Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 0,44 / ML | 325.57 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C49 Κακοήθης νεοπλασία άλλου συνδετικού και μαλακού ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λιποσάρκωμα
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος του μαστού
HALAVEN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια
- Χορήγηση: την Ημέρα 1 και 8 του κάθε κύκλου διάρκειας 21 ημερών
- Δόση έναρξης: 1,23 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Δεν θα πρέπει να αυξάνεται κλιμακωτά εκ νέου μετά τη μείωσή της.
-
ΕνήλικεςΔόση1,23 mg/m2
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A)Δόση0,97 mg/m2
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Β)Δόση0,62 mg/m2
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)Δεν έχει μελετηθεί, αναμένεται εντονότερη μείωση της δόσης
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία λόγω κίρρωσηςΔόσηΌπως για ήπια και μέτρια δυσλειτουργίαΣυνιστάται στενή παρακολούθηση
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min)Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης. Συνιστάται προσοχή και στενή παρακολούθηση ασφάλειας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν συνιστώνται ειδικές δοσολογικές προσαρμογές.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μυελοκαταστολή / ΟυδετεροπενίαΣοβαρόΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ μυελοκαταστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και εκδηλώνεται κυρίως ως ουδετεροπενία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η θεραπεία με eribulin θα πρέπει να ξεκινά μόνο σε ασθενείς με τιμές ANC ≥ 1,5 x 109/l και τιμές αιμοπεταλίων > 100 x 109/l. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν εμπύρετη ουδετεροπενία, σοβαρή ουδετεροπενία ή θρομβοπενία πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις συστάσεις (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς με αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) ή ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) > 3 x το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) και οι ασθενείς με χολερυθρίνη > 1,5 x ULN έχουν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας. Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, σηψαιμίας και σηπτικής καταπληξίας. Η σοβαρή ουδετεροπενία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση του παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ή ισοδύναμου (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Περιφερική νευροπάθειαΣοβαρόΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία κινητικής και αισθητικής περιφερικής νευροπάθειας. Η ανάπτυξη σοβαρής περιφερικής νευροτοξικότητας απαιτεί καθυστέρηση ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Παράταση του διαστήματος QTΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, ή ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (συμπεριλαμβανομένων των αντιαρρυθμικών κατηγορίας Ιa και III) και ανωμαλίες ηλεκτρολυτών. Ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος.Συνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ/τος. Η υποκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία ή η υπομαγνησιαιμία θα πρέπει να διορθωθούν πριν την έναρξη της θεραπείας με Eribulin και οι ηλεκτρολύτες αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το eribulin θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος.
-
ΈκδοχαΠληροφοριακόΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μικρές ποσότητες αιθανόλης (αλκοόλη), λιγότερο από 100 mg ανά δόση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΗ έκθεση του eribulin (AUC και Cmax) παρέμεινε ανεπηρέαστη.
-
παρακολούθησηΗ έκθεση του eribulin (AUC και Cmax) παρέμεινε ανεπηρέαστη.
