Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
SUBOXONE (2+0,5)MG/TAB
Διακοπή
|
2+0,5 / TAB | 5.32 € |
|
SUBOXONE (8+2)MG/TAB
Διακοπή
|
8+2 / TAB | 16.13 € |
SUBOXONE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υπογλώσσια
- Χορήγηση: καθημερινή, κάθε δεύτερη μέρα, 3 φορές την εβδομάδα
- Δόση έναρξης: δύο Buprenorphine, Combinations 2 mg/0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Τιτλοδότηση για την επίτευξη μιας δόσης που διατηρεί τον ασθενή στη θεραπεία και καταστέλλει τις επιδράσεις στέρησης οπιοειδών. Η δόση μπορεί να μειωθεί σταδιακά για διακοπή. Για αραιότερη χορήγηση, η δόση κάθε δεύτερη μέρα είναι διπλάσια της ημερήσιας. Για 3 φορές την εβδομάδα (Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή), οι δόσεις Δευτέρας/Τετάρτης είναι διπλάσιες της ημερήσιας και η δόση Παρασκευής τριπλάσια της ημερήσιας (μέγιστο 24 mg ημερησίως).
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 15 ετώνΔόσηδύο Buprenorphine, Combinations 2 mg/0,5 mgΜέγ. δόση24 mg βουπρενορφίνηςΗμερήσια δόση. Μπορεί να επαναληφθεί έως και δύο φορές την ημέρα για την έναρξη.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν έχουν τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια)Συνιστώνται χαμηλότερες αρχικές δόσεις και προσεκτική τιτλοδότηση.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (βαριάς μορφής)Αντενδείκνυται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης.
-
Παιδιά (<15 ετών)Δεν έχουν τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Βαριάς μορφής αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία
-
Οξύς αλκοολισμός ή τρομώδες παραλήρημα
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών οπιοειδών (ναλτρεξόνη, ναλμεφένη) για τη θεραπεία της εξάρτησης από αλκοόλ ή από οπιοειδή
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπήΛήψη κατάλληλων προφυλάξεων κατά τη συνταγογράφηση και τη διανομή, όπως αποφυγή συνταγογράφησης πολλαπλών συσκευασιών κατά τα πρώτα στάδια της θεραπείας και επισκέψεις παρακολούθησης με κλινική επιτήρηση. Να γνωρίζουν τον κίνδυνο υπερδοσολογίας, εξάπλωσης λοιμώξεων, αναπνευστικής καταστολής και ηπατικής βλάβης.
-
Αναπνευστική καταστολήΠληθυσμόςασθενείς με άσθμα ή αναπνευστική ανεπάρκεια (π.χ. χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πνευμονική καρδία, μειωμένη αναπνευστική εφεδρεία, υποξία, υπερκαπνία, προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή ή κυφοσκωλίωση), παιδιά και μη εξαρτημένα άτομα, άτομα μη εξαρτημένα από οπιοειδή που δεν έχουν ανοχήΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να φυλάσσουν την κυψέλη σε ασφαλές μέρος, να μην την ανοίγουν νωρίτερα από τη στιγμή που θα χρησιμοποιηθεί, να τη φυλάσσουν μακριά από παιδιά και άλλα άτομα που διαμένουν στο σπίτι, και να μη λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ενώπιον παιδιών. Σε περίπτωση ακούσιας ή πιθανολογούμενης κατάποψης, άμεση επικοινωνία με κέντρο επειγόντων περιστατικών.
-
Καταστολή του ΚΝΣΠροσοχή, ιδιαίτερα όταν λαμβάνεται μαζί με αλκοόλ ή κατασταλτικούς παράγοντες του ΚΝΣ (όπως βενζοδιαζεπίνες, ηρεμιστικά, κατασταλτικά ή υπνωτικά).
-
Κίνδυνος από ταυτόχρονη χρήση κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων, όπως βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φαρμακευτικά προϊόνταΗ συνταγογράφηση ταυτόχρονα με αυτά τα κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς για τους οποίους δεν είναι εφικτές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση των κατασταλτικών φαρμάκων, και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη. Ενημέρωση των ασθενών και των φροντιστών τους.
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςΕάν η θεραπεία με συγχορήγηση άλλων σεροτονινενεργικών παραγόντων κρίνεται απαραίτητη κλινικά, να εξεταστεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας εάν υπάρχει υποψία συνδρόμου σεροτονίνης.
-
ΕξάρτησηΔεν συνιστάται απότομη διακοπή της θεραπείας.
-
Ηπατίτιδα και ηπατικά συμβάνταΠληθυσμόςεξαρτημένα από οπιοειδή εθισμένα άτομα, ασθενείς με προϋπάρχουσα μιτοχονδριακή δυσλειτουργία, ανωμαλίες ηπατικών ενζύμων, λοίμωξη με ιό ηπατίτιδας Β ή C, κατάχρηση αλκοόλ, ανορεξία, ταυτόχρονη χρήση άλλου δυνητικά ηπατοτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος, συνεχιζόμενη χρήση ενέσιμων παράνομων ουσιώνΟι υποκείμενοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από τη συνταγογράφηση και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Όταν πιθανολογείται ηπατικό συμβάν, απαιτείται περαιτέρω βιολογική και αιτιολογική αξιολόγηση. Ανάλογα με τα ευρήματα, το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να διακοπεί προσεκτικά.
-
Επιτάχυνση συνδρόμου στέρησης οπιοειδώνΠληθυσμόςεξαρτημένοι από οπιοειδή ασθενείςΟ ιατρός θα πρέπει να είναι ενήμερος για το προφίλ μερικού αγωνιστή της βουπρενορφίνης. Για την αποφυγή επιτάχυνσης της στέρησης, η έφοδος με τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να γίνεται όταν τα αντικειμενικά σημεία στέρησης είναι προφανή (βλ. Δοσολογία).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, συνιστώνται δοκιμασίες αναφοράς της ηπατικής λειτουργίας και τεκμηρίωση αναφοράς της κατάστασης ως προς την ιογενή ηπατίτιδα. Σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική ανεπάρκεια η χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό)Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση δόσης (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Αναστολείς του CYP3A4Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς CYP3A4Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Η τιτλοδότηση της δόσης θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Ορθοστατική υπότασηΠληθυσμόςπεριπατητικούς ασθενείςΠροσοχή
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Αύξηση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού / Επιληπτικές κρίσειςΠληθυσμόςασθενείς με κάκωση της κεφαλής, ενδοκρανιακές βλάβες, αυξημένη πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεωνΧρήση με προσοχή
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθραςΠληθυσμόςασθενείς με υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθραςΧρήση με προσοχή
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Μύση, μεταβολές στην συνείδηση, μεταβολές στην αντίληψη του άλγουςΝα γνωρίζουν ότι μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς ή να συσκοτίσει τη διάγνωση ή την κλινική πορεία συνυπάρχουσας νόσου.
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (π.χ. νόσο του Addison)Χρήση με προσοχή
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Δυσλειτουργία της χοληφόρου οδούΠληθυσμόςασθενείς με δυσλειτουργία της χοληφόρου οδούΧρήση με προσοχή
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Ηλικιωμένοι ή εξασθενημένοι ασθενείςΠληθυσμόςηλικιωμένοι ή εξασθενημένοι ασθενείςΧορήγηση με προσοχή
-
Επιδράσεις κατηγορίας: Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (αναστολέων MAO)Να γνωρίζουν ότι μπορεί να προκαλέσει ενίσχυση των επιδράσεων των οπιοειδών (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Έκδοχα: ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός: Χρήση σε εφήβουςΠληθυσμόςέφηβοι (ηλικίας 15 - <18 ετών)Οι ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αλκοολούχα ποτά ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν αλκοόλαντένδειξηΑύξηση της κατασταλτικής επίδρασης της βουπρενορφίνης.ΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί.
-
Κατασταλτικά (βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φαρμακευτικά προϊόντα)προσοχήΑύξηση του κινδύνου καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου.ΣύστασηΗ δόση και η διάρκεια της συγχορήγησης πρέπει να είναι περιορισμένες.
-
Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (παράγωγα οπιοειδών, αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές H1, βαρβιτουρικά, αγχολυτικά, νευροληπτικά, κλονιδίνη, συναφείς ουσίες)προσοχήΑύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος, μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης.
-
Πλήρης αγωνιστής των οπιοειδώνπροσοχήΔυσκολία επίτευξης επαρκούς αναλγησίας, ενδεχόμενο υπερδοσολογίας.
-
Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (αναστολείς MAO, SSRI, SNRI, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για σύνδρομο σεροτονίνης.
-
αντένδειξηΑναστολή των φαρμακολογικών επιδράσεων της βουπρενορφίνης, επιτάχυνση των συμπτωμάτων στέρησης οπιοειδούς.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά)παρακολούθησηΑυξημένη Cmax και AUC της βουπρενορφίνης.ΣύστασηΠαρακολούθηση στενά, πιθανή μείωση της δόσης.
-
παρακολούθησηΜείωση των συγκεντρώσεων βουπρενορφίνης στο πλάσμα, υποβέλτιστη θεραπεία.ΣύστασηΠαρακολούθηση στενά, ενδεχόμενη προσαρμογή της δόσης της βουπρενορφίνης ή του επαγωγέα.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς MAO)προσοχήΕνίσχυση των επιδράσεων των οπιοειδών (βάσει εμπειρίας με μορφίνη).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- γρίπη (Πολύ συχνές)
- φαρυγγίτιδα (Πολύ συχνές)
- ρινίτιδα (Πολύ συχνές)
- λοίμωξη του κόλπου (Συχνές)
- Λοίμωξη
- Ουρολοίμωξη
- αναιμία (Όχι συχνές)
- λευκοκυττάρωση (Όχι συχνές)
- λευκοπενία (Όχι συχνές)
- λεμφαδενοπάθεια (Όχι συχνές)
- θρομβοπενία (Όχι συχνές)
- Υπερευαισθησία
- αναφυλακτική καταπληξία (Μη γνωστές)
- μειωμένη όρεξη (Όχι συχνές)
- υπερλιπιδαιμία (Όχι συχνές)
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- αϋπνία (Πολύ συχνές)
- γενετήσια ορμή μειωμένη (Συχνές)
- νευρικότητα (Συχνές)
- σκέψη μη φυσιολογική (Συχνές)
- μη φυσιολογικά όνειρα (Όχι συχνές)
- απάθεια (Όχι συχνές)
- αποπροσωποποίηση (Όχι συχνές)
- φαρμακευτική εξάρτηση (Όχι συχνές)
- ευφορική συναισθηματική διάθεση (Όχι συχνές)
- εχθρότητα (Όχι συχνές)
- ψευδαισθήσεις (Μη γνωστές)
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Διέγερση
- Κεφαλαλγία
- Ημικρανία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Αμνησία
- Διαταραχή λόγου
- Τρόμος
- υπερτονία (Συχνές)
- υπερκινησία (Όχι συχνές)
- επιληπτική κρίση (Όχι συχνές)
- ηπατική εγκεφαλοπάθεια (Μη γνωστές)
- συγκοπή (Μη γνωστές)
- αμβλυωπία (Συχνές)
- δακρυϊκή διαταραχή (Συχνές)
- μύση (Όχι συχνές)
- Επιπεφυκίτιδα
- Ίλιγγος
- στηθάγχη (Όχι συχνές)
- έμφραγμα του μυοκαρδίου (Όχι συχνές)
- αίσθημα παλμών (Όχι συχνές)
- ταχυκαρδία (Όχι συχνές)
- Βραδυκαρδία
- Υπέρταση
- αγγειοδιαστολή (Συχνές)
- ορθοστατική υπόταση (Μη γνωστές)
- Βήχας
- άσθμα (Όχι συχνές)
- δύσπνοια (Όχι συχνές)
- χασμουρητό (Όχι συχνές)
- βρογχόσπασμος (Μη γνωστές)
- αναπνευστική καταστολή (Μη γνωστές)
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- εξέλκωση του στόματος (Όχι συχνές)
- δυσχρωματισμός της γλώσσας (Όχι συχνές)
- ηπατίτιδα (Μη γνωστές)
- οξεία ηπατίτιδα (Μη γνωστές)
- ίκτερος (Μη γνωστές)
- ηπατική νέκρωση (Μη γνωστές)
- ηπατονεφρικό σύνδρομο (Μη γνωστές)
- υπεριδρωσία (Πολύ συχνές)
- ακμή (Όχι συχνές)
- δερματίτις αποφολιδωτική (Όχι συχνές)
- ξηροδερμία (Όχι συχνές)
- μάζα στο δέρμα (Όχι συχνές)
- αγγειοοίδημα (Μη γνωστές)
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Θωρακικό άλγος
- αρθρίτιδα (Όχι συχνές)
- ανωμαλία στα ούρα (Όχι συχνές)
- λευκωματινουρία (Όχι συχνές)
- δυσουρία (Όχι συχνές)
- νεφρολιθίαση (Όχι συχνές)
- κατακράτηση ούρων (Όχι συχνές)
- Αιματουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- διαταραχή εκσπερμάτισης (Όχι συχνές)
- μηνορραγία (Όχι συχνές)
- μητρορραγία (Όχι συχνές)
- σύνδρομο στέρησης από ουσίες (Πολύ συχνές)
- οίδημα περιφερικό (Συχνές)
- υποθερμία (Όχι συχνές)
- σύνδρομο στέρησης από ουσίες σε νεογνά (Μη γνωστές)
- Εξασθένηση
- Ρίγη
- Πυρεξία
- Αίσθημα κακουχίας
- Άλγος
- δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική (Συχνές)
- σωματικό βάρος μειωμένο (Συχνές)
- κρεατίνη του αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
- τρανσαμινάσες αυξημένες (Μη γνωστές)
- θερμοπληξία (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςσύνδρομο στέρησης από ουσίεςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑμβλυωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔακρυϊκή διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Συχνέςσκέψη μη φυσιολογικήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή λόγουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός γλώσσαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜητρορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜύσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΧασμουρητόΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςανωμαλία στα ούραΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςδερματίτις αποφολιδωτικήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςδιαταραχή εκσπερμάτισηςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςεπιληπτική κρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςευφορική συναισθηματική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςκρεατίνη του αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςλευκωματινουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςμάζα στο δέρμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςφαρμακευτική εξάρτησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική καταστολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική εγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςηπατική νέκρωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςηπατονεφρικό σύνδρομοΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςθερμοπληξίαΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςοξεία ηπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςσύνδρομο στέρησης από ουσίες σε νεογνάΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΟ συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εφόσον το δυνητικό όφελος αντισταθμίζει τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Προς το τέλος της κύησης, η βουπρενορφίνη μπορεί να επάγει αναπνευστική καταστολή στο νεογέννητο βρέφος ακόμα και μετά από μια σύντομη περίοδο χορήγησης. Η μακροχρόνια χορήγηση βουπρενορφίνης κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών της κύησης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης στο νεογνό (π.χ. υπερτονία, νεογνικό τρόμο, νεογνική υπερδιέγερση, μυόκλονο ή σπασμούς). Γενικά, η εμφάνιση του συνδρόμου καθυστερεί για αρκετές ώρες έως αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημισείας ζωής της βουπρενορφίνης, στο τέλος της κύησης θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης του νεογνού για αρκετές ημέρες, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής ή συνδρόμου στέρησης νεογνού. Επίσης, η χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να αξιολογείται από τον ιατρό.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Buprenorphine, Combinations.Δεν είναι γνωστό εάν η ναλοξόνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η βουπρενορφίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους έχει βρεθεί ότι η βουπρενορφίνη αναστέλλει τη γαλουχία.
-
ΓονιμότηταΜείωση της γονιμότητας έχει παρατηρηθεί σε μελέτες σε ζώα.Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μείωση της γονιμότητας των θηλυκών στις υψηλές δόσεις (συστηματική έκθεση > 2,4 φορές την έκθεση του ανθρώπου στη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 24 mg βουπρενορφίνης, βάσει της AUC, βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική κατηγορία
Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα για την αντιμετώπιση της εξάρτησης, κωδικός ATC: N07BC51.
Μηχανισμός δράσης
Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών ο οποίος δεσμεύεται στους μ και κ υποδοχείς οπιοειδών του εγκεφάλου. Η δράση της στη θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή αποδίδεται στις ιδιότητές της για βραδεία αποσύνδεση από τους μ υποδοχείς οπιοειδών. Οι ιδιότητες αυτές για παρατεταμένο χρονικό διάστημα μπορεί να ελαχιστοποιήσουν την ανάγκη των εθισμένων ασθενών για ουσίες. Κατά τη διάρκεια κλινικών φαρμακολογικών μελετών σε άτομα εξαρτημένα από οπιοειδή παρατηρήθηκαν φαινόμενα οροφής των αγωνιστών οπιοειδών. Η ναλοξόνη είναι ανταγωνιστής στους μ υποδοχείς οπιοειδών. Όταν χορηγείται από του στόματος ή υπογλώσσια σε συνήθεις δόσεις σε ασθενείς που παρουσίασαν στέρηση οπιοειδών, η ναλοξόνη επιδεικνύει μικρή ή καθόλου φαρμακολογική επίδραση, λόγω του σχεδόν πλήρους μεταβολισμού πρώτης διόδου της ναλοξόνης. Ωστόσο, όταν χορηγείται ενδοφλέβια σε άτομα εξαρτημένα από οπιοειδή, η παρουσία της ναλοξόνης στο Buprenorphine, Combinations δημιουργεί εκσεσημασμένες επιδράσεις ανταγωνιστή των οπιοειδών και στέρηση οπιοειδών, αποτρέποντας έτσι την ενδοφλέβια κατάχρηση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης προέρχονται πρωτίστως από μια κλινική δοκιμή ενός έτους, η οποία συνίστατο σε μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή σύγκριση 4 εβδομάδων μεταξύ του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης, της βουπρενορφίνης και εικονικού φαρμάκου, ακολουθούμενη από μια μελέτη ασφάλειας 48 εβδομάδων για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Σε αυτήν τη δοκιμή, 326 άτομα εθισμένα στην ηρωίνη κατανεμήθηκαν τυχαία να λάβουν είτε 16 mg συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης ανά ημέρα είτε 16 mg βουπρενορφίνης ανά ημέρα είτε εικονικό φάρμακο. Για τα άτομα που τυχαιοποιήθηκαν σε κάποια από τις δύο δραστικές θεραπείες, η δοσολογία ξεκίνησε με 8 mg βουπρενορφίνης την Ημέρα 1, ακολουθούμενα από 16 mg (δύο δόσεις των 8 mg) βουπρενορφίνης την Ημέρα 2. Την Ημέρα 3, εκείνοι που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μετέβησαν στο δισκίο συνδυασμού. Υπήρχε καθημερινή συνάντηση με τα άτομα στην κλινική (Δευτέρα έως και Παρασκευή) για τη χορήγηση της δόσης και για αξιολογήσεις αποτελεσματικότητας. Για τα Σαββατοκύριακα παρέχονταν δόσεις για το σπίτι. Η κύρια σύγκριση της μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης έναντι του εικονικού φαρμάκου και του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Το ποσοστό από δείγματα ούρων τρεις φορές την εβδομάδα, τα οποία ήταν αρνητικά για οπιοειδή εκτός μελέτης, ήταν στατιστικά υψηλότερο τόσο για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου (p < 0,0001) όσο και για τη βουπρενορφίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου (p < 0,0001). Σε μια διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο μελέτη παράλληλων ομάδων που συνέκρινε αιθανολικό διάλυμα βουπρενορφίνης έναντι ενός δραστικού φαρμάκου ελέγχου που ήταν πλήρης αγωνιστής, τυχαιοποιήθηκαν 162 άτομα να λάβουν το αιθανολικό υπογλώσσιο διάλυμα βουπρενορφίνης στα 8 mg/ημέρα (μια δόση που είναι περίπου συγκρίσιμη με μια δόση 12 mg/ημέρα του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης) ή δύο σχετικά χαμηλές δόσεις δραστικού φαρμάκου ελέγχου, μία από τις οποίες ήταν αρκετά χαμηλή ώστε να λειτουργεί ως εναλλακτική του εικονικού φαρμάκου, κατά τη διάρκεια μιας φάσης εφόδου 3 έως 10 ημερών, μιας φάσης συντήρησης 16 εβδομάδων και μιας φάσης αποτοξίνωσης 7 εβδομάδων. Η βουπρενορφίνη τιτλοδοτήθηκε σε δόση συντήρησης έως την Ημέρα 3. Οι δόσεις του δραστικού φαρμάκου ελέγχου τιτλοδοτήθηκαν πιο σταδιακά. Με βάση την παραμονή στη θεραπεία και το ποσοστό από δείγματα ούρων τρεις φορές την εβδομάδα που ήταν αρνητικά για οπιοειδή εκτός μελέτης, η βουπρενορφίνη ήταν πιο αποτελεσματική απ’ ό,τι η χαμηλή δόση του φαρμάκου ελέγχου στο να διατηρεί τους εθισμένους στην ηρωίνη στη θεραπεία και στο να μειώνει την από μέρους τους χρήση των οπιοειδών ενόσω βρίσκονταν υπό θεραπεία. Η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης, 8 mg ανά ημέρα ήταν παρόμοια με εκείνη της μέτριας δόσης του δραστικού φαρμάκου ελέγχου, αλλά δεν καταδείχθηκε ισοδυναμία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Βουπρενορφίνη
Απορρόφηση Η βουπρενορφίνη, όταν λαμβάνεται από στόματος, υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου με N-απαλκυλίωση και σύζευξη με γλυκουρονίδιο στο λεπτό έντερο και το ήπαρ. Συνεπώς, η χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος από την από στόματος οδό είναι ακατάλληλη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 90 λεπτά μετά την υπογλώσσια χορήγηση. Τα επίπεδα της βουπρενορφίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν με την αυξανόμενη υπογλώσσια δόση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Τόσο η Cmax όσο και η AUC της βουπρενορφίνης αυξήθηκαν παράλληλα με την αύξηση της δόσης (στο εύρος των 4-16 mg), παρότι η αύξηση ήταν μικρότερη από αυτήν που θα αναλογούσε στη δόση.
Κατανομή Η απορρόφηση της βουπρενορφίνης ακολουθείται από μια φάση ταχείας κατανομής (χρόνος ημίσειας ζωής κατανομής από 2 έως 5 ώρες). Η βουπρενορφίνη είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη, γεγονός που οδηγεί σε ταχεία διείσδυση στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η βουπρενορφίνη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες σε ποσοστό περίπου 96%, κυρίως στην άλφα και βήτα σφαιρίνη.
Βιομετασχηματισμός Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο μέσω N-απαλκυλίωσης από το CYP3A4 των μικροσωμάτων του ήπατος. Το αρχικό μόριο και ο κύριος απαλκυλιωμένος μεταβολίτης, η νορβουπρενορφίνη, υπόκεινται κατόπιν σε γλυκουρονιδίωση. Η νορβουπρενορφίνη δεσμεύεται στους υποδοχείς οπιοειδών in vitro, ωστόσο δεν είναι γνωστό το εάν η νορβουπρενορφίνη συνεισφέρει στη συνολική επίδραση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης.
Αποβολή Η αποβολή της βουπρενορφίνης είναι διεκθετική ή τριεκθετική και έχει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής από το πλάσμα 32 ωρών. Η βουπρενορφίνη απεκκρίνεται στα κόπρανα (~70%) μέσω χολικής απέκκρισης των συζευγμένων ως γλυκουρονιδίων μεταβολιτών, ενώ η υπόλοιπη (~30%) απεκκρίνεται στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η Cmax και η AUC της βουπρενορφίνης αυξήθηκαν με γραμμικό τρόπο καθώς αυξανόταν η δόση (στο εύρος των 4 έως 16 mg), παρότι η αύξηση δεν ήταν ευθέως ανάλογη της δόσης.
Ναλοξόνη
Απορρόφηση και κατανομή Μετά από υπογλώσσια χορήγηση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης, οι συγκεντρώσεις της ναλοξόνης στο πλάσμα είναι χαμηλές και φθίνουν ταχέως. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της ναλοξόνης στο πλάσμα ήταν πολύ χαμηλές για να αξιολογηθεί τυχόν αναλογικότητα προς τη δόση. Η ναλοξόνη δεν έχει διαπιστωθεί να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της βουπρενορφίνης, και τόσο τα υπογλώσσια δισκία βουπρενορφίνης όσο και το υπογλώσσιο υμένιο συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης παρέχουν παρόμοιες συγκεντρώσεις της βουπρενορφίνης στο πλάσμα.
Κατανομή Η ναλοξόνη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες σε ποσοστό περίπου 45%, κυρίως στη λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός Η ναλοξόνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, κυρίως μέσω σύζευξης με γλυκουρονίδιο, και απεκκρίνεται στα ούρα. Η ναλοξόνη υφίσταται άμεση γλυκουρονιδίωση σε 3-γλυκουρονίδιο της ναλοξόνης, καθώς και N-απαλκυλίωση και αναγωγή της 6-οξο ομάδας.
Αποβολή Η ναλοξόνη απεκκρίνεται στα ούρα, με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα που κυμαίνεται από 0,9 έως 9 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Νεφρική δυσλειτουργία Η νεφρική αποβολή παίζει έναν σχετικά μικρό ρόλο (~30%) στη συνολική κάθαρση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης με βάση τη νεφρική λειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται δόση σε άτομα με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της βουπρενορφίνης και της ναλοξόνης αξιολογήθηκε σε μια μελέτη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.
Πίνακας 4. Επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπρενορφίνης και της ναλοξόνης μετά από τη χορήγηση του Buprenorphine, Combinations (μεταβολή σε σχέση με υγιή άτομα)
| ΦΚ παράμετρος | Ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία A κατά Child-Pugh) (n = 9) | Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία B κατά Child-Pugh) (n = 8) | Βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh) (n = 8) |
|---|---|---|---|
| Βουπρενορφίνη | |||
| Cmax | Αύξηση κατά 1,2 φορές | Παρόμοια με το φάρμακο ελέγχου | Αύξηση κατά 1,7 φορές |
| AUClast | Αύξηση κατά 1,1 φορές | Παρόμοια με το φάρμακο ελέγχου | Αύξηση κατά 2,8 φορές |
| Ναλοξόνη | |||
| Cmax | Αύξηση κατά 2,7 φορές | Αύξηση κατά 3,2 φορές | Αύξηση κατά 11,3 φορές |
| AUClast | Μείωση κατά 0,2 φορές | Αύξηση κατά 14,0 φορές | Αύξηση κατά 14,0 φορές |
Συνολικά, η έκθεση στη βουπρενορφίνη στο πλάσμα αυξήθηκε κατά περίπου 3 φορές σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία, ενώ η έκθεση στη ναλοξόνη στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 14 φορές με τη βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία.