PHENYLEPHRINE
Φαινυλεφρίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Καρδιοτονωτικά, εκτός καρδιακών γλυκοσιδών.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I95 Υπόταση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Δόση έναρξης: 25 με 50 μg/min
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί προκειμένου να διατηρηθεί η συστολική αρτηριακή πίεση κοντά στο φυσιολογικό.
-
ΕνήλικεςΔόσηΕνδοφλέβια ένεση εφόδου (bolus): 50 μgΜέγ. δόση100 μg ανά δόση εφόδουΕπαναλαμβανόμενες δόσεις έως ότου επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
-
ΕνήλικεςΔόσηΣυνεχής έγχυση: 25 με 100 μg/minΗ δόση μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί προκειμένου να διατηρηθεί η συστολική αρτηριακή πίεση κοντά στο φυσιολογικό.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαμπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις Φαινυλεφρίνη.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαμπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις Φαινυλεφρίνη.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ θεραπεία σε ηλικιωμένους πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαινυλεφρίνης σε παιδιά δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Σοβαρή υπέρταση
-
Περιφερική αγγειακή νόσο
-
Σε συνδυασμό με εμμέσως δρώντες συμπαθομιμητικούς παράγοντες
-
Σε συνδυασμό με άλφα-συμπαθομιμητικούς παράγοντες (από του στόματος και/ή ρινική χρήση)
-
Σε συνδυασμό με μη εκλεκτικούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs) (ή εντός 2 εβδομάδων από την απόσυρσή τους)
-
Σοβαρός υπερθυρεοειδισμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Παρακολούθηση αρτηριακής πίεσηςπροσοχήΗ αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτηΧορήγηση με προσοχή
-
Αρτηριακή υπέρτασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αρτηριακή υπέρτασηΧορήγηση με προσοχή
-
ΑνεύρυσμαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεύρυσμαΧορήγηση με προσοχή
-
ΥπερθυρεοειδισμόςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενο υπερθυρεοειδισμόΧορήγηση με προσοχή
-
Στεφανιαία καρδιακή νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία καρδιακή νόσοΧορήγηση με προσοχή
-
Χρόνια καρδιακή νόσοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια καρδιακή νόσοΧορήγηση με προσοχή
-
ΒραδυκαρδίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βραδυκαρδίαΧορήγηση με προσοχή
-
Μερικός καρδιακός αποκλεισμόςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μερικό καρδιακό αποκλεισμόΧορήγηση με προσοχή
-
ΤαχυκαρδίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ταχυκαρδίαΧορήγηση με προσοχή
-
ΑρρυθμίεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αρρυθμίεςΧορήγηση με προσοχή
-
ΣτηθάγχηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στηθάγχη (και ιστορικό στηθάγχης)Χορήγηση με προσοχή (η φαινυλεφρίνη μπορεί να επισπεύσει ή να επιδεινώσει τη στηθάγχη)
-
Ανεπάρκεια περιφερικών αγγείωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μη σοβαρή ανεπάρκεια των περιφερικών αγγείωνΧορήγηση με προσοχή
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΧορήγηση με προσοχή
-
Μείωση καρδιακής παροχήςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αθηροσκλήρωση, ηλικιωμένοι και ασθενείς με διαταραχή εγκεφαλικής ή στεφανιαίας κυκλοφορίαςΧορήγηση με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή, λόγω κινδύνου μείωσης της καρδιακής παροχής
-
Μειωμένη καρδιακή παροχή ή στεφανιαία νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη καρδιακή παροχή ή στεφανιαία νόσοΠαρακολούθηση λειτουργιών ζωτικών οργάνων, εξέταση μείωσης δόσης όταν η συστηματική αρτηριακή πίεση βρίσκεται κοντά στο κατώτατο όριο του εύρους στόχου
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή καρδιογενής καταπληξίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή καρδιογενή καταπληξίαΜπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας
-
ΕξαγγείωσηπροσοχήΙδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση για αποφυγή εξαγγείωσης (κίνδυνος νέκρωσης ιστών)
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΜπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις
-
Κίρρωση του ήπατοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κίρρωση του ήπατοςΜπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις
-
Συνταγογράφηση με αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας ή αγγειοσυσπαστικάπροσοχήΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση (βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη, περγολίδη, διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, μεθυσεργίδη, μεθυλεργομετρίνη) λόγω κινδύνου αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Συνταγογράφηση με λινεζολίδηπροσοχήΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση με λινεζολίδη λόγω κινδύνου αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
ΝάτριοπροσοχήΤο φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μη εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs) (ιπρονιαζίδη, νιαλαμίδη)αντένδειξηπαροξυσμική υπέρταση, υπερθερμία ενδεχομένως θανατηφόραΣύστασηΛόγω της μακράς διάρκειας δράσης των ΜΑΟΙs, αυτή η αλληλεπίδραση εξακολουθεί να είναι πιθανή για 15 ημέρες μετά τη διακοπή των ΜΑΟΙs.