-
Ουσίες με στενό θεραπευτικό εύρος που μεταβολίζονται από CYP3A4 (π.χ. αλφαιντανίλη, κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους)προσοχήΤο eribulin αποτελεί έναν ήπιο αναστολέα του CYP3A4. Ενδέχεται να αυξηθούν τα επίπεδα αυτών των ουσιών.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουρολοίμωξη
- Πνευμονία
- Καντιντίαση του στόματος
- Στοματικός έρπης
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Έρπης ζωστήρας
- Σηψαιμία
- Ουδετεροπενική σηψαιμία
- Σηπτική καταπληξία
- Ρινίτιδα
- Πνευμονική εμβολή
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Επίσταξη
- Ρινόρροια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Λεμφοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
- Μειωμένη όρεξη
- Υποκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπεργλυκαιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Λήθαργος
- Νευροτοξικότητα
- Ίλιγγος
- Αυξημένη δακρύρροια
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Εξάψεις
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Στοματίτιδα
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Διάταση κοιλίας
- Εξέλκωση στόματος
- Παγκρεατίτιδα
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ηπατοτοξικότητα
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Διαταραχή όνυχα
- Νυχτερινοί ιδρώτες
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Υπερίδρωση
- Παλαμο-πελματιαία ερυθροδυσαισθησία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Οσφυαλγία
- Πόνος των άκρων
- Οστικό άλγος
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυοσκελετικό άλγος
- Μυοσκελετικό άλγος θώρακα
- Μυϊκή αδυναμία
- Δυσουρία
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Άλγος
- Ρίγη
- Θωρακικό άλγος
- Γριπώδης συνδρομή
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος των άκρωνΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή όνυχαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικό άλγος θώρακαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝευροτοξικότηταΝευρικό
-
ΣυχνέςΝυχτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟστικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαλαμο-πελματιαία ερυθροδυσαισθησίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματικός έρπηςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιάχυτη ενδαγγειακή πήξηΑίμα
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενική σηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Eribulin δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς αναγκαίοΔεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του eribulin σε έγκυο γυναίκα. Το eribulin είναι εμβρυοτοξικό και τερατογόνο σε αρουραίους. Στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να συνιστάται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη ενώ λαμβάνουν Eribulin και πρέπει να χρησιμοποιούν άκρως αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Eribulin και για 7 μήνες μετά τη θεραπεία. Στους άνδρες με γυναίκες συντρόφους αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να συνιστάται να μην κάνουν παιδί ενώ λαμβάνουν Eribulin και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Eribulin και για 4 μήνες μετά τη θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΤο Eribulin δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμούΔεν είναι γνωστό εάν το eribulin/ οι μεταβολίτες απεκκρίνεται (-ονται) στο ανθρώπινο ή το ζωικό μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/ βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί και συνεπώς το Eribulin δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΟι άρρενες ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές σχετικά με τη συντήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία λόγω της πιθανότητας μόνιμης στειρότητας μετά από τη θεραπεία με Eribulin.Τοξικότητα των όρχεων έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους και σκύλους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αντίδραση υπερευαισθησίας (Βαθμού 3)
- ουδετεροπενία (Βαθμού 3)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX41
Το eribulin mesilate είναι ένας αναστολέας της δυναμικής ισορροπίας των μικροσωληνίσκων που ανήκει στην κατηγορία των αντινεοπλασματικών παραγόντων του halichondrin. Είναι ένα δομικά απλουστευμένο συνθετικό ανάλογο του halichondrin B, ενός φυσικού προϊόντος που απομονώθηκε από το θαλάσσιο σπόγγο Halichondria okadai.
Μηχανισμός δράσης
Το eribulin αναστέλλει τη φάση ανάπτυξης των μικροσωληνίσκων, χωρίς να επηρεάζει τη φάση της βράχυνσης, και δεσμεύει την τουμπουλίνη σε μη παραγωγικά συσσωματώματα. Το eribulin ασκεί τις επιδράσεις του μέσω ενός αντιμιτωτικού μηχανισμού που βασίζεται στην τουμπουλίνη ο οποίος οδηγεί σε αναστολή του κυτταρικού κύκλου στην φάση G2/M, σε διαταραχή των μιτωτικών ατράκτων και τελικά σε αποπτωτικό κυτταρικό θάνατο μετά από παρατεταμένη και μη αναστρέψιμη μιτωτική παρεμπόδιση.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Καρκίνος του μαστού Η αποτελεσματικότητα του Eribulin στον καρκίνο του μαστού υποστηρίζεται κυρίως από δύο τυχαιοποιημένες συγκριτικές μελέτες Φάσης 3. Οι 762 ασθενείς, στη βασική μελέτη Φάσης 3 EMBRACE (Μελέτη 305), είχαν τοπικώς υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού και είχαν λάβει προηγουμένως τουλάχιστον δύο έως και κατά μέγιστο πέντε χημειοθεραπευτικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένης μίας ανθρακυκλίνης και μίας ταξάνης (εκτός σε περίπτωση αντένδειξης). Η νόσος θα πρέπει να είχε εξελιχθεί εντός 6 μηνών από το τελευταίο χημειοθεραπευτικό σχήμα των ασθενών. Η κατάσταση HER2 των ασθενών ήταν: 16,1% θετική, 74,2% αρνητική και 9,7% άγνωστη, ενώ στο 18,9% των ασθενών ήταν τριπλά αρνητική. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 2:1 για να λάβουν είτε θεραπεία με Eribulin ή θεραπεία επιλογής του γιατρού (TPC), που συνίστατο σε 97% χημειοθεραπεία (26% βινορελβίνη, 18% γεμσιταβίνη, 18% καπεσιταβίνη, 16% ταξάνη, 9% ανθρακυκλίνη, 10% άλλη χημειοθεραπεία), ή 3% ορμονική θεραπεία. Η μελέτη πέτυχε το κύριο τελικό σημείο της με αποτέλεσμα συνολικής επιβίωσης (OS) που ήταν στατιστικά σημαντικά καλύτερο στην ομάδα eribulin σε σύγκριση με την ομάδα TPC στο 55% των περιστατικών. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώθηκε με μια ενημερωμένη ανάλυση συνολικής επιβίωσης που διεξήχθη στο 77% των περιστατικών.
