ESLICARBAZEPINE
Εσλικαρβαζεπίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιεπιληπτικά, παράγωγα καρβοξαμίδης, κωδικός ATC: N03AF04 ### Μηχανισμός δράσης Οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της **οξικής εσλικαρβαζεπίνης** είναι άγνωστοι.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: 400 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 400 mg άπαξ ημερησίως η οποία θα πρέπει να αυξηθεί στα 800 mg άπαξ ημερησίως έπειτα από μία ή δύο εβδομάδες. Βάσει της εξατομικευμένης ανταπόκρισης, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 1.200 mg άπαξ ημερησίως. Ορισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα μονοθεραπείας μπορεί να ωφεληθούν από δόση 1.600 mg άπαξ ημερησίως. Για παιδιά άνω των 6 ετών, η δοσολογία θα πρέπει να αυξάνεται σε προσαυξήσεις των 10 mg/kg/ημέρα έως και 30 mg/kg/ημέρα ανά μία ή δύο εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόσηΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 400 mg άπαξ ημερησίως η οποία θα πρέπει να αυξηθεί στα 800 mg άπαξ ημερησίως έπειτα από μία ή δύο εβδομάδες. Βάσει της εξατομικευμένης ανταπόκρισης, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 1.200 mg άπαξ ημερησίως. Ορισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα μονοθεραπείας μπορεί να ωφεληθούν από δόση 1.600 mg άπαξ ημερησίως.Μέγ. δόση1.600 mg άπαξ ημερησίως
-
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στον ηλικιωμένο πληθυσμό υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία δεν έχει διαταραχθεί. Η δόση των 1.600 mg δεν συνιστάται για τον συγκεκριμένο πληθυσμό λόγω περιορισμένων δεδομένων.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΗ θεραπεία σε ασθενείς, ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών, με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης (CLCR).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν συνιστάται.
-
Παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετώνΔόσηΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 10 mg/kg/ημέρα μία φορά την ημέρΜέγ. δόση1.200 mg μία φορά την ημέραΗ δοσολογία θα πρέπει να αυξάνεται σε προσαυξήσεις των 10 mg/kg/ημέρα έως και 30 mg/kg/ημέρα ανά μία ή δύο εβδομάδες, βάσει της ανταπόκρισης του κάθε ατόμου.
-
Παιδιά με σωματικό βάρος ≥60 kgΘα πρέπει να λαμβάνουν την ίδια δόση με αυτήν των ενηλίκων.
-
Παιδιά ηλικίας 6 ετών και κάτωΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης στα παιδιά ηλικίας 6 ετών και κάτω δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει καμία σύσταση αναφορικά με τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλα παράγωγα καρβοξαμίδης (π.χ. καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαζεπίνη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Κολποκοιλιακός (ΚΚ) αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αυτοκτονικός ιδεασμόςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης σημείων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
-
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΠροσοχή λόγω κινδύνου ζάλης και υπνηλίας που μπορεί να οδηγήσει σε τυχαίους τραυματισμούς.
-
Διακοπή θεραπείαςΣυνιστάται σταδιακή απόσυρση προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο αυξημένης συχνότητας κρίσεων.
-
Δερματικές αντιδράσεις (Υπερευαισθησία)Εάν αναπτυχθούν σημεία ή συμπτώματα υπερευαισθησίας, η οξική εσλικαρβαζεπίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARS: SJS, TEN, DRESS)Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά. Αν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα, το Εσλικαρβαζεπίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να μελετάται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας. Η θεραπεία με το Εσλικαρβαζεπίνη δεν πρέπει να ξεκινά εκ νέου σε ασθενείς που έχουν αναπτύξει τέτοιες αντιδράσεις.
-
HLA-B*1502ΠληθυσμόςΆτομα κινεζικής Χαν, ταϊλανδικής ή άλλων ασιατικών προελεύσεωνΌταν είναι δυνατό, τα άτομα αυτά θα πρέπει να ελέγχονται για το συγκεκριμένο αλληλόμορφο πριν την εκκίνηση θεραπείας. Σε περίπτωση που βρεθούν θετικοί, η χρήση οξικής εσλικαρβαζεπίνης μπορεί να εξεταστεί εάν τα οφέλη υπερσκελίζουν τους κινδύνους. Να εξετάζεται το ενδεχόμενο γενετικού ελέγχου σε πληθυσμούς κινδύνου.
-
HLA-A*3101ΠληθυσμόςΆτομα ευρωπαϊκής καταγωγής και ΙάπωνεςΥπάρχουν μη επαρκή δεδομένα για σύσταση ελέγχου. Σε περίπτωση που είναι γνωστό ότι είναι θετικοί, η χρήση καρβαμαζεπίνης ή χημικά συγγενών ενώσεων μπορεί να εξεταστεί εάν τα οφέλη υπερσκελίζουν τους κινδύνους.
