NALTREXONE
Ναλτρεξόνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Σκευάσματα κατά της παχυσαρκίας αποκλειομένων των διαιτητικών προϊόντων, κεντρικώς δρώντα προϊόντα κατά της παχυσαρκίας, Κωδικός ATC: A08AA62.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Κατά προτίμηση με τροφή
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο το πρωί (Εβδομάδα 1)
- Τιτλοποίηση: Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται βαθμιαία εντός μιας περιόδου 4 εβδομάδων.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 65 ετών)Να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς άνω των 65 ετών. Δεν συνιστάται σε ασθενείς άνω των 75 ετών.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε νεφρική δυσλειτουργία τελικού σταδίου. Δεν είναι απαραίτητη μείωση δόσης σε ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Για μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, μέγιστη ημερήσια δόση 2 δισκία (1 πρωί, 1 βράδυ), με τιτλοποίηση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε βαριά ηπατική δυσλειτουργία. Δεν συνιστάται σε μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Για ήπια ηπατική δυσλειτουργία, μέγιστη ημερήσια δόση 2 δισκία (1 πρωί, 1 βράδυ), με τιτλοποίηση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Μη ελεγχόμενη υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Τρέχουσα παροξυσμική διαταραχή ή ιστορικό παροξυσμώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Γνωστός όγκος του κεντρικού νευρικού συστήματοςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Οξεία στέρηση οινοπνεύματος ή βενζοδιαζεπινώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ιστορικό διπολικής διαταραχήςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη θεραπεία που περιέχει βουπροπιόνη ή ναλτρεξόνηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Τρέχουσα ή προηγούμενη διάγνωση βουλιμίας ή νευρικής ανορεξίαςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ενεργή εξάρτηση από οπιοειδήΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Λήψη φαρμακευτικής αγωγής που περιέχει οπιοειδήΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Υπό θεραπεία με αγωνιστές των οπιοειδών που χρησιμοποιούνται σε εξάρτηση από οπιοειδή (π.χ. μεθαδόνη, βουπρενορφίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Οξεία στέρηση οπιοειδώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (MAO)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίουΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αυτοκτονία και αυτοκτονική συμπεριφοράΠληθυσμόςΑσθενείςΣτενή επίβλεψη, ιδίως κατά την πρώιμη θεραπεία και μετά από μεταβολές στη δόση. Οι ασθενείς και οι φροντιστές τους πρέπει να παρακολουθούνται για κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά/σκέψεις, ασυνήθιστες αλλαγές συμπεριφοράς και να αναζητούν ιατρική συμβουλή.
-
ΚρίσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν κρίση κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΔιακοπή της θεραπείας και μη επανεκκίνηση.
-
ΚρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν την επικινδυνότητα για κρίση (ιστορικό τραύματος κεφαλής, υπερβολική χρήση οινοπνεύματος/εθισμός κοκαΐνης/διεγερτικών, μειωμένη γλυκόζη σε διαβητικούς, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν τον ουδό κρίσεων)Χορήγηση με προσοχή. Ελαχιστοποίηση ή αποφυγή κατανάλωσης οινοπνεύματος.
-
Χρήση οπιοειδώναντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείςΠροειδοποίηση κατά της ταυτόχρονης χρήσης οπιοειδών. Εάν απαιτείται θεραπεία με οπιοειδή μετά την έναρξη, η θεραπεία με Mysimba πρέπει να σταματάει.
-
Χρήση οπιοειδώνΠληθυσμόςΑσθενείς που απαιτούν διαλείπουσα θεραπεία με οπιοειδή (π.χ. λόγω χειρουργικής επέμβασης)Διακοπή της θεραπείας με Mysimba για τουλάχιστον 3 ημέρες πριν την επέμβαση. Η δόση των οπιοειδών δεν πρέπει να αυξάνεται πέραν της συνήθους.
-
Ευαισθησία σε οπιοειδή μετά τη διακοπήΠληθυσμόςΑσθενείς μετά τη διακοπή θεραπείαςΕνδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι σε οπιοειδή, μπορεί να απαιτούνται μικρότερες δόσεις.
-
Αλλεργικές/Αναφυλακτοειδείς/Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή λήψης και συμβουλή γιατρού εάν παρουσιαστούν συμπτώματα (π.χ. δερματικό εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση, θωρακικό άλγος, οίδημα ή δύσπνοια).
-
Συμπτώματα καθυστερημένης υπερευαισθησίας (ομοιάζουσας με ορονοσία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν αρθραλγία, μυαλγία, πυρεξία με εξάνθημαΝα ειδοποιούν τον συνταγογραφούντα ιατρό. Εάν υπάρχει υποψία ορονοσίας, διακοπή της θεραπείας.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), όπως SJS και AGEPΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση για σημεία/συμπτώματα, στενή παρακολούθηση. Εάν εμφανιστούν σημεία/συμπτώματα, άμεση διακοπή και εξέταση εναλλακτικής θεραπείας. Δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου η θεραπεία σε ασθενή που έχει αναπτύξει σοβαρή αντίδραση.
-
Αύξηση της αρτηριακής πίεσης και του σφυγμούΠληθυσμόςΑσθενείςΜέτρηση αρτηριακής πίεσης και σφυγμού πριν την έναρξη και σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εάν υπάρχουν κλινικά σχετικές και παρατεταμένες αυξήσεις, διακοπή της θεραπείας.
-
Αύξηση της αρτηριακής πίεσηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ελεγχόμενη υπέρτασηΧορήγηση με προσοχή.
-
Αύξηση της αρτηριακής πίεσηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρτασηΔεν πρέπει να χορηγείται.
-
Καρδιαγγειακή νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, ασταθούς καρδιακής νόσου ή συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας τάξης ΙΙΙ ή ΙV κατά ΝΥΗΑΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία που να τεκμηριώνει την ασφάλεια.
-
Καρδιαγγειακή νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή στεφανιαία νόσο (π.χ. συνεχιζόμενη στηθάγχη ή πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου) ή ιστορικό εγκεφαλικής αγγειακής νόσουΧορήγηση με προσοχή.
-
Σύνδρομο BrugadaπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σύνδρομο Brugada ή οικογενειακό ιστορικό καρδιακής ανακοπής ή αιφνίδιου θανάτουΧορήγηση με προσοχή.
-
Ηπατοτοξικότητα (φαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβη - DILI)ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποψία DILIΔιακοπή της λήψης ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας άνω των 65 ετώνΧορήγηση με προσοχή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας άνω των 75 ετώνΔεν συνιστάται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίουΑντενδείκνυται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση θα πρέπει να μειωθεί.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΆτομα με αυξημένη επικινδυνότητα για νεφρική ανεπάρκεια (ιδιαίτερα διαβητικοί ή ηλικιωμένοι)Αξιολόγηση του eGFR πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Ηπατική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΗ μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση πρέπει να είναι μειωμένη.
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα σεροτονινεργικούς παράγοντες (SSRI, SNRI, οπιοειδή)Προσεκτική παρακολούθηση, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και τις αυξήσεις της δόσης. Εάν υπάρχει υποψία, εξέταση διακοπής της θεραπείας.
-
Νευροψυχιατρικά συμπτώματα και ενεργοποίηση μανίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό μανίαςΧορήγηση με προσοχή.
-
Κρίσεις πανικούπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ψυχιατρικών διαταραχώνΧορήγηση με προσοχή.
-
Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χρήσης μηχανημάτωνΠληθυσμόςΑσθενείςΕπιδείκνυση προσοχής κατά την οδήγηση/χειρισμό μηχανημάτων, ιδίως στην έναρξη ή φάση τιτλοποίησης. Εάν εμφανιστούν ζάλη, υπνηλία, απώλεια συνείδησης ή κρίσεις, αποφυγή οδήγησης/χειρισμού μηχανημάτων έως την επίλυση των συμπτωμάτων. Εναλλακτικά, διακοπή της θεραπείας.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Εκπαιδευτικό υλικόΠληθυσμόςΓιατροί που συνταγογραφούνΝα είναι εξοικειωμένοι με το εκπαιδευτικό υλικό. Να εξηγούν οφέλη/κινδύνους στον ασθενή.
-
Κάρτα ασθενούςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα έχουν πάντα μαζί τους την κάρτα ασθενούς που παρέχεται με τη συσκευασία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της ΜΑΟ (ΜΑΟΙ)αντένδειξηΕνίσχυση κατεχολαμινεργικών μονοπατιώνΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Οπιοειδή (ενεργή εξάρτηση, αγωγή με οπιοειδή, αγωνιστές οπιοειδών, οξεία στέρηση οπιοειδών)αντένδειξηΑνταγωνιστική δράση της ναλτρεξόνης, μη ωφέλιμη θεραπεία με οπιοειδή (π.χ. αντιβηχικά, αντιδιαρροϊκά, αναλγητικά).
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP2D6 (π.χ. Μετοπρολόλη, Δεσιπραμίνη, Βενλαφαξίνη, Σιταλοπράμη, Αντικαταθλιπτικά (SSRI, τρικυκλικά), Αντιψυχωσικά (Αλοπεριδόλη, Ρισπεριδόνη, Θειοριδαζίνη), β-αποκλειστές, Αντιαρρυθμικά τύπου 1C (Προπαφαινόνη, Φλεκαϊνίδη))προσοχήΑυξημένη φαρμακοκινητική έκθεση (AUC, Cmax) των υποστρωμάτων του CYP2D6. Κίνδυνος συνδρόμου σεροτονίνης με σεροτονινεργικούς παράγοντες.ΣύστασηΝα εκκινείται στο κάτω όριο του εύρους δόσης. Να εξεταστεί μείωση δόσης του συγχορηγούμενου φαρμάκου, ειδικά για στενό θεραπευτικό δείκτη. Παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων.
-
Φάρμακα που απαιτούν μεταβολική ενεργοποίηση από CYP2D6 (π.χ. Ταμοξιφαίνη)προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
προσοχήΜείωση της έκθεσης στη βουπροπιόνη και στους μεταβολίτες της, επηρεάζοντας την κλινική αποτελεσματικότητα.
-
Αναστολείς CYP2B6 ή υποστρώματα CYP2B6 (π.χ. Κυκλοφωσφαμίδη, Ιφωσφαμίδη, Ορφαιναδρίνη, Τικλοπιδίνη, Κλοπιδογρέλη)προσοχήΑυξημένα επίπεδα βουπροπιόνης, χαμηλότερα επίπεδα υδροξυβουπροπιόνης. Πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
Υποστρώματα OCT2 (π.χ. Μετφορμίνη)παρακολούθησηΉπιες αυξήσεις στην κρεατινίνη λόγω αναστολής OCT2. Δεν υποδεικνύεται ανάγκη προσαρμογής δόσης ή μέτρων προφύλαξης.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΣπάνιες αναφορές ανεπιθύμητων ψυχιατρικών συμβαμάτων ή μειωμένης ανοχής. Δεν υπάρχουν γνωστές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη ναλτρεξόνη.ΣύστασηΗ κατανάλωση οινοπνεύματος θα πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
-
Ασθενείς με διαβήτη (ινσουλίνη ή από στόματος αντιδιαβητικά)προσοχήΜειωμένη γλυκόζη, κίνδυνος υπογλυκαιμίας και κρίσεων.ΣύστασηΑξιολόγηση δόσης ινσουλίνης/αντιδιαβητικών.
-
Φάρμακα που μειώνουν τον ουδό των κρίσεων (π.χ. αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, ανθελονοσιακά, τραμαδόλη, θεοφυλλίνη, συστηματικά στεροειδή, κινολόνες, κατασταλτικά αντιισταμινικά)προσοχήΑυξημένη επικινδυνότητα για κρίση.
-
Λεβοντόπα ή ΑμανταδίνηπροσοχήΑυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία, έμετος, νευροψυχιατρικά).
-
Αναστολείς ή επαγωγείς UGT 1A2 και 2B7προσοχήΠιθανή τροποποίηση της έκθεσης σε ναλτρεξόνη.
-
παρακολούθησηΜείωση επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα. Επίπεδα διγοξίνης ενδέχεται να αυξηθούν μετά τη διακοπή της ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.ΣύστασηΠαρακολουθήστε τα επίπεδα διγοξίνης. Παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα διγοξίνης μετά τη διακοπή.
-
ΒαλπροϊκόπροσοχήΠιθανή επίδραση στην κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μειωμένος αιματοκρίτης (Σπάνιες)
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων (Σπάνιες)
- Ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα (N) (Όχι συχνές)
- Λεμφαδενοπάθεια
- Υπερευαισθησία
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Υπερίδρωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Βαρύτερες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, δύσπνοια/βρογχόσπασμος, αναφυλακτική καταπληξία, αρθραλγία, μυαλγία, πυρεξία, εξάνθημα) (B) (Όχι συχνές)
- Αφυδάτωση (Σπάνιες)
- Μειωμένη όρεξη (N) (Συχνές)
- Ανορεξία (B) (Συχνές)
- Διαταραχές της γλυκόζης του αίματος (B) (Όχι συχνές)
- Άγχος
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Νευρικότητα
- Ευερεθιστότητα
- Μη φυσιολογικά όνειρα (Όχι συχνές)
- Μεταπτώσεις της διάθεσης (Όχι συχνές)
- Ένταση (Όχι συχνές)
- Διάσχιση (αίσθηση του ασθενή ότι «είναι στον κόσμο του») (Όχι συχνές)
- Παραισθήσεις (Σπάνιες)
- Κρίση πανικού (Σπάνιες)
- Συναισθηματικές διαταραχές (Μη γνωστής συχνότητας)
- Επιθετικότητα (Μη γνωστής συχνότητας)
- Συγχυτική κατάσταση (Μη γνωστής συχνότητας)
- Παραληρηματικές ιδέες (Μη γνωστής συχνότητας)
- Κατάθλιψη (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αποπροσανατολισμός (Μη γνωστής συχνότητας)
- Διαταραχή της προσοχής (Μη γνωστής συχνότητας)
- Εχθρότητα (Μη γνωστής συχνότητας)
- Απώλεια της γενετήσιας ορμής (Μη γνωστής συχνότητας)
- Εφιάλτες (Μη γνωστής συχνότητας)
- Παράνοια (Μη γνωστής συχνότητας)
- Ψυχωσική διαταραχή (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αυτοκτονικός ιδεασμός (Μη γνωστής συχνότητας)
- Απόπειρα αυτοκτονίας (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αυτοκτονική συμπεριφορά (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αδυναμία συγκέντρωσης (B) (Συχνές)
- Παραισθήσεις (B) (Συχνές)
- Αποπροσωποποίηση (B) (Συχνές)
- Διαταραχή της γενετήσιας ορμής (N) (Όχι συχνές)
- Παρανοϊκός ιδεασμός (B) (Όχι συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Τρόμος
- Δυσγευσία
- Λήθαργος
- Υπνηλία
- Αμνησία
- Παραισθησία
- Προσυγκοπή
- Συγκοπή
- Τρόμος σκοπού (Όχι συχνές)
- Διαταραχή της ισορροπίας (Όχι συχνές)
- Απώλεια συνείδησης (Όχι συχνές)
- Κρίσεις (Όχι συχνές)
- Δυστονία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Επηρεασμένη μνήμη (Μη γνωστής συχνότητας)
- Παρκινσονισμός (Μη γνωστής συχνότητας)
- Ανησυχία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Σύνδρομο σεροτονίνης (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αταξία (B) (Όχι συχνές)
- Αδυναμία συντονισμού (B) (Όχι συχνές)
- Οφθαλμικός ερεθισμός (Μη γνωστής συχνότητας)
- Οφθαλμικό άλγος ή ασθενωπία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Οίδημα του οφθαλμού (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αυξημένη δακρύρροια (Μη γνωστής συχνότητας)
- Φωτοφοβία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Θαμπή όραση (Μη γνωστής συχνότητας)
- Διαταραχές της όρασης (B) (Πολύ σπάνιες)
- Εμβοές
- Ίλιγγος
- Ωταλγία
- Νόσος των ταξιδιωτών (Όχι συχνές)
- Δυσφορία του ωτός (Μη γνωστές)
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αυξημένος καρδιακός ρυθμός (Συχνές)
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές (N) (Όχι συχνές)
- Εξάψεις
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση (Συχνές)
- Διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης (Μη γνωστές)
- Ορθοστατική υπόταση (B) (Συχνές)
- Αγγειοδιαστολή (B) (Συχνές)
- Βήχας (Μη γνωστής συχνότητας)
- Δυσφωνία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Δύσπνοια (Μη γνωστής συχνότητας)
- Ρινική συμφόρηση (Μη γνωστής συχνότητας)
- Ρινική ενόχληση (Μη γνωστής συχνότητας)
- Στοματοφαρυγγικό άλγος (Μη γνωστής συχνότητας)
- Ρινόρροια (Μη γνωστής συχνότητας)
- Διαταραχές της ρινικής κοιλότητας (Μη γνωστής συχνότητας)
- Φτέρνισμα (Μη γνωστής συχνότητας)
- Χασμουρητό (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αυξημένα πτύελα (N) (Όχι συχνές)
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσπεψία
- Χολοκυστίτιδα
- Άλγος της άνω κοιλιακής χώρας (Συχνές)
- Ερυγή (Όχι συχνές)
- Αιματοχεσία (Σπάνιες)
- Κήλη (Σπάνιες)
- Οίδημα χείλους (Σπάνιες)
- Άλγος της κάτω κοιλιακής χώρας (Σπάνιες)
- Τερηδόνα δοντιών (Σπάνιες)
- Οδονταλγία (Σπάνιες)
- Διάρροια (Μη γνωστής συχνότητας)
- Μετεωρισμός (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αιμορροΐδες (Μη γνωστής συχνότητας)
- Έλκος (Μη γνωστής συχνότητας)
- Διαταραχές της γεύσης (B) (Συχνές)
- Αύξηση της ALT (αλανινική αμινοτρανσφεράση) (Όχι συχνές)
- Αύξηση της AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση) (Όχι συχνές)
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων (Όχι συχνές)
- Ηπατική βλάβη που επάγεται από φάρμακο (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αυξημένη χολερυθρίνη του αίματος (N) (Όχι συχνές)
- Ίκτερος (B) (Όχι συχνές)
- Ακμή (Μη γνωστής συχνότητας)
- Πολύμορφο ερύθημα και σύνδρομο Stevens-Johnson (Μη γνωστής συχνότητας)
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος (Μη γνωστής συχνότητας)
- Επιδεινωμένο σύνδρομο συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (Μη γνωστής συχνότητας)
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) (Μη γνωστής συχνότητας)
- Παρόξυνση της ψωρίασης (B) (Όχι συχνές)
- Σμηγματόρροια (N) (Όχι συχνές)
- Άλγος της γνάθου (Σπάνιες)
- Αρθραλγία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Πόνος στη βουβωνική χώρα (Μη γνωστής συχνότητας)
- Μυαλγία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Ραβδομυόλυση (Μη γνωστής συχνότητας)
- Μυϊκές δεσμιδώσεις (B) (Όχι συχνές)
- Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος (Όχι συχνές)
- Επιτακτική ούρηση (Σπάνιες)
- Δυσουρία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Πολλακιουρία (Μη γνωστής συχνότητας)
- Συχνότητα ούρησης ή/και κατακράτηση ούρων (Μη γνωστής συχνότητας)
- Στυτική Δυσλειτουργία (Όχι συχνές)
- Ακανόνιστη εμμηνόρροια (Σπάνιες)
- Κολπική αιμορραγία (Σπάνιες)
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα (Σπάνιες)
- Καθυστερημένη εκσπερμάτιση (N) (Όχι συχνές)
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθηση έντασης (Συχνές)
- Εξασθένιση (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογική αίσθηση (Όχι συχνές)
- Περιφερική ψυχρότητα (Σπάνιες)
- Πυρεξία (Σπάνιες)
- Ρίγη (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αυξημένη ενέργεια (Μη γνωστής συχνότητας)
- Αύξηση βάρους (N) (Όχι συχνές)
- Αυξημένη όρεξη
- Δίψα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος της άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑίσθηση έντασηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑδυναμία συγκέντρωσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑυξημένος καρδιακός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςTinea pedisΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΈντασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑδυναμία συντονισμούΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα πτύελαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσηςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσηςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΒαρύτερες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, δύσπνοια/βρογχόσπασμος, αναφυλακτική καταπληξία, αρθραλγία, μυαλγία, πυρεξία, εξάνθημα) (B)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιάσχισηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές της γλυκόζης του αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΗλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΙδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύραΑίμα
-
Όχι συχνέςΚαθυστερημένη εκσπερμάτισηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚρίσειςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜεταπτώσεις της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική αίσθησηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές δεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝόσος των ταξιδιωτώνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρανοϊκός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαρόξυνση ψωρίασηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠροσυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣμηγματόρροιαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣτοματικός έρπηςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμος σκοπούΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΆλγος γνάθουΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΆλγος κάτω κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιματοχεσίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑκανόνιστη εμμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΕπιτακτική ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΗπατική βλάβη από φάρμακοΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΚήληΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚρίση πανικούΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΟίδημα χείλουςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟδονταλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΤερηδόναΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΈλκοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑιμορροΐδεςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑκμήΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑπώλεια γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑσθενωπίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυξημένη ενέργειαΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιακυμάνσεις αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιαταραχές ρινικής κοιλότηταςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυστονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔυσφορία ωτόςΑυτί
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστής συχνότηταςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟίδημα οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟφθαλμικό άλγοςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟφθαλμικός ερεθισμόςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαράνοιαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαραληρηματικές ιδέεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠόνος στη βουβωνική χώραΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡίγηΓενικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡινική ενόχλησηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣυναισθηματικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο σεροτονίνηςΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΦτέρνισμαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΧασμουρητόΝευρικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΩταλγίαΑυτί
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης στις έγκυες γυναίκες. Ο συνδυασμός δεν έχει δοκιμαστεί σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας. Μελέτες με τη ναλτρεξόνη σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες με τη βουπροπιόνη σε ζώα δεν καταδεικνύουν σαφείς ενδείξεις βλάβης της αναπαραγωγής. Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΗ ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη συστηματική έκθεση στη ναλτρεξόνη και στη βουπροπιόνη στα θηλάζοντα βρέφη/νεογέννητα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα από τη συνδυασμένη χρήση ναλτρεξόνης και βουπροπιόνης. Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη γονιμότητα με τη βουπροπιόνη. Όταν χορηγήθηκε από στόματος σε επίμυες, η ναλτρεξόνη προκάλεσε σημαντική αύξηση του ποσοστού ψευδοκυήσεων και μείωση του ποσοστού κυήσεων σε δόση περίπου 30πλάσια της δόσης ναλτρεξόνης που παρέχεται από τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης. Η σχετικότητα αυτών των παρατηρήσεων για τη γονιμότητα του ανθρώπου δεν είναι γνωστή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Σκευάσματα κατά της παχυσαρκίας αποκλειομένων των διαιτητικών προϊόντων, κεντρικώς δρώντα προϊόντα κατά της παχυσαρκίας, Κωδικός ATC: A08AA62.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι ακριβείς νευροχημικές δράσεις καταστολής της όρεξης του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν είναι πλήρως κατανοητές. Το φαρμακευτικό προϊόν έχει δύο συστατικά: τη ναλτρεξόνη, έναν ανταγωνιστή των μ-οπιοειδών, και τη βουπροπιόνη, έναν ασθενή αναστολέα της νευρωνικής επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης και της νορεπινεφρίνης. Αυτά τα συστατικά επηρεάζουν δύο κύριες περιοχές του εγκεφάλου, ειδικότερα, τον τοξοειδή πυρήνα του υποθαλάμου και το μεσομεταιχμιακό ντοπαμινεργικό σύστημα ανταμοιβής. Στον τοξοειδή πυρήνα του υποθαλάμου, η βουπροπιόνη διεγείρει τους νευρώνες της προοπιομελανοκορτίνης (POMC) που απελευθερώνουν α-μελανοκυτταροτρόπο ορμόνη (α-MSH), η οποία με τη σειρά της δεσμεύεται και διεγείρει τους υποδοχείς μελανοκορτίνης 4 (MC4-R). Κατά την απελευθέρωση α-MSH, οι νευρώνες POMC απελευθερώνουν ταυτόχρονα β-ενδορφίνη, έναν ενδογενή αγωνιστή των υποδοχέων των μ-οπιοειδών. Η πρόσδεση της β-ενδορφίνης στους υποδοχείς μ-οπιοειδών στους νευρώνες POMC διαμεσολαβεί σε έναν βρόχο αρνητικής ανάδρασης στους νευρώνες POMC, οδηγώντας σε μείωση της απελευθέρωσης α-MSH. Έχει προταθεί ότι ο αποκλεισμός αυτού του ανασταλτικού βρόχου ανάδρασης με ναλτρεξόνη διευκολύνει μια ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας ενεργοποίηση των νευρώνων POMC, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις επιδράσεις της βουπροπιόνης στο ισοζύγιο ενέργειας. Προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη ενδέχεται να έχουν υπερπροσθετικές δράσεις σε αυτή την περιοχή για τη μείωση της πρόσληψης τροφής, όταν χορηγούνται μαζί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τα αποτελέσματα του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης στην απώλεια βάρους, στη διατήρηση του βάρους, στην περιφέρεια μέσης, στη σύνθεση του σώματος, στους σχετιζόμενους με την παχυσαρκία δείκτες για καρδιαγγειακές και μεταβολικές παραμέτρους και στις αξιολογήσεις που αναφέρθηκαν από τους ασθενείς εξετάστηκαν σε διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές φάσης 2 και φάσης 3 για την παχυσαρκία (περιοχή BMI 27 - 45 kg/m2) με διάρκειες μελέτης 16 έως 56 εβδομάδων, με τυχαιοποίηση σε υδροχλωρική ναλτρεξόνη (16 έως 50 mg/ημέρα) και/ή υδροχλωρική βουπροπιόνη (300 έως 400 mg/ημέρα) ή εικονικό φάρμακο.
Επίδραση στην απώλεια βάρους και στη διατήρηση του βάρους
Τέσσερις πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες φάσης 3 για την παχυσαρκία (NB-301, NB-302, NB-303 και NB-304) διεξάχθηκαν για την αξιολόγηση της δράσης του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε συνδυασμό με τροποποίηση του τρόπου ζωής σε 4.536 συμμετέχοντες που τυχαιοποιήθηκαν στον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ή σε εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία ξεκίνησε με μια περίοδο βαθμιαίας αύξησης της δόσης. Τρεις από αυτές τις μελέτες (NB-301, NB-302 και NB-304) όρισαν το πρωτεύον τελικό σημείο στις 56 εβδομάδες και 1 μελέτη (NB-303) όρισε το πρωτεύον τελικό σημείο στην εβδομάδα 28 αλλά συνεχίστηκε για 56 εβδομάδες. Οι μελέτες NB-301, NB-303, και NB-304 συμπεριλάμβαναν περιοδικές οδηγίες από τα κέντρα της μελέτης για μείωση της πρόσληψης θερμίδων και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, ενώ η NB-302 συμπεριλάμβανε ένα εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης που αποτελούταν από 28 συνεδρίες ομαδικής συμβουλευτικής σε διάστημα 56 εβδομάδων, καθώς και ένα υπαγορευόμενο από τη μελέτη σχήμα αυστηρής δίαιτας και άσκησης. Η μελέτη NB-304 αξιολόγησε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που δεν πετύχαιναν τον γλυκαιμικό στόχο HbA1c < 7% (53 mmol/mol) με από στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή με δίαιτα και άσκηση μόνο. Η μελέτη NB-303 συμπεριέλαβε μια επανατυχαιοποίηση με τυφλό τρόπο και πρόσθεση μιας υψηλότερης δόσης ναλτρεξόνης (υδροχλωρική ναλτρεξόνη 48 mg/υδροχλωρική βουπροπιόνη 360 mg) την εβδομάδα 28 στη μισή κοόρτη των συμμετεχόντων στον κλάδο δραστικής θεραπείας οι οποίοι δεν είχαν ανταποκριθεί επαρκώς στη θεραπεία και έτσι το πρωτεύον τελικό σημείο της σύγκρισης της μεταβολής του βάρους με 32 mg υδροχλωρικής ναλτρεξόνης/360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου αξιολογήθηκε την εβδομάδα 28. Από τον συνολικό πληθυσμό 4.536 συμμετεχόντων στις μελέτες φάσης 3 με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης 25% είχαν υπέρταση, 33% είχαν επίπεδα γλυκόζης νηστείας ≥ 100 mg/dl (5,6 mmol/l) κατά τη μέτρηση αναφοράς, 54% είχαν δυσλιπιδαιμία κατά την είσοδο στη μελέτη και 11% είχαν διαβήτη τύπου 2. Στις συνδυασμένες μελέτες φάσης 3, η μέση ηλικία ήταν 46 έτη, 83% ήταν γυναίκες, και 77% ανήκαν στη λευκή, 18% στη μαύρη και 5% σε άλλη φυλή. Ο μέσος BMI κατά τη μέτρηση αναφοράς ήταν 36 kg/m2 και η μέση περιφέρεια μέσης 110 cm. Τα δύο συμπρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν η ποσοστιαία μεταβολή από το σωματικό βάρος κατά τη μέτρηση αναφοράς και η αναλογία συμμετεχόντων που πέτυχαν συνολική μείωση του σωματικού βάρους ≥ 5%. Οι συνόψεις των δεδομένων για τη μέση μεταβολή του σωματικού βάρους αντικατοπτρίζουν τον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (intent-to-treat, ΙΤΤ), οριζόμενο ως τον πληθυσμό των ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σε μέτρηση αναφοράς του σωματικού βάρους και σε τουλάχιστον μία μέτρηση του σωματικού βάρους μετά τη μέτρηση αναφοράς κατά τη διάρκεια της καθορισμένης φάσης θεραπείας, με χρήση ανάλυσης με προώθηση τελευταίας παρατήρησης (last observation carried forward, LOCF) και ανάλυση όσων ολοκλήρωσαν τη μελέτη (completers analysis). Οι συνόψεις της αναλογίας των συμμετεχόντων που πέτυχαν μείωση του σωματικού βάρους κατά ≥ 5% ή ≥ 10% χρησιμοποιούν ανάλυση με προώθηση της παρατήρησης αναφοράς (baseline observation carried forward, BOCF) όλων των τυχαιοποιημένων συμμετεχόντων. Η συνολική προσκόλληση ήταν παρόμοια μεταξύ των δοκιμών και παρόμοια μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Τα ολοκληρωμένα ποσοστά προσκόλλησης στη θεραπεία για τις μελέτες φάσης 3 ήταν: 67% με τον συνδυασμό NB έναντι 74% με το εικονικό φάρμακο στις 16 εβδομάδες, 63% με τον συνδυασμό NB έναντι 65% με το εικονικό φάρμακο στις 26 εβδομάδες, 55% με τον συνδυασμό NB έναντι 55% με το εικονικό φάρμακο στις 52 εβδομάδες. Όπως φαίνεται στον πίνακα 2, στη μελέτη NB-301, οι συμμετέχοντες είχαν, κατά τη διάρκεια της λήψης του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, μια μέση ποσοστιαία απώλεια βάρους -5,4% συγκρινόμενη με -1,3% στην ομάδα των συμμετεχόντων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Απώλεια βάρους τουλάχιστον 5% του σωματικού βάρους κατά τη μέτρηση αναφοράς παρατηρήθηκε συχνότερα σε συμμετέχοντες που λάμβαναν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (31%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (12%) (πίνακας 3). Περισσότερο έκδηλη απώλεια βάρους παρατηρήθηκε στην κοόρτη των συμμετεχόντων που συμπλήρωσε 56 εβδομάδες θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (-8,1%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-1,8%). Συγκρίσιμα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στη μελέτη NB-303, η οποία ήταν παρόμοιου σχεδιασμού, με σημαντική απώλεια βάρους να παρατηρείται στους ασθενείς που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στο τελικό σημείο της εβδομάδας 28 και να διατηρείται κατά τη διάρκεια των 56 εβδομάδων από τη μέτρηση αναφοράς (πίνακας 3). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αξιολογήθηκε επίσης σε συνδυασμό με εντατική συμβουλευτική συμπεριφορικής τροποποίησης στη μελέτη NB-302. Υπήρξε, ανάλογα, μεγαλύτερη μέση απώλεια βάρους από τη μέτρηση αναφοράς με τη θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (-8,1%) σε σύγκριση με τη μελέτη NB-301 (-5,4%) την εβδομάδα 56, και με το εικονικό φάρμακο (-4,9%) σε σύγκριση με τη μελέτη NB-301 (-1,3%). Οι επιδράσεις της θεραπείας σε παχύσαρκους και υπέρβαρους συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (μελέτη NB-304) ήταν κάπως λιγότερο έκδηλες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε άλλες μελέτες φάσης 3. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (-3,7%) ήταν σημαντικά (p < 0,001) αποτελεσματικότερος από τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο (-1,7%) σε αυτόν τον πληθυσμό.
Πίνακας 3. Μέση απώλεια βάρους (% μεταβολή) από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 56 στις μελέτες φάσης 3 με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (NB) NB-301, NB-302 και NB-304 και από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 28 στη μελέτη φάσης 3 NB-303
| NB-301 | NB-302 | NB-304 | NB-303 | |
|---|---|---|---|---|
| Δεδομένα | 56 εβδομάδων | 56 εβδομάδων | 56 εβδομάδων | 28 εβδομάδων |
| Σύνολο ανάλυσης πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας | ||||
| N | 538 | 536 | 565 | 196 |
| Τιμή αναφοράς (kg) | 99,8 | 99,5 | 100,3 | 101,8 |
| Προσαρμοσμένη μέση (95% CI) % μεταβολή από την τιμή αναφοράς | -5,4* (-6,0, -4,8) | -8,1* (-8,8, -7,4) | -3,7* (-4,3, -3,1) | -5,7* (-6,1, -5,3) |
| Σύνολο ανάλυσης ολοκληρωσάντων τη μελέτη++ | ||||
| N | 296 | 290 | 301 | 106 |
| Τιμή αναφοράς (kg) | 99,8 | 99,2 | 101,2 | 100,4 |
| Προσαρμοσμένη μέση (95% CI) % μεταβολή από την τιμή αναφοράς | -8,1 (-9,0, -7,2) | -11,5 (-12,6, -10,4) | -5,9 (-6,8, -5,0) | -7,8 (-8,3, -7,3) |
CI, διάστημα εμπιστοσύνης. Τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% υπολογίστηκαν ως προσαρμοσμένη μέση τιμή ±1,96 × τυπικό σφάλμα.
- Ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σε μέτρηση αναφοράς του σωματικού βάρους και σε τουλάχιστον μία μέτρηση του σωματικού βάρους μετά τη μέτρηση αναφοράς κατά τη διάρκεια της καθορισμένης φάσης θεραπείας. Τα αποτελέσματα βασίζονται σε προώθηση της τελευταίας παρατήρησης (LOCF). ++ Συμμετέχοντες με μέτρηση αναφοράς και μεταγενέστερη μέτρηση του σωματικού βάρους που συμπλήρωσαν 56 εβδομάδες (μελέτες NB-301, NB-302 και NB-304) ή 28 εβδομάδες (NB-303) θεραπείας.
- Διαφορά από το εικονικό φάρμακο, p < 0,001.
Οι μελέτες NB-301, NB-302 και NB-303 πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες που ήταν παχύσαρκοι, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι με συννοσηρότητες. Η μελέτη NB-302 είχε ένα πιο εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης, ενώ το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης NB-303 ήταν την εβδομάδα 28, προκειμένου να είναι δυνατή η επανατυχαιοποίηση σε διαφορετικές δόσεις για το τελευταίο μέρος της μελέτης. Η μελέτη ΝΒ-304 πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Τα ποσοστά συμμετεχόντων με απώλεια βάρους ≥ 5% ή ≥ 10% από την τιμή αναφοράς ήταν μεγαλύτερα με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε όλες τις 4 κλινικές δοκιμές φάσης 3 για την παχυσαρκία (πίνακας 4).
Πίνακας 4. Ποσοστό (%) συμμετεχόντων με μείωση ≥ 5% και ≥10% του σωματικού βάρους από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 56 στις μελέτες φάσης 3 NB-301, NB-302 και NB-304 και από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 28 στη μελέτη φάσης 3 NB-303
| NB-301 | NB-302 | NB-304 | NB-303 | |
|---|---|---|---|---|
| Δεδομένα | 56 εβδομάδων | 56 εβδομάδων | 56 εβδομάδων | 28 εβδομάδων |
| Τυχαιοποιημένος πληθυσμός+ | ||||
| N | 583 | 581 | 591 | 202 |
| Απώλεια βάρους ≥ 5% | 31* | 46** | 28* | 42* |
| Απώλεια βάρους ≥ 10% | 17* | 30* | 13** | 22* |
| Ολοκληρώσαντες++ | ||||
| N | 296 | 290 | 301 | 106 |
| Απώλεια βάρους ≥ 5% | 62 | 80 | 53 | 69 |
| Απώλεια βάρους ≥ 10% | 34 | 55 | 26 | 36 |
- Με προώθηση της παρατήρησης αναφοράς (BOCF) ++ Συμμετέχοντες με μέτρηση αναφοράς και μεταγενέστερη μέτρηση του σωματικού βάρους που συμπλήρωσαν 56 εβδομάδες (μελέτες NB-301, NB-302 και NB-304) ή 28 εβδομάδες (NB-303) θεραπείας.
- Διαφορά από το εικονικό φάρμακο, p < 0,001 ** Διαφορά από το εικονικό φάρμακο, p < 0,01
Οι μελέτες NB-301, NB-302 και NB-303 πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες που ήταν παχύσαρκοι, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι με συννοσηρότητες. Η μελέτη NB-302 είχε ένα πιο εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης, ενώ το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης NB303 ήταν την εβδομάδα 28, προκειμένου να είναι δυνατή η επανατυχαιοποίηση σε διαφορετικές δόσεις για το τελευταίο μέρος της μελέτης. Η μελέτη ΝΒ-304 πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Από τους ασθενείς με δεδομένα παρατήρησης την εβδομάδα 16 στις τέσσερις κλινικές μελέτες φάσης 3, 50,8% αυτών που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είχαν χάσει ≥ 5% του σωματικού βάρους κατά τη μέτρηση αναφοράς, συγκρινόμενο με 19,3% των συμμετεχόντων που έλαβαν εικονικό φάρμακο (ανταποκρινόμενοι κατά την εβδομάδα 16). Στο ένα έτος, η μέση απώλεια βάρους (με χρήση της μεθοδολογίας LOCF) μεταξύ αυτών των ανταποκρινόμενων κατά την εβδομάδα 16 που έλαβαν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ήταν 11,3%, με το 55% να είχε χάσει ≥10% σωματικού βάρους. Επιπλέον, οι ανταποκρινόμενοι κατά την εβδομάδα 16 που έλαβαν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είχαν υψηλό λόγο διατήρησης, με το 87% να συμπληρώνει 1 έτος θεραπείας. Το κατώφλι απώλειας βάρους ≥ 5% την εβδομάδα 16 είχε θετική προγνωστική αξία 86,4% και αρνητική προγνωστική αξία 84,8% για τον καθορισμό του εάν ένας συμμετέχων που λάμβανε συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα επιτύγχανε απώλεια βάρους τουλάχιστον 5% την εβδομάδα 56. Οι ασθενείς που δεν ικανοποίησαν το κριτήριο πρώιμης ανταπόκρισης δεν βρέθηκαν να έχουν αυξημένα ζητήματα ανοχής ή ασφάλειας σε σχέση με τους ασθενείς που είχαν ευμενή πρώιμη ανταπόκριση.
Επίδραση στις καρδιαγγειακές και μεταβολικές παραμέτρους
Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις για την περιφέρεια μέσης (συμπεριλαμβανομένων των συμμετεχόντων με διαβήτη τύπου 2), για τα τριγλυκερίδια, για την HDL-C και για τον λόγο LDL-C/HDL-C στους συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου σε όλες τις μελέτες φάσης 3 (πίνακας 4). Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στα τριγλυκερίδια, στην HDL-C και στον λόγο LDL-C/HDL-C στους συμμετέχοντες με δυσλιπιδαιμία κατά τη μέτρηση αναφοράς που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ανεξάρτητα από τη θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας. Οι μεταβολές στη μέση αρτηριακή πίεση περιγράφονται στην παράγραφο 4.4. Επιπλέον, σε συμμετέχοντες που δεν είχαν διαβήτη τύπου 2, υπήρξαν μειώσεις στην ινσουλίνη νηστείας και στον δείκτη HOMA-IR, ένα μέτρο της αντοχής στην ινσουλίνη, σε συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.
Επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο σε παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2
Μετά από 56 εβδομάδες θεραπείας σε συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 (NB-304), ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης επέδειξε βελτιώσεις σε παραμέτρους του γλυκαιμικού ελέγχου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (πίνακας 4). Μεγαλύτερη βελτίωση της HbA1c σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο παρατηρήθηκε στην πρώτη μέτρηση μετά τη μέτρηση αναφοράς (εβδομάδα 16, p < 0,001). Η μέση μεταβολή της HbA1c από την τιμή αναφοράς την εβδομάδα 56 ήταν -0,63% για ασθενείς που λάμβαναν ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο -0,14% (p < 0,001). Σε συμμετέχοντες με τιμή αναφοράς για την HbA1c > 8% (64 mmol/mol), οι μεταβολές της HbA1c στο τελικό σημείο ήταν -1,1% και -0,5% για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο αντίστοιχα. Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν στη γλυκόζη νηστείας, στην ινσουλίνη νηστείας, στον δείκτη HOMA-IR και στο ποσοστό συμμετεχόντων που απαίτησαν φαρμακευτικά προϊόντα διάσωσης για τους συμμετέχοντες που λάμβαναν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου.
Πίνακας 5. Μεταβολή στις καρδιαγγειακές και μεταβολικές παραμέτρους από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 56 στις μελέτες φάσης 3 NB-301, NB-302 και NB-304 και από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 28 στη μελέτη φάσης 3 NB-303
| NB-301 | Εικ.Φ. | NB-302 | Εικ.Φ. | NB-304 | Εικ.Φ. | NB-303 | Εικ.Φ. | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| N++ | 471 | 511 | 482 | 193 | 265 | 159 | 825 | 456 |
| Περιφέρεια μέσης, cm | -6,2* | -2,5 | -10,0* | -6,8 | -5,0* | -2,9 | -6,2* | -2,7 |
| Τριγλυκερίδια, % μεταβολής | -12,7* | -3,1 | -16,6* | -8,5 | -11,2* | -0,8 | -7,3* | -1,4 |
| HDL-C, mg/dl | 3,4* | -0,1 | 4,1* | 0,9 | 3,0* | -0,3 | 1,2* | -1,4 |
| λόγος LDL-C/HDL-C | -0,21* | -0,05 | -0,05* | 0,12 | -0,15* | 0,04 | -0,15* | 0,07 |
| HbA1c,% | Δεν εφαρμόζεται | -0,6* | -0,1 | Δεν εφαρμόζεται | ||||
| Γλυκόζη νηστείας, mg/dl | -3,2* | -1,3 | -2,4 | -1,1 | -11,9 | -4,0 | -2,1 | -1,7 |
| Ινσουλίνη νηστείας, % μεταβολής | -17,1* | -4,6 | -28,0* | -15,5 | -13,5 | -10,4 | -14,1* | -0,5 |
| HOMA-IR, % μεταβολής | -20,2* | -5,9 | -29,9* | -16,6 | -20,6 | -14,7 | -16,4* | -4,2 |
- Βάσει LOCF με προώθηση της τελευταίας παρατήρησης υπό αγωγή.
- Τιμή p < 0,05 (ονομαστικές τιμές) σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου.
Οι μελέτες NB-301, NB-302 και NB-303 πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες που ήταν παχύσαρκοι, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι με συννοσηρότητες. Η μελέτη NB-302 είχε ένα πιο εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης, ενώ το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης NB303 ήταν την εβδομάδα 28, προκειμένου να είναι δυνατή η επανατυχαιοποίηση σε διαφορετικές δόσεις για το τελευταίο μέρος της μελέτης. Η μελέτη ΝΒ-304 πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Επίδραση στη σύσταση του σώματος
Σε ένα υποσύνολο συμμετεχόντων, μετρήθηκε η σύσταση του σώματος με χρήση απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ διπλής δέσμης (DEXΑ) (ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη = 79 συμμετέχοντες και εικονικό φάρμακο = 45 συμμετέχοντες) και πολυτομική αξονική τομογραφία (CT) (ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη = 34 συμμετέχοντες και εικονικό φάρμακο = 24 συμμετέχοντες). Η αξιολόγηση μέσω DEXΑ κατέδειξε ότι η θεραπεία με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης συσχετίζονταν με μεγαλύτερες μειώσεις από τη μέτρηση αναφοράς του ολικού σωματικού λίπους και του σπλαγχνικού λιπώδους ιστού από ό,τι το εικονικό φάρμακο. Όπως αναμένονταν, οι συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είχαν μεγαλύτερη μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς του ποσοστού άλιπης σωματική μάζας σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής απώλειας βάρους μπορούσε να αποδοθεί σε μείωση του λιπώδους ιστού, συμπεριλαμβανομένου του σπλαγχνικού λιπώδους ιστού.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Mysimba σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην παχυσαρκία (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους.
PHARMACOKINETICS
Τα αποτελέσματα μιας μελέτης σχετικής βιοδιαθεσιμότητας μεμονωμένης δόσης σε υγιή άτομα κατέδειξαν ότι τα δισκία συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είναι, όταν προσαρμόζεται η δόση, βιοϊσοδύναμα με βάση τον μέσο λόγο AUC0-∞ και τα διαστήματα εμπιστοσύνης 90% με δισκία άμεσης αποδέσμευσης (IR) ναλτρεξόνης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης (PR) βουπροπιόνης χορηγούμενων ως μονοθεραπειών.
Απορρόφηση
Μετά από μία μεμονωμένη από στόματος χορήγηση δισκίων συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ναλτρεξόνης και της βουπροπιόνης παρατηρήθηκαν περίπου 2 και 3 ώρες αντίστοιχα μετά τη χορήγηση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης. Δεν υπήρξαν διαφορές στη βιοδιαθεσιμότητα, όπως μετριέται μέσω του AUC, της ναλτρεξόνης ή της βουπροπιόνης, όταν χορηγούνταν σε συνδυασμό, σε σύγκριση με όταν χορηγούνταν η καθεμία μόνη της. Ωστόσο, δεδομένης της παρατεταμένης φύσης της αποδέσμευσης φαρμάκου για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, η Cmax για τη ναλτρεξόνη ήταν σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με την υδροχλωρική ναλτρεξόνη IR 50 mg χορηγούμενη μόνη της (διαφορά περίπου κατά το 2πλάσιο μετά από προσαρμογή της δόσης). Η Cmax της βουπροπιόνης από τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (180 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης) ήταν ισοδύναμη με τη Cmax της βουπροπιόνης PR (150 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης), υποδεικνύοντας ότι η Cmax της βουπροπιόνης που επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης/ημέρα) είναι συγκρίσιμη με αυτήν που επιτυγχάνεται με την εμπορικά διαθέσιμη βουπροπιόνη PR (300 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης/ημέρα) χορηγούμενη μόνη της. Η ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη απορροφούνται καλά από την γαστρεντερική οδό (απορροφάται > 90%). Ωστόσο, η ναλτρεξόνη έχει σημαντικό φαινόμενο πρώτης διόδου και έτσι μειωμένη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα, με μόλις το 5 - 6% να φτάνει αμετάβλητο στη συστηματική κυκλοφορία.
Επίδραση της τροφής
Όταν η ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη χορηγήθηκε με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος η AUC και η Cmax της ναλτρεξόνης αυξήθηκαν κατά 2,1 και 3,7 φορές και η AUC και η Cmax της βουπροπιόνης αυξήθηκαν κατά 1,4 και 1,8 φορές αντίστοιχα. Σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης, η επίδραση της τροφής επέφερε αυξήσεις της AUC και της Cmax κατά 1,7 και 1,9 φορές για τη ναλτρεξόνη και 1,1 και 1,3 φορές για τη βουπροπιόνη αντίστοιχα. Η κλινική εμπειρία συμπεριέλαβε ποικίλες γευματικές συνθήκες και υποστηρίζει τη χρήση των δισκίων συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με τροφή.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης της από στόματος ναλτρεξόνης και βουπροπιόνης, χορηγούμενων ως συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, Vss/F, ήταν 5697 λίτρα και 880 λίτρα αντίστοιχα. Η πρόσδεση σε πρωτεΐνες του πλάσματος δεν είναι εκτεταμένη ούτε για τη ναλτρεξόνη (21%) ούτε για τη βουπροπιόνη (84%), υποδεικνύοντας χαμηλό δυναμικό φαρμακευτικών αντιδράσεων μέσω εκτόπισης.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Μετά από μεμονωμένη χορήγηση δισκίων συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε υγιή άτομα, ο μέσος χρόνος ημιζωής για την αποβολή, T½, ήταν περίπου 5 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 21 ώρες για τη βουπροπιόνη.
Ναλτρεξόνη
Ο κύριος μεταβολίτης της ναλτρεξόνης είναι η 6-β-ναλτρεξόλη. Παρόλο που είναι λιγότερο ισχυρή από τη ναλτρεξόνη, η 6-β-ναλτρεξόλη αποβάλλεται πιο αργά και έτσι κυκλοφορεί σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις από τη ναλτρεξόνη. Η ναλτρεξόνη και η 6-β-ναλτρεξόλη δεν μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 και μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι δεν υφίσταται δυναμικό αναστολής ή επαγωγής σημαντικών ενζύμων. Η ναλτρεξόνη μεταβολίζεται κυρίως προς 6-β-ναλτρεξόλη από τις αφυδρογονάσες διυδροδιολών (DD1, DD2 και DD4). Άλλες κύριες μεταβολικές οδοί είναι ο σχηματισμός των μεταβολιτών 2-υδροξυ-3-O-μεθυλοναλτρεξόνη και 2-υδροξυ-3-O-μεθυλο-6-β-ναλτρεξόλη, που θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από κατεχολο-O-μεθυλοτρανσφεράσες (COMT), και γλυκουρονίδωση, που θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από τα UGT1A1 και UGT2B7. Η ναλτρεξόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς (37 έως 60% της δόσης). Η εξαγόμενη τιμή για τη νεφρική απέκκριση της ναλτρεξόνης μετά από χορήγηση από στόματος, με προσαρμογή για την πρόσδεση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 89 ml/min. Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το κύριο μονοπάτι αποβολής δεν είναι γνωστό. Η απέκκριση στα κόπρανα αποτελεί έλασσον μονοπάτι αποβολής.
Βουπροπιόνη
Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς με τρεις δραστικούς μεταβολίτες: υδροξυβουπροπιόνη, θρεοϋδροβουπροπιόνη και ερυθροϋδροβουπροπιόνη. Οι μεταβολίτες έχουν μεγαλύτερους χρόνους ημίσειας ζωής για την αποβολή από ό,τι η βουπροπιόνη και συσσωρεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό. Ευρήματα in vitro υποδεικνύουν ότι το CYP2B6 είναι το κύριο ισοένζυμο που εμπλέπεται στον σχηματισμό υδροξυβουπροπιόνης, ενώ τα CYP1A2, 2A6, 2C9, 3A4 και 2E1 εμπλέκονται σε μικρότερο βαθμό. Αντίθετα, έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία ότι ο σχηματισμός θρεοϋδροβουπροπιόνης διαμεσολαβείται από την 11-β-υδροξυστεροειδική αφυδρογονάση τύπου 1. Το μεταβολικό μονοπάτι που είναι υπεύθυνο για τον σχηματισμό ερυθροϋδροβουπροπιόνης δεν είναι γνωστό. Η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της αναστέλλουν το CYP2D6. Η πρόσδεση της υδροξυβουπροπιόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι παρόμοια με εκείνη της βουπροπιόνης (84%), ενώ οι άλλοι δύο μεταβολίτες επιδεικνύουν περίπου το μισό ποσοστό πρόσδεσης. Μετά από χορήγηση από στόματος 200 mg σημασμένης με 14C υδροχλωρικής βουπροπιόνης σε ανθρώπους, 87% και 10% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα αντίστοιχα. Το κλάσμα της από στόματος δόσης βουπροπιόνης που απεκκρίθηκε αμετάβλητο ήταν 0,5%, εύρημα συνεπές με τον εκτενή μεταβολισμό της βουπροπιόνης.
Συσσώρευση
Μετά από χορήγηση συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δύο φορές την ημέρα, η ναλτρεξόνη δεν συσσωρεύεται, ενώ η 6-β-ναλτρεξόλη συσσωρεύεται με τον χρόνο. Με βάση τον χρόνο ημίσειας ζωής της, η 6-β-ναλτρεξόλη εκτιμάται ότι επιτυγχάνει συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης σε 3 ημέρες περίπου. Οι μεταβολίτες της βουπροπιόνης (και σε μικρότερο βαθμό η μη μεταβολισμένη βουπροπιόνη) συσσωρεύονται και φτάνουν σε συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης σε μία εβδομάδα κατά προσέγγιση. Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη που να συγκρίνει την AUC ή τη Cmax δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με βουπροπιόνη PR ή ναλτρεξόνη ΙR χορηγούμενων ως μονοθεραπειών σε περίπτωση πολλαπλών δόσεων (δηλ. υπό συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης).
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο και φυλή
Η ομαδοποιημένη ανάλυση των δεδομένων για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν αποκάλυψε σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπροπιόνης ή της ναλτρεξόνης που να σχετίζονται με το φύλο ή τη φυλή. Ωστόσο, μόνο συμμετέχοντες ανήκοντες στην καυκάσια και στη μαύρη φυλή μελετήθηκαν σε σημαντική έκταση. Δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης με βάση το φύλο ή τη φυλή.
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν έχει αξιολογηθεί στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Λόγω του ότι τα προϊόντα μεταβολισμού της ναλτρεξόνης και της βουπροπιόνης απεκκρίνονται στα ούρα και οι ηλικιωμένοι έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην επιλογή της δόσης και ενδέχεται να είναι χρήσιμη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν ενδείκνυται για ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
Καπνιστές
Η ομαδοποιημένη ανάλυση των δεδομένων για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν αποκάλυψε σημαντικές διαφορές στις συγκεντρώσεις της βουπροπιόνης ή της ναλτρεξόνης στο πλάσμα στους καπνιστές σε σύγκριση με τους μη καπνιστές. Οι επιδράσεις του καπνίσματος τσιγάρων στη φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης μελετήθηκε σε 34 υγιείς άνδρες και γυναίκες εθελοντές, 17 εκ των οποίων ήταν χρόνιοι καπνιστές τσιγάρων και 17 ήταν μη καπνιστές. Μετά από χορήγηση από στόματος μιας μεμονωμένης δόσης 150 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ καπνιστών και μη καπνιστών στη Cmax, στον χρόνο ημίσειας ζωής, Tmax, στην AUC, ή στην κάθαρση της βουπροπιόνης ή των δραστικών μεταβολιτών της.
Ηπατική δυσλειτουργία
Έχει διεξαχθεί μελέτη εφάπαξ δόσης φαρμακοκινητικής με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Τα αποτελέσματα από αυτήν τη μελέτη κατέδειξαν ότι σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογίες 5-6 κατά Child-Pugh [Κατηγορία Α]) υπήρξε μέτρια αύξηση στις συγκεντρώσεις ναλτρεξόνης, ωστόσο οι συγκεντρώσεις της βουπροπιόνης και των περισσότερων από τους άλλους μεταβολίτες ήταν κατά κύριο λόγο συγκρίσιμες και το πολύ διπλάσιες από εκείνες των ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια (βαθμολογίες 7-9 κατά Child-Pugh [Κατηγορία Β]) και σοβαρή (βαθμολογίες 10 και άνω κατά Child-Pugh 10 [Κατηγορία Γ]) ηπατική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκαν 6-πλάσιες και 30-πλάσιες αυξήσεις στη μέγιστη συγκέντρωση ναλτρεξόνης για τους ασθενείς με μέτρια και με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα, ενώ οι αυξήσεις σε βουπροπιόνη ήταν διπλάσιες και για τις δύο ομάδες. Διπλάσιες και 4-πλάσιες αυξήσεις της περιοχής κάτω από την καμπύλη για την βουπροπιόνη, παρατηρήθηκαν στους ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα. Δεν υπήρξαν σταθερές αλλαγές στους μεταβολίτες ναλτρεξόνης ή βουπροπιόνης που να σχετίζονταν με τους διάφορους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις) και δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης πρέπει να είναι μειωμένη (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Έχει διεξαχθεί μελέτη εφάπαξ δόσης φαρμακοκινητικής για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα αποτελέσματα από αυτήν τη μελέτη κατέδειξαν ότι η περιοχή κάτω από την καμπύλη για τη ναλτρεξόνη και τους μεταβολίτες της στο πλάσμα και τη βουπροπιόνη και τους μεταβολίτες της στο πλάσμα ήταν αυξημένη κατά λιγότερο από το διπλάσιο σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και μικρότερες αυξήσεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, δεν συνιστώνται προσαρμογές δόσης για τους ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Για ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να μειωθεί (βλ. Δοσολογία). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (βλ. Αντενδείξεις).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Σκευάσματα κατά της παχυσαρκίας αποκλειομένων των διαιτητικών προϊόντων, κεντρικώς δρώντα προϊόντα κατά της παχυσαρκίας, Κωδικός ATC: A08AA62. ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Οι ακριβείς νευροχημικές…
PHARMACOKINETICS Τα αποτελέσματα μιας μελέτης σχετικής βιοδιαθεσιμότητας μεμονωμένης δόσης σε υγιή άτομα κατέδειξαν ότι τα δισκία συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είναι, όταν προσαρμόζεται η δόση, βιοϊσοδύναμα με βάση τον μέσο λόγο AUC0-∞ και τα…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν την εκκίνηση της θεραπείας | Αυξημένη επικινδυνότητα για νεφρική ανεπάρκεια (διαβητικοί ή ηλικιωμένοι) |
| Δόση αντιδιαβητικών φαρμάκων | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Διαβήτης με κίνδυνο μειωμένης γλυκόζης |
| Δόση ινσουλίνης | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Διαβήτης με κίνδυνο μειωμένης γλυκόζης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Πριν την εκκίνηση της θεραπείας και σε τακτά χρονικά διαστήματα | — |
| Σφυγμός | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Πριν την εκκίνηση της θεραπείας και σε τακτά χρονικά διαστήματα | — |
| Ασυνήθιστες αλλαγές συμπεριφοράς | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Στενή επίβλεψη, κυρίως κατά την πρώιμη θεραπεία και μετά από μεταβολές στη δόση | Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο |
| Αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Στενή επίβλεψη, κυρίως κατά την πρώιμη θεραπεία και μετά από μεταβολές στη δόση | Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο |
| Κλινική παρακολούθηση (σύνδρομο σεροτονίνης) | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Προσεκτική παρακολούθηση, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και τις αυξήσεις της δόσης | Συγχορήγηση με σεροτονινεργικούς παράγοντες |
| Δερματολογικός έλεγχος | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Στενά | — |
| Κλινική επιδείνωση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενή επίβλεψη, κυρίως κατά την πρώιμη θεραπεία και μετά από μεταβολές στη δόση | Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Παράγωγο της νοροξυμορφόνης που είναι ο N-κυκλοπροπυλομεθυλ-συγγενής της ναλοξόνης. Είναι ανταγωνιστής οπιοειδών που είναι αποτελεσματικός από του στόματος, με μεγαλύτερη διάρκεια δράσης και μεγαλύτερη ισχύ από τη ναλοξόνη, και έχει προταθεί για τη θεραπεία του εθισμού στην ηρωίνη. Ο FDA έχει εγκρίνει τη ναλτρεξόνη για τη θεραπεία της εξάρτησης από το αλκοόλ. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό βοήθημα σε ένα πρόγραμμα τροποποίησης συμπεριφοράς υπό ιατρική παρακολούθηση για τη διατήρηση της διακοπής των οπιοειδών σε άτομα που ήταν προηγουμένως σωματικά εξαρτημένα από οπιοειδή και έχουν υποβληθεί επιτυχώς σε αποτοξίνωση. Επίσης, χρησιμοποιείται για τη διαχείριση της εξάρτησης από αλκοόλ σε συνδυασμό με ένα πρόγραμμα τροποποίησης συμπεριφοράς.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ναλτρεξόνη, ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών, είναι ένας συνθετικός συγγενής της οξυμορφόνης χωρίς ιδιότητες αγωνιστή οπιοειδών. Η ναλτρεξόνη ενδείκνυται στη θεραπεία της εξάρτησης από αλκοόλ και για τον αποκλεισμό των επιδράσεων εξωγενώς χορηγούμενων οπιοειδών. Μετριάζει σημαντικά ή αποκλείει πλήρως, αναστρέψιμα, τις υποκειμενικές επιδράσεις ενδοφλεβίως χορηγούμενων οπιοειδών. Όταν χορηγείται παράλληλα με μορφίνη, σε χρόνια βάση, η ναλτρεξόνη αποκλείει τη σωματική εξάρτηση από μορφίνη, ηρωίνη και άλλα οπιοειδή. Σε άτομα σωματικά εξαρτημένα από οπιοειδή, η ναλτρεξόνη θα προκαλέσει συμπτωματολογία στέρησης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ναλτρεξόνη είναι ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών και έχει μικρή ή καμία αγωνιστική δραστηριότητα. Ο μηχανισμός δράσης της ναλτρεξόνης στον αλκοολισμό δεν είναι κατανοητός· ωστόσο, η εμπλοκή του ενδογενούς συστήματος των οπιοειδών υποδεικνύεται από προκλινικά δεδομένα. Η ναλτρεξόνη θεωρείται ότι δρα ως ανταγωνιστής στις mc, κ, και δ υποδοχείς στο ΚΝΣ, με την υψηλότερη συγγένεια για τον μ υποδοχέα. Η ναλτρεξόνη συνδέεται ανταγωνιστικά με τέτοιους υποδοχείς και μπορεί να αποκλείσει τις επιδράσεις των ενδογενών οπιοειδών. Αυτό οδηγεί στην ανταγωνοποίηση των περισσότερων υποκειμενικών και αντικειμενικών επιδράσεων των οπιοειδών, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής καταστολής, της μυΐωσης, της ευφορίας και της επιθυμίας για το φάρμακο. Ο κύριος μεταβολίτης της ναλτρεξόνης, η 6-β-ναλτρεξόλη, είναι επίσης ανταγωνιστής οπιοειδών και μπορεί να συμβάλλει στην ανταγωνιστική δράση του φαρμάκου.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Αν και απορροφάται καλά από του στόματος, η ναλτρεξόνη υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου με εκτιμήσεις από του στόματος βιοδιαθεσιμότητας που κυμαίνονται από 5% έως 40%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 13 ώρες για τον ενεργό μεταβολίτη 6-β-ναλτρεξόλη.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
21% συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος στο θεραπευτικό εύρος δόσης.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Τόσο το μητρικό φάρμακο όσο και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς (53% έως 79% της δόσης), ωστόσο, η νεφρική απέκκριση της αμετάβλητης ναλτρεξόνης αντιστοιχεί σε λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης και η απέκκριση μέσω κοπράνων αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής. Η νεφρική κάθαρση για τη ναλτρεξόνη κυμαίνεται από 30 έως 127 mL/min και υποδηλώνει ότι η νεφρική απέκκριση γίνεται κυρίως με σπειραματική διήθηση.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1350 L [ενδοφλέβια χορήγηση]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- ~ 3.5 L/min [μετά από IV χορήγηση]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Στο ποντίκι, το αρουραίο και το ινδικό χοιρίδιο, οι από του στόματος LD50 ήταν 1.100-1.550 mg/kg, 1.450 mg/kg και 1.490 mg/kg, αντίστοιχα. Υψηλές δόσεις ναλτρεξόνης (γενικά ≥1.000 mg/kg) προκαλούν σιελόρροια, κατάθλιψη/μειωμένη δραστηριότητα, τρόμους και σπασμούς.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Ναλτρεξόνη: Καθαρό αντίδοτο οπιοειδών, συνθετικό ανάλογο της οξιμορφόνης χωρίς ιδιότητες διεγέρτη οπιοειδών. Ενδείκνυται για τη θεραπεία της εξάρτησης από αλκοόλ και για τον αποκλεισμό των επιδράσεων εξωγενώς χορηγούμενων οπιοειδών.
- Αποδυναμώνει ή αποκλείει πλήρως, αναστρέψιμα, τις υποκειμενικές επιδράσεις ενδοφλεβίως χορηγούμενων οπιοειδών.
- Σε χρόνια χορήγηση μαζί με μορφίνη, αποκλείει τη σωματική εξάρτηση από μορφίνη, ηρωίνη και άλλα οπιοειδή.
- Σε άτομα σωματικά εξαρτημένα από οπιοειδή, προκαλεί συμπτωματολογία στέρησης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ναλτρεξόνη: Καθαρό αντίδοτο οπιοειδών με ελάχιστη ή καθόλου αγωνιστική δράση.
- Ο ακριβής μηχανισμός δράσης στην αλκοολισμό δεν είναι κατανοητός, αν και προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν τη συμμετοχή του ενδογενούς συστήματος των οπιοειδών.
- Θεωρείται ότι δρα ως ανταγωνιστής στα κεντρικά νευρικά υποδοχείς μ, κ, και δ, με την υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα μ.
- Ανταγωνίζεται ανταγωνιστικά αυτούς τους υποδοχείς και μπορεί να μπλοκάρει τις επιδράσεις των ενδογενών οπιοειδών, οδηγώντας σε ανταγωνισμό των περισσότερων υποκειμενικών και αντικειμενικών επιδράσεων των οπιοειδών (π.χ. αναπνευστική καταστολή, μυΐωση, ευφορία, επιθυμία για χρήση).
- Ο κύριος μεταβολίτης, η 6-β-ναλτρεξόλη, είναι επίσης αντίδοτο οπιοειδών και μπορεί να συμβάλλει στη δράση του φαρμάκου.
Η ναλτρεξόνη ανταγωνίζεται για τους υποδοχείς οπιοειδών, εκτοπίζει τα οπιοειδή φάρμακα από αυτούς και αντιστρέφει τις επιδράσεις τους. Ανταγωνίζεται όλους τους υποδοχείς οπιοειδών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
- Απορρόφηση: Απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση (περίπου 96%), αλλά υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ. Μόνο 5-40% φτάνει αμετάβλητο στη συστηματική κυκλοφορία.
- Βιοδιαθεσιμότητα: Εκτιμήσεις κυμαίνονται από 5% έως 40%.
- Κατανομή: Ευρέως κατανεμημένο στο σώμα. Μετά από υποδόρια χορήγηση σε αρουραίους, κατανέμεται στο ΕΝΥ εντός 30 λεπτών (περίπου 30% των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα). Κατανέμεται σε σάλιο και ερυθροκύτταρα.
- Απέκκριση: Κυρίως μέσω των νεφρών (53% έως 79% της δόσης), τόσο η μητρική ουσία όσο και οι μεταβολίτες. Η απέκκριση αμετάβλητης ναλτρεξόνης στα ούρα είναι < 2% της από του στόματος δόσης. Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται από 30 έως 127 mL/min, υποδηλώνοντας ότι η νεφρική απέκκριση είναι κυρίως με σπειραματική διήθηση.
- Η απέκκριση στα κόπρανα αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής.
- Χρόνος ημιζωής: 4 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 13 ώρες για τον ενεργό μεταβολίτη 6-β-ναλτρεξόλη (αρχική φάση).
- Συσσώρευση: Δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική συσσώρευση μετά από χρόνια χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η ναλτρεξόνη υφίσταται εκτενή βιομεταμόρφωση στο ήπαρ, κυρίως μέσω αναγωγής της 6-κέτο ομάδας σε 6-β-ναλτρεξόλη (ενεργός μεταβολίτης). Άλλοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν την 2-υδροξυ-3-μεθοξυ-6-β-ναλτρεξόλη (HMN) και την 2-υδροξυ-3-μεθοξυ-ναλτρεξόνη. Επίσης, μεταβολίζεται από την κατεχόλη-Ο-μεθυλτρανσφεράση (COMT).
- Η ναλτρεξόνη δεν φαίνεται να αναστέλλει ή να επάγει τον δικό της μεταβολισμό.
- Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 (CYP) δεν εμπλέκονται στο μεταβολισμό της.
- Η ναλτρεξόνη και οι μεταβολίτες της υφίστανται σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ.
- Οι μεταβολίτες της ναλτρεξόνης (συμπεριλαμβανομένης της 6-β-ναλτρεξόλης) μπορεί να συμβάλλουν στην ανταγωνιστική δράση έναντι των οπιοειδών.
- Η νοροξυμορφόνη, ένας δευτερεύων μεταβολίτης, είναι ισχυρός αγωνιστής οπιοειδών και μπορεί να ευθύνεται για σπάνιες αγωνιστικές επιδράσεις.
- Μπορεί να υπάρχει εντεροηπατική κυκλοφορία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
- Από του στόματος χορήγηση: Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ναλτρεξόνης και της 6-β-ναλτρεξόλης μειώνονται διφασικά. Η αρχική φάση (t1/2 α) είναι 1.1-3.9 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 2.3-3.1 ώρες για τη 6-β-ναλτρεξόλη. Η τελική φάση (t1/2 β) είναι 9.7-10.3 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 11.4-16.8 ώρες για τη 6-β-ναλτρεξόλη.
- Αναφέρεται επίσης τριφασική μείωση με χρόνο ημιζωής τερματικής φάσης (μετά τις πρώτες 24 ώρες) 96 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 18 ώρες για τη 6-β-ναλτρεξόλη.
- Ενδομυϊκή χορήγηση (παρατεταμένης αποδέσμευσης): Ο χρόνος ημιζωής της ναλτρεξόνης και της 6-β-ναλτρεξόλης είναι 5-10 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Ουσίες που παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό του αιθυλικού αλκοόλ, προκαλώντας δυσάρεστες παρενέργειες που αποθαρρύνουν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του αλκοολισμού.
- Παράγοντες που αναστέλλουν τη δράση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
5S6W795CQM
NALTREXONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντίδοτο Οπιοειδών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αντίδοτα Οπιοειδών
Η ναλτρεξόνη είναι Αντίδοτο Οπιοειδών. Ο μηχανισμός δράσης της είναι ως Αντίδοτο Οπιοειδών.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Ουσίες που παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό του αιθυλικού αλκοόλ, προκαλώντας δυσάρεστες παρενέργειες που αποθαρρύνουν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του αλκοολισμού.
- Παράγοντες που αναστέλλουν τη δράση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.