Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C07AB12 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

NEBIVOLOL

Νεμπιβολόλη

### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες βήτα-αποκλεισμού, εκλεκτικοί.

🫀
Κλινική Κατηγορία · β-Αναστολείς — Καρδιοεκλεκτικότητα
Καρδιοεκλεκτικός (β1) — ο πιο εκλεκτικός
🫀 Καρδιοεκλεκτικός (β1) Αγγειοδιαστολή: Ναι (μέσω NO)

Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): Lopez-Sendon et al., ESC Expert Consensus on β-blockers, Eur Heart J 2004· Goodman & Gilman's Pharmacological Basis of Therapeutics, 13th ed (Ch. β-adrenergic antagonists)· BNF classification of β-blockers.

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 06/2022
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
μαζί με φαγητό
Δόση έναρξης:
5 mg
Τιτλοποίηση:
Η θεραπεία της σταθερής χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας πρέπει να ξεκινά με προοδευτική αύξηση της δοσολογίας μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ατομική δόση συντήρησης. Η αρχική αύξηση της δοσολογίας γίνεται σε διαστήματα 1 - 2 εβδομάδων, με βάση την ανεκτικότητα του ασθενούς.
  • Ενήλικες (Υπέρταση)
    Δόση5 mg
    Κατά προτίμηση την ίδια ώρα της ημέρας. Η επίδραση γίνεται εμφανής μετά από 1-2 εβδομάδες, βέλτιστη μετά από 4 εβδομάδες.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Υπέρταση)
    Δόση2,5 mg την ημέρα
    Δόση έναρξης. Μπορεί να αυξηθεί σε 5 mg ημερησίως εάν χρειάζεται.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Υπέρταση)
    Η χρήση αντενδείκνυται.
  • Ηλικιωμένοι (>65 ετών) (Υπέρταση)
    Δόση2,5 mg την ημέρα
    Δόση έναρξης. Μπορεί να αυξηθεί σε 5 mg ημερησίως εάν χρειάζεται. Σε ασθενείς >75 ετών απαιτείται προσοχή και στενή παρακολούθηση λόγω περιορισμένης εμπειρίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών) (Υπέρταση)
    Δεν συνιστάται η χορήγηση λόγω μη τεκμηριωμένης αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
  • Ενήλικες (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Μέγ. δόση10 mg μία φορά την ημέρα
    Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με προοδευτική αύξηση της δοσολογίας. Η έναρξη και κάθε αύξηση της δόσης πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη έμπειρου ιατρού για τουλάχιστον 2 ώρες. Η απότομη διακοπή της θεραπείας δεν συνιστάται. Εάν η διακοπή είναι απαραίτητη, η δόση πρέπει να μειωθεί προοδευτικά, διαιρούμενη στο ήμισυ σε εβδομαδιαία βάση.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Ήπιας έως μέτριας μορφής: δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού ≥ 250μmol/L): δεν συνιστάται η χρήση.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Η χρήση αντενδείκνυται.
  • Ηλικιωμένοι (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών) (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Δεν συνιστάται η χρήση λόγω μη τεκμηριωμένης αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
  • Ηπατική ανεπάρκεια ή μειωμένη ηπατική λειτουργία.
  • Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενές σοκ ή επεισόδια αντιρρόπησης καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτούν ενδοφλέβια θεραπεία με ινότροπα φάρμακα.
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου, συμπεριλαμβανομένου φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού.
  • Κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου και τρίτου βαθμού (χωρίς βηματοδότη).
  • Ιστορικό βρογχόσπασμου και βρογχικού άσθματος.
  • Μη θεραπεύσιμο φαιοχρωμοκύττωμα.
  • Μεταβολική οξέωση.
  • Βραδυκαρδία (καρδιακός ρυθμός < 60 παλμούς ανά λεπτό πριν την έναρξη της θεραπείας).
  • Υπόταση (συστολική πίεση < 90mmHg).
  • Σοβαρές περιφερικές διαταραχές κυκλοφορίας.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναισθησία
    Προσοχή
    Συνέχιση του βήτα-αποκλεισμού μειώνει τον κίνδυνο αρρυθμιών. Εάν διακοπεί για χειρουργική επέμβαση, πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον 24 ώρες νωρίτερα. Προσοχή με αναισθητικά που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου. Προστασία από αντιδράσεις παρασυμπαθητικού με ενδοφλέβια ατροπίνη.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ)
    Αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη ΣΚΑ
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται, εκτός εάν η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί.
  • Στεφανιαία καρδιακή νόσος
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία καρδιακή νόσο
    Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται προοδευτικά (σε περίοδο 1-2 εβδομάδων). Εάν απαραίτητο, έναρξη θεραπείας αντικατάστασης.
  • Βραδυκαρδία
    Προσοχή
    Εάν ο ρυθμός παλμού < 50-55 παλμούς ανά λεπτό ή συμπτώματα βραδυκαρδίας, η δοσολογία πρέπει να μειωθεί.
  • Περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχές
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο ή σύνδρομο Raynaud, διαλείπουσα χωλότητα
    Χρήση με προσοχή, λόγω πιθανής επιδείνωσης.
  • Καρδιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού
    Χρήση με προσοχή, λόγω αρνητικής δράσης στο χρόνο αγωγής.
  • Στηθάγχη Prinzmetal
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με στηθάγχη Prinzmetal
    Χρήση με προσοχή, μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και τη διάρκεια των επεισοδίων στηθάγχης.
  • Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
    Προσοχή
    Ο συνδυασμός με ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης και διλτιαζέμης, αντιαρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας Ι, και αντιυπερτασικά φάρμακα με κεντρική δράση γενικά δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Διαβητικοί ασθενείς / Υπογλυκαιμία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς
    Απαιτείται προσοχή, καθώς μπορεί να συγκαλύψει συμπτώματα υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών).
  • Υπερθυρεοειδισμός
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερθυρεοειδισμό
    Μπορεί να συγκαλύψει συμπτώματα ταχυκαρδίας. Η απότομη διακοπή μπορεί να εντείνει τα συμπτώματα.
  • Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΑΠ
    Χρήση με προσοχή, καθώς η στένωση των αεραγωγών μπορεί να επιδεινωθεί.
  • Ψωρίαση
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ψωρίασης
    Χορήγηση μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
  • Αλλεργικές αντιδράσεις / Αναφυλαξία
    Προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία σε αλλεργιογόνα και τη σοβαρότητα των αναφυλακτικών αντιδράσεων.
  • Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (έναρξη/διακοπή)
    Προσοχή
    Απαιτεί τακτική παρακολούθηση κατά την έναρξη. Η διακοπή της θεραπείας δεν πρέπει να γίνεται απότομα, εκτός εάν ενδείκνυται σαφώς (βλ. Δοσολογία).
  • Λακτόζη
    Αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λάβουν το προϊόν.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ι (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, κιβενζολίνη, φλεκαϊνίδη, δισοπυραμίδη, λιδοκαΐνη, μεξιλετίνη, προπαφενόνη)
    αντένδειξη
    Ενίσχυση της δράσης στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής και αύξηση της αρνητικής ινότροπης δράσης.
    ΣύστασηΔεν συνιστώνται συνδυασμοί
  • Ανταγωνιστές των διαύλων ασβεστίου του τύπου βεραπαμίλης/διλτιαζέμης
    αντένδειξη
    Αρνητική επίδραση στη συσταλτικότητα και στην κολποκοιλιακή αγωγή. Ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά υπόταση και κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
    ΣύστασηΔεν συνιστώνται συνδυασμοί
  • Αντιυπερτασικά με κεντρική δράση (κλονιδίνη, γουανφακίνη, μοξονιδίνη, μεθυλντόπα, ριλμενιδίνη)
    αντένδειξη
    Μπορεί να επιδεινώσει την καρδιακή ανεπάρκεια μέσω μείωσης στον κεντρικό συμπαθητικό τόνο. Η απότομη διακοπή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επανάκαμψης της υπέρτασης.
    ΣύστασηΔεν συνιστώνται συνδυασμοί
  • Αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (αμιοδαρόνη)
    προσοχή
    Η επίδραση στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής μπορεί να ενισχυθεί.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή
  • Αναισθητικά - πτητικά αλογονωμένα αναισθητικά
    προσοχή
    Μπορεί να εξασθενίσει την αντανακλαστική ταχυκαρδία και να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται. Αποφύγετε την αιφνίδια διακοπή της θεραπείας με βήτα-αποκλειστές.
  • Ινσουλίνη και από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα
    προσοχή
    Μπορεί να συγκαλύψει ορισμένα συμπτώματα υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών).
    ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή
  • Βακλοφένη, αμιφοστίνη
    προσοχή
    Πιθανή αύξηση της πτώσης της αρτηριακής πίεσης.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Η δοσολογία του αντιυπερτασικού φαρμάκου πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.
  • προσοχή
    Θεωρητικά, θα μπορούσε να συνεισφέρει στην επιμήκυνση του διαστήματος QTc.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή
  • Γλυκοζίτες της δακτυλίτιδας
    παρακολούθηση
    Μπορεί να αυξήσει το χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής. Κλινικές δοκιμές δεν έδειξαν κλινικές ενδείξεις αλληλεπίδρασης. Η νεμπιβολόλη δεν επηρεάζει τις κινητικές ιδιότητες της διγοξίνης.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
  • Ανταγωνιστές ασβεστίου του τύπου διυδροπυριδίνης (αμλοδιπίνη, φελοδιπίνη, λασιδιπίνη, νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη, νιμοδιπίνη, νιτρονδιπίνη)
    παρακολούθηση
    Μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης. Αύξηση του κινδύνου υποβάθμισης της κοιλιακής αντλητικής λειτουργίας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια δεν μπορεί να αποκλειστεί.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
  • Αντιψυχωτικά, αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά, βαρβιτουρικά και φαινοθειαζίνες)
    παρακολούθηση
    Μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση των βήτα-αποκλειστών (προσθετική δράση).
    ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    παρακολούθηση
    Δεν επηρεάζουν τη δράση μείωσης της αρτηριακής πίεσης της νεμπιβολόλης.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
  • Συμπαθητικομιμητικοί παράγοντες
    παρακολούθηση
    Μπορεί να εξουδετερώσει τη δράση των βήτα-αδρενεργικών ανταγωνιστών. Κίνδυνος υπέρτασης, σοβαρής βραδυκαρδίας και κολποκοιλιακού αποκλεισμού.
    ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
  • ουσίες που αναστέλλουν CYP2D6 (παροξετίνη, φλουοξετίνη, θειοριδαζίνη, κινιδίνη)
    προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα νεμπιβολόλης στο πλάσμα, συσχετιζόμενα με αυξημένο κίνδυνο υπερβολικής βραδυκαρδίας και ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση των επιπέδων νεμπιβολόλης στο πλάσμα, χωρίς κλινική αλλαγή.
  • παρακολούθηση
    Δεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης.
  • παρακολούθηση
    Ελαφρά αύξηση των επιπέδων πλάσματος και των δύο φαρμάκων, χωρίς κλινική αλλαγή.
  • Αλκοόλη, φουροσεμίδη ή υδροχλωροθειαζίδη
    παρακολούθηση
    Δεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης.
  • Ουαρφαρίνη
    παρακολούθηση
    Η νεμπιβολόλη δεν επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ουαρφαρίνης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα (Πολύ σπάνιες)
  • Υπερευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Εφιάλτες (Όχι συχνές)
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Ψευδαισθήσεις
  • Ψυχώσεις
  • Σύγχυση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Συγκοπτική κρίση (Πολύ σπάνιες)
  • Ζάλη (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Πολύ συχνές)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Μειωμένη όραση (Όχι συχνές)
Καρδιακές διαταραχές
  • Βραδυκαρδία (Υπέρταση, Όχι συχνές)
  • Καρδιακή ανεπάρκεια (Υπέρταση, Όχι συχνές)
  • Επιβράδυνση κολποκοιλιακής αγωγής / κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Υπέρταση, Όχι συχνές)
  • Βραδυκαρδία (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Πολύ συχνές)
  • Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
  • Πρώτου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Κρύα/κυανωτικά άκρα
  • Φαινόμενο Raynaud
Αγγειακές διαταραχές
  • Αύξηση διαλείπουσας χωλότητας (Όχι συχνές)
  • Ορθοστατική υπόταση (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
Γαστρεντερικό
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Έμετος
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Οφθαλμο-βλεννογονοδερματική τοξικότητα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
  • Εξάνθημα ερυθηματώδες (Όχι συχνές)
  • Ψωρίαση επιδεινούμενη (Πολύ σπάνιες)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Ανικανότητα (Όχι συχνές)
Γενικές
  • Κόπωση
  • Οίδημα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Δυσανεξία στο φάρμακο (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
  • Οίδημα των κάτω άκρων (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
Οφθαλμικές
  • Ξηροφθαλμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Βραδυκαρδία (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσανεξία στο φάρμακο
    Γενικές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Οίδημα των κάτω άκρων
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ανικανότητα
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Αύξηση διαλείπουσας χωλότητας
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Βραδυκαρδία (Υπέρταση)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Επιβράδυνση κολποκοιλιακής αγωγής / κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Υπέρταση)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Εφιάλτες
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια (Υπέρταση)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Επιδείνωση ψωρίασης
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Συγκοπτική κρίση
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Κρύα/κυανωτικά άκρα
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Οφθαλμο-βλεννογονοδερματική τοξικότητα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Φαινόμενο Raynaud
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ψυχώσεις
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Η νεμπιβολόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
    Η νεμπιβολόλη έχει επιβλαβείς φαρμακολογικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη και/ή στο έμβρυο/νεογνό. Οι αποκλειστές των βήτα-αδρενοϋποδοχέων μειώνουν την πλακουντιακή αιμάτωση, το οποίο έχει συσχετιστεί με καθυστέρηση της ανάπτυξης, ενδομήτριο θάνατο, αποβολή ή πρόωρο τοκετό. Ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) μπορεί να εμφανιστούν στο έμβρυο και στο νεογνό. Εάν η θεραπεία με νεμπιβολόλη θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να παρακολουθείται η μητροπλακουντιακή ροή και η ανάπτυξη του εμβρύου. Σε περίπτωση αρνητικών επιδράσεων, πρέπει να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το νεογνό πρέπει να παρακολουθείται στενά για συμπτώματα υπογλυκαιμίας και βραδυκαρδίας εντός των πρώτων 3 ημερών.
  • Γαλουχία
    μητέρες που λαμβάνουν νεμπιβολόλη δεν πρέπει να θηλάζουν.
    Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν ότι η νεμπιβολόλη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Οι περισσότεροι βήτα-αποκλειστές, ειδικά λιπόφιλες ενώσεις, περνούν στο μητρικό γάλα σε ποικίλο βαθμό. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Η νεμπιβολόλη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα των αρουραίων εκτός από δόσεις αρκετές φορές υψηλότερες από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο, όπου παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στα αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε αρουραίους και ποντικούς. Η επίδραση της νεμπιβολόλης στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες βήτα-αποκλεισμού, εκλεκτικοί. Κωδικός ATC: C07AB12.

Η νεμπιβολόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, SRRR-νεμπιβολόλης (ή d-νεμπιβολόλης) και RSSS-νεμπιβολόλης (ή l-νεμπιβολόλης). Συνδυάζει δυο φαρμακολογικές δραστηριότητες:

  • Είναι ένας ανταγωνιστικός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των βήτα-υποδοχέων: αυτή η δράση αποδίδεται στο SRRR-εναντιομερές (d-εναντιομερές).
  • Έχει ήπιες αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες λόγω αλληλεπίδρασης με την οδό L-αργινίνης/ οξειδίου του αζώτου.

Μονήρεις και επαναλαμβανόμενες δόσεις νεμπιβολόλης μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης και της άσκησης, τόσο σε άτομα με φυσιολογική αρτηριακή πίεση όσο και σε υπερτασικούς ασθενείς. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.

Σε θεραπευτικές δόσεις, η νεμπιβολόλη στερείται άλφα-αδρενεργικού ανταγωνισμού.

Κατά τη διάρκεια οξείας και χρόνιας θεραπευτικής αντιμετώπισης με νεμπιβολόλη σε υπερτασικούς ασθενείς, μειώνεται η συστηματική αγγειακή αντίσταση. Παρά τη μείωση του καρδιακού ρυθμού, η μείωση της καρδιακής παροχής κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης και της άσκησης μπορεί να είναι περιορισμένη λόγω αύξησης στον όγκο εξώθησης. Το κατά πόσον αυτές οι αιμοδυναμικές διαφορές είναι κλινικά σημαντικές σε σύγκριση με άλλους ανταγωνιστές βήτα 1-υποδοχέων δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί.

Σε υπερτασικούς ασθενείς, η νεμπιβολόλη αυξάνει την μεσολαβούμενη από ΝΟ αγγειακή απόκριση στην ακετυλοχολίνη (Ach), η οποία είναι μειωμένη σε ασθενείς με ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.

Σε μια ελεγχόμενη με ψευδοφάρμακο δοκιμασία θνησιμότητας - νοσηρότητας που διενεργήθηκε σε 2128 ασθενείς ≥70 ετών (διάμεση ηλικία 75,2 έτη) με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (μέσο LVEF: 36±12,3%, με την ακόλουθη κατανομή: LVEF μικρότερο του 35% στο 56% των ασθενών, LVEF μεταξύ 35% και 45% στο 25% των ασθενών και LVEF μεγαλύτερο του 45% στο 19% των ασθενών) οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για μέσο χρονικό διάστημα 20 μηνών, η νεμπιβολόλη, επιπρόσθετα στην τυπική θεραπεία, παρέτεινε σημαντικά το χρόνο εμφάνισης θανάτου ή νοσηλείας για καρδιαγγειακούς λόγους (κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας) με σχετική μείωση του κινδύνου 14% (απόλυτη μείωση: 4,2%).

Αυτή η μείωση του κινδύνου αναπτύχθηκε μετά από 6 μήνες θεραπείας και διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας (διάμεση διάρκεια: 18 μήνες). Η επίδραση της νεμπιβολόλης ήταν ανεξάρτητη από την ηλικία, το φύλο ή το κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας του υπό μελέτη πληθυσμού. Το όφελος στη θνησιμότητα από όλα τα αίτια δεν έφθασε σε βαθμό που να θεωρείται κλινικά σημαντικός σε σύγκριση με το ψευδοφάρμακο (απόλυτη μείωση: 2,3%).

Παρατηρήθηκε μείωση στη συχνότητα αιφνιδίου θανάτου σε ασθενείς υπό θεραπεία με νεμπιβολόλη (4,1% έναντι 6,6%, σχετική μείωση 38%).

In vitro και in vivo πειράματα σε ζώα κατέδειξαν ότι η νεμπιβολόλη δεν έχει ενδογενή συμπαθητικομιμητική δραστηριότητα.

In vitro και in vivo πειράματα σε ζώα κατέδειξαν ότι, σε φαρμακολογικές δόσεις, η νεμπιβολόλη δεν έχει σταθεροποιητική δράση στις μεμβράνες.

Σε υγιείς εθελοντές, η νεμπιβολόλη δεν έχει σημαντική επίδραση στη μέγιστη ικανότητα για άσκηση ή στην αντοχή.

Τα διαθέσιμα προκλινικά και κλινικά στοιχεία σε υπερτασικούς ασθενείς δεν έχουν δείξει ότι η νεμπιβολόλη έχει επιζήμια επίδραση στη στυτική λειτουργία.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης απορροφώνται γρήγορα μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζεται από την τροφή, συνεπώς η νεμπιβολόλη μπορεί να χορηγείται μαζί με το γεύμα ή ανεξαρτήτως αυτού.

Η νεμπιβολόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα, μερικώς σε ενεργούς υδροξυμεταβολίτες. Η νεμπιβολόλη μεταβολίζεται μέσω αλικυκλικής και αρωματικής υδροξυλίωσης, Ν-απαλκυλίωσης και γλυκουρονιδίωσης. Επιπλέον, δημιουργούνται γλυκουρονίδια των υδροξυμεταβολιτών. Ο μεταβολισμός της νεμπιβολόλης μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης υπόκειται σε εξαρτώμενο από το CYP2D6 γενετικό οξειδωτικό πολυμορφισμό. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της νεμπιβολόλης είναι κατά μέσο όρο 12% στους ταχείς μεταβολίτες και είναι σχεδόν πλήρης στους βραδείς μεταβολίτες. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση και στο ίδιο επίπεδο δόσης, η συγκέντρωση κορυφής στο πλάσμα της αμετάβλητης νεμπιβολόλης είναι περίπου 23 φορές υψηλότερη στους πτωχούς μεταβολίτες από ότι στους εκτεταμένους μεταβολίτες. Όταν λαμβάνονται υπόψη το αμετάβλητο φάρμακο συν οι ενεργοί μεταβολίτες, η διαφορά στις συγκεντρώσεις κορυφής στο πλάσμα είναι 1,3 έως 1,4 φορές πολλαπλάσια. Λόγω της διακύμανσης στους ρυθμούς μεταβολισμού, η δόση των δισκίων Νεμπιβολόλη® 2,5mg ή Νεμπιβολόλη® 5mg πρέπει πάντοτε να προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ατομικές απαιτήσεις του ασθενούς: οι πτωχοί μεταβολίτες μπορεί επομένως να απαιτούν χαμηλότερες δόσεις.

Στους ταχείς μεταβολίτες, η ημίσεια ζωή απέκκρισης των εναντιομερών νεμπιβολόλης είναι κατά μέσο όρο 10 ώρες. Στους βραδείς μεταβολίτες, είναι 3-5 φορές μεγαλύτερη. Στους ταχείς μεταβολίτες, τα επίπεδα πλάσματος του RSSS-εναντιομερούς είναι ελαφρώς υψηλότερα από εκείνα του SRRR-εναντιομερούς. Στους βραδείς μεταβολίτες, αυτή η διαφορά είναι μεγαλύτερη. Στους ταχείς μεταβολίτες, η ημίσεια ζωή απέκκρισης των υδροξυμεταβολιτών αμφοτέρων των εναντιομερών είναι κατά μέσο όρο 24 ώρες, και είναι περίπου διπλάσια στους βραδείς μεταβολίτες.

Τα επίπεδα πλάσματος σταθεροποιημένης κατάστασης στους περισσότερους ασθενείς (ταχείς μεταβολίτες) επιτυγχάνονται εντός 24 ωρών για τη νεμπιβολόλη και εντός λίγων ημερών για τους υδροξυμεταβολίτες.

Οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι μεταξύ 1 και 30 mg, ανάλογα με τη δόση. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζονται από την ηλικία.

Στο πλάσμα, αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης δεσμεύονται κυρίως στη λευκωματίνη.

Η δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος είναι 98,1% για την SRRR-νεμπιβολόλη και 97,9% για την RSSS-νεμπιβολόλη.

Μια εβδομάδα μετά τη χορήγηση, 38% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 48% στα κόπρανα. Η απέκκριση μέσω των ούρων της αμετάβλητης νεμπιβολόλης είναι μικρότερη από το 0,5% της δόσης.

Μηχανισμός δράσης
Ο Nebivolol είναι ένας άκρως εκλεκτικός ανταγωνιστής β1-αδρενεργικών υποδοχέων με ασθενή δραστηριότητα ανταγωνιστή β2-αδρενεργικών υποδοχέων. Ο αποκλεισμός των β1-αδρενεργικών υποδοχέων από το d-nebivolol οδηγεί σε…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες βήτα-αποκλεισμού, εκλεκτικοί. Κωδικός ATC: C07AB12. Η νεμπιβολόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, SRRR-νεμπιβολόλης (ή d-νεμπιβολόλης) και RSSS-νεμπιβολόλης (ή l-νεμπιβολόλης)….

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης απορροφώνται γρήγορα μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζεται από την τροφή, συνεπώς η νεμπιβολόλη μπορεί να χορηγείται μαζί με το γεύμα ή ανεξαρτήτως…

Μεταβολισμός
Το Nebivolol μεταβολίζεται κυρίως μέσω γλυκουρονιδίωσης και υδροξυλίωσης που διαμεσολαβείται από το CYP2D6. Ο μεταβολισμός περιλαμβάνει n-αποαλκυλίωση, υδροξυλίωση, οξείδωση και γλυκουρονιδίωση. Οι αρωματικοί υδροξυλο- και α-κυκο- οξειδωμένοι μεταβολίτες…
Απέκκριση
Η απορρόφηση του nebivolol δεν επηρεάζεται από τροφή. Το Nebivolol έχει Tmax 1,5-4 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να κυμαίνεται από 12-96% για εκτεταμένους έως κακούς μεταβολιστές του CYP2D6. Για δόση 20mg, το d-nebivolol έχει Cmax 2,75±1,55ng/mL, το…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Ο Nebivolol είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής β1-αδρενεργικών υποδοχέων που μειώνει την αγγειακή αντίσταση, αυξάνει τον όγκο παλμού και την καρδιακή παροχή, και δεν επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία της αριστερής κοιλίας. Έχει μακρά διάρκεια δράσης, καθώς τα αποτελέσματα είναι ορατά 48 ώρες μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής, και ευρύ θεραπευτικό παράθυρο, καθώς οι ασθενείς λαμβάνουν γενικά 5-40mg ημερησίως. Οι ασθενείς δεν πρέπει να διακόπτουν απότομα τη λήψη αυτού του φαρμάκου, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της στεφανιαίας νόσου. Οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να παρακολουθούν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να καλύψουν τα σημάδια της υπογλυκαιμίας.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο Nebivolol είναι ένας άκρως εκλεκτικός ανταγωνιστής β1-αδρενεργικών υποδοχέων με ασθενή δραστηριότητα ανταγωνιστή β2-αδρενεργικών υποδοχέων. Ο αποκλεισμός των β1-αδρενεργικών υποδοχέων από το d-nebivolol οδηγεί σε μειωμένο καρδιακό ρυθμό ηρεμίας, καρδιακό ρυθμό άσκησης, μυοκαρδιακή συσταλτικότητα, συστολική αρτηριακή πίεση και διαστολική αρτηριακή πίεση. Η εκλεκτικότητα του d-nebivolol περιορίζει το μέγεθος των ανεπιθύμητων ενεργειών των β-αναστολέων στους αεραγωγούς ή σχετιζόμενων με την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Το Nebivolol αναστέλλει επίσης την αλδοστερόνη, και ο β1-ανταγωνισμός στη συσκευή νεφρικής σπειράματος αναστέλλει επίσης την απελευθέρωση ρενίνης. Η μειωμένη αλδοστερόνη οδηγεί σε μειωμένο όγκο αίματος, και η μειωμένη ρενίνη οδηγεί σε μειωμένη αγγειοσυστολή. Το l-nebivolol είναι υπεύθυνο για τη δραστηριότητα αγωνιστή β3-αδρενεργικών υποδοχέων που διεγείρει την ενδοθηλιακή συνθετάση του μονοξειδίου του αζώτου, αυξάνοντας τα επίπεδα μονοξειδίου του αζώτου· οδηγώντας σε αγγειοδιαστολή, μειωμένη περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένο όγκο παλμού, κλάσμα εξώθησης και καρδιακή παροχή. Η αγγειοδιαστολή, το μειωμένο οξειδωτικό στρες και ο μειωμένος όγκος και συσσώρευση αιμοπεταλίων του nebivolol μπορεί να οδηγήσουν σε οφέλη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Η απορρόφηση του nebivolol δεν επηρεάζεται από τροφή. Το Nebivolol έχει Tmax 1,5-4 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να κυμαίνεται από 12-96% για εκτεταμένους έως κακούς μεταβολιστές του CYP2D6. Για δόση 20mg, το d-nebivolol έχει Cmax 2,75±1,55ng/mL, το l-nebivolol έχει Cmax 5,29±2,06ng/mL, και οι δύο εναντιομερείς έχουν Cmax 8,02±3,47ng/mL, και οι γλυκουρονίδες του nebivolol έχουν Cmax 68,34±44,68ng/mL. Για δόση 20mg, το d-nebivolol έχει AUC 13,78±15,27ngh/mL, το l-nebivolol έχει AUC 27,72±15,32ngh/mL, και οι δύο εναντιομερείς έχουν AUC 41,50±29,76ngh/mL, και οι γλυκουρονίδες του nebivolol έχουν AUC 396,78±297,94ngh/mL.

Σε εκτεταμένους μεταβολιστές του CYP2D6, το 38% απεκκρίνεται στα ούρα και το 44% στα κόπρανα. Σε κακούς μεταβολιστές του CYP2D6, το 67% απεκκρίνεται στα ούρα και το 13% στα κόπρανα. <1% μιας δόσης απεκκρίνεται ως μη μεταβολιζόμενο φάρμακο.

Για δόση 20mg, το d-nebivolol έχει φαινομενικό όγκο κατανομής 10.290,81±3911,72L, το l-nebivolol έχει φαινομενικό όγκο κατανομής 8.066,66±4.055,50L, και και οι δύο εναντιομερείς μαζί έχουν όγκο κατανομής 10.423,42±6796,50L.

Για δόση 20mg, η κάθαρση του d-nebivolol είναι 1241,63±749,77L/h, του l-nebivolol είναι 435,53±180,93L/h, και και των δύο εναντιομερών είναι 635,31±300,25L/h.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more
Το Nebivolol δεσμεύεται κατά 98% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Το Nebivolol μεταβολίζεται κυρίως μέσω γλυκουρονιδίωσης και υδροξυλίωσης που διαμεσολαβείται από το CYP2D6. Ο μεταβολισμός περιλαμβάνει n-αποαλκυλίωση, υδροξυλίωση, οξείδωση και γλυκουρονιδίωση. Οι αρωματικοί υδροξυλο- και α-κυκο- οξειδωμένοι μεταβολίτες είναι δραστικοί, ενώ οι n-αποαλκυλιωμένοι και οι γλυκουρονίδες είναι ανενεργοί.
hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more
Το d-nebivolol έχει χρόνο ημιζωής 12 ώρες σε εκτεταμένους μεταβολιστές του CYP2D6 και 19 ώρες σε κακούς μεταβολιστές.
category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΑ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων αγγείων.

Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους Β1-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

030Y90569U

NEBIVOLOL

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Β-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Β-Αδρενεργικός Αποκλειστής

Το Nebivolol είναι ένας β-Αδρενεργικός Αποκλειστής. Ο μηχανισμός δράσης του nebivolol είναι ως Β-Αδρενεργικός Ανταγωνιστής.

NEBIBOLOL

Β-Αδρενεργικός Αποκλειστής [EPC]; Β-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές [MoA]

NEBIVOLOL

Β-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές [MoA]; Β-Αδρενεργικός Αποκλειστής [EPC]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12-19 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

98%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 5 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (β-αναστολείς (HF-εγκεκριμένοι)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (β-Αποκλειστές (1η γραμμή μόνο επί ειδικής ένδειξης)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Βήτα αναστολείς

Σταδιακή μείωση CR: Μεσαίο DP: Μεσαίο

⚠ Οι βήτα-αναστολείς συνδέονται συχνά με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα και απαιτούν αργή απόσυρση.

open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
71301
Μοριακός τύπος
C22H25F2NO4
Μοριακό βάρος
405.4
IUPAC
1-(6-fluoro-3,4-dihydro-2H-chromen-2-yl)-2-[[2-(6-fluoro-3,4-dihydro-2H-chromen-2-yl)-2-hydroxyethyl]amino]ethanol
InChIKey
KOHIRBRYDXPAMZ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΑ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων αγγείων.

Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους Β1-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.