-
αντένδειξηαγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
Άλφα-συμπαθομιμητικοί παράγοντες (ετιλεφρίνη, μιδοδρίνη, ναφαζολίνη, οξυμεταζολίνη, σινεφρίνη, τετρυζολίνη, ταμινοεπτάνη, τιμαζολίνη)αντένδειξηαγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
προσοχήαγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίσηΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
Αγγειοσυσπαστικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομετρίνη, μεθυσεργίδη)προσοχήαγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίσηΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
προσοχήαγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίσηΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
προσοχήπαροξυσμική υπέρταση με πιθανότητα αρρυθμίας (αναστολή της εισόδου αδρεναλίνης ή νοραδρεναλίνης στις συμπαθητικές ίνες)ΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
Νοραδρενεργικά-σεροτονινεργικά αντικαταθλιπτικά (μιλνασιπράνη, βενλαφαξίνη)προσοχήπαροξυσμική υπέρταση με πιθανότητα αρρυθμίας (αναστολή της εισόδου αδρεναλίνης ή νοραδρεναλίνης στις συμπαθητικές ίνες)ΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
Εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης τύπου Α (ΜΑΟIs) (μοκλοβεμίδη, τολοξατάνη)προσοχήαγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίσηΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
Γουανεθιδίνη, συναφή προϊόνταπροσοχήσημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (υπεραντιδραστικότητα που συνδέεται με τη μείωση του συμπαθητικού τόνου και/ή με την αναστολή της εισόδου αδρεναλίνης ή νοραδρεναλίνης στις συμπαθητικές ίνες)ΣύστασηΔεν συνιστώνται. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, χρησιμοποιήστε με προσοχή χαμηλότερες δόσεις συμπαθομιμητικών παραγόντων.
-
Καρδιακές γλυκοσίδες, κινιδίνηπροσοχήαυξημένος κίνδυνος αρρυθμίαςΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
Αλογονωμένα πτητικά αναισθητικά (δεσφλουράνιο, ενφλουράνιο, αλοθάνιο, ισοφλουράνιο, μεθοξυφλουράνιο, σεβοφλουράνιο)προσοχήπεριεγχειρητική υπερτασική κρίση και αρρυθμίαΣύστασηΔεν συνιστώνται
-
Παράγοντες οξυτοκίνηςπροσοχήΕνισχύεται η επίδραση των συμπαθομιμητικών αμινών με αγγειοσυσπαστική δράση. Μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή επίμονη υπέρταση και εγκεφαλικά επεισόδια κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Μη φυσιολογικός μεταβολισμός γλυκόζης
- Ευφορία
- Κεφαλαλγία
- Μυρμήγκιασμα
- Αίσθηση πληρότητας στην κεφαλή
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Ζάλη
- Λιποθυμία
- Διέγερση
- Άγχος
- Ψυχωσικές καταστάσεις
- Σύγχυση
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Μυδρίαση
- Επιδείνωση γλαυκώματος κλειστής γωνίας
- Αντανακλαστική βραδυκαρδία
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Στηθάγχη
- Αίσθημα παλμών
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ψυχρότητα δέρματος
- Ωχρότητα
- Διαφόρηση
- Ανόρθωση τριχών
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Έμετος
- Υπερέκκριση σιέλου
- Ναυτία
- Εφίδρωση
- Νέκρωση της θέσης ένεσης μετά από εξαγγείωση
- Δυσκολία στην ούρηση
- Κατακράτηση ούρων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑίσθηση πληρότητας στην κεφαλήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑντανακλαστική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑνόρθωση τριχώνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαφόρησηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση γλαυκώματος κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕυφορίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογικός μεταβολισμός γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΜυρμήγκιασμαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝέκρωση της θέσης ένεσης μετά από εξαγγείωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΨυχρότητα δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨυχωσικές καταστάσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΩχρότηταΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηδεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητοΗ ασφάλεια της φαινυλεφρίνης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά τις επιδράσεις στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
Γαλουχίαδεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνουΜικρές ποσότητες φαινυλεφρίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η χορήγηση αγγειοσυσπαστικών στη μητέρα θέτει το παιδί σε κίνδυνο καρδιαγγειακών και νευρολογικών επιδράσεων.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα μετά την έκθεση σε φαινυλεφρίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κοιλιακές έκτακτες συστολές
- βραχεία παροξυσμική κοιλιακή ταχυκαρδία
- αίσθηση πληρότητας στην κεφαλή
- μυρμήγκιασμα των άκρων
- κεφαλαλγία
- έμετο
- υπέρταση
- αντανακλαστική βραδυκαρδία
- άλλες καρδιακές αρρυθμίες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Καρδιοτονωτικά, εκτός καρδιακών γλυκοσιδών. Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες. Κωδικός ATC: C01C A06
Μηχανισμός δράσης
Η φαινυλεφρίνη δρα κυρίως με άμεση επίδραση στους άλφα-αδρενεργικούς υποδοχείς. Σε θεραπευτικές δόσεις, το φάρμακο δεν έχει σημαντική διεγερτική επίδραση στους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς της καρδιάς (βητα-1-αδρενεργικοί υποδοχείς), αλλά μπορεί να εμφανιστεί σημαντική ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων όταν χορηγηθούν μεγαλύτερες δόσεις. Η φαινυλεφρίνη δεν διεγείρει τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς των βρόγχων ή των περιφερικών αιμοφόρων αγγείων (βήτα-2-αδρενεργικοί υποδοχείς). Πιστεύεται ότι οι άλφα-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από την αναστολή της παραγωγής της 3’-5’ κυκλικής μονοφωσφορικής αδενοσίνης (cAMP) μέσω της αναστολής του ενζύμου αδενυλοκυκλάση, ενώ οι βήτα-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από τη διέγερση της ενεργοποίησης της αδενυλοκυκλάσης. Η φαινυλεφρίνη έχει επίσης έμμεση επίδραση απελευθερώνοντας νορεπινεφρίνη από τις θέσεις αποθήκευσής της.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι κύριες δράσεις της φαινυλεφρίνης εντοπίζονται στο καρδιαγγειακό σύστημα. Η παρεντερική χορήγηση προκαλεί αύξηση της συστολικής και της διαστολικής πίεσης. Παράλληλα με την αγγειοσυσπαστική ανταπόκριση στην φαινυλεφρίνη παρατηρείται μια εκσεσημασμένη αντανακλαστική βραδυκαρδία που μπορεί να αποκλειστεί από την ατροπίνη. Μετά τη χορήγηση ατροπίνης, οι υψηλές δόσεις του φαρμάκου αυξάνουν μόνο ελαφρώς τον καρδιακό ρυθμό. Η καρδιακή παροχή μειώνεται ελαφρώς και η περιφερική αντίσταση αυξάνεται σημαντικά. Ο χρόνος κυκλοφορίας ελαφρώς παρατείνεται, και η φλεβική πίεση ελαφρώς αυξάνεται. Η φλεβική σύσπαση δεν είναι έντονη. Οι περισσότερες αγγειακές κοίτες συστέλλονται. Η νεφρική, η σπλαχνική και η δερματική αιματική ροή και η αιματική ροή στα άκρα μειώνονται, αλλά αυξάνεται η αιματική ροή στις στεφανιαίες αρτηρίες. Τα πνευμονικά αγγεία συστέλλονται, και η πνευμονική αρτηριακή πίεση αυξάνεται.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η φαινυλεφρίνη είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας που δρα σχεδόν αποκλειστικά μέσω διέγερσης των άλφα-1-αδρενεργικών υποδοχέων. Αυτή η αρτηριακή αγγειοσύσπαση, που συνοδεύεται επίσης από φλεβική αγγειοσύσπαση, προκαλεί αύξηση της αρτηριακης πίεσης και αντανακλαστική βραδυκαρδία και η αγγειοσυσπαστική της δραστικότητα είναι ασθενέστερη από αυτή της νοραδρεναλίνης, αλλά μεγαλύτερης διάρκειας. Χρησιμοποιείται παρεντερικά για τη θεραπεία υποτασικών καταστάσεων, όπως αυτές που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια κυκλοφορικής ανεπάρκειας, γενικής ή νωτιαίας αναισθησίας ή επαγόμενης από φάρμακα υπότασης. Σε πολλές δημοσιευμένες κλινικές μελέτες, η φαινυλεφρίνη χρησιμοποιήθηκε σε εγκύους χαμηλού κινδύνου που υποβλήθηκαν σε νωτιαία αναισθησία κατά τη διάρκεια τοκετού με καισαρική τομή. Η φαινυλεφρίνη επέτρεψε τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης της μητέρας κοντά στην αρχική τιμή, μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης ναυτίας και εμέτου χωρίς να προκαλέσει εμβρυϊκή οξέωση. Η ισχυρή αρτηριακή αγγειοσύσπαση έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της αντίστασης του κλάσματος εξώθησης κοιλίας (αυξημένο μεταφορτίο). Αυτό οδηγεί σε μείωση της καρδιακής παροχής, που είναι λιγότερο έντονη στα υγιή άτομα, αλλά μπορεί να επιδεινωθεί σε περίπτωση προηγούμενης καρδιακής ανεπάρκειας.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής μετά από μία εφάπαξ δόση είναι 340 λίτρα.
Αποβολή
Η φαινυλεφρίνη απεκκρίνεται ουσιαστικά από τους νεφρούς ως m-υδροξυ-μανδελικό οξύ και ως συζευγμένες με φαινολικό οξύ ενώσεις. Όταν ενίεται υποδόρια ή ενδομυϊκά, η φαινυλεφρίνη δρα εντός 10 έως 15 λεπτών. Οι υποδόριες και ενδομυϊκές ενέσεις είναι αποτελεσματικές για έως περίπου μία και έως δύο ώρες, αντίστοιχα. Η διάρκεια δράσης είναι 20 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι άγνωστη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής μετά από μία εφάπαξ δόση είναι 340 λίτρα. ### Αποβολή Η φαινυλεφρίνη απεκκρίνεται ουσιαστικά από τους νεφρούς ως m-υδροξυ-μανδελικό οξύ και ως συζευγμένες με φαινολικό οξύ ενώσεις. Όταν ενίεται υποδόρια ή ενδομυϊκά, η…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Λειτουργίες ζωτικών οργάνων | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Μειωμένη καρδιακή παροχή ή στεφανιαία νόσος |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φαινεφρίνη είναι ένας αγωνιστής α-1 αδρενεργικών υποδοχέων που αυξάνει την αρτηριακή πίεση, διαστέλλει τις κόρες των ματιών και προκαλεί τοπική αγγειοσυστολή.
- Οι οφθαλμικές συνθέσεις φαινεφρίνης δρουν για 3-8 ώρες.
- Οι ενδοφλέβιες ενέσεις έχουν χρόνο ημιζωής 5 λεπτά (αποτελεσματικός) και 2,5 ώρες (απελευθέρωσης).
Προειδοποιήσεις για ασθενείς:
- Οφθαλμικές συνθέσεις: Κίνδυνος αρρυθμίας, υπέρτασης και επαναλαμβανόμενης μυόσης.
- Ενδοφλέβιες συνθέσεις: Κίνδυνος βραδυκαρδίας, αλλεργικών αντιδράσεων, εξωαγγειακής διαφυγής που προκαλεί νέκρωση ή αποκόλληση ιστού, και ταυτόχρονης χρήσης ωκυτοκικών φαρμάκων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φαινεφρίνη είναι ένας αγωνιστής α-1 αδρενεργικών υποδοχέων που προκαλεί αγγειοσυστολή και μυδρίαση, ανάλογα με τη διαδρομή και τη θέση χορήγησης.
- Η συστηματική έκθεση στη φαινεφρίνη οδηγεί επίσης σε αγωνισμό των α-1 αδρενεργικών υποδοχέων, αυξάνοντας τη συστολική και διαστολική πίεση, καθώς και την περιφερική αγγειακή αντίσταση.
- Η αυξημένη αρτηριακή πίεση διεγείρει το πνευμονογαστρικό νεύρο, προκαλώντας αντανακλαστική βραδυκαρδία.
Η φαινεφρίνη δρα κυρίως μέσω άμεσης επίδρασης στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς. Σε θεραπευτικές δόσεις, το φάρμακο δεν έχει σημαντική διεγερτική επίδραση στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς της καρδιάς (β1-αδρενεργικοί υποδοχείς), αλλά σημαντική ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων μπορεί να συμβεί όταν χορηγούνται μεγαλύτερες δόσεις. Η φαινεφρίνη δεν διεγείρει τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς των βρόγχων ή των περιφερικών αιμοφόρων αγγείων (β2-αδρενεργικοί υποδοχείς).
Πιστεύεται ότι οι α-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από την αναστολή της παραγωγής κυκλικής αδενοσινο-3’,5’-μονοφωσφορικής (cAMP) μέσω της αναστολής του ενζύμου αδεκυλοκυκλάση, ενώ οι β-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από τη διέγερση της δραστηριότητας της αδεκυλοκυκλάσης.
Η φαινεφρίνη έχει επίσης έμμεση δράση μέσω της απελευθέρωσης νορεπινεφρίνης από τους αποθηκευτικούς της χώρους.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Η βιοδιαθεσιμότητα της φαινεφρίνης από το στόμα είναι 38%.
- Κλινικά σημαντική συστηματική απορρόφηση οφθαλμικών σκευασμάτων είναι δυνατή, ιδιαίτερα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις και όταν ο κερατοειδής είναι κατεστραμμένος.
Απέκκριση στα ούρα:
-
86% της δόσης ανακτάται στα ούρα:
- 16% ως μη μεταβολιζόμενο φάρμακο.
- 57% ως ανενεργό μετα-υδροξυμανδελικό οξύ.
- 8% ως ανενεργά θειικά συζεύγματα.
-
Ο όγκος κατανομής της φαινεφρίνης είναι 340L.
-
Η μέση κάθαρση της φαινεφρίνης είναι 2100mL/min.
Η φαινεφρίνη κατανέμεται ταχέως στους περιφερικούς ιστούς. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το φάρμακο μπορεί να αποθηκευτεί σε ορισμένους οργανικούς διαμερίσματα. Οι φαρμακολογικές επιδράσεις τερματίζονται τουλάχιστον εν μέρει με την πρόσληψη του φαρμάκου από τους ιστούς.
Η διείσδυση της φαινεφρίνης στον εγκέφαλο φαίνεται να είναι ελάχιστη. Η φαινεφρίνη δεν φαίνεται να κατανέμεται σε μεγάλο βαθμό στο μητρικό γάλα.
Η φαινεφρίνη απορροφάται πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση και υφίσταται εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου στο εντερικό τοίχωμα. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 38% σε σχέση με ενδοφλέβια χορήγηση. Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου, υπάρχει σημαντική διατομική και πιθανώς ενδοατομική μεταβλητότητα στη βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση φαινεφρίνης (1 ή 7.8 mg), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό εμφανίζονται σε 0.75-2 ώρες.
Η φαινεφρίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 80% ή 86% της δόσης, αντίστοιχα, απεκκρίνεται στα ούρα εντός 48 ωρών, κυρίως ως μεταβολίτες. Περίπου το 2.6% μιας από του στόματος δόσης ή το 16% μιας ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Σε μελέτη με 7-3H-φαινεφρίνη σε 15 εθελοντές (n=4 ενδοφλέβια, n=10 από του στόματος), το 86% (ενδοφλέβια) και 80% (από του στόματος) της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, υποδηλώνοντας πλήρη εντερική απορρόφηση. Η βιοδιαθεσιμότητα εκτιμήθηκε σε 0.38.
Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής κυμάνθηκε από 2-3 ώρες, η συνολική κάθαρση ήταν 2 L/ώρα και ο όγκος κατανομής 340 L.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη σύνδεση της φαινεφρίνης με τις πρωτεΐνες του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η φαινεφρίνη μεταβολίζεται κυρίως από τις μονοαμινοξειδάσες Α και Β (MAO-A, MAO-B) και την SULT1A3.
- Ο κύριος μεταβολίτης είναι το ανενεργό μετα-υδροξυμανδελικό οξύ.
- Ακολουθούν τα θειικά συζεύγματα.
- Η φαινεφρίνη μπορεί επίσης να μεταβολιστεί σε φαινεφρίνη-γλυκουρονίδιο.
Η φαινεφρίνη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό στο εντερικό τοίχωμα (πρώτης διόδου) και στο ήπαρ.
Οι κύριες οδοί μεταβολισμού περιλαμβάνουν τη σύζευξη με θειικά άλατα (κυρίως στο εντερικό τοίχωμα) και την οξειδωτική αμίνωση (από μονοαμινοξειδάση - MAO). Η γλυκουρονιδίωση συμβαίνει επίσης σε μικρότερο βαθμό.
Η μεταβολή σε φαινολικά συζεύγματα, κυρίως μετά από από του στόματος λήψη, και σε μ-υδροξυμανδελικό οξύ μετά από ενδοφλέβια ένεση, υποδηλώνει ότι οι μ-υδροξυλιωμένες αμίνες συζεύγονται κατά τον μεταβολισμό πρώτης διόδου.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
- Η ενδοφλέβια φαινεφρίνη έχει αποτελεσματικό χρόνο ημιζωής 5 λεπτά.
- Ο χρόνος ημιζωής απελευθέρωσης της ενδοφλέβιας φαινεφρίνης είναι 2.5 ώρες.
- Ο χρόνος ημιζωής απελευθέρωσης της φαινεφρίνης κατά μέσο όρο κυμαίνεται από 2-3 ώρες μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που ενισχύουν την καρδιά ή αυξάνουν την καρδιακή παροχή: Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΚΤΟ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή καρδιακή ανεπάρκεια.
- Φάρμακα που διαστέλλουν την κόρη του ματιού: Μπορεί να είναι συμπαθητομιμητικά ή παρασυμπαθητολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τα αποτελέσματα της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων: Περιλαμβάνουν φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που προκαλούν αγγειοσυστολή: Φάρμακα που προκαλούν σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων.
- Ρινικά αποσυμφορητικά: Φάρμακα που σχεδιάστηκαν για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περασμάτων, συνήθως αποτέλεσμα λοίμωξης (συχνότερα κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης. Η φλεγμονή περιλαμβάνει πρήξιμο του βλεννογόνου που επενδύει τα ρινικά περάσματα και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες.
- ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ: Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Αναγνωρισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Αγωνιστής α-1 Αδρενεργικών Υποδοχέων
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA]: Αδρενεργικοί α1-Αγωνιστές
Η φαινεφρίνη είναι ένας α-1 Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της φαινεφρίνης είναι ως Αδρενεργικός α1-Αγωνιστής.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που ενισχύουν την καρδιά ή αυξάνουν την καρδιακή παροχή: Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΚΤΟ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή καρδιακή ανεπάρκεια.
- Φάρμακα που διαστέλλουν την κόρη του ματιού: Μπορεί να είναι συμπαθητομιμητικά ή παρασυμπαθητολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τα αποτελέσματα της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων: Περιλαμβάνουν φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που προκαλούν αγγειοσυστολή: Φάρμακα που προκαλούν σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων.
- Ρινικά αποσυμφορητικά: Φάρμακα που σχεδιάστηκαν για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περασμάτων, συνήθως αποτέλεσμα λοίμωξης (συχνότερα κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης. Η φλεγμονή περιλαμβάνει πρήξιμο του βλεννογόνου που επενδύει τα ρινικά περάσματα και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες.
- ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ: Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.