Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

FEBUXOSTAT/GENEPHARM

febuxostat

φεμπuξοστατ/γενεπhαρμ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
120 / TAB 13.42 €
80 / TAB 12.20 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • E79 Διαταραχές του μεταβολισμού των πουρινών και της πυριμιδίνης

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπερουριχαιμία · Χρόνια υπερουριχαιμία

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

FEBUXOSTAT/GENEPHARM — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
80 mg άπαξ ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Εάν το ουρικό οξύ ορού είναι > 6 mg/dl (357 µmol/l) έπειτα από 2-4 εβδομάδες, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση Φεβουξοστάτη 120 mg άπαξ ημερησίως.
  • Ενήλικες (Ουρική αρθρίτιδα)
    Δόση80 mg άπαξ ημερησίως
    Εάν το ουρικό οξύ ορού είναι > 6 mg/dl (357 µmol/l) έπειτα από 2-4 εβδομάδες, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση 120 mg άπαξ ημερησίως. Συνιστάται προφύλαξη από έξαρση ουρικής αρθρίτιδας για τουλάχιστον 6 μήνες.
  • Ενήλικες (Σύνδρομο Λύσης Όγκου)
    Δόση120 mg άπαξ ημερησίως
    Έναρξη δύο ημέρες πριν από την κυτταροτοξική θεραπεία και συνέχιση για τουλάχιστον 7 ημέρες, έως 9 ημέρες.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως.
  • Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Τάξη C)
    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχει μελετηθεί.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Ουρική αρθρίτιδα)
    Δόση80 mg
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Ουρική αρθρίτιδα)
    Περιορισμένες πληροφορίες είναι διαθέσιμες.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Σύνδρομο Λύσης Όγκου)
    Δεν απαιτήθηκε ρύθμιση της δοσολογίας για τους εγγεγραμμένους ασθενείς με βάση την ηπατική λειτουργία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Καρδιαγγειακά συμβάντα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσες μείζονες καρδιαγγειακές παθήσεις (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο ή ασταθής στηθάγχη) που λαμβάνουν θεραπεία για χρόνια υπερουριχαιμία
    Η θεραπεία θα πρέπει να ασκείται με προσοχή.
  • Καρδιακή παρακολούθηση
    παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία για αιματολογικές κακοήθειες με ενδιάμεσο προς υψηλό κίνδυνο για Σύνδρομο Λύσης Όγκου (ΣΛΟ) και λαμβάνουν Φεβουξοστάτη 120 mg
    Θα πρέπει να βρίσκονται υπό καρδιακή παρακολούθηση όπως αρμόζει κλινικά.
  • Σοβαρές αντιδράσεις αλλεργίας/υπερευαισθησίας (π.χ. σύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία αναφυλακτική αντίδραση/σοκ, DRESS)
    προσοχή
    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται και να παρακολουθούνται στενά. Η θεραπεία πρέπει αμέσως να σταματήσει εάν συμβούν σοβαρά συμπτώματα. Εάν έχει αναπτυχθεί αντίδραση υπερευαισθησίας, η φεβουξοστάτη δεν πρέπει να ξαναρχίσει.
  • Έναρξη θεραπείας κατά τη διάρκεια οξέος επεισοδίου ουρικής αρθρίτιδας
    προσοχή
    Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινάει μέχρι να έχει υποχωρήσει πλήρως ένα οξύ επεισόδιο. Κατά την έναρξη της θεραπείας συνιστάται προφύλαξη για τουλάχιστον 6 μήνες με ΜΣΑΦ ή κολχικίνη. Εάν συμβεί έξαρση κατά τη θεραπεία, αυτή δεν διακόπτεται αλλά αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα.
  • Εναπόθεση ξανθίνης
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σύνδρομο Lesch-Nyhan
    Η χρήση δεν συνιστάται λόγω έλλειψης εμπειρίας.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη
    Δεν συνιστάται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται μείωση της δόσης μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης στο 20% ή λιγότερο της προηγούμενης δόσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Χρήση σε λήπτες μοσχευμάτων οργάνων
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΛήπτες μοσχευμάτων οργάνων
    Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης εμπειρίας.
  • Συγχορήγηση με θεοφυλλίνη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεοφυλλίνη
    Φεβουξοστάτη 80mg μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς κίνδυνο αύξησης των επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Δεν υπάρχουν δεδομένα για φεβουξοστάτη 120mg.
  • Ηπατικές διαταραχές
    παρακολούθηση
    Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας συνιστάται πριν την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά βάσει κλινικής εκτίμησης.
  • Διαταραχές του θυρεοειδούς
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μεταβολή της λειτουργίας του θυρεοειδούς
    Απαιτείται προσοχή.
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    Πληροφορία
    Το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, μυελοτοξικότητα
    ΣύστασηΜείωση της δόσης στο 20% ή λιγότερο.
  • Κυτταροτοξική χημειοθεραπεία
    προσοχή
    Πιθανές αλληλεπιδράσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί (για 120 mg φεβουξοστάτης)
  • Ροσιγλιταζόνη, CYP2C8 υποστρώματα
    παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική της ροσιγλιταζόνης
    ΣύστασηΔεν αναμένεται να χρειαστεί ρύθμιση δόσης.
  • Θεοφυλλίνη (με 80 mg φεβουξοστάτης)
    παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική ή ασφάλεια της θεοφυλλίνης
    ΣύστασηΔεν συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή.
  • Ναπροξένη, άλλοι αναστολείς γλυκουρονίδωσης (ΜΣΑΦ, προβενεσίδη)
    προσοχή
    Αύξηση στην έκθεση σε φεβουξοστάτη (Cmax 28%, AUC 41%, t1/2 26%), χωρίς κλινικά σημαντική αύξηση ανεπιθύμητων συμβάντων
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγείται χωρίς ρύθμιση δόσης.
  • Επαγωγείς γλυκουρονίδωσης
    προσοχή
    Αυξημένος μεταβολισμός και μειωμένη αποτελεσματικότητα της φεβουξοστάτης
    ΣύστασηΠαρακολούθηση του ουρικού οξέος ορού 1-2 εβδομάδες μετά την έναρξη.
  • παρακολούθηση
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί χωρίς ρύθμιση δόσης.
  • παρακολούθηση
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Δεν είχε επίδραση στην φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης, INR και δράση του παράγοντα VII δεν επηρεάστηκαν
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
  • Δεσιπραμίνη, υποστρώματα CYP2D6
    παρακολούθηση
    Μέση αύξηση κατά 22% στην AUC της δεσιπραμίνης
    ΣύστασηΔεν αναμένεται να απαιτεί ρύθμιση δόσης.
  • Αντιόξινα (υδροξείδιο μαγνησίου και υδροξείδιο αργιλίου)
    παρακολούθηση
    Καθυστερεί την απορρόφηση (περίπου 1 ώρα) και μείωση κατά 32% στην Cmax, χωρίς σημαντική αλλαγή στην AUC
    ΣύστασηΜπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από τη χρήση αντιόξινων.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Πανκυτταροπενία
  • Θρομβοκυττοπενία
  • Ακοκκιοκυττάρωση
  • Αναιμία
  • Μείωση λευκοκυττάρων
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
  • Μείωση αιμοσφαιρίνης
  • Μείωση αιματοκρίτη
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
  • Υπερευαισθησία στο φάρμακο
  • Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις/σοκ
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Αυξημένη θυροειδούς ορμόνη στο αίμα
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
Οφθαλμικές
  • Θάμβος όρασης
  • Απόφραξη αρτηρίας αμφιβληστροειδούς
Μυοσκελετικό
  • Εξάρσεις ουρικής αρθρίτιδας
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Πόνος στα άκρα
  • Αρθρίτιδα
  • Μυοσκελετικό άλγος
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Μυϊκός σπασμός
  • Διόγκωση αρθρώσεων
  • Οσφυαλγία
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
  • Δυσκαμψία αρθρώσεων
  • Ραβδομυόλυση
  • Ρευματική πολυμυαλγία
Μεταβολισμός
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Υπερλιπιδαιμία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Αύξηση βάρους
  • Μείωση σωματικού βάρους
  • Αύξηση όρεξης
  • Ανορεξία
Ψυχιατρικές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
  • Αϋπνία
  • Νευρικότητα
  • Καταθλιπτική διάθεση
  • Διαταραχή ύπνου
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
  • Ημιπάρεση
  • Λήθαργος
  • Υπαισθησία
  • Υποσμία
  • Αγευσία
  • Ίλιγγος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Υπνησία
  • Αλλαγές στη γεύση
  • Αίσθηση καύσου (νευρικού συστήματος)
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιά
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Αίσθημα παλμών
  • Αρρυθμία
  • Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος
Καρδιακές διαταραχές
  • Ανωμαλίες του ΗΚΓ
  • Αποκλεισμός αριστερού σκέλους (ΣΛΟ - 120 mg)
  • Φλεβοκομβική ταχυκαρδία (ΣΛΟ - 120 mg)
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Έξαψη
  • Εξάψεις
Αγγειακές διαταραχές
  • Κυκλοφορική κατέρρευση
  • Αιμορραγία (ΣΛΟ - 120 mg)
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Ρινόρροια
  • Πόνος στον θώρακα
Λοιμώξεις
  • Βρογχίτιδα
  • Λοίμωξη του άνω αναπνευστικού
  • Πνευμονία
  • Θυλακίτιδα
  • Ουρολοίμωξη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Κοιλιακή διάταση
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Έμετος
  • Ξηροστομία
  • Δυσπεψία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Συχνές κενώσεις
  • Μετεωρισμός
  • Γαστρεντερική δυσφορία
  • Εξέλκωση στόματος
  • Παγκρεατίτιδα
  • Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
  • Στοματίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Διόγκωση του χείλους
Ήπαρ
  • Ανωμαλία ηπατικής λειτουργίας
  • Χολολιθίαση
  • Ηπατίτιδα
  • Ίκτερος
  • Ηπατική βλάβη
  • Χολοκυστίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Αποχρωματισμός του δέρματος
  • Δερματική βλάβη
  • Πετέχειες
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Βλατιδώδες εξάνθημα
  • Υπεριδρωσία
  • Αλωπεκία
  • Έκζεμα
  • Ερύθημα
  • Νυχτερινοί ιδρώτες
  • Ψωρίαση
  • Κνησμώδες εξάνθημα
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Αγγειοοίδημα
  • Αποφολιδωτικό εξάνθημα
  • Φυσαλιδώδες εξάνθημα
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
  • Ιλαροειδές εξάνθημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα ωχράς κηλίδας
  • Γενικευμένο εξάνθημα (σοβαρό)
  • Εξάνθημα θυλακιώδες
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυϊκή σφίξιμο
  • Σύνδρομο περιστροφέων ώμου
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρολιθίαση
  • Αιματουρία
  • Πρωτεϊνουρία
  • Επιτακτική ούρηση
  • Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Συχνή ούρηση
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές
  • Οίδημα
  • Κόπωση
  • Θωρακική δυσφορία
  • Άλγος
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Δίψα
  • Αίσθηση θερμού
Εργαστηριακές
  • Αύξηση αμυλάσης αίματος
  • Αύξηση κρεατινίνης αίματος
  • Αύξηση ουρίας αίματος
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μείωση αριθμού αιμοπεταλίων
  • Αύξηση τριγλυκεριδίων του αίματος
  • Αύξηση της χοληστερόλης του αίματος
  • Αύξηση του καλίου στο αίμα
  • Αύξηση του INR
  • Παράταση του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
  • Μείωση ερυθρών αιμοσφαιρίων
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση του αίματος
  • Αυξημένη κρεατινική κινάση του αίματος
Τραυματισμοί
  • Μώλωπας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξάρσεις ουρικής αρθρίτιδας
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία (ΣΛΟ - 120 mg)
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αλλαγές στη γεύση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ανωμαλίες του ΗΚΓ
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αποκλεισμός αριστερού σκέλους (ΣΛΟ - 120 mg)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αποχρωματισμός του δέρματος
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη θυροειδούς ορμόνη στο αίμα
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση αμυλάσης αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση βάρους
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αύξηση κρεατινίνης αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση ουρίας αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση της χοληστερόλης του αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Αύξηση του INR
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Αύξηση του καλίου στο αίμα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Αύξηση τριγλυκεριδίων του αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Βλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερική δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Δερματική βλάβη
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Διόγκωση αρθρώσεων
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Διόγκωση του χείλους
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Δυσκαμψία αρθρώσεων
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα ωχράς κηλίδας
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Εξέλκωση στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Επιτακτική ούρηση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ημιπάρεση
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θυλακίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή διάταση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη του άνω αναπνευστικού
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Μείωση αιματοκρίτη
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μείωση αιμοσφαιρίνης
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μείωση αριθμού αιμοπεταλίων
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Μείωση λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικό άλγος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή σφίξιμο
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Μυϊκός σπασμός
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρολιθίαση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νυχτερινοί ιδρώτες
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Πετέχειες
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Πόνος στον θώρακα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρινόρροια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Συχνές κενώσεις
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Συχνή ούρηση
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπερλιπιδαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπνησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Υποσμία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Φλεβοκομβική ταχυκαρδία (ΣΛΟ - 120 mg)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Χολολιθίαση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ψωρίαση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση θερμού
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Αίσθηση καύσου (νευρικού συστήματος)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αγευσία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις/σοκ
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Αποφολιδωτικό εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση του αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Αυξημένη κρεατινική κινάση του αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Αύξηση όρεξης
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Γενικευμένο εξάνθημα (σοβαρό)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Δίψα
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Εξάνθημα θυλακιώδες
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ιλαροειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Καταθλιπτική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Μείωση ερυθρών αιμοσφαιρίων
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Μείωση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Παράταση του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Ρευματική πολυμυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο περιστροφέων ώμου
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνιες
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Φυσαλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνια
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Σπάνια
  • Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος
    Καρδιά
    Σπάνια
  • Ακοκκιοκυττάρωση
    Αίμα
    Σπάνια
  • Αναιμία
    Αίμα
    Σπάνια
  • Απόφραξη αρτηρίας αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Σπάνια
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνή
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνή
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνια
  • Ηπατική βλάβη
    Ήπαρ
    Σπάνια
  • Θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνή
  • Θρομβοκυττοπενία
    Αίμα
    Σπάνια
  • Κυκλοφορική κατέρρευση
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνια
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνά
  • Μώλωπας
    Τραυματισμοί
    Όχι συχνή
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνά
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Σπάνια
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Σπάνια
  • Υπερευαισθησία στο φάρμακο
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνια
  • Χολοκυστίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνια
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Τα δεδομένα σχετικά με πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης κατά την εγκυμοσύνη, δεν κατέδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της φεβουξοστάτης στην εγκυμοσύνη ή στην υγεία του εμβρύου/ νεογέννητου. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου ή στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Γαλουχία
    Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται
    Είναι άγνωστο εάν η φεβουξοστάτη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση αυτής της δραστικής ουσίας στο μητρικό γάλα και διαταραγμένη ανάπτυξη των θηλαζόντων νεογέννητων ζώων. Κίνδυνος σε θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστη
    Η επίδραση της φεβουξοστάτης στην γονιμότητα στον άνθρωπο είναι άγνωστη.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
συμπτωματική και υποστηρικτική φροντίδα
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Υπνηλία, ζάλη, παραισθησία και θάμβος όρασης έχουν αναφερθεί με τη χρήση της φεβουξοστάτης.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Λακτόζη μονοϋδρική
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460)
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (E463)
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη
18
Άνυδρο κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου (E551)
Μαγνήσιο στεατικό (E470b)
Επικάλυψη δισκίου
Πολυβινυλική αλκοόλη (E1203)
Τάλκης (E553b)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Πολυαιθυλενογλυκόλη 3350 (E1521)
Συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος - ακρυλικού μεθυλεστέρα (1:1) (Type A)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172)
Νάτριο ανθρακικό όξινο (E500(ii))
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκεύασμα ουρικής αρθρίτιδας, παρασκευάσματα που αναστέλλουν την παραγωγή ουρικού οξέος, κωδικός ATC: M04AA03.

Μηχανισμός δράσης

Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν μεταβολισμού της πουρίνης στον άνθρωπο και δημιουργείται με τη σειρά υποξανθίνη → ξανθίνη → ουρικό οξύ. Και τα δύο βήματα στις παραπάνω μεταμορφώσεις καταλύονται από την οξειδάση της ξανθίνης (ΧΟ). Η φεβουξοστάτη είναι ένα παράγωγο 2-αρυλικής θειαζόλης που επιτυγχάνει τη θεραπευτική του επίδραση μειώνοντας το ουρικό οξύ ορού μέσω επιλεκτικής αναστολής της ΧΟ. Η φεβουξοστάτη είναι ένας ισχυρός, μη πουρινικός επιλεκτικός αναστολέας της ΧΟ (NP-SIXO) με μια in vitro τιμή αναστολής Ki μικρότερη από ένα nanomolar. Η φεβουξοστάτη έχει καταδειχτεί ότι αναστέλλει δραστικά τόσο τις οξειδωμένες όσο και τις μειωμένες μορφές XO. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις η φεβουξοστάτη δεν αναστέλλει άλλα ένζυμα που συμμετέχουν στο μεταβολισμό της πουρίνης ή της πυριμιδίνης, δηλαδή, στην απαμινάση γουανίνης, τη φωσφοριβοσυλτρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης, την οροτική φωσφοριβοσυλτρανσφεράση, τη μονοφωσφορική αποκαρβοξυλάση οροτιδίνης ή την πουρινική νουκλεοσιδική φωσφορυλάση.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ουρική αρθρίτιδα Η αποτελεσματικότητα της φεβουξοστάτης καταδείχτηκε σε τρεις πιλοτικές μελέτες Φάσης 3 (οι δύο πιλοτικές μελέτες APEX και FACT και η επιπλέον μελέτη CONFIRMS που περιγράφονται παρακάτω) που διεξάχθηκαν σε 4.101 ασθενείς με υπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα. Σε κάθε πιλοτική μελέτη φάσης 3, η φεβουξοστάτη κατέδειξε ανώτερη ικανότητα να μειώσει και να διατηρήσει τα επίπεδα ουρικού οξέος ορού σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη. Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας στις μελέτες APEX και FACT ήταν η αναλογία ασθενών των οποίων τα τελευταία 3 μηνιαία επίπεδα ουρικού οξέος ορού ήταν < 6,0 mg/dl (357 µmol/l). Στην επιπλέον φάση 3 της μελέτης CONFIRMS, της οποίας τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα μετά την έγκριση της άδειας κυκλοφορίας του febuxostat, το πρωταρχικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η αναλογία των ασθενών των οποίων τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό ήταν <6,0 mg/dL κατά την τελευταία επίσκεψη. Κανένας ασθενής με μόσχευμα οργάνου δεν περιλήφθηκε σε αυτές τις μελέτες (βλ. Δοσολογία).

Μελέτη APEX: Η ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη αποτελεσματικότητας της φεβουξοστάτης με αλλοπουρινόλη (APEX) ήταν φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη 28 εβδομάδων. Χίλιοι εβδομήντα δύο (1.072) ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν: εικονικό φάρμακο (n=134), φεβουξοστάτη 80 mg ημερησίως (n=267), φεβουξοστάτη 120 mg ημερησίως (n=269), φεβουξοστάτη 240 mg ημερησίως (n=134) ή αλλοπουρινόλη (300 mg ημερησίως [n=258] για ασθενείς με κρεατινίνη ορού βασικής γραμμής ≤1,5 mg/dl ή 100 mg ημερησίως [n=10] για ασθενείς με κρεατινίνη ορού βασικής γραμμής >1,5 mg/dl και ≤2,0 mg/dl). Διακόσια σαράντα mg φεβουξοστάτης (2 φορές η συνιστώμενη υψηλότερη δόση) χρησιμοποιήθηκαν ως δόση αξιολόγησης ασφάλειας.

Η μελέτη APEX έδειξε στατιστικά σημαντική ανωτερότητα τόσο του θεραπευτικού σχήματος φεβουξοστάτη 80 mg ημερησίως όσο και φεβουξοστάτη 120 mg ημερησίως έναντι του θεραπευτικού σχήματος συμβατικά χρησιμοποιούμενων δόσεων αλλοπουρινόλης 300 mg (n = 258) /100 mg (n = 10) στη μείωση του ουρικού οξέος ορού (sUA) κάτω από 6 mg/dl (357 µmol/l) (βλέπε Πίνακα 2 και Εικόνα 1).

Μελέτη FACT: Η ελεγχόμενη δοκιμή φεβουξοστάτης έναντι αλλοπουρινόλης (FACT) ήταν φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη 52 εβδομάδων. Εφτακόσιοι εξήντα (760) ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν: φεβουξοστάτη 80 mg ημερησίως (n=256), φεβουξοστάτη 120 mg ημερησίως (n=251), ή αλλοπουρινόλη 300 mg ημερησίως (n=253).

Η μελέτη FACT έδειξε τη στατιστικά σημαντική ανωτερότητα τόσο του θεραπευτικού σχήματος φεβουξοστάτης 80 mg ημερησίως όσο και φεβουξοστάτης 120 mg ημερησίως έναντι του θεραπευτικού σχήματος συμβατικά χρησιμοποιούμενης δόσης αλλοπουρινόλης 300 mg στη μείωση και διατήρηση του sUA κάτω από 6 mg/dl (357 µmol/l).

Ο Πίνακας 2 συνοψίζει τα αποτελέσματα του πρωτεύοντος τελικού σημείου αποτελεσματικότητας:

Πίνακας 2 Αναλογία ασθενών με επίπεδα ουρικού οξέος ορού <6,0 mg/dl (357 µmol/l) Τελευταίες τρεις μηνιαίες επισκέψεις

Μελέτη Φεβουξοστάτη 80 mg ημερησίως Φεβουξοστάτη 120 mg ημερησίως Αλλοπουρινόλη 300/100 mg ημερησίως
APEX (28 εβδομάδες) 48% * (n=262) 65% *, # (n=269) 22% * (n=268)
FACT (52 εβδομάδες) 53% * (n=255) 62% * (n=250) 21% (n=251)
Συνδυασμένα Αποτελέσματα 51%* (n=217) 63% *, # (n=519) 22% (n=519)

1 αποτελέσματα από άτομα που λαμβάνουν είτε 100 mg ημερησίως (n=10: ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 1,5 και ≤2,0 mg/dl) ή 300 mg ημερησίως (n=509) συνενώθηκαν για αναλύσεις. *p<0,001 έναντι αλλοπουρινόλης, p<0,001 έναντι 80 mg

Η ικανότητα της φεβουξοστάτης να μειώσει τα επίπεδα ουρικού οξέος ορού ήταν άμεση και συνεχής. Μείωση στο επίπεδο ουρικού οξέος ορού σε < 6,0 mg/dl (357 µmol/l) σημειώθηκε κατά την επίσκεψη της Εβδομάδας 2 και διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Τα μέσα επίπεδα ουρικού οξέος ορού σε σχέση με το χρόνο για κάθε ομάδα θεραπείας από τις δύο πιλοτικές μελέτες φάσης 3 φαίνονται στην Εικόνα 1.

Εικόνα 1 Μέσα επίπεδα ουρικού οξέος ορού συνδυασμένων πιλοτικών μελετών φάσης 3 Σημείωση: 509 ασθενείς έλαβαν αλλοπουρινόλη 300 mg ημερησίως, σε 10 ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 1,5 και < 2,0 mg/dl δόθηκε δόση 100 mg ημερησίως. (10 ασθενείς από τους 268 στη μελέτη APEX). 240 mg φεβουξοστάτης χρησιμοποιήθηκαν για να αξιολογηθεί η ασφάλεια της φεβουξοστάτης στο διπλάσιο της συνιστώμενης υψηλότερης δόσης.

Μελέτη CONFIRMS: Η CONFIRMS ήταν μια μελέτη στην Φάση 3, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, 26-εβδομάδων για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της φεβουξοστάτης 40 mg και 80 mg, σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη 300 mg ή 200 mg, σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα και υπερουριχαιμία. 2.269 ασθενείς ήταν τυχαιοποιημένοι: φεβουξοστάτη 40 mg QD(n=757), φεβουξοστάτη 80 mg QD (n=756), ή αλλοπουρινόλη 300/200 mg QD (n=756).

Τουλάχιστον το 65% των ασθενών είχε ήπια-μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (με κάθαρση κρεατινίνης 30-89 ml/min). Προφύλαξη έναντι των εξάρσεων της ουρικής αρθρίτιδας ήταν απαραίτητη κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων.

Το ποσοστό των ασθενών με τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό < 6,0 mg/dL (357 μmol/l) στην τελευταία επίσκεψη, ήταν 45% για 40 mg φεβουξοστάτης, 67% για τη φεβουξοστάτη 80 mg και 42% για την αλλοπουρινόλη 300/200 mg.

Πρωτεύον τελικό σημείο στην υποομάδα ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία Η μελέτη APEX αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα σε 40 ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (δηλ. κρεατινίνη ορού βασικής γραμμής > 1,5 mg/dl και ≤2,0 mg/dl). Για άτομα με νεφρική διαταραχή οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε αλλοπουρινόλη, η δόση είχε όριο τα 100mg ημερησίως. Η φεβουξοστάτη πέτυχε το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας σε 44% (80 mg ημερησίως), 45% (120 mg ημερησίως), και 60% (240 mg ημερησίως) των ασθενών σε σύγκριση με 0% στις ομάδες αλλοπουρινόλης 100 mg ημερησίως και στις ομάδες εικονικού φαρμάκου.

Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην εκατοστιαία μείωση στη συγκέντρωση ουρικού οξέος ορού σε υγιή άτομα ανεξάρτητα από τη νεφρική λειτουργία τους (58% στην ομάδα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και 55% στην ομάδα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία).

Μία ανάλυση σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία καθορίστηκε στη μελέτη CONFIRMS, και έδειξε ότι η φεβουξοστάτη ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματική στη μείωση των επιπέδων του ουρικού οξέος σε < 6 mg/dl σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη 300 mg/200 mg σε ασθενείς που είχαν ουρική αρθρίτιδα με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (65% σε ασθενείς που μελετήθηκαν).

Πρωτεύον τελικό σημείο στην υποομάδα ασθενών με sUA ≥ 10 mg/dl Περίπου το 40% των ασθενών (συνδυασμένες APEX και FACT) είχαν sUA βασικής γραμμής ≥ 10 mg/dl. Σε αυτή την υποομάδα η φεβουξοστάτη πέτυχε το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας (sUA < 6,0 mg/dl στις 3 τελευταίες επισκέψεις) σε 41% (80 mg ημερησίως), 48% (120 mg ημερησίως), και 66% (240 mg ημερησίως) των ασθενών σε σύγκριση με 9% στην ομάδα αλλοπουρινόλης 300 mg/100 mg ημερησίως και 0% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου.

Στη μελέτη CONFIRMS, το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας (sUA < 6,0 mg/dl στην τελευταία επίσκεψη) για ασθενείς με τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό ≥ 10 mg/dl θεραπεύτηκαν με φεβουξοστάτη 40mg QD ήταν 27% (66/249), με φεβουξοστάτη 80 mg QD 49% (125/254) και με αλλοπουρινόλη 300 mg/200 mg QD 31% (72/230) αντίστοιχα.

Κλινικά αποτελέσματα: αναλογία ασθενών που απαιτούν θεραπεία για έξαρση ουρικής αρθρίτιδας ΜΕΛΕΤΗ APEX: Κατά τη διάρκεια της περιόδου προφύλαξης των 8 εβδομάδων, μία μεγαλύτερη αναλογία ατόμων στην θεραπευτική ομάδα της φεβουξοστάτης 120 mg (36%) χρειάσθηκε θεραπεία για τις εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας συγκρινόμενη με φεβουξοστάτη 80 mg (28%), αλλοπουρινόλη 300 mg (23%) και εικονικό φάρμακο (20%). Οι εξάρσεις αυξήθηκαν μετά την περίοδο προφύλαξης και σταδιακά μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Μεταξύ του 46% και 55% των ατόμων που λάμβαναν θεραπεία για εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας από την εβδομάδα 8 και την εβδομάδα 28. Οι εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας κατά τις 4 τελευταίες εβδομάδες της μελέτης (εβδομάδες 24-28) που παρατηρήθηκαν στο 15% (φεβουξοστάτη 80, 120 mg), 14% (αλλοπουρινόλη 300 mg) και 20% (εικονικό φάρμακο) των ατόμων.

Μελέτη FACT: Κατά τη διάρκεια της περιόδου προφύλαξης των 8 εβδομάδων, μία μεγαλύτερη αναλογία ατόμων στη θεραπευτική ομάδα της φεβουξοστάτης 120 mg (36%) χρειάσθηκε θεραπεία για τις εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας συγκρινόμενη με τις θεραπευτικές ομάδες της φεβουξοστάτης 80 mg (22%) και της αλλοπουρινόλης 300 mg (21%). Μετά από την περίοδο προφύλαξης των 8-εβδομάδων, οι επιπτώσεις των εξάρσεων αυξήθηκαν και σταδιακά μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου (64% και 70% των ατόμων που λάμβαναν θεραπεία για τις εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας από την εβδομάδα 8-52). Οι εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας κατά τις 4 τελευταίες εβδομάδες αυτής της μελέτης (εβδομάδες 49-52) που παρατηρήθηκαν ήταν στο 6-8% (φεβουξοστάτη 80 mg, 120 mg) και 11% (αλλοπουρινόλη 300 mg) των ατόμων.

Η αναλογία ατόμων που απαιτούν θεραπεία για έξαρση ουρικής αρθρίτιδας (μελέτες APEX και FACT) ήταν αριθμητικά χαμηλότερη στις ομάδες που πέτυχαν ένα μέσο επίπεδο ουρικού οξέος ορού μετά τη βασική γραμμή < 6,0 mg/dl, < 5,0 mg/dl, ή <4,0 mg/dl σε σύγκριση με την ομάδα που πέτυχε ένα μέσο επίπεδο ουρικού οξέος ορού μετά τη βασική γραμμή ≥ 6,0 mg/dl κατά τις τελευταίες 32 εβδομάδες της περιόδου θεραπείας (διαστήματα Εβδομάδα 20-Εβδομάδα 24 έως Εβδομάδα 49 - 52).

Κατά τη διάρκεια της μελέτης CONFIRMS, το ποσοστό των ασθενών που χρειάσθηκε θεραπεία για τις εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας (Ημέρα 1 έως τον Μήνα 6) ήταν 31% και 25% για τις ομάδες της φεβουξοστάτης 80 mg και της αλλοπουρινόλης, αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στο ποσοστό των ασθενών που χρειάσθηκε θεραπεία για τις εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας μεταξύ των ομάδων της φεβουξοστάτης 80 mg και 40 mg.

Μακροπρόθεσμες, ανοιχτού τύπου επέκτασης μελέτες: Μελέτη EXCEL (C02-021): Η Excel ήταν μία μελέτη τριών ετών φάσης 3, ανοικτού τύπου, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με αλλοπουρινόλη, μελέτη ασφαλείας για ασθενείς που είχαν συμπληρώσει την πιλοτική φάση 3 των μελετών (APEX ή FACT). Ένα σύνολο 1.086 ασθενών είχαν εγγραφεί: φεβουξοστάτη 80 mg QD (n=649), φεβουξοστάτη 120 mg QD (n=292) και αλλοπουρινόλη (300/100 mg QD (n=145). Περίπου το 69% των ασθενών δεν χρειάσθηκε αλλαγή στη θεραπεία για την επίτευξη της τελικής σταθερής θεραπείας. Ασθενείς που είχαν 3 διαδοχικά sUA επίπεδα > 6,0 mg/dl αποσύρθηκαν.

Τα επίπεδα του ουρικού στον ορό διατηρήθηκαν με την πάροδο του χρόνου (π.χ. 91% και 93% των ασθενών της αρχικής θεραπείας με φεβουξοστάτη 80 mg και 120 mg, αντίστοιχα, είχαν sUA < 6 mg/dl τον Μήνα 36).

Τρία χρόνια δεδομένων έδειξαν μείωση στη συχνότητα εμφάνισης εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας με λιγότερο από το 4% των ασθενών απαιτούν θεραπεία για έξαρση (δηλ. περισσότερο από το 96% των ασθενών δεν απαιτούσε θεραπεία για έξαρση) τους Μήνες 16-24 και τους Μήνες 30-36. Το 46% και το 38% των ασθενών στην τελική σταθερή θεραπεία της φεβουξοστάτης 80 ή 120 mg QD, αντίστοιχα, είχαν πλήρη υποχώρηση των αρχικών ψηλαφητών τόφων από την πρώτη έως την τελευταία επίσκεψη.

Η FOCUS (TMX-01-005) ήταν μελέτη 5 ετών, φάσης 2, ανοιχτού τύπου, πολυκεντρική, επέκτασης μελέτης ασφαλείας για τους ασθενείς που είχαν συμπληρώσει 4 εβδομάδες διπλής τυφλής δοσολογίας στη μελέτη ΤΜΧ-00-004, 116 ασθενείς εγγράφηκαν και έλαβαν αρχικά φεβουξοστάτη 80 mg QD. Το 62% των ασθενών δεν χρειάσθηκαν προσαρμογή της δοσολογίας για να παραμείνει η sUA <6 mg/dl, και το 38% των ασθενών χρειάσθηκαν αναπροσαρμογή δόσης για να επιτευχθεί η τελική σταθερή δόση.

Η αναλογία των ασθενών με τα επίπεδα του ουρικού οξέος < 6.0 mg/dl (357 μmol/l) στην τελευταία επίσκεψη ήταν μεγαλύτερη από 80% (81-100%) σε κάθε δόση φεβουξοστάτης.

Κατά τη φάση 3 των κλινικών μελετών, ήπιες ανωμαλίες στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας παρατηρήθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε φεβουξοστάτη (5,0%). Τα ποσοστά αυτά ήταν παρόμοια με τα ποσοστά που αναφέρθηκαν για την αλλοπουρινόλη (4,2%) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αυξημένες τιμές TSH (>5,5 µIU/ml) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς υπό μακροπρόθεσμη θεραπεία με φεβουξοστάτη (5,5%) και σε ασθενείς με αλλοπουρινόλη (5,8%) στις μακροπρόθεσμες ανοικτές μελέτες παράτασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Μακροχρόνιες μελέτες μετά τη διάθεση στην αγορά Η μελέτη CARES ήταν μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή δοκιμή μη κατωτερότητας, η οποία συγκρίνει τις καρδιαγγειακές (ΚΑ) εκβάσεις με φεβουξοστάτη έναντι αλλοπουρινόλης σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα και ιστορικό μείζων ΚΑ νόσου, συμπεριλαμβανομένων εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΕΜ), νοσηλείας για ασταθή στηθάγχη, στεφανιαίας ή διαδικασία εγκεφαλικής επαναγγείωσης, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, παροδικού ισχαιμικού επισοδίου με νοσηλεία, περιφερικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδης διαβήτης με ενδείξεις μικροαγγειακής ή μακροαγγειακής νόσου. Για να επιτευχθεί sUA κάτω από 6 mg/dL, η δόση της φεβουξοστάτης τιτλοποιήθηκε από 40 mg έως 80 mg (ανεξάρτητα από τη νεφρική λειτουργία) και η δόση της αλλοπουρινόλης τιτλοποιήθηκε σε προσαυξήσεις των 100 mg από 300 έως 600 mg σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία λειτουργία και ήπια νεφρική δυσλειτουργία και από 200 έως 400 mg σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο στην CARES ήταν ο χρόνος για την πρώτη εμφάνιση μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων (MACE), ένας συνδυασμός μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΕΜ), μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου, ΚΑ θανάτου και επείγουσα στεφανιαία επαναγγείωση λόγω ασταθούς στηθάγχης. Τα καταληκτικά σημεία (πρωτεύοντα και δευτερεύοντα) αναλύθηκαν σύμφωνα με την ανάλυση πρόθεσης για θεραπεία (ΙΤΤ) στην οποία συμπεριλήφθηκαν όλοι οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν τουλάχιστον μία δόση από τη φαρμακευτική αγωγή της διπλά τυφλής μελέτης.

Συνολικά, το 56,6% των ασθενών διέκοψε πρόωρα τη θεραπεία της δοκιμής και το 45% των ασθενών δεν ολοκλήρωσε όλες τις επισκέψεις της δοκιμής.

Συνολικά, 6,190 ασθενείς παρακολουθήθηκαν για μέσο διάστημα 32 μηνών και η μέση διάρκεια έκθεσης ήταν 728 ημέρες για τους ασθενείς της ομάδας φεβουξοστάτης (n 3098) και 719 ημέρες για τους ασθενείς της ομάδας αλλοπουρινόλης (n 3092). Τα ποσοστά εμφάνισης του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου MACE ήταν παρόμοια για την ομάδα της φεβουξοστάτης και της αλλοπουρινόλης (10,8% έναντι 10,4% των ασθενών, αντίστοιχα, αναλογία κινδύνου [HR] 1,03, αμφίπλευρο επαναλαμβανόμενο 95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI] 0,89-1,21).

Στην ανάλυση των επιμέρους στοιχείων MACE, το ποσοστό ΚΑ θανάτων ήταν υψηλότερος με τη φεβουξοστάτη σε σχέση με την αλλοπουρινόλη (4,3% έναντι 3,2% των ασθενών, HR 1,34, 95% CI 1,03-1,73). Τα ποσοστά των υπόλοιπων συμβάντων MACE ήταν παρόμοια στην ομάδα φεβουξοστάτης και στην ομάδα αλλοπουρινόλης, δηλαδή μη θανατηφόρο ΕΜ (3,6% έναντι 3,8% των ασθενών, HR 0,93, 95% CΙ 0,72-1,21), μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο (2,3% έναντι 2,3% των ασθενών, HR 1.01, 95% CI 0,73-1,41) και επείγουσα επαναγγείωση λόγω ασταθούς στηθάγχης (1,6% έναντι 1,8% των ασθενών, HR 0,86, 95% CI 0,59-1,26). Το ποσοστό θνησιμότητας όλων των αιτιών ήταν επίσης υψηλότερο με τη φεβουξοστάτη σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη (7,8% έναντι 6,4% των ασθενών, HR 1,22, 95% CI 1,01-1,47), λόγω κυρίως του υψηλότερου ποσοστού ΚΑ θανάτων στη συγκεκριμένη ομάδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Τα ποσοστά της νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια, οι εισαγωγές στα νοσοκομεία για αρρυθμίες που δεν σχετίζονται με ισχαιμία, φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια και η νοσηλεία για παροδικά ισχαιμικά επεισόδια ήταν συγκρίσιμα για την φεβουξοστάτη και την αλλοπουρινόλη.

Η μελέτη FAST ήταν μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, ανοιχτού τύπου, με τυφλοποίηση ως προς το τελικό σημείο, η οποία συνέκρινε το καρδιαγγειακό (ΚΑ) προφίλ ασφάλειας της φεβουξοστάτης έναντι της αλλοπουρινόλης σε ασθενείς με χρόνια υπερουριχαιμία (σε καταστάσεις όπου η εναπόθεση άλατος του ουρικού οξέος είχε ήδη συμβεί) και παράγοντες καρδιαγγειακού (ΚΑ) κινδύνου (π.χ. ασθενείς 60 ετών ή μεγαλύτερης ηλικίας και με τουλάχιστον έναν άλλο παράγοντα καρδιαγγειακού (ΚΑ) κινδύνου). Οι επιλέξιμοι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με αλλοπουρινόλη πριν από την τυχαιοποίηση και απαιτήθηκαν προσαρμογές της δόσης όταν χρειαζόταν, σύμφωνα με την κλινική κρίση, τις συστάσεις της EULAR (European League Against Rheumatism) και την εγκεκριμένη δοσολογία. Στο τέλος της φάσης εισαγωγής της αλλοπουρινόλης, οι ασθενείς με επίπεδο sUA <0,36 mmol/L (<6 mg/dL) ή που έλαβαν τη μέγιστη ανεκτή δόση ή τη μέγιστη εγκεκριμένη δόση αλλοπουρινόλης τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν θεραπεία είτε με φεβουξοστάτη είτε με αλλοπουρινόλη. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης FAST ήταν το χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη εμφάνιση οποιουδήποτε συμβάντος που περιλαμβανόταν στο σύνθετο τελικό σημείο Antiplatelet Trialists’ Collaborative (APTC), το οποίο περιλάμβανε: i) νοσηλεία για μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΕΜ), /βιοχημικά θετικό οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ); ii) μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο. iii) θάνατος λόγω ΚΑ συμβάντος. Η αρχική ανάλυση βασίστηκε στην κατά τη θεραπεία προσέγγιση (on-treatment analysis).

Συνολικά, 6.128 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν, 3063 για φεβουξοστάτη και 3065 για αλλοπουρινόλη. Στην πρωτογενή ανάλυση κατά τη θεραπεία, η φεβουξοστάτη δεν ήταν κατώτερη από την αλλοπουρινόλη ως προς την επίπτωση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου, η οποία εμφανίστηκε σε 172 ασθενείς (1,72/100 χρόνια έκθεσης ασθενών) με φεβουξοστάτη σε σύγκριση με 241 ασθενείς (2,05/100 χρόνια έκθεσης ασθενών) με αλλοπουρινόλη, με ένα προσαρμοσμένο HR 0,85 (95% CI: 0,70, 1,03), p<0,001. Η ανάλυση κατά τη θεραπεία για το πρωτεύον τελικό σημείο στην υποομάδα ασθενών με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου (ΕΜ), εγκεφαλικού επεισοδίου ή οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ) δεν έδειξε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας: υπήρχαν 65 (9,5%) ασθενείς με συμβάντα στην ομάδα φεβουξοστάτη και 83 (11,8%) ασθενείς με συμβάντα στην ομάδα αλλοπουρινόλης. προσαρμοσμένο HR 1,02 (95% CI: 0,74-1,42); p=0,202.

Η θεραπεία με φεβουξοστάτη δεν συσχετίστηκε με αύξηση καρδιαγγειακού θανάτου ή θανάτου όλων των αιτιών, συνολικά ή στην υποομάδα ασθενών με αρχικό ιστορικό ΕΜ, εγκεφαλικού επεισοδίου ή ΟΣΣ. Συνολικά, υπήρξαν λιγότεροι θάνατοι στην ομάδα της φεβουξοστάτης (62 θάνατοι από καρδιαγγειακά νοσήματα και 108 θάνατοι όλων των αιτιών), από ό,τι στην ομάδα της αλλοπουρινόλης (82 θάνατοι από καρδιαγγειακά νοσήματα και 174 θάνατοι όλων των αιτιών).

Υπήρξε μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων ουρικού οξέος στη θεραπεία με φεβουξοστάτη σε σύγκριση με τη θεραπεία με αλλοπουρινόλη.

Φεβουξοστάτη 120 mg - Σύνδρομο Λύσης Όγκου Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της φεβουξοστάτης στην πρόληψη και θεραπεία του Συνδρόμου Λύσης Όγκου αξιολογήθηκε στην μελέτη FLORENCE (FLO-01). Η φεβουξοστάτη έδειξε ανώτερη και ταχύτερη δραστικότητα μείωσης του ουρικού οξέος σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη.

Η FLORENCE ήταν μία τυχαιοποιημένη (1:1), διπλά τυφλή, φάσης ΙΙΙ, πιλοτική δοκιμή που σύγκρινε τη φεβουξοστάτη 120 mg άπαξ ημερησίως με την αλλοπουρινόλη 200 ως 600 mg ημερησίως (μέση ημερήσια δόση αλλοπουρινόλης [± τυπική απόκλιση]: 349,7 ± 112,90 mg) όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου του ουρικού οξέος στον ορό. Επιλέξιμοι ασθενείς έπρεπε να είναι υποψήφιοι για θεραπεία με την αλλοπουρινόλη ή να μην έχουν πρόσβαση στην ρασβουρικάση. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η περιοχή κάτω από την καμπύλη του ουρικού οξέος ορού (AUC sUA1-8) και η μεταβολή των επιπέδων της κρεατινίνης ορού (sC) και τα δύο από την βασική γραμμή έως την Ημέρα 8.

Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν 346 ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες που υποβάλλονταν σε χημειοθεραπεία και με ενδιάμεσο/υψηλό κίνδυνο για Σύνδρομο Λύσης Όγκου. Η μέση AUC sUA1-8 (mgxh/dl) ήταν σημαντικά μικρότερη με την φεβουξοστάτη (514,0 ± 225,71 έναντι 708,0 ± 234,42; ελάχιστο τετράγωνο διαφοράς των μέσων: -196,794 [95% διάστημα εμπιστοσύνης: 238,600; -154,988]; p<0,0001). Επιπλέον, το μέσο επίπεδο του ουρικού οξέος ορού ήταν σημαντικά μικρότερο με την φεβουξοστάτη από τις πρώτες 24 ώρες της θεραπείας και σε οποιοδήποτε επόμενο χρονικό σημείο. Καμία σημαντική διαφορά δεν έλαβε χώρα στην μέση μεταβολή της κρεατινίνης ορού (%) ανάμεσα στη φεβουξοστάτη και την αλλοπουρινόλη (-0,83 ± 26,98 έναντι -4,92 ± 16,70 αντίστοιχα, ελάχιστο τετράγωνο διαφοράς των μέσων: 4,0970 [95% διάστημα εμπιστοσύνης: -0,6467; 8,8406]; p=0,0903). Σε σχέση με τα δευτερεύοντα τελικά σημεία, καμία σημαντική διαφορά δεν ανιχνεύθηκε όσον αφορά την εμφάνιση εργαστηριακού ΣΛΟ (8,1% και 9,2% στο σχήμα φεβουξοστάτης και αλλοπουρινόλης αντίστοιχα; σχετικός κίνδυνος: 0,875 [95% διάστημα εμπιστοσύνης: 0,4408; 1,7369]; p=0,8488) ούτε κλινικού ΣΛΟ (1,7% και 1,2% στο σχήμα φεβουξοστάτης και αλλοπουρινόλης αντίστοιχα; σχετικός κίνδυνος: 0,994 [95% διάστημα εμπιστοσύνης: 0,9691; 1,0199]; p=1,0000). Η επίπτωση της συνολικής θεραπείας- εμφανιζόμενα σημεία και συμπτώματα και ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν 67,6% έναντι 64,7% και 6,4% έναντι 6,4% με φεβουξοστάτη και αλλοπουρινόλη αντίστοιχα. Στη μελέτη FLORENCE η φεβουξοστάτη κατέδειξε ανώτερο έλεγχο του επιπέδου του ουρικού οξέος στον ορό σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη σε ασθενείς που προγραμματίστηκαν να λάβουν το τελευταίο φάρμακο. Δεν υπάρχουν παρόντα διαθέσιμα δεδομένα που να συγκρίνουν τη φεβουξοστάτη με την ρασβουρικάση. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της φεβουξοστάτης δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς με οξύ σοβαρό ΣΛΟ, π.χ. σε ασθενείς που αποτυγχάνουν με άλλες θεραπείες μείωσης του ουρικού οξέος.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC) της φεβουξοστάτης αυξήθηκαν με τρόπο ανάλογο προς τη δόση έπειτα από απλές και πολλαπλές δόσεις των 10 mg έως 120 mg. Για δόσεις μεταξύ 120 mg και 300 mg, παρατηρήθηκε για τη φεβουξοστάτη μια μεγαλύτερη από την ανάλογη με τη δόση αύξηση στην AUC. Δεν υπάρχει υπολογίσιμη συσσώρευση όταν δόσεις των 10 mg έως 240 mg χορηγούνται κάθε 24 ώρες. Η φεβουξοστάτη έχει φαινομενικό μέσο χρόνο ημίσειας ζωής (t1/2) τελικής απέκκρισης περίπου 5 έως 8 ώρες.

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές αναλύσεις πληθυσμού διεξήχθησαν σε 211 ασθενείς με υπεουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα, στους οποίους χορηγήθηκε φεβουξοστάτη 40-240 mg ημερησίως. Γενικά, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της φεβουξοστάτης που υπολογίστηκαν από αυτές τις αναλύσεις είναι συνεπείς με εκείνες που ελήφθησαν από υγιή άτομα, υποδεικνύοντας ότι υγιή άτομα είναι αντιπροσωπευτικά για φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική αξιολόγηση στον πληθυσμό ασθενών με ουρική αρθρίτιδα.

Απορρόφηση Η φεβουξοστάτη απορροφάται ταχέως (tmax 1,0-1,5 ώρα) και καλά (τουλάχιστον 84%). Έπειτα από απλές ή πολλαπλές άπαξ ημερησίως από του στόματος δόσεις των 80 και 120 mg, η Cmax είναι περίπου 2,8-3,2 μg/ml, και 5,0-5,3 μg/ml, αντίστοιχα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα για το δισκίο φεβουξοστάτης δεν έχει μελετηθεί.

Έπειτα από πολλαπλές άπαξ ημερησίως από του στόματος δόσεις των 80 mg ή από μια απλή δόση των 120 mg με γεύμα υψηλό σε λιπαρά, υπήρξε μείωση 49% και 38% στη Cmax και 18% και 16% μείωση στην AUC, αντίστοιχα. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλλαγή στην ποσοστιαία μείωση της συγκέντρωσης ουρικού οξέος ορού όπου εξετάστηκε (πολλαπλή δόση των 80 mg). Επομένως, η φεβουξοστάτη μπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από τροφές.

Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (Vss/F) σε σταθερή κατάσταση της φεβουξοστάτης κυμαίνεται από 29 έως 75 λίτρα έπειτα από του στόματος δόσεις των 10-300 mg. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος της φεβουξοστάτης είναι περίπου 99,2% (κυρίως σε λευκωματίνη), και είναι σταθερή σε σχέση με το εύρος συγκέντρωσης με δόσεις των 80 και 120 mg. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος των ενεργών μεταβολιτών κυμαίνεται από 82% έως 91%.

Βιομετασχηματισμός Η φεβουξοστάτη μεταβολίζεται εκτενώς μέσω σύζευξης διαμέσου του συστήματος του ενζύμου διφωσφορική ουριδίνη γλυκουρονοσυλ- τρανφεράση (UDPGT) και οξείδωσης διαμέσου του συστήματος κυτοχρώματος P450 (CYP). Τέσσερις φαρμακολογικά ενεργοί υδροξυλικοί μεταβολίτες έχουν αναγνωριστεί, εκ των οποίων οι τρεις βρίσκονται στο ανθρώπινο πλάσμα. In vitro μελέτες χρησιμοποιώντας ανθρώπινα μικροσώματα ήπατος κατέδειξαν ότι εκείνοι οι οξειδωτικοί μεταβολίτες σχηματίστηκαν κυρίως από CYP1A1, CYP1A2, CYP2C8 ή CYP2C9 και το γλυκορουνίδιο φεβουξοστάτης σχηματίστηκε κυρίως από UGT 1A1, 1A8, και 1A9.

Απέκκριση Η φεβουξοστάτη απεκκρίνεται τόσο από την ηπατική όσο και από τη νεφρική οδό. Έπειτα από του στόματος δόση 80 mg14 C-επισημασμένη φεβουξοστάτη, περίπου το 49% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη φεβουξοστάτη (3%), το ακυλο-γλυκορουνίδιο της δραστικής ουσίας (30%), οι γνωστοί οξειδωτικοί μεταβολίτες του και οι συζεύκτες τους (13%), και άλλοι άγνωστοι μεταβολίτες (3%). Πέραν της απέκκρισης στα ούρα, περίπου το 45% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα ως αμετάβλητη φεβουξοστάτη (12%), το ακυλο-γλυκορουνίδιο της δραστικής ουσίας (1%), οι γνωστοί οξειδωτικοί μεταβολίτες του και οι συζεύκτες τους (25%), και άλλοι άγνωστοι μεταβολίτες (7%).

Νεφρική δυσλειτουργία Έπειτα από πολλαπλές δόσεις φεβουξοστάτης 80 mg σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η Cmax της φεβουξοστάτης δεν άλλαξε, όσον αφορά άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μέση ολική AUC της φεβουξοστάτης αυξήθηκε κατά περίπου 1,8 φορές από 7,5 μgh/ml στην ομάδα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε 13,2 μgh/ml στην ομάδα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι Cmax και AUC των ενεργών μεταβολιτών αυξήθηκε έως 2 και 4 φορές, αντίστοιχα. Ωστόσο, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία Έπειτα από πολλαπλές δόσεις φεβουξοστάτης 80 mg σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh Τάξη Α) ή μέτρια (Child-Pugh Τάξη Β) ηπατική δυσλειτουργία, οι Cmax και AUC της φεβουξοστάτης και των μεταβολιτών της δεν άλλαξε σημαντικά σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Child-Pugh Τάξη C).

Ηλικία Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στην AUC της φεβουξοστάτης ή των μεταβολιτών της έπειτα από πολλαπλές από του στόματος δόσεις φεβουξοστάτης σε ηλικιωμένους σε σύγκριση με νεότερα υγιή άτομα.

Φύλο Έπειτα από πολλαπλές από του στόματος δόσεις febuxostat, οι Cmax και AUC ήταν 24% και 12% υψηλότερες στις γυναίκες από ό,τι στους άντρες, αντίστοιχα. Ωστόσο, διορθωμένες βάσει βάρους Cmax και AUC ήταν παρόμοιες μεταξύ των δύο φύλων. Δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης βάσει του φύλου.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η ουρική αρθρίτιδα (gout) είναι μια μορφή οξείας αρθρίτιδας που χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση κρυστάλλων μονοουρικού νατρίου και κρυστάλλων ουρικού άλατος εντός ή γύρω από μια άρθρωση, οδηγώντας σε φλεγμονή και επίμονη εναπόθεση…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκεύασμα ουρικής αρθρίτιδας, παρασκευάσματα που αναστέλλουν την παραγωγή ουρικού οξέος, κωδικός ATC: M04AA03. ### Μηχανισμός δράσης Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν μεταβολισμού της πουρίνης στον άνθρωπο…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC) της φεβουξοστάτης αυξήθηκαν με τρόπο ανάλογο προς τη δόση έπειτα από απλές και πολλαπλές δόσεις των 10 mg έως 120 mg….

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Το φεβουξοστάτη μεταβολίζεται στο ήπαρ από ένζυμα UDP-γλυκουρονοζυλοτρανσφεράσης (UGT) και Κυτοχρώματος P450 (CYP), με τη σχετική συνεισφορά κάθε ισοένζυμου στο μεταβολισμό του φεβουξοστάτη να μην έχει πλήρως διευκρινιστεί. Οι UGT1A1,…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 85% του φεβουξοστάτη απορροφάται ταχέως. Ο χρόνος Tmax κυμαίνεται από 1 έως 1,5 ώρες. Μετά από εφάπαξ ημερήσια από του στόματος χορήγηση, η Cmax ήταν…
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

febuxostat

Κωδικός ATC5

M04AA03

Κάτοχος Άδειας

GENEPHARM
pill