DEXIBUPROFEN
Δεξιβουπροφαίνη
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω: H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SERACTIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς γεύμα. Γενικά τα ΜΣΑΦ λαμβάνονται κατά προτίμηση με τροφή προκειμένου να μειωθεί ο γαστρεντερικός ερεθισμός, ιδιαίτερα κατά τη χρόνια χρήση. Ωστόσο, μία καθυστέρηση της δράσης σε μερικούς ασθενείς είναι αναμενόμενη όταν τα δισκία λαμβάνονται μαζί ή αμέσως μετά από ένα γεύμα.
- Δόση έναρξης: Δεν αναφέρεται
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση600 έως 900 mg ημερησίως, διηρημένα μέχρι και σε τρεις εφάπαξ δόσειςΜέγ. δόσηέως 1200 mg ημερησίωςγια παράδειγμα 400 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg δύο έως τρεις φορές την ημέρα.
-
ΔυσμηνόρροιαΔόση600 έως 900 mg ημερησίως, διηρεμένα μέχρι και σε τρεις εφάπαξ δόσειςγια παράδειγμα 400 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg δύο έως τρεις φορές την ημέρα.
-
Ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άλγοςΔόση600 mg ημερησίως, διηρημένα μέχρι και σε τρεις εφάπαξ δόσειςΜέγ. δόσηπροσωρινά έως 1200 mg ημερησίωςΑν είναι σαφώς απαραίτητο σε ασθενείς με οξείες καταστάσεις άλγους (π.χ. σε χειρουργικές εξαγωγές οδόντων).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ δεξιβουπροφαίνη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και έφηβους (<18 ετών): Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί και ως εκ τούτου δεν συνιστάται σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες τροποποιήσεις στη δοσολογία. Εντούτοις, πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένη μείωση και προσδιορισμός της δόσης λόγω της αυξημένης ευαισθησίας σε ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να αρχίζουν θεραπεία με μειωμένες δόσεις και να παρακολουθούνται στενά.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΗ αρχική δόση πρέπει να είναι μειωμένη σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
block
SPC-SERACTIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δεξιβουπροφαίνη, σε κάποιο άλλο ΜΣΑΦ, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Σε ασθενείς στους οποίους ουσίες με παρόμοια δράση (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή άλλα ΜΣΑΦ) προκαλούν ασθματικές κρίσεις, βρογχόσπασμο, οξεία ρινίτιδα, ή δημιουργούν ρινικούς πολύποδες, κνίδωση ή αγγειονευρωτικό οίδημα.
-
Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενης με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Ενεργό, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού γαστρεντερικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα σαφή επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
-
Αγγειακές εγκεφαλικές αιμορραγίες ή άλλες ενεργές αιμορραγίες.
-
Ενεργό νόσο του Crohn ή ενεργό ελκώδη κολίτιδα.
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορίας IV κατά NYHA).
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 30 ml/min).
-
Σοβαρή βλάβη της ηπατικής λειτουργίας.
-
Από αρχή του 6ου μήνα της κύησης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
SPC-SERACTIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσεις
-
Κίνδυνοι από το γαστρεντερικό σύστημαΟι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία και κινδύνους από το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό σύστημα παρακάτω). Η χρήση της δεξιβουπροφαίνης συγχρόνως με ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της 2-κυκλοοξυγονάσης πρέπει να αποφεύγεται.
-
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκη και διάτρησηΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΟ κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης είναι μεγαλύτερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό ελκών, ιδιαίτερα επιπεπλεγμένων με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. Αντενδείξεις), αλκοολισμό και σε ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση. Πρέπει να εξετάζεται για αυτούς τους ασθενείς συνδυασμένη θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μιζοπριστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων), καθώς επίσης και για τους ασθενείς που απαιτείται συγχρόνως χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, ή άλλων φαρμάκων που πιθανώς αυξάνουν το γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. κατωτέρω και Αλληλεπιδράσεις).
-
Αναφορά κοιλιακών συμπτωμάτωνΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοιΠρέπει να αναφέρουν όλα τα κοιλιακά συμπτώματα (κυρίως αιμορραγίες από το γαστρεντερικό) ιδιαίτερα κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Συγχορήγηση φαρμάκωνΣυνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως φάρμακα τα οποία μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως τα από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες όπως ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διακοπή θεραπείαςΌταν παρουσιασθούν αιμορραγία από το γαστρεντερικό ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν Seractil, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
-
Γαστρεντερικές παθήσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών ασθενειών (ελκώδους κολίτιδας, νόσου του Crohn)Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή καθώς η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αλλεργικές αντιδράσειςΌπως και με άλλα ΜΣΑΦ, αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών /αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί επίσης να παρουσιασθούν χωρίς προηγούμενη έκθεση στο φάρμακο.
-
Βρογχικό άσθμαΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από, ή με προηγούμενο ιστορικό, βρογχικού άσθματοςΑπαιτείται προσοχή καθώς τα ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν βρογχόσπασμο σε τέτοιους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).
-
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΑπαιτείται σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οιδήματα σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Κίνδυνος θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντωνΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-III), εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσοΠρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με δεξιβουπροφαίνη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση του θέματος και οι υψηλές δόσεις (1200 mg/ημέρα) πρέπει να αποφεύγονται.
-
Προσοχή πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)Προσεκτική εκτίμηση πρέπει να γίνεται, ιδιαίτερα όταν απαιτούνται υψηλές δόσεις δεξιβουπροφαίνης (1200 mg/ημέρα).
-
Νεφρικές και ηπατικές επιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από ηπατική και νεφρική πάθησηΑπαιτείται προσοχή. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος κατακράτησης υγρών, οιδήματος και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας. Αν χορηγηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, η δόση της δεξιβουπροφαίνης πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και να παρακολουθείται τακτικά η νεφρική λειτουργία.
-
Ανεπιθύμητες δράσεις από το νεφρικό σύστημαΌπως άλλα ΜΣΑΦ, η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να συσχετισθεί με ανεπιθύμητες δράσεις από το νεφρικό σύστημα, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε σπειραματονεφρίτιδα, διάμεσο νεφρίτιδα, νεκρωτική θηλίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο και οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει την ουρία στο πλάσμα και την κρεατινίνη.
-
Ηπατικές παράμετροιΌπως άλλα ΜΣΑΦ, η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει παροδικές μικρές αυξήσεις σε μερικές ηπατικές παραμέτρους, καθώς επίσης σημαντικές αυξήσεις των SGOT και SGPT. Σε περίπτωση σχετικών αυξήσεων αυτών των παραμέτρων, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
-
Συνδυασμοί αναλγητικώνΓενικά η συνήθης χρήση αναλγητικών, ιδιαίτερα ο συνδυασμός διαφορετικών αναλγητικών ουσιών, μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια νεφρική βλάβη με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας (νεφροπάθεια από αναλγητικά). Συνεπώς συνδυασμοί με ιβουπροφαίνη ή άλλα ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων προϊόντων ΜΗΣΥΦΑ και εκλεκτικών αναστολέων COX-2) πρέπει να αποφεύγονται.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΈχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σχετιζόμενες με τη χρήση των ΜΣΑΦ σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες μπορεί να αποβούν μοιραίες, συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Steven-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς φαίνεται να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων στην αρχή της θεραπευτικής αγωγής, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η έναρξη της αντίδρασης εμφανίζεται εντός του πρώτου μήνα θεραπείας. Η δεξιβουπροφαίνη πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου, ή με οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας.
-
ΠηκτικότηταΌπως και με άλλα ΜΣΑΦ η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει αναστρέψιμα τη συσσώρευση και τη λειτουργία των αιμοπεταλίων και να παρατείνει το χρόνο αιμορραγίας. Πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με αιμορραγική διάθεση και άλλες διαταραχές πηκτικότητας και όταν η δεξιβουπροφαίνη χορηγείται ταυτόχρονα με από του στόματος αντιπηκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με ακετυλοσαλικυλικό οξύΔεδομένα από προκλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων με χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέως μπορεί να μειωθεί εάν χορηγούνται ταυτόχρονα ΜΣΑΦ όπως η δεξιβουπροφαίνη. Αυτή η αλληλεπίδραση θα μπορούσε να μειώσει την καρδιαγγειακή προστατευτική δράση. Ως εκ τούτου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή εάν ενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος και εάν η διάρκεια της θεραπείας υπερβαίνει τη βραχυχρόνια χρήση (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Καθυστερημένη έναρξη δράσηςΕάν λαμβάνεται για καταστάσεις οξέος άλγους όπου απαιτείται ταχεία ανακούφιση του άλγους μερικοί ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν καθυστερημένη έναρξη της δράσης λόγω του χρόνου που απαιτείται για να επιτευχθούν τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα και της παράταξής του μετά από πρόσληψη τροφής (βλ. επίσης Φαρμακοκινητικές).
-
Μακροχρόνια θεραπείαΟι ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με δεξιβουπροφαίνη πρέπει να παρακολουθούνται ως προληπτικό μέτρο (νεφρική, ηπατική λειτουργία και αιματολογική λειτουργία/αιμοδιαγράμματα).
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και μεικτή νόσο του συνδετικού ιστούΠληθυσμόςΑσθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και μεικτή νόσο του συνδετικού ιστούΗ δεξιβουπροφαίνη πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή, διότι αυτοί οι ασθενείς μπορεί να έχουν προδιάθεση σε επαγόμενες από τα ΜΣΑΦ νεφρικές ανεπιθύμητες ενέργειες και ανεπιθύμητες ενέργειες του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένης της άσηπτης μηνιγγίτιδας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κάλυψη συμπτωμάτων λοιμώξεωνΤα ΜΣΑΦ μπορεί να καλύψουν τα συμπτώματα των λοιμώξεων.
-
ΑνεμοβλογιάΚατ’ εξαίρεση, η ανεμοβλογιά μπορεί να αποτελέσει την αρχή σοβαρών λοιμωδών επιπλοκών του δέρματος και των μαλακών μορίων. Μέχρι σήμερα, η συμβολή των ΜΣΑΦ στην επιδείνωση αυτών των λοιμώξεων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, συνιστάται να αποφεύγεται η χρήση της δεξιβουπροφαίνης σε περίπτωση ανεμοβλογιάς.
-
Κεφαλαλγίες από μακροχρόνια θεραπείαΚατά τη μακροχρόνια, με υψηλές δόσεις, εκτός ενδείξεων θεραπεία με αναλγητικά, μπορεί να εμφανιστούν κεφαλαλγίες οι οποίες δεν πρέπει να θεραπεύονται με υψηλότερες δόσεις του φαρμακευτικού προϊόντος.
-
ΓονιμότηταΦάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση της κυκλοοξυγενάσης/προσταγλανδίνης μπορεί να επηρεάσουν αναστρέψιμα τη γονιμότητα και δεν συνιστώνται για γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που παρουσιάζουν δυσκολία στο να συλλάβουν ή που υποβάλλονται σε εξετάσεις στειρότητας, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της δεξιβουπροφαίνης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-SERACTIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)Μη συνιστάταιΕνίσχυση δράσης των αντιπηκτικών.ΣύστασηΈλεγχοι της πηκτικότητας του αίματος (INR, χρόνος αιμορραγίας) και προσαρμογή δοσολογίας αντιπηκτικού.
-
Μεθοτρεξάτη (δόσεις ≥ 15 mg/εβδομάδα)Μη συνιστάταιΑύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης.
