CLOBAZAM
Κλοβαζάμη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FRISIUM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Αν η δόση πρέπει να κατανεμηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, συνιστάται η μεγαλύτερη δόση να λαμβάνεται το βράδυ. Δόσεις έως 30 mg κλοβαζάμης μπορούν να χορηγηθούν εφάπαξ το βράδυ.
- Δόση έναρξης: 20 mg (για καταστάσεις άγχους)
- Τιτλοποίηση: Σταδιακή, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας υπό προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ενήλικες (Θεραπεία καταστάσεων άγχους)Δόση20 mgΜέγ. δόση30 mgΑρχική ημερήσια δόση. Μπορεί να αυξηθεί εάν είναι αναγκαίο.
-
Ηλικιωμένοι (Θεραπεία καταστάσεων άγχους)Δόση10-15 mg (δόση συντήρησης)Χαμηλές αρχικές δόσεις και σταδιακά, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας υπό προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ενήλικες (Θεραπεία της επιληψίας)Δόση5-15 mg/ημέραΜέγ. δόση60 mgΑρχική δόση, αυξάνεται σταδιακά εφόσον είναι αναγκαίο.
-
Παιδιά από 6 ετών (Θεραπεία της επιληψίας)Δόση5 mg την ημέραΑρχική δόση. Δόση συντήρησης 0,3-1 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα. Σταδιακή, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας με προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργίαΧαμηλές αρχικές δόσεις και σταδιακά, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας με προσεκτική παρακολούθηση.
block
SPC-FRISIUM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην κλοβαζάμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Frisium ή γενικά στις βενζοδιαζεπίνες
-
Μυασθένεια gravisΠληθυσμόςασθενείς
-
Αταξία που οφείλεται σε νοσήματα της παρεγκεφαλίδος και του νωτιαίου μυελού
-
Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς
-
Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνοΠληθυσμόςασθενείς
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς
-
Θηλασμός
-
Παιδιά ηλικίας μεταξύ 6 μηνών και 3 ετώνΠληθυσμόςεκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις ύπαρξης ένδειξης που επιβάλλει τη χορήγηση της θεραπείας
-
Ιστορικό εξάρτησης σε φάρμακα ή αλκοόλΠληθυσμόςασθενείς
warning
SPC-FRISIUM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΟινόπνευμαΣυνιστάται οι ασθενείς να απέχουν από την κατανάλωση οινοπνεύματος κατά τη διάρκεια χρήσης της κλοβαζάμης (αυξημένος κίνδυνος καταστολής του ΚΝΣ και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
ΕξάρτησηΗ χρήση βενζοδιαζεπινών είναι δυνατόν να δημιουργήσει σωματική και ψυχική εξάρτηση. Ο κίνδυνος αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της αγωγής. Μεγαλύτερος κίνδυνος σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή εθισμού. Συνιστάται η διάρκεια της αγωγής να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη. Απότομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει στερητικά συμπτώματα (κεφαλαλγίες, διαταραχές ύπνου, αυξημένα όνειρα, μυϊκό άλγος, υπερβολικό άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση, διέγερση). Σε βαριές περιπτώσεις: αποπραγματισμός/αποπροσωποποίηση, ψευδαισθήσεις, συμπτωματικές ψυχώσεις (παραλήρημα λόγω στέρησης), υπερακουσία, αιμωδία/μυρμήγκιασμα άκρων, τρόμος, εφίδρωση, ναυτία, έμετος, υπερευαισθησία σε φως, θόρυβο, σωματική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικοί παροξυσμοί. Σύνδρομο στέρησης μπορεί να εμφανιστεί μετά από απότομη αλλαγή από βραχεία σε μακράς δράσης βενζοδιαζεπίνη.
-
Φαινόμενο υποτροπήςΜετά από απότομη διακοπή, μπορεί να εμφανιστεί σύνδρομο υποτροπής (τα συμπτώματα της αρχικής νόσου επανεμφανίζονται σε πιο έντονη μορφή, π.χ. άγχος, σπασμοί). Μπορεί να συνοδεύεται από αλλοιώσεις της διάθεσης, άγχος, διαταραχές ύπνου, ανησυχία. Συνιστάται η διακοπή να γίνεται σταδιακά.
-
Αυξημένος κίνδυνος εξάρτησηςΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό εξάρτησης από φάρμακα ή οινόπνευμαΥπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης εξάρτησης στην κλοβαζάμη.
-
ΑμνησίαΟι βενζοδιαζεπίνες είναι δυνατόν να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία, ιδιαίτερα με υψηλότερες δόσεις.
-
Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσειςΜπορεί να παρουσιαστούν ανησυχία, ταραχή, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραισθησίες, μανία, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχωσικές διαταραχές, ανάρμοστη συμπεριφορά. Σε περίπτωση εμφάνισης, η χορήγηση πρέπει να διακοπεί. Μεγαλύτερη πιθανότητα σε παιδιά και υπερήλικες.
-
ΚύησηΩς μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση κατά τη διάρκεια της κύησης. Χρήση μόνο εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου για το έμβρυο.
-
ΠροφυλάξειςΗ διάρκεια της αγωγής θα πρέπει να είναι η ελάχιστη δυνατή.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (SJS/TEN)Πληθυσμόςπαιδιά και ενήλικεςΈχουν αναφερθεί με τη χρήση κλοβαζάμης, συχνά με συγχορήγηση άλλων φαρμάκων (συμπεριλαμβανομένων αντιεπιληπτικών). Τα SJS/TEN μπορεί να είναι θανατηφόρα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για 8 εβδομάδες. Η κλοβαζάμη πρέπει να διακόπτεται αμέσως σε υποψία SJS/TEN. Εξετάστε εναλλακτικές θεραπείες.
-
Αναπνευστική καταστολήΜπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις. Σε ασθενείς με χρόνια ή οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, μπορεί να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης και η παρακολούθηση της αναπνευστικής λειτουργίας. Αντενδείκνυται σε σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3 «Αντενδείξεις»).
-
Μυϊκή αδυναμίαΜπορεί να προκαλέσει μυϊκή αδυναμία. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μυϊκή αδυναμία ή αταξία, απαιτείται ειδική παρακολούθηση και πιθανόν μείωση της δόσης. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. παράγραφο 4.3 «Αντενδείξεις»).
-
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργίαΣε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία, μπορεί να παρουσιαστεί αυξημένη απόκριση και ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειες. Ενδέχεται να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης. Σε μακροχρόνια θεραπεία, παρακολουθήστε τη νεφρική και ηπατική λειτουργία τακτικά.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΕνισχυμένος κίνδυνος πτώσης και σοβαρού τραυματισμού λόγω αυξημένης ευαισθησίας σε υπνηλία, ζάλη, μυϊκή αδυναμία. Συνιστάται μείωση της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης», καθώς και 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
-
Ανοχή στην επιληψίαΠροσοχή στην πιθανότητα μείωσης της αντιεπιληπτικής αποτελεσματικότητας (ανάπτυξη ανοχής) κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Πτωχοί μεταβολιστές CYP 2 C 19Τα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη αναμένεται να είναι αυξημένα. Μπορεί να είναι αναγκαία η προσαρμογή της δοσολογίας (π.χ. χαμηλή δόση έναρξης με προσεκτική τιτλοποίηση) (βλ. παράγραφο 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»).
swap_horiz
SPC-FRISIUM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της κλοβαζάμης κατά 50% και πιθανή αύξηση της δράσης της.
-
Φάρμακα κατασταλτικά του ΚΝΣ (αντιψυχωσικά, αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, ηρεμιστικά αντιϊσταμινικά, αναισθητικά, υπνωτικά, ναρκωτικά αναλγητικά)προσοχήΑμοιβαία ενίσχυση της δράσης, ιδιαίτερα σε υψηλότερες δόσεις κλοβαζάμης. Απαιτείται προσοχή σε δηλητηρίαση ή λήψη λιθίου.
-
ΑντιεπιληπτικάΠιθανή αλληλεπίδραση. Προσαρμογή δόσης υπό ιατρική παρακολούθηση (ΗΕΓ).ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων βαλπροϊκού οξέος και φαινυτοΐνης. Η καρβαμαζεπίνη και φαινυτοΐνη μπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό της κλοβαζάμης. Η στιριπεντόλη αυξάνει τα επίπεδα κλοβαζάμης και Ν-CLB. Παρακολούθηση και προσαρμογή δόσης.
-
παρακολούθησηΕλαφρά έως μέτρια αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑύξηση επιπέδων στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑύξηση μεταβολικής μετατροπής της κλοβαζάμης στον ενεργό μεταβολίτη Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη.
-
παρακολούθησηΑύξηση επιπέδων κλοβαζάμης και Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμης στο πλάσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων στο αίμα πριν την έναρξη και μετά από 2 εβδομάδες. Κλινική παρακολούθηση και πιθανή προσαρμογή δόσης.
-
Ναρκωτικά αναλγητικάπροσοχήΕνίσχυση της ευφορίας, πιθανή αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.
-
ΜυοχαλαρωτικάπροσοχήΕνίσχυση δράσης.
-
Υποξείδιο του αζώτουπροσοχήΕνίσχυση δράσης.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. φλουκοναζόλη, τικλοπιδίνη)προσοχήΑυξημένη έκθεση στο Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη (N-CLB).ΣύστασηΠιθανή ρύθμιση δοσολογίας.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη)προσοχήΑυξημένη έκθεση στο Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη (N-CLB).ΣύστασηΠιθανή ρύθμιση δοσολογίας.
-
προσοχήΗ κλοβαζάμη είναι ασθενής αναστολέας του CYP2D6.ΣύστασηΠιθανή ρύθμιση δόσης των φαρμάκων αυτών.
sick
SPC-FRISIUM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καταστολή
- Κόπωση
- Υπνηλία
- Επιμήκυνση του χρόνου αντίδρασης
- Νωθρότητα
- Αίσθημα αιμωδίας
- Σύγχυση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Μυϊκή αδυναμία
- Αταξία
- Ελαφρύς τρόμος των δακτύλων
- Επιβραδυνόμενη ή μη καθαρή ομιλία (διαταραχές άρθρωσης)
- Αστάθεια στο βάδισμα
- Απώλεια της γενετήσιας ορμής
- Διαταραχές της συνείδησης
- Αναπνευστικές διαταραχές
- Προχωρητική αμνησία
- Ανάρμοστη συμπεριφορά
- Ανησυχία
- Δυσκολία στον ύπνο
- Διαταραγμένη συνέχιση ύπνου
- Οξείες καταστάσεις διέγερσης
- Άγχος
- Επιθετικότητα
- Παραληρητική ιδέα
- Εκρήξεις θυμού
- Εφιάλτες
- Ψευδαισθήσεις
- Ψυχωσικές αντιδράσεις
- Τάσεις αυτοκτονίας
- Συχνοί μυϊκοί σπασμοί
- Προϋπάρχουσα κατάθλιψη
- Ανοχή
- Εξάρτηση (ψυχική/σωματική)
- Φαινόμενα στέρησης
- Υποτροπή
- Κατάχρηση
- Ανησυχία
- Μυϊκή αδυναμία
- Διπλωπία
- Νυσταγμός
- Αναπνευστική καταστολή
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Μείωση της όρεξης
- Ναυτία
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Πτώση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚόπωσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕπιμήκυνση του χρόνου αντίδρασηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝωθρότηταΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑίσθημα αιμωδίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕλαφρύς τρόμος των δακτύλωνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπιβραδυνόμενη ομιλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜη καθαρή ομιλία (διαταραχές άρθρωσης)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑστάθεια στο βάδισμαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑπώλεια γενετήσιας ορμήςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπανιότατεςΔιαταραχές της συνείδησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπανιότατεςΑναπνευστικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠροχωρητική αμνησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑνάρμοστη συμπεριφοράΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκολία στον ύπνοΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιαταραγμένη συνέχιση ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟξείες καταστάσεις διέγερσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠαραληρητική ιδέαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕκρήξεις θυμούΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΨυχωσικές αντιδράσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤάσεις αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυχνοί μυϊκοί σπασμοίΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕκδήλωση προϋπάρχουσας κατάθλιψηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑνοχήΑνοχή και εξάρτηση
-
ΣυχνέςΕξάρτηση (ψυχική/σωματική)Ανοχή και εξάρτηση
-
ΣυχνέςΦαινόμενα στέρησηςΑνοχή και εξάρτηση
-
ΣυχνέςΥποτροπήΑνοχή και εξάρτηση
-
Μη γνωστέςΚατάχρησηΑνοχή και εξάρτηση
-
ΣπάνιεςΑνησυχίαΑνοχή και εξάρτηση
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΑνοχή και εξάρτηση
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΝυσταγμόςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑναπνευστική καταστολήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΜείωση της όρεξηςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΠτώσηΓενικές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-FRISIUM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ κλοβαζάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΑφού οι βενζοδιαζεπίνες και συνεπώς και η κλοβαζάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα (βλ. παράγραφο 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»), δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε θηλάζουσες μητέρες. Ως εκ τούτου το Frisium δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από θηλάζουσες μητέρες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FRISIUM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: κωδικός ATC: N05BA09 Είναι μια μακράς διάρκειας δράσης βενζοδιαζεπίνη. * Αγχολυτική δράση Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε πειραματόζωα διαφόρων ειδών η κλοβαζάμη εμφανίζει μια σαφώς έκδηλη ηρεμιστική,…
biotech
SPC-FRISIUM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Η κλοβαζάμη πρακτικά είναι αδιάλυτη στο νερό (1:12.500) και ο φαινόμενος συντελεστής κατανομής ανέρχεται στο 9 (n- octanol/φωσφορικό ρυθμιστικό διάλυμα pH 7,4). Απορρόφηση Η κλοβαζάμη μετά την από του στόματος χορήγηση απορροφάται…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FRISIUM
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Γενικά, η δοσολογία βασίζεται στις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές: Η δοσολογία και η διάρκεια της αγωγής πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με την ένδειξη, τη βαρύτητα της κατάστασης και τη μεμονωμένη κλινική ανταπόκριση. Πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή στην πιθανότητα παρεμβολής με την εγρήγορση και το χρόνο αντίδρασης. Θεμελιώδης αρχή είναι η διατήρηση της όσο το δυνατό πιο χαμηλής δόσης.
Θεραπεία καταστάσεων άγχους:
- Ενήλικες: Η αρχική ημερήσια δόση ανέρχεται σε 20 mg κλοβαζάμης. Εάν είναι αναγκαίο, μπορεί να αυξηθεί η ημερήσια δόση. Γενικά, συνιστάται η συνολική ημερήσια δόση να μην υπερβαίνει τα 30 mg.
- Ηλικιωμένοι: Στους ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να παρουσιαστεί αυξημένη απόκριση και μεγαλύτερη ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειες, στοιχεία που απαιτούν χαμηλές αρχικές δόσεις και σταδιακά, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας υπό προσεκτική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Συχνά, είναι επαρκής η ημερήσια δόση συντήρησης των 10-15 mg κλοβαζάμης.
Δευτεροπαθής προσαρμογή της δοσολογίας: Μετά από τη βελτίωση των συμπτωμάτων, η δόση μπορεί να μειωθεί.
Χρονοδιάγραμμα των δόσεων: Αν η δόση πρέπει να κατανεμηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, συνιστάται η μεγαλύτερη δόση να λαμβάνεται το βράδυ.
Διάρκεια αγωγής: Η διάρκεια αγωγής πρέπει να είναι όσο το δυνατό βραχύτερη. Ο ασθενής πρέπει να επανεκτιμάται μετά από χρονικό διάστημα 4 εβδομάδων και στη συνέχεια τακτικά προκειμένου να αξιολογείται η ανάγκη συνέχισης της αγωγής, ειδικότερα στην περίπτωση όπου ο ασθενής είναι ελεύθερος συμπτωμάτων. Γενικά, η συνολική διάρκεια της αγωγής, περιλαμβανομένης και της διαδικασίας σταδιακής διακοπής αυτής, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 8-12 εβδομάδες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί παράταση της αγωγής πέραν της μέγιστης συνιστώμενης διάρκειας. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να διενεργηθεί προηγουμένως επανέλεγχος της κατάστασης του ασθενούς από ειδικό ιατρό. Προς αποφυγή εξάρτησης συνιστάται ιδιαίτερα να αποφεύγεται η μη διακοπτόμενη αγωγή για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 εβδομάδων. Δεν συνιστάται η μακροχρόνια χρήση ως αγχολυτικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η παράταση της αγωγής πέραν της μέγιστης συνιστώμενης διάρκειας. Στην περίπτωση αυτή δεν θα πρέπει να δίνεται παράταση της αγωγής χωρίς προηγούμενο επανέλεγχο της κατάστασης του ασθενούς από ειδικό ιατρό. Συνιστάται ιδιαίτερα να αποφεύγεται η συνεχιζόμενη αγωγή για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται πάντα σταδιακά. Ασθενείς που έλαβαν αγωγή με FRISIUM για παρατεταμένο χρονικό διάστημα μπορεί να χρειαστούν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σταδιακής μείωσης της δόσης.
Διακοπή της αγωγής: Συνιστάται μετά από παρατεταμένη αγωγή με κλοβαζάμη, αυτή να μη διακοπεί απότομα αλλά να μειώνεται σταδιακά η δόση υπό ιατρική παρακολούθηση. Σε αντίθετη περίπτωση, ενδέχεται να παρατηρηθούν συμπτώματα στέρησης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Θεραπεία της επιληψίας σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα αντιεπιληπτικά:
- Ενήλικες: Συνιστάται η χορήγηση ν’ αρχίζει με μικρές δόσεις (5-15 mg/ημέρα). Εφόσον είναι αναγκαίο, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τη μέγιστη ημερήσια δόση των 60 mg.
- Παιδιά από 6 ετών: Συνιστάται κατά κανόνα, η αγωγή να αρχίζει με 5 mg την ημέρα. Δόση συντήρησης 0,3-1 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα συνήθως είναι επαρκής. Καθώς δεν υπάρχει συγκεκριμένη παιδιατρική μορφή του προϊόντος έτσι ώστε να διευκολύνεται η ασφαλής και η ακριβής δοσολογία, δεν μπορούν να δοθούν δοσολογικές συστάσεις για παιδιά, ηλικίας μικρότερης των 6 ετών. Στα παιδιά μπορεί να παρουσιαστεί μεγαλύτερη ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειες και να απαιτηθεί σταδιακά, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας με προσεκτική παρακολούθηση. Οι βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να χορηγούνται σε παιδιά χωρίς προσεκτική εκτίμηση της αναγκαιότητας χρήσης τους (βλ. Αντενδείξεις).
- Ηλικιωμένοι: Στους ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να παρουσιαστεί μεγαλύτερη ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειες, στοιχεία που απαιτούν χαμηλές αρχικές δόσεις και σταδιακά, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας με προσεκτική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Χρονοδιάγραμμα των δόσεων: Αν η δόση πρέπει να κατανεμηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, συνιστάται η μεγαλύτερη δόση να λαμβάνεται το βράδυ. Δόσεις έως 30 mg κλοβαζάμης μπορούν να χορηγηθούν εφάπαξ το βράδυ.
Διάρκεια αγωγής: Ο ασθενής πρέπει να επανεκτιμάται μετά από χρονικό διάστημα 4 εβδομάδων και στη συνέχεια τακτικά προκειμένου να αξιολογείται η ανάγκη συνέχισης της αγωγής.
Διακοπή της αγωγής: Κατά το τέλος της αγωγής −ακόμη και σε περιπτώσεις ανεπαρκούς ανταπόκρισης στην αγωγή − συνιστάται ιδιαίτερα η κλοβαζάμη να μη διακόπτεται απότομα αλλά μάλλον να μειώνεται σταδιακά,διαφορετικά μπορεί να εμφανιστεί αυξημένη τάση για σπασμούς καθώς και άλλα συμπτώματα στέρησης.
Σε ασθενείς με κατάθλιψη ή άγχος σχετιζόμενο με κατάθλιψη το Frisium θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με επαρκή συγχορηγούμενη θεραπεία. Η χρήση των βενζοδιαζεπινών (όπως το Frisium) από μόνη της, μπορεί να επισπεύσει την αυτοκτονία σε αυτούς τους ασθενείς.
Πριν από τη θεραπεία για καταστάσεις άγχους που σχετίζονται με συναισθηματική αστάθεια θα πρέπει πρώτα να καθοριστεί εάν ο ασθενής πάσχει από καταθλιπτική διαταραχή η οποία να απαιτεί συμπληρωματική ή διαφορετική θεραπεία.
Σε ασθενείς με σχιζοφρενικές ή άλλες ψυχωσικές παθήσεις η χρήση των βενζοδιαζεπινών συνιστάται μόνο ως συμπληρωματική και όχι ως κύρια θεραπεία.
Σε περιπτώσεις ψυχοσωματικών διαταρραχών και ψυχικής απάθειας, θα πρέπει να διερευνηθεί η πιθανότητα ύπαρξης οργανικού αιτίου.
Το Frisium μπορεί να χορηγηθεί ως συμπληρωματική θεραπεία σε ασθενείς με επιληψία, οι οποίοι δεν ρυθμίζονται επαρκώς με τη δική τους αντιεπιληπτική μονοθεραπεία.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Παιδιατρικοί ασθενείς: Βλ. παραγράφους Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, καθώς και Αντενδείξεις.
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Βλ. παραγράφους Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, καθώς και Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση.
- Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία: Σε αυτούς τους ασθενείς μπορεί να παρουσιαστεί αυξημένη απόκριση και μεγαλύτερη ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειες, στοιχεία που απαιτούν χαμηλές αρχικές δόσεις και σταδιακά, βαθμιαία αύξηση της δοσολογίας με προσεκτική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία μπορούν να χορηγηθούν ολόκληρα ή να συνθλίβονται και να αναμειγνύονται σε πουρέ μήλου (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
Τα δισκία των 10 mg μπορούν να διαχωριστούν σε δύο ίσες δόσεις των 5 mg.
Η κλοβαζάμη μπορεί να χορηγείται με ή και χωρίς τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
block
Αντενδείξεις
SPC-FRISIUM
expand_more
Αντενδείξεις
ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
Το Frisium δεν πρέπει να χορηγείται:
- σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην κλοβαζάμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Frisium ή γενικά στις βενζοδιαζεπίνες,
- σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (κίνδυνος επιδείνωσης της μυϊκής αδυναμίας),
- σε αταξία που οφείλεται σε νοσήματα της παρεγκεφαλίδος και του νωτιαίου μυελού,
- σε ασθενείς με σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια (κίνδυνος επιδείνωσης),
- σε ασθενείς με σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο (κίνδυνος επιδείνωσης),
- σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κίνδυνος ραγδαίως εξελισσόμενης εγκεφαλοπάθειας),
- σε γυναίκες που θηλάζουν,
- οι βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να χορηγούνται σε παιδιά χωρίς προσεκτική εκτίμηση της αναγκαιότητας της χρήσης τους. Το Frisium δεν θα πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας μεταξύ 6 μηνών και 3 ετών εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις ύπαρξης ένδειξης που επιβάλλει τη χορήγηση της θεραπείας.
- σε ασθενείς με ιστορικό εξάρτησης σε φάρμακα ή αλκοόλ (αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης εξάρτησης).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FRISIUM
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ
Οινόπνευμα: Συνιστάται οι ασθενείς να απέχουν από την κατανάλωση οινοπνεύματος κατά τη διάρκεια χρήσης της κλοβαζάμης (αυξημένος κίνδυνος καταστολής του ΚΝΣ και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες) (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
Εξάρτηση: Η χρήση βενζοδιαζεπινών είναι δυνατόν να δημιουργήσει σωματική και ψυχική εξάρτηση από αυτά τα φάρμακα. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της αγωγής και είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή εθισμού σε φαρμακευτικές ουσίες. Για το λόγο αυτό, η διάρκεια της αγωγής συνιστάται να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη. Όταν αναπτυχθεί σωματική εξάρτηση η απότομη διακοπή της αγωγής συνοδεύεται από στερητικά συμπτώματα. Αυτά πιθανόν να αποτελούνται από κεφαλαλγίες, διαταραχές ύπνου, αυξημένα όνειρα, μυϊκό άλγος, υπερβολικό άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση και διέγερση. Σε βαριές περιπτώσεις δυνατόν να εμφανισθούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αποπραγματισμός ή αποπροσωποποίηση, ψευδαισθήσεις και συμπτωματικές ψυχώσεις (παραλήρημα λόγω στέρησης) υπερακουσία, αιμωδία και αίσθημα μυρμηγκιάσματος των άκρων, τρόμος, εφίδρωση, ναυτία, έμετος,υπερευαισθησία στο φως το θόρυβο και τη σωματική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικοί παροξυσμοί. Σύνδρομο στέρησης μπορεί επίσης να εμφανιστεί όταν γίνεται απότομα αλλαγή στη θεραπεία από βενζοδιαζεπίνη με μακρά διάρκεια δράσης (για παράδειγμα το Frisium) σε βενζοδιαζεπίνη με βραχεία διάρκεια δράσης.
Φαινόμενο υποτροπής: Μετά από διακοπή λήψης βενζοδιαζεπινών ειδικά εάν αυτή είναι απότομη μπορεί να εμφανιστεί σύνδρομο υποτροπής.Πρόκειται για παροδικό σύνδρομο όπου τα συμπτώματα τα οποία οδήγησαν στην αγωγή με βενζοδιαζεπίνες επανεμφανίζονται σε πιο έντονη μορφή (για παράδειγμα άγχος,σπασμοί). Μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες αντιδράσεις όπως αλλοιώσεις της ψυχικής διάθεσης, άγχος ή διαταραχές του ύπνου και ανησυχία. Επειδή ο κίνδυνος του στερητικού φαινομένου ή του φαινομένου υποτροπής είναι μεγαλύτερος μετά την απότομη διακοπή αγωγής, συνιστάται η διακοπή να γίνεται σταδιακά.
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης εξάρτησης στην κλοβαζάμη καθώς και σε άλλες βενζοδιαζεπίνες σε ασθενείς με ιστορικό εξάρτησης από το φάρμακο ή από το οινόπνευμα (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
Αμνησία: Οι βενζοδιαζεπίνες είναι δυνατόν να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία, ακόμη κι αν χρησιμοποιούνται στο φυσιολογικό εύρος δόσεων, αλλά ιδιαίτερα με υψηλότερες δόσεις.
Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις: Όταν χορηγούνται βενζοδιαζεπίνες είναι γνωστό ότι παρουσιάζονται αντιδράσεις τέτοιες όπως ανησυχία, ταραχή, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραισθησίες, μανία, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχωσικές διαταραχές, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις συμπεριφοράς. Εφόσον παρουσιαστεί κάποια από αυτές, θα πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του φαρμάκου. Υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανισθούν οι αντιδράσεις αυτές σε παιδιά και υπερήλικες.
Κύηση: Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της κλοβαζάμης σε εγκύους. Ως μέτρο προφύλαξης είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της κλοβαζάμης κατά τη διάρκεια της κύησης. Η κλοβαζάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο (βλ. παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
Προφυλάξεις: Η διάρκεια της αγωγής θα πρέπει να είναι η ελάχιστη δυνατή.
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) έχουν αναφερθεί με τη χρήση της κλοβαζάμης σε παιδιά και ενήλικες μετεγκριτικά. Η πλειοψηφία των αναφερόμενων περιπτώσεων περιλάμβανε τη συγχορήγηση άλλων φαρμάκων μεταξύ των οποίων και αντιεπιληπτικά τα οποία σχετίζονται με σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Τα SJS/TEN μπορεί να σχετίζονται με θανατηφόρο έκβαση. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση σημείων ή συμπτωμάτων των SJS/TEN ειδικά κατά τη διάρκεια των 8 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας. Η κλοβαζάμη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως όταν υπάρχει υπόνοια για SJS/TEN. Εάν τα σημεία ή τα συμπτώματα υποδηλώνουν SJS/TEN, η χρήση αυτού του φαρμάκου θα πρέπει να διακόπτεται και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικές θεραπείες (βλ. παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες».
Αναπνευστική καταστολή Η κλοβαζάμη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή, ιδιαίτερα κατά τη χορήγηση υψηλών δόσεων. Συνεπώς, σε ασθενείς με χρόνια ή οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια μπορεί να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης, ενώ πρέπει να παρακολουθείται η αναπνευστική λειτουργία. Η κλοβαζάμη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3 «Αντενδείξεις»).
Μυϊκή αδυναμία Η κλοβαζάμη μπορεί να προκαλέσει μυϊκή αδυναμία. Γι’ αυτό, σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μυϊκή αδυναμία ή αταξία του νωτιαίου ή της παρεγκεφαλίδας απαιτείται ειδική παρακολούθηση και μπορεί να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης. Η κλοβαζάμη αντενδείκνυται σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. παράγραφο 4.3 «Αντενδείξεις»).
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία, μπορεί να παρουσιαστεί αυξημένη απόκριση στην κλοβαζάμη και ευαισθησία σε ανεπιθύμητες ενέργειες, οπότε ενδέχεται να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης. Σε μακροχρόνια θεραπεία, πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική και η ηπατική λειτουργία σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Στους ηλικιωμένους, υπάρχει ενισχυμένος κίνδυνος πτώσης που μπορεί να καταλήξει σε σοβαρό τραυματισμό λόγω αυξημένης ευαισθησίας σε ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως υπνηλία, ζάλη, μυϊκή αδυναμία. Συνιστάται μείωση της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης», καθώς και 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
Ανοχή στην επιληψία Στη θεραπεία της επιληψίας με βενζοδιαζεπίνες - περιλαμβανομένου του Frisium - πρέπει να δοθεί προσοχή στην πιθανότητα μείωσης της αντιεπιληπτικής αποτελεσματικότητας (ανάπτυξη ανοχής) κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Πτωχοί μεταβολιστές CYP 2 C 19 Σε ασθενείς που είναι πτωχοί μεταβολιστές του CYP2C19, τα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη αναμένεται ότι θα είναι αυξημένα σε σύγκριση με τους εκτεταμένους μεταβολιστές του CYP2C19. Μπορεί να είναι αναγκαία η προσαρμογή της δοσολογίας της κλοβαζάμης (π.χ. χαμηλή δόση έναρξης με προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης) (βλ. παράγραφο 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FRISIUM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Οινόπνευμα: Η ταυτόχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της κλοβαζάμης κατά 50% (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες) και γι’ αυτό να προκληθεί αύξηση της δράσης της (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
- Φάρμακα κατασταλτικά του ΚΝΣ: Ιδιαίτερα όταν η κλοβαζάμη χορηγείται σε υψηλότερες δόσεις αναμένεται αμοιβαία ενίσχυση της δράσης αν λαμβάνεται συγχρόνως με άλλα κατασταλτικά φάρμακα του ΚΝΣ (όπως αντιψυχωσικά, αγχολυτικά, συγκεκριμένα αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, ηρεμιστικά αντιϊσταμινικά, αναισθητικά, υπνωτικά ή ναρκωτικά αναλγητικά ή άλλα ηρεμιστικά). Απαιτείται επίσης ιδιαίτερη προσοχή όταν η κλοβαζάμη χορηγείται σε περιπτώσεις δηλητηρίασης με αυτές τις ουσίες ή με λίθιο.
- Αντιεπιληπτικά: Σε περιπτώσεις συγχορήγησης της κλοβαζάμης με αντιεπιληπτικά, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται κάτω από τακτική ιατρική παρακολούθηση (ΗΕΓ έλεγχος) λόγω πιθανής αλληλεπίδρασης με το χορηγούμενο αντιεπιληπτικό.
- Κατά τη συγχορήγηση του Frisium με βαλπροϊκό οξύ μπορεί να δημιουργηθεί ελαφρά έως μέτρια αύξηση της συγκέντρωσης του βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα.
- Τα επίπεδα φαινυτοΐνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν εφόσον οι ασθενείς λαμβάνουν συγχρόνως κλοβαζάμη.
- Όπου είναι δυνατό, συνιστάται να παρακολουθούνται ταυτόχρονα τόσο τα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος όσο και τα επίπεδα φαινυτοΐνης στο αίμα.
- Η καρβαμαζεπίνη και η φαινυτοΐνη ενδέχεται να προκαλέσουν αύξηση στη μεταβολική μετατροπή της κλοβαζάμης στον ενεργό μεταβολίτη Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη.
- Η στιριπεντόλη αυξάνει τα επίπεδα της κλοβαζάμης και του δραστικού της μεταβολίτη Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη στο πλάσμα μέσω αναστολής των ισοενζύμων CYP3A και CYP2C19. Συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων στο αίμα πριν από την έναρξη της στιριπεντόλης και στη συνέχεια όταν επιτευχθεί σε σταθερή κατάσταση η νέα συγκέντρωση, ήτοι περίπου μετά από 2 εβδομάδες. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και μπορεί να είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης.
- Ναρκωτικά αναλγητικά: Στην περίπτωση συγχορήγησης της κλοβαζάμης με ναρκωτικά αναλγητικά μπορεί να παρουσιασθεί ενίσχυση της ευφορίας που ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.
- Μυοχαλαρωτικά: Η δράση των μυοχαλαρωτικών και του υποξειδίου του αζώτου ενισχύονται.
- Αναστολείς του CYP 2 C 19: Οι ισχυροί και οι μέτριοι αναστολείς του CYP2C19 μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη έκθεση στο δραστικό μεταβολίτη της κλοβαζάμης, το Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη (N-CLB). Πιθανόν να είναι αναγκαία η ρύθμιση της δοσολογίας όταν συγχορηγείται με ισχυρούς αναστολείς (π.χ. φλουκοναζόλη, τικλοπιδίνη) ή με μέτριους αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη) (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
- Υποστρώματα του CYP 2 D 6: H κλοβαζάμη είναι ασθενής αναστολέας του CYP2D6 (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Μπορεί να είναι αναγκαία η ρύθμιση της δόσης των φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP2D6 (π.χ. δεξτρομεθορφάνη, πιμοζίδη, παροξετίνη, νεμπιβολόλη).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FRISIUM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Η κλοβαζάμη μπορεί να προκαλέσει καταστολή, οδηγώντας σε κόπωση και υπνηλία, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της αγωγής και όταν χρησιμοποιούνται υψηλότερες δόσεις. Μπορεί να παρουσιαστεί επιμήκυνση του χρόνου αντίδρασης, νωθρότητα, αίσθημα αιμωδίας, σύγχυση, κεφαλαλγία, ζάλη, μυϊκή αδυναμία, αταξία ή ελαφρύς τρόμος των δακτύλων. Ενίοτε αναφέρθηκε επιβραδυνόμενη ή μη καθαρή ομιλία (διαταραχές άρθρωσης), αστάθεια στο βάδισμα και άλλες λειτουργίες της κίνησηςήαπώλεια της γενετήσιας ορμής. Αυτές οι αντιδράσεις εμφανίζονται κυρίως κατά τη χορήγηση υψηλών δόσεων ή σε παρατεταμένη θεραπεία και είναι αναστρέψιμες. Σπανιότατα αναφέρθηκαν διαταραχές της συνείδησης, κάποιες φορές σε συνδυασμό με αναπνευστικές διαταραχές μετά από μακρόχρονη χρήση βενζοδιαζεπινών, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα. Μερικές φορές, αυτά τα φαινόμενα παραμένουν για σημαντικό χρονικό διάστημα. Κατά τη χορήγηση ακόμα και των συνήθων θεραπευτικών δόσεων μπορεί να παρουσιασθεί προχωρητική αμνησία. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνει με μεγαλύτερες δοσολογίες. Τα φαινόμενα της αμνησίας μπορεί να συνοδεύονται με ανάρμοστη συμπεριφορά.
Ψυχιατρικές διαταραχές Ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και παιδιά μπορεί να παρουσιαστούν παράδοξες αντιδράσεις, όπως ανησυχία, δυσκολία στο να αποκοιμηθεί ο ασθενής ή διαταραγμένη συνέχιση του ύπνου, οξείες καταστάσεις διέγερσης, άγχος, επιθετικότητα, παραληρητική ιδέα, εκρήξεις θυμού, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχωσικές αντιδράσεις, τάσεις αυτοκτονίας ή συχνοί μυϊκοί σπασμοί. Όταν εμφανισθούν τέτοιου είδους αντιδράσεις, πρέπει να διακόπτεται η αγωγή με Frisium. Κατά τη χρήση βενζοδιαζεπινών είναι δυνατόν να εκδηλωθεί προϋπάρχουσα κατάθλιψη.
Ανοχή και εξάρτηση Ανοχή και εξάρτηση (ψυχική/σωματική) μπορεί να εκδηλωθούν, ιδιαίτερα κατά την παρατεταμένη χρήση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Διακοπή της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα στέρησης ή υποτροπής (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Έχουν αναφερθεί περιστατικά κατάχρησης βενζοδιαζεπινών. Όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική αγωγή στη θεραπεία της επιληψίας, μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να προκαλέσει ανησυχία και μυική αδυναμία. Όπως και με τις υπόλοιπες βενζοδιαζεπίνες, το θεραπευτικό όφελος θα πρέπει να υπερτερεί έναντι του κινδύνου εθισμού και εξάρτησης κατά την παρατεταμένη χρήση.
Οφθαλμικές διαταραχές Διαταραχές της όρασης (διπλωπία, νυσταγμός). Αυτές οι αντιδράσεις εμφανίζονται κυρίως κατά τη χορήγηση υψηλών δόσεων ή σε παρατεταμένη θεραπεία και είναι αναστρέψιμες.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Η κλοβαζάμη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή, ειδικά εάν χορηγείται σε υψηλές δόσεις. Επομένως, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα έκπτωση της αναπνευστικής λειτουργίας (π.χ. σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα) ή εγκεφαλική βλάβη, μπορεί να παρουσιαστεί αναπνευστική ανεπάρκεια ή και να επιδεινωθεί.
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, μείωση της όρεξης, ναυτία.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αντιδράσεις του δέρματος, όπως εξάνθημα ή κνίδωση μπορεί να εκδηλωθούν σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Επίσης, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυσησυπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων με θανατηφόρα έκβαση.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αύξηση σωματικού βάρους. Αυτή η αντίδραση εμφανίζεται κυρίως με υψηλές δόσεις ή με παρατεταμένη θεραπεία και είναι αναστρέψιμη.
Γενικές διαταραχές Πτώση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του: Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FRISIUM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Από μελέτες σε ζώα δεν προκύπτουν άμεσες ή έμεσες επιβλαβείς δράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Σε μελέτες ζώων δεν παρατηρήθηκαν συγγενείς ανωμαλίες σε ποντίκια, αρουραίους και κουνέλια.
Στη βάση μετεγκριτικών δεδομένων ασφάλειας υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για περιπτώσεις εγκυμοσύνης που εκτέθηκαν σε κλοβαζάμη. Σε μερικές από αυτές τις περιπτώσεις αναφέρθηκαν εμβρυικές ή νεογνικές διαταραχές αλλά η μητρική επιληψία και η συγχορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων αποτελούσαν παράγοντες σύγχυσης.
Η κλοβαζάμη διαπερνά τον πλακούντα αλλά δεν έχει αναφερθεί κάποια επίδραση στην οργανογένεση.
Η χορήγηση της κλοβαζάμης πριν ή κατά τη διάρκεια του τοκετού μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση αναπνευστικής καταστολής (περιλαμβανομένης της αναπνευστικής δυσχέρειας και της άπνοιας) που πιθανόν να σχετίζεται με άλλες διαταραχές, όπως σημεία καταστολής, υποθερμία, υποτονία και δυσκολία πρόσληψης τροφής του νεογνού (σημεία και συμπτώματα του επονομαζόμενου «συνδρόμου υποτονικού βρέφους»). Επιπλέον, βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες ελάμβαναν βενζοδιαζεπίνες για μεγαλύτερες περιόδους κατά τα τελευταία στάδια της κύησης δυνατόν να εμφανίσουν φυσική εξάρτηση και μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο να αναπτύξουν στερητικά συμπτώματα κατά τη μετεμβρυϊκή περίοδο. Συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση του εμβρύου μετά τη γέννηση.
Σαν μέτρο προφύλαξης προτιμάται να αποφεύγεται η χρήση της κλοβαζάμης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η κλοβαζάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
Γαλουχία
Αφού οι βενζοδιαζεπίνες και συνεπώς και η κλοβαζάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα (βλ. παράγραφο 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»), δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε θηλάζουσες μητέρες. Ως εκ τούτου το Frisium δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από θηλάζουσες μητέρες. Σε περίπτωση που το φάρμακο αυτό συνταγογραφείται σε γυναίκες που είναι σε ηλικία αναπαραγωγής, θα πρέπει να ενημερώνονται, ώστε να επικοινωνούν με τον γιατρό τους για τη διακοπή της αγωγής, αν προτίθενται να μείνουν έγκυες.
Σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν το επιβάλλουν οι συνθήκες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FRISIUM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: κωδικός ATC: N05BA09 Είναι μια μακράς διάρκειας δράσης βενζοδιαζεπίνη.
-
Αγχολυτική δράση Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε πειραματόζωα διαφόρων ειδών η κλοβαζάμη εμφανίζει μια σαφώς έκδηλη ηρεμιστική, αγχολυτική και κατευναστική δράση. Σε θεραπευτικά σχετικές δόσεις εμφανίζεται η ηρεμιστική δράση χωρίς να επηρεάζεται η κινητικότητα.
-
Δράση στον κινητικό συντονισμό Όπως όλες οι βενζοδιαζεπίνες έτσι και η κλοβαζάμη επηρεάζει το μυϊκό συντονισμό. Εντούτοις διαφοροποιείται από τις άλλες βενζοδιαζεπίνες, π.χ. διαζεπάμη και χλωροδιαζεποξείδη λόγω της ουσιώδους μικρότερης επίδρασης.
-
Αντισπασμωδική δράση Σε διαφορετικά είδη ζώων η κλοβαζάμη εμφανίζει έκδηλη αντισπασμωδική δράση, η οποία υπερβαίνει αυτή της χλωροδιαζεποξείδης.
-
Αναλγητική και δυναμική δράση νάρκωσης Η κλοβαζάμη μετά από χορήγηση διαφορετικών βαρβιτουρικών σε ποντικούς οδηγεί σε επιμήκυνση της διάρκειας της νάρκωσης. Ακόμη και η νάρκωση με οινόπνευμα ενισχύεται από την κλοβαζάμη. Σε τρεις διαφορετικές δοκιμασίες άλγους η κλοβαζάμη εμφανίζει και αναλγητική δράση.
-
Δράση στο καρδιαγγειακό Η δράση της κλοβαζάμης στο καρδιαγγειακό σύστημα ερευνήθηκε σε διαφορετικά είδη ζώων. Η κλοβαζάμη όταν χορηγήθηκε στην αντίστοιχη δόση εμφάνισε μόνον μετά από 80-200 φορές από τη χορήγηση μικρή επίδραση και κυρίως υπό τη μορφή ελαφράς μείωσης της αρτηριακής πίεσης, του καρδιακού ρυθμού και της συχνότητας αναπνοής.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FRISIUM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Η κλοβαζάμη πρακτικά είναι αδιάλυτη στο νερό (1:12.500) και ο φαινόμενος συντελεστής κατανομής ανέρχεται στο 9 (n- octanol/φωσφορικό ρυθμιστικό διάλυμα pH 7,4).
Απορρόφηση Η κλοβαζάμη μετά την από του στόματος χορήγηση απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της κλοβαζάμης υπό μορφή κάψουλας, δισκίου ή διαλύματος (σε προπυλενογλυκόλη) αποδείχθηκε ότι δεν διέφερε σημαντικά. Ο Τ max επιτυγχάνεται σε 0,5−4 ώρες.
Η χορήγηση των δισκίων κλοβαζάμης με τροφή ή όταν συνθλίβονται σε πουρέ μήλου επιβραδύνουν το ρυθμό απορρόφησης κατά 1 ώρα περίπου, αλλά δεν επηρεάζεται η συνολική απορρόφηση. Η κλοβαζάμη μπορεί να χορηγηθεί ανεξάρτητα από τα γεύματα.
Η παράλληλη λήψη οινοπνεύματος μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της κλοβαζάμης κατά 50%.
Κατανομή Μετά από εφάπαξ λήψη 20 mg κλοβαζάμης, παρατηρήθηκε έντονη διατομική μεταβλητότητα στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα πουι κυμαίνονταν μεταξύ 222 και 709 ng/ml μετά από 0,25- 4 ώρες. Η κλοβαζάμη είναι λιπόφιλη και κατανέμεται ταχέως σε όλο τον οργανισμό. Με βάση μια ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής, ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν 102 λίτρα περίπου και ήταν ανεξάρτητος της συγκέντρωσης για όλο το θεραπευτικό εύρος.. Η δέσμευση της κλοβαζάμης με τις πρωτεΐνες ανέρχεται σε 85-90% περίπου.
Η κλοβαζάμη συσσωρεύεται περίπου κατά 2-3 φορές στη σταθερή κατάσταση, ενώ ο δραστικός μεταβολίτης Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη (Ν-CLB) εμφανίζει περίπου 20πλάσια συσσώρευση μετά από χορήγηση κλοβαζάμης, δύο φορές ημερησίως. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται περίπου εντός 2 εβδομάδων.
Μεταβολισμός Η κλοβαζάμη μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένα στο ήπαρ. Ο μεταβολισμός της κλοβαζάμης εμφανίζεται κυρίως μέσω ηπατικής απομεθυλίωσης σε Ν-δισμεθυλ-κλοβαζάμη (Ν-CLB), μέσω του CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C19. O Ν-CLB είναι δραστικός μεταβολίτης και πρόκειται για τον κύριο κυκλοφορούντα μεταβολίτη που ανευρίσκεται στο ανθρώπινο πλάσμα.
Ο Ν-CLB υφίσταται περαιτέρω βιομετατροπή στο ήπαρ προκειμένου να διαμορφωθεί ο μεταβολίτης 4-υδροξυ-Ν-δισμεθυλ- κλοβαζάμη, κυρίως μέσω του CYP2C19.
Οι πτωχοί μεταβολιστές του CYP2C19 επιδεικνύουν υψηλότερη συγκέντρωση του Ν-CLB στο πλάσμα κατά 5 φορές σε σύγκριση με τους εκτεταμένους μεταβολιστές.
Η κλοβαζάμη είναι ασθενής αναστολέας του CYP2D6. Η συγχορήγηση με δεξτρομεθορφάνη προκάλεσε αύξηση της AUC κατά 90% και κατα΄59% της C max της δεξτρομεθορφάνης. Ταυτόχρονη χορήγηση 400mg κετοκοναζόλης (αναστολέας του CYP3A4) αύξησε την AUC κατά 54%, χωρίς κάποια επίδραση στην Cmax. Οι αλλαγές αυτές δεν θεωρούνται κλινικά σχετικές.
Αποβολή Με βάση μια ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλοβαζάμης και του Ν-CLB στο πλάσμα υπολογίζεται ότι είναι περίπου 36 ώρες και 79 ώρες, αντίστοιχα.
Η κλοβαζάμη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με επακόλουθη απέκκριση από τους νεφρούς. Σε μια μελέτη ισοζυγίου της μάζας, 80% περίπου της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και ποσοστό 11% περίπου στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της αναλλοίωτης κλοβαζάμης και λιγότερο από 10% του αμετάβλητου Ν-CLB απεκκρίνονται μέσω των νεφρών.
Ειδικοί πληθυσμοί Η κλοβαζάμη διαπερνά τον πλακούντα και ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα. Δραστικές συγκεντρώσεις κλοβαζάμης μπορεί να επιτευχθούν στο αίμα του εμβρύου και στο μητρικό γάλα.
Ηλικιωμένοι Στους ηλικιωμένους, υπάρχει μια τάση μείωσης της κάθαρσης μετά την από του στόματος χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι παρατεταμένος ενώ αυξάνεται ο όγκος κατανομής. Αυτό πιθανόν να οδηγήσει σε πιο εκτεταμένη συσσώρευση του φαρμάκου όταν χορηγείται στη βάση πολλαπλών δόσεων έναντι των νεότερων ατόμων. Η επίδραση της ηλικίας στην κάθαρση και το προφίλ συσσώρευσης της κλοβαζάμης φαίνεται ότι ισχύουν επίσης και για το δραστικό μεταβολίτη.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με σοβαρή νόσο του ήπατος, ο όγκος κατανομής της κλοβαζάμης αυξάνει και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι παρατεταμένος.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι συγκεντρώσεις της κλοβαζάμης στο πλάσμα είναι μειωμένες, ενδεχομένως λόγω της διαταραγμένης απορρόφησης του φαρμάκου. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητος της νεφρικής λειτουργίας.
ΕΟΦ · 4.1.1.1
Αγχολυτικά
expand_more
Αγχολυτικά
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κλομπαζάμη ανήκει στην κατηγορία των φαρμάκων της ομάδας των βενζοδιαζεπινών. Η κλομπαζάμη δρα στον υποδοχέα GABAA, αυξάνοντας τη γ-αμινοβουτυρική (GABA) νευροδιαβίβαση, ιδίως την αγωγιμότητα των ιόντων χλωρίου στους νευρώνες. Αυτό προκαλεί νευρωνική υπερπόλωση, με αποτέλεσμα την αύξηση του κατωφλίου δυναμικού ενεργείας και τη μείωση της συχνότητας πυροδότησης των νευρώνων. Κατά συνέπεια, η γενική νευρωνική δραστηριότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος καταστέλλεται· επομένως, η κλομπαζάμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ασθενειών που προκαλούνται από υπερβολικά διεγερτικά δυναμικά ενεργείας.
Η επίδραση της κλομπαζάμης 20 mg και 80 mg που χορηγήθηκε δύο φορές ημερησίως στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και ενεργό εικονικό φάρμακο (μοξιφλοξασίνη 400 mg) παράλληλη μελέτη QT σε 280 υγιείς εθελοντές. Σε μια μελέτη με αποδεδειγμένη ικανότητα ανίχνευσης μικρών επιδράσεων, το ανώτερο όριο του μονομερούς διαστήματος εμπιστοσύνης 95% για το μεγαλύτερο QTc που διορθώθηκε ως προς το εικονικό φάρμακο και ως προς τη βασική γραμμή, με βάση τη μέθοδο διόρθωσης Fridericia, ήταν κάτω από 10 ms, το κατώφλι για ρυθμιστική ανησυχία. Έτσι, σε δόση διπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης, η κλομπαζάμη δεν παρέτεινε το διάστημα QTc σε κανένα κλινικά σχετικό βαθμό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της κλομπαζάμης, μιας 1,5-βενζοδιαζεπίνης, δεν είναι πλήρως κατανοητός, αλλά πιστεύεται ότι περιλαμβάνει την ενίσχυση της GABAεργικής νευροδιαβίβασης που προκύπτει από τη σύνδεση στον υποδοχέα βενζοδιαζεπίνης του υποδοχέα GABAA. Συγκεκριμένα, η κλομπαζάμη συνδέεται στη διεπιφάνεια της υπομονάδας α2 και γ2 του υποδοχέα GABAA. Έχει μεγαλύτερη συγγένεια για την υπομονάδα α2 παρά για την υπομονάδα α1 σε σύγκριση με άλλες 1,4-βενζοδιαζεπίνες.
Η σύνδεση της κλομπαζάμης στον υποδοχέα GABAA προκαλεί το άνοιγμα των διαύλων χλωρίου, οδηγώντας σε εισροή χλωρίου και, συνεπώς, σε υπερπόλωση των νευρώνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της κλομπαζάμης είναι αναλογικά της δόσης στο εύρος δόσεων 10-80 mg μετά από εφάπαξ ή πολλαπλή χορήγηση του ONFI. Με βάση μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση, η φαρμακοκινητική της κλομπαζάμης είναι γραμμική από 5-160 mg/ημέρα.
Η κλομπαζάμη απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων (Tmax) των δισκίων κλομπαζάμης υπό συνθήκες νηστείας κυμάνθηκε από 0,5 έως 4 ώρες μετά από εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων κλομπαζάμης σε σύγκριση με ένα εναιώρημα από το στόμα είναι περίπου 100%. Μετά από εφάπαξ χορήγηση του εναιωρήματος από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας, το Tmax κυμάνθηκε από 0,5 έως 2 ώρες. Με βάση την έκθεση (Cmax και AUC) της κλομπαζάμης, τα δισκία και το εναιώρημα κλομπαζάμης έδειξαν παρόμοια βιοδιαθεσιμότητα υπό συνθήκες νηστείας. Η χορήγηση δισκίων κλομπαζάμης με τροφή ή όταν θρυμματίζονται σε πολτό μήλου δεν επηρεάζει την απορρόφηση. Αν και δεν έχει μελετηθεί, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του εναιωρήματος από το στόμα είναι απίθανο να επηρεαστεί υπό συνθήκες λήψης τροφής.
Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη και οι μεταβολίτες της αποτελούν περίπου το 94% των συνολικών συστατικών που σχετίζονται με το φάρμακο στα ούρα. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση ραδιοσημασμένου φαρμάκου, περίπου το 11% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα και περίπου το 82% απεκκρίθηκε στα ούρα.
Η κλομπαζάμη είναι λιπόφιλη και κατανέμεται ταχέως σε ολόκληρο το σώμα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας ήταν περίπου 100 L.
Μετά από χορήγηση 20 έως 40 mg/ημέρα κλομπαζάμης, η από του στόματος κάθαρση υπολογίστηκε σε 1,9 έως 2,3 L/h.
/ΓΑΛΑ/ Το Onfi απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
/ΓΑΛΑ/ Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης κλομπαζάμης (4 mg/kg) σε έγκυες και θηλάζουσες αρουραίες, μελετήθηκε η πλακουντιακή μεταφορά και η έκκριση ραδιενέργειας στο γάλα. Ολόσωμες αυτοραδιογραφήσεις εγκύων αρουραίων έδειξαν ότι η ραδιενέργεια κατανεμήθηκε σε ολόκληρο το σώμα του εμβρύου. Οι συγκεντρώσεις ραδιενέργειας στον εμβρυϊκό εγκέφαλο και στο αίμα ήταν χαμηλότερες από τα επίπεδα στο πλάσμα και τον πλακούντα της μητέρας, και μειώθηκαν γρήγορα. Ο βαθμός μεταφοράς ραδιενέργειας στο έμβρυο έφτασε στο μέγιστο 30 λεπτά μετά τη χορήγηση, αντιστοιχώντας στο 0,10% της χορηγούμενης ραδιενέργειας ανά έμβρυο. Η σύνθεση της κλομπαζάμης και των μεταβολιτών της στο πλάσμα εγκύων αρουραίων 30 λεπτά μετά από από του στόματος χορήγηση ήταν παρόμοια με αυτή των μη εγκύων αρουραίων. Η συγκέντρωση ραδιενέργειας στο γάλα ήταν 1,4 φορές υψηλότερη από αυτή στο αίμα, έφτασε στο μέγιστο 30 λεπτά μετά τη χορήγηση, και στη συνέχεια μειώθηκε γρήγορα. Η ραδιενέργεια που μεταφέρθηκε στα νεογνά μέσω του γάλακτος έφτασε στο μέγιστο 0,023% της δόσης έως 8 ώρες μετά τη χορήγηση. Η απέκκριση ραδιενέργειας από τα νεογνά ήταν αργή. Η σύνθεση της κλομπαζάμης και των μεταβολιτών της στο συγκεντρωμένο γάλα στο στομάχι των νεογνών ήταν παρόμοια με αυτή του πλάσματος των θηλυκών αρουραίων.
Η κλομπαζάμη είναι λιπόφιλη και κατανέμεται ταχέως σε ολόκληρο το σώμα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας ήταν περίπου 100 L. Η in vitro δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα της κλομπαζάμης και της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης είναι περίπου 80-90% και 70% αντίστοιχα.
Η κλομπαζάμη απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων (Tmax) των δισκίων κλομπαζάμης υπό συνθήκες νηστείας κυμάνθηκε από 0,5 έως 4 ώρες μετά από εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων κλομπαζάμης σε σύγκριση με ένα εναιώρημα από το στόμα είναι περίπου 100%. Μετά από εφάπαξ χορήγηση του εναιωρήματος από το στόμα υπό συνθήκες νηστείας, το Tmax κυμάνθηκε από 0,5 έως 2 ώρες. Με βάση την έκθεση (Cmax και AUC) της κλομπαζάμης, τα δισκία και το εναιώρημα Onfi έδειξαν παρόμοια βιοδιαθεσιμότητα υπό συνθήκες νηστείας. Η χορήγηση δισκίων Onfi με τροφή ή όταν θρυμματίζονται σε πολτό μήλου δεν επηρεάζει την απορρόφηση. Αν και δεν έχει μελετηθεί, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του εναιωρήματος από το στόμα είναι απίθανο να επηρεαστεί υπό συνθήκες λήψης τροφής.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η in vitro δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα της κλομπαζάμης και της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης είναι περίπου 80-90% και 70% αντίστοιχα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κλομπαζάμη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω N-απομεθυλίωσης και υδροξυλίωσης, σχηματίζοντας δύο κύριους μεταβολίτες, την N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη (νορκλομπαζάμη) και την 4’-υδροξυλοκλομπαζάμη, αντίστοιχα, με περίπου 2% της δόσης να ανακτάται στα ούρα και 1% στα κόπρανα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η αντίδραση N-απομεθυλίωσης καταλύεται κυρίως από το CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C19 και το CYP2B6. Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη, ένας ενεργός μεταβολίτης, είναι ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης στους ανθρώπους, και σε θεραπευτικές δόσεις, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι 3-5 φορές υψηλότερες από αυτές της μητρικής ένωσης. Με βάση δεδομένα από ζώα και in vitro δέσμευση υποδοχέων, οι εκτιμήσεις της σχετικής δραστικότητας της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης σε σύγκριση με τη μητρική ένωση κυμαίνονται από 1/5 έως ίση δραστικότητα.
Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη υδροξυλιώνεται εκτενώς, κυρίως από το CYP2C19. Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη και οι μεταβολίτες της αποτελούν περίπου το 94% των συνολικών συστατικών που σχετίζονται με το φάρμακο στα ούρα.
Ο πολυμορφικός CYP2C19 είναι ο κύριος παράγοντας στον μεταβολισμό της φαρμακολογικά ενεργής N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης. Σε ασθενείς με έλλειψη CYP2C19, τα επίπεδα της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης ήταν 5 φορές υψηλότερα στο πλάσμα και 2-3 φορές υψηλότερα στα ούρα σε σύγκριση με τους εκτενείς μεταβολιστές CYP2C19.
Η σχηματισμός της 4’-υδροξυλοκλομπαζάμης διευκολύνεται από τα CYP2C18 και CYP2C19.
Η κλομπαζάμη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, με περίπου 2% της δόσης να ανακτάται στα ούρα και 1% στα κόπρανα ως αμετάβλητο φάρμακο. Η κύρια μεταβολική οδός της κλομπαζάμης περιλαμβάνει την N-απομεθυλίωση, κυρίως από το CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C19 και το CYP2B6. Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη, ένας ενεργός μεταβολίτης, είναι ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης στους ανθρώπους, και σε θεραπευτικές δόσεις, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι 3-5 φορές υψηλότερες από αυτές της μητρικής ένωσης. Με βάση δεδομένα από ζώα και in vitro δέσμευση υποδοχέων, οι εκτιμήσεις της σχετικής δραστικότητας της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης σε σύγκριση με τη μητρική ένωση κυμαίνονται από 1/5 έως ίση δραστικότητα. Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως από το CYP2C19. Η N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη και οι μεταβολίτες της αποτελούν περίπου το 94% των συνολικών συστατικών που σχετίζονται με το φάρμακο στα ούρα. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση ραδιοσημασμένου φαρμάκου, περίπου το 11% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα και περίπου το 82% απεκκρίθηκε στα ούρα.
Ένας τετράχρονος άνδρας με συμπτωματική γενικευμένη επιληψία παρουσίασε αταξία, βλεφαρμογερμό και επεισόδια οπισθιολκύσεως που δεν ήταν επιληπτικής αιτιολογίας μετά την εισαγωγή της κλομπαζάμης σε δόση 0,75 mg/kg/ημέρα. Η ταυτόχρονη αντιεπιληπτική αγωγή ήταν λαμοτριγίνη σε δόση 13 mg/kg/ημέρα. Τα επίπεδα κλομπαζάμης στο πλάσμα ήταν εντός του φυσιολογικού εύρους, ενώ οι συγκεντρώσεις N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης (DCLB) κυμαίνονταν μεταξύ πέντε και επτά φορές πάνω από το ανώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του DCLB στο πλάσμα ήταν παρατεταμένος, υποδηλώνοντας γενετική μεταβλητότητα στο μεταβολισμό του DCLB που οδηγεί σε τοξικότητα. Η μείωση της δόσης της κλομπαζάμης σε 0,3 mg/kg/ημέρα συνδέθηκε με την ανάλυση των μη επιληπτικών νευρολογικών συμπτωμάτων, τη μείωση των επιπέδων DCLB στο πλάσμα και τη διατήρηση του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων.
Η κλομπαζάμη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη και την 4-υδροξυλοκλομπαζάμη.
Η κλομπαζάμη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω N-απομεθυλίωσης και υδροξυλίωσης. Η κλομπαζάμη έχει δύο κύριους μεταβολίτες: την N-δεσμεθυλοκλομπαζάμη (νορκλομπαζάμη) και την 4’-υδροξυλοκλομπαζάμη, με τον πρώτο να είναι ενεργός. Η νορκλομπαζάμη έχει το ένα τέταρτο της δραστικότητας της κλομπαζάμης. Το κύριο ένζυμο που διευκολύνει τη διαδικασία της N-απομεθυλίωσης είναι το CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό τα CYP2C19 και CYP2B6. Η νορκλομπαζάμη υδροξυλιώνεται, κυρίως από το CYP2C19. Ο σχηματισμός της 4’-υδροξυλοκλομπαζάμης διευκολύνεται από τα CYP2C18 και CYP2C19. Ένας παράγοντας που καθορίζει τον βαθμό μεταβολισμού είναι το γενετικό προφίλ του ατόμου, καθώς το CYP2C19 είναι ένα πολυμορφικό ένζυμο.
Οδός Απέκκρισης: Η κλομπαζάμη αποβάλλεται μέσω των ούρων (~94%) ως μεταβολίτες.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μιας από του στόματος δόσης κλομπαζάμης 40 mg είναι 32 ώρες. Ο κύριος μεταβολίτης της, η νορκλομπαζάμη, έχει χρόνο ημίσειας ζωής 57 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ενήλικες ασθενείς με επιληψία είναι υψηλότερος από αυτόν σε υγιή άτομα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι εκτιμώμενοι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής (t½) της κλομπαζάμης και της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης ήταν 36-42 ώρες και 71-82 ώρες, αντίστοιχα.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλομπαζάμης είναι περίπου 36-42 ώρες και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της N-δεσμεθυλοκλομπαζάμης είναι περίπου 71-82 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη κρίσεων ΣΠΑΝΙΟΤΗΤΑΣ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Παράγοντες που ανακουφίζουν από ΑΓΧΟΣ, ένταση και ΑΓΧΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική δράση χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ συχνά χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ενδογενείς ενώσεις και φάρμακα που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ GABA-A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
2MRO291B4U
CLOBAZAM
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς CYP450 2D6
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς CYP450 3A4
Η κλομπαζάμη είναι μια Βενζοδιαζεπίνη. Ο μηχανισμός δράσης της κλομπαζάμης είναι ως Αναστολέας του CYP450 2D6 και Επαγωγέας του CYP450 3A4.
CLOBAZAM
Αναστολείς CYP450 2D6 [MoA]; Επαγωγείς CYP450 3A4 [MoA]; Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη κρίσεων ΣΠΑΝΙΟΤΗΤΑΣ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Παράγοντες που ανακουφίζουν από ΑΓΧΟΣ, ένταση και ΑΓΧΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική δράση χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ συχνά χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Ενδογενείς ενώσεις και φάρμακα που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ GABA-A.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α3 N05BA09Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: 2η & πλέον πρόσθετη αγωγή
- Μη ανταπόκριση σε συνδυασμό ≥ 2 αντιεπιληπτικών
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Δ N05BA09Ενήλικες — Μυοκλονικές κρίσεις / Μυοκλονικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου μυοκλονιών
Δοσολογία: Πρόσθετη αγωγή · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΣΤ N05BA09Παρατεταμένοι / επαναλαμβανόμενοι σπασμοί στην κοινότητα (Status epilepticus)
- Παρατεταμένη ή σε σειρά επιληπτική κρίση εκτός νοσοκομείου
Δοσολογία: Κατά περίπτωση · Εφάπαξ