Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 150 / TAB | 14.64 € | |
| 150 / TAB | 14.64 € | |
| 200 / TAB | 7.94 € | |
| 200 / TAB | 7.94 € | |
| 300 / TAB | 20.99 € | |
| 300 / TAB | 20.99 € | |
| 400 / TAB | 23.11 € | |
| 400 / TAB | 23.11 € | |
| 50 / TAB | 3.43 € | |
| 50 / TAB | 3.43 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία σχιζοφρένειας
- F20 Σχιζοφρένεια
-
Θεραπεία μανιακών επεισοδίων μέτριας έως βαριάς μορφής
σε: Ασθενείς με διπολική διαταραχή
-
Θεραπεία μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων
σε: Ασθενείς με διπολική διαταραχή
-
Πρόληψη της υποτροπής μανιακών ή καταθλιπτικών επεισοδίων
σε: Ασθενείς με διπολική διαταραχή, οι οποίοι προηγουμένως είχαν ανταποκριθεί στη θεραπεία με κουετιαπίνη
-
Πρόσθετη θεραπεία των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων
σε: Ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (ΜΚΔ) οι οποίοι παρουσίασαν μη ικανοποιητική ανταπόκριση σε μονοθεραπεία με αντικαταθλιπτικό
Πριν από την έναρξη θεραπείας, οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να λάβουν υπόψη το προφίλ ασφάλειας του δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης Matepil (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- F32 Καταθλιπτικό επεισόδιο
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξηQUETIAPINE/MYLAN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 50 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση τιτλοποιείται ανάλογα με την ένδειξη και την ανταπόκριση του ασθενούς, συνήθως με βήματα 50 mg ή 100 mg την ημέρα.
-
Ενήλικες (Θεραπεία σχιζοφρένειας και μανιακών επεισοδίων μέτριας έως βαριάς μορφής σε διπολική διαταραχή)Δόση600 mg/ημέραΜέγ. δόση800 mg/ημέραΗ ημερήσια δόση κατά την έναρξη της θεραπείας είναι 300 mg την ημέρα 1 και 600 mg την ημέρα 2. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται εντός του αποτελεσματικού δοσολογικού εύρους των 400 mg έως 800 mg την ημέρα, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και ανεκτικότητα του ασθενούς. Για τη θεραπεία συντήρησης στη σχιζοφρένεια, δεν απαιτείται καμία προσαρμογή δοσολογίας.
-
Ενήλικες (Θεραπεία μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων σε διπολική διαταραχή)Δόση300 mg/ημέραΜέγ. δόση600 mg/ημέραΗ ημερήσια δόση για τις πρώτες τέσσερις ημέρες θεραπείας είναι 50 mg (ημέρα 1), 100 mg (ημέρα 2), 200 mg (ημέρα 3) και 300 mg (ημέρα 4). Δόσεις μεγαλύτερες των 300 mg θα πρέπει να δίνονται από ιατρούς που διαθέτουν εμπειρία στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής. Σε μεμονωμένους ασθενείς, στην περίπτωση προβλημάτων σχετικά με την ανεκτικότητα, κλινικές δοκιμές έχουν υποδείξει ότι θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης σε ελάχιστη δόση 200 mg.
-
Ενήλικες (Πρόληψη υποτροπής σε διπολική διαταραχή)Δόση300 mg έως 800 mg/ημέραΜέγ. δόση800 mg/ημέραΟι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν σε δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για την οξεία θεραπεία της διπολικής διαταραχής θα πρέπει να συνεχίζουν να λαμβάνουν δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης στην ίδια δόση. Η δόση μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη θεραπεία συντήρησης.
-
Ενήλικες (Πρόσθετη θεραπεία μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων στην ΜΚΔ)Δόση50 mg/ημέρα, 150 mg/ημέρα, ή 300 mg/ημέραΗ ημερήσια δόση κατά την έναρξη της θεραπείας είναι 50 mg την ημέρα 1 και 2 και 150 mg την ημέρα 3 και 4. Οι κλινικοί ιατροί θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, αρχίζοντας από 50 mg/ημέρα. Η ανάγκη αύξησης της δόσης από 150 σε 300 mg/ημέρα θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση του εκάστοτε ασθενούς.
-
ΗλικιωμένοιΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Ο ρυθμός της τιτλοποίησης της δόσης ενδέχεται να χρειαστεί να είναι πιο αργός και η ημερήσια θεραπευτική δόση πιο χαμηλή. Η μέση τιμή κάθαρσης της κουετιαπίνης μειώθηκε κατά 30% έως 50%. Πρέπει να αρχίζουν με δόση 50 mg/ημέρα, η οποία μπορεί να αυξάνεται κατά 50 mg/ημέρα μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δοσολογίας, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή.
-
Ηλικιωμένοι (Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε ΜΚΔ)Δόση50 mg/ημέρα αρχικά, τιτλοποίηση έως 150 mg/ημέραΜέγ. δόση300 mg/ημέραΗ δόση θα πρέπει να αρχίζει με 50 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 1-3, να αυξάνεται στα 100 mg/ημέρα την ημέρα 4 και 150 mg/ημέρα την ημέρα 8. Εάν απαιτηθεί αύξηση δόσης στα 300 mg/ημέρα, αυτό δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από την 22η ημέρα της θεραπείας. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η πιο χαμηλή αποτελεσματική δόση, αρχίζοντας από 50 mg/ημέρα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών, λόγω έλλειψης δεδομένων.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόση50 mg/ημέρα αρχικάΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, ειδικά κατά την αρχική περίοδο. Η δόση μπορεί να αυξάνεται κατά 50 mg/ημέρα, μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δοσολογίας, ανάλογα με την κλινική απόκριση και την ανοχή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σύγχρονη χορήγηση με αναστολείς του ισοενζύμου 3A4 του κυτοχρώματος P450
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλειαΠληθυσμόςΑσθενείς με ΜΚΔ ως επιπρόσθετη θεραπείαΔεν έχει αξιολογηθεί. Έχει αξιολογηθεί σε ενήλικες ασθενείς ως μονοθεραπεία (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Χρήση σε παιδιά και εφήβουςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων. Έχουν αναφερθεί αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες (αυξημένη όρεξη, προλακτίνη, έμετος, ρινίτιδα, συγκοπή, εξωπυραμιδικά συμπτώματα, ευερεθιστότητα, αυξήσεις αρτηριακής πίεσης, μεταβολές λειτουργίας θυρεοειδούς).
