Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 180 / TAB | 182.26 € | |
| 180 / TAB | 182.26 € | |
| 360 / TAB | 337.40 € | |
| 360 / TAB | 337.40 € | |
| 90 / TAB | 99.04 € | |
| 90 / TAB | 99.04 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E83 Διαταραχές του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια υπερφόρτωση με σίδηρο
DEFERASIROX/RAFARM — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα κατά προτίμηση την ίδια ώρα κάθε μέρα και μπορεί να λαμβάνονται με άδειο στομάχι ή με ένα ελαφρύ γεύμα
- Δόση έναρξης: 14 mg/kg σωματικού βάρους
- Τιτλοποίηση: Συνιστάται παρακολούθηση της φερριτίνης του ορού κάθε μήνα και προσαρμογή της δόσης κάθε 3 έως 6 μήνες με βάση την τάση της φερριτίνης του ορού. Προσαρμογές της δόσης της τάξης των 3,5 έως 7 mg/kg μπορεί να γίνουν σταδιακά. Αύξηση έως 28 mg/kg αν ανεπαρκής έλεγχος (φερριτίνη ορού >2.500 μg/l). Μείωση 3,5 - 7 mg/kg αν φερριτίνη ορού ≤ 2.500 μg/l και μειώνεται, ή για διατήρηση 500-1000 μg/l. Διακοπή αν φερριτίνη ορού < 500 μg/l.
-
Ασθενείς με υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεων που λαμβάνουν >14 ml/kg/μήνα PRBCΔόση21 mg/kg/ημέραΑρχική ημερήσια δόση. Απαιτείται ελάττωση των αυξημένων επιπέδων σιδήρου.
-
Ασθενείς με υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεων που λαμβάνουν <7 ml/kg/μήνα PRBCΔόση7 mg/kg/ημέραΑρχική ημερήσια δόση. Δεν απαιτείται ελάττωση των επιπέδων σιδήρου. Παρακολούθηση ανταπόκρισης και εξέταση αύξησης δόσης αν όχι επαρκής αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς καλά ελεγχόμενοι υπό δεφεροξαμίνη (με υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεων)ΔόσηΈνα τρίτο της δόσης δεφεροξαμίνης (π.χ. 14 mg/kg/ημέρα αν λάμβανε 40 mg/kg/ημέρα δεφεροξαμίνη)Αρχική ημερήσια δόση. Αν η δόση είναι μικρότερη από 14 mg/kg, παρακολούθηση ανταπόκρισης και εξέταση αύξησης δόσης αν όχι επαρκής αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με μη-εξαρτώμενα από μετάγγιση σύνδρομα μεσογειακής αναιμίαςΔόση7 mg/kg/ημέραΑρχική ημερήσια δόση. Συνιστάται μηνιαία παρακολούθηση φερριτίνης ορού. Δόσεις >14 mg/kg δεν συνιστώνται.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)Ίδιες δοσολογίες με παραπάνω. Να ελέγχονται προσεκτικά για ανεπιθύμητες αντιδράσεις (ιδιαίτερα διάρροια) που μπορεί να απαιτούν προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 17 ετών) με υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεωνΊδιες δοσολογίες με ενήλικες. Μηνιαία παρακολούθηση φερριτίνης ορού. Να λαμβάνονται υπόψη αλλαγές στο βάρος.
-
Παιδιά (2 έως 5 ετών) με υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεωνΜπορεί να απαιτούν υψηλότερες δόσεις από ενήλικες, αλλά αρχική δόση ίδια με ενήλικες, ακολουθούμενη από εξατομικευμένη τιτλοδότηση.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με μη-εξαρτώμενα από μετάγγιση σύνδρομα μεσογειακής αναιμίαςΜέγ. δόση7 mg/kgΔόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 7 mg/kg. Στενότερη παρακολούθηση LIC και φερριτίνης ορού. LIC κάθε 3 μήνες αν φερριτίνη ορού ≤800 μg/l.
-
Παιδιά από τη γέννηση ως την ηλικία των 23 μηνώνΑσφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε ασθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/min.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C Child-Pugh)Δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β Child-Pugh)Μέγ. δόση50% της συνιστώμενης δόσης για ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΗ δόση θα πρέπει να μειώνεται σημαντικά και ακολούθως να αυξάνεται προοδευτικά. Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας πριν την αγωγή, κάθε 2 εβδομάδες τον πρώτο μήνα και μετά κάθε μήνα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Συνδυασμός με άλλες χηλικές θεραπείες σιδήρου
-
εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/minΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία καταστέλλουν τη νεφρική λειτουργία, ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις δεφερασιρόξης ή/και χαμηλά κλάσματα μεταγγίσεων (<7 ml/kg/μήνα συμπυκνωμένων ερυθροκυττάρων ή <2 μονάδων/μήνα για ενήλικα), ασθενείς με προϋπάρχουσες νεφρικές νόσους, ασθενείς που αναπτύσσουν διάρροια ή έμετο, ασθενείς που αναπτύσσουν μεταβολική οξέωση, ασθενείς (κυρίως παιδιά) που εμφανίζουν ανεξήγητες μεταβολές στην νοητική τους κατάστασηΙδιαίτερη προσοχή στον έλεγχο της κρεατινίνης ορού. Διατήρηση ικανοποιητικής ενυδάτωσης. Εξετάζεται διακοπή θεραπείας σε μεταβολική οξέωση. Να λαμβάνεται υπόψη η υπεραμμωνιαιμική εγκεφαλοπάθεια και να μετριούνται τα επίπεδα αμμωνίας. Μείωση δόσης κατά 7 mg/kg/ημέρα ή διακοπή θεραπείας εάν οι νεφρικές παράμετροι παραμείνουν μη φυσιολογικές. Μείωση δόσης ή διακοπή σε ανωμαλίες των δεικτών λειτουργίας των νεφρικών σωληναρίων.
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςπαιδιά με οξεία νόσο, ασθενείς με σημαντική συννοσηρότητα (χρόνιες ηπατικές παθήσεις, κίρρωση ήπατος, ηπατίτιδα C, πολυ-οργανική ανεπάρκεια), ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C Child-Pugh), ασθενείς που εμφανίζουν ανεξήγητες μεταβολές στην νοητική τους κατάστασηΣυνιστάται προσοχή ώστε να διατηρείται ικανοποιητική ενυδάτωση. Εάν υπάρχει επίμονη και προοδευτική αύξηση τρανσαμινασών, το Δεφερασιρόξη να διακόπτεται. Μετά την επιστροφή στα φυσιολογικά επίπεδα, επανέναρξη με προσοχή, σε χαμηλότερη δόση με σταδιακή αύξηση. Δεν συνιστάται σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Να λαμβάνεται υπόψη η υπεραμμωνιαιμική εγκεφαλοπάθεια και να μετριούνται τα επίπεδα αμμωνίας.
-
Μικρό προσδόκιμο επιβίωσηςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με μικρό προσδόκιμο επιβίωσης (π.χ. υψηλού κινδύνου μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα)Η θεραπεία με Δεφερασιρόξη δεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςηλικιωμένοι ασθενείςΧρειάζεται προσοχή λόγω της υψηλότερης συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (ιδιαίτερα, διάρροια).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μετάγγιση μεσογειακή αναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςπαιδιά με μη εξαρτώμενη από μετάγγιση μεσογειακή αναιμίαΗ θεραπεία να παρακολουθείται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες και φορτίο σιδήρου. Οι συνέπειες της μακροχρόνιας έκθεσης δεν είναι επί του παρόντος γνωστές.
-
Διαταραχές του γαστρεντερικού (εξέλκωση, αιμορραγία)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς, παιδιά και έφηβοι, ηλικιωμένοι ασθενείς με αιματολογική κακοήθεια ή/και χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων, ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, κορτικοστεροειδή, από στόματος διφωσφονικά, αντιπηκτικά ή έχουν αριθμό αιμοπεταλίων < 50.000/mm³Εγρήγορση για σημεία και συμπτώματα γαστρεντερικής εξέλκωσης και αιμορραγίας. Σε περίπτωση εμφάνισης, το Δεφερασιρόξη να διακόπτεται. Προσοχή σε συνδυασμό με ουσίες που προκαλούν εξελκώσεις ή σε ασθενείς με χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων.
-
Διαταραχές του δέρματος (SCARs)διακοπήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν υπάρχει υποψία για SCAR, το Δεφερασιρόξη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να μην επαναχορηγείται. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα SCARs.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςαντένδειξηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν παρουσιασθούν τέτοιες αντιδράσεις, το Δεφερασιρόξη να διακόπτεται. Δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει αντίδραση υπερευαισθησίας λόγω κινδύνου αναφυλακτικής καταπληξίας.
