Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 16 / CAP | 8.32 € | |
| 16 / CAP | 7.49 € |
CARDITRAT PLUS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, την ίδια ώρα, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 1 καψάκιο ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Αν απαιτείται ρύθμιση της δόσης, θα πρέπει να γίνεται με τα επιμέρους συστατικά. Μετά τον καθορισμό των κατάλληλων δόσεων, είναι δυνατή η μετάβαση στον νέο συνδυασμό σταθερών δόσεων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
ΗλικιωμένοιΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στους ηλικιωμένους, καθώς είναι επιρρεπείς σε ηλεκτρολυτικές διαταραχές. Τυχόν αύξηση της δόσης θα πρέπει να εφαρμόζεται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΣε ήπιου έως μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 60 mL/min) συνιστάται περιοδική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται στενή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και της νεφρικής λειτουργίας. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού ηπατική δυσλειτουργία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, στα παράγωγα της διϋδροπυριδίνης, στις δραστικές ουσίες που είναι παράγωγα της σουλφοναμίδης ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο εγκυμοσύνης
-
Σοβαρή υπόταση
-
ΚαταπληξίαΠληθυσμός(συμπεριλαμβανομένης της καρδιογενούς καταπληξίας)
-
Απόφραξη της οδού εκροής της αριστερής κοιλίαςΠληθυσμός(π.χ. υψηλού βαθμού στένωση της αορτής)
-
Υποογκαιμία
-
Αιμοδυναμικά ασταθής καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςκάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min
-
Ανουρία
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή/και χολόσταση, ηπατικό προ-κώμα
-
Εμμένουσα υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία και υπερασβεστιαιμία
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία/ ουρική αρθρίτιδα
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (ΡΣΔ< 60 ml/min/1,73 m2)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλων αντιυπερτασικών παραγόντωνπροσοχήΑύξηση της υποτασικής δράσης
-
προσοχήΕνίσχυση των υποτασικών επιδράσεων
-
Καντεσαρτάνη κυλεξετίλη + καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. ηπαρίνη)προσοχήΑύξηση των επιπέδων καλίουΣύστασηΠραγματοποίηση κατάλληλης παρακολούθησης του καλίου.
-
Καντεσαρτάνη κυλεξετίλη + αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη (Διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ)προσοχήΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία)
-
Καντεσαρτάνη κυλεξετίλη + λίθιοπροσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και τοξικότηταΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση. Εάν κριθεί απαραίτητο, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Καντεσαρτάνη κυλεξετίλη + ΜΣΑΦ (εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ (> 3 g/ημέρα) και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ)προσοχήΕξασθένιση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια) και αύξηση του καλίου ορούΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη και περιοδικά.
-
Αμλοδιπίνη + ισχυροί ή μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιακά της ομάδας των αζολών, μακρολίδες (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη), βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη)προσοχήΣημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη, αυξημένος κίνδυνος υπότασηςΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να απαιτηθεί.
-
Αμλοδιπίνη + επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, St. John’s wort (Υπερικό/Βαλσαμόχορτο))παρακολούθησηΔιακύμανση της συγκέντρωσης της αμλοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ρύθμιση της δόσης κατά τη διάρκεια και μετά τη συγχορηγούμενη θεραπεία.
-
Αμλοδιπίνη + γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας σε ορισμένους ασθενείς, αυξημένες επιδράσεις μείωσης της αρτηριακής πίεσηςΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση.
-
Αμλοδιπίνη + δαντρολένη (έγχυση)αντένδειξηΚίνδυνος υπερκαλιαιμίας, θανατηφόρα κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιαγγειακή κατάρρευση (σε ζώα)ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήθη υπερθερμία και στη διαχείριση της κακοήθους υπερθερμίας.
-
Αμλοδιπίνη + τακρόλιμουςπροσοχήΑύξηση των επιπέδων του τακρόλιμους στο αίμαΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων τακρόλιμους και προσαρμογή της δόσης του, εάν χρειαστεί.
-
παρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης των αναστολέων mTOR
-
Αμλοδιπίνη + κυκλοσπορίνηπροσοχήΜεταβλητά επίπεδα αύξησης της κατώτερης συγκέντρωσης της κυκλοσπορίνης (0% - 40%)ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης και μείωση της δόσης, όπως απαιτείται.