Μελέτη 305- Ενημερωμένη Συνολική Επιβίωση (στον πληθυσμό ITT)
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Eribulin (n=508) | Θεραπεία Επιλογής του Γιατρού (TPC) (n=254) |
|---|---|---|
| Αριθμός Περιστατικών | 386 | 203 |
| Διάμεση τιμή (μήνες) | 13,2 | 10,5 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI)α | 0,805 (0,677, 0,958) | |
| Ονομαστική τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) | 0,014β |
α παλινδρόμηση αναλογικών κίνδυνων του Cox β Στρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή, κατάσταση HER2/neu και πριν από τη θεραπεία με καπεσιταβίνη
Κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση, η διάμεση τιμή επιβίωσης ελεύθερης επιδείνωσης (PFS) ήταν 3,7 μήνες για το eribulin συγκριτικά με 2,2 μήνες του σκέλους TPC (αναλογία κινδύνου HR 0,865, 95% CI: 0,714, 1,048, p=0,137). Στους ανταποκρινόμενους αξιολογήσιμους ασθενείς, ο αντικειμενικός βαθμός ανταπόκρισης σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST ήταν 12,2% (95% CI: 9,4%, 15,5%) κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση του σκέλους eribulin συγκριτικά με το 4,7% (95% CI: 2,3%, 8,4%) του σκέλους TPC. Η θετική επίδραση στη συνολική επιβίωση (OS) παρατηρήθηκε τόσο στις ανταποκρινόμενες στην ταξάνη ομάδες ασθενών όσο και τις μη ανταποκρινόμενες στην ταξάνη ομάδες ασθενών. Στην ενημέρωση του OS, η αναλογία κινδύνου (HR) για την ομάδα του eribulin έναντι της ομάδας TPC ήταν κατά 0,90 (95%: CI 0,71, 1,14) μεγαλύτερη για τους ανταποκρινόμενους στην ταξάνη ασθενείς και κατά 0,73 (95% CI: 0,56, 0,96) για τους μη ανταποκρινόμενους στην ταξάνη ασθενείς. Η θετική επίδραση στο OS παρατηρήθηκε τόσο στην ομάδα ασθενών χωρίς προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη όσο και στην ομάδα ασθενών με προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη. Η ανάλυση του ενημερωμένου OS υπέδειξε όφελος επιβίωσης για την ομάδα του eribulin σε σύγκριση με την ομάδα TPC τόσο στους ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη με HR 0,787 (95% CI 0,645, 0,961), όσο και για τους ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη με ένα αντίστοιχο HR 0,865 (95% CI 0,606, 1,233). Η δεύτερη μελέτη Φάσης 3 σε προηγούμενης γραμμής μεταστατικό καρκίνο του μαστού, η μελέτη 301, ήταν μια τυχαιοποιημένη ανοιχτή μελέτη σε ασθενείς (n =1.102) με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού για την εξέταση της αποτελεσματικότητας της μονοθεραπείας με Eribulin συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με καπεσιταβίνη αναφορικά με το OS και το PFS ως δεύτερο κύριο τελικό σημείο. Οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως κατά μέγιστο τρία χημειοθεραπευτικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένης μίας ανθρακυκλίνης και μίας ταξάνης και κατά μέγιστο δύο για προχωρημένη νόσο, ενώ το ποσοστό εκείνων που είχαν λάβει προηγουμένως 0, 1 ή 2 χημειοθεραπείες για μεταστατικό καρκίνο του μαστού ήταν 20,0%, 52,0% ή 27,2% αντίστοιχα. Η κατάσταση HER2 των ασθενών ήταν: 15,3% θετική, 68,5% αρνητική και 16,2% άγνωστη, ενώ στο 25,8% των ασθενών ήταν τριπλά αρνητική.
Μελέτη 301- Συνολική Επιβίωση (στον πληθυσμό ITT)
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Eribulin (n=554) | Καπεσιταβίνη (n=548) |
|---|---|---|
| Αριθμός Περιστατικών | 446 | 459 |
| Διάμεση τιμή (μήνες) | 15,9 | 14,5 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI)α | 0,879 (0,770, 1,003) | |
| τιμή p (λογαριθμική κατάταξη)β | 0,056 |
α παλινδρόμηση αναλογικών κίνδυνων του Cox β Στρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή, κατάσταση HER2/neu
Η αξιολόγηση της ανάλυσης της επιβίωσης ελεύθερης νόσου από ανεξάρτητο παράγοντα ήταν παρόμοια ανάμεσα στο eribulin και την καπεσιταβίνη με διάμεσες τιμές της τάξεως των 4,1 μηνών έναντι 4,2 μηνών (αναλογία κινδύνου HR 1,08%, [95% CI: 0,932, 1,250]) αντίστοιχα. Η αξιολόγηση του αντικειμενικού βαθμού ανταπόκρισης από ανεξάρτητο παράγοντα ήταν επίσης παρόμοια ανάμεσα στο eribulin και την καπεσιταβίνη, 11,0% (95% CI: 8,5, 13,9) στην ομάδα του eribulin και 11,5% (95% CI: 8,9, 14,5) στην ομάδα της καπεσιταβίνης. Η συνολική επιβίωση στους ασθενείς αρνητικής HER2 και τους ασθενείς θετικής HER2 στις ομάδες του eribulin και τις ομάδες ελέγχου στη μελέτη 305 και τη μελέτη 302 παρουσιάζονται παρακάτω:
Μελέτη 305 Ενημερωμένη Ανάλυση Συνολικής Επιβίωσης στον πληθυσμό του ITT
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Eribulin (HER2 Αρνητική) (n = 373) | TPC (HER2 Αρνητική) (n = 192) | Eribulin (HER2 Θετική) (n = 83) | TPC (HER2 Θετική) (n = 40) |
|---|---|---|---|---|
| Αριθμός Περιστατικών | 285 | 151 | 66 | 37 |
| Διάμεσοι μήνες | 13,4 | 10,5 | 11,8 | 8,9 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,849 (0,695, 1,036) | 0,594 (0,389, 0,907) | ||
| τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) | 0,106 | 0,015 |
Μελέτη 301 Συνολική Επιβίωση στον πληθυσμό του ITT
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Eribulin (HER2 Αρνητική) (n = 375) | Καπεσιταβίνη (HER2 Αρνητική) (n = 380) | Eribulin (HER2 Θετική) (n = 86) | Καπεσιταβίνη (HER2 Θετική) (n = 83) |
|---|---|---|---|---|
| Αριθμός Περιστατικών | 296 | 316 | 73 | 73 |
| Διάμεσοι μήνες | 15,9 | 13,5 | 14,3 | 17,1 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,838 (0,715, 0,983) | 0,965 (0,688, 1,355) | ||
| τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) | 0,030 | 0,837 |
Σημείωση: Η ταυτόχρονη θεραπεία αντι-HER2 δεν συμπεριλήφθηκε στη Μελέτη 305 και τη Μελέτη 301.
Λιποσάρκωμα Η αποτελεσματικότητα του eribulin σε λιποσάρκωμα υποστηρίζεται από τη βασική Φάσης 3 μελέτη σαρκώματος (Μελέτη 309). Οι ασθενείς σε αυτή τη μελέτη (n=452) είχαν τοπικώς υποτροπιάζον, ανεγχείρητο ή/και μεταστατικό σάρκωμα μαλακών μορίων ενός εκ των δύο υποτύπων - λειομυοσάρκωμα ή λιποσάρκωμα. Οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον δύο προηγούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα, ένα εκ των οποίων έπρεπε να ήταν μια ανθρακυκλίνη (εκτός εάν αντενδεικνυόταν). Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου εντός 6 μηνών από το τελευταίο χημειοθεραπευτικό σχήμα τους. Τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν είτε eribulin 1,23 mg/m2 την ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών ή δακαρβαζίνη 850 mg/m2, 1.000 mg/m2 ή 1.200 mg/m2 (δόση που καθορίστηκε από τον ερευνητή πριν την τυχαιοποίηση), κάθε 21 ημέρες. Στη Μελέτη 309, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική βελτίωση στο OS σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος του eribulin σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου. Αυτό μεταφράστηκε σε βελτίωση 2 μηνών στο διάμεσο OS (13,5 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με eribulin έναντι 11,5 μηνών για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δακαρβαζίνη). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου ή συνολικής ανταπόκρισης μεταξύ των σκελών θεραπείας στον συνολικό πληθυσμό. Οι επιδράσεις της θεραπείας με eribulin περιορίστηκαν σε ασθενείς με λιποσάρκωμα (45% αποδιαφοροποιημένο, 37% μυξοειδές/από στρογγυλοκύτταρα και 18% πλειόμορφο στη Μελέτη 309) βάσει προσχεδιασμένων αναλύσεων υποομάδων των OS και PFS. Δεν υπήρξε διαφορά στην αποτελεσματικότητα μεταξύ eribulin και δακαρβαζίνης σε ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό λειομυοσάρκωμα.
Μελέτη 309
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Υποομάδα λιποσαρκώματος (Eribulin n=71) | Υποομάδα λιποσαρκώματος (Δακαρβαζίνη n=72) | Υποομάδα λειομυοσαρκώματος (Eribulin n=157) | Υποομάδα λειομυοσαρκώματος (Δακαρβαζίνη n=152) | Πληθυσμός ITT (Eribulin n=228) | Πληθυσμός ITT (Δακαρβαζίνη n=224) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Συνολική επιβίωση | ||||||
| Αριθμός Περιστατικών | 52 | 63 | 124 | 118 | 176 | 181 |
| Διάμεσοι μήνες | 15,6 | 8,4 | 12,7 | 13,0 | 13,5 | 11,5 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,511 (0,346, 0,753) | 0,927 (0,714, 1,203) | 0,768 (0,618, 0,954) | |||
| Ονομαστική τιμή p | 0,0006 | 0,5730 | 0,0169 | |||
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου | ||||||
| Αριθμός Περιστατικών | 57 | 59 | 140 | 129 | 197 | 188 |
| Διάμεσοι μήνες | 2,9 | 1,7 | 2,2 | 2,6 | 2,6 | 2,6 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,521 (0,346, 0,784) | 1,072 (0,835, 1,375) | 0,877 (0,710, 1,085) | |||
| Ονομαστική τιμή p | 0,0015 | 0,5848 | 0,2287 |
Κατανομή
Η φαρμακοκινητική του eribulin χαρακτηρίζεται από μια φάση ταχείας κατανομής που ακολουθείται από μια φάση παρατεταμένης απομάκρυνσης, με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 40 ώρες. Έχει μεγάλο όγκο κατανομής (εύρος μέσων τιμών 43 έως 114 l/m2). Το eribulin δεσμεύεται ασθενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δέσμευση του eribulin με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (100-1000 ng/ml) κυμάνθηκε από 49% έως 65% στο ανθρώπινο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός
Το αμετάβλητο eribulin ήταν η βασική μορφή που κυκλοφορούσε στο πλάσμα μετά από χορήγηση 14C-eribulin στους ασθενείς. Οι συγκεντρώσεις μεταβολιτών αντιπροσώπευαν ένα ποσοστό < 0,6% της μητρικής ένωσης, επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπάρχουν βασικοί ανθρώπινοι μεταβολίτες του eribulin.
Αποβολή
Το Eribulin έχει χαμηλή κάθαρση (εύρος μέσων τιμών 1,16 έως 2,42 l/h/m2). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική συσσώρευση του eribulin σε εβδομαδιαία χορήγηση. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δεν είναι δοσοεξαρτώμενες ή χρονοεξαρτώμενες στο εύρος δόσεων του eribulin 0,22 έως 3,53 mg/m2. Το Eribulin απεκκρίνεται κυρίως με χολική απέκκριση. Ο πρωτεϊνικός μεταφορέας που συμμετέχει στην απέκκριση δεν είναι αυτή τη στιγμή γνωστός. Προκλινικές in vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι το eribulin μεταφέρεται από την Pgp. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις το eribulin δεν είναι αναστολέας της Pgp in vitro. Επιπρόσθετα, in vivo, η συγχορήγηση κετοκοναζόλης, ενός αναστολέα της Pgp, δεν έχει καμία επίδραση στην έκθεση του eribulin (AUC και Cmax). In vitro μελέτες έχουν επίσης υποδείξει ότι το eribulin δεν αποτελεί υπόστρωμα για το μεταφορέα 1 οργανικού κατιόντος (OCT1). Μετά τη χορήγηση του 14C-eribulin στους ασθενείς, περίπου το 82% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα και το 9% στα ούρα υποδεικνύοντας ότι η νεφρική κάθαρση δεν αποτελεί σημαντική οδό απέκκρισης του eribulin. Το αμετάβλητο eribulin αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα και τα ούρα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μια μελέτη αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική του eribulin σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A, n=7) και μέτρια (Child-Pugh B, n=4) ηπατική δυσλειτουργία λόγω ηπατικών μεταστάσεων. Σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n=6), η έκθεση του eribulin αυξήθηκε κατά 1,8 φορές και 3 φορές σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η χορήγηση του Eribulin σε δόση 0,97 mg/m2 σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και σε δόση 0,62 mg/m2 σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία οδήγησε σε κάπως υψηλότερη έκθεση από ό,τι μετά από μία δόση 1,23 mg/m2 σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το Eribulin δεν μελετήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C). Δεν υπάρχει μελέτη για ασθενείς µε ηπατική δυσλειτουργία λόγω κίρρωσης. Βλ. Δοσολογία για δοσολογικές συστάσεις.
Νεφρική δυσλειτουργία
Παρατηρήθηκε αυξημένη έκθεση του eribulin σε ορισμένους ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή μείωση της νεφρικής λειτουργίας, με υψηλή μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων. Η φαρμακοκινητική του eribulin αξιολογήθηκαν σε μια Φάσης 1 μελέτη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης: ≥ 80 ml/min, n = 6), μέτρια (30-50 ml/min, n = 7) ή σοβαρή (15-<30 ml/min, n = 6) νεφρική δυσλειτουργία. Η κάθαρση κρεατινίνης υπολογίστηκε με τον τύπο Cockcroft-Gault. Παρατηρήθηκε μια υψηλότερη κατά 1,5 φορές (90% CI: 0,9-2,5) κανονικοποιημένη ως προς τη δόση AUC(0-inf) σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Βλ. Δοσολογία για δοσολογικές συστάσεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συλλέχθηκαν συγκεντρώσεις eribulin στο πλάσμα από 83 παιδιατρικούς ασθενείς (εύρος ηλικίας: 2 έως 17 ετών), με ανθεκτικούς ή υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους και λεμφώματα, οι οποίοι έλαβαν eribulin στις Μελέτες 113, 213 και 223. Η φαρμακοκινητική του eribulin στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν συγκρίσιμη με αυτήν των ενηλίκων ασθενών με STS και των ασθενών με άλλους τύπους όγκου. Η έκθεση στο eribulin στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοια με την έκθεση σε ενήλικες ασθενείς. Η συγχορήγηση ιρινοτεκάνης δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική του eribulin σε παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτικούς/υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους.