγούνται πλέον πολύ σπανιότερα ως τρίτη επιλογή, κυρίως λόγω των πολλών και σημαντικών τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Tο γλαύκωμα κλειστής γωνίας είναι σπανιότερο και η ριζική του θεραπεία είναι συνήθως χειρουργική. Eντούτοις, φαρμακευτική αγωγή επιβάλλεται για την αντιμετώπιση οξέων επεισοδίων και κατά την προεγχειρητική προετοιμασία. Oι υπόλοιποι τύποι γλαυκώματος, όπως τα δευ- τεροπαθή ή το συγγενές απαιτούν θεραπεία του αιτίου και χειρουργική αντιμετώπιση αντίστοιχα, επί αποτυχίας συνήθως της φαρμακευτικής αγωγής. Tα αντιγλαυκωματικά γενικώς φάρμακα ανήκουν στις παρακάτω κατηγορίες: παρασυμπαθητικομιμητικά (χολινεργικά ή αντιχολινεστερασικά, τα τελευταία δεν κυκλοφορούν), συμπαθητικομιμητικά (αδρενεργικοί αδρενεργικοί αποδιεγέρτες, κυρίως α2), β-α κλειστές, αναστολείς καρβονικής ανυδράσης (τοπικοί και συστηματικοί), προσταγλανδίνες (F2a) και ωσμωτικώς δρώντα. Tα φάρμακα των δύο πρώτων κατηγοριών καλούνται και μυωτικά, λόγω της προκαλούμενης μύσης. Τα ωσμωτικά δρουν αφυδατώνοντας το υαλοειδές. Με εξαίρεση τα ανάλογα των προσταγλανδινών και τα μυωτικά που αυξάνουν την αποχέτευση του υδατοειδούς, όλα τα υπόλοιπα μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς. Σε περιπτώσεις, συνδυασμένης αγωγής είναι προτιμότερος (αν και όχι πάντα εφικτός) ο συνδυασμός φαρμάκων με διαφορετικό υποτονικό μηχανισμό δράσης. Tέλος, από μερικούς χρησιμοποιούνται και ορισμένοι σταθεροί συνδυασμοί μεταξύ των παραπάνω φαρμάκων. Oι νεώτερες θεραπευτικές τάσεις δεν ευνοούν τον συνδυασμό περισσοτέρων των δύο φαρμάκων, λόγω μειωμένης συμμόρφωσης των ασθενών και υποβιβασμού της ποιότητας ζωής τους. Στις περιπτώσεις συνδυασμού αντιγλαυκωματικών, απαιτείται κλινικός έλεγχος της δραστικότητας των συνδυαζομένων φαρμάκων ώστε να απορριφθεί ή αντικατασταθεί το μη πλέον δραστικό. Γενικώς, σε καμμία περίπτωση δεν ενδείκνυται η χορήγηση οποιουδήποτε αντιγλαυκωματικού φαρμάκου συχνότερα της προτεινομένης, διότι δεν αυξάνεται η αποτελεσματικότητα, ενώ ενισχύεται η τοξικότητα (τοπικά/συστηματικά). Χολινεργικά Tα φάρμακα αυτά χορηγούμενα τοπικώς προκαλούν σύσπαση του ακτινωτού μυός και πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης με μηχανισμό δράσης που δεν είναι απόλυτα 570
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2.1-3.4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

95%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

38%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem
science

Scientific Profile

CID
6041
Μοριακός τύπος
C9H13NO2
Μοριακό βάρος
167.2
IUPAC
3-[(1R)-1-hydroxy-2-(methylamino)ethyl]phenol
InChIKey
SONNWYBIRXJNDC-VIFPVBQESA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Φάρμακα που ενισχύουν την καρδιά ή αυξάνουν την καρδιακή παροχή: Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΚΤΟ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Φάρμακα που διαστέλλουν την κόρη του ματιού: Μπορεί να είναι συμπαθητομιμητικά ή παρασυμπαθητολυτικά.
  • Φάρμακα που μιμούνται τα αποτελέσματα της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων: Περιλαμβάνουν φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
  • Φάρμακα που προκαλούν αγγειοσυστολή: Φάρμακα που προκαλούν σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων.
  • Ρινικά αποσυμφορητικά: Φάρμακα που σχεδιάστηκαν για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περασμάτων, συνήθως αποτέλεσμα λοίμωξης (συχνότερα κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης. Η φλεγμονή περιλαμβάνει πρήξιμο του βλεννογόνου που επενδύει τα ρινικά περάσματα και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες.
  • ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ: Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.

Σχετικά Εργαλεία