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (EPS)ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ασθενείςΑυξημένη εμφάνιση σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς υπό θεραπεία για σχιζοφρένεια, διπολική μανία και διπολική κατάθλιψη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αυτοκτονία/αυτοκτονικός ιδεασμός ή κλινική επιδείνωσηΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με κατάθλιψη, άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, νεαροί ενήλικες (<25 ετών), ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή αυτοκτονικό ιδεασμόΣτενή παρακολούθηση, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Να είναι σε επαγρύπνηση για κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά/σκέψεις, ασυνήθιστες αλλαγές συμπεριφοράς. Αναζήτηση ιατρικής συμβουλής άμεσα. Να εξετάζεται ο κίνδυνος μετά από απότομη διακοπή.
-
Μεταβολικός κίνδυνοςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠροσδιορισμός μεταβολικών παραμέτρων (βάρος, γλυκόζη αίματος, λιπίδια) στην έναρξη και τακτικός έλεγχος των μεταβολών. Αντιμετώπιση επιδείνωσης κλινικά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματαΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς (με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή και μείζονα καταθλιπτική διαταραχή)Συσχετίστηκε με αύξηση της συχνότητας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
-
ΑκαθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν κουετιαπίνηΑύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα.
-
Όψιμη δυσκινησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν κουετιαπίνηΕάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα, να εξετασθεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα μπορεί να χειροτερέψουν ή να εμφανισθούν μετά τη διακοπή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Υπνηλία και ζάληΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν κουετιαπίνηΑσθενείς με έντονη υπνηλία μπορεί να χρειάζονται πιο συχνή επικοινωνία για τουλάχιστον 2 εβδομάδες ή μέχρι βελτίωσης, και διακοπή της θεραπείας μπορεί να εξεταστεί.
-
Ορθοστατική υπόταση και ζάληΠροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι, ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή/αγγειοεγκεφαλική νόσο ή προδιάθεση για υπότασηΑσθενείς πρέπει να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις πιθανές παρενέργειες. Χρήση με προσοχή. Να εξετάζεται μείωση δόσης ή βαθμιαία αύξηση εάν συμβεί ορθοστατική υπόταση.
-
Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κατασταλτικά του ΚΝΣ και έχουν ιστορικό/κίνδυνο άπνοιας ύπνου (υπέρβαροι/παχύσαρκοι, άνδρες)Χρήση με προσοχή.
-
ΣπασμοίΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμώνΣυνιστάται προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσική θεραπείαΗ κουετιαπίνη πρέπει να διακόπτεται και να παρέχεται κατάλληλη ιατρική περίθαλψη εάν εμφανιστούν κλινικές εκδηλώσεις.
-
Σοβαρή ουδετεροπενίαΣοβαρόΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ κουετιαπίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων <1,0 X 10^9/L. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης.
-
ΑκοκκιοκυτταραιμίαΣοβαρόΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν άμεσα σημεία/συμπτώματα λοίμωξης.
-
Αντι-χολινεργικές (μουσκαρινικές) επιδράσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φάρμακα με αντι-χολινεργικές επιδράσεις, ασθενείς με κατακράτηση ούρων, υπερτροφία προστάτη, εντερική απόφραξη, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΧρήση με προσοχή.
-
Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς επαγωγείς ηπατικών ενζύμωνΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς επαγωγείς ηπατικών ενζύμων (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη)Η έναρξη θεραπείας με κουετιαπίνη μόνο εάν το όφελος υπερισχύει του κινδύνου διακοπής του επαγωγέα. Οποιαδήποτε αλλαγή στον επαγωγέα σταδιακά και αντικατάσταση με μη-επαγωγέα αν απαιτείται.
-
Πρόσληψη σωματικού βάρουςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρέπει να παρακολουθούνται και να ελέγχονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Υπεργλυκαιμία και/ή διαβήτηςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή παράγοντες κινδύνουΚατάλληλη κλινική παρακολούθηση. Να παρατηρούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας. Ασθενείς με διαβήτη ή κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου γλυκόζης.
-
Μεταβολές λιπιδίωνΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι μεταβολές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Παράταση του QT διαστήματοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιοαγγειακές νόσους, οικογενειακό ιστορικό παράτασης QT, συγχορήγηση με φάρμακα που παρατείνουν QT ή νευροληπτικά, ηλικιωμένοι, συγγενές σύνδρομο παράτασης QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμίαΑπαιτείται προσοχή.
-
Καρδιομυοπάθεια και ΜυοκαρδίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποψία καρδιομυοπάθειας ή μυοκαρδίτιδαςΗ θεραπεία με κουετιαπίνη πρέπει να επανεξετάζεται.
-
Στερητικά συμπτώματα μετά από διακοπήΠληθυσμόςΑσθενείς που διακόπτουν την κουετιαπίνηΣυνιστάται σταδιακή διακοπή για περίοδο τουλάχιστον 1-2 εβδομάδων.
-
Ψύχωση-σχετιζόμενη με άνοιαΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοιαΗ κουετιαπίνη δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία. Χορήγηση με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες υψηλού κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
ΔυσφαγίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο για πνευμονία από εισρόφησηΧρήση με προσοχή.
-
Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξηΣοβαρόΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά αυτοί που λαμβάνουν πολλαπλά φάρμακα που μειώνουν την εντερική κινητικότητα ή δεν αναφέρουν συμπτώματα δυσκοιλιότητας, και ασθενείς με εντερική απόφραξη/ειλεόΑσθενείς με εντερική απόφραξη/ειλεό πρέπει να αντιμετωπίζονται με στενή παρακολούθηση και επείγουσα φροντίδα.
-
Φλεβική θρομβοεμβολήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικάΑναγνώριση όλων των πιθανών παραγόντων κινδύνου πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και λήψη προστατευτικών μέτρων.
-
ΠαγκρεατίτιδαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
-
ΛακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΧρήση με προσοχή
-
ΑλκοόλπροσοχήΧρήση με προσοχή
-
Φάρμακα με αντιχολινεργικές (μουσκαρινικές) επιδράσειςπροσοχήΠρέπει να δίνεται προσοχή
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)αντένδειξηΑύξηση 5 έως 8 φορές του AUC για την κουετιαπίνηΣύστασηΗ λήψη κουετιαπίνης μαζί με αναστολείς του CYP3A4 αντενδείκνυται.
-
Χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΔεν συνιστάται η κατανάλωσηΣύστασηΔεν συνιστάται η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη.
-
Καρβαμαζεπίνη (επαγωγέας ηπατικών ενζύμων)προσοχήΣημαντική αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης, μείωση της συστηματικής συγκέντρωσης (κατά μέσο όρο 13%)ΣύστασηΗ έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν το όφελος υπερισχύει του κινδύνου. Οποιαδήποτε αλλαγή της αγωγής με τον επαγωγέα να γίνεται σταδιακά και αν απαιτείται, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
-
Φαινυτοΐνη (επαγωγέας μικροσωμιακών ενζύμων)προσοχήΜεγάλη αύξηση στην κάθαρση της κουετιαπίνης, σε ποσοστό περίπου 450%ΣύστασηΗ έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν το όφελος υπερισχύει του κινδύνου. Οποιαδήποτε αλλαγή της αγωγής με τον επαγωγέα να γίνεται σταδιακά και αν απαιτείται, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
-
Ιμιπραμίνη (αναστολέας του CYP2D6)καμίαΗ φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά
-
Φλουοξετίνη (αναστολέας των CYP3A4 και CYP2D6)καμίαΗ φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά
-
καμίαΗ φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά
-
καμίαΗ φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά
-
προσοχήΑύξηση στην κάθαρση της κουετιαπίνης περίπου κατά 70%
-
καμίαΗ φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε
-
προσοχήΗ φαρμακοκινητική του λιθίου δεν μεταβλήθηκε. Υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (ιδιαίτερα τρόμου), υπνηλίας και αύξησης του σωματικού βάρους.
-
Βαλπροϊκό νάτριοπαρακολούθησηΗ φαρμακοκινητική δεν μεταβλήθηκε σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Σε παιδιά και εφήβους, υψηλότερη συχνότητα λευκοπενίας και ουδετεροπενίας σε συνδυασμένη θεραπεία.
-
Καρδιαγγειακά φαρμακευτικά προϊόντα (συνήθως χρησιμοποιούμενα)προσοχήΔεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή αυξάνουν το QT διάστημαπροσοχήΑπαιτείται προσοχή
-
Ενζυμικοί ανοσοπροσδιορισμοί για τη μεθαδόνη και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπαρακολούθησηΨευδώς θετικά αποτελέσματαΣύστασηΣυνιστάται επιβεβαίωση των αμφισβητούμενων αποτελεσμάτων με κατάλληλη τεχνική χρωματογραφίας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Λευκοπενία
- Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
- Αυξημένα ηωσινόφιλα
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων (Σπάνιες)
- Υπερευαισθησία
- Αλλεργική δερματική αντίδραση
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερπρολακτιναιμία
- Υποθυρεοειδισμός
- Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
- Μειώσεις της ολικής T4 (Συχνές)
- Μειώσεις της ελεύθερης T4 (Συχνές)
- Μειώσεις της ολικής T3 (Συχνές)
- Αυξήσεις της TSH (Συχνές)
- Μειώσεις της ελεύθερης T3 (Όχι συχνές)
- Αυξήσεις των επιπέδων τριγλυκεριδίων ορού (Πολύ συχνές)
- Αυξήσεις της ολικής χοληστερόλης (κυρίως LDL χοληστερόλης) (Πολύ συχνές)
- Μειώσεις της HDL χοληστερόλης (Πολύ συχνές)
- Επιδείνωση προϋπάρχοντος διαβήτη (Σπάνιες)
- Μεταβολικό σύνδρομο (Μη γνωστές)
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένη όρεξη
- Υπεργλυκαιμία
- Υπονατριαιμία
- Σακχαρώδης Διαβήτης
- Ανώμαλα όνειρα
- Εφιάλτες
- Υπνοβασία
- Ομιλία κατά τον ύπνο
- Σχετιζόμενη με τον ύπνο διατροφική διαταραχή
- Συμπτώματα στέρησης
- Ευερεθιστότητα
- Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά (Συχνές)
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- Δυσαρθρία
- Σπασμοί
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Όψιμη δυσκινησία
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Συγκοπή (Σπάνιες)
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Παράταση διαστήματος QT
- Βραδυκαρδία
- Θαμπή όραση
- Ορθοστατική υπόταση
- Φλεβική θρομβοεμβολή (Σπάνιες)
- Δύσπνοια
- Ρινίτιδα
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Παγκρεατίτιδα
- Εντερική απόφραξη
- Ειλεός
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης ορού
- Αυξημένα επίπεδα γ-γλουταμυλτρανσφεράσης
- Αυξήσεις της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορού (AST) (Όχι συχνές)
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson (Όχι συχνές)
- Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (Σπάνιες)
- Πολύμορφο Ερύθημα (Σπάνιες)
- Ραβδομυόλυση
- Κατακράτηση ούρων
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Πριαπισμός
- Γαλακτόρροια
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Οίδημα μαστών (Όχι συχνές)
- Ήπια εξασθένηση (Συχνές)
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Υποθερμία
- Αυξήσεις της φωσφοκινάσης της κρεατίνης αίματος (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξήσεις της ολικής χοληστερόλης (κυρίως LDL χοληστερόλης)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑυξήσεις των επιπέδων τριγλυκεριδίων ορούΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΕξωπυραμιδικά συμπτώματαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειώσεις της HDL χοληστερόληςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣυμπτώματα στέρησηςΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΉπια εξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξήσεις της TSHΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑυξήσεις της φωσφοκινάσης της κρεατίνης αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηωσινόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης ορούΉπαρ
-
ΣυχνέςΑύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειώσεις της ελεύθερης T4Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειώσεις της ολικής T3Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειώσεις της ολικής T4Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορούΉπαρ
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΜειώσεις της ελεύθερης T3Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟίδημα μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
ΣπάνιεςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση διαβήτηΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως ομιλία κατά τον ύπνο και σχετιζόμενη με τον ύπνο διατροφική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΜεταβολικό σύνδρομοΜεταβολισμός
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΘα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, μόνο εάν τα οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους.Ο μέτριος όγκος δημοσιευμένων δεδομένων εκτεθειμένων κυήσεων (δηλ. μεταξύ 300-1000 εκβάσεων κυήσεων), περιλαμβανομένων ατομικών αναφορών και ορισμένων μελετών παρατήρησης, δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο δυσπλασιών λόγω της θεραπείας. Ωστόσο, με βάση το σύνολο των διαθέσιμων δεδομένων, δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, κινδυνεύουν από ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασίζεται η διακοπή του θηλασμού ή η διακοπή της θεραπείας.Με βάση πολύ περιορισμένα δεδομένα από δημοσιευμένες αναφορές για την απέκκριση της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, η απέκκριση της κουετιαπίνης σε θεραπευτικές δόσεις φαίνεται ότι δεν είναι σταθερή. Λόγω της απουσίας επαρκών δεδομένων, πρέπει να αποφασίζεται η διακοπή του θηλασμού ή η διακοπή της θεραπείας με Κουετιαπίνη 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, λαμβάνοντας υπόψη το όφεθος της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΔεν έχει αξιολογηθεί στον άνθρωπο.Οι επιδράσεις της κουετιαπίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχουν αξιολογηθεί. Σε αρουραίους παρατηρήθηκαν επιδράσεις σχετιζόμενες με αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, μολονότι δεν είναι άμεσα σχετικές με τον άνθρωπο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- λήθαργος
- καταστολή
- ταχυκαρδία
- υπόταση
- παράταση του διαστήματος QT
- σπασμοί
- επιληπτική κατάσταση
- ραβδομυόλυση
- αναπνευστική καταστολή
- κατακράτηση ούρων
- σύγχυση
- παραλήρημα
- διέγερση
- κώμα
- θάνατος
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιψυχωσικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες Κωδικός ATC: N05A H04
Μηχανισμός δράσης
H κουετιαπίνη είναι ένας άτυπος αντιψυχωσικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός της μεταβολίτης που ανευρίσκεται στο πλάσμα, nor-quetiapine, αλληλεπιδρούν με ένα ευρύ φάσμα νευροδιαβιβαστικών υποδοχέων. H κουετιαπίνη και η nor-quetiapine εμφανίζουν συγγένεια προς τους υποδοχείς της σεροτονίνης (5HT2) στον εγκέφαλο, και τους υποδοχείς D1 και D2 της ντοπαμίνης. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ανταγωνισμού των υποδοχέων, με υψηλότερη εκλεκτικότητα προς τους υποδοχείς της 5HT2 σε σχέση με τους υποδοχείς D2, πιστεύεται ότι συμβάλλει στις κλινικές αντιψυχωσικές ιδιότητες της κουετιαπίνης και στην μικρή πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το εξωπυραμιδικό σύστημα σε σύγκριση με τα κλασσικά αντιψυχωσικά. H κουετιαπίνη και η nor-quetiapine δεν εμφανίζουν αξιοσημείωτη συγγένεια προς τους υποδοχείς των βενζοδιαζεπινών, αλλά υψηλή συγγένεια προς τους ισταμινικούς και τους α1 αδρενεργικούς υποδοχείς, μέτρια συγγένεια προς τους α2 αδρενεργικούς υποδοχείς και μέτρια έως υψηλή συγγένεια προς διάφορους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Η αναστολή του μεταφορέα της νορεπινεφρίνης (ΝΕΤ) και η μερική αγωνιστική δράση στις θέσεις 5ΗΤ1Α από τη nor-quetiapine, μπορεί να συνεισφέρουν στη θεραπευτική αποτελεσματικότητα του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως αντικαταθλιπτικού.
Φαρμακοδυναμικές δράσεις
H κουετιαπίνη είναι δραστική σε δοκιμασίες ελέγχου της αντιψυχωσικής δράσης, όπως στην εξαρτημένη αποφυγή. Επίσης αναστέλλει τη δράση των αγωνιστών της ντοπαμίνης in vitro ή in vivo είτε σε σχέση με τη συμπεριφορά είτε ηλεκτροφυσιολογικά και αυξάνει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της ντοπαμίνης που αποτελεί νευροχημικό δείκτη αποκλεισμού των υποδοχέων D2. Σε προκλινικές μελέτες για την πρόβλεψη εμφάνισης ή μη εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, η κουετιαπίνη διαφέρει από τα κλασσικά αντιψυχωσικά και εμφανίζει ένα άτυπο φαρμακολογικό προφίλ. H κουετιαπίνη δεν προκαλεί υπερευαισθησία των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης μετά από χρόνια χορήγηση. H κουετιαπίνη προκαλεί μόνο ελαφρά καταληψία σε δόσεις ικανές να αποκλείσουν τους υποδοχείς D2 της ντοπαμίνης. H κουετιαπίνη παρουσιάζει εκλεκτικότητα προς το μεταιχμιακό σύστημα, προκαλώντας αποπολωτικό αποκλεισμό των μεσομεταιχμιακών αλλά όχι των μελανοραβδωτών ντοπαμινεργικών νευρώνων, μετά από χρόνια χορήγηση. H κουετιαπίνη επιδεικνύει ελάχιστη προδιάθεση για δυστονία σε πιθήκους της οικογένειας Cebus, που ευαισθητοποιήθηκαν με αλοπεριδόλη ή που δεν είχαν λάβει άλλα φάρμακα, μετά από οξεία και χρόνια χορήγηση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σχιζοφρένεια Η αποτελεσματικότητα των δισκίων κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης στην θεραπεία της σχιζοφρένειας αποδείχθηκε σε μια μελέτη 6 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που πληρούσαν τα DSM-IV κριτήρια για σχιζοφρένεια και σε μια ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη μεταφοράς από δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης σε δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε κλινικά σταθεροποιημένους εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με σχιζοφρένεια. Η κύρια παράμετρος έκβασης στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ήταν η μεταβολή της συνολικής βαθμολογίας της κλίμακας PANSS από την τιμή αναφοράς στην τελική εκτίμηση. Το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγούμενο σε δοσολογία 400 mg την ημέρα, 600 mg την ημέρα και 800 mg την ημέρα συσχετίστηκε με στατιστικά σημαντική βελτίωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Το μέγεθος της δράσης των 600 mg και 800 mg ήταν μεγαλύτερο από τη δόση των 400 mg. Στην μία 6 εβδομάδων ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη αλλαγής η κύρια παράμετρος έκβασης ήταν η αναλογία των ασθενών που έδειξαν απουσία αποτελεσματικότητας δηλαδή αυτοί που διέκοψαν την θεραπεία της μελέτης λόγω απουσίας αποτελεσματικότητας ή αυτοί των οποίων η συνολική βαθμολογία της κλίμακας PANSS αυξήθηκε κατά 20% ή περισσότερο από την τυχαιοποίηση σε όποια επίσκεψη. Στους σταθεροποιημένους ασθενείς με δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης 400 mg μέχρι 800 mg, η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε όταν οι ασθενείς άλλαξαν στην αντίστοιχη δόση του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγούμενη μία φορά την ημέρα. Σε μία μακρόχρονη μελέτη σε σταθεροποιημένους ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνέχισαν τη θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για 16 εβδομάδες, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν πιο αποτελεσματικό από το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη των υποτροπών. Ο αναμενόμενος κίνδυνος υποτροπών μετά από θεραπεία 6 μηνών ήταν 14,3% για την ομάδα στην οποία χορηγήθηκε δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε σύγκριση με 68,2% για το εικονικό φάρμακο. Η μέση δόση ήταν 669 mg. Δεν υπήρχαν επιπλέον ευρήματα ασφάλειας που να σχετίζονται με την θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για διάστημα έως 9 μήνες (μέση τιμή 7 μήνες). Ιδιαίτερα, με την μακρόχρονη θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν αυξήθηκαν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το εξωπυραμιδικό σύστημα και την αύξηση του βάρους.
Διπολική διαταραχή Στην θεραπεία μετρίων έως σοβαρών μανιακών επεισοδίων, σε δύο μελέτες μονοθεραπείας, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε καλύτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στην ελάττωση των μανιακών συμπτωμάτων σε 3 και 12 εβδομάδες. Σε μία συμπληρωματική μελέτη 3 εβδομάδων αποδείχθηκε περαιτέρω η σημαντικότερη αποτελεσματικότητα του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η δοσολογία του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης κυμαινόταν από 400 έως 800 mg/ημέρα και η μέση δοσολογία ήταν περίπου 600 mg/ημέρα. Τα στοιχεία που αφορούν την συγχορήγηση του δισκίου κουετιαπίνης με divalproex ή λίθιο στα οξέα μέτρια έως σοβαρά μανιακά επεισόδια σε 3 και 6 εβδομάδες είναι περιορισμένα, ωστόσο η θεραπεία συγχορήγησης ήταν καλά ανεκτή. Τα στοιχεία έδειξαν αθροιστική δράση την 3η εβδομάδα. Μια δεύτερη μελέτη δεν απέδειξε μια αθροιστική δράση την 6η εβδομάδα. Σε μία κλινική μελέτη, σε ασθενείς με καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική Ι ή ΙΙ διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 300 mg/ημέρα έδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στη μείωση της συνολικής βαθμολογίας MADRS (κλίμακα αξιολόγησης της κατάθλιψης των Montgomery-Asberg). Σε τέσσερις επιπλέον κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη, με διάρκεια 8 εβδομάδες σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρά καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική Ι ή ΙΙ διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης 300 mg και 600 mg ήταν σημαντικά ανώτερο από το εικονικό φάρμακο που χορηγήθηκε στους ασθενείς για τις σχετικές μετρήσεις έκβασης: μέση βελτίωση στη MADRS και για την απόκριση οριζόμενη ως τουλάχιστον 50% βελτίωση στη συνολική βαθμολογία MADRS ως προς την αρχική. Δεν υπήρχε διαφορά στο μέγεθος της αποτελεσματικότητας ανάμεσα στους ασθενείς που πήραν 300 mg δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης και σε αυτούς που πήραν δόση 600 mg. Σε δύο από αυτές τις μελέτες, στη φάση συντήρησης, αποδείχθηκε ότι μακρόχρονη θεραπεία σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στο δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης 300 ή 600 mg ήταν αποτελεσματική συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο όσον αφορά στα καταθλιπτικά συμπτώματα, αλλά όχι όσον αφορά στα μανιακά συμπτώματα. Σε δύο μελέτες για τη πρόληψη των υποτροπών όπου αξιολογήθηκε η κουετιαπίνη σε συνδυασμό με σταθεροποιητές της διάθεσης, σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά επεισόδια ή μικτά επεισόδια, ο συνδυασμός με κουετιαπίνη ήταν καλύτερος από τη μονοθεραπεία με σταθεροποιητές της διάθεσης ως προς την αύξηση του χρόνου μέχρι την υποτροπή οποιοδήποτε επεισοδίου (μανιακού, μικτού ή καταθλιπτικού). Η κουετιαπίνη χορηγήθηκε δύο φορές την ημέρα συνολικά 400 mg έως 800 mg την ημέρα σαν θεραπεία συγχορήγησης με λίθιο ή valproate. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6 εβδομάδων λιθίου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι εικονικού φαρμάκου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, η διαφορά της μέσης βελτίωσης της βαθμολογίας YMRS (κλίμακα βαθμολογίας της μανίας του Young) μεταξύ της ομάδας προσθήκης του λιθίου και της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου ήταν 2,8 μονάδες και η διαφορά στο% ποσοστό των ανταποκριθέντων (οριζόμενο ως 50% βελτίωση από την αρχική βαθμολογία YMRS) ήταν 11% (79% στην ομάδα προσθήκης του λιθίου έναντι 68% στην ομάδα προσθήκης του εικονικού φαρμάκου). Σε μία μακροχρόνια μελέτη (μέχρι 2 χρόνια θεραπεία) όπου αξιολογήθηκε η πρόληψη υποτροπών σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά ή μικτά επεισόδια η κουετιαπίνη ήταν καλύτερη από το εικονικό φάρμακο ως προς την αύξηση του χρόνου μέχρι την υποτροπή οποιουδήποτε επεισοδίου (μανιακού, μικτού ή καταθλιπτικού), σε ασθενείς με διπολική διαταραχή Ι. Ο αριθμός των ασθενών με επεισόδια διάθεσης ήταν 91 (22,5%) στην ομάδα της κουετιαπίνης, 208 (51,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 95 (26,1%) στην ομάδα θεραπείας με λίθιο αντίστοιχα. Σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην κουετιαπίνη, όταν έγινε σύγκριση της συνέχισης θεραπείας με κουετιαπίνη με την αλλαγή θεραπείας σε λίθιο, τα αποτελέσματα υποδείκνυαν ότι η αλλαγή θεραπείας σε λίθιο δε φαίνεται να συνδέεται με την αύξηση του χρόνου μέχρι την υποτροπή των επεισοδίων διάθεσης.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε ΜΚΔ Σε δύο βραχυχρόνιες (6 εβδομάδες) μελέτες εντάχθηκαν ασθενείς που είχαν επιδείξει ανεπαρκή ανταπόκριση σε τουλάχιστον ένα αντικαταθλιπτικό. Το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 150 mg και 300 mg/ημέρα, χορηγούμενο ως επιπρόσθετη θεραπεία στη συνεχιζόμενη αντικαταθλιπτική θεραπεία (αμιτριπτυλίνη, βουπροπιόνη, σιταλοπράμη, ντουλοξετίνη, εσιταλοπράμη, φλουοξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη ή βενλαφαξίνη) επέδειξε ανωτερότητα έναντι της μονοθεραπείας με αντικαταθλιπτικά στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως μετρήθηκε από τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στη MADRS (μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων έναντι του εικονικού φαρμάκου 2-3,3 βαθμοί). Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή δεν έχει αξιολογηθεί ως επιπρόσθετη θεραπεία, ωστόσο η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια έχει αξιολογηθεί σε ενήλικους ασθενείς ως μονοθεραπεία (βλ. παρακάτω). Οι ακόλουθες μελέτες πραγματοποιήθηκαν με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως μονοθεραπεία, ωστόσο το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ενδείκνυται μόνο για χρήση ως επιπρόσθετη θεραπεία: Σε τρεις από τις τέσσερις βραχυχρόνιες (μέχρι 8 εβδομάδες) μελέτες μονοθεραπείας, σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 50 mg, 150 mg και 300 mg/ημέρα επέδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως μετρήθηκε από την βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην Montgomery-Åsberg Depression Rating Scale (MADRS) (μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων έναντι του εικονικού φαρμάκου 2-4 βαθμοί). Σε μία μελέτη μονοθεραπείας πρόληψης υποτροπών, ασθενείς με καταθλιπτικά επεισόδια σταθεροποιημένοι σε ανοιχτή θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για τουλάχιστον 12 εβδομάδες τυχαιοποιήθηκαν είτε σε δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο για μέχρι και 52 εβδομάδες. Η μέση δόση του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης κατά τη διάρκεια της φάσης τυχαιοποίησης ήταν 177 mg/ημέρα. Η συχνότητα εμφάνισης υποτροπής ήταν 14,2% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 34,4% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Σε μία βραχυχρόνια (9 εβδομάδες) μελέτη με ηλικιωμένους ασθενείς χωρίς άνοια (ηλικίας 66 έως 89 ετών) με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με ευέλικτη χορήγηση εύρους από 50 mg έως 300 mg/ημέρα επέδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως μετρήθηκε από τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στη MADRS (μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων έναντι του εικονικού φαρμάκου -7,54). Σε αυτήν τη μελέτη οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έλαβαν 50 mg/ημέρα την 1η-3η ημέρα, η δόση μπορούσε να αυξηθεί στα 100 mg/ημέρα την 4η ημέρα, 150 mg/ημέρα την 8η ημέρα και μέχρι τα 300 mg/ημέρα ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή. Η μέση δόση του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν 160 mg/ημέρα. Εκτός από την συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και «Κλινική Ασφάλεια» παρακάτω) η ανοχή στο δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά ημερησίως σε ηλικιωμένους ασθενείς ήταν συγκρίσιμη με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ενήλικες (ηλικίας 18-65 ετών). Η αναλογία των τυχαιοποιημένων ασθενών ηλικίας άνω των 75 ετών ήταν 19%.
Κλινική ασφάλεια
Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο στη σχιζοφρένεια και στη διπολική μανία η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν παρόμοια με το εικονικό φάρμακο (σχιζοφρένεια: 7,8% για τη κουετιαπίνη και 8,0% για το εικονικό φάρμακο, διπολική μανία: 11,2% για την κουετιαπίνη και 11,4% για το εικονικό φάρμακο). Υψηλότερη αναλογία εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων παρατηρήθηκε στους ασθενείς υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και διπολική κατάθλιψη. Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο στη διπολική κατάθλιψη η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 8,9% για την κουετιαπίνη σε σύγκριση με 3,8% για το εικονικό φάρμακο. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες μονοθεραπείας σε μείζονα καταθλιπτική διαταραχή η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 5,4% για το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 3,2% για το εικονικό φάρμακο. Σε βραχυχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη μονοθεραπείας σε ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 9,0% για το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 2,3% για το εικονικό φάρμακο. Τόσο στη διπολική κατάθλιψη όσο και στην μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συχνότητα εμφάνισης των εξατομικευμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ ακαθησία, εξωπυραμιδική διαταραχή, τρόμος, δυσκινησία, δυστονία, ανησυχία, ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα και μυϊκή δυσκαμψία) δεν ξεπερνούσε το 4% σε οποιαδήποτε ομάδα θεραπείας. Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες (που κυμαίνονται από 3 έως 8 εβδομάδες) ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο με σταθερή δόση (50 mg/ημέρα έως 800 mg/ημέρα), η μέση αύξηση του σωματικού βάρους για τους ασθενείς υπό θεραπεία με κουετιαπίνη κυμάνθηκε από 0,8 kg για την ημερήσια δόση των 50 mg έως 1,4 kg για την ημερήσια δόση των 600 mg (με χαμηλότερη πρόσληψη για την ημερήσια δόση των 800 mg), σε σύγκριση με τα 0,2 kg για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό επί τοις εκατό των ασθενών υπό θεραπεία με κουετιαπίνη που προσέλαβαν ≥7% του σωματικού βάρους κυμάνθηκε από 5,3% για την ημερήσια δόση των 50 mg έως 15,5% για την ημερήσια δόση των 400 mg (με χαμηλότερη πρόσληψη για τις ημερήσιες δόσεις των 600 και 800 mg), σε σύγκριση με το 3,7% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6 εβδομάδων λιθίου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι εικονικού φαρμάκου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία έδειξε ότι ο συνδυασμός δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με λίθιο οδηγεί σε περισσότερα ανεπιθύμητα συμβάντα (63% έναντι 48% στο δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συνδυασμό με εικονικό φάρμακο). Τα αποτελέσματα ασφάλειας έδειξαν υψηλότερη συχνότητα αναφερόμενων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων στο 16,8% των ασθενών της ομάδας προσθήκης του λιθίου και στο 6,6% της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου, η πλειοψηφία των οποίων περιελάμβανε τρόμο αναφερόμενο στο 15,6% των ασθενών της ομάδας προσθήκης του λιθίου και στο 4,9% της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου. Η συχνότητα της υπνηλίας ήταν υψηλότερη στην ομάδα λήψης δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και λιθίου (12,7%) σε σύγκριση με την ομάδα λήψης του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με το εικονικό φάρμακο (5,5%). Επιπλέον, υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία στην ομάδα προσθήκης του λιθίου (8,0%) είχαν πρόσληψη βάρους (≥7%) στο τέλος της θεραπείας σε σύγκριση με τους ασθενείς της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου (4,7%). Πιο μακροχρόνιες μελέτες πρόληψης υποτροπών είχαν μια ανοιχτή περίοδο (που κυμαινόταν από 4 έως 36 εβδομάδες) κατά τη διάρκεια της οποίας χορηγήθηκε στους ασθενείς κουετιαπίνη, στη συνέχεια ακολούθησε μια τυχαιοποιημένη περίοδο διακοπής κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη, η μέση αύξηση του σωματικού βάρους κατά την ανοιχτή περίοδο ήταν 2,56 kg και μέχρι την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου, η μέση αύξηση του σωματικού βάρους ήταν 3,22 kg σε σύγκριση με την αρχική τιμή της ανοιχτής περιόδου. Για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο, η μέση αύξηση του σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής περιόδου ήταν 2,39 kg και μέχρι την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου η μέση αύξηση του σωματικού βάρους ήταν 0,89 kg, σε σύγκριση με την αρχική τιμή της ανοιχτής περιόδου. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς με ψύχωση-σχετιζόμενη με άνοια, η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών από τα εγκεφαλικά αγγεία ανά 100 ασθενείς-έτη, δεν ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη σε σχέση με αυτούς στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις βραχυχρόνιες τις κλινικές μελέτες μονοθεραπείας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων κατά την έναρξη ≥1,5 X 10^9/L, η συχνότητα εμφάνισης τουλάχιστον ενός περιστατικού σε μεταβολή του αριθμού ουδετερόφιλων <1,5 X 10^9/L ήταν 1,9% σε ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη, σε σύγκριση με 1,5% σε ασθενείς που χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης των μεταβολών σε >0,5-<1,0 x 10^9/L ήταν η ίδια (0,2%) σε ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη με τους ασθενείς που χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις κλινικές μελέτες (ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, ανοικτές, συγκριτικές με δραστική ουσία) σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων κατά την έναρξη ≥1,5 X 10^9/L, η συχνότητα εμφάνισης τουλάχιστον ενός περιστατικού με μεταβολή του αριθμού ουδετερόφιλων <1,5 x 10^9/L ήταν 2,9% και έως <0,5 X 10^9/L ήταν 0,21% σε ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη. H θεραπεία με κουετιαπίνη συσχετίσθηκε με δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Η συχνότητα εμφάνισης μεταβολών της TSH ήταν 3,2% για την κουετιαπίνη έναντι 2,7% για το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης αμοιβαίων πιθανά κλινικά σημαντικών μεταβολών τόσο της Τ3 όσο και της Τ4 και της TSH σε αυτές τις μελέτες ήταν σπάνια, και οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν στα επίπεδα των ορμονών του θυρεοειδούς δεν συσχετίστηκαν με κλινικά συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Η μείωση της συνολικής και της ελεύθερης Τ4 ήταν μέγιστη κατά τις πρώτες έξι εβδομάδες της θεραπείας με κουετιαπίνη, χωρίς περαιτέρω μείωση κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας. Περίπου στα 2/3 του συνόλου των περιπτώσεων, η διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη συνοδευόταν από αντιστροφή των επιδράσεων στην ολική και την ελεύθερη T4, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της θεραπείας.
Καταρράκτης/Θολερότητα φακού Σε μία κλινική μελέτη για την αξιολόγηση της πιθανότητας δημιουργίας καταρράκτη της κουετιαπίνης (200-800 mg/ημέρα) έναντι της ρισπεριδόνης (2-8 mg) σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, το ποσοστό των ασθενών με αυξημένο βαθμό θολερότητας του φακού δεν ήταν υψηλότερη με κουετιαπίνη (4%) σε σύγκριση με ρισπεριδόνη (10%), για ασθενείς με έκθεση τουλάχιστον 21 μηνών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Κλινική αποτελεσματικότητα Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της κουετιαπίνης μελετήθηκαν σε μία 3 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία της μανίας (n=284 ασθενείς από τις ΗΠΑ, ηλικίας 10-17). Περίπου το 45% του πληθυσμού των ασθενών είχε επίσης διαγνωστεί με ADHD. Επιπλέον πραγματοποιήθηκε μια μελέτη 6 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας (n=222, ασθενείς ηλικίας 13-17). Και στις δύο μελέτες, αποκλείστηκαν οι ασθενείς με γνωστή έλλειψη απόκρισης στην κουετιαπίνη. Η θεραπεία με κουετιαπίνη ξεκίνησε με 50 mg/ημέρα και την ημέρα 2 αυξήθηκε στα 100 mg/ημέρα. Ακολούθως, η δόση τιτλοποιήθηκε σε μία δόση στόχο (μανία 400-600 mg/ημέρα, σχιζοφρένεια 400-800 mg/ημέρα) χρησιμοποιώντας προσαυξήσεις των 100 mg/ημέρα χορηγούμενα δύο ή τρεις φορές ημερησίως. Στη μελέτη μανίας, η διαφορά στη μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων από την αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία YMRS (δραστική ουσία μείων εικονικό φάρμακο) ήταν -5,21 για κουετιαπίνη 400 mg/ημέρα και -6,56 για κουετιαπίνη 600 mg/ημέρα. Τα ποσοστά ανταπόκρισης (βελτίωση YMRS≥50%) ήταν 64% για κουετιαπίνη 400 mg/ημέρα, 58% για 600 mg/ημέρα και 37% για το εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη σχιζοφρένειας, η διαφορά στη μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων από την αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία PANSS (δραστική μείων εικονικό φάρμακο) ήταν -8,16 για κουετιαπίνη 400 mg/ημέρα και -9,29 για κουετιαπίνη 800 mg/ημέρα. Ούτε το χαμηλό (400 mg/ημέρα) ούτε το υψηλό δοσολογικό σχήμα (800 mg/ημέρα) κουετιαπίνης υπερτερούσαν του εικονικού φαρμάκου ως προς το ποσοστό των ασθενών όπου επιτεύχθηκε απόκριση, η οποία προσδιορίστηκε ως 30% μείωση από την αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία PANSS. Οι υψηλότερες δόσεις τόσο στη μανία όσο και στη σχιζοφρένεια είχαν ως αποτέλεσμα αριθμητικώς χαμηλότερους βαθμούς απόκρισης. Σε μια τρίτη βραχυχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη μονοθεραπείας με το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) με διπολική κατάθλιψη, δεν καταδείχθηκε αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη διατήρηση της επίδρασης ή την πρόληψη των υποτροπών σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
Κλινική ασφάλεια Στις βραχυχρόνιες παιδιατρικές μελέτες με την κουετιαπίνη οι οποίες περιγράφηκαν ανωτέρω, τα ποσοστά εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων στο σκέλος της ενεργού θεραπείας έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 12,9% έναντι 5,3% στη μελέτη της σχιζοφρένειας, 3,6% έναντι 1,1% στη μελέτη της διπολικής μανίας και 1,1% έναντι 0% στη μελέτη της διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά πρόσληψης σωματικού βάρους ≥ 7% σε σχέση με το αρχικό σωματικό βάρος στο ενεργό σκέλος έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 17% έναντι 2,5% στις μελέτες της σχιζοφρένειας και της διπολικής μανίας, και 12,5% έναντι 6% στη μελέτη της διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά των σχετικών με αυτοκτονία συμβάντων στο σκέλος της ενεργού θεραπείας έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,4% έναντι 1,3% στη μελέτη της σχιζοφρένειας, 1,0% έναντι 0% στη μελέτη της διπολικής μανίας και 1,1% έναντι 0% στη μελέτη της διπολικής κατάθλιψης. Κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης φάσης παρακολούθησης των ασθενών της μελέτης διπολικής κατάθλιψης μετά το τέλος της θεραπείας, υπήρξαν δύο επιπλέον σχετιζόμενα με αυτοκτονία συμβάντα σε δύο ασθενείς. Ένας από τους ασθενείς αυτούς λάμβανε κουετιαπίνη όταν παρουσιάστηκε το συμβάν.
Μακροπρόθεσμη ασφάλεια Μία ανοιχτή 26 εβδομάδων επέκταση των μελετών οξείας φάσης (n=380 ασθενείς), με ευέλικτη δοσολόγηση της κουετιαπίνης 400-800 mg/ημέρα, παρείχε επιπλέον δεδομένα ασφάλειας. Αναφέρθηκαν αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης σε παιδιά και εφήβους, ενώ αυξημένη όρεξη, εξωπυραμιδικά συμπτώματα και αυξήσεις της προλακτίνης του ορού αναφέρθηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους παρά σε ενήλικες ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αναφορικά με την πρόσληψη του σωματικού βάρους, κατά την προσαρμογή για φυσιολογική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα, χρησιμοποιήθηκε η αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI) με τυπική απόκλιση 0,5, σε σχέση με την αρχική τιμή ως ένδειξη κλινικά σημαντικής μεταβολής. Το 18,3% των ασθενών που έλαβαν κουετιαπίνη για διάστημα τουλάχιστον 26 εβδομάδων πληρούσαν το κριτήριο αυτό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
H κουετιαπίνη απορροφάται καλά μετά από χορήγηση από το στόμα. Το Κουετιαπίνη 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης επιτυγχάνει μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine περίπου 6 ώρες μετά την χορήγηση (Tmax). Σε σταθερή κατάσταση οι μέγιστες μοριακές συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτη nor-quetiapine είναι 35% αυτών που παρατηρήθηκαν με την κουετιαπίνη. H φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine είναι γραμμική και ανάλογη με τη δόση σε δόσεις μέχρι 800 mg χορηγούμενες μία φορά την ημέρα. Όταν συγκρίνεται το Κουετιαπίνη 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγούμενο μία φορά την ημέρα με την ίδια συνολική ημερήσια δόση της quetiapine fumarate άμεσης αποδέσμευσης (κουετιαπίνη άμεσης αποδέσμευσης) χορηγούμενης δύο φορές την ημέρα, το εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι αντίστοιχο, αλλά η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) είναι 13% χαμηλότερη σε σταθερή κατάσταση. Όταν συγκρίνεται το Κουετιαπίνη 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης με το Κουετιαπίνη άμεσης αποδέσμευσης, το εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) του μεταβολίτη nor-quetiapine είναι 18% χαμηλότερο. Σε μία μελέτη που εξέτασε την επίδραση της τροφής στην βιοδιαθεσιμότητα της κουετιαπίνης, βρέθηκε ότι τα πολύ λιπαρά γεύματα προκαλούν στατιστικά σημαντική αύξηση στην μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και στο εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) του Κουετιαπίνη 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, περίπου 50% και 20% αντίστοιχα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η επίδραση των πολύ λιπαρών γευμάτων στην φαρμακοτεχνική μορφή μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Αντιθέτως, ένα ελαφρύ γεύμα δεν έχει σημαντική δράση στην μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και στο εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) της κουετιαπίνης. Συνιστάται το Κουετιαπίνη 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης να λαμβάνεται μία φορά την ημέρα χωρίς τροφή.
Κατανομή
Η κουετιαπίνη συνδέεται κατά περίπου 83% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετατροπή
H κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, με τη μητρική ένωση να αντιστοιχεί σε ποσοστό μικρότερο από το 5% των αναλλοίωτων συστατικών, που ανευρίσκονται στα ούρα ή στα κόπρανα, μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης κουετιαπίνης. Έρευνες in vitro απέδειξαν ότι το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της κουετιαπίνης που λαμβάνει χώρα μέσω του κυτοχρώματος P450. Η nor-quetiapine κυρίως σχηματίζεται και μεταβολίζεται μέσω του CYP3A4. Σε μελέτες in vitro έχει βρεθεί ότι η κουετιαπίνη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της (συμπεριλαμβανομένης της nor-quetiapine), είναι ασθενείς αναστολείς της δράσης του κυτοχρώματος P450 1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4 στον άνθρωπο. In vitro παρατηρείται αναστολή του CYP μόνο σε συγκεντρώσεις περίπου 5 έως 50 φορές μεγαλύτερες από αυτές που παρατηρούνται με δόσεις που κυμαίνονται από 300 έως 800 mg/ημέρα στον άνθρωπο. Με βάση αυτά τα in vitro αποτελέσματα, θεωρείται απίθανο η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με άλλα φάρμακα, να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική αναστολή του μεταβολισμού του άλλου φαρμάκου μέσω του κυτοχρώματος P450. Από μελέτες σε ζώα φαίνεται ότι η κουετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει ενζυμική επαγωγή στα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Ωστόσο, σε μια ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης σε ψυχωτικούς ασθενείς, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στη δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 μετά τη χορήγηση κουετιαπίνης.
Αποβολή
Οι χρόνοι ημιπεριόδου ζωής της αποβολής της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine είναι περίπου 7 και 12 ώρες αντίστοιχα. Περίπου το 73% ραδιοσημασμένων παραγώγων εκκρίνεται στα ούρα και το 21% στα κόπρανα με λιγότερο από 5% της ραδιενέργειας να αντιπροσωπεύει αμετάβλητα παράγωγα που σχετίζονται με το φάρμακο. Το μέσο μοριακό κλάσμα δόσης της ελεύθερης κουετιαπίνης και ο δραστικός μεταβολίτης που ανευρίσκεται στο πλάσμα, η nor-quetiapine απεκκρίνονται στα ούρα σε ποσοστό < 5%.
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Ηλικιωμένοι H μέση τιμή κάθαρσης της κουετιαπίνης στους ηλικιωμένους είναι περίπου κατά 30% έως 50% χαμηλότερη από αυτήν που παρατηρείται σε άτομα ηλικίας από 18 έως 65 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία H μέση τιμή κάθαρσης της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά περίπου 25% σε άτομα με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30ml/min/1,73m2), αλλά οι κατ’ άτομο τιμές κάθαρσης βρίσκονται μέσα στο εύρος τιμών των φυσιολογικών.
Ηπατική δυσλειτουργία H μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώνεται κατά περίπου 25% σε άτομα με γνωστή ηπατική ανεπάρκεια (σταθερή αλκοολική κίρρωση). Εφόσον η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, σε άτομα με ηπατική ανεπάρκεια αναμένονται υψηλότερα επίπεδα στο πλάσμα. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός Πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία για φαρμακοκινητικά δεδομένα σε 9 παιδιά ηλικίας 10-12 ετών και σε 12 εφήβους, που βρίσκονταν υπό θεραπεία σταθεροποίησης με 400 mg δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης δύο φορές ημερησίως. Στη σταθερή κατάσταση, τα κανονικοποιημένα με τη δόση επίπεδα στο πλάσμα της πατρικής ένωσης, κουετιαπίνη, σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας 10-17 ετών) ήταν γενικώς παρόμοια με αυτά των ενηλίκων, αν και το Cmax στα παιδιά ήταν στο υψηλότερο όριο της κλίμακας που παρατηρείται στους ενήλικες. Τα AUC και Cmax του δραστικού μεταβολίτη nor-quetiapine, ήταν υψηλότερα, περίπου κατά 62% και 49% σε παιδιά (10-12 ετών), αντίστοιχα και 28% και 14% σε εφήβους (13-17 ετών), αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ενήλικες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τα δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και εφήβους.