Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M01AC02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TENOXICAM

Τενοξικάμη

Στην ομάδα αυτή των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ανήκουν η πιροξικάμη, η τενοξικάμη, η μελοξικάμη, η λορνοξικάμη και η ροφεκοξίμπη. O κλασικός εκπρόσωπος της ομάδας αυτής, η πιροξικάμη, είναι ίσως ο πιο ισχυρός αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών και έχει αντιφλεγμονώδη και …

Chemical structure of TENOXICAM

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Pευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα, άλλες οροαρνητικές σπονδυλοπάθειες, οστεοαρθρίτιδα, επώδυνα εξωαρθρικά σύνδρομα, οξεία ουρική αρθρίτιδα. Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια, μετεγχειρητικός πόνος.
medication
SPC-TILCITIN

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
την ίδια ώρα της ημέρας, κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από το γεύμα
Δόση έναρξης:
20 mg
Τιτλοποίηση:
Σε χρόνιες καταστάσεις, δε συνιστώνται ημερήσιες δόσεις μεγαλύτερες των 20 mg. Για συντήρηση, μπορεί να δοκιμασθεί η μείωση της ημερήσιας από του στόματος δόσης σε 10 mg.
  • Γενικές ενδείξεις (εκτός πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας, μετεγχειρητικού άλγους, οξείας ουρικής αρθρίτιδας)
    Δόση20 mg μία φορά την ημέρα
  • Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια
    Δόση20 έως 40 mg μία φορά την ημέρα
  • Μετεγχειρητικό άλγος
    Δόση40 mg μία φορά την ημέρα
    για διάστημα όχι μεγαλύτερο των πέντε ημερών
  • Οξεία ουρική αρθρίτιδα
    Δόση40 mg μία φορά την ημέρα για δύο ημέρες, ακολουθούμενη από 20 mg μία φορά την ημέρα για τις επόμενες πέντε ημέρες
  • Χρόνιες καταστάσεις (συντήρηση)
    Δόση10 mg
  • Ηλικιωμένος πληθυσμός
    Χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό διάστημα.
block
SPC-TILCITIN

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην τενοξικάμη, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
  • Ασθενείς στους οποίους τα σαλικυλικά ή άλλα ΜΣΑΦ προκαλούν συμπτώματα άσθματος, ρινίτιδας ή κνίδωσης
  • Ενεργή ή ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ
  • Ενεργό ή ιστορικό πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας)
  • Ασθενείς που πρόκειται στο επόμενο 48ωρο να υποβληθούν σε αναισθησία ή εγχείρηση
  • Σοβαρή καρδιακή, σοβαρή ηπατική ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, όπως ισχύει και με τα υπόλοιπα ΜΣΑΦ
  • Τρίτο τρίμηνο της κύησης
warning
SPC-TILCITIN

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Συγχορήγηση με ΜΣΑΦ
    Προσοχή
    πρέπει να αποφεύγεται
  • Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση και διάτρηση
    Υψηλός κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, εξασθενημένοι ασθενείς
    Ο κίνδυνος αυξάνεται με δόσεις, ιστορικό έλκους, ηλικία. Να αρχίζει με την μικρότερη δυνατή δόση. Εξέταση συνδυασμένης θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (μισοπροστόλη, αναστολείς αντλίας πρωτονίων) για αυτούς και για ασθενείς που χρειάζονται συγχορήγηση χαμηλής δόσης ασπιρίνης ή άλλων φαρμάκων που αυξάνουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο.
  • Ιστορικό φλεγμονώδους νόσου του εντέρου
    Προσοχή
    Να χορηγείται με προσοχή, καθώς η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί.
  • Ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας στο γαστρεντερικό σωλήνα
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι
    Να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα, ειδικά αιμορραγία, στα αρχικά στάδια. Διακοπή του Tilcitin εάν εμφανιστεί εξέλκωση ή αιμορραγία.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που αυξάνουν τον κίνδυνο εξέλκωσης/αιμορραγίας
    Προσοχή
    Χορήγηση με προσοχή.
  • Δερματικές αντιδράσεις (Σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση, Αποφολιδωτική Δερματίτιδα)
    Απειλητικές για τη ζωή
    Οι ασθενείς να ενημερώνονται για σημεία/συμπτώματα. Στενή παρακολούθηση. Διακοπή της θεραπείας με τενοξικάμη εάν εμφανιστούν συμπτώματα. Μη επαν-χορήγηση τενοξικάμης σε ασθενείς που εμφάνισαν SJS/TEN.
  • Αιματολογικές επιδράσεις
    Προσοχή
    Οι ασθενείς με διαταραχές στην πήξη ή που ακολουθούν θεραπεία με φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόσταση, να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Απαιτείται σωστή παρακολούθηση και παροχή συμβουλών, καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα.
  • Κίνδυνος θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων
    Προσοχή
    Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, αγγειακή εγκεφαλική νόσο να υποβάλλονται σε θεραπεία μόνο μετά από προσεκτική θεώρηση. Παρόμοια θεώρηση για ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας.
  • Οφθαλμικές επιδράσεις
    Προσοχή
    Συνιστάται οφθαλμολογική εξέταση σε ασθενείς που αναπτύσσουν διαταραχές της όρασης.
  • Αντιπυρετικές επιδράσεις
    Σημείωση
    Το Tilcitin μπορεί να καλύψει τα συνήθη σημεία της λοίμωξης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Προσοχή
    Παρακολούθηση καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας (ουρία, κρεατινίνη, οίδημα, αύξηση βάρους) σε ασθενείς με καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας (προϋπάρχουσα νεφρική νόσος, διαβητικοί με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία, κίρρωση, καρδιακή ανεπάρκεια, μείωση όγκου, ταυτόχρονη θεραπεία με νεφροτοξικά φάρμακα, διουρητικά, κορτικοστεροειδή). Στενή παρακολούθηση περι- και μετεγχειρητικά σε ασθενείς με κίνδυνο σοβαρής απώλειας αίματος. Προσοχή όταν οι λευκωματίνες είναι μειωμένες (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Αναπνευστικές επιδράσεις
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμα ή ιστορικό άσθματος
    Απαιτείται προσοχή, είναι σε κίνδυνο να αντιδράσουν με συμπτώματα υπερευαισθησίας (κρίσεις άσθματος, αναλγητική δυσανεξία/άσθμα).
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE) και μικτή νόσος του συνδετικού ιστού
    Προσοχή
    Μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος άσηπτης μηνιγγίτιδας.
  • Επιδράσεις του εκδόχου λακτόζη
    Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-TILCITIN

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Σαλικυλικά ή άλλα ΜΣΑΦ
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη αγωγή.
  • Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
  • Προσοχή
    Μειωμένη νεφρική σωληναριακή απέκκριση, υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και σοβαρή τοξικότητα.
  • Αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα και τοξικότητα.
    ΣύστασηΤα επίπεδα λιθίου στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά
    Αντένδειξη
    Υπερκαλιαιμία και νεφρική ανεπάρκεια.
  • Μειωμένη υποτασική δράση.
  • Αντιυπερτασικά (α-αδρενεργικών αποκλειστών, β-αδρενεργικών αποκλειστών, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης)
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης.
  • Καρδιακοί γλυκοσίδες (Διγοξίνη)
    Δεν παρουσιάζει μεγάλο κίνδυνο.
  • Αντιόξινα, σιμετιδίνη
    Δεν έχει διαπιστωθεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
  • Προβενεσίδη
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις τενοξικάμης στο πλάσμα.
  • Αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, φαινπροκουμόνη, χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες)
    Δεν έχει διαπιστωθεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση.
  • Από του στόματος αντιδιαβητικά (γλιβορνουρίδη, γλιβενκλαμίδη, τολβουταμίδη)
    Η κλινική επίδραση δε μεταβλήθηκε.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση.
  • Μπορεί να αυξήσει την κάθαρση και μειώνει τον χρόνο ημίσειας ζωής της τενοξικάμης.
  • Αυξάνεται ο κίνδυνος αιμορραγίας.
    ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση.
  • Μπορεί να αυξήσει την αναλγητική δράση.
  • Αλκοόλ (Οινόπνευμα)
    Δεν υπάρχει σημαντική φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση.
  • Αυξάνει την τοξικότητα της ζιδοβουδίνης.
  • Κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους
    Μπορεί να αυξήσει την νεφροτοξικότητα.
  • Κινολόνες
    Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης σπασμών.
  • Μπορεί να μειώσουν τη δράση της μιφεπριστόνης.
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για 8-12 ημέρες μετά τη χορήγηση μιφεπριστόνης.
sick
SPC-TILCITIN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
  • Αναιμία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοπενία
Ανοσοποιητικό σύστημα
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως δύσπνοια, άσθμα, αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειοοίδημα
Μεταβολισμός και θρέψη
  • Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Διαταραχές του ύπνου
  • Συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις
Νευρικό σύστημα
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία, υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Διαταραχές της όρασης (όπως προβλήματα όρασης και θαμπή όραση)
Ωτός και λαβύρινθος
  • Ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές
  • Αίσθημα παλμών
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπέρταση
  • Αγγειίτιδα
Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Γαστρικό, επιγαστρικό και κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Ναυτία
  • Γαστρεντερική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένων της αιματέμεσης και της μέλαινας κένωσης)
  • Γαστρεντερικά έλκη
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Στοματική εξέλκωση
  • Γαστρίτιδα
  • Ξηροστομία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Γαστρεντερική διάτρηση
  • Επιδείνωση ελκώδους κολίτιδας και νόσου του Crohn
  • Μετεωρισμός
Ήπατος και χοληφόρων
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Ηπατίτιδα
Δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Κνησμός
  • Ερύθημα
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
Νεφρών και ουροφόρων οδών
  • Αυξημένη ουρία ή κρεατινίνη του αίματος
Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
  • Γυναικεία υπογονιμότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
  • Οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αναιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Θρομβοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως δύσπνοια, άσθμα, αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειοοίδημα
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές του ύπνου
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ζάλη
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Παραισθησία, υπνηλία
    Νευρικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές της όρασης (όπως προβλήματα όρασης και θαμπή όραση)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ίλιγγος
    Ωτός και λαβύρινθος
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Γαστρικό, επιγαστρικό και κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Γαστρεντερική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένων της αιματέμεσης και της μέλαινας κένωσης)
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερικά έλκη
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Στοματική εξέλκωση
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Γαστρεντερική διάτρηση
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση ελκώδους κολίτιδας και νόσου του Crohn
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Ήπατος και χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπατος και χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Κνησμός
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ουρία ή κρεατινίνη του αίματος
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Γυναικεία υπογονιμότητα
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Μη γνωστές
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-TILCITIN

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης, το Tilcitin δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν το Tilcitin χρησιμοποιηθεί από μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν πιο σύντομη. Κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν: το έμβρυο σε: * καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση) * νεφρική δυσλειτουργία, η οποία ενδέχεται να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο τη μητέρα και το νεογνό, κατά το τέλος της κύησης, σε: * πιθανή παράταση του χρόνου ροής, μια αντι-συσσωρευτική επίδραση που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις * αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, οδηγώντας σε καθυστέρηση ή παράταση του τοκετού. Συνεπώς, το Tilcitin αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Τα ευρήματα μετά από εφάπαξ χορήγηση έδειξαν ότι μια πολύ μικρή ποσότητα τενοξικάμης (μέση τιμή μικρότερη του 0,3% της δόσης) απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα νεογνά μητέρων που λάμβαναν το Tilcitin. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να διακοπεί είτε ο θηλασμός των νεογνών είτε η χορήγηση του φαρμάκου.
  • Γονιμότητα
    Αποφεύγεται
    Η χρήση της τενοξικάμης, όπως και οποιουδήποτε φαρμάκου που είναι γνωστό ότι αναστέλλει τη δράση της κυκλοοξυγενάσης/τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα και δε συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της τενοξικάμης σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται υπό διερεύνηση στειρότητας.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Οι αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της τενοξικάμης μπορεί να οφείλονται στην αναστολή του ενζύμου κυκλοοξυγενάση (COX) και στην επακόλουθη περιφερική αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Καθώς οι προσταγλανδίνες καθιστούν ευαίσθητους τους υποδοχείς πόνου,…
monitor_heart
SPC-TILCITIN

Φαρμακοδυναμική

expand_more

PHARMACODYNAMICS Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, μη στεροειδή. Κωδικός ATC: M01AC02 ### Μηχανισμός δράσης Η δραστική ουσία του Tilcitin, η τενοξικάμη, είναι ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (ΜΣΑΦ) με…

biotech
SPC-TILCITIN

Φαρμακοκινητική

expand_more

PHARMACOKINETICS #### Απορρόφηση Η απορρόφηση της από του στόματος τενοξικάμης είναι ταχεία και πλήρης (απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 100%), ενώ η απορρόφηση μετά από χορήγηση από το ορθό είναι 80% περίπου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η τενοξικάνη μεταβολίζεται στο ήπαρ σε διάφορους φαρμακολογικά ανενεργούς μεταβολίτες (κυρίως 5’-υδροξυ-τενοξικάνη). Η τενοξικάνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 5’-Υδροξυτενοξικάνη.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η από του στόματος απορρόφηση της τενοξικάνης είναι ταχεία και πλήρης (απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 100%).

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TILCITIN
expand_more

Δοσολογία

Για όλες τις ενδείξεις, εκτός της πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας, του μετεγχειρητικού άλγους και της οξείας ουρικής αρθρίτιδας, μια ημερήσια δόση των 20 mg θα πρέπει να χορηγείται την ίδια ώρα της ημέρας. Η συνιστώμενη δόση για την πρωτοπαθή δυσμηνόρροια είναι 20 έως 40 mg μία φορά την ημέρα. Για το μετεγχειρητικό άλγος η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg μία φορά την ημέρα και για διάστημα όχι μεγαλύτερο των πέντε ημερών. Για την οξεία ουρική αρθρίτιδα η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg μία φορά την ημέρα για δύο ημέρες, ακολουθούμενη από 20 mg μία φορά την ημέρα για τις επόμενες πέντε ημέρες. Κατά τη θεραπεία χρόνιων καταστάσεων, η θεραπευτική δράση της τενοξικάμης είναι εμφανής από την αρχή της θεραπείας και υπάρχει προοδευτική αύξηση στην ανταπόκριση με την πάροδο του χρόνου. Σε χρόνιες καταστάσεις, δε συνιστώνται ημερήσιες δόσεις μεγαλύτερες των 20 mg, επειδή κάτι τέτοιο θα αύξανε τη συχνότητα και τη βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών χωρίς να αυξάνει σημαντικά την αποτελεσματικότητα. Για ασθενείς που χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία μπορεί να δοκιμασθεί για συντήρηση η μείωση της ημερήσιας από του στόματος δόσης σε 10 mg. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν, χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια Κατά γενικό κανόνα οι παραπάνω δοσολογικές οδηγίες ισχύουν με ιδιαίτερη προσοχή και στενή παρακολούθηση για ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Ηλικιωμένος πληθυσμός Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών με σοβαρές συνέπειες. Εάν η χρήση ΜΣΑΦ κρίνεται απαραίτητη, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό διάστημα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για ενδεχόμενη γαστρεντερική αιμορραγία.

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Επειδή δεν υπάρχει κλινική εμπειρία, δεν έχουν ακόμη καθορισθεί ειδικές δοσολογικές συστάσεις για παιδιά και εφήβους.

Τρόπος χορήγησης

Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται με ένα ποτήρι νερό. Είναι προτιμότερο να λαμβάνεται το φάρμακο αυτό κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από το γεύμα.

block

Αντενδείξεις

SPC-TILCITIN
expand_more

To Tilcitin αντενδείκνυται σε ασθενείς:

  • με γνωστή υπερευαισθησία στην τενοξικάμη, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
  • στους οποίους τα σαλικυλικά ή άλλα ΜΣΑΦ προκαλούν συμπτώματα άσθματος, ρινίτιδας ή κνίδωσης
  • με ενεργή ή ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ
  • με ενεργό ή ιστορικό πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας)
  • που πρόκειται στο επόμενο 48ωρο να υποβληθούν σε αναισθησία ή εγχείρηση
  • με σοβαρή καρδιακή, σοβαρή ηπατική ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, όπως ισχύει και με τα υπόλοιπα ΜΣΑΦ
  • στο τρίτο τρίμηνο της κύησης
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TILCITIN
expand_more

Γενικές Προειδοποιήσεις

Η συγχορήγηση της τενοξικάμης με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία και κινδύνους από το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό, παρακάτω).

Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση και διάτρηση

Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση και διάτρηση, οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας με το Tilcitin, οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων. Οι μέχρι σήμερα μελέτες δεν έχουν αναγνωρίσει κάποιον υποπληθυσμό ασθενών ο οποίος να μην βρίσκεται σε κίνδυνο εμφάνισης πεπτικού έλκους ή αιμορραγίας.

Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα γαστρεντερικής αιμορραγίας και διάτρησης, οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες. Οι εξασθενημένοι ασθενείς φαίνεται να ανέχονται την εξέλκωση ή την αιμορραγία λιγότερο καλά από άλλους. Τα περισσότερα από τα θανατηφόρα γαστρεντερικά συμβάματα που έχουν συσχετιστεί με ΜΣΑΦ προέκυψαν σε ηλικιωμένους και/ή εξασθενημένους ασθενείς. Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι μεγαλύτερος όσο αυξάνονται οι δόσεις των ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν αυτό επιπλεκόταν με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. Αντενδείξεις) και στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία με τη μικρότερη δυνατή δόση. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο συνδυασμένης θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ μισοπροστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων) για αυτούς τους ασθενείς και επίσης για ασθενείς που χρειάζονται συγχορήγηση χαμηλής δόσης ασπιρίνης ή άλλων φαρμάκων που είναι πιθανό να αυξήσουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παρακάτω και Αλληλεπιδράσεις).

Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (ελκώδους κολίτιδας, νόσου του Crohn), καθώς η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί. Ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας στο γαστρεντερικό σωλήνα, ιδιαίτερα όταν είναι ηλικιωμένοι, θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Εάν εμφανισθεί εξέλκωση ή γαστρεντερική αιμορραγία, το Tilcitin θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα τα οποία θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες όπως ασπιρίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Δερματικές αντιδράσεις

Απειλητικές για τη ζωή δερματικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση και αποφολιδωτική δερματίτιδα) έχουν αναφερθεί με τη χρήση της τενοξικάμης.

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Μεγαλύτερος κίνδυνος για την εμφάνιση συνδρόμου Stevens-Johnson ή τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης υπάρχει μέσα στις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας.

Εάν εμφανιστούν συμπτώματα ή σημεία συνδρόμου Stevens-Johnson ή τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (π.χ. εξελισσόμενο δερματικό εξάνθημα, συχνά με φλύκταινες ή βλάβες του βλεννογόνου), η θεραπεία με τενοξικάμη θα πρέπει να διακόπτεται. Τα καλύτερα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης προέρχονται από την πρώιμη διάγνωση και την άμεση διακοπή κάθε ύποπτου φαρμάκου. Η πρώιμη διακοπή σχετίζεται με καλύτερη πρόγνωση.

Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σύνδρομο Stevens-Johnson ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση με τη χρήση της τενοξικάμης, η τενοξικάμη δεν πρέπει να επαναχορηγηθεί σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.

Αιματολογικές επιδράσεις

Η τενοξικάμη αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και μπορεί να επηρεάσει την αιμόσταση. Το Tilcitin δεν έχει σημαντική επίδραση στους παράγοντες πήξης του αίματος, τον χρόνο πήξης, τον χρόνο προθρομβίνης ή τον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης.

Οι ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχές στην πήξη ή που ακολουθούν θεραπεία με φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόσταση, θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, όταν τους χορηγείται το Tilcitin.

Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις

Απαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε συνδυασμό με θεραπεία με ΜΣΑΦ.

Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηξη του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για να αποκλεισθεί ένας τέτοιος κίνδυνος για την τενοξικάμη.

Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβληθούν σε θεραπεία με τενοξικάμη μόνο μετά από προσεκτική θεώρηση του θέματος. Παρόμοια θεώρηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη μεγαλύτερης διάρκειας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).

Οφθαλμικές επιδράσεις

Ανεπιθύμητες ενέργειες από τα μάτια έχουν αναφερθεί με τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του Tilcitin. Επομένως, συνιστάται οφθαλμολογική εξέταση στους ασθενείς που αναπτύσσουν διαταραχές της όρασης.

Αντιπυρετικές επιδράσεις

Όπως είναι γνωστό και με άλλα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, το Tilcitin μπορεί να καλύψει τα συνήθη σημεία της λοίμωξης.

Νεφρική δυσλειτουργία

Τα ΜΣΑΦ αναστέλλουν τη νεφρική σύνθεση των προσταγλανδινών και κατά συνέπεια μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες επιδράσεις στην αιμοδυναμική του νεφρού και στο ισοζύγιο του άλατος και του νερού. Είναι απαραίτητο ο ασθενής να παρακολουθείται στενά, με ειδική έμφαση στην καρδιακή και νεφρική λειτουργία (ουρία αίματος, κρεατινίνη, ανάπτυξη οιδήματος, αύξηση του σωματικού βάρους κ.λπ.), όταν χορηγείται το Tilcitin σε ασθενείς με καταστάσεις που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης νεφρικής ανεπάρκειας, όπως προϋπάρχουσα νεφρική νόσος, ανεπαρκής νεφρική λειτουργία σε διαβητικούς, κίρρωση ήπατος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μείωση του όγκου ή ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικά νεφροτοξικά φάρμακα, διουρητικά και κορτικοστεροειδή. Η ομάδα αυτή των ασθενών βρίσκεται σε ιδιαίτερο κίνδυνο κατά την περι- και μετεγχειρητική φάση μείζονων χειρουργικών επεμβάσεων, λόγω της πιθανότητας σοβαρής απώλειας αίματος. Για τον λόγο αυτό χρειάζονται στενή παρακολούθηση κατά τη μετεγχειρητική περίοδο και κατά την περίοδο της ανάρρωσης.

Εξαιτίας της υψηλής σύνδεσης της τενοξικάμης στις πρωτεΐνες του πλάσματος, απαιτείται προσοχή όταν οι λευκωματίνες του πλάσματος είναι σημαντικά μειωμένες (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Αναπνευστικές επιδράσεις

Προσοχή απαιτείται, εάν χορηγηθεί σε ασθενή που πάσχει από άσθμα ή είχε προηγούμενο ιστορικό άσθματος, διότι είναι μάλλον σε κίνδυνο, σε σχέση με άλλους ασθενείς, να αντιδράσει σε μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες με συμπτώματα υπερευαισθησίας, όπως κρίσεις άσθματος (αποκαλούμενο αναλγητική δυσανεξία/αναλγητικό άσθμα).

Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE) και μικτή νόσος του συνδετικού ιστού

Σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE) και διαταραχές συνδετικού ιστού μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος άσηπτης μηνιγγίτιδας.

Επιδράσεις του εκδόχου λακτόζη

Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια της Lapp λακτάσης ή με δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TILCITIN
expand_more

INTERACTIONS

  • Σαλικυλικά Τα σαλικυλικά αυξάνουν την κάθαρση και τον όγκο κατανομής των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της τενοξικάμης, και μειώνουν τις μέσες ελάχιστες συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της τενοξικάμης στο πλάσμα, λόγω του ανταγωνισμού στις θέσεις σύνδεσής τους στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η ταυτόχρονη αγωγή με σαλικυλικά ή άλλα ΜΣΑΦ δε συνιστάται, λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων αντιδράσεων.

  • Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) υπάρχει, όταν αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης συνδυάζονται με ΜΣΑΦ.

  • Μεθοτρεξάτη Η συγχορήγηση ορισμένων ΜΣΑΦ και μεθοτρεξάτης έχει συσχετιστεί με μειωμένη νεφρική σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης, υψηλότερες συγκεντρώσεις αυτής στο πλάσμα και σοβαρή τοξικότητα της μεθοτρεξάτης. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, όταν το Tilcitin χορηγείται ταυτόχρονα με μεθοτρεξάτη.

  • Λίθιο Επειδή το Tilcitin μπορεί να μειώσει τη νεφρική κάθαρση του λιθίου, η ταυτόχρονη χορήγησή τους μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα και τοξικότητα του λιθίου. Τα επίπεδα λιθίου στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

  • Διουρητικά Όπως γενικά και με τα άλλα ΜΣΑΦ, το Tilcitin δε θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με καλιοσυντηρητικά διουρητικά. Υπάρχει γνωστή αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών ουσιών που μπορεί να προκαλέσει υπερκαλιαιμία και νεφρική ανεπάρκεια. Δεν έχει παρατηρηθεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ του Tilcitin και της φουροσεμίδης, αλλά το Tilcitin μειώνει την υποτασική δράση της υδροχλωροθειαζίδης.

  • Αντιυπερτασικά Όπως είναι γνωστό και από άλλα ΜΣΑΦ, το Tilcitin μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση των α-αδρενεργικών αποκλειστών των β-αδρενεργικών αποκλειστών και των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης. Δεν υπήρχε κλινικά σχετική αλληλεπίδραση, όταν το Tilcitin χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ατενολόλη.

  • Καρδιακοί γλυκοσίδες Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών δεν αναφέρθηκε καμία αλληλεπίδραση από ασθενείς που λάμβαναν αγωγή ταυτόχρονα με παράγωγα δακτυλίτιδας. Επομένως, η ταυτόχρονη χορήγηση Tilcitin και διγοξίνης φαίνεται να μην παρουσιάζει μεγάλο κίνδυνο.

  • Αντιόξινα και ανταγωνιστές των H -υποδοχέων Δεν έχει διαπιστωθεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με συγχορήγηση αντιόξινων και σιμετιδίνης στις συνιστώμενες δοσολογίες.

  • Προβενεσίδη Η συγχορήγηση προβενεσίδης και τενοξικάμης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τενοξικάμης στο πλάσμα. Η κλινική σημασία αυτής της παρατήρησης δεν έχει προσδιοριστεί.

  • Αντιπηκτικά Δεν έχει διαπιστωθεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με συγχορήγηση βαρφαρίνης ή φαινπροκουμόνης ή χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες στις συνιστώμενες δοσολογίες. Παρ’ όλα αυτά, όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιπηκτικά.

  • Από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά Η κλινική επίδραση των από του στόματος αντιδιαβητικών φαρμάκων γλιβορνουρίδη, γλιβενκλαμίδη, τολβουταμίδη δε μεταβλήθηκε από το Tilcitin. Παρ’ όλα αυτά, όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν ταυτόχρονα από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα.

  • Χολεστυραμίνη Η χολεστυραμίνη μπορεί να αυξήσει την κάθαρση και μειώνει τον χρόνο ημίσειας ζωής της τενοξικάμης.

  • Πεντοξυφυλλίνη Σε συγχορήγηση της τενοξικάμης με πεντοξυφυλλίνη αυξάνεται ο κίνδυνος αιμορραγίας. Σε αυτή την περίπτωση συνιστάται στενή παρακολούθηση των ασθενών.

  • Δεξτρομεθορφάνη Η συγχορήγηση τενοξικάμης και δεξτρομεθορφάνης μπορεί να αυξήσει την αναλγητική δράση σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία.

  • Αλκοόλ (Οινόπνευμα) Δεν υπάρχει σημαντική φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ του Tilcitin και του αλκοόλ.

  • Ζιδοβουδίνη Η τενοξικάμη αυξάνει την τοξικότητα της ζιδοβουδίνης.

  • Κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους Η συγχορήγηση του Tilcitin με κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους μπορεί να αυξήσει την νεφροτοξικότητα.

  • Κινολόνες Δεδομένα από πειραματόζωα υποδεικνύουν ότι τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σπασμών που συνδέονται με κινολόνες. Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ και κινολόνες ενδέχεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σπασμών.

  • Μιφεπριστόνη Τα ΜΣΑΦ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για 8-12 ημέρες μετά τη χορήγηση μιφεπριστόνης, καθώς αυτά μπορεί να μειώσουν τη δράση της μιφεπριστόνης.

  • Τροφή Ο βαθμός της απορρόφησης της τενοξικάμης δεν επηρεάζεται από την τροφή, αλλά ο ρυθμός της απορρόφησης (Cmax) μπορεί να είναι βραδύτερος απ’ ό,τι σε κατάσταση νηστείας.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TILCITIN
expand_more

SIDE_EFFECTS

Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών που περιελάμβαναν μεγάλο αριθμό ασθενών, το Tilcitin αποδείχτηκε καλά ανεκτό στη συνιστώμενη δόση. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν συνήθως ήπιες και παροδικές. Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών η διακοπή της θεραπείας ήταν αναγκαία, λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα πιο συχνά παρατηρούμενα ανεπιθύμητα συμβάντα που σχετίζονται με τα ΜΣΑΦ είναι γαστρεντερικής φύσης. Ενδέχεται να εμφανιστούν πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντρική αιμορραγία, ενίοτε θανατηφόρα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, επιδείνωση κολίτιδας και νόσου του Crohn (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση ΜΣΑΦ. Λιγότερο συχνά έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα.

Εντός της κατάταξης ανά οργανικό σύστημα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι καταγεγραμμένες ανάλογα τη συχνότητα (αριθμός ασθενών που αναμένεται να εκδηλώσουν την ανεπιθύμητη ενέργεια), χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες:

  • Πολύ συχνές (≥1/10)
  • Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
  • Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100)
  • Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000)
  • Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
  • Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)

Ανεπιθύμητες ενέργειες ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα

Οργανικό Σύστημα
**Διαταραχές του
αιμοποιητικού και του
λεμφικού συστήματος**
Μη γνωστές: Αναιμία, Ακοκκιοκυτταραιμία, Λευκοπενία, Θρομβοπενία
**Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος**
Μη γνωστές: Αντιδράσεις
υπερευαισθησίας, όπως
δύσπνοια, άσθμα, αναφυλακτικές
αντιδράσεις, αγγειοοίδημα
**Διαταραχές του
μεταβολισμού και της
θρέψης**
Όχι συχνές: Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές: Διαταραχές του ύπνου
Μη γνωστές: Συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις
**Διαταραχές του νευρικού
συστήματος**
Συχνές: Ζάλη, Κεφαλαλγία
Μη γνωστές: Παραισθησία, υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
Μη γνωστές: Διαταραχές της όρασης
(όπως προβλήματα
όρασης και θαμπή
όραση)
**Διαταραχές του ωτός και
του λαβυρίνθου**
Όχι συχνές: Ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές
Όχι συχνές: Αίσθημα παλμών
Μη γνωστές: Καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές
Μη γνωστές: Υπέρταση, Αγγειίτιδα
**Γαστρεντερικές
διαταραχές**
Συχνές: Γαστρικό, επιγαστρικό
και κοιλιακό άλγος, Δυσπεψία,
Ναυτία
Όχι συχνές: Γαστρεντερική
αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένων
της αιματέμεσης και της
μέλαινας κένωσης), Γαστρεντερικά έλκη, Δυσκοιλιότητα, Διάρροια, Έμετος,
Στοματική εξέλκωση, Γαστρίτιδα, Ξηροστομία
Πολύ σπάνιες: Παγκρεατίτιδα
Μη γνωστές: Γαστρεντερική διάτρηση, Επιδείνωση ελκώδους
κολίτιδας και νόσου του
Crohn, Μετεωρισμός
**Διαταραχές του ήπατος
και των χοληφόρων**
Όχι συχνές: Αυξημένα ηπατικά
ένζυμα
Μη γνωστές: Ηπατίτιδα
**Διαταραχές του
δέρματος και του
υποδόριου ιστού**
Όχι συχνές: Κνησμός, Ερύθημα,
Εξάνθημα, Κνίδωση
Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική επιδερμική
νεκρόλυση
Μη γνωστές: Αντίδραση
φωτοευαισθησίας
**Διαταραχές των νεφρών
και των ουροφόρων
οδών**
Όχι συχνές: Αυξημένη ουρία ή
κρεατινίνη του αίματος
**Διαταραχές του
αναπαραγωγικού
συστήματος και του
μαστού**
Μη γνωστές: Γυναικεία
υπογονιμότητα*
**Γενικές διαταραχές και
καταστάσεις της οδού
χορήγησης**
Όχι συχνές: Κόπωση, Οίδημα
  • Μεμονωμένες περιπτώσεις γυναικείας υπογονιμότητας έχουν αναφερθεί με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση της κυκλοοξυγενάσης/προσταγλανδινών, συμπεριλαμβανομένης της τενοξικάμης.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων

  • Αγγειακές διαταραχές Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (αναστολείς COX-2) και μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβαμάτων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Παρότι η τενοξικάμη δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τα θρομβωτικά συμβάματα, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για να αποκλεισθεί ένας τέτοιος κίνδυνος με την τενοξικάμη.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-TILCITIN
expand_more

Κύηση

Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την εγκυμοσύνη και/ή την ανάπτυξη του εμβρύου. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν έναν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσπλασίας και γαστρόσχισης μετά τη χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά τα πρώιμα στάδια της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακή δυσπλασία ήταν αυξημένος από λιγότερο από 1% σε έως και 1,5% περίπου. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Σε πειραματόζωα, η χορήγηση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε αυξημένη απώλεια πριν και µετά την εµφύτευση και εµβρυϊκή θνησιµότητα. Επιπλέον, αυξηµένες επιπτώσεις διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαµβανοµένων και των καρδιαγγειακών, έχουν αναφερθεί σε ζώα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά την περίοδο της οργανογένεσης. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης, το Tilcitin δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν το Tilcitin χρησιμοποιηθεί από μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν πιο σύντομη. Κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν: το έμβρυο σε:  καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)  νεφρική δυσλειτουργία, η οποία ενδέχεται να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο τη μητέρα και το νεογνό, κατά το τέλος της κύησης, σε:  πιθανή παράταση του χρόνου ροής, μια αντι-συσσωρευτική επίδραση που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις  αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, οδηγώντας σε καθυστέρηση ή παράταση του τοκετού. Συνεπώς, το Tilcitin αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης.

Θηλασμός

Τα ευρήματα μετά από εφάπαξ χορήγηση έδειξαν ότι μια πολύ μικρή ποσότητα τενοξικάμης (μέση τιμή μικρότερη του 0,3% της δόσης) απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα νεογνά μητέρων που λάμβαναν το Tilcitin. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να διακοπεί είτε ο θηλασμός των νεογνών είτε η χορήγηση του φαρμάκου.

Γονιμότητα

Η χρήση της τενοξικάμης, όπως και οποιουδήποτε φαρμάκου που είναι γνωστό ότι αναστέλλει τη δράση της κυκλοοξυγενάσης/τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα και δε συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της τενοξικάμης σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται υπό διερεύνηση στειρότητας.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TILCITIN
expand_more

PHARMACODYNAMICS

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, μη στεροειδή. Κωδικός ATC: M01AC02

Μηχανισμός δράσης

Η δραστική ουσία του Tilcitin, η τενοξικάμη, είναι ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (ΜΣΑΦ) με αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές, αντιπυρετικές ιδιότητες, που αναστέλλει επίσης τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων. Η τενοξικάμη μειώνει τη βιοσύνθεση των προσταγλανδινών, μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης-1 (COX-1) και 2 (COX-2), τόσο in vitro (σπερματικά κυστίδια προβάτου) όσο και in vivo (προστασία από προκαλούμενη με αραχιδονικό οξύ τοξικότητα στους μυς). Η in vitro διερεύνηση σε ισοένζυμα κυκλοοξυγενάσης που προέρχονται από ανθρώπινα κύτταρα COS-7 έχει αποδείξει ότι η τενοξικάμη αναστέλλει τα ισοένζυμα COX-1 και COX-2 περίπου στον ίδιο βαθμό, δηλ. ο λόγος COX-2/COX-1 είναι ίσος με 1,34. Οι in vitro δοκιμασίες της υπεροξειδάσης των λευκοκυττάρων δείχνουν πως η τενοξικάμη είναι δυνατόν να εξουδετερώνει το ενεργό οξυγόνο στην περιοχή της φλεγμονής. Το Tilcitin είναι in vitro ισχυρός αναστολέας των ανθρώπινων μεταλλοπρωτεϊνασών (στρομελυσίνη και κολλαγενάση) που προκαλούν τη διάσπαση του χόνδρου. Ένας περαιτέρω πιθανός μηχανισμός δράσης είναι η μείωση των επιπέδων των νιτρωδών που υποδεικνύει μια μεταβολή στο μονοπάτι του μονοξειδίου του αζώτου (NO). Αυτές οι φαρμακολογικές ενέργειες εξηγούν, εν μέρει τουλάχιστον, το θεραπευτικό όφελος της τενοξικάμης στη θεραπεία των επώδυνων φλεγμονωδών και εκφυλιστικών νοσημάτων του μυοσκελετικού συστήματος.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η κλινική αποτελεσματικότητα της τενοξικάμης έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες για:

  • Ρευματοειδή αρθρίτιδα: Καταδείχτηκε ότι μια δόση των 20 ή 40 mg μία φορά την ημέρα ήταν αποτελεσματική και η επίδραση διατηρήθηκε για έως και δύο έτη.
  • Οστεοαρθρίτιδα: Η τενοξικάμη είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας. Οι αντιφλεγμονώδεις και αναλγητικές επιδράσεις έχουν διατηρηθεί για έως και τρία έτη.
  • Αγκυλωτική σπονδυλίτιδα: Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η τενοξικάμη είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση του άλγους και της φλεγμονής σε συγκρίσιμο βαθμό με την πιροξικάμη.
  • Εξωαρθρικά σύνδρομα: Η τενοξικάμη (20 mg μία φορά την ημέρα) ήταν τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματική με την πιροξικάμη (20 mg την ημέρα) και τη δικλοφαινάκη (75 mg την ημέρα). Η τενοξικάμη ήταν καλύτερα ανεκτή από τη δικλοφαινάκη.
  • Οξεία ουρική αρθρίτιδα: Παρότι η βάση δεδομένων είναι μικρή, όλες οι διαθέσιμες μελέτες υποδεικνύουν ότι η τενοξικάμη είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της οξείας ουρικής αρθρίτιδας, μειώνοντας το άλγος και τη φλεγμονή. Η επίδραση είναι, τουλάχιστον εν μέρει, δοσοεξαρτώμενη.
  • Μετεγχειρητικό άλγος: Σε μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο καταδείχτηκε ότι η θεραπεία με την τενοξικάμη είναι αποτελεσματική.
  • Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια: Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η τενοξικάμη είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση από το άλγος της δυσμηνόρροιας. Η επίδραση αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Η τενοξικάμη ήταν τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματική με την ιβουπροφαίνη, ένα σύνηθες φαρμακευτικό προϊόν για τη θεραπεία της πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TILCITIN
expand_more

PHARMACOKINETICS

Απορρόφηση

Η απορρόφηση της από του στόματος τενοξικάμης είναι ταχεία και πλήρης (απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 100%), ενώ η απορρόφηση μετά από χορήγηση από το ορθό είναι 80% περίπου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από χορήγηση από το στόμα ή το ορθό επιτυγχάνονται σε δύο ώρες σε νηστικά άτομα. Όταν λαμβάνεται με τροφή, η τενοξικάμη απορροφάται στον ίδιο βαθμό, αλλά με καθυστέρηση επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης. Με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα των 20 mg μία φορά την ημέρα, οι συνθήκες σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται μέσα σε δέκα με δεκαπέντε ημέρες, χωρίς μη αναμενόμενη συσσώρευση. Η μέση συγκέντρωση σε σταθερή κατάσταση είναι 11 mg/L, όταν η τενοξικάμη χορηγείται σε δόσεις των 20 mg μία φορά την ημέρα από στόματος, και αυτό δε μεταβάλλεται, ακόμα και αν λαμβάνεται η θεραπεία μέχρι και για τέσσερα χρόνια. Όπως προβλέπεται από τη φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης, οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα είναι 6 φορές υψηλότερες αυτών που επιτυγχάνονται μετά από μία εφάπαξ δόση.

Κατανομή

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση τενοξικάμης, τα επίπεδα του φαρμάκου στο πλάσμα μειώνονται πολύ γρήγορα κατά τις δύο πρώτες ώρες. Μετά από αυτή τη σύντομη περίοδο, δεν εμφανίζονται διαφορές στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα μεταξύ της ενδοφλέβιας και της από του στόματος χορήγησης. Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 10-12 L. Στο αίμα, ποσοστό μεγαλύτερο του 99% του φαρμάκου συνδέεται με τη λευκωματίνη. Η τενοξικάμη διεισδύει καλά στο αρθρικό υγρό. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται αργότερα από ότι στο πλάσμα. Τα ευρήματα μετά από εφάπαξ χορήγηση έδειξαν ότι μια πολύ μικρή ποσότητα τενοξικάμης (μέση τιμή μικρότερη του 0,3% της δόσης) απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα (βλ. Κύηση και γαλουχία).

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Η τενοξικάμη απεκκρίνεται μετά από ουσιαστικά πλήρη βιομετατροπή σε φαρμακολογικά αδρανείς μεταβολίτες. Μέχρι και τα δύο τρίτα μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνονται στα ούρα (κυρίως με τη μορφή της ανενεργού 5’-υδροξυ-τενοξικάμης) και το υπόλοιπο μέσω της χολής (σημαντική ποσότητα με τη μορφή γλυκουρονιδίων). Ποσοστό μικρότερο του 1% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στα ούρα με τη μορφή του αρχικού φαρμάκου. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της τενοξικάμης είναι 72 ώρες (εύρος 59-74 ώρες). Η ολική κάθαρση πλάσματος είναι 2 mL/min.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η φαρμακοκινητική της τενοξικάμης είναι γραμμική στο μελετώμενο δοσολογικό εύρος των 10-100 mg.

Ειδικοί πληθυσμοί

Μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή κίρρωση ήπατος δείχνουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για την επίτευξη συγκεντρώσεων στο πλάσμα παρόμοιων με αυτές που παρατηρούνται στα υγιή άτομα. Οι ασθενείς με ρευματοπάθειες και οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν το ίδιο φαρμακοκινητικό προφίλ με τους υγιείς εθελοντές. Εξαιτίας της υψηλής σύνδεσης της τενοξικάμης στις πρωτεΐνες του πλάσματος, απαιτείται προσοχή όταν οι λευκωματίνες του πλάσματος είναι σημαντικά μειωμένες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

72 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

99%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

100%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
PubChem
science

Scientific Profile

CID
54677971
Μοριακός τύπος
C13H11N3O4S2
Μοριακό βάρος
337.4
IUPAC
4-hydroxy-2-methyl-1,1-dioxo-N-pyridin-2-ylthieno[2,3-e]thiazine-3-carboxamide
InChIKey
LZNWYQJJBLGYLT-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις τους· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.

Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΑΣΗ ΣΥΝΘΑΣΕΣ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματός τους-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.

Σχετικά Εργαλεία