-
Διαταραχές όρασης και ακοήςπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΑκουστικός και οφθαλμολογικός έλεγχος συνιστάται πριν την έναρξη και έπειτα ετησίως. Αν παρατηρηθούν διαταραχές, να ληφθεί υπόψη μείωση ή διακοπή της δόσης.
-
Διαταραχές του αιμοποιητικού (κυτταροπενίες)διακοπήΠληθυσμόςασθενείς που αναπτύσσουν αδικαιολόγητη κυτταροπενία (ιδιαίτερα με προϋπάρχουσες αιματολογικές διαταραχές)Θα πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας.
-
Επίπεδα φερριτίνηςπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΜηνιαία παρακολούθηση φερριτίνης ορού. Μείωση δόσης ή συχνότερος έλεγχος σε υψηλές δόσεις ή όταν τα επίπεδα φερριτίνης πλησιάζουν το επιθυμητό εύρος. Διακοπή θεραπείας αν η φερριτίνη μειώνεται σταθερά κάτω από 500 μg/l (μετάγγιση) ή 300 μg/l (μη μετάγγιση).
-
Παιδιατρική ανάπτυξηπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με υπερφόρτωση σιδήρου λόγων μεταγγίσεωνΤο σωματικό βάρος, το ύψος και η σεξουαλική ανάπτυξη πρέπει να παρακολουθούνται πριν από τη θεραπεία και σε τακτικά διαστήματα (κάθε 12 μήνες).
-
Καρδιακή λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή υπερφόρτωση σιδήρουΗ καρδιακή λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας.
-
Λακτόζη (Έκδοχα)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλοι χηλικοί παράγοντες σιδήρουαντένδειξηΜη τεκμηριωμένη ασφάλεια / Αποφυγή συνδυασμούΣύστασηΔεν πρέπει να συνδυάζεται
-
Τροφή (υψηλών λιπαρών)προσοχήΑύξηση Cmax της δεφερασιρόξηςΣύστασηΝα λαμβάνεται με άδειο στομάχι ή με ελαφρύ γεύμα
-
παρακολούθησηΜείωση συστηματικής έκθεσης δεφερασιρόξης (έως 44%), μείωση δραστικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση φερριτίνης ορού, αναπροσαρμογή δόσης Δεφερασιρόξη εάν απαραίτητο
-
προσοχήΜείωση συστηματικής έκθεσης δεφερασιρόξης (45%)
-
Ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, σιμβαστατίνη, ορμονικοί αντισυλληπτικοί παράγοντες, βεπριδίλη, εργοταμίνη)προσοχήΜείωση έκθεσης CYP3A4 υποστρωμάτων (π.χ. μιδαζολάμη κατά 17%), πιθανή μείωση αποτελεσματικότητας
-
Ρεπαγλινίδη (υπόστρωμα CYP2C8)αποφεύγεταιΑύξηση έκθεσης ρεπαγλινίδης (AUC 2.3x, Cmax 1.6x)ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης. Αν απαραίτητο, στενή παρακολούθηση κλινικής εικόνας και γλυκόζης αίματος.
-
Άλλα υποστρώματα CYP2C8 (π.χ. πακλιταξέλη)προσοχήΠιθανή αύξηση έκθεσης
-
Θεοφυλλίνη (υπόστρωμα CYP1A2)αποφεύγεταιΑύξηση έκθεσης θεοφυλλίνης (AUC 84%)ΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση. Αν χρησιμοποιηθούν, παρακολούθηση συγκέντρωσης θεοφυλλίνης και μείωση της δόσης.
-
Άλλα υποστρώματα CYP1A2 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. κλοζαπίνη, τιζανιδίνη)προσοχήΠιθανή αύξηση έκθεσηςΣύστασηΊδιες συστάσεις με τη θεοφυλλίνη.
-
Αντιόξινα σκευάσματα που περιέχουν αργίλιοπροσοχήΧαμηλότερη συγγένεια δεφερασιρόξης για αργίλιο έναντι σιδήρουΣύστασηΝα μην λαμβάνεται μαζί.
-
Ουσίες με δυναμικό πρόκλησης εξελκώσεων (ΜΣΑΦ, υψηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, κορτικοστεροειδή, από του στόματος διφωσφονικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής τοξικότηταςΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση.
-
ΑντιπηκτικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίαςΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση έκθεσης βουσουλφάνης (AUC)ΣύστασηΕάν δυνατόν, αξιολόγηση φαρμακοκινητικής δόσης ελέγχου βουσουλφάνης για προσαρμογή δόσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πανκυτταροπενία
- Θρομβοπενία
- Επιδεινωθείσα αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης και του αγγειοιδήματος)
- Μεταβολική οξέωση
- Άγχος
- Διαταραχή ύπνου
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Οπτική νευρίτιδα
- Καταρράκτης
- Ωχροπάθεια
- Κώφωση
- Άλγος λάρυγγα
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάταση κοιλίας
- Δυσπεψία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Γαστρικό έλκος
- Δωδεκαδακτυλικό έλκος
- Γαστρίτιδα
- Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Ηπατίτιδα
- Χολολιθίαση
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Διαταραχή μελάγχρωσης
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειίτιδα υπερευαισθησίας
- Κνίδωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αλωπεκία
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο DRESS
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Πρωτεϊνουρία
- Διαταραχή νεφρικών σωληναρίων
- Σύνδρομο Fanconi
- Γλυκοζουρία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Νεφρολιθίαση
- Νέκρωση νεφρικών σωληναρίων
- Πυρεξία
- Οίδημα
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος λάρυγγαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή μελάγχρωσηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔωδεκαδακτυλικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΩχροπάθειαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδα υπερευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης και του αγγειοιδήματος)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιάτρηση γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή νεφρικών σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΕπιδεινωθείσα αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΝέκρωση νεφρικών σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο FanconiΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάται το Δεφερασιρόξη να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στη δεφερασιρόξη. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει κάποια αναπαραγωγική τοξικότητα σε μητρικές τοξικές δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Το Δεφερασιρόξη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας συνιστάται η χρήση επιπρόσθετων ή εναλλακτικών μη ορμονικών μεθόδων αντισύλληψης όσο χρησιμοποιούν Δεφερασιρόξη.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάται ο θηλασμός κατά τη λήψη του Δεφερασιρόξη.Σε μελέτες σε ζώα, η δεφερασιρόξη βρέθηκε να απεκκρίνεται γρήγορα και εκτεταμένα στο μητρικό γάλα. Δεν έχει καταδειχθεί επίδραση της δεφερασιρόξης στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη από μητέρες που έχουν λάβει θεραπεία. Δεν είναι γνωστό εάν η δεφερασιρόξη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα γονιμότητας για τους ανθρώπους. Σε ζώα, δεν βρέθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στην γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κοιλιακό άλγος
- διάρροια
- ναυτία
- έμετος
- ηπατικές διαταραχές
- νεφρικές διαταραχές
- αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- αυξημένη κρεατινίνη
- σύνδρομο Fanconi
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Μηχανισμός δράσης Η δεφερασιρόξη είναι ένας από στόματος ενεργός χηλικός παράγοντας που είναι ισχυρά εκλεκτικός για το σίδηρο (ΙΙΙ). Πρόκειται για ένα τρισχιδές προσδενόμενο μόριο που δεσμεύει το σίδηρο με υψηλή συγγένεια σε μία αναλογία 2:1.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Σε μία μεταβολική μελέτη ισοζυγίου του σιδήρου σε ενήλικες πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία με υπερφόρτωση σιδήρου, η δεφερασιρόξη, σε ημερήσιες δόσεις των 10, 20 και 40 mg/kg (σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων) προκάλεσε μέση καθαρή απέκκριση της τάξης των 0,119, 0,329 και 0,445 mg Fe/kg σωματικού βάρους/ ημέρα, αντίστοιχα.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Οι μελέτες κλινικής αποτελεσματικότητας διεξήχθησαν με διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης. Συγκρινόμενη με τη μορφή διασπειρόμενου δισκίου deferasirox, η δόση των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων deferasirox είναι 30% χαμηλότερη από τη δόση των διασπειρόμενων δισκίων deferasirox, στρογγυλεμένη στο πλησιέστερο ολόκληρο δισκίο (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Η δεφερασιρόξη έχει ερευνηθεί σε 411 ενήλικες (ηλικίας ≥ 16 ετών) και σε 292 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως <16 ετών) με χρόνια υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεων αίματος. Από τους παιδιατρικούς ασθενείς οι 52 ήταν ηλικίας 2 έως 5 ετών. Οι υποκείμενες καταστάσεις που απαιτούν μετάγγιση περιλαμβάνουν τη β-μεσογειακή αναιμία, τη δρεπανοκυτταρική αναιμία και άλλες συγγενείς και επίκτητες αναιμίες (μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα [MDS], σύνδρομο Diamond-Blackfan, απλαστική αναιμία και άλλες πολύ σπάνιες αναιμίες).
Η ημερήσια θεραπεία με δεφερασιρόξη σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων σε δόσεις των 20 και 30 mg/kg για ένα έτος σε συχνά μεταγγιζόμενους ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με β-μεσογειακή αναιμία, οδήγησε σε μειώσεις των δεικτών του ολικού σιδήρου σώματος. Η συγκέντρωση του ηπατικού σιδήρου μειώθηκε περίπου κατά -0,4 και -8,9 mg Fe/g ήπατος (βιοψία ξηρού βάρους (dw)) κατά μέσο όρο, αντίστοιχα και η φερριτίνη του ορού μειώθηκε περίπου κατά -36 και -926 μg/l κατά μέσο όρο, αντίστοιχα. Στις ίδιες αυτές δόσεις, οι αναλογίες της απέκκρισης σιδήρου: της πρόσληψης σιδήρου ήταν 1,02 (που υποδεικνύει το καθαρό ισοζύγιο σιδήρου) και 1,67 (που υποδεικνύει την καθαρή απομάκρυνση σιδήρου), αντίστοιχα.
Η δεφερασιρόξη προκάλεσε παρόμοιες απαντήσεις σε ασθενείς με υπερφόρτωση σιδήρου με άλλες αναιμίες. Ημερήσιες δόσεις των 10 mg/kg (σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων) για ένα χρόνο, θα μπορούσαν να διατηρήσουν τον ηπατικό σίδηρο και τα επίπεδα φερριτίνης στον ορό και να επάγουν το καθαρό ισοζύγιο σιδήρου σε ασθενείς που δεν μεταγγίζονται τακτικά ή υφίστανται αφαιμαξομεταγγίσεις. Η φερριτίνη του ορού που προσδιορίστηκε με μηνιαία παρακολούθηση, αντιπροσώπευε τις μεταβολές της συγκέντρωσης του σιδήρου στο ήπατος, υποδεικνύοντας ότι οι τάσεις της φερριτίνης στον ορό μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Περιορισμένα κλινικά δεδομένα (29 ασθενείς με φυσιολογική καρδιακή λειτουργία κατά την έναρξη) με τη χρήση μαγνητικής τομογραφίας (MRI) υποδεικνύουν ότι θεραπεία με δεφερασιρόξη 10-30 mg/kg/ημέρα (σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων) για ένα χρόνο, μπορεί επίσης να μειώσει τα επίπεδα σιδήρου στην καρδιά (κατά μέσο όρο, η MRI T2* αυξήθηκε από 18,3 στα 23,0 χιλιοστά του δευτερολέπτου).
Η βασική ανάλυση της κύριας συγκριτικής μελέτης που περιλάμβανε 586 ασθενείς με β-μεσογειακή αναιμία και υπερφόρτωση σιδήρου οφειλόμενη σε μεταγγίσεις δεν έδειξε μη κατωτερότητα των διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης έναντι της δεφεροξαμίνης στην ανάλυση του συνολικού πληθυσμού των ασθενών. Από μια post-hoc ανάλυση της συγκεκριμένης μελέτης φάνηκε ότι, σε μια υποομάδα ασθενών με συγκέντρωση σιδήρου ήπατος ≥7 mg Fe/g dw που λάμβαναν διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης (20 και 30 mg/kg) ή δεφεροξαμίνη (35 έως ≥50 mg/kg), ικανοποιήθηκαν τα κριτήρια μη κατωτερότητας. Ωστόσο, σε ασθενείς με συγκέντρωση σιδήρου ήπατος <7 mg Fe/g dw που λάμβαναν διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης (5 και 10 mg/kg) ή δεφεροξαμίνη (20 έως 35 mg/kg), η μη κατωτερότητα δεν αποδείχτηκε εξαιτίας της ανισορροπίας στην δοσολογία των δύο χηλικών παραγόντων. Αυτή η ανισορροπία συνέβη γιατί επιτρεπόταν στους ασθενείς που έλαβαν δεφεροξαμίνη να παραμείνουν στη δόση προ της έναρξης της μελέτης ακόμα και αν ήταν υψηλότερη από την οριζόμενη στο πρωτόκολλο δόση. Σε αυτή την κύρια μελέτη συμμετείχαν 56 ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών, εκ των οποίων οι 28 έλαβαν διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης.
Από προκλινικές και κλινικές μελέτες φάνηκε ότι τα διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης θα μπορούσαν να είναι το ίδιο δραστικά με τη δεφεροξαμίνη χρησιμοποιούμενα σε αναλογία δόσης 2:1 (δηλαδή, μια δόση των διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης που αντιστοιχεί αριθμητικά στη μισή δόση δεφεροξαμίνης). Για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεφερασιρόξης, μία αναλογία δόσης 3:1 μπορεί να λαμβάνεται υπόψη (δηλαδή μία δόση επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων δεφερασιρόξης η οποία αριθμητικά είναι το ένα τρίτο της δόσης της δεφεροξαμίνης). Ωστόσο, αυτή η δοσολογική σύσταση δεν αξιολογήθηκε προοπτικά στις κλινικές μελέτες.
Επιπλέον, σε ασθενείς με συγκέντρωση σιδήρου ήπατος ≥7 mg Fe/g dw και διάφορες σπάνιες αναιμίες ή δρεπανοκυτταρική νόσο, τα διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης σε δόσεις έως 20 και 30 mg/kg οδήγησαν σε μείωση της συγκέντρωσης του σιδήρου στο ήπατος και της φερριτίνης στον ορό, που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που πέτυχαν οι ασθενείς με β-μεσογειακή αναιμία.
Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο τυχαιοποιημένη μελέτη διεξήχθη σε 225 ασθενείς με MDS (Χαμηλός/Ενδο-1 κίνδυνος) και υπερφόρτωση σιδήρου λόγω μεταγγίσεων. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης υποδεικνύουν ότι υπάρχει θετική επίδραση της δεφερασιρόξης στην επιβίωση χωρίς συμπτώματα (EFS, ένα σύνθετο τελικό σημείο που περιλαμβάνει μη θανατηφόρα καρδιακά ή ηπατικά συμβάντα) και τα επίπεδα φερριτίνης ορού. Το προφίλ ασφάλειας ήταν σύμφωνο με προηγούμενες μελέτες σε ενήλικες ασθενείς με MDS.
Σε μία μελέτη παρατήρησης διάρκειας 5 ετών στην οποία 267 παιδιά ηλικίας 2 έως <6 ετών (κατά την ένταξη) με αιμοσιδήρωση οφειλόμενη σε μεταγγίσεις έλαβαν δεφερασιρόξη, δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στο προφίλ ασφάλειας και ανεκτικότητας της δεφερασιρόξης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως <6 ετών σε σχέση με το σύνολο των ενηλίκων ασθενών και παιδιατρικών ασθενών μεγαλύτερης ηλικίας, συμπεριλαμβανομένης αύξησης της κρεατινίνης του ορού >33% και άνω του ανώτατου φυσιολογικού ορίου σε ≥2 διαδοχικές περιπτώσεις (3,1%) και αύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) μεγαλύτερη από 5 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο (4,3%). Μεμονωμένα περιστατικά αύξησης ALT και ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης αναφέρθηκαν στο 20,0% και 8,3%, αντίστοιχα, των 145 ασθενών οι οποίοι ολοκλήρωσαν τη μελέτη.
Σε μια μελέτη για την αξιολόγηση της ασφάλειας των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο και διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης, 173 ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς με εξαρτώμενη από μετάγγιση μεσογειακή αναιμία ή μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο έλαβαν θεραπεία για 24 εβδομάδες. Παρατηρήθηκε ένα συγκρίσιμο προφίλ ασφαλείας για επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο και διασπειρόμενα δισκία.
Μία ανοιχτής επισήμανσης τυχαιοποιημένη 1:1 μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 224 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως <18 ετών με αναιμία εξαρτώμενη από τη μετάγγιση και υπερφόρτωση σιδήρου για να αξιολογηθεί η συμμόρφωση στη θεραπεία, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μορφής κοκκίων δεφερασιρόξης σε σύγκριση με τη μορφή διασπειρόμενου δισκίου. Η πλειοψηφία των ασθενών στη μελέτη (142, 63,4%) είχαν μείζονα μεσογειακή αναιμία, 108 (48,2%) ασθενείς πρωτοθεραπευόμενοι στη θεραπεία αποσιδήρωσης (ICT) (διάμεση ηλικία 2 έτη, 92,6% ηλικίας 2 έως <10 ετών) και 116 (51,8%) είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία με ICT (διάμεση ηλικία 7,5 έτη, 71,6% ηλικίας 2 έως <10 ετών) εκ των οποίων το 68,1% είχε λάβει προηγουμένως δεφερασιρόξη. Στην αρχική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει ICT μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, το ποσοστό συμμόρφωσης ήταν 84,26% και 86,84% στο σκέλος των διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης και στο σκέλος των κοκκίων δεφερασιρόξης, αντίστοιχα, χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά. Ομοίως, δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά στις διάμεσες αλλαγές από την αρχική τιμή στις τιμές φερριτίνης ορού (SF) μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας (-171,52 μg/l [95% CI: -517,40, 174,36] για τα διασπειρόμενα δισκία [DT] και 4,84 μg/l [95% CI: -333,58, 343,27] για τη μορφή κοκκίων, διαφορά μεταξύ των διάμεσων [κοκκία - DT] 176,36 μg/l [95% CI: -129,00, 481,72], αμφίπλευρη τιμή p = 0,25). Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμμόρφωση και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας δεν διέφεραν μεταξύ των κοκκίων δεφερασιρόξης και των διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης σε διαφορετικά χρονικά σημεία (24 και 48 εβδομάδες). Το προφίλ ασφάλειας ήταν συνολικά συγκρίσιμο μεταξύ της μορφής κοκκίων και της μορφής διασπειρόμενων δισκίων.
Σε ασθενείς με μη-εξαρτώμενα από μετάγγιση σύνδρομα μεσογειακής αναιμίας και υπερφόρτωση με σίδηρο η θεραπεία με διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 1-έτους. Η μελέτη συνέκρινε την αποτελεσματικότητα δύο διαφορετικών θεραπευτικών σχημάτων διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης (δόση έναρξης 5 και 10 mg/kg/ημέρα, 55 ασθενείς σε κάθε κλάδο) και πανομοιότυπο εικονικό φάρμακο (56 ασθενείς). Στη μελέτη στρατολογήθηκαν 145 ενήλικες και 21 παιδιατρικοί ασθενείς. Η κύρια παράμετρος για την αποτελεσματικότητα ήταν η αλλαγή στη συγκέντρωση σιδήρου στο ήπατος (LIC) από τα αρχικά επίπεδα μετά από θεραπεία 12 μηνών. Μια από τις δευτερεύουσες παραμέτρους για την αποτελεσματικότητα, ήταν η μεταβολή στη φερριτίνη του ορού μεταξύ των αρχικών επιπέδων και του τέταρτου τριμήνου. Με δόση έναρξης 10 mg/kg/ημέρα, τα διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης οδήγησαν σε μειώσεις σε δείκτες του συνολικού σιδήρου του σώματος. Κατά μέσο όρο η συγκέντρωση του σιδήρου του ήπατος μειώθηκε κατά 3,80 mg Fe/g dw σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης (με δόση έναρξης 10 mg/kg/ημέρα) και αυξήθηκε κατά 0,38 mg Fe/g dw σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (p<0,001). Κατά μέσο όρο η φερριτίνη του ορού μειώθηκε κατά 222,0 μg/l σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης (με δόση έναρξης 10 mg/kg/ημέρα) και αυξήθηκε κατά 115 μg/l σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (p<0,001).
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεφερασιρόξης επέδειξαν υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα σε σύγκριση με τη μορφή του διασπειρόμενου δισκίου. Μετά την προσαρμογή της περιεκτικότητας η μορφή των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων (περιεκτικότητα 360 mg) ήταν ισοδύναμη με τα διασπειρόμενα δισκία δεφερασιρόξης (περιεκτικότητα 500 mg) ως προς την μέση περιοχή κάτω από τη χρονική καμπύλη των συγκεντρώσεων στο πλάσμα (AUC) σε συνθήκες νηστείας. Η Cmax αυξήθηκε κατά 30% (90% CI:20,3%-40,0%).
Απορρόφηση
Η δεφερασιρόξη (σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων) μετά την από στόματος χορήγηση απορροφάται και ο διάμεσος χρόνος έως την μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (tmax) είναι περίπου 1,5 έως 4 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα (AUC) της δεφερασιρόξης (σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων) είναι περίπου 70% σε σχέση με την ενδοφλέβια δόση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μορφής των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων, δεν έχει καθοριστεί. Η βιοδιαθεσιμότητα των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων δεφερασιρόξης ήταν 36% μεγαλύτερη από ότι των διασπειρόμενων δισκίων. Μια μελέτη επίδρασης τροφής έδειξε ότι η AUC και η Cmax μειώθηκαν ελαφρά μετά από γεύμα χαμηλών λιπαρών (κατά 11% και 16%, αντίστοιχα). Μετά από ένα γεύμα υψηλών λιπαρών, η AUC και η Cmax αυξήθηκαν (κατά 18% και 29%, αντίστοιχα). Οι αυξήσεις της Cmax που οφείλονται στην αλλαγή της μορφής και αυτές που οφείλονται σε γεύμα υψηλών λιπαρών μπορεί να είναι προστιθέμενες και γι αυτό το λόγο συνιστάται η λήψη των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων είτε με άδειο στομάχι ή με ένα ελαφρύ γεύμα.
Κατανομή
Η δεφερασιρόξη παρουσιάζει υψηλή πρόσδεση (99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, σχεδόν αποκλειστικά με την λευκωματίνη του ορού, και στους ενήλικες έχει μικρό όγκο κατανομής της τάξης περίπου των 14 λίτρων.
Βιομετασχηματισμός
Η γλυκουρονιδίωση είναι η κύρια μεταβολική οδός για τη δεφερασιρόξη, με επακόλουθη χολική απέκκριση. Είναι πιθανό να συμβεί από-σύζευξη των γλυκουρονιδίων στο έντερο και επακόλουθη επαναπορρόφηση (εντεροηπατικός κύκλος): σε μια μελέτη υγιών εθελοντών, η χορήγηση χολεστυραμίνης μετά από μια εφ’ άπαξ δόση δεφερασιρόξης είχε ως αποτέλεσμα μείωση κατά 45% στην έκθεση της δεφερασιρόξης (AUC). Η δεφερασιρόξη υφίσταται γλυκουρονιδίωση κυρίως από το UGT1A1 και σε μικρότερη έκταση από το UGT1A3. Ο μεταβολισμός (οξειδωτικός) της δεφερασιρόξης που καταλύεται μέσω του CYP450 φαίνεται ότι είναι ελάσσονος σημασίας (περίπου 8%) στους ανθρώπους. Δεν έχει παρατηρηθεί αναστολή του μεταβολισμού της δεφερασιρόξης από την υδροξυουρία in vitro.
Αποβολή
Η δεφερασιρόξη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα κόπρανα (84% της δόσης). Η νεφρική απέκκριση της δεφερασιρόξης και των μεταβολιτών της είναι ελάχιστη (8% της δόσης). Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης (t1/2) κυμάνθηκε από 8 έως 16 ώρες. Οι μεταφορείς MRP2 και MXR (BCRP) συμμετέχουν στη χολική απέκκριση της δεφερασιρόξης.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε συνθήκες σταθερής κατάστασης, η Cmax και η AUC0-24h της δεφερασιρόξης, αυξάνονται περίπου γραμμικά με τη δόση. Μετά από πολλαπλή δοσολογία η έκθεση αυξήθηκε κατά έναν παράγοντα συσσώρευσης της τάξης του 1.3 έως 2.3.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Παιδιατρικός πληθυσμός Η συνολική έκθεση των εφήβων (12 έως ≤17 ετών) και των παιδιών (2 έως <12 ετών) στη δεφερασιρόξη μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, ήταν χαμηλότερη από αυτή στους ενήλικες ασθενείς. Σε παιδιά μικρότερα των 6 ετών η έκθεση ήταν περίπου 50% χαμηλότερη από ότι στους ενήλικες. Εφόσον η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση, δεν αναμένεται να υπάρξουν κλινικές επιπτώσεις.
Φύλο Οι γυναίκες εμφανίζουν μία ελαφρά χαμηλότερη εμφανή κάθαρση (κατά 17,5%) για τη δεφερασιρόξη σε σχέση με τους άνδρες. Εφόσον η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση, δεν αναμένεται να υπάρξουν κλινικές επιπτώσεις.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η φαρμακοκινητική της δεφερασιρόξης δεν έχει μελετηθεί στους ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 65 ετών και άνω).
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της δεφερασιρόξης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της δεφερασιρόξης δεν επηρεάστηκε από επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών έως και 5 φορές υψηλότερα του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού εύρους. Σε μια κλινική μελέτη όπου χρησιμοποιήθηκαν εφάπαξ δόσεις διασπειρόμενων δισκίων δεφερασιρόξης 20 mg/kg, η μέση έκθεση ήταν αυξημένη κατά 16% σε άτομα με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α Child-Pugh) και κατά 76% σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β Child-Pugh) σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η μέση Cmax της δεφερασιρόξης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία αυξήθηκε κατά 22%. Η έκθεση αυξήθηκε κατά 2,8 φορές σε ένα άτομο με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C Child-Pugh) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).