ETHINYLESTRADIOL
Αιθινυλοιστραδιόλη
**Φαρμακοδυναμική** Η αιθινυλαιστραδιόλη είναι ένα συνθετικό οιστρογόνο που μειώνει την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH) για να μειώσει την αγγείωση του ενδομητρίου, και μειώνει τη γοναδοτρόπο ορμόνη για να αποτρέψει την ωορρηξία. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης καθώς λαμβάνεται μία φορά την …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-LABOUS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Το δισκίο, το οποίο φέρει επισήμανση με την κατάλληλη ημέρα της εβδομάδας, πρέπει να καταπίνεται αμάσητο, κατά προτίμηση με λίγο υγρό.
- Χορήγηση: καθημερινά (κατά προτίμηση το βράδυ) επί 21 συνεχόμενες ημέρες και στη συνέχεια ακολουθεί διακοπή επί 7 ημέρες
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο καθημερινά
- Τιτλοποίηση: Η λήψη των δισκίων συνεχίζεται με δισκία από την επόμενη συσκευασία Labous, ανεξάρτητα από το εάν έχει σταματήσει ή εξακολουθεί η αιμορραγία μετά τη διακοπή διάρκειας 7 ημερών.
-
Καμία προηγούμενη χρήση ορμονικού αντισυλληπτικούΤο πρώτο δισκίο πρέπει να λαμβάνεται την πρώτη ημέρα της εμμήνου ρύσης. Εάν το πρώτο δισκίο ληφθεί την πρώτη ημέρα της εμμηνορρυσίας, η αντισυλληπτική προστασία ξεκινά την πρώτη ημέρα της λήψης του δισκίου και εξακολουθεί κατά τη διάρκεια του διαστήματος των 7 ημερών χωρίς δισκία. Το πρώτο δισκίο μπορεί, επίσης, να ληφθεί την 2η έως 5η ημέρα του κύκλου της εμμηνορρυσίας ανεξάρτητα από το εάν έχει σταματήσει ή εξακολουθεί η αιμορραγία. Στην περίπτωση αυτή, κατά τη διάρκεια των 7 πρώτων ημερών της λήψης των δισκίων, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπροσθέτως μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης. Εάν έχουν περάσει περισσότερες από 5 ημέρες από την έναρξη εμμηνορρυσίας, πρέπει να συσταθεί στη γυναίκα να περιμένει να πάρει το Labous μετά την επόμενη εμμηνορρυσία της.
-
Αλλαγή από άλλο ορμονικό αντισυλληπτικό συνδυασμούΤο Labous πρέπει να ξεκινά την επόμενη του διαστήματος χωρίς δισκία ή με λήψη εικονικού δισκίου του προηγούμενου συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού.
-
Αλλαγή από χάπι μόνο με προγεσταγόνοΤο πρώτο δισκίο Labous πρέπει να λαμβάνεται την ημέρα μετά την διακοπή του σκευάσματος μόνο με προγεσταγόνο. Τις πρώτες 7 ημέρες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
-
Αλλαγή από ενέσιμο ορμονικό αντισυλληπτικό ή εμφύτευμαΤο Labous μπορεί να ξεκινήσει την ημέρα της απομάκρυνσης του εμφυτεύματος ή της αρχικά προγραμματισμένης ημέρας της ένεσης. Τις πρώτες 7 ημέρες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
-
Μετά από αποβολή ή διακοπή κυήσεως κατά το πρώτο τρίμηνοΤο Labous μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μετά από αποβολή ή διακοπή της κυήσεως κατά το πρώτο τρίμηνο. Δεν απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
-
Μετά τον τοκετό ή μετά από αποβολή του δευτέρου τριμήνου (γυναίκες που δεν θηλάζουν)Μπορεί να ξεκινήσουν να παίρνουν δισκία 21 έως 28 ημέρες μετά τον τοκετό, οπότε δεν απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα. Εάν η λήψη του δισκίου ξεκινήσει περισσότερες από 28 ημέρες μετά τον τοκετό, απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα κατά τις πρώτες 7 ημέρες. Εάν, ωστόσο, στο διάστημα αυτό έχει ήδη συμβεί συνουσία, πριν ξεκινήσει η λήψη των δισκίων πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο της κυήσεως ή πρέπει να παρατηρηθεί η πρώτη εμμηνορρυσία.
-
ΓαλουχίαΤο Labous δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
block
SPC-LABOUS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
warning
SPC-LABOUS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
SPC-LABOUS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Όλα τα φάρμακα που αυξάνουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού συστήματος (π.χ. μετοκλοπραμίδη) ή επιβαρύνουν την απορρόφηση (π.χ. ενεργός άνθρακας)προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορόΣύστασηΕφαρμογή επιπλέον μηχανικών μεθόδων αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 7 ημέρες μετά από την ταυτόχρονη αγωγή. Εάν το χρονικό διάστημα ταυτόχρονης χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος ξεπερνά το τέλος μίας συσκευασίας blister αντισυλληπτικών δισκίων, η επόμενη συσκευασία πρέπει να ξεκινά χωρίς να μεσολαβεί το σύνηθες διάστημα χωρίς δισκία.
-
Ουσίες που επάγουν τα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα (ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, βαρβιτουρικά, αντιεπιληπτικά (καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, τοπιραμάτη), γκριζεοφουλβίνη, μπαρμπεξακλόνη, πριμιδόνη, μονταφινίλη, κάποιοι αναστολείς πρωτεινάσης (π.χ. ριτοναβίρη), St. John’s wort)προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορόΣύστασηΕφαρμογή επιπλέον μηχανικών μεθόδων αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 7 ημέρες μετά από την ταυτόχρονη αγωγή. Επί 28 ημέρες μετά τη διακοπή της ταυτόχρονης αγωγής με ουσίες που μειώνουν τη συγκέντρωση αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό μέσω της επαγωγής των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων, πρέπει να χρησιμοποιούνται επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης. Εάν το χρονικό διάστημα ταυτόχρονης χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος ξεπερνά το τέλος μίας συσκευασίας blister αντισυλληπτικών δισκίων, η επόμενη συσκευασία πρέπει να ξεκινά χωρίς να μεσολαβεί το σύνηθες διάστημα χωρίς δισκία.
-
Ορισμένα αντιβιοτικά (π.χ. αμπικιλίνη, τετρακυκλίνη)προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό λόγω μείωσης της εντεροηπατικής κυκλοφορίας των οιστρογόνωνΣύστασηΕφαρμογή επιπλέον μηχανικών μεθόδων αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 7 ημέρες μετά από την ταυτόχρονη αγωγή. Εάν το χρονικό διάστημα ταυτόχρονης χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος ξεπερνά το τέλος μίας συσκευασίας blister αντισυλληπτικών δισκίων, η επόμενη συσκευασία πρέπει να ξεκινά χωρίς να μεσολαβεί το σύνηθες διάστημα χωρίς δισκία.
-
Ασκορβικό οξύ ή παρακεταμόληπαρακολούθησηΑύξηση της συγκέντρωσης της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC της αιθινυλοιστραδιόλης κατά 20%
-
Αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλης (π.χ. φλουκοναζόλη), ινδιναβίρη ή τρολεανδομυκίνηπαρακολούθησηΑύξηση της συγκέντρωσης της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό
-
παρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις στον ορό λόγω αναστολής των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων από την αιθινυλοιστραδιόλη
-
παρακολούθησηΜειωμένες συγκεντρώσεις στον όρο λόγω επαγωγής της ηπατικής γλυκουρονιδίωσης από την αιθινυλοιστραδιόλη
-
Ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακαπαρακολούθησηΗ ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα μπορεί να αλλάξει εξαιτίας της επίδρασης του φαρμάκου στην ανοχή στη γλυκόζη
sick
SPC-LABOUS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία σε φάρμακο, περιλαμβανομένων αλλεργικών δερματικών αντιδράσεων
- Καταθλιπτική διάθεση
- Νευρικότητα
- Ζάλη
- Ημικρανία (και/ή επιδείνωσή της)
- Διαταραχές όρασης
- Επιπεφυκίτιδα
- Δυσανεξία στους φακούς επαφής
- Αιφνίδια απώλεια ακοής
- Εμβοές
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Κυκλοφορική κατέρρειψη
- Κιρσοί
- Φλεβική θρόμβωση
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάταση της κοιλίας
- Διάρροια
- Ακμή
- Διαταραχές μελάγχρωσης
- Χλόασμα
- Αλωπεκία
- Ξηροδερμία
- Κνίδωση
- Έκζεμα
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Επιδείνωση της ψωρίασης
- Υπερτρίχωση
- Οζώδες ερύθημα
- Καρηβαρία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκές διαταραχές
- Κολπική έκκριση
- Δυσμηνόρροια
- Αμηνόρροια
- Χαμηλό κοιλιακό άλγος
- Άλγος κάτω κοιλιακής χώρας
- Γαλακτόρροια
- Ινοαδένωμα μαστού
- Κολπική καντιντίαση
- Υπερτροφία
- Διόγκωση μαστού
- Αιδοιοκολπίτιδα
- Μηνορραγία
- Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο
- Αιμορραγία και σχηματισμός κηλίδων μεταξύ των περιόδων
- Πόνος στους μαστούς
- Ευερεθιστότητα
- Κόπωση
- Οίδημα
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Υπεριδρωσία
- Αυξημένη όρεξη
- Αύξηση αρτηριακής πίεσης
- Αλλαγές των λιπιδίων του αίματος (περιλαμβανομένης υπερτριγλυκεριδαιμίας)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑιμορραγία και σχηματισμός κηλίδων μεταξύ των περιόδωνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΠόνος στους μαστούςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησία σε φάρμακο, περιλαμβανομένων αλλεργικών δερματικών αντιδράσεωνΑνοσοποιητικό σύστημα
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΗμικρανία (και/ή επιδείνωσή της)Νευρικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔυσανεξία στους φακούς επαφήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑιφνίδια απώλεια ακοήςΩτός και λαβυρίνθου
-
ΣπάνιεςΕμβοέςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚυκλοφορική κατέρρειψηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚιρσοίΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦλεβική θρόμβωσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔιάταση της κοιλίαςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές μελάγχρωσηςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΧλόασμαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣπάνιεςΈκζεμαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση της ψωρίασηςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣπάνιεςΥπερτρίχωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΟζώδες ερύθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΚαρηβαρίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΜυϊκές διαταραχέςΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣυχνέςΚολπική έκκρισηΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΧαμηλό κοιλιακό άλγοςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΆλγος κάτω κοιλιακής χώραςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΙνοαδένωμα μαστούΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΚολπική καντιντίασηΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτροφίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ σπάνιεςΔιόγκωση μαστούΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ σπάνιεςΑιδοιοκολπίτιδαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ σπάνιεςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ σπάνιεςΠροεμμηνορρυσιακό σύνδρομοΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑυξημένη όρεξηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑύξηση αρτηριακής πίεσηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑλλαγές των λιπιδίων του αίματος (περιλαμβανομένης υπερτριγλυκεριδαιμίας)Παρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-LABOUS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΠριν ξεκινήσει η χρήση του φαρμακευτικού αυτού προϊόντος, πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κυήσεως. Εάν συμβεί κύηση κατά τη διάρκεια της αγωγής με το Labous, η χορήγηση του προϊόντος πρέπει να διακοπεί αμέσως. Μέχρι στιγμής, από τις περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες δεν προέκυψαν κλινικά δεδομένα τερατογόνου και εμβρυοτοξικής δράσης όταν τα οιστρογόνα ληφθούν κατά τη διάρκεια της κυήσεως σε συνδυασμό με προγεσταγόνα σε παρόμοιες δοσολογίες με εκείνες που περιέχει το Labous. Αν και από μελέτες σε πειραματόζωα έχει προκύψει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3), από κλινικά δεδομένα περισσότερων από 330 κυήσεων, που εκτέθηκαν στο προϊόν, δεν προέκυψαν ενδείξεις εμβρυοτοξικής δράσης της οξικής χλωρμαδινόνης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ γαλουχία μπορεί να επηρεασθεί από τη λήψη οιστρογόνων, καθώς τα οιστρογόνα μπορούν να αλλάξουν την ποσότητα και τη σύσταση του μητρικού γάλακτος. Μικρές ποσότητες αντισυλληπτικών στεροειδών και/ή οι μεταβολίτες τους μπορεί να εκκριθούν στο γάλα και μπορεί να επηρεάσουν το νεογνό. Επομένως, το Labous δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LABOUS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
PHARMACODYNAMICS Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προγεσταγόνα και οιστρογόνα, σταθεροί συνδυασμοί, κωδικός ATC: G03AA15. Η συνεχόμενη χρήση του Labous επί 21 ημέρες οδηγεί σε αναστολή της έκκρισης ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) και ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH)…
biotech
SPC-LABOUS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
PHARMACOKINETICS Οξική χλωρμαδινόνη (CMA) Απορρόφηση Η από του στόματος χορηγούμενη CMA απορροφάται ταχέως και σχεδόν ολοκληρωτικά. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητά της CMA είναι υψηλή καθώς δεν υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Οι συγκεντρώσεις στο…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LABOUS
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Πρέπει να λαμβάνεται ένα δισκίο καθημερινά (κατά προτίμηση το βράδυ) επί 21 συνεχόμενες ημέρες και στη συνέχεια ακολουθεί διακοπή επί 7 ημέρες κατά τη διάρκεια της οποίας δεν λαμβάνονται καθόλου δισκία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δύο έως τέσσερις ημέρες μετά τη λήψη του τελευταίου δισκίου, αναμένεται να παρατηρηθεί αιμορραγία παρόμοια με εμμηνορρυσία. Μετά τη διακοπή διάρκειας 7 ημερών, η αγωγή συνεχίζεται με δισκία από την επόμενη συσκευασία Labous, ανεξάρτητα από το εάν έχει σταματήσει ή εξακολουθεί η αιμορραγία.
Τα δισκία πρέπει να πιέζονται ώστε να απομακρυνθούν από τη συσκευασία blister. Το δισκίο, το οποίο φέρει επισήμανση με την κατάλληλη ημέρα της εβδομάδας, πρέπει να καταπίνεται αμάσητο, κατά προτίμηση με λίγο υγρό. Τα δισκία λαμβάνονται καθημερινά κατά τη σειρά που δείχνουν τα βέλη.
Έναρξη λήψης των δισκίων
Καμία προηγούμενη χρήση ορμονικού αντισυλληπτικού (κατά τη διάρκεια του
προηγούμενου κύκλου εμμηνορρυσίας) Το πρώτο δισκίο πρέπει να λαμβάνεται την πρώτη ημέρα της επομένης εμμήνου ρύσης (περιόδου). Εάν το πρώτο δισκίο ληφθεί την πρώτη ημέρα της εμμηνορρυσίας, η αντισυλληπτική προστασία ξεκινά την πρώτη ημέρα της λήψης του δισκίου και εξακολουθεί κατά τη διάρκεια του διαστήματος των 7 ημερών χωρίς δισκία.
Το πρώτο δισκίο μπορεί, επίσης, να ληφθεί την 2 η έως 5 η ημέρα του κύκλου της εμμηνορρυσίας ανεξάρτητα από το εάν έχει σταματήσει ή εξακολουθεί η αιμορραγία. Στην περίπτωση αυτή, κατά τη διάρκεια των 7 πρώτων ημερών της λήψης των δισκίων, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπροσθέτως μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
Εάν έχουν περάσει περισσότερες από 5 ημέρες από την έναρξη εμμηνορρυσίας, πρέπει να συσταθεί στη γυναίκα να περιμένει να πάρει το Labous μετά την επόμενη εμμηνορρυσία της.
Αλλαγή από άλλο ορμονικό αντισυλληπτικό στο Labous
Αλλαγή από άλλο ορμονικό αντισυλληπτικό συνδυασμού στο Labous
Το Labous πρέπει να ξεκινά την επόμενη του διαστήματος χωρίς δισκία ή με λήψη εικονικού δισκίου του προηγούμενου συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού.
Αλλαγή από χάπι μόνο με προγεσταγόνο
Το πρώτο δισκίο Labous πρέπει να λαμβάνεται την ημέρα μετά την διακοπή του σκευάσματος μόνο με προγεσταγόνο. Τις πρώτες 7 ημέρες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
Αλλαγή από ενέσιμο ορμονικό αντισυλληπτικό ή εμφύτευμα
Το Labous μπορεί να ξεκινήσει την ημέρα της απομάκρυνσης του εμφυτεύματος ή της αρχικά προγραμματισμένης ημέρας της ένεσης. Τις πρώτες 7 ημέρες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
Μετά από αποβολή ή διακοπή κυήσεως κατά το πρώτο τρίμηνο
Το Labous μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μετά από αποβολή ή διακοπή της κυήσεως κατά το πρώτο τρίμηνο. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
Μετά τον τοκετό ή μετά από αποβολή του δευτέρου τριμήνου
Μετά τον τοκετό, οι γυναίκες, που δεν θηλάζουν μπορεί να ξεκινήσουν να παίρνουν δισκία 21 έως 28 ημέρες μετά τον τοκετό οπότε δεν απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
Εάν η λήψη του δισκίου ξεκινήσει περισσότερες από 28 ημέρες μετά τον τοκετό, απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα κατά τις πρώτες 7 ημέρες.
Έαν, ωστόσο, στο διάστημα αυτό έχει ήδη συμβεί συνουσία, πριν ξεκίνησει η λήψη των δισκίων πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο της κυήσεως ή πρέπει να παρατηρηθεί η πρώτη εμμηνορρυσία.
Γαλουχία (βλ.παράγραφο 4.6)
Το Labous δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Μετά την διακοπή του Labous
Μετά την διακοπή του Labous, ο πρώτος κύκλος μπορεί να διαρκέσει περίπου μία εβδομάδα περισσότερο.
Ακατάστατη χορήγηση δισκίων
Εάν μια χρήστης παρέλειψε να πάρει ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, αλλά το πάρει εντός 12 ωρών δεν είναι απαραίτητο να ληφθούν επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα. Η χρήστης πρέπει να εξακολουθήσει να παίρνει τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ως συνήθως.
Εάν περάσουν περισσότερες από 12 ώρες από τη συνήθη ώρα λήψης του δισκίου, μπορεί να μειωθεί η αντισυλληπτική προστασία. Σε περίπτωση παράλειψης δισκίων, ακολουθήστε τους δύο βασικούς κανόνες:
- η λήψη των δισκίων δεν πρέπει να διακόπτεται ποτέ για περισσότερες από 7 ημέρες
- για να επιτευχθεί η απαιτούμενη καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης- ωοθηκών, απαιτούνται 7 ημέρες συνεχούς λήψης των δισκίων
Το τελευταίο επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο που ξεχάστηκε πρέπει να ληφθεί αμέσως, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα ληφθούν δύο δισκία ταυτόχρονα. Τα υπόλοιπα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να ληφθούν κανονικά.
Επίσης, για τις επόμενες επτά ημέρες πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης, π.χ. προφυλακτικά. Εάν τα δισκία ξεχασθούν την εβδομάδα 1 του κύκλου και τις επτά ημέρες πριν την παράλειψη των δισκίων (συμπεριλαμβανομένου και του διαστήματος χωρίς δισκία) υπήρξε συνουσία, πρέπει να διερευνηθεί το ενδεχόμενο της εγκυμοσύνης. Όσο περισσότερα δισκία παραλειφθούν και όσο πιο κοντά είναι ο χρόνος που παραλείφθηκαν τα δισκία στο κανονικό διάστημα χωρίς δισκία, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος εγκυμοσύνης.
Εάν η τρέχουσα συσκευασία περιέχει λιγότερα από επτά δισκία, η επόμενη συσκευασία Labous πρέπει να ξεκινήσει μόλις τελειώσει η τρέχουσα συσκευασία, δηλ. δεν πρέπει να μεσολαβήσει διάστημα χωρίς δισκία μεταξύ των συσκευασιών. Αφού τελειώσουν τα δισκία της δεύτερης συσκευασίας αναμένεται η κανονική αιμορραγία εκ διακοπής. Εντούτοις, ακόμη και κατά τη διάρκεια της λήψης των δισκίων μπορεί να συμβεί αιμορραγία εκ διακοπής ή εμφάνιση κηλίδων. Εάν μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης συσκευασίας, δεν υπάρξει αιμορραγία εκ διακοπής πρέπει να γίνει τεστ εγκυμοσύνης.
Οδηγίες σε περίπτωση εμέτου ή διάρροιας
Εάν παρατηρηθεί έμετος ή σοβαρή διάρροια εντός των 4 ωρών μετά τη χορήγηση των δισκίων, η απορρόφηση μπορεί να είναι ατελής και μπορεί να μην είναι εξασφαλισμένη η αξιόπιστη αντισύλληψη. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις, που δίνονται στην παράγραφο «Ακατάστατη χορήγηση δισκίων» (βλ. παραπάνω). Η χορήγηση του Labous πρέπει να συνεχιστεί.
Πώς να αναβληθεί η εμφάνιση αιμορραγίας εκ διακοπής
Για να καθυστερήσει την περίοδό της, η γυναίκα πρέπει να συνεχίσει με άλλη συσκευασία blister Labous χωρίς να μεσολαβήσει διάστημα χωρίς λήψη δισκίων. Η παράταση της λήψης των δισκίων μπορεί να συνεχισθεί όσο είναι επιθυμητό μέχρι να τελειώσει και η δεύτερη συσκευασία. Κατά τη διάρκεια της παράτασης αυτής, η γυναίκα μπορεί να παρουσιάσει αιμορραγία εκ διακοπής ή εμφάνιση κηλίδων. Μετά από το σύνηθες διάστημα 7 ημερών χωρίς δισκία ξεκινά και πάλι κανονικά η λήψη του Labous.
Για να μεταφέρει μια γυναίκα την περίοδό της σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, σε σχέση με την αναμενόμενη ημέρα, βάσει της αντισυλληπτικής της αγωγής, μπορεί να συσταθεί να μειωθεί το επικείμενο διάστημα χωρίς δισκία κατά όσες ημέρες επιθυμεί. Όσο συντομότερο το διάστημα, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος να μην παρουσιάσει αιμορραγία εκ διακοπής και να παρουσιάσει αιμορραγία εκ διακοπής και κηλίδες αίματος με την επόμενη συσκευασία (ακριβώς όπως όταν καθυστερεί η περίοδος).
block
Αντενδείξεις
SPC-LABOUS
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LABOUS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις Το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών, συσχετιζόμενων με τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών (ΑΣΑ). Όσο περισσότερο καπνίζει και όσο μεγαλύτερης ηλικίας η γυναίκα, τόσο μεγαλύτερος και ο κίνδυνος, ιδιαίτερα σε γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών. Γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών που καπνίζουν, πρέπει να χρησιμοποιούν άλλες αντισυλληπτικές μεθόδους. Η χρήση ΑΣΑ συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο διάφορων σοβαρών νόσων όπως είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η θρομβοεμβολή, το εγκεφαλικό επεισόδιο ή τα νεοπλάσματα του ήπατος. Ο κίνδυνος νοσηρότητας και θνησιμότητας αυξάνει σημαντικά εν τη παρουσία άλλων παραγόντων κινδύνου όπως η αυξημένη αρτηριακή πίεση, η υπερλιπιδαιμία, το υπερβολικό βάρος και ο διαβήτης. Εάν παρατηρούνται μια από τις νόσους/ένας από τους παράγοντες κινδύνου, οι ωφέλειες από τη λήψη του Labous πρέπει να σταθμισθούν έναντι των κινδύνων και να συζητηθούν με τη γυναίκα πριν την έναρξη της λήψης των δισκίων. Εάν οι νόσοι ή οι παράγοντες αυτοί κινδύνου αναπτύσσονται ή επιδεινώνονται κατά τη χρήση του Labous, η ασθενής πρέπει να απευθυνθεί στο γιατρό της. Ο γιατρός θα αποφασίσει εάν πρέπει να διακόψει τη θεραπεία ή όχι. Θρομβοεμβολές και άλλες αγγειακές νόσοι Τα αποτελέσματα επιδημιολογικών μελετών δείχνουν συσχέτιση μεταξύ της χρήσης των από του στόματος αντισυλληπτικών και του αυξημένου κινδύνου νόσων με φλεβική και αρτηριακή θρομβοεμβολή, όπως είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και η πνευμονική εμβολή. Τα συμβάντα αυτά είναι σπάνια. Η χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών ενέχει αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) σε σύγκριση με τη μη χρήση. Ο επιπλέον κίνδυνος ΦΘΕ είναι μεγαλύτερος το πρώτο έτος χρήσης του συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού από τη γυναίκα. Ο αυξημένος αυτός κίνδυνος είναι χαμηλότερος από τον κίνδυνο ΦΘΕ, που σχετίζεται με την κύηση, ο οποίος εκτιμάται στα 60 περιστατικά ανά 100.000 κυήσεις. Η ΦΘΕ είναι θανατηφόρος στο 1-2% των περιστατικών. Δεν είναι γνωστό πώς επηρεάζει το Labous την εκδήλωση των συμβάντων αυτών, σε σύγκριση με άλλα ΑΣΑ. Ο κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής κατά τη χρήση ΑΣΑ, αυξάνει εξαιτίας των εξής παραγόντων: • ηλικία • θετικό οικογενειακό ιστορικό (φλεβική θρομβοεμβολή σε αδελφό ή γονέα σε σχετικά νεαρή ηλικία). Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε ειδικό για συμβουλευτική υποστήριξη πριν αποφασίσει υπέρ ή κατά της λήψης ΑΣΑ. • παρατεταμένη ακινητοποίηση (βλ. παράγραφο 4.3) • παχυσαρκία (Δείκτης Μάζας Σώματος > 30 kg/m ). Ο κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής αυξάνει με: • την ηλικία • το κάπνισμα • τη δυσλιποπρωτεϊναιμία • την παχυσαρκία (Δείκτης Μάζας Σώματος > 30 kg/m ) • την υπέρταση • την καρδιακή βαλβιδοπάθεια • την κολπική μαρμαρυγή • το θετικό οικογενειακό ιστορικό (αρτηριακή θρομβοεμβολή σε αδελφό ή γονέα σε σχετικά νεαρή ηλικία). Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα πρέπει να παραπέμπεται σε ειδικό για συμβουλευτική υποστήριξη πριν αποφασίσει υπέρ ή κατά της λήψης ΑΣΑ. Άλλες νόσοι, που προσβάλλουν την κυκλοφορία του αίματος είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, η χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (νόσος του Crohn και ελκώδης κολίτιδα) και η δρεπανοκυτταρική αναιμία. Όταν εξετάζεται το προφίλ κινδύνου/οφέλους, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η κατάλληλη αντιμετώπιση των παραπάνω νόσων, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο θρομβώσεων. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος θρομβοεμβολικών επεισοδίων τύπου πορφύρας. Δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με την πιθανή υπαιτιότητα των κιρσών και της επιπολής θρομβοφλεβίτιδας στη φλεβική θρομβοεμβολή. Πιθανά συμπτώματα της αρτηριακής ή φλεβικής θρόμβωσης είναι: • πόνος και/ή οίδημα του ποδός • αιφνίδιο σοβαρό θωρακικό άλγος- ανεξάρτητα από το εάν εξαπλώνεται ή όχι στον αριστερό βραχίονα • αιφνίδια δύσπνοια, αιφνίδιος βήχας χωρίς προφανές αίτιο • ασυνήθιστα σοβαρή κεφαλαλγία μεγάλης διάρκειας • μερική ή πλήρης απώλεια όρασης, διπλωπία, διαταραχές της ομιλίας ή αφασία • ζάλη, κατέρρειψη - ενδεχομένως συμπεριλαμβάνει εστιακή επιληπτική κρίση • αιφνίδια αδυναμία ή δυσιασθησία στη μία πλευρά ή σε μέρος του σώματος • επιβάρυνση της κινητικής λειτουργίας • οξύ κοιλιακό άλγος Οι γυναίκες που χρησιμοποιούν ΑΣΑ πρέπει να ενημερώνονται ότι πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους αν αναπτύξουν πιθανά συμπτώματα θρόμβωσης. Εάν υπάρχει υποψία ή έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη θρόμβωσης, πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του Labous. Η αύξηση της συχνότητας ή της σοβαρότητας της ημικρανίας (που μπορεί να είναι πρόδρομο σύμπτωμα αγγειοεγκεφαλικών διαταραχών) μπορεί να δικαιολογεί την άμεση διακοπή του συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού. Καρκίνος Σε ορισμένες μελέτες, έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του τραχήλου σε γυναίκες που χρησιμοποιούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα από του στόματος αντισυλληπτικά με μόλυνση από τον ιό του ανθρώπινου θηλώματος (HPV). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει διχογνωμία σχετικά με τον βαθμό στον οποίο αυτό μπορεί να αποδοθεί σε παράγοντες σύγχυσης (π.χ. διαφορές στον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων ή στη χρήση μηχανικών μεθόδων αντισύλληψης) (βλ. επίσης “Ιατρική εξέταση”). Mετα-ανάλυση 54 επιδημιολογικών μελετών ανέφερε ελαφρώς αυξημένο σχετικό κίνδυνο (RR=1,24) καρκίνου του μαστού σε γυναίκες οι οποίες επί του παρόντος χρησιμοποιούν ΑΣΑ. Κατά τη διάρκεια των 10 ετών μετά τη διακοπή της χρήσης ΑΣΑ, ο αυξημένος αυτός κίνδυνος επανέρχεται σταδιακά στον αντίστοιχο προς την ηλικία, αρχικό κίνδυνο. Επειδή ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος στις γυναίκες ηλικίας κάτω των 40 ετών, ο επιπλέον αριθμός διαγνώσεων καρκίνου του μαστού σε άτομα που χρησιμοποιούν επί του παρόντος ΑΣΑ και που χρησιμοποίησαν ΑΣΑ πρόσφατα είναι μικρός σε σύγκριση με τον συνολικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί καλοήθη και, ακόμη σπανιότερα, κακοήθη περιστατικά καρκίνου του ήπατος κατά τη χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις οι όγκοι αυτοί οδηγούν σε απειλητική για τη ζωή ενδοκοιλιακή αιμορραγία. Επομένως, σε περίπτωση που παρατηρηθεί σοβαρό άλγος της άνω κοιλίας, το οποίο δεν αναστρέφεται αυτομάτως, ηπατομεγαλία ή σημεία ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, πρέπει να εξετασθεί αμέσως το ενδεχόμενο όγκου του ήπατος και η χορήγηση του Labous πρέπει να διακοπεί. Άλλες νόσοι Σε πολλές γυναίκες, ενώ έπαιρναν από του στόματος αντισυλληπτικά, παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση της αρτηριακής πίεσης, αν και σπάνια παρατηρείται κλινικά σημαντική αύξηση. Μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί συσχέτιση μεταξύ της χρήσης των από του στόματος αντισυλληπτικών και της κλινικά έκδηλης υπέρτασης. Εάν υπάρχει κλινικά σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης κατά τη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, το Labous δεν πρέπει να λαμβάνεται πλέον και πρέπει να αντιμετωπίζεται η υπέρταση. Η χορήγηση του Labous μπορεί να συνεχισθεί μόλις τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης επανέλθουν στο φυσιολογικό, μετά από την αντιυπερτασική αγωγή. Οι γυναίκες με ιστορικό έρπητα της κυήσεως, μπορεί να παρουσιάσουν υποτροπή της κατάστασης αυτής κατά τη χρήση ΑΣΑ. Οι γυναίκες με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό υπερτριγλυκεριδαιμίας διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας κατά τη χρήση ΑΣΑ. Οι οξείες ή χρόνιες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να καταστήσουν αναγκαία τη διακοπή της χρήσης των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών μέχρις ότου οι δείκτες της ηπατικής λειτουργίας να επανέλθουν εντός των φυσιολογικών ορίων. Υποτροπή του χολοστατικού ικτέρου, η οποία παρατηρήθηκε κατά την προηγούμενη κύηση ή την προηγούμενη χρήση φυλετικών ορμονών επίσης καθιστά απαραίτητη τη διακοπή της χρήσης των από του στόματος αντισυλληπτικών. Τα ΑΣΑ μπορεί να επηρεάσουν την περιφερική ινσουλινοαντοχή ή την αντοχή στη γλυκόζη. Επομένως, οι διαβητικοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της χρήσης από του στόματος αντισυλληπτικών. Ενίοτε, μπορεί να παρατηρηθεί χλόασμα, ιδιαίτερα εάν υπάρχει ιστορικό χλοάσματος της εγκυμοσύνης. Επομένως, γυναίκες με τάση για χλόασμα πρέπει να αποφεύγουν την απευθείας έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία ή την υπεριώδη ακτινοβολία για όσο λαμβάνουν από του στόματος αντισυλληπτικά. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν το Labous. Προφυλάξεις Ορισμένες νόσοι/καταστάσεις μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά από τη χρήση οιστρογόνων ή συνδυασμών οιστρογόνων/προγεσταγόνων. Στις παρακάτω περιπτώσεις απαιτείται ειδική παρακολούθηση από ειδικό:
- Επιληψία
- Σκλήρυνση κατά πλάκας
- Τέτανος
- Ημικρανία (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Άσθμα
- Καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια
- Ήπια χορεία
- Σακχαρώδης διαβήτης (βλ. παράγραφο 4.3)
- Ηπατοπάθειες (βλ. παράγραφο 4.3)
- Δυσλιποπρωτεϊναιμία (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Αυτοάνοσες νόσοι (συμπεριλαμβανομένου του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου)
- Παχυσαρκία
- Υπέρταση (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Ενδομητρίωση
- Κιρσοί
- Φλεβίτιδα (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Διαταραχές της πηκτικότητας (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Μαστοπάθεια
- Μυώματα της μήτρας
- Έρπης της κυήσεως
- Κατάθλιψη (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Χρόνια φλεγμονώδη νόσος των εντέρων (νόσος του Crohn, ελκώδης κολίτιδα, βλ. επίσης παράγραφο 4.8) Ιατρική εξέταση Πριν την έναρξη της λήψης των από του στόματος αντισυλληπτικών πρέπει να καταγράφεται το πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών για αντενδείξεις (βλ. παράγραφο 4.3) και παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4) και το ιστορικό αυτό πρέπει να ενημερώνεται κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της χρήσης του Labous. Επίσης, απαιτείται η τακτική ιατρική εξέταση επειδή οι αντενδείξεις (π.χ. παροδικά ισχαιμικά επεισοδία) ή οι παράγοντες κινδύνου (π.χ. οικογενειακό ιστορικό φλεβικής ή αρτηριακής θρόμβωσης) μπορεί να παρατηρηθούν για πρώτη φορά ενώ λαμβάνεται ένα από του στόματος αντισυλληπτικό. Η ιατρική εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, εξέταση των μαστών, της κοιλίας, των εσωτερικών και εξωτερικών γεννητικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένου κολπικού επιχρίσματος και κατάλληλων εργαστηριακών εξετάσεων. Οι γυναίκες πρέπει να ενημερωθούν ότι τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, συμπεριλαμβανομένου του Labous, δεν παρέχουν προστασία έναντι των λοιμώξεων από HIV (AIDS) και άλλων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων. Μείωση της αποτελεσματικότητας Εάν ξεχασθεί να ληφθεί ένα δισκίο (βλ. “Ακατάστατη χορήγηση δισκίων”), σε περίπτωση εμέτου ή εντερικών διαταραχών συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας, ταυτόχρονης μακροχρόνιας χρήσης ορισμένων φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.5) ή, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μεταβολικών διαταραχών, μπορεί να επηρεασθεί η αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών. Επίδραση στη σταθερότητα του κύκλου Αιμορραγία εκ διακοπής και σχηματισμός κηλίδων Όλα τα από του στόματος αντισυλληπτικά μπορούν να προκαλέσουν ακατάστατη κολπική αιμορραγία (αιμορραγία εκ διακοπής/σχηματισμό κηλίδων) ιδιαίτερα στους πρώτους κύκλους λήψης των δισκίων. Για το λόγο αυτό, η ιατρική αξιολόγηση των ακατάστατων κύκλων είναι χρήσιμη μόνο μετά από περίοδο προσαρμογής περίπου τριών κύκλων. Εάν η αιμορραγία εκ διακοπής επιμείνει ή παρατηρηθεί ενώ έχουν προηγηθεί κανονικοί κύκλοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Labous, συνιστάται η λεπτομερής εξέταση για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης ή οργανικής νόσου. Εάν αποκλεισθούν τα ενδεχόμενα αυτά, το Labous μπορεί να συνεχισθεί ή να αλλάξει η θεραπεία σε άλλο προϊόν. Η αιμορραγία μεταξύ των περιόδων μπορεί να αποτελεί σημείο μειωμένης αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας (βλ.“ Ακατάστατη χορήγηση δισκίων”, “ Οδηγίες σε περίπτωση εμέτου ή διάρροιας” και παράγραφο 4.5). Απουσία αιμορραγίας εκ διακοπής Το διάστημα των 21 ημερών των δισκίων ακολουθεί, συνήθως, αιμορραγία εκ διακοπής. Ενίοτε, και ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες της λήψης των δισκίων, μπορεί να μην παρατηρείται αιμορραγία εκ διακοπής. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραίτητα σημείο μειωμένης αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας. Εάν δεν παρατηρηθεί η αιμορραγία μετά τον κύκλο λήψης του δισκίου, στον οποίο δεν ξεχάσθηκε κανένα δισκίο, και εάν το διάστημα χωρίς δισκία των 7 ημερών δεν παρατάθηκε, δεν λαμβάνονταν ταυτόχρονα άλλα φάρμακα και δεν παρατηρήθηκε έμετος ή διάρροια, δεν είναι πιθανόν να έχει συμβεί σύλληψη και μπορεί να εξακολουθήσει η λήψη του Labous. Εάν το Labous δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες, πριν την πρώτη μη εμφάνιση της αιμορραγίας εκ διακοπής ή εάν δεν παρατηρηθεί αιμορραγία εκ διακοπής σε δύο διαδοχικούς κύκλους εμμηνορρυσίας, πρέπει πρώτα να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κυήσεως, πριν συνεχισθεί η χρήση του Labous. Σκευάσματα φυτικής προελέυσεως που περιέχουν το St. John’s wort (Hyperricum perforatum/) δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με το Labous (βλ. παράγραφο 4.5).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LABOUS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
INTERACTIONS
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αιθινυλοιστραδιόλης, του συστατικού οιστρογόνου του Labous και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τη συγκέντρωση της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό. Εάν απαιτείται μακροχρόνια θεραπεία με τις ουσίες αυτές, πρέπει να χρησιμοποιηθούν κατά προτίμηση μη ορμονικές αντισυλληπτικές μέθοδοι. Η μείωση των συγκεντρώσεων αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της αιμορραγίας εκ διακοπής και διαταραχές του κύκλου και να επιβαρύνει την αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα του Labous. Η αύξηση των επιπέδων αιθινυλοιστραδιόλης στον όρο μπορεί να προκαλέσει αύξηση της συχνότητας και της σοβαρότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Τα παράκατω φαρμακευτικά προϊόντα/δραστικές ουσίες μπορούν να μειώσουν τη συγκέντρωση της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό:
- Όλα τα φάρμακα που αυξάνουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού συστήματος (π.χ. μετοκλοπραμίδη) ή επιβαρύνουν την απορρόφηση (π.χ. ενεργός άνθρακας)
- Ουσίες που επάγουν τα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα όπως ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, βαρβιτουρικά, αντιεπιληπτικά (όπως καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη και τοπιραμάτη), γκριζεοφουλβίνη, μπαρμπεξακλόνη, πριμιδόνη, μονταφινίλη,κάποιοι αναστολείς πρωτεινάσης (π.χ. ριτοναβίρη) και St. John’s wort (βλ. παράγραφο 4.4).
- Ορισμένα αντιβιοτικά (π.χ. αμπικιλίνη, τετρακυκλίνη) σε ορισμένες γυναίκες λόγω μείωσης της εντεροηπατικής κυκλοφορίας των οιστρογόνων.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 7 ημέρες μετά από την ταυτοχρόνη αγωγή με τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα/δραστικές ουσίες και το Labous, πρέπει να εφαρμόζονται επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης. Επί 28 ημέρες μετά την διακοπή της ταυτόχρονης αγωγής με ουσίες που μειώνουν τη συγκέντρωση αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό μέσω της επαγωγής των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων, πρέπει να χρησιμοποιούνται επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης. Εάν το χρονικό διάστημα ταυτόχρονης χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος ξεπερνά το τέλος μίας συσκευασίας blister αντισυλληπτικών δισκίων, η επόμενη συσκευασία πρέπει να ξεκινά χωρίς να μεσολαβεί το σύνηθες διάστημα χωρίς δισκία.
Τα παρακάτω φαρμακευτικά προϊόντα/δραστικές ουσίες μπορούν να αυξήσουν τη συγκέντρωση της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό:
- Ουσίες οι οποίες αναστέλλουν την καταλυόμενη από ένζυμα πρόσθηκη θειικού άλατος στην αιθινυλοιστραδιόλη στο εντερικό τοίχωμα, π.χ. ασκορβικό οξύ ή παρακεταμόλη
- Ατορβαστατίνη (αύξηση της AUC της αιθινυλοιστραδιόλης κατά 20%)
- Ουσίες οι οποίες αναστέλλουν τα μικροσωμικά ένζυμα στο ήπαρ, όπως αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλης (π.χ. φλουκοναζόλη), ινδιναβίρη ή τρολεανδομυκίνη.
Η αιθινυλοιστραδιόλη μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό άλλων ουσιών:
- μέσω της αναστολής των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων με αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις στον ορό ουσιών όπως η διαζεπάμη (και άλλων βενζοδιαζεπινών που υδροξυλιώνονται), η κυκλοσπορίνη, η θεοφυλλίνη και η πρεδνιζολόνη
- μέσω της επαγωγής της ηπατικής γλυκουρονιδίωσης με συνέπεια μειωμένες συγκεντρώσεις π.χ. της κλοφιβράτης, της παρακεταμόλης, της μορφίνης και της λοραζεπάμης στον όρο
Η ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα μπορεί να αλλάξει εξαιτίας της επίδρασης του φαρμάκου στην ανοχή στη γλυκόζη (βλ. παράγραφο 4.4).
Αυτό μπορεί επίσης να ισχύει για φαρμακευτικά προϊόντα που ελήφθησαν πρόσφατα. Πρέπει να εξετασθεί η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των αντίστοιχων προϊόντων που συνταγογραφήθηκαν όσον αφορά ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με το Labous.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Η χρήση ΑΣΑ μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα ορισμένων εργαστηριακών εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων των βιοχημικών παραμέτρων της ηπατικής λειτουργίας, της λειτουργίας των επινεφριδίων και του θυρεοειδούς, των επιπέδων μεταφορικών πρωτεϊνών στο πλάσμα (π.χ. της σφαιρίνης που συνδέεται με τις φυλετικές ορμόνες [SHBG] και των λιποπρωτεϊνών), τις παραμέτρους του μεταβολισμού των υδατανθράκων, την πηκτικότητα του αίματος και την ινωδογονόλυση. Σε κάποιο βαθμό, η φύση και η έκταση των αλλαγών αυτών εξαρτάται από τον τύπο και τη δόση των ορμονών, που χρησιμοποιούνται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LABOUS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SIDE_EFFECTS
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10,000 έως <1/1,000) Πολύ σπάνιες (<1/10,000) Άγνωστες (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία).
Σε κλινικές μελέτες, η αιμορραγία και ο σχηματισμός κηλίδων μεταξύ των περιόδων, η κεφαλαλγία και ο πόνος στους μαστούς αναφέρθηκαν ως οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (>20%) μετά τη λήψη 0,03 αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg χλωρμαδινόνης Η ακανόνιστη απώλεια αίματος συνήθως μειώνεται με τη συνέχιση της πρόσληψης χλωρμαδινόνης/αιθινυλοιστραδιόλης.
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν μετά τη λήψη 0,03 αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg χλωρμαδινόνης σε κλινική μελέτη σε 1.629 γυναίκες.
Σύστημα του οργανισμού Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνι ες Διαταραχές του ανοσοποιητ ικού συστήματος Υπερευαισθησία σε φάρμακο συμπεριλαμβανομέ νων αλλεργικών δερματικών αντιδράσεων Ψυχιατρικές διαταραχές Καταθλιπτική διάθεση, νευρικότητα Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη, ημικρανία (και/ή επιδείνωσή της) Οφθαλμικές διαταραχές Διαταραχές όρασης Επιπεφυκίτιδα , δυσανεξία στους φακούς επαφής Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Αιφνίδια απώλεια ακοής, εμβοές Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση, υπόταση, κυκλοφορική κατέρρειψη, κιρσοί, φλεβική θρόμβωση Διαταραχές του γαστρεντερι κού Ναυτία Έμετος Κοιλιακό άλγος, διάταση της κοιλίας, διάρροια Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Ακμή Διαταραχές μελάγχρωσης, χλόασμα, αλλωπεκία, ξηροδερμία Κνίδωση, έκζεμα, ερύθημα, κνησμός, επιδείνωση της ψωρίασης, υπερτρίχωση Οζώδε ς ερύθημ α Διαταραχές του μυοσκελετι κού συστήματος και του συνδετικού ιστού Καρηβαρία Οσφυαλγία, μυϊκές διαταραχές Διαταραχές του αναπαραγω γικού συστήματος και του μαστού Κολπική έκκριση, δυσμηνόρρο ια, αμηνόρροια Χαμηλό κοιλιακό Άλγος κάτω κοιλιακής χώρας Γαλακτόρροια, ινοαδένωμα μαστού, κολπική καντιντίαση Υπερτροφία Διόγκωση μαστού, αιδοιοκολπίτι da, μηνορραγία, προεμμηνορρυ σιακό σύνδρομο Γενικές Ευερεθιστότη Μειωμένη Αυξημένη διαταραχές και καταστάσει ς της οδού χορήγησης τα,κόπωση, οίδημα, αύξηση σωματικού βάρους γενετήσια ορμή, υπεριδρωσία όρεξη Παρακλινικ ές εξετάσεις Αύξηση αρτηριακής πίεσης Αλλαγές των λιπιδίων του αίματος (περιλαμβανομένη ς υπερτριγλυκεριδαι μίας)
Οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε γυναίκες που χρησιμοποιούν συνδυασμένα αντισυλληπτικά από το στόμα, συμπεριλαμβανομένων 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg οξικής χλωρμαδινόνης:
- Η χρήση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικών και αρτηριακών θρομβοεμβολών (π.χ. φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα του μυοκαρδίου). Ο κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω από επιπλέον παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.4)
- Σε αρκετές μελέτες με μακροχρόνια χρήση ΑΣΑ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος νόσου των χοληφόρων.
- Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της χρήσης ορμονικών αντισυλληπτικών, έχουν αναφερθεί καλοήθεις, και ακόμη σε πιο σπάνιες περιπτώσεις, κακοήθεις όγκοι του ήπατος. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οι όγκοι αυτοί οδήγησαν σε απειλητική για τη ζωή ενδοκοιλιακή αιμορραγία (βλ. παράγραφο 4.4).
- Παρόξυνση χρόνιας φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (νόσου του Crohn και ελκώδους κολίτιδας, βλ. παράγραφο 4.4).
Για επιπλέον σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως καρκίνος του τραχήλου ή των μαστών, βλ. παράγραφο 4.4.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LABOUS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Το Labous αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Πριν ξεκινήσει η χρήση του φαρμακευτικού αυτού προϊόντος, πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κυήσεως. Εάν συμβεί κύηση κατά τη διάρκεια της αγωγής με το Labous, η χορήγηση του προϊόντος πρέπει να διακοπεί αμέσως. Μέχρι στιγμής, από τις περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες δεν προέκυψαν κλινικά δεδομένα τερατογόνου και εμβρυοτοξικής δράσης όταν τα οιστρογόνα ληφθούν κατά τη διάρκεια της κυήσεως σε συνδυασμό με προγεσταγόνα σε παρόμοιες δοσολογίες με εκείνες που περιέχει το Labous. Αν και από μελέτες σε πειραματόζωα έχει προκύψει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3), από κλινικά δεδομένα περισσότερων από 330 κυήσεων, που εκτέθηκαν στο προϊόν, δεν προέκυψαν ενδείξεις εμβρυοτοξικής δράσης της οξικής χλωρμαδινόνης.
Θηλασμός
Η γαλουχία μπορεί να επηρεασθεί από τη λήψη οιστρογόνων, καθώς τα οιστρογόνα μπορούν να αλλάξουν την ποσότητα και τη σύσταση του μητρικού γάλακτος. Μικρές ποσότητες αντισυλληπτικών στεροειδών και/ή οι μεταβολίτες τους μπορεί να εκκριθούν στο γάλα και μπορεί να επηρεάσουν το νεογνό. Επομένως, το Labous δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LABOUS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
PHARMACODYNAMICS
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προγεσταγόνα και οιστρογόνα, σταθεροί συνδυασμοί, κωδικός ATC: G03AA15.
Η συνεχόμενη χρήση του Labous επί 21 ημέρες οδηγεί σε αναστολή της έκκρισης ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) και ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) από την υπόφυση και σε επακόλουθη αναστολή της ωορρηξίας. Το ενδομήτριο διογκώνεται βαθμιαία και αλλάζουν οι εκκρίσεις του. Η σύσταση της βλέννας του τραχήλου μεταβάλλεται. Με τον τρόπο αυτό αναστέλλεται η μετακίνηση του σπέρματος διαμέσου του τραχήλου και η μεταβολή της κινητικότητας του σπέρματος.
Η ελάχιστη ημερήσια δόση οξικής χλωρμαδινόνης που απαιτείται για την πλήρη αναστολή της ωορρηξίας είναι 1,7 mg. Η πλήρης δόση μετασχηματισμού που απαιτείται είναι 25 mg ανά κύκλο.
Η οξική χλωρμαδινόνη είναι ένα αντιανδρογόνο προγεσταγόνο. Η δράση της βασίζεται στην ικανότητα εκτόπισης ανδρογόνων από τον υποδοχέα τους.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε κλινικές μελέτες όπου χρησιμοποιήθηκαν 0,030 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg οξικής χλωρμαδινόνης οι οποίες ελέγχθηκαν για μέχρι 2 χρόνια σε 1.655 γυναίκες και περισσότερους από 22.000 κύκλους εμμηνορρυσίας, παρατηρήθηκαν δώδεκα κυήσεις. Κατά την περίοδο της σύλληψης, σε 7 γυναίκες παρατηρήθηκαν είτε σφάλματα στη λήψη, συνυπάρχουσες νόσοι που προκάλεσαν ναυτία ή έμετο ή που έπαιρναν ταυτόχρονα φάρμακα, τα οποία ήταν γνωστό ότι μειώνουν την αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών.
Αριθμός κυήσεων Δείκτης Pearl 95% όριο αξιοπιστίας Τυπική χρήση 12 0,698 [0,389; 1,183] Χρήση χωρίς σφάλματα 5 0,291 [0,115; 0,650]
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LABOUS
expand_more
Φαρμακοκινητική
PHARMACOKINETICS
Οξική χλωρμαδινόνη (CMA)
Απορρόφηση
Η από του στόματος χορηγούμενη CMA απορροφάται ταχέως και σχεδόν ολοκληρωτικά. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητά της CMA είναι υψηλή καθώς δεν υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φθάνουν σε μέγιστα επίπεδα μετά από 1-2 ώρες.
Κατανομή
Η CMA δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες, σε ποσοστό άνω του 95%. Η CMA δεν έχει συγγένεια δέσμευσης με τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (SHBG) ή την σφαιρίνη που δεσμεύει τα κορτικοειδή (CBG). Η CMA αποθηκεύεται κυρίως στον λιπώδη ιστό.
Βιομετασχηματισμός Μεταβολισμός
Διάφορες διαδικασίες αναγωγής και οξείδωσης και σύζευξης με γλυκουρονίδια και θειϊκά άλατα οδηγούν σε πολλούς μεταβολίτες. Οι κύριοι μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα είναι οι 3α- και 3β-υδροξυ-CMA, των οποίων οι χρόνοι ημίσειας ζωής δε διαφέρουν σημαντικά από εκείνους των CMA, που δεν έχουν υποβληθεί σε μεταβολισμό. Οι 3-υδροξυ μεταβολίτες έχουν παρόμοια αντιανδρογόνο δράση με την ίδια της CMA. Οι μεταβολίτες εμφανίζονται στα ούρα κυρίως ως συζευγμένες ενώσεις. Μετά από ενζυμική διάσπαση ο κύριος μεταβολίτης είναι η 2α-υδροξυ-CMA καθώς και οι 3-υδροξυ και οι 2-υδροξυ μεταβολίτες.
Αποβολή
Η CMA απομακρύνεται από το πλάσμα με μέσο χρόνο ημιζωής περίπου 34 ώρες (μετά από εφάπαξ δόση) και περίπου 36-39 ώρες (μετά από πολλαπλές δόσεις). Μετά την από του στόματος χορήγηση, η CMA και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται περίπου σε ίσες ποσότητες διαμέσου των νεφρών και των κοπράνων.
Αιθινυλοιστραδιόλη (ΕΕ)
Απορρόφηση
Η από του στόματος χορηγούμενη ΕΕ απορροφάται ταχέως και σχεδόν ολοκληρωτικά. Τα μέσα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιταχύνονται μετά από 1,5 ώρες. Εξαιτίας της προσυστηματικής σύζευξης και του μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου μόνο 40% και υπόκειται σε σημαντική διακύμανση μεταξύ των ατόμων (20-65%).
Κατανομή
Οι συγκεντρώσεις της ΕΕ στο πλάσμα, που περιγράφονται στη βιβλιογραφία, ποικίλλουν κατά πολύ. Η ΕΕ συνδέεται κατά περίπου 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, σχεδόν αποκλειστικά με τη λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός Μεταβολισμός
Όπως τα φυσικά οιστρογόνα, η ΕΕ βιομετατρέπεται με υδροξυλίωση (καταλύεται από το κυτόχρωμα Ρ-450) στον αρωματικό δακτύλιο. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 2-υδροξυ-ΕΕ που βιομετατρέπεται σε επιπλέον μεταβολίτες και συζευγμένες ενώσεις. Η ΕΕ υπόκειται σε προσυστηματική σύζευξη τόσο στο βλεννογόνο του λεπτού εντέρου όσο και στο ήπαρ. Στα ούρα έχουν εντοπισθεί κυρίως γλυκουρονίδια και στη χολή και στο πλάσμα κυρίως θειϊκά άλατα.
Αποβολή
Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα της ΕΕ είναι περίπου 12-14 ώρες. Η ΕΕ απεκκρίνεται μέσω της νεφρικής οδού και στα κόπρανα σε αναλογία 2:3. Η θειική ΕΕ που απεκκρίνεται στη χολή, υποβάλλεται σε εντεροηπατική κυκλοφορία μετά από υδρόλυση από τα εντερικά βακτήρια.
ΕΟΦ · 6.5.2.4
Προγεσταγόνα ή προγεστερινοειδή
expand_more
Προγεσταγόνα ή προγεστερινοειδή
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αιθινυλαιστραδιόλη είναι ένα συνθετικό οιστρογόνο που μειώνει την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH) για να μειώσει την αγγείωση του ενδομητρίου, και μειώνει τη γοναδοτρόπο ορμόνη για να αποτρέψει την ωορρηξία. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης καθώς λαμβάνεται μία φορά την ημέρα και μεγάλο θεραπευτικό εύρος, καθώς οι υπερδοσολογίες γενικά δεν συνδέονται με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με τους κινδύνους θρομβωτικών συμβαμάτων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αιθινυλαιστραδιόλη είναι μια συνθετική οιστρογονική ένωση. Η χρήση οιστρογόνων έχει μια σειρά επιπτώσεων στον οργανισμό, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της οστικής πυκνότητας. Τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά καταστέλλουν την ωορρηξία μέσω της καταστολής της γοναδοτρόπου ορμόνης, πύκνωσης του τραχηλικού βλέννας για την πρόληψη της κίνησης των σπερματοζωαρίων και πρόληψης των αλλαγών στο ενδομήτριο που απαιτούνται για την εμφύτευση ενός γονιμοποιημένου ωαρίου. Η αιθινυλαιστραδιόλη μειώνει την ωχρινοτρόπο ορμόνη, μειώνοντας την αγγείωση στο ενδομήτριο. Επίσης, αυξάνει τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου.
Τα ενδογενή οιστρογόνα είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα για την ανάπτυξη και τη συντήρηση του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος και των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου. Παρόλο που τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα υπάρχουν σε μια δυναμική ισορροπία μεταβολικών αλληλομετατροπών, η εστραδιόλη είναι το κύριο ενδοκυτταρικό ανθρώπινο οιστρογόνο και είναι σημαντικά πιο δραστικό σε επίπεδο υποδοχέα από τους μεταβολίτες της, την οιστρόνη και την οιστριόλη. … Μετά την εμμηνόπαυση, τα περισσότερα ενδογενή οιστρογόνα παράγονται από τη μετατροπή της ανδροστενδιόνης, που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων, σε οιστρόνη από τα περιφερικά ιστούς. Έτσι, η οιστρόνη και η συζευγμένη της μορφή, η οιστρόνη-θειικό άλας, είναι τα πιο άφθονα κυκλοφορούντα οιστρογόνα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Οι φαρμακολογικές επιδράσεις της αιθινυλαιστραδιόλης είναι παρόμοιες με αυτές των ενδογενών οιστρογόνων. Τα οιστρογόνα δρουν μέσω δέσμευσης σε πυρηνικούς υποδοχείς σε οιστρογονικά ευαίσθητους ιστούς. Μέχρι σήμερα, έχουν αναγνωριστεί δύο οιστρογονικοί υποδοχείς. Αυτοί ποικίλλουν σε αναλογία από ιστό σε ιστό. Τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα ρυθμίζουν την έκκριση των γοναδοτροπινών από την υπόφυση, της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) μέσω ενός μηχανισμού αρνητικής ανάδρασης. Τα οιστρογόνα δρουν μειώνοντας τα αυξημένα επίπεδα αυτών των ορμονών που παρατηρούνται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Τα οιστρογόνα έχουν σημαντικό ρόλο στα αναπαραγωγικά, σκελετικά, καρδιαγγειακά και στο κεντρικό νευρικό σύστημα στις γυναίκες, και δρουν κυρίως ρυθμίζοντας την γονιδιακή έκφραση. Η βιολογική απόκριση ξεκινά όταν το οιστρογόνο συνδέεται με ένα πεδίο δέσμευσης γονιδίου του οιστρογονικού υποδοχέα, προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή που οδηγεί σε μεταγραφή γονιδίου μέσω συγκεκριμένων στοιχείων απόκρισης οιστρογόνου (ERE) των προαγωγέων γονιδίων-στόχων. Η επακόλουθη ενεργοποίηση ή καταστολή του γονιδίου-στόχου διαμεσολαβείται μέσω 2 διακριτών πεδίων ενεργοποίησης (δηλαδή, AF-1 και AF-2) του υποδοχέα. Ο οιστρογονικός υποδοχέας διαμεσολαβεί επίσης την γονιδιακή μεταγραφή χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία απόκρισης (δηλαδή, AP-1) και άλλες οδούς σηματοδότησης. Πρόσφατες εξελίξεις στη μοριακή φαρμακολογία των οιστρογόνων και των οιστρογονικών υποδοχέων οδήγησαν στην ανάπτυξη εκλεκτικών τροποποιητών οιστρογονικών υποδοχέων (π.χ., κλομιφαίνη, ραλοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη, τορεμιφαίνη), παραγόντων που συνδέονται και ενεργοποιούν τον οιστρογονικό υποδοχέα, αλλά που παρουσιάζουν ιστο-ειδικές επιδράσεις διαφορετικές από αυτές των οιστρογόνων. Η ιστο-ειδική οιστρογονική-αγωνιστική ή -ανταγωνιστική δράση αυτών των φαρμάκων φαίνεται να σχετίζεται με δομικές διαφορές στο σύμπλοκο οιστρογονικού υποδοχέα τους (δηλαδή, ειδικά η επιφανειακή τοπογραφία του AF-2 για τη ραλοξιφαίνη) σε σύγκριση με το σύμπλοκο οιστρογόνου (εστραδιόλη)-οιστρογονικού υποδοχέα. Ένας δεύτερος οιστρογονικός υποδοχέας έχει επίσης αναγνωριστεί, και η ύπαρξη τουλάχιστον 2 οιστρογονικών υποδοχέων (ER-άλφα, ER-βήτα) μπορεί να συμβάλει στην ιστο-ειδική δράση των εκλεκτικών τροποποιητών. Ενώ ο ρόλος του οιστρογονικού υποδοχέα στα οστά, τον καρδιαγγειακό ιστό και το ΚΝΣ συνεχίζει να μελετάται, τα αναδυόμενα στοιχεία δείχνουν ότι ο μηχανισμός δράσης των οιστρογονικών υποδοχέων σε αυτούς τους ιστούς διαφέρει από τον τρόπο λειτουργίας των οιστρογονικών υποδοχέων στον αναπαραγωγικό ιστό.
Ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες που συνδέονται με κυτταρόπλασμα για τα οιστρογόνα έχουν αναγνωριστεί σε οιστρογονικά ευαίσθητους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των γυναικείων γεννητικών οργάνων, του μαστού, της υπόφυσης και του υποθαλάμου. Το σύμπλοκο οιστρογόνου-δεσμευτικής πρωτεΐνης (δηλαδή, κυτταρόπλασμα-δεσμευτική πρωτεΐνη και οιστρογόνο) διανέμεται στον πυρήνα του κυττάρου όπου διεγείρει τη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών. Η παρουσία αυτών των πρωτεϊνών υποδοχέων είναι υπεύθυνη για την ανακουφιστική απόκριση στη θεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού.
Τα οιστρογόνα έχουν γενικά ευεργετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης και φωσφολιπιδίων στο αίμα. Τα οιστρογόνα μειώνουν την LDL-χοληστερόλη και αυξάνουν τις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης με τρόπο που εξαρτάται από τη δόση. Η μείωση των συγκεντρώσεων LDL-χοληστερόλης που σχετίζεται με τη θεραπεία με οιστρογόνα φαίνεται να οφείλεται στην αυξημένη καταβολισμό της LDL, ενώ η αύξηση των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων προκαλείται από αυξημένη παραγωγή μεγάλων, πλούσιων σε τριγλυκερίδια, λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης HDL στον ορό φαίνεται να οφείλονται κυρίως σε αύξηση της περιεκτικότητας σε χοληστερόλη και απολιποπρωτεΐνη Α-1 των HDL2 και σε μια ελαφρά αύξηση της χοληστερόλης HDL3.
Για περισσότερα δεδομένα σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρες) για την ETHINYLESTRADIOL (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 30µg αιθινυλαιστραδιόλης φτάνει σε Cmax 74.1±35.6pg/mL, με Tmax 1.5±0.5h, και AUC 487.4±166.6pgh/mL. Μια δόση 1.2mg που χορηγείται μέσω επιθέματος φτάνει σε Cmax 28.8±10.3pg/mL, με Tmax 86±31h, και AUC 3895±1423pgh/mL.
Η αιθινυλαιστραδιόλη αποβάλλεται κατά 59.2% στα ούρα και τη χολή, ενώ 2-3% αποβάλλεται στα κόπρανα. Πάνω από το 90% της αιθινυλαιστραδιόλης αποβάλλεται ως αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Μια από του στόματος δόση 30µg έχει φαινόμενο όγκο κατανομής 625.3±228.7L και μια τοπική δόση 1.2mg έχει φαινόμενο όγκο κατανομής 11745.3±15934.8L.
Η αιθινυλαιστραδιόλη έχει ενδοφλέβια κάθαρση 16.47L/h, και εκτιμώμενη νεφρική κάθαρση περίπου 2.1L/h. Μια από του στόματος δόση 30µg έχει κάθαρση 58.0±19.8L/h και μια τοπική δόση 1.2mg έχει κάθαρση 303.5±100.5L/h.
Η αιθινυλαιστραδιόλη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Όταν οι χαμηλότερες και υψηλότερες δόσεις δισκίων, 0.100 mg δεσογεστρέλης/0.025 mg αιθινυλαιστραδιόλης και 0.150 mg δεσογεστρέλης/0.025 mg αιθινυλαιστραδιόλης, συγκρίθηκαν με διάλυμα, η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της αιθινυλαιστραδιόλης ήταν 92% και 98%, αντίστοιχα.
Η κατανομή των εξωγενών οιστρογόνων είναι παρόμοια με αυτή των ενδογενών οιστρογόνων. Τα οιστρογόνα κατανέμονται ευρέως στον οργανισμό και γενικά βρίσκονται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στους στοχευμένους ιστούς των ορμονών του φύλου. Η αιθινυλαιστραδιόλη κυκλοφορεί στο αίμα σε μεγάλο βαθμό δεσμευμένη στην… αλβουμίνη. … Παρόλο που η αιθινυλαιστραδιόλη δεν συνδέεται με την SHBG, επάγει τη σύνθεση της SHBG.
Η εστραδιόλη, η οιστρόνη και η οιστριόλη απεκκρίνονται στα ούρα μαζί με γλυκουρονιδικές και θειικές συζεύξεις.
25 υγιείς γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν είχαν χρησιμοποιήσει προηγουμένως στεροειδή από του στόματος αντισυλληπτικά, έλαβαν κάθε μία ένα μεμονωμένο δισκίο που περιείχε 50, 80 ή 100 μg μεστρανολίου ή 50 ή 80 μg αιθινυλαιστραδιόλης. Δείγματα αίματος λήφθηκαν πριν τη λήψη των δισκίων και σε διαστήματα 1, 2, 4 και 24 ωρών μετά. Χρησιμοποιήθηκε αντίσωμα κατά της αιθινυλαιστραδιόλης σε αρχική αραίωση 1 προς 100.000. Λεπτομέρειες των τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν δίνονται. Με την αιθινυλαιστραδιόλη, η δειγματοληψία στις 1 ώρα έδωσε τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα. Στις 24 ώρες, το επίπεδο στο πλάσμα δεν ήταν ανιχνεύσιμο σε 4 από 5 υποκείμενα που έλαβαν 50 μg ή σε 1 από 5 που έλαβαν 80 μg. Με τη μεστρανόλη, η καμπύλη εξαφάνισης ήταν πιο μεταβλητή, με τα μέγιστα επίπεδα συνήθως στις 2 ώρες αλλά περιστασιακά στις 4 ώρες. Σε όλες τις 3 δόσεις μεστρανολίου, βρέθηκαν μετρήσιμα επίπεδα αιθινυλαιστραδιόλης στον ορό στις 24 ώρες. Αυτά τα επίπεδα επιτεύχθηκαν πιο αργά και ήταν χαμηλότερα από ό,τι όταν χορηγήθηκε αιθινυλαιστραδιόλη. Σε αντίθεση με τα φυσικά οιστρογόνα, η αιθινυλαιστραδιόλη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος κυρίως μέσω μη ειδικής δέσμευσης και επομένως είναι λιγότερο πιθανό να επηρεάσει τον μεταβολισμό των αιθινυλαιστρογόνων από ό,τι τα ενδογενή στεροειδή. Επίσης, σημαντικές ποσότητες αιθινυλαιστραδιόλης δόθηκαν. Σε αντίθεση με τα φυσικά οιστρογόνα, αιθινυλαιστραδιόλη, τα οιστρογόνα δεσμεύονται. Οι φαρμακοκινητικές των αιθινυλαιστρογόνων διαφέρουν από αυτές των φυσικών οιστρογόνων. Αυτό περιπλέκει την ερμηνεία των μετρήσεων οιστρόνης και εστραδιόλης στο πλάσμα ή στα ούρα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την ETHINYLESTRADIOL (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
Η αιθινυλαιστραδιόλη δεσμεύεται κατά 98.3-98.5% στην αλβουμίνη του ορού, αλλά παρουσιάζει επίσης δέσμευση στη σφαιρίνη των ορμονών του φύλου (SHBG).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αιθινυλαιστραδιόλη μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση από UGT1A1, UGT1A3, UGT1A4, UGT1A9 και UGT2B7. Η αιθινυλαιστραδιόλη υφίσταται επίσης θείωση από SULT1A1, SULT1A3 και SULT1E1. Η αιθινυλαιστραδιόλη μπορεί επίσης να υδροξυλιωθεί στις θέσεις 2, 4, 6, 7 και 16 από CYP3A4, CYP3A5, CYP2C8, CYP2C9 και CYP1A2. Αυτοί οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες μπορούν να μεθυλιωθούν από την κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση (COMT). Οι μεθοξυ-μεταβολίτες μπορούν με τη σειρά τους να θειωθούν ή να γλυκουρονιδωθούν.
Τα εξωγενή οιστρογόνα μεταβολίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα υπάρχουν σε μια δυναμική ισορροπία μεταβολικών αλληλομετατροπών. Αυτοί οι μετασχηματισμοί λαμβάνουν χώρα κυρίως στο ήπαρ. Η εστραδιόλη μετατρέπεται αναστρέψιμα σε οιστρόνη, και οι δύο μπορούν να μετατραπούν σε οιστριόλη, η οποία είναι ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Τα οιστρογόνα υφίστανται επίσης εντεροηπατική ανακυκλοφορία μέσω σύζευξης με θειικό άλας και γλυκουρονίδιο στο ήπαρ, χολικής έκκρισης των συζεύξεων στο έντερο, και υδρόλυσης στο έντερο ακολουθούμενης από επαναρρόφηση. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ένα σημαντικό ποσοστό των κυκλοφορούντων οιστρογόνων υπάρχει ως θειικές συζεύξεις, ειδικά η οιστρόνη-θειικό άλας, η οποία λειτουργεί ως κυκλοφορούν απόθεμα για το σχηματισμό πιο δραστικών οιστρογόνων.
Η αιθινυλαιστραδιόλη μεταβολίζεται εκτενώς, τόσο με οξείδωση όσο και με σύζευξη με θειικό άλας και γλυκουρονίδιο. Τα θειικά άλατα είναι οι κύριες κυκλοφορούσες συζεύξεις της αιθινυλαιστραδιόλης και τα γλυκουρονίδια υπερισχύουν στα ούρα. Ο κύριος οξειδωτικός μεταβολίτης είναι η 2-υδροξυ-αιθινυλαιστραδιόλη, που σχηματίζεται από την ισομορφή CYP3A4 της κυτοχρωμικής P450. Μέρος του μεταβολισμού πρώτης διόδου της αιθινυλαιστραδιόλης πιστεύεται ότι συμβαίνει στον βλεννογόνο του γαστρεντερικού σωλήνα. Η αιθινυλαιστραδιόλη μπορεί να υποστεί εντεροηπατική ανακυκλοφορία.
Η αιθινυλαιστραδιόλη κάθαρσης είναι πολύ πιο αργή … λόγω μειωμένου ηπατικού μεταβολισμού.
Μελέτες για το μεταβολισμό της αιθινυλαιστραδιόλης έχουν διεξαχθεί σε αρουραίους, κουνέλια, ινδικά χοιρίδια, σκύλους και πιθήκους. Απορροφάται πολύ γρήγορα και αποτελεσματικά από το έντερο των αρουραίων· δεν αναφέρεται καμία αξιόλογη μεταβολική μετατροπή κατά τη διαδικασία απορρόφησης. Η κύρια μεταβολική οδός της αιθινυλαιστραδιόλης σε αρουραίους είναι η αρωματική 2-υδροξυλίωση· οι υδροξυλιώσεις στον δακτύλιο Β (C-6/C-7) είναι μικρής σημασίας. Το ήπαρ των αρουραίων σχηματίζει 2-υδροξυαιθινυλαιστραδιόλη και τους μεθυλαιθέρες της, 2-μεθοξυαιθινυλαιστραδιόλη και 2-υδροξυαιθινυλαιστραδιόλη-3-μεθυλ αιθέρα, ως κύρια μεταβολικά προϊόντα. Αυτή η οδός είναι επίσης σημαντική στους ανθρώπους. Οι μεταβολίτες της αιθινυλαιστραδιόλης σε αρουραίους απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά στα κόπρανα.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρες) για την ETHINYLESTRADIOL (10 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Η αιθινυλαιστραδιόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 17-Αιθινυλ-13-μεθυλ-7,8,9,11,12,14,15,16-οκταϋδρο-6H-κυκλοπεντα[α]φαινανθρεν-2,3,17-τριόλη και 17-Αιθινυλ-13-μεθυλ-7,8,9,11,12,14,15,16-οκταϋδρο-6H-κυκλοπεντα[α]φαινανθρεν-3,4,17-τριόλη.
Η αιθινυλαιστραδιόλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της μεστρανολής.
Ηπατικός. Ποσοτικά, η κύρια μεταβολική οδός για την αιθινυλαιστραδιόλη, τόσο σε αρουραίους όσο και σε ανθρώπους, είναι η αρωματική υδροξυλίωση, όπως συμβαίνει και με τα φυσικά οιστρογόνα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μια από του στόματος δόση 30µg έχει χρόνο ημίσειας ζωής 8.4±4.8h και μια τοπική δόση 1.2mg έχει χρόνο ημίσειας ζωής 27.7±34.2h.
Η φαρμακοκινητική της 19-νορ-17 α-πρεγνα-1,3,5(10)-τριεν-20-υίνη-3,17-διόλης (αιθινυλαιστραδιόλη, Progynon C) (EE2) μελετήθηκε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 0.1 ή 0.01 mg/kg και μετά από ενδογαστρική χορήγηση 1 mg/kg σε θηλυκούς αρουραίους, κουνέλια, σκύλους beagle, πιθήκους rhesus και baboons. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η διαθεσιμότητα αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα ήταν διφασική με αρχικούς χρόνους ημίσειας ζωής μεταξύ 0.3 και 0.5 ώρες και τελικούς χρόνους ημίσειας ζωής μεταξύ 2.3 και 3.0 ώρες. Η συνολική κάθαρση του πλάσματος ήταν της ίδιας τάξης μεγέθους με τη συνολική ροή αίματος στο ήπαρ ή και υψηλότερη (αρουραίος), υποδεικνύοντας ταχεία βιομετατροπή του οιστρογόνου στο ήπαρ. Η συστημική διαθεσιμότητα της ενδογαστρικής EE2 ανερχόταν σε 3% σε αρουραίο, 0.3% σε κουνέλι, 9% σε σκύλο, 0.6% σε πιθήκους rhesus και 2% σε baboon και ήταν σημαντικά χαμηλότερη από ό,τι στους ανθρώπους (40%). Οι διαφορές στις φαρμακοκινητικές και στη συστημική διαθεσιμότητα της EE2 μεταξύ εργαστηριακών ζώων και ανθρώπων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αναδρομική ερμηνεία φαρμακολογικών και τοξικολογικών δεδομένων και κατά το σχεδιασμό νέων μελετών.
… Ο χρόνος ημίσειας ζωής της φάσης αποβολής έχει αναφερθεί … να είναι 13 έως 27 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Από του στόματος αντισυλληπτικά που οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους σε ορμονικές παρασκευές.
- Ενώσεις που αλληλεπιδρούν με τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ σε ιστούς-στόχους για να επιφέρουν επιδράσεις παρόμοιες με αυτές της ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗΣ. Τα οιστρογόνα διεγείρουν τα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα και την ανάπτυξη δευτερογενών ΘΗΛΥΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ. Οι οιστρογονικές χημικές ουσίες περιλαμβάνουν φυσικές, συνθετικές, στεροειδείς ή μη στεροειδείς ενώσεις.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
423D2T571U
ΕΘΙΝΥΛ ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Οιστρογόνο
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η αιθινυλαιστραδιόλη είναι ένα Οιστρογόνο. Ο μηχανισμός δράσης της αιθινυλαιστραδιόλης είναι ως Αγωνιστής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Από του στόματος αντισυλληπτικά που οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους σε ορμονικές παρασκευές.
- Ενώσεις που αλληλεπιδρούν με τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ σε ιστούς-στόχους για να επιφέρουν επιδράσεις παρόμοιες με αυτές της ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗΣ. Τα οιστρογόνα διεγείρουν τα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα και την ανάπτυξη δευτερογενών ΘΗΛΥΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ. Οι οιστρογονικές χημικές ουσίες περιλαμβάνουν φυσικές, συνθετικές, στεροειδείς ή μη στεροειδείς ενώσεις.