-
Αμλοδιπίνη + σιμβαστατίνηπροσοχή77% αύξηση της έκθεσης στη σιμβαστατίνηΣύστασηΗ δόση της σιμβαστατίνης πρέπει να περιορίζεται στα 20 mg ημερησίως.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου (άλλα καλιοδιουρητικά, καθαρτικά, κορτικοστεροειδή, φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, νατριούχος πενικιλλίνη G ή παράγωγα σαλικυλικού οξέος)προσοχήΕνίσχυση της καλιοδιουρητικής δράσης, απώλεια καλίου, υποκαλιαιμία
-
Υδροχλωροθειαζίδη + λίθιοπροσοχήΜείωση της νεφρικής έκκρισης του λιθίου, αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και τοξικότητα
-
Υδροχλωροθειαζίδη + άλατα ασβεστίουπροσοχήΑύξηση του ασβεστίου στον ορόΣύστασηΠαρακολούθηση ασβεστίου ορού και ρύθμιση δόσης ασβεστίου.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + χολεστυραμίνη και ρητίνες χολεστιπόληςΕπηρεάζεται η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης
-
Υδροχλωροθειαζίδη + καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΥποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία ευνοούν την ανάπτυξη αρρυθμιών
-
Υδροχλωροθειαζίδη + φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από διαταραχές καλίου ορού (καρδιακές γλυκοσίδες, αντιαρρυθμικά, ορισμένα αντιψυχωτικά, άλλα (π.χ. μπεπριδίλη, σισαπρίδη, διφεμανίλη, ερυθρομυκίνη IV, αλοφαντρίνη, μιζολαστίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, τερφεναδίνη, βινκαμίνη IV))παρακολούθησηΠρόκληση ταχυκαρδιών δίκην ριπιδίου (κοιλιακή ταχυκαρδία), η υποκαλιαιμία αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης.ΣύστασηΠεριοδική παρακολούθηση του καλίου ορού και διεξαγωγή ΗΚΓ.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + φάρμακα που επηρεάζουν τα επίπεδα νατρίου του ορού (αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αντιεπιληπτικά, κλπ.)προσοχήΕνίσχυση της υπονατριαιμικής δράσης των διουρητικώνΣύστασηΠροσοχή στη μακροχρόνια θεραπεία.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών (π.χ. τουβοκουραρίνη)Ενίσχυση της επίδρασης των μυοχαλαρωτικών
-
Υδροχλωροθειαζίδη + αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βιπεριδένη)Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των θειαζιδικού - τύπου διουρητικών
-
Υδροχλωροθειαζίδη + αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (από του στόματος και ινσουλίνη)προσοχήΕπηρεασμός της ανοχής γλυκόζηςΣύστασηΕνδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού προϊόντος.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + μετφορμίνηπροσοχήΚίνδυνος πρόκλησης γαλακτικής οξέωσης από πιθανή λειτουργική νεφρική ανεπάρκειαΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + ΜΣΑΦ (εκλεκτικοί αναστολείς της COX 2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ (> 3 g/ημέρα) και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ)προσοχήΕξασθένιση της αντιυπερτασικής δράσης, νεφρική δυσλειτουργία και αύξηση του καλίου ορούΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη και κατάλληλη ενυδάτωση του ασθενούς.
-
Υδροχλωροθειαζίδη + β-αποκλειστές και διαζοξίδηΕνίσχυση της υπεργλυκαιμικής δράσης
-
Υδροχλωροθειαζίδη + αγγειοσυσπαστικές αμίνες (π.χ. νοραδρεναλίνη)Μείωση της επίδρασης των αγγειοσυσπαστικών αμινών
-
Υδροχλωροθειαζίδη + φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (π.χ. προβενεσίδη, σουλφοπυραζόνη, αλλοπουρινόλη)προσοχήΑύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στον ορό, αύξηση συχνότητας αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόληΣύστασηΕνδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης των ουρικοζουρικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. αύξηση προβενεσίδης ή σουλφοπυραζόνης).
-
Υδροχλωροθειαζίδη + αμανταδίνηΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούνται από την αμανταδίνη
-
Υδροχλωροθειαζίδη + κυτταροτοξικοί παράγοντες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)Μείωση της νεφρικής απέκκρισης κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και ενίσχυση της μυελοκατασταλτικής επίδρασής τους
-
Υδροχλωροθειαζίδη + σαλικυλικά (υψηλές δόσεις)Ενίσχυση της τοξικής επίδρασης των σαλικυλικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα
-
Υδροχλωροθειαζίδη + μεθυλντόπαΑιμολυτική αναιμία (μεμονωμένες αναφορές)
-
Υδροχλωροθειαζίδη + κυκλοσπορίνηΑύξηση του κινδύνου υπεουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και πλακώδες κυτταρικό καρκίνωμα)
- Λοίμωξη αναπνευστικού
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Καταστολή μυελού των οστών
- Αιμολυτική αναιμία
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Ανορεξία
- Αύξηση βάρους
- Μείωση βάρους
- Αύξηση στα λιπίδια ορού (ειδικά σε θεραπεία υψηλής δόσης)
- Υποχλωραιμική αλκάλωση
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Σύγχυση
- Διαταραχές ύπνου
- Αλλαγές διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους)
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Λιποθυμία
- Υπαισθησία
- Υπερτονία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Παραισθησία
- Ρίγη
- Οίδημα
- Κόπωση
- Κούραση
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Πόνος
- Αδιαθεσία
- Πυρεξία
- Διαταραχές όρασης
- Χοριοειδική συλλογή
- Οξεία μυωπία
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Εμβοές
- Καρδιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)
- Αίσθημα παλμών
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Εξάψεις
- Υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Ορθοστατική υπόταση
- Νεκρωτική αγγειίτιδα
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Αναπνευστικό σύνδρομο, συμπεριλαμβανομένων της πνευμονίτιδας και του πνευμονικού οιδήματος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Γαστρεντερικές διαταραχές
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Υπερπλασία ούλων
- Μεταβολή της συνήθους εντερικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων της διάρροιας και της δυσκοιλιότητας)
- Αυξημένα ένζυμα ήπατος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πορφύρα
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Υπεριδρωσία
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Οίδημα Quincke
- Αντιδράσεις τύπου λύκου
- Εκ νέου ενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
- Πόνος στη μέση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οίδημα των αστραγάλων
- Νεφρική διαταραχή
- Νεφρική ανεπάρκεια (σε ευπαθείς ασθενείς)
- Διαταραχή διούρησης
- Νυκτουρία
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Μείωση στα επίπεδα αιμοσφαιρίνης
- Χοριοειδική συλλογή
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑύξηση στα λιπίδια ορού (ειδικά σε θεραπεία υψηλής δόσης)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚούρασηΓενικές
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα των αστραγάλωνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλλαγές διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή διούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜεταβολή της συνήθους εντερικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων της διάρροιας και της δυσκοιλιότητας)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠόνοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποχλωραιμική αλκάλωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑναπνευστικό σύνδρομο, συμπεριλαμβανομένων της πνευμονίτιδας και του πνευμονικού οιδήματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα και μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΝεκρωτική αγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις τύπου λύκουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα ένζυμα ήπατοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕκ νέου ενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕνδοηπατικός χολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκεια (σε ευπαθείς ασθενείς)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική διαταραχήΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα QuinckeΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠόνος στη μέσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτονίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη συχνέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜείωση στα επίπεδα αιμοσφαιρίνηςΕργαστηριακά ευρήματα
-
Μη γνωστέςΜη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και πλακώδες κυτταρικό καρκίνωμα)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Μη γνωστέςΟξεία μυωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΧοριοειδική συλλογήΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΧοριοειδική συλλογήΕργαστηριακά ευρήματα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση του Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο και αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο. Η χρήση ανταγωνιστών υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑ) δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο και αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο. Η χρήση αμλοδιπίνης συνιστάται μόνο όταν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική επιλογή και όταν η ίδια η νόσος ενέχει υψηλότερο κίνδυνο. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία.Για το Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide και τους ΑΥΑ, βλ. **Ειδικές προειδοποιήσεις** και **Αντενδείξεις**. Η έκθεση σε ΑΥΑ κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο προκαλεί εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και τοξικότητα στο νεογνό (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Σε περίπτωση έκθεσης σε ΑΥΑ από το δεύτερο τρίμηνο, συνιστάται έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και κρανίου με υπερηχογράφημα. Τα βρέφη από μητέρες που έλαβαν ΑΥΑ πρέπει να παρακολουθούνται για υπόταση. Για την αμλοδιπίνη, παρατηρήθηκε τοξικότητα στην αναπαραγωγή σε ζώα σε υψηλές δόσεις (βλ. **Προκλινικά δεδομένα**). Για την υδροχλωροθειαζίδη, διαπερνά τον πλακούντα και κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο μπορεί να διακυβεύσει την εμβρυοπλακουντιακή αιμάτωση προκαλώντας ίκτερο, διαταραχή ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία.
-
ΓαλουχίαΤο Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται. Προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες. Η υδροχλωροθειαζίδη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα και σε υψηλές δόσεις μπορεί να αναστείλει την παραγωγή γάλακτος. Η αμλοδιπίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, αλλά η επίδρασή της στα βρέφη δεν είναι γνωστή. Δεν είναι γνωστό εάν η καντεσαρτάνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.Η αναλογία της μητρικής δόσης αμλοδιπίνης που έλαβε το βρέφος έχει εκτιμηθεί με εύρος 3-7%, με μέγιστο 15%.
-
ΓονιμότηταΗ καντεσαρτάνη κυλεξετίλη δεν είχε δυσμενή επίδραση στη γονιμότητα σε αρουραίους. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν είχε επιπτώσεις στη γονιμότητα και τη γονιμοποίηση σε μελέτες σε ζώα. Για την αμλοδιπίνη, τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή.Για την αμλοδιπίνη, έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων σε ορισμένους ασθενείς. Σε μία μελέτη σε αρουραίους παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στην ανδρική γονιμότητα (βλ. **Προκλινικά δεδομένα**).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (AΥΑ), άλλοι συνδυασμοί, κωδικός ATC: C09DX06.
Το Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide είναι ένας συνδυασμός ενός αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, της καντεσαρτάνης κυλεξετίλης, με έναν αποκλειστή διαύλων ασβεστίου, τη βεσυλική αμλοδιπίνη και ένα θειαζιδικό διουρητικό, την υδροχλωροθειαζίδη. Ο συνδυασμός αυτών των δραστικών ουσιών έχει αθροιστικό αντιυπερτασικό αποτέλεσμα, ελαττώνοντας την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι το κάθε συστατικό χωριστά.
Μηχανισμός δράσης
Η καντεσαρτάνη κυλεξετίλη είναι ένα προφάρμακο, κατάλληλο για από του στόματος χορήγηση. Μετατρέπεται γρήγορα στη δραστική ουσία καντεσαρτάνη, μέσω εστερικής υδρόλυσης κατά τη διάρκεια της απορρόφησης από τη γαστρεντερική οδό. Η καντεσαρτάνη είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (τύπου ΑΤ1). Η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι η κύρια αγγειοδραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Οι επιδράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ περιλαμβάνουν αγγειοσύσπαση, διέγερση της σύνθεσης και της απελευθέρωσης αλδοστερόνης, καρδιακή διέγερση και νεφρική επαναρρόφηση του νατρίου. Η καντεσαρτάνη αποκλείει την προκαλούμενη από την αγγειοτενσίνη ΙΙ αγγειοσυστολή και έκκριση αλδοστερόνης, αποκλείοντας τη δέσμευσή της στον υποδοχέα AT1 στους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των αγγειακών λείων μυών και των επινεφριδίων. Ο μηχανισμός της καντεσαρτάνης είναι ανεξάρτητος από την πηγή ή την οδό σύνθεσης της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ο εκλεκτικός ανταγωνισμός των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II (AT1) από την καντεσαρτάνη προκαλεί αυξήσεις στα επίπεδα ρενίνης στο πλάσμα και στις συγκεντρώσεις της αγγειοτενσίνης Ι και ΙΙ και σε σχετική μείωση στις συγκεντρώσεις αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η δραστική ουσία αμλοδιπίνη είναι ένας αποκλειστής των διαύλων ασβεστίου που αναστέλλει τη διαμεμβρανική εισροή ιόντων ασβεστίου μέσω των εξαρτώμενων από το δυναμικό διαύλων τύπου L στην καρδιά και στους λείους μύες. Η αμλοδιπίνη είναι σχετικά αγγειοεκλεκτική, με μεγαλύτερες επιδράσεις στα κύτταρα των λείων αγγειακών μυών παρά στα κύτταρα των καρδιακών μυών. Η αντιυπερτασική δράση της αμλοδιπίνης προκύπτει από την άμεση χαλαρωτική επίδραση στους αρτηριακούς λείους μύες, γεγονός που οδηγεί σε μείωση της περιφερικής αντίστασης και άρα της αρτηριακής πίεσης. Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα θειαζιδικό διουρητικό. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών διουρητικών δεν είναι πλήρως γνωστός. Οι θειαζίδες επηρεάζουν τους μηχανισμούς επαναρρόφησης ηλεκτρολυτών στα νεφρικά σωληνάρια, αυξάνοντας άμεσα την απέκκριση νατρίου και χλωριδίων σε περίπου ισοδύναμα ποσά. Η διουρητική δράση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνει τον όγκο του πλάσματος, αυξάνει τη δραστηριότητα της ρενίνης του πλάσματος και αυξάνει την έκκριση αλδοστερόνης, γεγονός που, κατά συνέπεια, οδηγεί στην αύξηση της αποβολής καλίου και διττανθρακικών με τα ούρα και σε μείωση του καλίου στον ορό. Στον σύνδεσμο ρενίνης-αλδοστερόνης μεσολαβεί η αγγειοτενσίνη ΙΙ και επομένως η συγχορήγηση με ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ τείνει να αντιστρέφει την απώλεια καλίου που σχετίζεται με τα θειαζιδικά διουρητικά.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η καντεσαρτάνη δεν αναστέλλει το ΜΕΑ, το οποίο μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ και αποδομεί τη βραδυκινίνη. Δεν υπάρχουν επιδράσεις στο ΜΕΑ ούτε ενίσχυση της βραδυκινίνης ή της ουσίας P. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σύγκρισης της καντεσαρτάνης κυλεξετίλης με αναστολείς του ΜΕΑ, ο επιπολασμός του βήχα ήταν χαμηλότερος σε ασθενείς που λάμβαναν καντεσαρτάνη κυλεξετίλη. Η καντεσαρτάνη δεν δεσμεύεται ούτε αποκλείει άλλους υποδοχείς ορμονών ή διαύλους ιόντων που είναι γνωστό ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του καρδιαγγειακού συστήματος. Ο ανταγωνισμός των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΤ1) προκαλεί σχετιζόμενες με τη δόση αυξήσεις στα επίπεδα της ρενίνης στο πλάσμα και στα επίπεδα αγγειοτενσίνης Ι και αγγειοτενσίνης ΙΙ και μειώσεις στη συγκέντρωση της αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η καντεσαρτάνη και η υδροχλωροθειαζίδη έχουν αθροιστική αντιυπερτασική δράση. Σε υπερτασικούς ασθενείς, η αμλοδιπίνη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη, μακράς διάρκειας μείωση στην αρτηριακή πίεση. Δεν υπάρχουν στοιχεία πρόκλησης υπότασης με τη χορήγηση της πρώτης δόσης, ταχυφυλαξίας κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας ή υποτροπής της υπέρτασης μετά την αιφνίδια διακοπή της θεραπείας. Μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων σε ασθενείς με υπέρταση, η αμλοδιπίνη προκαλεί ουσιαστική μείωση στην αρτηριακή πίεση σε ύπτια, καθιστή και όρθια στάση. Η χρόνια χρήση της αμλοδιπίνης δεν σχετίζεται με σημαντικές αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό ή στα επίπεδα κατεχολαμίνης στο πλάσμα. Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι θεραπευτικές δόσεις της αμλοδιπίνης μειώνουν τη νεφρική αγγειακή αντίσταση και αυξάνουν τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης και τη αποτελεσματική νεφρική ροή πλάσματος, χωρίς να αλλάζουν το κλάσμα διήθησης ή την πρωτεϊνουρία. Σε αιμοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και σε κλινικές μελέτες βασισμένες σε δοκιμές άσκησης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια NYHA κατηγορίας II-IV, διαπιστώθηκε ότι η αμλοδιπίνη δεν προκάλεσε κλινική επιδείνωση, βάσει των μετρήσεων αντοχής στην άσκηση, του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας και των κλινικών ενδείξεων και συμπτωμάτων. Η υδροχλωροθειαζίδη αναστέλλει την ενεργή επαναπορρόφηση του νατρίου, κυρίως στα περιφερικά νεφρικά σωληνάρια και προάγει την απέκκριση νατρίου, χλωριδίων και νερού. Η νεφρική απέκκριση του καλίου και του μαγνησίου αυξάνεται βάσει της δόσης, ενώ το ασβέστιο παρουσιάζει επαναπορρόφηση σε μεγαλύτερο βαθμό. Η υδροχλωροθειαζίδη μειώνει τον όγκο πλάσματος και το εξωκυττάριο υγρό, καθώς και την καρδιακή παροχή και την αρτηριακή πίεση. Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας, η μειωμένη περιφερική αντίσταση συμβάλλει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια καντεσαρτάνης κυλεξετίλης
Υπέρταση Στην υπέρταση, η καντεσαρτάνη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη, μακράς διάρκειας μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η αντιυπερτασική δράση οφείλεται στη μειωμένη συστηματική περιφερική αντίσταση, χωρίς αντανακλαστική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Δεν υπάρχουν ενδείξεις σοβαρής ή επιδεινούμενης υπότασης κατά τη χορήγηση της πρώτης δόσης ή φαινομένου αναπήδησης μετά τη διακοπή της θεραπείας. Μετά την εφάπαξ χορήγηση καντεσαρτάνης κυλεξετίλης, η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης εμφανίζεται γενικά μέσα σε 2 ώρες. Με συνεχή θεραπεία, η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης με οποιαδήποτε δόση γενικώς επιτυγχάνεται εντός τεσσάρων εβδομάδων και διατηρείται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας. Η άπαξ ημερησίως χορηγούμενη καντεσαρτάνη κυλεξετίλη παρέχει αποτελεσματική και ομαλή μείωση της αρτηριακής πίεσης σε διάστημα 24 ωρών με μικρή διαφορά μεταξύ μέγιστης και ελάχιστης επίδρασης κατά τη διάρκεια του μεσοδιαστήματος χορήγησης των δόσεων. Όταν η καντεσαρτάνη κυλεξετίλη χρησιμοποιείται μαζί με υδροχλωροθειαζίδη, η μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι αθροιστική. Αυξημένη αντιυπερτασική δράση παρατηρείται επίσης όταν η καντεσαρτάνη κυλεξετίλη συνδυάζεται με αμλοδιπίνη ή φελοδιπίνη. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης έχουν λιγότερο έντονη αντιυπερτασική επίδραση σε μαύρους ασθενείς (συνήθως ένας πληθυσμός με χαμηλά επίπεδα ρενίνης) σε σύγκριση με μη μαύρους ασθενείς. Η καντεσαρτάνη αυξάνει τη νεφρική αιματική ροή και είτε δεν έχει επίδραση είτε αυξάνει τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης, ενώ η νεφρική αγγειακή αντίσταση και το κλάσμα διήθησης μειώνονται. Σε μία κλινική μελέτη διάρκειας 3 μηνών σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μικρολευκωματινουρία, η αντιυπερτασική θεραπεία με καντεσαρτάνη κυλεξετίλη μείωσε την απέκκριση της αλβουμίνης στα ούρα (λόγος αλβουμίνης/κρεατινίνης, μέση τιμή 30%, 95% CI 15-42%).
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) Δύο μεγάλες, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET και η VA NEPHRON-D) εξέτασαν τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Αυτές οι μελέτες δεν κατέδειξαν σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Επομένως, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE ήταν μια μελέτη σχεδιασμένη για τον έλεγχο του οφέλους της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Η μελέτη διακόπηκε πρόωρα λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια αμλοδιπίνης
Χρήση σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (CAD) Η θεραπεία με αμλοδιπίνη συσχετίστηκε με λιγότερες νοσηλείες για στηθάγχη και επεμβάσεις επαναγγείωσης σε ασθενείς με CAD.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια υδροχλωροθειαζίδης
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του συνδυασμού καντεσαρτάνης + αμλοδιπίνης + υδροχλωροθειαζίδης
Μία πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της καντεσαρτάνης κυλεξετίλης ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αμλοδιπίνη ή σε συνδυασμό με αμλοδιπίνη και υδροχλωροθειαζίδη στη θεραπεία ασθενών με μετρίου έως σοβαρού βαθμού πρωτοπαθή υπέρταση. Το συμπέρασμα που εξάχθηκε ήταν ότι η καντεσαρτάνη κυλεξετίλη αποτελεί αποτελεσματικό φάρμακο για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αμλοδιπίνη ή αμλοδιπίνη και υδροχλωροθειαζίδη στη θεραπεία της μετρίου έως σοβαρού βαθμού πρωτοπαθούς υπέρτασης. Το φάρμακο ήταν καλά ανεκτό σε όλη τη διάρκεια της κλινικής μελέτης. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για την εγκεκριμένη ένδειξη (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Καντεσαρτάνη κυλεξετίλη
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά από την από του στόματος χορήγηση, η καντεσαρτάνη κυλεξετίλη μετατρέπεται στη δραστική ουσία καντεσαρτάνη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της καντεσαρτάνης είναι περίπου 40% μετά την χορήγηση πόσιμου διαλύματος καντεσαρτάνης κυλεξετίλης. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της καντεσερτάνης κυλεξετίλης σε μορφή δισκίου συγκριτικά με αυτή στη μορφή του διαλύματος είναι κατά προσέγγιση 34% με πολύ μικρή μεταβλητότητα. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) στον ορό επιτυγχάνεται 3-4 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου. Η αύξηση των συγκεντρώσεων της καντεσαρτάνης στον ορό είναι γραμμική σε συνάρτηση με την αύξηση των δόσεων στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος. Δεν παρατηρήθηκαν σχετιζόμενες με το φύλο διαφορές στη φαρμακοκινητική της καντεσαρτάνης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στον ορό έναντι χρόνου (AUC) της καντεσαρτάνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την τροφή. Η καντεσαρτάνη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (άνω του 99%). Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της καντεσαρτάνης είναι 0,1 l/kg.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η καντεσαρτάνη αποβάλλεται κυρίως ως αμετάβλητη ουσία μέσω των ούρων και της χολής και σε ελάχιστο βαθμό μέσω ηπατικού μεταβολισμού (CYP2C9). Οι διαθέσιμες μελέτες αλληλεπίδρασης δεν υποδεικνύουν επιδράσεις στο CYP2C9 και στο CYP3A4. Σύμφωνα με τα in vitro δεδομένα, δεν αναμένεται να εμφανισθεί in vivo αλληλλεπίδραση με φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων ο μεταβολισμός εξαρτάται από τα ισοένζυμα CYP1A2, CYP2A6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 ή CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t½) της καντεσαρτάνης είναι περίπου 9 ώρες. Δεν παρατηρείται συσσώρευση μετά από τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων. Η ημίσεια ζωή της καντεσαρτάνης παραμένει αμετάβλητη (περίπου 9 ώρες) μετά τη χορήγηση της καντεσαρτάνης κυλεξετίλης σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη. Δεν παρατηρείται πρόσθετη συσσώρευση της καντεσαρτάνης μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις του συνδυασμού, συγκριτικά με τη μονοθεραπεία. Η ολική κάθαρση της καντεσαρτάνης στο πλάσμα είναι περίπου 0,37 ml/min/kg, με τη νεφρική κάθαρση να είναι περίπου 0,19 ml/min/kg. Η νεφρική αποβολή της καντεσαρτάνης πραγματοποιείται τόσο μέσω σπειραματικής διήθησης όσο και μέσω ενεργού σωληναριακής απέκκρισης. Μετά την από του στόματος δόση καντεσαρτάνης κυλεξετίλης επισημασμένης με 14C, περίπου το 26% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως καντεσαρτάνη και το 7% υπό τη μορφή ανενεργού μεταβολίτη, ενώ περίπου το 56% της δόσης ανακτάται στα κόπρανα ως καντεσαρτάνη και το 10% υπό τη μορφή ανενεργού μεταβολίτη.
Αμλοδιπίνη:
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά την από του στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων, η αμλοδιπίνη παρουσιάζει καλή απορρόφηση με τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα να επιτυγχάνονται μεταξύ 6-12 ωρών μετά τη δόση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα υπολογίζεται ότι κυμαίνεται μεταξύ 64 και 80%. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 21 l/kg. In vitro μελέτες έχουν καταδείξει ότι το 97,5% περίπου της κυκλοφορούσας αμλοδιπίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες πλάσματος. Η απορρόφηση της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από την ταυτόχρονη λήψη τροφής.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η τελική ημίσεια ζωή απομάκρυνσης στο πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες και είναι σε συμφωνία με τη χορήγηση της δόσης μία φορά την ημέρα. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες, με το 10% της μητρικής ουσίας και το 60% των μεταβολιτών να απεκκρίνονται στα ούρα.
Υδροχλωροθειαζίδη:
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά την από του στόματος χορήγηση υδροχλωροθειαζίδης σε συνδυασμό με έναν ανταγωνιστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ, ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων της υδροχλωροθειαζίδης ήταν 2 έως 5 ώρες μετά τη χορήγηση. Η υδροχλωροθειαζίδη δεσμεύεται κατά 64% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο φαινόμενος όγκος κατανομής της είναι 0,5 - 1,1 L/kg.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται στον άνθρωπο και απεκκρίνεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου ως αμετάβλητη δραστική ουσία στα ούρα. Περίπου το 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται ως αμετάβλητη δραστική ουσία εντός 48 ωρών. Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 250 - 300 mL/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της υδροχλωροθειαζίδης είναι 10 - 15 ώρες.
Συνδυασμός καντεσαρτάνης κυλεξετίλης, βεσυλικής αμλοδιπίνης και υδροχλωροθειαζίδης
Δεν παρατηρήθηκε σημαντική φαρμακευτική αλληλεπίδραση σε επίπεδο φαρμακοκινητικής μεταξύ της καντεσαρτάνης κυλεξετίλης, της βεσυλικής αμλοδιπίνης και της υδροχλωροθειαζίδης σε μια μελέτη φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης μίας δόσης, σε συνθήκες νηστείας.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Candesartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού.
Ηλικιωμένοι
Στους ηλικιωμένους (άνω των 65 ετών), η Cmax και η AUC της καντεσαρτάνης αυξήθηκαν κατά περίπου 50% και 80%, αντίστοιχα συγκριτικά με νέους ασθενείς. Ωστόσο, η απόκριση στην αρτηριακή πίεση και η επίπτωση ανεπιθύμητων συμβάντων είναι παρόμοια μετά τη χορήγηση μίας δεδομένης δόσης καντεσαρτάνης κυλεξετίλης σε νέους και ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Δοσολογία). Ο χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος στους ηλικιωμένους και τους νεότερους ασθενείς. Η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειώνεται οδηγώντας σε αυξήσεις της AUC και στον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι αυξήσεις της AUC και της ημίσειας ζωής αποβολής σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ήταν όπως αναμενόταν για την υπό μελέτη ηλικιακή ομάδα ασθενών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπιου έως μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία, η Cmax και η AUC της καντεσαρτάνης αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια χορήγησης επαναλαμβανόμενων δόσεων κατά περίπου 50% και 70% αντίστοιχα, αλλά ο τελικός t½ δεν μεταβλήθηκε, συγκριτικά με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι αντίστοιχες μεταβολές στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ήταν περίπου 50% και 110% αντίστοιχα. Ο τελικός t½ της καντεσαρτάνης περίπου διπλασιάστηκε σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ανενεργούς μεταβολίτες. Δέκα τοις εκατό της ουσίας απεκκρίνεται αμετάβλητη μέσω των ούρων. Οι μεταβολές στις συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα δεν συσχετίζονται με τον βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε αυτούς τους ασθενείς, η αμλοδιπίνη μπορεί να χορηγηθεί σε κανονική δόση. Η αμλοδιπίνη δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της υδροχλωροθειαζίδης παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε δύο μελέτες που, αμφότερες, περιλάμβαναν ασθενείς με ήπιου έως μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, παρουσιάστηκε αύξηση της μέσης AUC της καντεσαρτάνης κατά περίπου 20% στη μία μελέτη και κατά 80% στην άλλη μελέτη (βλ. Δοσολογία). Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση αμλοδιπίνης, γεγονός που οδηγεί σε μεγαλύτερη ημίσεια ζωή και αύξηση της AUC κατά περίπου 40-60%. Η ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει σημαντικά τη φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης.