Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 80 / TAB | 5.60 € | |
| 80 / TAB | 5.60 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Η αρτηριακή πίεση δεν ρυθμίζεται επαρκώς με μονοθεραπεία τελμισαρτάνης
σε: Ενήλικες
Ως σταθερός συνδυασμός δόσεων (40 mg τελμισαρτάνης/12,5 mg HCTZ και 80 mg τελμισαρτάνης/12,5 mg HCTZ)
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
ACTELSAR HCT — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
- Τιτλοποίηση: Εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με καθένα από τα δύο συστατικά συστήνεται πριν την αλλαγή στον σταθερό συνδυασμό 2 δόσεων.
-
Γενικός πληθυσμόςΟ σταθερός συνδυασμός δόσεων θα πρέπει να λαμβάνεται από ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ρυθμίζεται επαρκώς με μονοθεραπεία τελμισαρτάνης. Εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με καθένα από τα δύο συστατικά συστήνεται πριν την αλλαγή στον σταθερό συνδυασμό 2 δόσεων. Όταν ενδείκνυται κλινικά, μπορεί να εξετασθεί απευθείας αλλαγή από τη μονοθεραπεία στον σταθερό συνδυασμό.
-
Ασθενείς που δεν ρυθμίζονται επαρκώς με Micardis 40 mgΔόσηTelmisartan And Diuretics 40 mg/12,5 mg μία φορά την ημέρα
-
Ασθενείς που δεν ρυθμίζονται επαρκώς με Micardis 80 mgΔόσηTelmisartan And Diuretics 80 mg/12,5 mg μία φορά την ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση40 mg τελμισαρτάνης μία φορά την ημέραΜε προσοχή. Για την τελμισαρτάνη, η δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg, μία φορά την ημέρα. Οι θειαζίδες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Παιδιά και έφηβοιΗ χρήση του Telmisartan And Diuretics δεν συνιστάται σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε κάποια από τις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία σε άλλες ουσίες παράγωγα σουλφοναμιδών
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κυήσεως
-
Χολόσταση και αποφρακτικές παθήσεις των χοληφόρων
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min, ανουρία)
-
Εμμένουσα υποκαλιαιμία, υπερασβεσταιμία
-
Ταυτόχρονη χρήση τελμισαρτάνης/HCTZ με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΚύησηΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνηΝα αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές αγωγές
-
ΚύησηΠροσοχήΠληθυσμόςΌταν διαγνωστεί εγκυμοσύνηΗ αγωγή με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και εάν θεωρείται απαραίτητο, θα πρέπει να αρχίσει εναλλακτική αγωγή
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με χολόσταση, με αποφρακτικές νόσους των χοληφόρων ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΔε θα πρέπει να χορηγείται τελμισαρτάνη/HCTZ
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία ή εξελισσόμενη ηπατική νόσοΘα πρέπει να χορηγείται με προσοχή
-
Νεφροαγγειακή υπέρτασηΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας με μονήρη λειτουργικό νεφρό υπό θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνηςΥπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας
-
Νεφρική ανεπάρκειαΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται τελμισαρτάνη/HCTZ
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβλήθηκαν πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία χορήγησης
-
ΑζωθαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ελαττωμένη νεφρική λειτουργίαΣχετιζόμενη με θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να εμφανιστεί
-
Υποογκαιμία και/ή νατριοπενίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με υποογκαιμία και/ή νατριοπενίαΟι καταστάσεις αυτές πρέπει να διορθωθούν πριν την χορήγηση του Telmisartan And Diuretics
-
ΥπονατριαιμίαΠροσοχήΜεμονωμένες περιπτώσεις υπονατριαιμίας που συνοδεύονται από νευρολογικά συμπτώματα έχουν παρατηρηθεί με τη χρήση της HCTZ
-
Διπλός αποκλεισμός του RAASΠροσοχήΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης
-
Διπλός αποκλεισμός του RAASΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα
-
Διέγερση του RAASΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (π.χ. βαριά συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υποκείμενη νεφρική νόσο, στένωση νεφρικής αρτηρίας)Έχει συσχετισθεί με οξεία υπόταση, υπεραζωθαιμία, ολιγουρία, ή σπάνια με οξεία νεφρική ανεπάρκεια
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόΗ χρήση της τελμισαρτάνης/HCTZ δεν συνιστάται
-
Καρδιακές βαλβιδοπάθειες και υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθειαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που πάσχουν από αορτική ή μιτροειδή βαλβιδική στένωση, ή υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθειαΣυστήνεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Ανοχή γλυκόζηςΠροσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείς υπό θεραπεία με ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά φάρμακα και αγωγή με τελμισαρτάνηΗ θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ανοχή γλυκόζης ενώ μπορεί να εμφανιστεί υπογλυκαιμία
-
Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτηςΠροσοχήΛανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να γίνει έκδηλος κατά τη διάρκεια θεραπείας με θειαζίδες
-
Χοληστερόλη και τριγλυκερίδιαΠροσοχήΜια αύξηση των επιπέδων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων έχει συσχετισθεί με τη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά
-
Υπερουριχαιμία ή συμπτωματική ουρική αρθρίτιδαΠροσοχήΠληθυσμόςορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδεςΜπορεί να προκληθεί
-
Διαταραχές ύδατος ή ηλεκτρολυτώνΠροσοχήΟι θειαζίδες, περιλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές ύδατος ή ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένης της υποκαλιαιμίας, υπονατριαιμίας και υποχλωραιμικής αλκάλωσης)
-
ΥποκαλιαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κίρρωση ήπατος, σε ασθενείς που βρίσκονται σε φάση έντονης διούρησης, σε ασθενείς με ανεπαρκή από του στόματος πρόσληψη ηλεκτρολυτών και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή Αδρενοκορτικοτρόπο ορμόνη (ACTH)Ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας είναι μεγαλύτερος
-
ΥπερκαλιαιμίαΠροσοχήΜπορεί να εμφανιστεί λόγω του ανταγωνισμού των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΤ1) από το συστατικό τελμισαρτάνη
-
ΥπερκαλιαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και/ή καρδιακή ανεπάρκεια και σακχαρώδη διαβήτηΚαλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, θα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή με τελμισαρτάνη/HCTZ
-
ΥπερασβεσταιμίαΠροσοχήΟι θειαζίδες μπορεί να μειώνουν τη νεφρική απέκκριση ασβεστίου και να προκαλέσουν ελαφρά και διακεκομμένη αύξηση ασβεστίου ορού. Οι θειαζίδες θα πρέπει να διακόπτονται πριν από την εκτέλεση των δοκιμασιών λειτουργίας των παραθυρεοειδών.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΠροσοχήΟι θειαζίδες έχει δειχθεί ότι αυξάνουν τη νεφρική απέκκριση μαγνησίου, το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα υπομαγνησιαιμία
-
Ισχαιμική καρδιακή νόσοςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσοΗ υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην HCTZΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματοςΜπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην HCTZ (πιθανότερες με ιστορικό)
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΠροσοχήΈξαρση ή ενεργοποίηση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου έχει αναφερθεί με τη χρήση θειαζιδικών διουρητικών
-
ΦωτοευαισθησίαΠροσοχήΕάν μια αντίδραση φωτοευαισθησίας παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας. Εάν η επαναχορήγηση του διουρητικού κριθεί απαραίτητη, συνιστάται η προστασία των εκτεθειμένων στον ήλιο περιοχών ή στις τεχνητές ακτίνες UVA.
-
Οφθαλμικές διαταραχέςΠροσοχήΗ υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να προκαλέσει αποκόλληση του χοριοειδούς, οξεία παροδική μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Η κύρια θεραπεία είναι η διακοπή της υδροχλωροθειαζίδης όσο το δυνατόν πιο άμεσα.
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (NMSC)ΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδηΑυξημένος κίνδυνος NMSC. Να ενημερώνονται οι ασθενείς, να ελέγχουν το δέρμα τους τακτικά για τυχόν νέες βλάβες και να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε ύποπτες δερματικές βλάβες. Να λαμβάνονται πιθανά προληπτικά μέτρα όπως περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή και στην υπεριώδη ακτινοβολία και, σε περίπτωση έκθεσης, η χρήση κατάλληλης προστασίας.
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (NMSC)ΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έχουν εμφανίσει NMSC στο παρελθόνΘα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης
-
Οξεία αναπνευστική τοξικότητα (ARDS)ΠροσοχήΠολύ σπάνια σοβαρά περιστατικά ARDS έχουν αναφερθεί. Εάν πιθανολογείται διάγνωση ARDS, το Telmisartan And Diuretics θα πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη θεραπεία.
-
Οξεία αναπνευστική τοξικότητα (ARDS)ΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως παρουσιάσει ARDS μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδηςΗ υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χορηγείται
-
Εντερικό αγγειοοίδημαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙΣε περίπτωση διάγνωσης εντερικού αγγειοοιδήματος, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της τελμισαρτάνης και θα πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη παρακολούθηση μέχρι την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων.
-
ΛακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν
-
ΣορβιτόληΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI)Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και τοξικότητα.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν απαραίτητο, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με απέκκριση καλίου, υποκαλιαιμία (άλλα καλιοουρητικά διουρητικά, καθαρτικά, κορτικοστεροειδή, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, νατριούχος πενικιλλίνη G, σαλικυλικό οξύ, παράγωγα)παρακολούθησηΜπορεί να ενισχύσουν τη δράση της HCTZ στα επίπεδα καλίου του ορού.ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Ιωδιούχα σκιαγραφικά προϊόνταπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος οξείας λειτουργικής νεφρικής ανεπάρκειας, ιδίως κατά τη χρήση υψηλών δόσεων.ΣύστασηΑπαιτείται επανενυδάτωση πριν από τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου ή να προκαλέσουν υπερκαλιαιμία (αναστολείς ΜΕΑ, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, κυκλοσπορίνη ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα όπως η νατριούχος ηπαρίνη)προσοχήΑύξηση στα επίπεδα καλίου του ορού.ΣύστασηΔεν συνιστώνται. Συστήνεται παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές καλίου του ορού (γλυκοσίδες δακτυλίτιδας, αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ια, ΙΙΙ, αντιψυχωσικά, μπεπριδίλη, σισαπρίδη, διφεµανίλη, ερυθρομυκίνη IV, αλοφαντρίνη, μιζολαστίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, τερφεναδίνη, βινκαμίνη IV)παρακολούθησηΑνάπτυξη αρρυθμιών (λόγω υποκαλιαιμίας/υπομαγνησιαιμίας), συμπεριλαμβανομένης πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας - torsades de pointes.ΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος του καλίου ορού και ΗΚΓ συστήνεται.
-
παρακολούθησηΔιάμεσες αυξήσεις στη μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος της διγοξίνης (49%) και στην κατώτερη συγκέντρωση (20%).ΣύστασηΚατά την έναρξη, προσαρμογή και διακοπή της τελμισαρτάνης, συστήνεται η παρακολούθηση των επιπέδων διγοξίνης.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντεςπροσοχήΗ τελμισαρτάνη μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) με αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένηαντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια).ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (από του στόματος και ινσουλίνη)προσοχήΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΚίνδυνος γαλακτικής οξέωσης από πιθανή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια σχετιζόμενη με την HCTZ.ΣύστασηΧρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Χολεστυραμίνη, ρητίνες χολεστιπόληςπροσοχήΠαραβλάπτεται η απορρόφηση της HCTZ.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ, αναστολείς της COX-2)προσοχήΕλαττώνουν τις διουρητικές, νατριουρητικές και αντιυπερτασικές δράσεις. Περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια).ΣύστασηΧορηγείται με προσοχή, κυρίως στους ηλικιωμένους. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Αγγειοσυσπαστικές αμίνες (π.χ. νοραδρεναλίνη)προσοχήΗ επίδραση μπορεί να ελαττωθεί.
-
Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών (π.χ. τουβοκουραρίνη)προσοχήΗ επίδραση μπορεί να ενισχυθεί από την HCTZ.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία ουρικής αρθρίτιδος (προβενεσίδη, σουλφοπυραζόνη, αλλοπουρινόλη)προσοχήHCTZ μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα ουρικού οξέος στον ορό. Μπορεί να απαιτηθεί αύξηση της δόσης των ουρικοζουρικών φαρμάκων. Η συγχορήγηση θειαζίδης μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.ΣύστασηΠροσαρμογή της δόσης των ουρικοζουρικών φαρμάκων.
-
Άλατα ασβεστίουπαρακολούθησηΤα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα ασβεστίου ορού.ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων ασβεστίου ορού και προσαρμογή της δόσης ασβεστίου.
-
β-αποκλειστές και διαζοξίδηπροσοχήΗ υπεργλυκαιμική επίδραση μπορεί να ενισχυθεί από τις θειαζίδες.
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βιπεριδένη)προσοχήΜπορεί να αυξήσουν τη βιοδιαθεσιμότητα των θειαζιδικού τύπου διουρητικών.
-
προσοχήΟι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης ανεπιθύμητων ενεργειών της αμανταδίνης.
-
Κυτταροτοξικά φάρμακα (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΟι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν τη νεφρική απέκκριση και να ενισχύσουν τις μυελοκατασταλτικές επιδράσεις τους.
-
Βακλοφένη, αμιφοστίνηπροσοχήΜπορεί να ενισχύσουν τις υποτασικές δράσεις όλων των αντιυπερτασικών.
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικάπροσοχήΗ ορθοστατική υπόταση μπορεί να επιδεινωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σήψη (συμπεριλαμβανομένης μοιραίας έκβασης)
- Λοίμωξη ουροποιητικού
- Βρογχίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Κυστίτιδα
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
- Αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Θρομβοπενική πορφύρα
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερευαισθησία
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Υποκαλιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπερλιπιδαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία (σε διαβητικούς ασθενείς)
- Υπερασβεσταιμία
- Υποχλωραιμική αλκάλωση
- Ανεπαρκής ρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Διαταραχές ύπνου
- Ζάλη
- Συγκοπή
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ίλιγγος
- Διαταραχή όρασης
- Θάμβος οράσεως
- Αποκόλληση χοριοειδούς
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμίες
- Βραδυκαρδία
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Νεκρωτική αγγειίτιδα
- Δύσπνοια
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- Πνευμονίτιδα
- Πνευμονικό οίδημα
- Βήχας
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακός πόνος
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Ναυτία
- Παγκρεατίτιδα
- Παθολογική ηπατική λειτουργία/ηπατική διαταραχή
- Ίκτερος
- Χολόσταση
- Αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένης της μοιραίας έκβασης)
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Υπεριδρωσία
- Κνίδωση
- Έκζεμα
- Φαρμακευτικό εξάνθημα
- Τοξικό εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί (κράμπες στο πόδι)
- Πόνος σε άκρο (πόνος του ποδιού)
- Άλγος τενόντων (συμπτώματα προσομοιάζοντα με τενοντίτιδα)
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Γλυκοζουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Στυτική δυσλειτουργία
- Θωρακικός πόνος
- Γριππώδης συνδρομή
- Πόνος
- Πυρεξία
- Εξασθένιση (αδυναμία)
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Αύξηση ηπατικού ενζύμου
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΗ χρήση των αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Υπάρχει κίνδυνος εμβρυοτοξικότητας (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση οστέωσης του κρανίου) και νεογνικής τοξικότητας (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η HCTZ μπορεί να επηρεάσει την εμβρυο-πλακουντική αιμάτωση και να προκαλέσει ίκτερο, διαταραχή της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας και θρομβοπενία. Η υδροχλωροθειαζίδη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε οίδημα κύησης, υπέρταση κυήσεως ή προεκλαμψία, ούτε για ιδιοπαθή υπέρταση εκτός σπάνιων περιπτώσεων.
-
ΓαλουχίαΔε συνιστάταιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χρήση της τελμισαρτάνης/HCTZ κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Η HCTZ απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε μεγάλες δόσεις μπορεί να αναστείλλουν την παραγωγή γάλακτος. Εάν χρησιμοποιηθεί, οι δόσεις πρέπει να διατηρούνται όσο πιο χαμηλές γίνεται.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτεςΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τη γονιμότητα σε ανθρώπους. Σε προκλινικές μελέτες, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις της τελμισαρτάνης και της HCTZ στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπόταση
- ταχυκαρδία
- βραδυκαρδία
- ζάλη
- έμετος
- αύξηση στην κρεατινίνη ορού
- οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- ένδεια ηλεκτρολυτών
- υποκαλιαιμία
- υποχλωραιμία
- υποογκαιμία
- ναυτία
- υπνηλία
- μυϊκοί σπασμοί
- επίταση αρρυθμίας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αποκλειστές των υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) και διουρητικά, κωδικός ATC: C09DA07. Το Telmisartan And Diuretics είναι συνδυασμός ενός αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ, της τελμισαρτάνης και ενός θειαζιδικού διουρητικού, της υδροχλωροθειαζίδης. Ο συνδυασμός αυτών των επιμέρους ουσιών έχει αθροιστικό αντιυπερτασικό αποτέλεσμα, ελαττώνοντας την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι το κάθε συστατικό χωριστά. Το Telmisartan And Diuretics χορηγούμενο μία φορά την ημέρα προκαλεί αποτελεσματική και ομαλή πτώση της αρτηριακής πίεσης σε όλο το θεραπευτικό εύρος δόσης.
Μηχανισμός δράσης
Η τελμισαρτάνη είναι ένας από του στόματος αποτελεσματικός και ειδικός αποκλειστής των υποδοχέων (τύπου ΑΤ1) της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η τελμισαρτάνη εκτοπίζει την αγγειοτενσίνη ΙΙ με πολύ ισχυρή χημική συγγένεια από τη θέση συνδέσεώς της στον υπότυπο ΑΤ1 υποδοχέα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η τελμισαρτάνη δεν επιδεικνύει καμία δραστηριότητα μερικού αγωνιστή στον υποδοχέα ΑΤ1. Η τελμισαρτάνη συνδέεται εκλεκτικά με τον ΑΤ1 υποδοχέα. Η σύνδεση αυτή διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η τελμισαρτάνη δεν έχει σχετική χημική συγγένεια με άλλους υποδοχείς, περιλαμβάνοντας τους ΑΤ2 και άλλους λιγότερο χαρακτηρισμένους ΑΤ υποδοχείς. Ο λειτουργικός ρόλος αυτών των υποδοχέων δεν είναι γνωστός αλλά ούτε και το αποτέλεσμα πιθανής υπερδιέγερσής τους από την αγγειοτενσίνη ΙΙ, τα επίπεδα της οποίας αυξάνονται από την τελμισαρτάνη. Τα επίπεδα αλδοστερόνης του πλάσματος μειώνονται από την τελμισαρτάνη. Η τελμισαρτάνη δεν αναστέλλει την ανθρώπινη ρενίνη πλάσματος και δεν αποκλείει τους διαύλους ιόντων. Η τελμισαρτάνη δεν αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση ΙΙ), το ένζυμο που διασπά επίσης την βραδυκινίνη. Ως εκ τούτου, δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με μεσολάβηση της βραδυκινίνης. Η δόση 80 mg τελμισαρτάνης χορηγούμενη σε υγιείς εθελοντές αναστέλλει σχεδόν εξ ολοκλήρου την αύξηση της πίεσης που προκαλείται από την αγγειοτενσίνη ΙΙ. Αυτή η ανασταλτική δράση διατηρείται για 24 ώρες και είναι υπολογίσιμη μέχρι 48 ώρες. Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα θειαζιδικό διουρητικό. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών διουρητικών δεν είναι πλήρως γνωστός. Οι θειαζίδες επηρεάζουν τους μηχανισμούς επαναρρόφησης ηλεκτρολυτών στα νεφρικά σωληνάρια, αυξάνοντας άμεσα την απέκκριση νατρίου και χλωρίου σε περίπου ισοδύναμα ποσά. Η διουρητική δράση της HCTZ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του όγκου του πλάσματος, την αύξηση της δραστηριότητας ρενίνης πλάσματος, αύξηση της έκκρισης αλδοστερόνης, με ταυτόχρονη αύξηση της δια των ούρων αποβολής καλίου και διττανθρακικών και μείωση του καλίου ορού. Πιθανώς μέσω του αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης η συγχορήγηση τελμισαρτάνης τείνει να αντιστρέψει την απώλεια καλίου, που σχετίζεται με αυτά τα διουρητικά. Με τις HCTZ, η έναρξη της διούρησης εμφανίζεται σε 2 ώρες και το μέγιστο αποτέλεσμα εμφανίζεται περίπου στις 4 ώρες, ενώ η διάρκεια δράσης είναι περίπου 6-12 ώρες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης της τελμισαρτάνης, η αντιυπερτασική δραστηριότητα αρχίζει σταδιακά εντός 3 ωρών. Η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης παρατηρείται γενικά 4-8 εβδομάδες μετά την έναρξη της χορήγησης και διατηρείται κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα διατηρείται συνεχώς για 24 ώρες μετά τη λήψη και περιλαμβάνει τις τελευταίες 4 ώρες πριν την επόμενη χορήγηση όπως αποδείχθηκε από συνεχείς μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης περιπατητικών ασθενών. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί από μετρήσεις που έγιναν στο χρονικό σημείο μέγιστης επίδρασης και ακριβώς πριν από τη χορήγηση της επόμενης δόσης (στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ο λόγος βάσεως προς κορυφή ήταν διαρκώς άνω του 80% μετά από χορήγηση δόσεων 40 mg και 80 mg τελμισαρτάνης). Σε ασθενείς με υπέρταση, η τελμισαρτάνη ελαττώνει τόσο τη συστολική όσο και τη διαστολική αρτηριακή πίεση χωρίς να επηρεάζει τη συχνότητα παλμών. Η αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της τελμισαρτάνης είναι συγκρίσιμη με τη γνωστή αποτελεσματικότητα αντιπροσωπευτικών ουσιών από άλλες κατηγορίες αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων (αυτό αποδείχθηκε σε κλινικές δοκιμές που συνέκριναν την τελμισαρτάνη με αμλοδιπίνη, ατενολόλη, εναλαπρίλη, υδροχλωροθειαζίδη και λισινοπρίλη). Σε απότομη διακοπή της θεραπείας με τελμισαρτάνη, η αρτηριακή πίεση επιστρέφει σταδιακά στις προ θεραπείας τιμές σε χρονικό διάστημα μερικών ημερών χωρίς ενδείξεις αντιδραστικής υπέρτασης. Σε κλινικές δοκιμές απευθείας σύγκρισης δύο αντιυπερτασικών θεραπειών, η συχνότητα ξηρού βήχα ήταν σημαντικά χαμηλότερη στους ασθενείς που χορηγήθηκε τελμισαρτάνη σε σύγκριση με αυτούς που χορηγήθηκαν αναστολείς ΜΕΑ.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Καρδιαγγειακή πρόληψη Η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in Combination with Ramipril Global Endpoint Trial) συνέκρινε τις επιδράσεις των τελμισαρτάνη, ραμιπρίλη και του συνδυασμού τελμισαρτάνης και ραμιπρίλης στις καρδιαγγειακές εκβάσεις σε 25.620 ασθενείς ηλικίας 55 ετών ή μεγαλύτερους με ιστορικό στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου, παροδικού ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, περιφερικής αρτηριακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από απόδειξη βλάβης οργάνου-στόχου (π.χ. αμφιβληστροειδοπάθεια, υπερτροφία αριστερής κοιλίας, μακρο- ή μικρολευκωματινουρία), που αποτελεί ένα πληθυσμό με κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις τρεις παρακάτω ομάδες θεραπείας: τελμισαρτάνη 80 mg (n = 8.542), ραμιπρίλη 10 mg (n = 8.576) ή τον συνδυασμό τελμισαρτάνης 80 mg και ραμιπρίλης 10 mg (n = 8.502) και παρακολουθήθηκαν σε μια μέση διάρκεια παρατήρησης 4,5 χρόνων. Η τελμισαρτάνη έδειξε παρόμοια επίδραση με τη ραμιπρίλη στη μείωση του πρωταρχικού σύνθετου τελικού σημείου του καρδιαγγειακού θανάτου, μη-θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου, μη-θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου ή της νοσηλείας για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Η επίπτωση του πρωταρχικού τελικού σημείου ήταν παρόμοια στις ομάδες υπό τελμισαρτάνη (16,7%) και ραμιπρίλη (16,5%). Η αναλογία κινδύνου για την τελμισαρτάνη έναντι της ραμιπρίλης ήταν 1,01 (97,5% CI 0,93-1,10, p (μη κατωτερότητας) = 0,0019 με ένα όριο 1,13). Το ποσοστό θνησιμότητας κάθε αιτίας ήταν 11,6% και 11,8% μεταξύ ασθενών οι οποίοι έλαβαν αγωγή με τελμισαρτάνη και ραμιπρίλη αντίστοιχα. Η τελμισαρτάνη βρέθηκε να είναι εξίσου αποτελεσματική με τη ραμιπρίλη στο προκαθορισμένο δευτερεύον τελικό σημείο του καρδιαγγειακού θανάτου, μη-θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου και μη-θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου [0,99 (97,5% CI 0,90-1,08), p (μη κατωτερότητας) = 0,0004)], το πρωταρχικό τελικό σημείο στη μελέτη αναφοράς HOPE (The Heart Outcomes Prevention Evaluation Study), η οποία διερεύνησε την επίδραση της ραμιπρίλης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η μελέτη TRANSCEND τυχαιοποίησε ασθενείς με δυσανεξία στους αναστολείς ΜΕΑ-Ι με κατά τα άλλα όμοια κριτήρια ένταξης όπως η ONTARGET σε τελμισαρτάνη 80 mg (n = 2.954) ή εικονικό φάρμακο (n = 2.972), και τα δύο χορηγούμενα επιπλέον της τυπικής αγωγής. Η μέση διάρκεια της παρακολούθησης ήταν 4 χρόνια και 8 μήνες. Δε βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά [15,7% στην ομάδα με τελμισαρτάνη και 17,0% στην ομάδα με εικονικό φάρμακο με αναλογία κινδύνου 0,92 (95% CI 0,81-1,05, p = 0,22)] στην επίπτωση του πρωταρχικού σύνθετου τελικού σημείου (καρδιαγγειακός θάνατος, μη-θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη-θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο ή νοσηλεία για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια). Υπήρξαν στοιχεία για όφελος της τελμισαρτάνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στο προκαθορισμένο δευτερεύον σύνθετο τελικό σημείο του καρδιαγγειακού θανάτου, μη-θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου και μη-θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου [0,87 (95% CI 0,76-1,00, p = 0,048)]. Δεν υπήρξαν στοιχεία για όφελος στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα (αναλογία κινδύνου 1,03, 95% CI 0,85-1,24). Βήχας και αγγειοοίδημα αναφέρθηκαν λιγότερο συχνά σε ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν αγωγή με τελμισαρτάνη από ό,τι σε ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν αγωγή με ραμιπρίλη, ενώ υπόταση αναφέρθηκε περισσότερο συχνά με τελμισαρτάνη. Συνδυάζοντας την τελμισαρτάνη με τη ραμιπρίλη δεν πρόσθεσε επιπλέον όφελος έναντι της μονοθεραπείας με τελμισαρτάνη ή ραμιπρίλη. Η καρδιαγγειακή θνησιμότητα και η θνησιμότητα από όλα τα αίτια ήταν αριθμητικά υψηλότερη με το συνδυασμό. Επιπρόσθετα, υπήρξε σημαντικά υψηλότερη επίπτωση υπερκαλιαιμίας, νεφρικής ανεπάρκειας, υπότασης και επεισοδίων απώλειας συνείδησης στο σκέλος του συνδυασμού. Επομένως, η χρήση του συνδυασμού τελμισαρτάνης και ραμιπρίλης δε συνιστάται σε αυτόν τον πληθυσμό. Στη μελέτη «Αγωγή Προφύλαξης για Αποτελεσματική Πρόληψη Δεύτερων Εγκεφαλικών Επεισοδίων» (PRoFESS) σε ασθενείς 50 ετών και μεγαλύτερους, οι οποίοι πρόσφατα υπέστησαν εγκεφαλικό επεισόδιο, σημειώθηκε αυξημένη επίπτωση σήψης με την τελμισαρτάνη σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, 0,70% σε σύγκριση με 0,49% [Λόγος κινδύνου 1,43 (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,00-2,06)]·η επίπτωση των θανατηφόρων περιστατικών σήψης ήταν αυξημένη για ασθενείς που λαμβάνουν τελμισαρτάνη (0,33%) σε σχέση με ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν εικονικό φάρμακο (0,16%) [Λόγος κινδύνου 2,07 (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,14-3,76)]. Το παρατηρούμενο αυξανόμενο ποσοστό εμφάνισης σήψης σε σχέση με τη λήψη της τελμισαρτάνης μπορεί να είναι είτε τυχαίο εύρημα ή σχετιζόμενο με έναν προς το παρόν μη γνωστό μηχανισμό. Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόμου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Για πιο αναλυτικές πληροφορίες, δείτε παραπάνω, κάτω από την επικεφαλίδα «Καρδιαγγειακή πρόληψη». Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ό,τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ό,τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι μακροχρόνια θεραπεία με HCTZ ελαττώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Οι επιδράσεις του συνδυασμού σταθερών δόσεων τελμισαρτάνης/υδροχλωροθειαζίδης στη θνησιμότητα και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα είναι επί του παρόντος άγνωστες.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Διενεργήθηκε μελέτη σε πληθυσμό όπου περιλαμβάνονται 71.533 ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 8.629 ασθενείς με καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου έναντι πληθυσμού μαρτύρων όπου περιλαμβάνονται 1.430.833 και 172.462 υποκείμενα, αντίστοιχα. Η χρήση υψηλής δόσης υδροχλωροθειαζίδης (≥ 50.000 mg αθροιστικά) συσχετίστηκε με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 1,29 (95% ΔΕ: 1,23-1,35) για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 3,98 (95% ΔΕ: 3,68-4,31) για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου. Τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης. Στο πλαίσιο άλλης μελέτης καταδείχθηκε πιθανή συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) και της έκθεσης στην υδροχλωροθειαζίδη: 633 περιστατικά καρκίνου των χειλιών συγκρίθηκαν με 63.067 μάρτυρες, με τη χρήση στρατηγικής δειγματοληψίας στην ομάδα ατόμων σε κίνδυνο. Καταδείχθηκε σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 2,1 (95% ΔΕ: 1,7-2,6) που αυξανόταν σε 3,9 (3,0-4,9) στην περίπτωση υψηλής δόσης (~25.000 mg) και με αναλογία πιθανοτήτων 7,7 (5,7-10,5) για την υψηλότερη αθροιστική δόση (~100.000 mg) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Telmisartan And Diuretics σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην υπέρταση (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η συγχορήγηση HCTZ και τελμισαρτάνης δεν φαίνεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική επιμέρους ουσιών σε υγιείς εθελοντές.
Απορρόφηση
Τελμισαρτάνη: Μετά από του στόματος χορήγηση οι μέγιστες συγκεντρώσεις της τελμισαρτάνης επιτυγχάνονται 0,5-1,5 ώρα μετά τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τελμισαρτάνης 40 mg και 160 mg ήταν 42% και 58%, αντίστοιχα. Η τροφή μειώνει ελαφρώς τη βιοδιαθεσιμότητα της τελμισαρτάνης με μείωση της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεως πλάσματος - χρόνου (AUC) περίπου 6%, στην περίπτωση του δισκίου με 40 mg και περίπου 19% μετά από δόση 160 mg. 3 ώρες μετά τη χορήγηση οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι παρόμοιες είτε η τελμισαρτάνη λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας είτε με τροφή. Η μικρή μείωση στην AUC δεν αναμένεται να προκαλέσει μείωση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας. Η τελμισαρτάνη δεν αθροίζεται αξιοσημείωτα στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Υδροχλωροθειαζίδη: Μετά από του στόματος χορήγηση σταθερού συνδυασμού δόσεων οι μέγιστες συγκεντρώσεις HCTZ επιτυγχάνονται περίπου 1,0-3,0 ώρες μετά τη χορήγηση. Με βάση την αθροιστική νεφρική απέκκριση της HCTZ η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 60%.
Κατανομή
Η τελμισαρτάνη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος με υψηλό βαθμό (> 99,5%), κυρίως με την αλβουμίνη και την άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεϊνη. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής για την τελμισαρτάνη είναι περίπου 500 λίτρα, υποδηλώνοντας επιπρόσθετη σύνδεση στους ιστούς. Η υδροχλωροθειαζίδη συνδέεται κατά 64% στις πρωτεΐνες πλάσματος και ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 0,8 ± 0,3 l/kg.
Βιομετασχηματισμός
Η τελμισαρτάνη μεταβολίζεται μέσω σύζευξης για να σχηματίσει ένα φαρμακολογικά ανενεργό ακυλ-γλυκουρονίδιο. Το γλυκουρονίδιο της μητρικής ουσίας είναι ο μοναδικός μεταβολίτης που έχει αναγνωρισθεί στους ανθρώπους. Μετά από εφάπαξ δόση επισημασμένης με 14C τελμισαρτάνης, το γλυκουρονίδιο αντιπροσωπεύει περίπου 11% της μετρώμενης ραδιενέργειας στο πλάσμα. Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450 δεν εμπλέπονται στο μεταβολισμό της τελμισαρτάνης. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται στον άνθρωπο.
Αποβολή
Τελμισαρτάνη: Μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση επισημασμένης με 14C τελμισαρτάνης, το μεγαλύτερο μέρος της χορηγηθείσας δόσης (> 97%) αποβλήθηκε στα κόπρανα μέσω απέκκρισης δια της χολής. Μόνο ελάχιστα ποσά ανιχνεύτηκαν στα ούρα. Η ολική κάθαρση πλάσματος της τελμισαρτάνης μετά από του στόματος χορήγηση είναι > 1.500 ml/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν > 20 ώρες. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου ως αμετάβλητη ουσία στα ούρα. Περίπου 60% της από του στόματος δόσης αποβάλλεται εντός 48 ωρών. Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 250-300 ml/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή της υδροχλωροθειαζίδης είναι 10-15 ώρες.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Τελμισαρτάνη: Η φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγούμενης τελμισαρτάνης είναι μη γραμμική για δόσεις 20-160 mg με μεγαλύτερες από αναλογικές αυξήσεις των συγκεντρώσεων πλάσματος (Cmax και AUC) με αυξανόμενες δόσεις. Η τελμισαρτάνη δεν αθροίζεται αξιοσημείωτα στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η υδροχλωροθειαζίδη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική της τελμισαρτάνης δεν διαφέρει μεταξύ των ηλικιωμένων και νεοτέρων ασθενών.
Φύλο Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της τελμισαρτάνης είναι γενικά 2-3 φορές υψηλότερες στις γυναίκες από του άνδρες. Εν τούτοις, στις κλινικές μελέτες δεν βρέθηκε σημαντικά αυξημένη ανταπόκριση στην αρτηριακή πίεση ή στη συχνότητα ορθοστατικής υπότασης στις γυναίκες. Δεν ήταν απαραίτητη τροποποίηση της δόσης. Υπήρχε μία τάση για υψηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος HCTZ στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Αυτό δε θεωρείται ότι έχει κλινική σημασία.
Νεφρική δυσλειτουργία Παρατηρήθηκαν χαμηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιαπίδυση. Η τελμισαρτάνη δεσμεύεται στην πρωτεΐνη του πλάσματος με υψηλό βαθμό σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια και δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιαπίδυση. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ο ρυθμός αποβολής της HCTZ είναι ελαττωμένος. Σε μια τυπική μελέτη σε ασθενείς με μέση κάθαρση κρεατινίνης 90 ml/min, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή της HCTZ ήταν αυξημένος. Σε λειτουργικά ανεφρικούς ασθενείς ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή είναι περίπου 34 ώρες.
Ηπατική δυσλειτουργία Μελέτες φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με ηπατική βλάβη έδειξαν αύξηση στην απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα έως σχεδόν 100%. Ο χρόνος ημιζωής δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.