N06AB — Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης
Δραστικές ουσίες της κατηγορίας
9 ουσίεςAντικαταθλιπτικά
Tα αντικαταθλιπτικά φάρμακα περιλαμβάνουν κυρίως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, νορτριπτυλίνη, ιμιπραμίνη, χλωριμιπραμίνη, δοξεπίνη), τα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (μιανσερίνη, μαπροτιλίνη), τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO), τους εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, σιταλοπράμη, παροξετίνη), τους αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (βενλαφαξίνη), τα νοραδρενεργικά και ειδικά σεροτονινεργικά (μιρταζαπίνη) και άλλα (τραζοδόνη, νεφαζοδόνη).
Oι αναστολείς της MAO έχουν μικρή χρησιμότητα, διότι θεωρούνται λιγότερο αποτελεσματικά σε σύγκριση με τα τρικυκλικά και διότι μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις με τροφές και φάρμακα. Oι νεώτεροι όμως αναστολείς με την εκλεκτική και αναστρέψιμη αναστολή της μονοαμινοξειδάσης (μοκλοβεμίδη) θεωρούνται ασφαλείς και δεν παρουσιάζουν τις ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις των κλασικών αναστολέων της MAO.
O μηχανισμός δράσης των αντικαταθλιπτικών θεωρείται ότι οφείλεται στην επίδρασή τους στα αμινεργικά συστήματα του εγκεφάλου, ιδίως της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, των οποίων ενισχύουν τη δράση στο KNΣ μέσω αναστολής της επαναπρόσληψής τους από τα νευρικά κύτταρα. Oι αναστολείς της MAO ενισχύουν τη δράση των μονοαμινών, δια μέσου αναστολής της αποδόμησής τους. Οι παραπάνω μηχανισμοί καθώς και η μείωση του αριθμού των β1- και α2-αδρενεργικών υποδοχέων και των σεροτονινεργικών υποδοχέων (down regulation) σχετίζονται με την θεραπευτική δράση των αντικαταθλιπτικών στις συναισθηματικές διαταραχές.
Eκτός από την κατάθλιψη, ορισμένα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά και στη διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (η κλομιπραμίνη και οι εκλεκτικοί σεροτονινεργικοί αναστολείς) καθώς και σε άλλες καταστάσεις, όπως η νυκτερινή ενουρήση, η βουλιμία, επώδυνα σύνδρομα κ.ά. Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στη χρόνια κατάθλιψη (δυσθυμία) και στις διαταραχές προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση.
H κύρια ένδειξη των αντικαταθλιπτικών είναι η μείζων κατάθλιψη, μονοπολική ή διπολική. Στην παραληρητική μορφή απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικού, ενώ η άτυπη κατάθλιψη ανταποκρίνεται καλύτερα στη θεραπεία με αναστολείς της MAO.
Tα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά σε ποσοστό 70-80% των περιπτώσεων με μείζονα κατάθλιψη. Στο υπόλοιπο ποσοστό, το αντικαταθλιπτικό τους αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί με προσθήκη αλάτων λιθίου, καρβαμαζεπίνης, τριιωδοθυρονίνης (T3), κ.ά. H χορήγηση αναστολέων της MAO ή εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική σε ανθεκτικές περιπτώσεις.
H θεραπεία αρχίζει συνήθως με δόσεις 50-75 mg αμιτριπτυλίνης ή ισοδύναμης δόσης άλλου αντικαταθλιπτικού και αυξάνεται προοδευτικά κατά 50 mg κάθε 3-4 ημέρες, εφόσον γίνεται ανεκτή, μέχρι τη δόση των 150-200 mg ημερησίως. Λόγω του μακρού χρόνου ημιζωής η δόση μπορεί να δίνεται εφάπαξ το βράδυ. H συνήθης δόση συντηρήσεως είναι 150-200 mg ημερησίως. Oι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης έχουν επίσης μακρό χρονο ημιζωής και μπορεί να δίνονται σε εφάπαξ ημερήσια χορήγηση. Eφόσον δεν υπάρξει βελτίωση σε 6 εβδομάδες, η περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί ανθεκτική στη συγκεκριμένη θεραπεία. O περαιτέρω χειρισμός απαιτεί είτε ενίσχυση της θεραπείας με άλατα λιθίου ή χορήγηση αντικαταθλιπτικού άλλης χημικής κατηγορίας (τετρακυκλικό, αναστολέας της MAO, αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης) ή ηλεκτροσπασμοθεραπεία.
Hλικιωμένοι ασθενείς απαιτούν μικρότερες (1/2-1/3) δόσεις.
Συχνή αιτία αποτυχίας της αντικαταθλιπτικής θεραπείας είναι η ανεπαρκής δοσολογία και ο ανεπαρκής χρόνος θεραπείας.
Kατά τη χορήγηση της αντικαταθλιπτικής θεραπείας ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται και να εφησυχάζεται για τις αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, που μπορεί να είναι ενοχλητικές, ιδίως στην αρχή της θεραπείας, καθώς και για τον απαιτούμενο χρόνο εμφάνισης θεραπευτικού αποτελέσματος (2-4 εβδομάδες). Aπαιτείται προσοχή όταν χορηγούνται τρικυκλικά σε ασθενείς με κίνδυνο αυτοκτονίας, λόγω καρδιοτοξικότητας,
…
όταν ληφθούν σε μεγάλες δόσεις. Oρισμένα αντικαταθλιπτικά που στερούνται ή έχουν ελαφρές αντιχολινεργικές ιδιότητες είναι περισσότερο ασφαλή (τραζοδόνη, μιανσερίνη) καθώς και τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης κ.ά. δεν παρουσιάζουν σημαντική τοξικότητα. Πρέπει να γίνεται προσεκτική εκτίμηση για το ενδεχόμενο κινδύνου απόπειρας αυτοκτονίας, τόσο στην αρχή όσο και στην πορεία της θεραπείας. Oι ασθενείς με κίνδυνο αυτοκτονίας δεν θα πρέπει να διατηρούν οι ίδιοι μεγάλη ποσότητα φαρμάκου.
Mετά την υποχώρηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται τουλάχιστον για 4-6 μήνες στην ίδια δοσολογία, και σε μειωμένη δόση συντήρησης για ακόμη 6 εως 12 μήνες ή και μακροχρονιότερα ενώ στην περιοδική κατάθλιψη με συχνές υποτροπές η θεραπεία συντήρησης θα πρέπει να συνεχίζεται για 5 περίπου χρόνια.
Τα άλατα λιθίου και η καρβαμαζεπίνη χρησιμοποιούνται σε δόσεις χαμηλότερες των συνήθων θεραπευτικών για ενίσχυση της δράσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων σε περιπτώσεις ανθεκτικής κατάθλιψης.
Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται και στη θεραπεία των αγχωδών διαταραχών και ιδιαίτερα της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, της διαταραχής πανικού και της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής. Επίσης χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ψυχογενούς βουλιμίας.
t4.3.jpg:
Eκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
Eνεργητική ανοσοποίηση - Εμβόλια
Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση λοιμωδών νοσημάτων (π.χ. ευλογιά). Επειδή τα εμβόλια χορηγούνται σε υγιή άτομα, κυρίως σε βρέφη και παιδιά, πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους:
α) το εμβόλιο να μην προκαλεί νόσο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
β) να εξασφαλίζει μακροχρόνια ανοσία, αν είναι δυνατό, για όλη τη ζωή
γ) ο εμβολιαζόμενος να μη μεταδίδει νόσο σε επίνοσα άτομα και
δ) να είναι δυνατή η μέτρηση της αντισωματικής απάντησης.
Η σύνθεση των εμβολίων περιλαμβάνει:
-
Τα αντιγόνα που μπορεί να είναι α) ζώντες εξασθενημένοι ιοί ή βακτήρια (πολιομυελίτιδας-Sabin, ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, BCG), β) αδρανοποιηθέντες ιοί ή βακτήρια (γρίππης, κοκκύτη, τύφου), γ) αδρανοποιημένες εξωτοξίνες μικροοργανισμών (τοξοειδές διφθερίτιδας και τετάνου), τμήμα ιού ή μικροβίου (γρίππης, πνευμονιόκοκκου, μηνιγγιτιδόκοκκου, αιμόφιλου της ινφλουέντζας) και δ) να είναι πρωτεϊνικής φύσεως (παρασκευή με την τεχνική του ανασυνδυασμένου DNA, όπως το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β).
-
Ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή απεσταγμένο νερό ή ακόμα και θρεπτικό υλικό των ιστικών καλλιεργειών, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε πρωτεΐνες ή άλλα προϊόντα του καλλιεργητικού υλικού (λεύκωμα ωού, αντιγόνα ιστικών καλλιεργειών κλπ.).
-
Συντηρητικά, σταθεροποιητικούς παράγοντες και ίχνη χημικών ουσιών που αποτελούν απαραίτητη προσθήκη για την παρεμπόδιση ανάπτυξης μικροβίων ή για τη σταθεροποίηση του αντιγόνου (αντιβιοτικά, φορμαλδεΰδη, γλυκίνη, υδραργυρικά άλατα κλπ.). Aν το εμβολιαζόμενο άτομο είναι αλλεργικό στις ουσίες αυτές τότε μπορούν να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
-
Eπιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες (αργίλιο) έτσι ώστε το αντιγόνο να κατακρατείται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα στο σημείο της ένεσης και να παρατείνεται η διέγερση για πρόκληση αντισωμάτων. Τα εμβόλια που περιέχουν επιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες θα πρέπει να ενίονται βαθιά στη μυϊκή μάζα γιατί η υποδόρια χορήγησή τους μπορεί να προκαλέσει έντονα τοπικά ερεθιστικά φαινόμενα (μέχρι και ιστική νέκρωση).
Για τη διατήρηση και τον τρόπο χορήγησης των εμβολίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οδηγίες της παρασκευάστριας εταιρείας. Κατά κανόνα τα εμβόλια διατηρούνται σε χαμηλή θερμοκρασία, συνήθως +2° έως +8°C, εκτός από ελάχιστα σκευάσματα που απαιτούν χαμηλότερη θερμοκρασία.
Όταν χρησιμοποιούνται εμβόλια από νεκρούς ιούς η ανοσολογική ανταπόκριση και η διάρκεια της ανοσίας υπολείπονται σε σχέση με αυτές που προκαλούνται από ζώντες εξασθενημένους ιούς. Επίσης η ανοσία που αποκτάται μετά από φυσική λοίμωξη είναι πιό ικανοποιητική σε διάρκεια και ένταση από αυτή που προκαλείται μετά από τον εμβολιασμό.
Τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως μέτριο ή υψηλό πυρετό, πόνο, ερυθρότητα και οίδημα στο σημείο του εμβολιασμού, καταβολή, εξάνθημα, κνησμό, κεφαλαλγία και σπανίως γενικευμένη αλλεργική αντίδραση. Η πρόκληση νόσου από εμβόλια είναι σπάνια ή ως ατύχημα μετά από χορήγηση ατελώς εξασθενημένων ή αδρανοποιημένων εμβολίων ή μετά από χορήγηση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, όπως BCG ή Sabin κυρίως σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Γι’ αυτό τα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς ή μικρόβια πρέπει να αποφεύγονται στα άτομα με συγγενή ή επίκτητη διαταραχή του ανοσολογικού συστήματος.
Ο εμβολιασμός πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διαδρομή οξέων εμπυρέτων νοσημάτων, σε άτομα που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και κατά την εγκυμοσύνη. Η αναβολή του εμβολιασμού κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί
…
γενική τακτική, όπως και για κάθε άλλο φάρμακο, το οποίο δεν πρέπει να χορηγείται αν δεν υπάρχει απόλυτη ένδειξη. Επειδή όμως κανένα εμβόλιο δεν έχει ενοχοποιηθεί ότι προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στο έμβρυο, δεν συνιστάται έκτρωση, αν κατά λάθος εμβολιασθεί μία έγκυος με οποιοδήποτε εμβόλιο.
Το Χρονοδιάγραμμα εμβολιασμών για τα βρέφη και τα παιδιά φαίνεται στους Πίνακες 14.1, 14.2 και 14.3, ενώ για τους ενήλικες στον Πίνακα 14.4. Η ταυτόχρονη χορήγηση εμβολίων δεν επηρεάζει την αντισωματική απάντηση και δεν αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες, γι’ αυτό και συνιστάται. Τα μεσοδιαστήματα εμβολιασμών πρέπει να τηρούνται για να έχουμε ικανοποιητική ανοσολογική απάντηση. Συνήθως, μεταξύ αδρανοποιημένων ή νεκρών εμβολίων απαιτείται μεσοδιάστημα ενός μηνός και μεταξύ ζώντων εξασθενημένων δύο μηνών. Εάν τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των εμβολιασμών είναι μεγαλύτερα από τα αναγραφόμενα στους Πίνακες, τονίζεται ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται δόσεις αλλά να συνεχίζεται ο εμβολιασμός για τη συμπλήρωση του αριθμού των δόσεων.
t14.1.jpg:
t14.2.jpg:
t14.3.jpg:
t14.4.jpg:
ΔIEΘNEIΣ ΣYMBOΛIΣMOI EMBOΛIΩN KAI OΔOI XOPHΓHΣHΣ TOYΣ
BCG: (BACILLE CALMETTE-GUERIN): Eμβόλιο κατά της φυματίωσης Περιέχει εξασθενημένα βακτηρίδια μυκοβακτηριδίου φυματίωσης βοείου τύπου. Χορηγείται ενδοδερμικά στην κατάφυση του δελτοειδούς μυός.
DT: (DIPHTHERIA-TETANUS): Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
DTaP: (DIPHTHERIA-TETANUS-ACELLULAR PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και ακυτταρικό κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και αδρανοποιημένη κοκκυτική τοξίνη, νηματοειδή αιμοσυγκολλητίνη, διάφορα αιμοσυγκολλητινογόνα και περτακτίνη, ουσία της εξωτερικής κυτταρικής μεμβράνης του αιμόφιλου κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
DTP: (DIPHTHERIA-TETANUS-PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και νεκρούς αιμόφιλους κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
Hep.A: (HAV) (HEPATITIS A): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας A. Περιέχει νεκρό ιό ηπατίτιδας A του στελέχους HΜ175 που έχει αδρανοποιηθεί με φορμαλδεΰδη. Χορηγείται ενδομυϊκά.
Hep.B: (HBV) (HEPATITIS B): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας B. Περιέχει ανασυνδυασμένο αντιγόνο επιφανείας ιού ηπατίτιδας Β (πρωτεΐνη S). Χορηγείται ενδομυϊκά.
Hib: (HAEMOPHILUS INFLUENZAE b): Eμβόλιο αιμοφίλου τύπου b. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά.
IPV: (INACTIVATED POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SALK, περιέχει αδρανοποιημένους ιούς πολιομυελίτιδας, ορότυπους 1, 2 και 3. Χορηγείται ενδομυϊκά.
MCCV: (MENINGOCOCCUS C CONJUGATE VACCINE) Eμβόλιο μηνιγγιτιδοκόκκου οροομάδας C. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά.
MMR: (MEASLES, MUMPS, RUBELLA): Eμβόλιο κατά της ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς Περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς. Χορηγείται ενδομυϊκά ή υποδόρια.
OPV: (ORAL POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SABIN, περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς πολιομυελίτιδας ορότυπους 1, 2 και 3. Χορήγηση: από το στόμα.
RIG: (RABIES IMMUNE GLOBULIN): Ανθρώπινος αντιλυσσικός ορός. Χορηγείται ενδομυϊκώς, ταυτόχρονα με το εμβόλιο, σε άλλο σημείο του σώματος.
RVA: (RABIES VACCINE ABSORBED): Εμβόλιο κατά της λύσσας. Τo RNA του ιού έχει ειδικά καλλιεργηθεί σε διπλοειδή κύτταρα ανθρώπου. Χορηγείται ενδομυϊκά.
T: (TETANUS): Εμβόλιο τετάνου. Περιέχει ανατοξίνη τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
Td: Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου τύπου ενηλίκου. Περιέχει ελαττωμένη ποσότητα διφθεριτικής ανατοξίνης (2 iu σε 0.5 ml) και κανονική δόση τετανικής ανατοξίνης. Χορήγηση: ενδομυϊκά.