-
Μη συνιστάταιΑύξηση επιπέδων λιθίου στο πλάσμα.ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση λιθίου, πιθανή μείωση δόσης λιθίου.
-
Άλλα ΜΣΑΦ και σαλικυλικά (ακετυλοσαλικυλικό οξύ ως αναλγητικό)ΑποφεύγεταιΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών εξελκώσεων και αιμορραγίας.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ως αντιαιμοπεταλιακή αγωγή)Δεν συνιστάται γενικάΜείωση καρδιοπροστατευτικής δράσης χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος (πιθανώς).
-
Αντιυπερτασικά (βήτα-αποκλειστές, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ)ΠροσοχήΜείωση αποτελεσματικότητας αντιυπερτασικών. Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
ΚορτικοστεροειδήΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών εξελκώσεων ή αιμορραγιών.
-
ΠροσοχήΑύξηση επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα, κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού.
-
Μεθοτρεξάτη (δόσεις < 15 mg/εβδομάδα)ΠροσοχήΑύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση παραμέτρων αίματος, νεφρικής λειτουργίας.
-
ΠροσοχήΠιθανή αύξηση επιπέδων φαινυτοΐνης στο πλάσμα και τοξικότητα.ΣύστασηΡύθμιση δοσολογίας βάσει ελέγχου συγκεντρώσεων ή σημείων τοξικότητας.
-
ΠροσοχήΜείωση δράσης δεξιβουπροφαίνης.
-
Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και SSRIsΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
-
Θειαζίδες, διουρητικά, καλιοσυντηρητικά διουρητικάΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμαΠροσοχήΑύξηση επιπέδων καλίου στο πλάσμα.ΣύστασηΈλεγχος επιπέδων καλίου.
-
ΠροσοχήΚίνδυνος αυξημένης αντιαιμοπεταλιακής δράσης.
-
Από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα (σουμλφονυλουρίες)ΠροσοχήΔιακυμάνσεις επιπέδων γλυκόζης στο αίμα.ΣύστασηΚατάλληλη παρακολούθηση.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αίμαρθρου και αιματώματος σε αιμοφιλία.
-
ΑποφεύγεταιΑύξηση συγκέντρωσης πεμετρεξίδης (σε υψηλές δόσεις ΜΣΑΦ).ΣύστασηΑποφυγή 2 ημέρες πριν και 2 ημέρες μετά τη χορήγηση πεμετρεξίδης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
-
ΑλκοόλΠροσοχήΑύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών στο γαστρεντερικό σύστημα.
sick
SPC-SERACTIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη που σχετίζεται με φλεγμονή μπορεί να επιδεινωθεί (νεκρωτική περιτονίτιδα).
- Ο χρόνος ροής αίματος μπορεί να παραταθεί.
- Περιστατικά αιματολογικών διαταραχών που περιλαμβάνουν θρομβοπενία, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, πανκυτταροπενία, ακκοκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.
- Πορφύρα (συμπεριλαμβανομένης της αλλεργικής πορφύρας), αγγειοοίδημα.
- Αναφυλακτική αντίδραση.
- Αντιδράσεις γενικευμένης υπερευαισθησίας, περιλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως πυρετός με εξάνθημα, κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετος, συμπτώματα ηπατικής βλάβης ακόμη και άσηπτη μηνιγγίτιδα.
- Οίδημα του προσώπου, της γλώσσας και του λάρυγγα, βρογχόσπασμος, άσθμα, ταχυκαρδία, υπόταση και καταπληξία.
- Άγχος.
- Ψυχωτική αντίδραση, κατάθλιψη, ευερεθιστότητα.
- Υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, ίλιγγος.
- Αϋπνία, ανησυχία.
- Αποπροσανατολισμός, σύγχυση, διέγερση.
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα.
- Οπτικές διαταραχές.
- Αναστρέψιμη τοξική αμβλυωπία.
- Εμβοές.
- Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας.
- Οίδημα, υπέρταση, και καρδιακή ανεπάρκεια.
- Μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβαμμάτων (έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο).
- Δυσπεψία, κοιλιακό άλγος.
- Διάρροια, ναυτία, έμετος.
- Γαστρεντερικά έλκη και αιμορραγία, γαστρίτιδα, εξελκωτική στοματίτιδα, μέλαινα.
- Γαστρεντερική διάτρηση, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, οισοφαγίτιδα, οισοφαγικές στενώσεις, έξαρση συμπτωμάτων εκκολποματώσεως, μη ειδική αιμορραγική κολίτιδα, ελκώδης κολίτιδα ή νόσος του Crohn.
- Αναιμία και αιματέμεση (αν προκύψει γαστρεντερική αιμορραγία).
- Εξάνθημα.
- Κνίδωση, κνησμός.
- Πολύμορφο ερύθημα, επιδερμική νεκρόλυση, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αλωπεκία, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πομφολυγώδεις αντιδράσεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, οξεία τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), και αλλεργική αγγειίτιδα.
- Ρινίτιδα, βρογχόσπασμος.
- Διάμεσος νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο ή νεφρική ανεπάρκεια.
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατίτιδα και ίκτερος.
- Κόπωση.
- Κατακράτηση υγρών.
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΛοίμωξη που σχετίζεται με φλεγμονή μπορεί να επιδεινωθεί (νεκρωτική περιτονίτιδα).Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
[Αδύνατη ανάγνωση]Ο χρόνος ροής αίματος μπορεί να παραταθεί.Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠεριστατικά αιματολογικών διαταραχών που περιλαμβάνουν θρομβοπενία, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, πανκυτταροπενία, ακκοκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠορφύρα (συμπεριλαμβανομένης της αλλεργικής πορφύρας), αγγειοοίδημα.Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδραση.Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις γενικευμένης υπερευαισθησίας, περιλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως πυρετός με εξάνθημα, κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετος, συμπτώματα ηπατικής βλάβης ακόμη και άσηπτη μηνιγγίτιδα.Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα του προσώπου, της γλώσσας και του λάρυγγα, βρογχόσπασμος, άσθμα, ταχυκαρδία, υπόταση και καταπληξία (σε σοβαρή αντίδραση γενικευμένης υπερευαισθησίας).Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΆγχος.Ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨυχωτική αντίδραση, κατάθλιψη, ευερεθιστότητα.Ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, ίλιγγος.Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑϋπνία, ανησυχία.Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑποπροσανατολισμός, σύγχυση, διέγερση.Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΆσηπτη μηνιγγίτιδα.Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟπτικές διαταραχές.Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑναστρέψιμη τοξική αμβλυωπία.Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕμβοές.Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣπάνιεςΈκπτωση της ακουστικής οξύτητας.Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Δεν αναφέρεταιΟίδημα, υπέρταση, και καρδιακή ανεπάρκεια.Καρδιακές διαταραχές και αγγειακές διαταραχές
-
Δεν αναφέρεταιΜικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβαμμάτων (έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (σε υψηλή δόση ιβουπροφαίνης, πιθανώς παρόμοιος κίνδυνος με υψηλή δόση δεξιβουπροφαίνης).Καρδιακές διαταραχές και αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψία, κοιλιακό άλγος.Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροια, ναυτία, έμετος.Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικά έλκη και αιμορραγία, γαστρίτιδα, εξελκωτική στοματίτιδα, μέλαινα.Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική διάτρηση, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, οισοφαγίτιδα, οισοφαγικές στενώσεις, έξαρση συμπτωμάτων εκκολποματώσεως, μη ειδική αιμορραγική κολίτιδα, ελκώδης κολίτιδα ή νόσος του Crohn.Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Δεν αναφέρεταιΑναιμία και αιματέμεση (αν προκύψει γαστρεντερική αιμορραγία).Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάνθημα.Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωση, κνησμός.Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημα, επιδερμική νεκρόλυση, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αλωπεκία, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πομφολυγώδεις αντιδράσεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, οξεία τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), και αλλεργική αγγειίτιδα.Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΡινίτιδα, βρογχόσπασμος.Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεσος νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο ή νεφρική ανεπάρκεια.Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατίτιδα και ίκτερος.Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΚόπωση.Γενικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατακράτηση υγρών.Γενικές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-SERACTIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να δίδονταιΚατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης τα ΜΣΑΦ δεν πρέπει να δίδονται εκτός εάν είναι εντελώς απαραίτητο. Εάν τα ΜΣΑΦ χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατό μικρότερη.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΚατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προγλαστανδινών μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε: καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση), νεφρική δυσλειτουργία, που μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο, και μπορεί να εκθέσουν μητέρα και νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε: δυνητική παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντισυσσωρευτική δράση που μπορεί να παρουσιαστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δοσολογίες, αναστολή των συστολών της μήτρας έχοντας ως αποτέλεσμα καθυστέρηση ή παράταση του τοκετού. Ως εκ τούτου από την έναρξη του 6ου μήνα της κύησης η δεξιβουπροφαίνης αντενδείκνυται.
-
ΓαλουχίαΕφικτόςΗ ιβουπροφαίνη απεκκρίνεται ελάχιστα στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός είναι εφικτός με δεξιβουπροφαίνη εάν η δόση είναι χαμηλή και η περίοδος της θεραπείας μικρή.
-
ΓονιμότηταΔεν συνιστώνταιΤα ΜΣΑΦ μπορεί να επηρεάσουν αναστρέψιμα τη γονιμότητα και δεν συνιστώνται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν (βλ. Δοσολογία).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SERACTIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SERACTIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SERACTIL
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα της διαταραχής και τα συμπτώματα του ασθενή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία). Η μέγιστη εφάπαξ δόση είναι 400 mg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 1200 mg δεξιβουπροφαίνης. Για εξατομικευμένη δοσολογία υπάρχουν διαθέσιμα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 300 και 400 mg δεξιβουπροφαίνης. Τα δισκία των 400 mg μπορούν να διαχωριστούν σε δύο ίσες δόσεις.
Οστεοαρθρίτιδα
Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 600 έως 900 mg δεξιβουπροφαίνης ημερησίως, διηρημένα μέχρι και σε τρεις εφάπαξ δόσεις, για παράδειγμα 400 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg δύο έως τρεις φορές την ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί έως και 1200 mg δεξιβουπροφαίνης ημερησίως σε ασθενείς με οξείες καταστάσεις ή σε έξαρση.
Δυσμηνόρροια
Η συνιστώμενη δόση είναι 600 έως 900 mg δεξιβουπροφαίνης ημερησίως, διηρεμένα μέχρι και σε τρεις εφάπαξ δόσεις, για παράδειγμα 400 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg δύο έως τρεις φορές την ημέρα.
Ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άλγος
Η συνιστώμενη δόση είναι 600 mg δεξιβουπροφαίνης ημερησίως, διηρημένα μέχρι και σε τρεις εφάπαξ δόσεις. Αν είναι σαφώς απαραίτητο σε ασθενείς με οξείες καταστάσεις άλγους (π.χ. σε χειρουργικές εξαγωγές οδόντων) η δόση μπορεί να αυξηθεί προσωρινά έως 1200 mg δεξιβουπροφαίνης ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δεξιβουπροφαίνη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και έφηβους (<18 ετών): Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί και ως εκ τούτου δεν συνιστάται σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες τροποποιήσεις στη δοσολογία για τους ηλικιωμένους. Εντούτοις, πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένη μείωση και προσδιορισμός της δόσης λόγω της αυξημένης ευαισθησίας σε ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό στους ηλικιωμένους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να αρχίζουν θεραπεία με μειωμένες δόσεις και να παρακολουθούνται στενά.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η αρχική δόση πρέπει να είναι μειωμένη σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Τρόπος χορήγησης Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς γεύμα (βλ. Φαρμακοκινητική). Γενικά τα ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) λαμβάνονται κατά προτίμηση με τροφή προκειμένου να μειωθεί ο γαστρεντερικός ερεθισμός, ιδιαίτερα κατά τη χρόνια χρήση. Ωστόσο, μία καθυστέρηση της δράσης σε μερικούς ασθενείς είναι αναμενόμενη όταν τα δισκία λαμβάνονται μαζί ή αμέσως μετά από ένα γεύμα.
block
Αντενδείξεις
SPC-SERACTIL
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Η δεξιβουπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς:
- με υπερευαισθησία στη δεξιβουπροφαίνη, σε κάποιο άλλο ΜΣΑΦ, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- στους οποίους ουσίες με παρόμοια δράση (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή άλλα ΜΣΑΦ) προκαλούν ασθματικές κρίσεις, βρογχόσπασμο, οξεία ρινίτιδα, ή δημιουργούν ρινικούς πολύποδες, κνίδωση ή αγγειονευρωτικό οίδημα.
- με ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενης με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
- με ενεργό, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού γαστρεντερικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα σαφή επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
- με αγγειακές εγκεφαλικές αιμορραγίες ή άλλες ενεργές αιμορραγίες.
- με ενεργό νόσο του Crohn ή ενεργό ελκώδη κολίτιδα.
- με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορίας IV κατά NYHA).
- με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 30 ml/min).
- με σοβαρή βλάβη της ηπατικής λειτουργίας.
- από αρχή του 6ου μήνα της κύησης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SERACTIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία και κινδύνους από το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό σύστημα παρακάτω).
Η χρήση της δεξιβουπροφαίνης συγχρόνως με ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της 2-κυκλοοξυγονάσης πρέπει να αποφεύγεται.
Κίνδυνοι από το γαστρεντερικό σύστημα
Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από τα ΜΣΑΦ ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση τα οποία μπορεί να αποβούν μοιραία (βλ. Δοσολογία).
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκη και διάτρηση, που μπορεί να αποβούν μοιραία, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβάντων.
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης είναι μεγαλύτερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό ελκών, ιδιαίτερα επιπεπλεγμένων με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. Αντενδείξεις), αλκοολισμό και σε ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση. Πρέπει να εξετάζεται για αυτούς τους ασθενείς συνδυασμένη θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μιζοπριστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων), καθώς επίσης και για τους ασθενείς που απαιτείται συγχρόνως χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, ή άλλων φαρμάκων που πιθανώς αυξάνουν το γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. κατωτέρω και Αλληλεπιδράσεις).
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι πρέπει να αναφέρουν όλα τα κοιλιακά συμπτώματα (κυρίως αιμορραγίες από το γαστρεντερικό) ιδιαίτερα κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως φάρμακα τα οποία μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως τα από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες όπως ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Όταν παρουσιασθούν αιμορραγία από το γαστρεντερικό ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν Seractil, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών ασθενειών (ελκώδους κολίτιδας, νόσου του Crohn) καθώς η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Υπερευαισθησία
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών /αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί επίσης να παρουσιασθούν χωρίς προηγούμενη έκθεση στο φάρμακο.
Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από, ή με προηγούμενο ιστορικό, βρογχικού άσθματος καθώς τα ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν βρογχόσπασμο σε τέτοιους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
Απαιτείται σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οιδήματα σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η χρήση της ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (2400 mg/ημέρα) μπορεί να σχετίζεται με μία μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Συνολικά, οι επιδημιολογικές μελέτες δεν υποδηλώνουν ότι η χαμηλή δόση ιβουπροφαίνης (π.χ. ≤ 1200 mg ημερησίως) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για θρομβωτικά αρτηριακά συμβάματα. Αν και υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο αρτηριακών θρομβώσεων με τη δεξιβουπροφαίνη, είναι λογικό να υποτεθεί ότι ο κίνδυνος με υψηλή δόση δεξιβουπροφαίνης (1200 mg/ημέρα) θα είναι παρόμοιος με εκείνον που σχετίζεται με την υψηλή δόση της ιβουπροφαίνης (2400 mg/ημέρα).
Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-III), εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με δεξιβουπροφαίνη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση του θέματος και οι υψηλές δόσεις (1200 mg/ημέρα) πρέπει να αποφεύγονται.
Προσεκτική εκτίμηση πρέπει επίσης να γίνεται πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας ασθενών με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα), ιδιαίτερα όταν απαιτούνται υψηλές δόσεις δεξιβουπροφαίνης (1200 mg/ημέρα).
Νεφρικές και ηπατικές επιδράσεις
Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από ηπατική και νεφρική πάθηση. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος κατακράτησης υγρών, οιδήματος και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας. Αν χορηγηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, η δόση της δεξιβουπροφαίνης πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και να παρακολουθείται τακτικά η νεφρική λειτουργία.
Όπως άλλα ΜΣΑΦ, η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να συσχετισθεί με ανεπιθύμητες δράσεις από το νεφρικό σύστημα, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε σπειραματονεφρίτιδα, διάμεσο νεφρίτιδα, νεκρωτική θηλίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο και οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
Όπως όλα τα ΜΣΑΦ, η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει την ουρία στο πλάσμα και την κρεατινίνη.
Όπως άλλα ΜΣΑΦ, η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει παροδικές μικρές αυξήσεις σε μερικές ηπατικές παραμέτρους, καθώς επίσης σημαντικές αυξήσεις των SGOT και SGPT. Σε περίπτωση σχετικών αυξήσεων αυτών των παραμέτρων, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
Γενικά η συνήθης χρήση αναλγητικών, ιδιαίτερα ο συνδυασμός διαφορετικών αναλγητικών ουσιών, μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια νεφρική βλάβη με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας (νεφροπάθεια από αναλγητικά). Συνεπώς συνδυασμοί με ιβουπροφαίνη ή άλλα ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων προϊόντων ΜΗΣΥΦΑ και εκλεκτικών αναστολέων COX-2) πρέπει να αποφεύγονται.
Αντιδράσεις του δέρματος
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σχετιζόμενες με τη χρήση των ΜΣΑΦ σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες μπορεί να αποβούν μοιραίες, συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Steven-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς φαίνεται να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων στην αρχή της θεραπευτικής αγωγής, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η έναρξη της αντίδρασης εμφανίζεται εντός του πρώτου μήνα θεραπείας. Η δεξιβουπροφαίνη πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου, ή με οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας.
Πηκτικότητα
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει αναστρέψιμα τη συσσώρευση και τη λειτουργία των αιμοπεταλίων και να παρατείνει το χρόνο αιμορραγίας. Πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με αιμορραγική διάθεση και άλλες διαταραχές πηκτικότητας και όταν η δεξιβουπροφαίνη χορηγείται ταυτόχρονα με από του στόματος αντιπηκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Δεδομένα από προκλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων με χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέως μπορεί να μειωθεί εάν χορηγούνται ταυτόχρονα ΜΣΑΦ όπως η δεξιβουπροφαίνη. Αυτή η αλληλεπίδραση θα μπορούσε να μειώσει την καρδιαγγειακή προστατευτική δράση. Ως εκ τούτου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή εάν ενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος και εάν η διάρκεια της θεραπείας υπερβαίνει τη βραχυχρόνια χρήση (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SERACTIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Οι πληροφορίες που αναφέρονται σε αυτή την παράγραφο βασίζονται στην εμπειρία που έχει αποκτηθεί με άλλα ΜΣΑΦ. Γενικά, τα ΜΣΑΦ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για γαστρεντερική εξέλκωση ή γαστρεντερική αιμορραγία ή νεφρική βλάβη.
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση με:
- Αντιπηκτικά: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να ενισχύσουν τη δράση των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Κατά την έναρξη της θεραπείας με δεξιβουπροφαίνη πρέπει να πραγματοποιούνται έλεγχοι της πηκτικότητος του αίματος (INR, χρόνος αιμορραγίας) και αν είναι απαραίτητο πρέπει να προσαρμοσθεί η δοσολογία του αντιπηκτικού.
- Μεθοτρεξάτη χρησιμοποιούμενη σε δόσεις 15 mg/εβδομάδα ή περισσότερο: Αν συγχορηγηθούν ΜΣΑΦ και μεθοτρεξάτη μέσα σε 24 ώρες το ένα από το άλλο τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν, μέσω της μείωσης της νεφρικής της κάθαρσης αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο την πιθανότητα τοξικότητας από μεθοτρεξάτη. Ως εκ τούτου, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, η ταυτόχρονη χρήση της δεξιβουπροφαίνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Λίθιο: Tα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του λιθίου στο πλάσμα, με τη μείωση της νεφρικής του κάθαρσης. Ο συνδυασμός δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πρέπει να πραγματοποιείται συχνή παρακολούθηση του λιθίου εάν ο συνδυασμός αποδεικνύεται απαραίτητος. Πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δοσολογίας του λιθίου.
- Άλλα ΜΣΑΦ και σαλικυλικά (ακετυλοσαλικυλικό οξύ ως αναλγητικό): Η ταυτόχρονη χρήση με άλλα ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της 2-κυκλοοξυγονάσης πρέπει να αποφεύγεται, διότι η ταυτόχρονη χορήγηση διαφόρων ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικών εξελκώσεων και αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ως αντιαιμοπεταλιακή αγωγή): Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξιβουπροφαίνης και ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν συνιστάται γενικά, εξαιτίας των ενδεχομένως αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών. Πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστέλλει ανταγωνιστικά την επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Παρόλο που υπάρχει αβεβαιότητα όσον αφορά την προβολή των εν λόγω δεδομένων στην κλινική πραγματικότητα, η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική δράση των χαμηλών δόσεων του ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κλινικά σχετική επίδραση δεν θεωρείται πιθανή για την περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Παρότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη δεξιβουπροφαίνη, είναι λογικό να υποτεθεί ότι μια παρόμοια αλληλεπίδραση μπορεί να υφίσταται μεταξύ της δεξιβουπροφαίνης (= S (+) - ιβουπροφαίνη), (που είναι το φαρμακολογικά δραστικό εναντιομερές της ιβουπροφαίνης) και των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος.
Προφυλάξεις:
- Αντιυπερτασικά: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των βήτα-αποκλειστών, πιθανώς λόγω της αναστολής σχηματισμού των αγγειοδιασταλτικών προγλαστανδινών. Η ταυτόχρονη χρήση των ΜΣΑΦ και αναστολέων του ΜΕΑ ή ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας. Όταν δίδεται σε ηλικιωμένους και/ή αφυδατωμένους ασθενείς, τέτοιος συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια δρώντας απευθείας στη σπειραματική διήθηση. Συνιστάται προσεκτικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας, στην αρχή της θεραπείας. Επιπλέον, χρόνια χορήγηση των ΜΣΑΦ μπορεί θεωρητικά να μειώσει την αντιυπερτασική δράση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, όπως αναφέρεται με τους αναστολείς του ΜΕΑ. Ως εκ τούτου απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιείται τέτοιος συνδυασμός και πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά η νεφρική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας (και οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται ώστε να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα υγρών).
- Κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus και αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά: Ταυτόχρονη χορήγηση με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας εξαιτίας της μειωμένης σύνθεσης προσταγλανδινών στους νεφρούς. Κατά τη θεραπεία με συνδυασμό αυτών πρέπει να παρακολουθείται στενά η νεφρική λειτουργία, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους.
- Κορτικοστεροειδή: Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών εξελκώσεων ή αιμορραγιών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Διγοξίνη: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της διγοξίνης στο πλάσμα και να αυξήσουν τον κίνδυνο τοξικού δακτυλιδισμού.
- Μεθοτρεξάτη χρησιμοποιούμενη σε δόσεις χαμηλότερες των 15 mg/εβδομάδα: Η δεξιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης. Αν χρησιμοποιηθεί δεξιβουπροφαίνη σε συνδυασμό με χαμηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, τότε οι παράμετροι στο αίμα του ασθενή πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες εβδομάδες της συγχορήγησης. Απαιτείται αυξημένη παρακολούθηση με την εμφάνιση ακόμη και ήπιας βλάβης της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, και η νεφρική λειτουργία πρέπει να ελέγχεται ώστε να προληφθεί κάθε μείωση της κάθαρσης της μεθοτρεξάτης.
- Φαινυτοΐνη: Μερικά ΜΣΑΦ μπορεί να εκτοπίσουν τη φαινυτοΐνη από τις θέσεις σύνδεσης με τις πρωτεΐνες, οδηγώντας πιθανώς σε αύξηση των επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα και σε τοξικότητα. Αν και τα κλινικά στοιχεία για την αλληλεπίδραση αυτή είναι περιορισμένα, συνιστάται η ρύθμιση της δοσολογίας της φαινυτοΐνης βασιζόμενη σε έλεγχο των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και/ή σε παρατηρούμενα σημεία τοξικότητας.
- Φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη και ριφαμπικίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση παραγόντων που επάγουν τα CYP2C8 και CYP2C9 μπορεί να μειώσουν τη δράση της δεξιβουπροφαίνης.
- Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs): Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
- Θειαζίδες, ουσίες που σχετίζονται με θιαζίδες, διουρητικά της αγκύλης και καλιοσυντηρητικά διουρητικά: Ταυτόχρονη χορήγηση ενός ΜΣΑΦ και ενός διουρητικού μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας ως επακόλουθο της μείωσης της νεφρικής αιματικής ροής.
- Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα: Τα ΜΣΑΦ έχει αναφερθεί ότι αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα (όπως καλιοσυντηρητικά διουρητικά, αναστολείς του ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, ανοσοκατασταλτικά όπως κυκλοσπορίνη ή tacrolimus, τριμεθοπρίμη και ηπαρίνες) και τα επίπεδα του καλίου στον ορό πρέπει να ελέγχονται.
- Θρομβολυτικά, τικλοπιδίνη και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: Η δεξιβουπροφαίνη αναστέλλει τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων μέσω της αναστολής της αιμοπεταλιακής κυκλοοξυγενάσης. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή όταν η δεξιβουπροφαίνη συνδυάζεται με θρομβολυτικά, τικλοδιπίνη και άλλους αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες, εξαιτίας του κινδύνου αυξημένης αντιαιμοπεταλιακής δράσης.
- Από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα: Η ταυτόχρονη χρήση ενός ΜΣΑΦ και σουλφονυλουρίας μπορεί να προκαλέσει διακυμάνσεις στα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Συνεπώς, μπορεί να απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση.
- Ζιδοβουδίνη (Αζιδοθυμιδίνη): Έχει αναφερθεί ότι η ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ και ζιδοβουδίνης αυξάνει τον κίνδυνο αίμαρθρου και αιματώματος σε ασθενείς με αιμοφιλία.
- Πεμετρεξίδη: Υψηλές δόσεις ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της πεμετρεξίδης. Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, η ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ σε υψηλές δόσεις πρέπει να αποφεύγεται δύο ημέρες πριν και δύο ημέρες μετά τη χορήγηση πεμετρεξίδης.
- Αλκοόλ: Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια θεραπείας με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες στο γαστρεντερικό σύστημα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SERACTIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η κλινική εμπειρία έδειξε ότι ο κίνδυνος για επαγώμενες από την δεξιβουπροφαίνη ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συγκρίσιμος με αυτόν της ρακεμικής ιβουπροφαίνης. Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσεως. Μπορεί να παρουσιασθούν πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές μοιραία, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Συνδετικές (bridging) κλινικές και άλλες μελέτες με διάρκεια περίπου 2 εβδομάδες έδειξαν συχνότητα περίπου 8 έως 20% των ασθενών με κυρίως ήπια γαστρεντερικά συμβάντα και πολύ χαμηλότερη συχνότητα σε πληθυσμούς χαμηλού κινδύνου δηλαδή κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιας χρήσης ή εάν χρησιμοποιηθεί περιστασιακά.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Πολύ σπάνιες: Λοίμωξη που σχετίζεται με φλεγμονή μπορεί να επιδεινωθεί (νεκρωτική περιτονίτιδα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- [Αδύνατη ανάγνωση]: Ο χρόνος ροής αίματος μπορεί να παραταθεί.
- Σπάνιες: Περιστατικά αιματολογικών διαταραχών που περιλαμβάνουν θρομβοπενία, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, πανκυτταροπενία, ακκοκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Όχι συχνές: Πορφύρα (συμπεριλαμβανομένης της αλλεργικής πορφύρας), αγγειοοίδημα.
- Σπάνιες: Αναφυλακτική αντίδραση.
- Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις γενικευμένης υπερευαισθησίας, περιλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως πυρετός με εξάνθημα, κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετος, συμπτώματα ηπατικής βλάβης ακόμη και άσηπτη μηνιγγίτιδα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων που αναφέρθηκε άσηπτη μηνιγγίτιδα με τη χορήγηση ιβουπροφαίνης, κάποια μορφή υποβόσκουσας αυτοάνοσης πάθησης (όπως συστηματικός ερυθηματώδης λύκος ή άλλες παθήσεις του κολλαγόνου) ήταν παρούσα ως παράγοντας κινδύνου. Σε περίπτωση σοβαρής αντίδρασης γενικευμένης υπερευαισθησίας μπορεί να εμφανισθούν οίδημα του προσώπου, της γλώσσας και του λάρυγγα, βρογχόσπασμος, άσθμα, ταχυκαρδία, υπόταση και καταπληξία.
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Άγχος.
- Σπάνιες: Ψυχωτική αντίδραση, κατάθλιψη, ευερεθιστότητα.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, ίλιγγος.
- Όχι συχνές: Αϋπνία, ανησυχία.
- Σπάνιες: Αποπροσανατολισμός, σύγχυση, διέγερση.
- Πολύ σπάνιες: Άσηπτη μηνιγγίτιδα (βλέπε διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος).
Οφθαλμικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Οπτικές διαταραχές.
- Σπάνιες: Αναστρέψιμη τοξική αμβλυωπία.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου:
- Όχι συχνές: Εμβοές.
- Σπάνιες: Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας.
Καρδιακές διαταραχές και αγγειακές διαταραχές
Οίδημα, υπέρταση, και καρδιακή ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η χρήση ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλή δόση (2400 mg/ημέρα) μπορεί να σχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβαμμάτων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αν και υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο αρτηριακών θρομβώσεως με την δεξιβουπροφαίνη, είναι λογικό να υποτεθεί ότι ο κίνδυνος με υψηλή δόση δεξιβουπροφαίνης (1200 mg/ημέρα) θα είναι παρόμοιος με εκείνον που σχετίζεται με την υψηλή δόση της ιβουπροφαίνης (2400 mg/ημέρα).
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Δυσπεψία, κοιλιακό άλγος.
- Συχνές: Διάρροια, ναυτία, έμετος.
- Όχι συχνές: Γαστρεντερικά έλκη και αιμορραγία, γαστρίτιδα, εξελκωτική στοματίτιδα, μέλαινα.
- Σπάνιες: Γαστρεντερική διάτρηση, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, οισοφαγίτιδα, οισοφαγικές στενώσεις, έξαρση συμπτωμάτων εκκολποματώσεως, μη ειδική αιμορραγική κολίτιδα, ελκώδης κολίτιδα ή νόσος του Crohn. Εάν προκύψει γαστρεντερική αιμορραγία, μπορεί να προκληθεί αναιμία και αιματέμεση.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Εξάνθημα.
- Όχι συχνές: Κνίδωση, κνησμός.
- Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, επιδερμική νεκρόλυση, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αλωπεκία, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πομφολυγώδεις αντιδράσεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, οξεία τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), και αλλεργική αγγειίτιδα.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Όχι συχνές: Ρινίτιδα, βρογχόσπασμος.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Πολύ σπάνιες: Διάμεσος νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο ή νεφρική ανεπάρκεια.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σπάνιες: Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατίτιδα και ίκτερος.
Γενικές διαταραχές
- Συχνές: Κόπωση. Κατακράτηση υγρών, οι ασθενείς με υπέρταση ή νεφρική βλάβη φαίνεται να έχουν προδιάθεση. Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SERACTIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η αναστολή της σύνθεσης των προγλαστανδινών μπορεί να επηρεάσει ανεπιθύμητα την κύηση και/η την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής, καρδιακής δυσπλασίας και γαστροσχιστίας ύστερα από χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακές δυσπλασίες αυξήθηκε από λιγότερο από 1%, έως και περίπου 1,5%. Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Η χορήγηση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών σε ζώα είχε ως αποτέλεσμα αυξημένη απώλεια προ και μετά την εμφύτευση και εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπροσθέτως, αυξημένα περιστατικά δυσπλασιών, περιλαμβανομένων καρδιαγγειακών, έχουν αναφερθεί σε ζώα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά τη διάρκεια της οργανογενετικής περιόδου (βλ. παράγραφο 5.3). Κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης τα ΜΣΑΦ δεν πρέπει να δίδονται εκτός εάν είναι εντελώς απαραίτητο. Εάν τα ΜΣΑΦ χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατό μικρότερη. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προγλαστανδινών μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:
- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση),
- νεφρική δυσλειτουργία, που μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο, και μπορεί να εκθέσουν μητέρα και νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε: o δυνητική παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντισυσσωρευτική δράση που μπορεί να παρουσιαστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δοσολογίες, o αναστολή των συστολών της μήτρας έχοντας ως αποτέλεσμα καθυστέρηση ή παράταση του τοκετού. Ως εκ τούτου από την έναρξη του 6 ου μήνα της κύησης η δεξιβουπροφαίνης αντενδείκνυται.
Μητρικός Θηλασμός
Η ιβουπροφαίνη απεκκρίνεται ελάχιστα στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός είναι εφικτός με δεξιβουπροφαίνη εάν η δόση είναι χαμηλή και η περίοδος της θεραπείας μικρή.
Γονιμότητα
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να επηρεάσουν αναστρέψιμα τη γονιμότητα και δεν συνιστώνται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν (βλ. Δοσολογία).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SERACTIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SERACTIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 10.2.3
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
expand_more
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:
H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.
H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).
H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.
H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.
H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.
H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.
Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Ο χρόνος που απαιτείται για να επιτευχθεί η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση είναι 2.25-5 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα δισκίων που περιέχουν 300mg δεξι-ιμπουπροφαίνης. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στο [ibuprofen].
Κυρίως νεφρική απέκκριση. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στο [ibuprofen].
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στο [ibuprofen].
Η (S)-(+)-ιμπουπροφαίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 3-Υδροξυιμπουπροφαίνη και 2-Υδροξυιμπουπροφαίνη.