RITLECITINIB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς κινάσης Janus (JAK), κωδικός ATC: L04AF08 ### Μηχανισμός δράσης Η ριτλεσιτινίμπη αναστέλλει μη αναστρέψιμα και επιλεκτικά την κινάση Janus (JAK) 3 και την κινάση της τυροσίνης που εκφράζεται στην οικογένεια του …
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L63 Γυροειδής αλωπεκία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σοβαρή γυροειδής αλωπεκία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 50 mg μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση50 mgμία φορά την ημέρα
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Έφηβοι (12 έως < 18 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά (< 12 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) ή νεφρικά μοσχεύματαΔεν συνιστάται για χρήση.
-
Ασθενείς με σοβαρή (Child Pugh C) ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ενεργή, σοβαρή λοίμωξη, συμπεριλαμβανομένης της φυματίωσης (TB)
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Κύηση και θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρές λοιμώξειςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή, σοβαρή λοίμωξηΔεν πρέπει να ξεκινήσει η θεραπεία
-
Σοβαρές λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ή υποτροπιάζουσα λοίμωξη, έκθεση σε φυματίωση (ΤΒ), ιστορικό σοβαρής ή ευκαιριακής λοίμωξης, διαμονή/ταξίδι σε περιοχές με ενδημική φυματίωση/μυκητιάσεις, ή υποκείμενες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε λοίμωξηΟι κίνδυνοι και τα οφέλη της θεραπείας πρέπει να εξετάζονται
-
Σοβαρές λοιμώξειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείςΝα παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης
-
Σοβαρές λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή ή ευκαιριακή λοίμωξηΠροσωρινή διακοπή της θεραπείας
-
Σοβαρές λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν νέα λοίμωξηΆμεσος και πλήρης διαγνωστικός έλεγχος, έναρξη αντιμικροβιακής θεραπείας, στενή παρακολούθηση
-
Σοβαρές λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και ασθενείς με διαβήτηΘεραπεία με προσοχή και ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνιση λοιμώξεων
-
ΦυματίωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΈλεγχος για TB πριν από την έναρξη της θεραπείας
-
ΦυματίωσηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή TBΔεν πρέπει να χορηγείται
-
ΦυματίωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νέα διάγνωση λανθάνουσας TB ή λανθάνουσας TB που δεν έχει αντιμετωπιστεί προηγουμένωςΘεραπεία κατά της TB πριν από την έναρξη της ριτλεσιτινίμπης
-
ΦυματίωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για TB (ακόμη και με αρνητική εξέταση λανθάνουσας TB)Εξέταση χορήγησης αντιφυματικής θεραπείας πριν την έναρξη και διενέργεια ελέγχου κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Επανενεργοποίηση ιώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν έρπητα ζωστήραΕξέταση προσωρινής διακοπής της θεραπείας
-
Επανενεργοποίηση ιώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕξέταση για ιογενή ηπατίτιδα πριν από την έναρξη της θεραπείας
-
Επανενεργοποίηση ιώνπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείςΠαρακολούθηση για επανενεργοποίηση της ιογενούς ηπατίτιδας κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Επανενεργοποίηση ιώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενδείξεις επανενεργοποίησης ιογενούς ηπατίτιδαςΠαραπομπή σε ηπατολόγο
-
Κακοήθεια (συμπεριλαμβανομένου του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή κακοήθεια (εκτός επιτυχώς αντιμετωπισθέντος ΜΜΚΔ ή καρκίνου του τραχήλου της μήτρας)Οι κίνδυνοι και τα οφέλη από τη θεραπεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν την έναρξη ή συνέχιση
-
Κακοήθεια (συμπεριλαμβανομένου του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος)παρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του δέρματοςΠεριοδική εξέταση του δέρματος
-
Μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα (ΜΑΚΣ), εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (ΕΒΦΘ) και πνευμονική εμβολή (ΠΕ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολήΧρήση με προσοχή
-
Μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα (ΜΑΚΣ), εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (ΕΒΦΘ) και πνευμονική εμβολή (ΠΕ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με πιθανολογούμενο θρομβοεμβολικό συμβάνΔιακοπή της ριτλεσιτινίμπης και άμεση επανεκτίμηση
-
Νευρολογικά συμβάνταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν ανεξήγητα νευρολογικά συμπτώματαΟριστική διακοπή της θεραπείας
-
Αιματολογικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΔιενέργεια εξετάσεων ALC και αριθμού αιμοπεταλίων πριν την έναρξη της θεραπείας
-
Αιματολογικές διαταραχέςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ALC < 0,5 × 10³/mm³ ή αριθμό αιμοπεταλίων < 100 × 10³/mm³Δεν πρέπει να ξεκινά η θεραπεία
-
Αιματολογικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠροσωρινή ή οριστική διακοπή της θεραπείας με βάση μη κανονικές τιμές ALC και αιμοπεταλίων
-
ΕμβολιασμοίπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑποφυγή χρήσης εμβολίων με ζωντανούς, εξασθενημένους μικροοργανισμούς κατά τη διάρκεια ή αμέσως πριν τη θεραπεία
-
ΕμβολιασμοίπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΟλοκλήρωση όλων των προβλεπόμενων εμβολιασμών (συμπεριλαμβανομένου κατά του έρπητα ζωστήρα) πριν την έναρξη της ριτλεσιτινίμπης
-
Έκδοχα με γνωστή δράσηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φαρμακευτικό προϊόν
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ιτρακοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A)παρακολούθησηΑύξηση της AUCinf της ριτλεσιτινίμπης κατά ~15%.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP)παρακολούθησηΜείωση της AUCinf της ριτλεσιτινίμπης κατά ~44%.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Υποστρώματα CYP3A (π.χ. κινιδίνη, κυκλοσπορίνη, διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, πιμοζίδη, κολχικίνη, εβερόλιμους, τακρόλιμους, σιρόλιμους)προσοχήΑύξηση της AUCinf και Cmax (π.χ. μιδαζολάμη κατά 2,7 και 1,8 φορές αντίστοιχα).ΣύστασηΝα λαμβάνονται υπόψη οι συστάσεις προσαρμογής της δόσης για το υπόστρωμα του CYP3A.
-
προσοχήΑύξηση της AUCinf και Cmax (π.χ. καφεΐνης κατά 2,7 και 1,1 φορές αντίστοιχα).ΣύστασηΝα λαμβάνονται υπόψη οι συστάσεις προσαρμογής της δόσης για το υπόστρωμα του CYP1A2.
-
Σουματριπτάνη (υπόστρωμα OCT1)προσοχήΑύξηση της AUCinf της σουματριπτάνης κατά ~1,3-1,5 φορές.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση της ριτλεσιτινίμπης με υποστρώματα του OCT1.
-
Αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα (π.χ. αιθινυλοιστραδιόλη ή λεβονοργεστρέλη)καμίαΔεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές μεταβολές στις εκθέσεις.
-
Υποστρώματα CYP2B6 (π.χ. εφαβιρένζη)καμίαΔεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές μεταβολές στις εκθέσεις.
-
Υποστρώματα CYP2C (π.χ. τολβουταμίδη)καμίαΔεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές μεταβολές στις εκθέσεις.
-
Υποστρώματα OATP1B1, BCRP, OAT3 (π.χ. ροσουβαστατίνη)καμίαΔεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές μεταβολές στις εκθέσεις.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έρπης ζωστήρας
- Μόλυνση των θυλακίων
- Λοιμώξεις της ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Ζάλη
- Διάρροια
- Ακμή
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Αυξημένη Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Αυξημένη Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης > 3 × ULN
- Αυξημένη ασπαρτική Αμινοτρανσφεράση > 3 × ULN
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη Κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΔιερευνήσεις
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις της ανώτερης αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΜόλυνση των θυλακίωνΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης > 3 × ULNΔιερευνήσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική Αμινοτρανσφεράση > 3 × ULNΔιερευνήσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ριτλεσιτινίμπης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ριτλεσιτινίμπη ήταν τερατογόνος σε αρουραίους και κουνέλια σε υψηλές δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ριτλεσιτινίμπη δεν συνιστάται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του ritlecitinib.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΤα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έχουν καταδείξει απέκκριση της ριτλεσιτινίμπης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΗ επίδραση της ριτλεσιτινίμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει αξιολογηθεί. Δεν υπήρχαν επιδράσεις στη γονιμότητα των αρουραίων σε κλινικά σχετιζόμενες εκθέσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς κινάσης Janus (JAK), κωδικός ATC: L04AF08
Μηχανισμός δράσης
Η ριτλεσιτινίμπη αναστέλλει μη αναστρέψιμα και επιλεκτικά την κινάση Janus (JAK) 3 και την κινάση της τυροσίνης που εκφράζεται στην οικογένεια του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος (ΗΚΚ) αποκλείοντας τη θέση πρόσδεσης της τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP). Στο περιβάλλον του κυττάρου, η ριτλεσιτινίμπη αναστέλλει ειδικά τη σηματοδότηση των γ-κοινών κυτταροκινών (IL-2, IL-4, IL-7, IL-15 και IL-21) μέσω των εξαρτώμενων από την JAK3 υποδοχέων της κοινής-γ αλυσίδας. Επιπλέον, η ριτλεσιτινίμπη αναστέλλει την οικογένεια των κινασών του ΗΚΚ, με αποτέλεσμα τη μείωση της κυτταρολυτικής δραστηριότητας των κυττάρων NK και των CD8+ T κυττάρων.
Οι οδοί σηματοδότησης που επάγονται από τις κινάσες της οικογένειας JAK3 και ΗΚΚ εμπλέκονται και οι δύο στην παθογένεια της γυροειδούς αλωπεκίας, αν και η πλήρης παθοφυσιολογία δεν είναι ακόμη κατανοητή.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Υποομάδες λεμφοκυττάρων
Σε ασθενείς με γυροειδή αλωπεκία, η θεραπεία με ριτλεσιτινίμπη σχετίζονταν με δοσοεξαρτώμενες πρώιμες μειώσεις των απόλυτων επιπέδων λεμφοκυττάρων, των Τ λεμφοκυττάρων (CD3) και των υποομάδων Τ λεμφοκυττάρων (CD4 και CD8). Μετά από την αρχική μείωση, τα επίπεδα επανήλθαν μερικώς και παρέμειναν σταθερά έως τις 48 εβδομάδες. Δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή στα Β λεμφοκύτταρα (CD19) σε καμία ομάδα θεραπείας. Υπήρχε μια δοσοεξαρτώμενη πρώιμη μείωση των κυττάρων NK (CD16/56), τα οποία παρέμειναν σταθερά στο χαμηλότερο επίπεδο μέχρι την εβδομάδα 48.
Ανοσοσφαιρίνες
Σε ασθενείς με γυροειδή αλωπεκία, η θεραπεία με ριτλεσιτινίμπη δεν σχετίζονταν με κλινικά σημαντικές αλλαγές στις ανοσοσφαιρίνες (Ig)G, IgM ή IgA έως την εβδομάδα 48, γεγονός που υποδηλώνει έλλειψη συστηματικής χυμικής ανοσοκαταστολής.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ριτλεσιτινίμπης αξιολογήθηκε σε μια κύρια, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (μελέτη AA-I) σε ασθενείς με γυροειδή αλωπεκία ηλικίας 12 ετών και άνω με απώλεια τριχών ≥ 50% του τριχωτού της κεφαλής, συμπεριλαμβανομένης της ολικής αλωπεκίας και της γενικευμένης αλωπεκίας. Σε αυτήν τη μελέτη αξιολογήθηκε επίσης η σχέση δόσης-απόκρισης της ριτλεσιτινίμπης. Η περίοδος θεραπείας της μελέτης περιλάμβανε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο 24 εβδομάδων και μια περίοδο παράτασης 24 εβδομάδων. Η μελέτη AA-I αξιολόγησε συνολικά 718 ασθενείς οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε ένα από τα ακόλουθα θεραπευτικά σχήματα επί 48 εβδομάδες:
- 200 mg μία φορά την ημέρα επί 4 εβδομάδες και στη συνέχεια 50 mg μία φορά την ημέρα επί 44 εβδομάδες,
- 200 mg μία φορά την ημέρα επί 4 εβδομάδες και στη συνέχεια 30 mg μία φορά την ημέρα επί 44 εβδομάδες,
- 50 mg μία φορά την ημέρα επί 48 εβδομάδες,
- 30 mg μία φορά την ημέρα επί 48 εβδομάδες,
- 10 mg μία φορά την ημέρα επί 48 εβδομάδες,
- εικονικό φάρμακο επί 24 εβδομάδες και στη συνέχεια 200 mg μία φορά την ημέρα επί 4 εβδομάδες και 50 mg μία φορά την ημέρα επί 20 εβδομάδες ή,
- εικονικό φάρμακο επί 24 εβδομάδες και στη συνέχεια 50 mg επί 24 εβδομάδες.
Η μελέτη αυτή αξιολόγησε ως κύριο καταληκτικό σημείο το ποσοστό των ατόμων που πέτυχαν βαθμολογία στο SALT (Severity of Alopecia Tool, Εργαλείο Σοβαρότητας Αλωπεκίας) ≤ 10 (κάλυψη με τρίχες σε ≥ 90 του τριχωτού της κεφαλής) την Εβδομάδα 24. Επιπλέον, η μελέτη αυτή αξιολόγησε ως βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο τη συνολική εντύπωση του ασθενούς για την αλλαγή (PGI-C) την Εβδομάδα 24 και επίσης αξιολόγησε ως δευτερεύουσες εκβάσεις τη βαθμολογία SALT ≤ 20 (κάλυψη με τρίχες σε ≥ 80% του τριχωτού της κεφαλής) την Εβδομάδα 24 και βελτιώσεις στην επανέκφυση των φρυδιών ή/και των βλεφαρίδων κατά την Εβδομάδα 24.
Αρχικά χαρακτηριστικά
Άνδρες ή γυναίκες ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω, αξιολογήθηκαν στη μελέτη AA-I. Όλοι οι ασθενείς είχαν γυροειδή αλωπεκία με απώλεια τριχών σε ≥ 50% του τριχωτού της κεφαλής [βαθμολογία SALT (Εργαλείο Σοβαρότητας Αλωπεκίας) ≥ 50] χωρίς ενδείξεις αναγέννησης των τελικών τριχών εντός των προηγούμενων 6 μηνών και με το τρέχον επεισόδιο απώλειας τριχών στο τριχωτό της κεφαλής διάρκειας ≤ 10 έτη και χωρίς άλλη γνωστή αιτία τριχόπτωσης (π.χ. ανδρογενετική αλωπεκία). Σε όλες τις ομάδες θεραπείας, το 62,1% ήταν γυναίκες, το 68,0% ήταν Λευκοί, το 25,9% ήταν Ασιάτες και το 3,8% ήταν Μαύροι ή Αφροαμερικανοί. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 33,7 έτη και η πλειονότητα (85,4%) ήταν ενήλικες (≥ 18 ετών). Συμμετείχαν συνολικά 105 (14,6%) ασθενείς ηλικίας 12 έως < 18 ετών και 20 (2,8%) ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Η μέση (SD) απόλυτη βαθμολογία SALT κατά την έναρξη κυμάνθηκε από 88,3 (16,87) έως 93,0 (11,50) στις ομάδες θεραπείας. Μεταξύ των ασθενών χωρίς ολική αλωπεκία/γενικευμένη αλωπεκία κατά την έναρξη, η μέση βαθμολογία SALT κυμάνθηκε από 78,3 έως 87,0. Η πλειονότητα των ασθενών είχε μη φυσιολογικά φρύδια (83,0%) και βλεφαρίδες (74,7%) κατά την έναρξη σε όλες τις ομάδες θεραπείας. Η διάμεση διάρκεια από τη διάγνωση της γυροειδούς αλωπεκίας ήταν 6,9 έτη και η διάμεση διάρκεια του τρέχοντος επεισοδίου γυροειδούς αλωπεκίας ήταν 2,5 έτη. Η διαστρωμάτωση της τυχαιοποίησης έγινε με βάση την κατάσταση της ολικής αλωπεκίας/γενικευμένης αλωπεκίας, με το 46% των ασθενών να ταξινομείται ως ολική αλωπεκία/γενικευμένη αλωπεκία με βάση αρχική βαθμολογία SALT 100.
Κλινική ανταπόκριση
Ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών πέτυχαν SALT ≤ 10 με τη ριτλεσιτινίμπη 50 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο κατά την Εβδομάδα 24 (Πίνακας 3). Κατά την εβδομάδα 48, το ποσοστό επίτευξης SALT ≤ 10 για τη ριτλεσιτινίμπη 50 mg αυξήθηκε περαιτέρω (Εικόνα 1). Ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών πέτυχε ανταπόκριση κατά τη συνολική εντύπωση του ασθενούς για την αλλαγή (PGI-C) με τη ριτλεσιτινίμπη 50 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο την Εβδομάδα 24 (Πίνακας 3), ενώ τα ποσοστά ανταπόκρισης συνέχισαν να αυξάνονται έως την Εβδομάδα 48 (Εικόνα 1). Σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών πέτυχαν SALT ≤ 20 με τη ριτλεσιτινίμπη 50 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο κατά την Εβδομάδα 24 (Πίνακας 3). Το ποσοστό επίτευξης SALT ≤ 20 αυξήθηκε περαιτέρω κατά την Εβδομάδα 48. Βελτιώσεις στην αναγέννηση των φρυδιών ή/και των βλεφαρίδων παρατηρήθηκαν την Εβδομάδα 24 (Πίνακας 3) με τη ριτλεσιτινίμπη 50 mg μεταξύ των ασθενών με μη φυσιολογικά φρύδια ή/και βλεφαρίδες κατά την έναρξη, ενώ περαιτέρω αυξήσεις παρατηρήθηκαν την Εβδομάδα 48. Οι επιδράσεις της θεραπείας την Εβδομάδα 24 σε υποομάδες (ηλικία, φύλο, φυλή, περιοχή, βάρος, διάρκεια της νόσου από τη διάγνωση, διάρκεια του τρέχοντος επεισοδίου, προηγούμενη φαρμακευτική θεραπεία) ήταν σύμφωνες με τα αποτελέσματα στον συνολικό πληθυσμό της μελέτης. Οι επιδράσεις της θεραπείας την Εβδομάδα 24 στην υποομάδα με ολική αλωπεκία/γενικευμένη αλωπεκία ήταν μικρότερες σε σύγκριση με την υποομάδα χωρίς ολική αλωπεκία/γενικευμένη αλωπεκία. Οι επιδράσεις της θεραπείας την Εβδομάδα 24 σε εφήβους ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών ήταν σύμφωνες με τα αποτελέσματα στον συνολικό πληθυσμό της μελέτης.
Πίνακας 3. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη ριτλεσιτινίμπη την Εβδομάδα 24
| Καταληκτικό σημείο | Ριτλεσιτινίμπη 50 mg μία φορά την ημέρα (N = 130) % ατόμων που παρουσίασαν ανταπόκριση | Εικονικό φάρμακο (N = 131) % ατόμων που παρουσίασαν ανταπόκριση | Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (95% CI) |
|---|---|---|---|
| SALT ≤ 10α,β | 13,4 | 1,5 | 11,9 (5,4, 18,3) |
| Ανταπόκριση κατά PGI-Cβ,γ | 49,2 | 9,2 | 40,0 (28,9, 51,1) |
| SALT ≤ 20δ,ε | 23,0 | 1,6 | 21,4 (13,4, 29,5) |
| Ανταπόκριση κατά ΕΒΑστ | 29,0 | 4,7 | 24,3 (14,8, 34,5) |
| Ανταπόκριση κατά ELAζ | 28,9 | 5,2 | 23,7 (13,6, 34,5) |
Συντμήσεις: EBA = αξιολόγηση φρυδιών, ELA = αξιολόγηση βλεφαρίδων, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, N = συνολικός αριθμός ασθενών, PGI-C = συνολική εντύπωση του ασθενούς για την αλλαγή, SALT = Εργαλείο Σοβαρότητας Αλωπεκίας
α. Τα άτομα που πέτυχαν SALT ≤ 10 ήταν ασθενείς με απώλεια τριχών σε ≤ 10% του τριχωτού της κεφαλής. Οι βαθμολογίες SALT κυμαίνονταν από 0 έως 100, όπου 0 = καμία απώλεια τριχών τριχωτού κεφαλής και 100 = συνολική απώλεια τριχών τριχωτού κεφαλής. β. Στατιστικά σημαντικό με προσαρμογή για πολλαπλότητα. γ. Τα άτομα που παρουσίασαν ανταπόκριση στο PGI-C ήταν ασθενείς με βαθμολογία «μέτρια βελτίωση» ή «μεγάλη βελτίωση» με βάση μια 7-βάθμια κλίμακα από «μεγάλη βελτίωση» έως «μεγάλη επιδείνωση». δ. Τα άτομα που πέτυχαν SALT ≤ 20 ήταν ασθενείς με απώλεια τριχών σε ≤ 20% του τριχωτού της κεφαλής. Οι βαθμολογίες SALT κυμαίνονταν από 0 έως 100, όπου 0 = καμία απώλεια τριχών τριχωτού κεφαλής και 100 = συνολική απώλεια τριχών τριχωτού κεφαλής. ε. Στατιστικά σημαντικό. στ. Η ανταπόκριση κατά EBA ορίζεται ως βελτίωση τουλάχιστον κατά 2 βαθμούς από την αρχική τιμή ή ως φυσιολογική βαθμολογία EBA σε κλίμακα 4 βαθμών σε ασθενείς με μη φυσιολογικά φρύδια κατά την έναρξη. ζ. Η ανταπόκριση κατά ELA ορίζεται ως βελτίωση τουλάχιστον κατά 2 βαθμούς από την αρχική τιμή ή ως φυσιολογική βαθμολογία ELA σε κλίμακα 4 βαθμών σε ασθενείς με μη φυσιολογικές βλεφαρίδες κατά την έναρξη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη ριτλεσιτινίμπη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της γυροειδούς αλωπεκίας (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ριτλεσιτινίμπης είναι περίπου 64%. Με βάση την από στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση της επισημασμένης δραστικής ουσίας, η σχετική ανάκτηση στα ούρα των χορηγούμενων (από στόματος/ενδοφλέβια) επισημασμένων ενώσεων ήταν περίπου 89%, υποδεικνύοντας υψηλό ποσοστό απορρόφησης (fa). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας μετά την από στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων. Η τροφή δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στην έκταση της απορρόφησης της ριτλεσιτινίμπης, καθώς ένα γεύμα με υψηλά λιπαρά μείωσε την Cmax της ριτλεσιτινίμπης κατά ~ 32% και αύξησε την AUCinf κατά ~11%. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, η ριτλεσιτινίμπη χορηγούνταν ανεξάρτητα με τη λήψη γεύματος (βλ. Δοσολογία).
In vitro, η ριτλεσιτινίμπη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και της BCRP. Ωστόσο, καθώς η ριτλεσιτινίμπη έχει υψηλό κλάσμα απορρόφησης (fa) με αύξηση τόσο της Cmax όσο και της AUC με δοσοεξαρτώμενο τρόπο (εύρος άπαξ δόσης 20 - 200 mg), η P-gp και η BCRP δεν αναμένεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην απορρόφηση της ριτλεσιτινίμπης.
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής της ριτλεσιτινίμπης είναι περίπου 74 L. Περίπου το 14% της κυκλοφορούσας ριτλεσιτινίμπης είναι δεσμευμένη στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη. Ο λόγος κατανομής της ριτλεσιτινίμπης στο αίμα/πλάσμα είναι 1,62. H ριτλεσιτινίμπη είναι ένας ομοιοπολικός αναστολέας που έχει αποδειχθεί ότι δεσμεύεται σε πρωτεΐνες εκτός στόχου, όπως οι MAP2K7, DOCK10, αλβουμίνη, CYP1A2, CYP3A, UGT1A1 και UGT1A4, ορισμένες από τις οποίες μπορεί να έχουν κλινική σημασία στις αλληλεπιδράσεις φαρμάκων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της ριτλεσιτινίμπης διαμεσολαβείται από πολλαπλές ισομορφές της S-τρανσφεράσης της γλουταθειόνης (GST: GST A1/3, M1/3/5, P1, S1, T2, Z1 του κυτταροπλάσματος και πρωτεΐνες που σχετίζονται με τη μεμβράνη των μικροσωμάτων, οι οποίες εμπλέκονται στον μεταβολισμό των εικοσανοειδών και της γλουταθειόνης [MAPEG]1/2/3) και τα ένζυμα CYP (CYP3A, CYP2C8, CYP1A2 και CYP2C9), χωρίς κάποια μεμονωμένη οδό κάθαρσης να συνεισφέρει περισσότερο από 25%. Κατά συνέπεια, τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν μια εκλεκτική μεταβολική οδό είναι απίθανο να επηρεάσουν τις συστηματικές εκθέσεις της ριτλεσιτινίμπης. Οι ειδικοί αναστολείς των μεταφορέων είναι απίθανο να οδηγήσουν σε κλινικά σημαντικές αλλαγές στη βιοδιαθεσιμότητα της ριτλεσιτινίμπης. Σε μια μελέτη με ραδιοσημασμένες ενώσεις σε ανθρώπους, η ριτλεσιτινίμπη ήταν το επικρατέστερο είδος στην κυκλοφορία (30,4% της κυκλοφορούσας ραδιενέργειας) μετά την από στόματος χορήγηση, με κύριο μεταβολίτη τον συζευγμένο με κυστεΐνη M2 (16,5%), ο οποίος είναι φαρμακολογικά ανενεργός.
Αποβολή
Η ριτλεσιτινίμπη απεκκρίνεται κυρίως με μεταβολικούς μηχανισμούς αποβολής, όπου περίπου το 4% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη δραστική ουσία. Περίπου το 66% της δόσης της ραδιοσημασμένης ριτλεσιτινίμπης απεκκρίνεται στα ούρα και το 20% στα κόπρανα. Μετά την από στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων, η σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε περίπου την Ημέρα 4 λόγω μη σταθερής ΦΚ. Οι παράμετροι ΦΚ σε σταθερή κατάσταση AUCtau και Cmax φάνηκε να αυξάνονται κατά τρόπο περίπου δοσοεξαρτώμενο έως τα 200 mg με το μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής να κυμαίνεται από 1,3 έως 2,3 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Σωματικό βάρος, φύλο, γονότυπος, φυλή και ηλικία
Το σωματικό βάρος, το φύλο, ο γονότυπος GST P1, M1 και T1, η φυλή και η ηλικία δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση της ριτλεσιτινίμπης.
Έφηβοι (≥ 12 έως < 18 ετών)
Με βάση την ανάλυση ΦΚ του πληθυσμού, δεν υπήρξε κλινικά σημαντική διαφορά στις εκθέσεις της ριτλεσιτινίμπης στους έφηβους ασθενείς σε σύγκριση με τους ενήλικες ασθενείς.
Παιδιά (< 12 ετών)
Η ΦΚ της ριτλεσιτινίμπης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η AUC24 και η Cmax σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης [eGFR] < 30 ml/min) ήταν περίπου 55% και 44% υψηλότερα αντίστοιχα, σε σύγκριση με αντίστοιχους συμμετέχοντες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Αυτό επιβεβαιώθηκε από ανάλυση ΦΚ πληθυσμού. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Η ριτλεσιτινίμπη δεν μελετήθηκε σε ασθενείς με ήπια (eGFR 60 έως < 90 ml/min) ή μέτρια (eGFR 30 έως < 60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, με βάση τα αποτελέσματα που ελήφθησαν σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αύξηση της έκθεσης στη ριτλεσιτινίμπη σε αυτούς τους ασθενείς. Ο eGFR και η ταξινόμηση της κατάστασης της νεφρικής λειτουργίας των συμμετεχόντων έγινε με τη χρήση του τύπου τροποποίησης της δίαιτας στη νεφρική νόσο (Modification of Diet in Renal Disease, MDRD). Με βάση τις παραπάνω εκτιμήσεις, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η ριτλεσιτινίμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) ή σε ασθενείς με νεφρικά μοσχεύματα (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι ασθενείς με μέτρια (Child Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία είχαν αύξηση του AUC24 της ριτλεσιτινίμπης κατά 18,5% σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η ριτλεσιτινίμπη δεν μελετήθηκε σε ασθενείς με ήπια (Child Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, με βάση τα αποτελέσματα που ελήφθησαν σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αύξηση της έκθεσης στη ριτλεσιτινίμπη σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Η ριτλεσιτινίμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή (Child Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
Απορρόφηση Η απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ριτλεσιτινίμπης είναι περίπου 64%. Με βάση την από στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση της επισημασμένης δραστικής ουσίας, η σχετική ανάκτηση στα ούρα των χορηγούμενων (από στόματος/ενδοφλέβια)…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Έλεγχος φυματίωσης (TB) · Πριν την έναρξη της θεραπείας
- Έλεγχος ιογενούς ηπατίτιδας · Πριν την έναρξη της θεραπείας
- Απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων (ALC) · Πριν την έναρξη της θεραπείας
- Αιμοπετάλια · Πριν την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Στις 4 εβδομάδες μετά την έναρξη και στη συνέχεια σύμφωνα με την τυπική αντιμετώπιση | — |
| Απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων (ALC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Στις 4 εβδομάδες μετά την έναρξη και στη συνέχεια σύμφωνα με την τυπική αντιμετώπιση | — |
| Έλεγχος φυματίωσης (TB) | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Υψηλός κίνδυνος για TB |
| Ιογενής ηπατίτιδα (επανενεργοποίηση) | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Σημεία λοίμωξης | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Δερματική εξέταση | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Περιοδικά | Αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του δέρματος |