-
ΥπονατριαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική νόσο που οδηγεί σε υπονατριαιμία, ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτοχρόνως φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να οδηγήσουν σε υπονατριαιμία (π.χ. διουρητικά, δεσμοπρεσσίνη, καρβαμαζεπίνη)Τα επίπεδα νατρίου στον ορό θα πρέπει να ελέγχονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Επίπεδα νατρίου στον ορό θα πρέπει να καθορίζονται εάν παρουσιαστούν κλινικά σημεία υπονατριαιμίας ή κατά τις συνηθισμένες εργαστηριακές εξετάσεις. Εάν αναπτυχθεί κλινικά σχετική υπονατριαιμία, η οξική εσλικαρβαζεπίνη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Διάστημα PRΠληθυσμόςΑσθενείς με ιατρικές καταστάσεις (π.χ. χαμηλά επίπεδα θυροξίνης, ανωμαλίες καρδιακής αγωγιμότητας), ή όταν λαμβάνουν συγχρόνως χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με παράταση του διαστήματος PRΘα πρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με CLCR <30 ml/minΔεν συνιστάται η χρήση λόγω ανεπαρκών δεδομένων.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται η χρήση λόγω απουσίας δεδομένων φαρμακοκινητικής και κλινικών δεδομένων.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως μέσω του CYP3A4 (π.χ. Σιμβαστατίνη)προσοχήΕπαγωγή μεταβολισμού, ενδέχεται να απαιτηθεί αύξηση της δόσης.ΣύστασηΕνδέχεται να απαιτηθεί αύξηση της δόσης των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται κυρίως μέσω του CYP3A4. Να λαμβάνεται υπόψη η χρονική καθυστέρηση (2-3 εβδομάδες) για την επίτευξη νέου επιπέδου ενζυμικής δραστικότητας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται κυρίως με σύζευξη μέσω των UDP-γλυκουρονικών τρανσφερασώνπροσοχήΕπαγωγική επίδραση στο μεταβολισμό. Ενδέχεται να απαιτηθεί ρύθμιση της δοσολογίας.ΣύστασηΝα λαμβάνεται υπόψη η χρονική καθυστέρηση (2-3 εβδομάδες) για την επίτευξη νέου επιπέδου ενζυμικής δραστικότητας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C19 (π.χ. Φαινυτοΐνη)προσοχήΑλληλεπιδράσεις μπορεί να προκύψουν λόγω αναστολής του CYP2C19.ΣύστασηΑλληλεπιδράσεις μπορεί να προκύψουν κατά τη συγχορήγηση υψηλών δόσεων.
-
προσοχήΜείωση κατά 32% στην έκθεση στην εσλικαρβαζεπίνη. Αύξηση κινδύνου για διπλωπία, μη φυσιολογικό συντονισμό και ζάλη.ΣύστασηΗ δόση της οξικής εσλικαρβαζεπίνης μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί. Ο κίνδυνος αύξησης άλλων συγκεκριμένων ανεπιθύμητων ενεργειών δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
προσοχήΜείωση κατά 31-33% στην έκθεση στην εσλικαρβαζεπίνη, αύξηση κατά 31-35% στην έκθεση σε φαινυτοΐνη (λόγω αναστολής CYP2C19).ΣύστασηΗ δόση της οξικής εσλικαρβαζεπίνης μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί και η δόση της φαινυτοΐνης μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί.
-
παρακολούθησηΜικρή κατά μέσο όρο μείωση (15%) στην έκθεση της λαμοτριγίνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης. Λόγω μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, η επίδραση μπορεί να είναι κλινικά σχετική σε ορισμένα άτομα.
-
χωρίς προσαρμογήΜείωση στην έκθεση σε τοπιραμάτη κατά 18% (λόγω μειωμένης βιοδιαθεσιμότητας).ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν επηρεάστηκε η έκθεση στην εσλικαρβαζεπίνη.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν επηρεάστηκε η έκθεση στην εσλικαρβαζεπίνη.
-
ΟξκαρβαζεπίνηαντένδειξηΜπορεί να προκαλέσει υπερβολική έκθεση στους ενεργούς μεταβολίτες.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Αντισυλληπτικά που χορηγούνται από το στόμα (λεβονοργεστρέλη, αιθινυλοιστραδιόλη)προσοχήΜείωση κατά 37% και 42% στη συστηματική έκθεση (πιθανό λόγω επαγωγής CYP3A4).ΣύστασηΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή αντισύλληψη κατά τη θεραπεία και έως τη λήξη του τρέχοντος κύκλου εμμήνου ρύσης μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
προσοχήΜείωση κατά 50% στη συστηματική έκθεση (πιθανό λόγω επαγωγής CYP3A4).ΣύστασηΕνδέχεται να απαιτηθεί αύξηση της δόσης της σιμβαστατίνης.
-
παρακολούθησηΜείωση κατά 36-39% της συστημικής έκθεσης. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος, μπορεί να οφείλεται σε παρεμβολή λειτουργίας μεταφοράς ή επαγωγή μεταβολισμού.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία (π.χ. επίπεδα χοληστερόλης).
-
προσοχήΜικρή (23%) αλλά στατιστικά σημαντική μείωση στην έκθεση στην S-βαρφαρίνη. Καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της R-βαρφαρίνης ή στην πήξη.ΣύστασηΛόγω μεταβλητότητας, να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην παρακολούθηση του INR τις πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη ή τη λήξη της συγχορηγούμενης θεραπείας.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν έδειξε επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης (δεν έχει επίδραση στον μεταφορέα Ρ-γλυκοπρωτεΐνη).
-
Αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης (αναστολείς ΜΑΟ)προσοχήΘεωρητικά δυνατή αλληλεπίδραση βάσει δομικής σχέσης με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Μείωση αιμοπεταλίων
- Μείωση λευκών αιμοσφαιρίων
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Υπερευαισθησία
- Αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Σοβαρή αλλεργική αντίδραση (πρήξιμο προσώπου, φάρυγγα, χεριών, ποδιών, αστραγάλων ή κνημών)
- Υποθυρεοειδισμός
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης ADH
- Υπονατριαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- Αφυδάτωση
- Υποχλωραιμία
- Μείωση ωσμομοριακότητας ορού
- Μειωμένο νάτριο αίματος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Λήθαργος
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Νευρολογικά συμπτώματα
- Υπνηλία
- Διαταραχή στην προσοχή
- Τρόμος
- Αταξία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Επηρεασμένη μνήμη
- Αμνησία
- Υπερβολικός ύπνος
- Καταστολή
- Αφασία
- Δυσαισθησία
- Δυστονία
- Παροσμία
- Παρεγκεφαλιδικό σύνδρομο
- Επιληψία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Νυσταγμός
- Διαταραχή ομιλίας
- Δυσαρθρία
- Αίσθηση καύσου
- Παραισθησία
- Ημικρανία
- Ίλιγγος
- Διαταραχές βάδισης
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Κοιλιακή διάταση
- Ουλίτιδα
- Μέλαινα
- Οδονταλγία
- Παγκρεατίτιδα
- Συγχυτική κατάσταση
- Αϋπνία
- Ψυχωτική διαταραχή
- Απάθεια
- Κατάθλιψη
- Νευρικότητα
- Διέγερση
- Ευερεθιστότητα
- Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής
- Υπερκινητικότητα
- Συναισθηματικές διακυμάνσεις
- Κλάμα
- Ψυχοκινητική επιβράδυνση
- Άγχος
- Μειωμένα χλωριούχα αίματος
- Αυξημένη οστεοκαλσίνη
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Ακούσιες συσπάσεις των μυών
- Νευρολογική κινητική διαταραχή
- Διπλωπία
- Θολή όραση
- Προβλήματα όρασης
- Ταλαντευόμενη όραση
- Διαταραχή συζυγών κινήσεων οφθαλμών
- Υπεραιμία οφθαλμού
- Υποακοΐα
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Βραδυκαρδία
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Έξαψη
- Περιφερική ψυχρότητα
- Μειωμένη αρτηριακή πίεση
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Επίσταξη
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Κακουχία
- Ρίγη
- Περιφερικό οίδημα
- Έντονος πόνος στη μέση και το στομάχι (φλεγμονή παγκρέατος)
- Ηπατική διαταραχή
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Ξηροδερμία
- Υπεριδρωσία
- Ερύθημα
- Δερματικές διαταραχές
- Κνησμός
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Μυαλγία
- Διαταραχή μεταβολισμού οστών
- Μυϊκή αδυναμία
- Πόνος στα άκρα
- Ουρολοίμωξη
- Τοξικότητα φαρμάκου
- Πτώση
- Θερμικό έγκαυμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές βάδισηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑίσθηση καύσουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη οστεοκαλσίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑφασίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔερματικές διαταραχέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ελλειμματικής προσοχήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή μεταβολισμού οστώνΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ομιλίαςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή συζυγών κινήσεων οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕπιληψίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατική διαταραχήΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘερμικό έγκαυμαΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚλάμαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένα χλωριούχα αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟδονταλγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρεγκεφαλιδικό σύνδρομοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠροβλήματα όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠτώσηΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματικές διακυμάνσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤαλαντευόμενη όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΤοξικότητα φαρμάκουΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπεραιμία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπερβολικός ύπνοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερκινητικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥποακοΐαΑυτί
-
Όχι συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥποχλωραιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΨυχοκινητική επιβράδυνσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΨυχωτική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΈντονος πόνος στη μέση και το στομάχι (φλεγμονή παγκρέατος)
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Ανοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜείωση αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Μη γνωστέςΜείωση λευκών αιμοσφαιρίωνΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ οξική εσλικαρβαζεπίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός και αν κριθεί ότι το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο έπειτα από προσεκτική μελέτη των εναλλακτικών κατάλληλων θεραπευτικών επιλογών.Γενικοί κίνδυνοι αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων (λαγώχειλος, καρδιαγγειακές δυσπλασίες, ανωμαλίες νευρικού σωλήνα). Προτιμάται η μονοθεραπεία. Νευροαναπτυξιακές διαταραχές έχουν παρατηρηθεί με αντιεπιληπτική θεραπεία. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, καθώς η οξική εσλικαρβαζεπίνη αλληλεπιδρά με τα από του στόματος αντισυλληπτικά. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Συνιστάται η λήψη συμπληρωμάτων φολικού οξέος πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης. Έχουν αναφερθεί αιμορραγικές διαταραχές στο νεογέννητο και ως προφύλαξη χορηγείται βιταμίνη Κ1.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη θεραπεία με οξική εσλικαρβαζεπίνη.Δεν είναι γνωστό εάν η εσλικαρβαζεπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση στο μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της οξικής εσλικαρβαζεπίνης στην γονιμότητα στον άνθρωπο. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει υποβάθμιση της γονιμότητας έπειτα από τη θεραπεία με οξική εσλικαρβαζεπίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιεπιληπτικά, παράγωγα καρβοξαμίδης, κωδικός ATC: N03AF04
Μηχανισμός δράσης
Οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της οξικής εσλικαρβαζεπίνης είναι άγνωστοι. Ωστόσο, in vitro ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι τόσο η οξική εσλικαρβαζεπίνη όσο και οι μεταβολίτες της σταθεροποιούν την αδρανοποιημένη κατάσταση τασεοελεγχόμενων διαύλων νατρίου, εμποδίζοντας την επιστροφή τους στην ενεργοποιημένη κατάσταση και επομένως αποτρέποντας επαναλαμβανόμενη νευρωνική πυροδότηση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η οξική εσλικαρβαζεπίνη και οι ενεργοί μεταβολίτες της απέτρεψαν την ανάπτυξη κρίσεων σε μη κλινικά μοντέλα προβλεπτικά για την αντισπασμωδική αποτελεσματικότητα στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο, η φαρμακολογική δράση της οξικής εσλικαρβαζεπίνης ασκείται κυρίως μέσω του ενεργού μεταβολίτη εσλικαρβαζεπίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Ενήλικος πληθυσμός Η αποτελεσματικότητα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης ως συμπληρωματικής θεραπείας έχει καταδειχτεί σε τέσσερις διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες φάσης ΙΙΙ σε 1.703 τυχαιοποιημένους ενήλικες ασθενείς με μερική επιληψία ανθεκτικούς σε θεραπεία με ένα έως τρία συγχορηγούμενα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η οξκαρβαζεπίνη και η φελβαµάτη δεν επιτράπηκαν ως συγχρόνως χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα σε αυτές τις μελέτες. Η οξική εσλικαρβαζεπίνη εξετάστηκε σε δόσεις των 400 mg (σε -301 και -302 μελέτες μόνο), 800 mg και 1.200 mg άπαξ ημερησίως. Η οξική εσλικαρβαζεπίνη 800 mg άπαξ ημερησίως και 1.200 mg άπαξ ημερησίως ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματική από ό,τι το εικονικό φάρμακο στη μείωση της συχνότητας των κρίσεων κατά τη διάρκεια διαστήματος συντήρησης 12 εβδομάδων. Το ποσοστό των ατόμων με ≥50% μείωση (1.581 αναλυομένων) στη συχνότητα των κρίσεων στις μελέτες φάσης ΙΙΙ ήταν 19,3% για το εικονικό φάρμακο, 20,8% για την οξική εσλικαρβαζεπίνη 400 mg, 30,5% για την οξική εσλικαρβαζεπίνη 800 mg και 35,3% για την οξική εσλικαρβαζεπίνη 1.200 mg ημερησίως. Η αποτελεσματικότητα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης ως μονοθεραπείας έχει καταδειχθεί σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο (καρβαμαζεπίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης) μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 815 τυχαιοποιημένοι ενήλικοι ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσες εστιακές επιληπτικές κρίσεις. Η οξική εσλικαρβαζεπίνη ελέγχθηκε σε δόσεις των 800 mg, των 1.200 mg και των 1.600 mg άπαξ ημερησίως. Οι δόσεις της δραστικής ουσίας σύγκρισης, της καρβαμαζεπίνης ελεγχόμενης αποδέσμευσης ήταν 200 mg, 400 mg και 600 mg, δις ημερησίως. Όλοι οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στο χαμηλότερο δοσολογικό επίπεδο και μόνον εφόσον εμφανιζόταν κρίση υπήρχε κλιμάκωση της δόσης στο επόμενο δοσολογικό επίπεδο. Από τους 815 τυχαιοποιημένους ασθενείς, οι 401 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με οξική εσλικαρβαζεπίνη άπαξ ημερησίως [271 ασθενείς (67,6%) παρέμειναν στη δόση των 800 mg, 70 ασθενείς (17,5%) παρέμειναν στη δόση των 1.200 mg και 60 ασθενείς (15,0%) υποβλήθηκαν σε θεραπεία με 1.600 mg]. Στην πρωτεύουσα ανάλυση αποτελεσματικότητας, στην οποία οι ασθενείς που εγκατέλειπαν τη μελέτη θεωρούνταν μη ανταποκριθέντες, το 71,1% των ασθενών κατηγοριοποιήθηκε ως ελεύθερο επιληπτικών κρίσεων στην ομάδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης και το 75,6% στην ομάδα καρβαμαζεπίνης ελεγχόμενης αποδέσμευσης κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης 26 εβδομάδων (μέση διαφορά κινδύνου -4,28%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης: [-10,30, 1,74]. Η επίδραση της θεραπείας που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης 26 εβδομάδων διατηρήθηκε για πάνω από 1 χρόνο θεραπείας, με το 64,7% των ασθενών που λάμβαναν οξική εσλικαρβαζεπίνη και το 70,3% των ασθενών που λάμβαναν καρβαμαζεπίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης να κατηγοριοποιείται ως ελεύθερο κρίσεων (μέση διαφορά κινδύνου -5,46%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης: [-11,88, 0,97]. Στην ανάλυση αποτυχίας της θεραπείας (κίνδυνος επιληπτικής κρίσης) με βάση την ανάλυση του χρόνου έως το συμβάν (ανάλυση Kaplan-Meier και παλινδρόμηση Cox), οι εκτιμήσεις της ανάλυσης Kaplan-Meier για τον κίνδυνο επιληπτικής κρίσης κατά το τέλος της περιόδου αξιολόγησης ήταν 0,06 με την καρβαμαζεπίνη και 0,12 με την οξική εσλικαρβαζεπίνη και μέχρι το τέλος του 1 έτους με επιπλέον αυξημένο κίνδυνο 0,11 με την καρβαμαζεπίνη και 0,19 με την οξική εσλικαρβαζεπίνη (p=0,0002). Στο 1 έτος, η πιθανότητα απόσυρσης των ασθενών λόγω άλλων ανεπιθύμητων αντιδράσεων ή απουσίας αποτελεσματικότητας ήταν 0,26 για την οξική εσλικαρβαζεπίνη και 0,21 για την καρβαμαζεπίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης. Η αποτελεσματικότητα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης ως μετατροπής σε μονοθεραπεία αξιολογήθηκε σε 2 διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες σε 365 ενήλικους ασθενείς με εστιακές επιληπτικές κρίσεις. Η οξική εσλικαρβαζεπίνη ελέγχθηκε σε δόσεις των 1.200 mg και των 1.600 mg άπαξ ημερησίως. Τα ποσοστά ασθενών ελεύθερων κρίσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μονοθεραπείας 10 εβδομάδων ήταν 7,6% (1.600 mg) και 8,3% (1.200 mg) στη μία μελέτη και 10,0% (1.600 mg) και 7,4% (1.200 mg) στην άλλη μελέτη, αντίστοιχα.
Ηλικιωμένος πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης ως συμπληρωματικής θεραπείας για εστιακές επιληπτικές κρίσεις σε ηλικιωμένους ασθενείς αξιολογήθηκαν σε μία μη ελεγχόμενη μελέτη διάρκειας 26 εβδομάδων σε 72 ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 65 ετών). Τα δεδομένα δείχνουν ότι η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών σε αυτόν τον πληθυσμό (65,3%) είναι παρόμοια με τη συχνότητα εμφάνισης στο γενικό πληθυσμό που εγγράφηκε στις διπλά τυφλές μελέτες της επιληψίας (66,8%). Οι συχνότερες μεμονωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η ζάλη (12,5% των συμμετεχόντων), η υπνηλία (9,7%), η κόπωση, οι σπασμοί και η υπονατριαιμία (8,3% έκαστη), η ρινοφαρυγγίτιδα (6,9%) και η λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (5,6%). Ένα σύνολο 50 εκ των 72 συμμετεχόντων που ξεκίνησαν τη μελέτη ολοκλήρωσε την περίοδο θεραπείας διάρκειας 26 εβδομάδων, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό διατήρησης της τάξης του 69,4% (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με τη χρήση στους ηλικιωμένους). Τα διαθέσιμα δεδομένα για το σχήμα μονοθεραπείας που είναι διαθέσιμο στον ηλικιωμένο πληθυσμό είναι περιορισμένα. Λίγοι μόνο ασθενείς (N=27) ηλικίας άνω των 65 ετών έλαβαν οξική εσλικαρβαζεπίνη στη μελέτη μονοθεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης ως συμπληρωματικής θεραπείας για τις εστιακές επιληπτικές κρίσεις στα παιδιά αξιολογήθηκε σε μία μελέτη φάσης II η οποία πραγματοποιήθηκε σε παιδιά ηλικίας από 6 έως 16 ετών (N=123) και μία μελέτη φάσης III η οποία πραγματοποιήθηκε σε παιδιά ηλικίας από 2 έως 18 ετών (N=304). Αμφότερες οι μελέτες ήταν διπλά τυφλές και ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο με διάρκεια περιόδου συντήρησης 8 εβδομάδων (μελέτη 208) και 12 εβδομάδων (μελέτη 305), αντίστοιχα. Η Μελέτη 208 περιελάμβανε 2 επιπλέον επακόλουθες μακροπρόθεσμες, ανοικτής επισήμανσης επεκτάσεις (1 έτος στο μέρος II και 2 έτη στο μέρος III), ενώ η Μελέτη 305 περιελάμβανε 4 επακόλουθες μακροπρόθεσμες, ανοικτής επισήμανσης περιόδους επέκτασης (1 έτος στα Μέρη II, III και IV και 2 έτη στο Μέρος V). Η οξική εσλικαρβαζεπίνη εξετάστηκε σε δόσεις 20 και 30 mg/kg/ημέρα, έως και 1.200 mg/ημέρα κατά μέγιστο. Η στοχευόμενη δόση ήταν 30 mg/kg/ημέρα στη μελέτη 208 και 20 mg/kg/ημέρα στη μελέτη 305. Οι δόσεις μπορούσαν να προσαρμοστούν βάσει της ανεκτικότητας και της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Στη διπλά τυφλή περίοδο της μελέτης φάσης II, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας αποτελούσε δευτερεύοντα στόχο. Η μέση μείωση των ελάχιστων τετραγώνων στη συχνότητα των τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων από την τιμή αναφοράς έως την περίοδο συντήρησης ήταν σημαντικά (p<0,001) υψηλότερη με την οξική εσλικαρβαζεπίνη (-34,8%) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (-13,8%). Σαράντα δύο ασθενείς (50,6%) στην ομάδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης συγκριτικά με 10 ασθενείς (25,0%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία (≥50% μείωση της συχνότητας τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων), οδηγώντας σε σημαντική διαφορά (p=0,009). Στη διπλά τυφλή περίοδο της μελέτης φάσης III, η μέση μείωση των ελάχιστων τετραγώνων στη συχνότητα των τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων με την οξική εσλικαρβαζεπίνη (-18,1% έναντι της τιμής αναφοράς) ήταν διαφορετική από αυτήν με το εικονικό φάρμακο (-8,6% έναντι της τιμής αναφοράς), αλλά δεν ήταν στατιστικά σημαντική (p=0,2490). Σαράντα ένας ασθενείς (30,6%) στην ομάδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης συγκριτικά με 40 ασθενείς (31,0%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία (≥50% μείωση της συχνότητας τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων), οδηγώντας σε μια μη σημαντική διαφορά (p=0,9017post-hoc αναλύσεις υποομάδων ανά ηλικιακό στρώμα και για την ηλικία των 6 ετών και άνω, καθώς και ανά δόση. Στα παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών, 36 ασθενείς (35,0%) στην ομάδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης συγκριτικά με 29 ασθενείς (30,2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία (p=0,4759) και η μέση μείωση των ελάχιστων τετραγώνων στη συχνότητα των τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων ήταν υψηλότερη στην ομάδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (-24,4% έναντι -10,5%). Ωστόσο, η διαφορά του 13,9% δεν ήταν στατιστικά σημαντική (p=0,1040). Σε ένα σύνολο 39% ασθενών στη μελέτη 305 έγινε τιτλοδότηση προς τα επάνω, στη μέγιστη δυνατή δόση (30 mg/kg/ημέρα). Μεταξύ αυτών, όταν εξαιρέθηκαν οι ασθενείς ηλικίας 6 ετών και κάτω, 14 (48,3%) και 11 (30,6%) ασθενείς στην ομάδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα, ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία (p=0,1514). Αν και η ευρωστία αυτών των post-hoc αναλύσεων υποομάδων είναι περιορισμένη, τα δεδομένα υποδεικνύουν εξαρτώμενη από την ηλικία και τη δόση αύξηση στην έκταση της αποτελεσματικότητας. Στην επακόλουθη ανοικτής επισήμανσης επέκταση διάρκειας 1 έτους (Μέρος II) της μελέτης φάσης III (σύνολο ITT N = 225), το συνολικό ποσοστό ανταποκριθέντων ήταν 46,7% (αυξανόμενο σταθερά από το 44,9% (εβδομάδες 1-4) στο 57,5% (εβδομάδες > 40)). Η συνολική μέση μείωση στη συχνότητα των τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων ήταν 6,1 (μειώθηκε από το 7,0 (εβδομάδες 1-4) στο 4,0 (εβδομάδες > 40), οδηγώντας σε μια διάμεση σχετική μεταβολή σε σύγκριση με την περίοδο αναφοράς της τάξης του -46,7%). Η διάμεση σχετική μεταβολή ήταν μεγαλύτερη στην προηγούμενη ομάδα εικονικού φαρμάκου (-51,4%) απ’ ό,τι στην προηγούμεη ομάδα του ESL (-40,4%). Η αναλογία των ασθενών με παρόξυνση (αύξηση της τάξης του ≥ 25%) συγκριτικά με την περίοδο αναφοράς ήταν 14,2%. Στις επακόλουθες 3 ανοικτής επισήμανσης επεκτάσεις (σύνολο ITT N = 148), το συνολικό ποσοστό ανταποκριθέντων ήταν 26,6% σε σύγκριση με τα Μέρη III-V της περιόδου αναφοράς (δηλ. τις τελευταίες 4 εβδομάδες του μέρους II). Η συνολική μέση μείωση στη συχνότητα των τυποποιημένων επιληπτικών κρίσεων ήταν 2,4 (οδηγώντας σε μια διάμεση σχετική μεταβολή από το Μέρος III-V της περιόδου αναφοράς της τάξης του -22,9%). Η συνολική μέση σχετική μείωση στο Μέρος I ήταν μεγαλύτερη στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ESL (-25,8%) απ’ ό,τι στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (-16,4%). Η συνολική αναλογία των ασθενών με παρόξυνση (αύξηση της τάξης του ≥ 25%) συγκριτικά με τα Μέρη III-V της περιόδου αναφοράς ήταν 25,7%. Από τους 183 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τα μέρη I και II της μελέτης, οι 152 ασθενείς εγγράφηκαν στο μέρος III. Εξ αυτών, οι 65 ασθενείς είχαν λάβει ESL και οι 87 ασθενείς είχαν λάβει εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια του διπλά τυφλού μέρους της μελέτης. 14 ασθενείς (9,2%) ολοκλήρωσαν την ανοικτής επισήμανσης θεραπεία με ESL έως το Μέρος V. Ο συχνότερος λόγος απόσυρσης κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε μέρους της μελέτης ήταν το αίτημα από τον χορηγό (30 ασθενείς στο μέρος III [19,7% των ασθενών που πέρασαν στο μέρος III], 9 στο μέρος IV [9,6% των ασθενών που πέρασαν στο μέρος IV], και 43 στο μέρος V [64,2% των ασθενών που πέρασαν στο μέρος V]). Λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς των μη ελεγχόμενων δεδομένων της ανοικτής επισήμανσης, γενικά διατηρήθηκε η μακροπρόθεσμη ανταπόκριση στην οξική εσλικαρβαζεπίνη στα ανοικτής επισήμανσης μέρη της μελέτης. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Εσλικαρβαζεπίνη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία εστιακών επιληπτικών κρίσεων (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η οξική εσλικαρβαζεπίνη μετατρέπεται εκτενώς σε εσλικαρβαζεπίνη. Τα επίπεδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης στο πλάσμα συνήθως παραμένουν κάτω από το όριο ποσοτικού προσδιορισμού, έπειτα από του στόματος χορήγηση. Η τιμή Cmax της εσλικαρβαζεπίνης επιτυγχάνεται 2 έως 3 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης (tmax). Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να θεωρηθεί υψηλή επειδή η ποσότητα των μεταβολιτών που ανακτήθηκε στα ούρα αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το 90% μιας δόσης οξικής εσλικαρβαζεπίνης. Η βιοδιαθεσιμότητα (AUC και Cmax) είναι συγκρίσιμη για την εσλικαρβαζεπίνη που χορηγείται από του στόματος με τη μορφή θρυμματισμένου δισκίου αναμεμειγμένου με πολτό μήλου και λαμβάνεται με νερό, συγκριτικά με ένα ολόκληρο δισκίο.
Κατανομή
Η δέσμευση της εσλικαρβαζεπίνης σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι σχετικά χαμηλή (<40%) και ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. In vitro μελέτες κατέδειξαν ότι η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος δεν επηρεάστηκε σημαντικά από την παρουσία βαρφαρίνης, διαζεπάμης, διγοξίνης, φαινυτοΐνης και τολβουταμίδης. Η δέσμευση βαρφαρίνης, διαζεπάμης, διγοξίνης, φαινυτοΐνης και τολβουταμίδης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από την παρουσία εσλικαρβαζεπίνης.
Βιομετασχηματισμός
Η οξική εσλικαρβαζεπίνη βιομετασχηματίζεται ταχέως και εκτενώς στον κύριο ενεργό μεταβολίτη της, την εσλικαρβαζεπίνη, μέσω υδρολυτικού μεταβολισμού πρώτης διόδου. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται μετά από 4 έως 5 ημέρες άπαξ ημερησίως δοσολογίας, συνεπείς με αποτελεσματική ημίσεια ζωή της τάξης των 20-24 ωρών. Σε μελέτες σε υγιή άτομα και επιληπτικούς ενήλικες ασθενείς, η φαινόμενη ημίσεια ζωή της εσλικαρβαζεπίνης ήταν 10-20 ώρες και 13-20 ώρες, αντίστοιχα. Μικροί μεταβολίτες στο πλάσμα είναι η R-λικαρβαζεπίνη και η οξκαρβαζεπίνη, οι οποίοι φάνηκε ότι είναι ενεργοί, και τα παράγωγα γλυκουρονικού οξέος της οξικής εσλικαρβαζεπίνης, η εσλικαρβαζεπίνη, η R-λικαρβαζεπίνη και η οξκαρβαζεπίνη. Η οξική εσλικαρβαζεπίνη δεν επηρεάζει τον δικό της μεταβολισμό ή την κάθαρσή της. Η εσλικαρβαζεπίνη είναι ένας ασθενής επαγωγέας του CYP3A4 και έχει ανασταλτικές ιδιότητες σε σχέση με το CYP2C19 (όπως αναφέρεται στις Αλληλεπιδράσεις). Σε μελέτες με εσλικαρβαζεπίνη σε νωπά ανθρώπινα ηπατοκύτταρα παρατηρήθηκε ήπια επαγωγή της γλυκουρονιδίωσης που προκαλείται από το UGT1A1.
Αποβολή
Οι μεταβολίτες της οξικής εσλικαρβαζεπίνης απεκκρίνονται από τη συστηματική κυκλοφορία κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης, σε αμετάβλητη μορφή και συζευγμένοι με γλυκουρονίδιο. Συνολικά, η εσλικαρβαζεπίνη και το γλυκουρονίδιό της αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 90% των ολικών μεταβολιτών που απεκκρίνονται στα ούρα, περίπου τα δύο τρίτα στην αμετάβλητη μορφή και το ένα τρίτο ως συζευγμένοι με γλυκουρονίδιο.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική της oξικής εσλικαρβαζεπίνης είναι γραμμική και ανάλογη με τη δόση στο εύρος των 400-1.200 mg τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε ασθενείς.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της οξικής εσλικαρβαζεπίνης είναι ανεπηρέαστο στους ηλικιωμένους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >60 ml/min (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι μεταβολίτες της οξικής εσλικαρβαζεπίνης απεκκρίνονται από τη συστηματική κυκλοφορία κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης. Μια μελέτη σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία κατέδειξε ότι η κάθαρση εξαρτάται από τη νεφρική λειτουργία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Εσλικαρβαζεπίνη συνιστάται να γίνεται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς, ενηλίκους και παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών, με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min (βλ. Δοσολογία). Στα παιδιά ηλικίας από 2 έως 6 ετών, η χρήση της οξικής εσλικαρβαζεπίνης δεν συνιστάται. Σε αυτήν την ηλικία, η ενδογενής δράση της διαδικασίας αποβολής δεν έχει ακόμα ωριμάσει. Η αιμοδιύλιση απομακρύνει τους μεταβολίτες της οξικής εσλικαρβαζεπίνης από το πλάσμα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική και ο μεταβολισμός της οξικής εσλικαρβαζεπίνης αξιολογήθηκε σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία έπειτα από πολλαπλές από του στόματος δόσεις. Η μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της οξικής εσλικαρβαζεπίνης. Δεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Η φαρμακοκινητική της εσλικαρβαζεπίνης δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Φύλο
Μελέτες σε υγιή άτομα και ασθενείς κατέδειξαν ότι η φαρμακοκινητική της οξικής εσλικαρβαζεπίνης δεν επηρεάστηκε από το φύλο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Όπως συμβαίνει και στους ενήλικες, η οξική εσλικαρβαζεπίνη μετατρέπεται εκτενώς σε εσλικαρβαζεπίνη. Τα επίπεδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης στο πλάσμα παραμένουν συνήθως κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης, έπειτα από χορήγηση από το στόμα. Για την εσλικαρβαζεπίνη η τιμή Cmax επιτυγχάνεται στις 2 έως 3 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης (tmax). Το σωματικό βάρος αποδείχθηκε ότι επηρεάζει την κατανομή του όγκου και την αποβολή. Περαιτέρω, δεν ήταν δυνατό να αποκλειστεί πιθανός ρόλος της ηλικίας, ανεξαρτήτως σωματικού βάρους, στην αποβολή της οξικής εσλικαρβαζεπίνης, ιδιαίτερα στην μικρότερη ηλικιακή ομάδα (2-6 ετών).
Παιδιά ηλικίας 6 ετών και κάτω Η φαρμακοκινητική πληθυσμού υποδεικνύει ότι στην υποομάδα των παιδιών ηλικίας από 2 έως 6 ετών, απαιτούνται δόσεις των 27,5 mg/kg/ημέρα και 40 mg/kg/ημέρα προκειμένου να επιτευχθεί έκθεση αντίστοιχη με τις θεραπευτικές δόσεις των 20 και των 30 mg/kg/ημέρα στα παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω.
Παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών Η φαρμακοκινητική πληθυσμού υποδεικνύει ότι συγκρίσιμη έκθεση στην εσλικαρβαζεπίνη παρατηρείται μεταξύ 20 και 30 mg/kg/ημέρα στα παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών και στους ενήλικες με 800 και 1.200 mg οξικής εσλικαρβαζεπίνης άπαξ ημερησίως, αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιεπιληπτικά, παράγωγα καρβοξαμίδης, κωδικός ATC: N03AF04 ### Μηχανισμός δράσης Οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της οξικής εσλικαρβαζεπίνης είναι άγνωστοι. Ωστόσο, in vitro ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι…
Απορρόφηση Η οξική εσλικαρβαζεπίνη μετατρέπεται εκτενώς σε εσλικαρβαζεπίνη. Τα επίπεδα της οξικής εσλικαρβαζεπίνης στο πλάσμα συνήθως παραμένουν κάτω από το όριο ποσοτικού προσδιορισμού, έπειτα από του στόματος χορήγηση. Η τιμή Cmax της…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νάτριο ορού (Na⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Προϋπάρχουσα νεφρική νόσος με υπονατριαιμία ή συγχορήγηση φαρμάκων που προκαλούν υπονατριαιμία |
| εάν παρουσιαστούν κλινικά σημεία υπονατριαιμίας | — | ||
| κατά τη διάρκεια των συνηθισμένων εργαστηριακών εξετάσεων | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής(οί) μηχανισμός(οί) με τον(ους) οποίο(ους) η εσλικαρμπαζεπίνη ασκεί αντιεπιληπτική δράση είναι άγνωστος(οι), αλλά πιστεύεται ότι περιλαμβάνει την αναστολή των ιονικών διαύλων νατρίου εξαρτώμενων από τάση (voltage-gated sodium channels).
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
S5VXA428R4
ESLICARBAZEPINE
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς του Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 2C19
Ο μηχανισμός δράσης της εσλικαρμπαζεπίνης είναι ως Επαγωγέας του Κυτοχρώματος P450 3A4 και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 2C19. Η φυσιολογική επίδραση της εσλικαρμπαζεπίνης είναι μέσω της Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
Οδός χορήγησης
Μορφή
Σκευάσματα σε κυκλοφορία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AF04Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής