FELODIPINE
Φελοδιπίνη
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, Παράγωγα διϋδροπυριδίνης, κωδικός ATC: C08CA02.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: το πρωί, χωρίς τροφή ή μετά από ένα ελαφρύ γεύμα που δεν είναι πλούσιο σε λιπαρές ουσίες ή υδατάνθρακες
- Δόση έναρξης: 5 mg μια φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς, η δοσολογία μπορεί, όπου εφαρμόζεται, να μειωθεί σε 2,5 mg ή να αυξηθεί σε 10 mg ημερησίως.
-
Ενήλικες (Υπέρταση)Δόση5 mg μια φορά την ημέραΜέγ. δόση10 mg ημερησίωςΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Μπορεί να μειωθεί σε 2,5 mg. Εάν είναι ανάγκη, μπορεί να προστεθεί άλλος αντιυπερτασικός παράγοντας. Συνήθης δόση συντήρησης: 5 mg μια φορά την ημέρα.
-
Ενήλικες (Στηθάγχη)Δόση5 mg μια φορά την ημέραΜέγ. δόση10 mg μια φορά την ημέραΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, να αυξηθεί σε 10 mg μια φορά την ημέρα.
-
ΗλικιωμένοιΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχική θεραπεία με τη χαμηλότερη δυνατή δόση.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜπορεί να έχουν αυξημένες συγκεντρώσεις φελοδιπίνης στο πλάσμα και να ανταποκρίνονται σε χαμηλότερες δόσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠεριορισμένη εμπειρία από κλινικές δοκιμές (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Κακοήθης υπέρτασηΗ αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχει μελετηθεί
-
Υπόταση και ταχυκαρδίαΜπορεί να προκαλέσει σημαντική υπόταση με επακόλουθη ταχυκαρδία
-
Ισχαιμία του μυοκαρδίουΠληθυσμόςευαίσθητους ασθενείςΜπορεί να οδηγήσει σε ισχαιμία του μυοκαρδίου
-
Μειωμένη ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με σαφώς μειωμένη ηπατική λειτουργίαΑναμένονται υψηλότερες θεραπευτικές συγκεντρώσεις και απόκριση
-
Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς/επαγωγείς CYP3A4αντένδειξηΤέτοιοι συνδυασμοί πρέπει να αποφεύγονται
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
ΚικέλαιοΜπορεί να προκαλέσει στομαχική διαταραχή και διάρροια
-
Υπερπλασία των ούλωνΠληθυσμόςασθενείς με εμφανή ουλίτιδα/περιοδοντίτιδαΜπορεί να αποφευχθεί ή να αντιστραφεί με προσεκτική στοματική υγιεινή
-
Περιεκτικότητα ΝατρίουΛιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο. Ελεύθερο νατρίου
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, σιμετιδίνη, κετοκοναζόλη, αντι-HIV, αναστολείς πρωτεασών (ριτοναβίρη), χυμός γκρέιπφρουτ)αντένδειξηΑύξηση στα επίπεδα της φελοδιπίνης στο πλάσμα (Cmax και AUC αυξήθηκαν κατά οκτώ και έξι φορές με ιτρακοναζόλη, περίπου 2,5 φορές με ερυθρομυκίνη, περίπου 55% με σιμετιδίνη).ΣύστασηΟ συνδυασμός με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται. Σε περίπτωση κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών, προσαρμογή της δόσης της φελοδιπίνης ή/και διακοπή της χορήγησης του αναστολέα του CYP3A4. Τα δισκία φελοδιπίνης δεν πρέπει να λαμβάνονται μαζί με χυμό γκρέιπφρουτ.
-
Επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, Hypericum perforatum)αντένδειξηΜείωση των συγκεντρώσεων της φελοδιπίνης στο πλάσμα (Cmax και AUC μειώθηκαν κατά 82% και 96% με καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη ή φαινοβαρβιτάλη).ΣύστασηΟ συνδυασμός με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται. Σε περίπτωση έλλειψης επάρκειας, προσαρμογή στη δόση της φελοδιπίνης ή/και διακοπή της χορήγησης του επαγωγέα του CYP3A4.
-
παρακολούθησηΗ φελοδιπίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του τακρόλιμους.ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του τακρόλιμους στο πλάσμα και πιθανόν να χρειασθεί προσαρμογή της δόσης του τακρόλιμους.
-
προσοχήΗ φελοδιπίνη δεν επηρεάζει τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Έξαψη
- Υπόταση
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Υπερπλασία των ούλων
- Ουλίτιδα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Συχνουρία
- Ανικανότητα
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ., αγγειο-οίδημα, πυρετός)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ., αγγειο-οίδημα, πυρετός)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείταιΣε μη κλινικές μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου, οι οποίες θεωρήθηκαν ότι αποδίδονται στη φαρμακολογική δράση της φελοδιπίνης.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΗ φελοδιπίνη ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα, και εξαιτίας ανεπάρκειας των δεδομένων σχετικά με την δυνητική επίδραση στο βρέφος, η θεραπεία δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της φελοδιπίνης στη γονιμότητα των ασθενών. Σε μία μη κλινική μελέτη αναπαραγωγής σε αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα), παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου, αλλά καμία επίδραση στη γονιμότητα σε επίπεδα δόσεων που προσέγγιζαν τις θεραπευτικές δόσεις.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, Παράγωγα διϋδροπυριδίνης, κωδικός ATC: C08CA02.
Μηχανισμός δράσης
Η φελοδιπίνη είναι ένας αγγειοεκλεκτικός ανταγωνιστής ασβεστίου, ο οποίος μειώνει την αρτηριακή πίεση με το να μειώνει τη συστηματική αγγειακή αντίσταση. Λόγω του υψηλού βαθμού εκλεκτικότητας για τις λείες μυϊκές ίνες των αρτηριολίων, η φελοδιπίνη σε θεραπευτικές δόσεις δεν έχει άμεση δράση είτε στην καρδιακή συσταλτικότητα είτε στην καρδιακή αγωγιμότητα. Λόγω του ότι δεν υπάρχει καμία επίδραση στους λείους μυς των φλεβικών τοιχωμάτων ή στον αδρενεργικό αγγειοκινητικό έλεγχο, η φελοδιπίνη δε συνδέεται με ορθοστατική υπόταση. Η φελοδιπίνη διαθέτει μία ήπια νατριουρητική/διουρητική δράση και επομένως δεν παρατηρείται κατακράτηση υγρών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η φελοδιπίνη είναι αποτελεσματική σε όλες τους βαθμούς υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα, π.χ. β-αδρενεργικοί αποκλειστές, διουρητικά ή αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, προκειμένου να επιτευχθεί υψηλή αντιυπερτασική δράση. Η φελοδιπίνη μειώνει τόσο τη συστολική όσο και τη διαστολική αρτηριακή πίεση και μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιηθεί σε μεμονωμένη συστολική υπέρταση.
H φελοδιπίνη διαθέτει αντιστηθαγχικές και αντιισχαιμικές δράσεις, λόγω βελτίωσης του ισοζυγιακού προσφοράς / απαιτήσεων σε οξυγόνο, του μυοκαρδίου. Οι αντιστάσεις των στεφανιαίων ελαττώνονται, ενώ η αιματική ροή δια των στεφανιαίων, όπως και η προσφορά οξυγόνου στο μυοκάρδιο αυξάνονται, λόγω διαστολής των επικαρδιακών αρτηριών και αρτηριολίων. Η ελάττωση εξάλλου της συστηματικής αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από τη φελοδιπίνη, προκαλεί ελάττωση του μεταφορτίου και των απαιτήσεων του μυοκαρδίου σε οξυγόνο. Η φελοδιπίνη βελτιώνει την ανοχή στην κόπωση και μειώνει τις στηθαγχικές προσβολές σε ασθενείς με σταθερή στηθάγχη προσπάθειας. Η φελοδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με β-αδρενεργικούς αποκλειστές σε ασθενείς με σταθερή στηθάγχη.
Αιμοδυναμικές επιδράσεις
Η πρωταρχική αιμοδυναμική επίδραση της φελοδιπίνης είναι μία μείωση της συνολικής περιφερικής αγγειακής αντίστασης, που οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης. Αυτές οι επιδράσεις είναι δοσοεξαρτώμενες. Γενικά, παρατηρείται μία μείωση στην αρτηριακή πίεση δύο ώρες μετά τη λήψη της πρώτης δόσης από του στόματος και η οποία διαρκεί για τουλάχιστον 24 ώρες και ο λόγος της ελάχιστης προς τη μέγιστη τιμή αντιυπερτασικής δράσης είναι συνήθως σαφώς πάνω από 50%. Οι συγκεντρώσεις της φελοδιπίνης στο πλάσμα συσχετίζονται θετικά με τη μείωση της συνολικής περιφερικής αντίστασης και της αρτηριακής πίεσης.
Καρδιακές επιδράσεις
Η φελοδιπίνη σε θεραπευτικές δόσεις δεν έχει καμία επίδραση είτε στην καρδιακή συσταλτικότητα είτε στην κολποκοιλιακή αγωγιμότητα και ανθεκτικότητα. Η αντιυπερτασική αγωγή με φελοδιπίνη συνδέεται με σημαντική επιδείνωση προϋπάρχουσας αριστερής κοιλιακής υπερτροφίας.
Δράσεις στους νεφρούς
Η φελοδιπίνη έχει νατριουρητική και διουρητική δράση λόγω μειωμένης σωληναριακής επαναρρόφησης του φιλτραρισμένου νατρίου. Η φελοδιπίνη δεν επηρεάζει την ημερήσια αποβολή του καλίου. Η φελοδιπίνη ελαττώνει τη νεφρική αγγειακή αντίσταση. Η φελοδιπίνη δεν επηρεάζει την απέκκριση της λευκωματίνης στα ούρα. Σε ασθενείς που έχουν υποστεί μεταμόσχευση νεφρού και λαμβάνουν κυκλοσπορίνη, η φελοδιπίνη μειώνει την αρτηριακή πίεση και βελτιώνει τόσο τη νεφρική ροή του αίματος όσο και τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η φελοδιπίνη ενδέχεται επίσης να βελτιώνει πρωίμως τη λειτουργία του νεφρικού μοσχεύματος.
Κλινική επάρκεια
Στη μελέτη HOT (Hypertension Optimal Treatment), μελετήθηκε η επίδραση σε μείζονος σημασίας καρδιαγγειακά συμβάντα (δηλαδή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο και θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας) σε συνδυασμό με συγκεκριμένες τιμές -στόχους διαστολικής πίεσης < 90 mmHg, < 85mmHg και < 80 mmHg και επιτευχθείσα τιμή αρτηριακής πίεσης, με τη χρήση της φελοδιπίνης ως αρχική θεραπεία. Ένα σύνολο 18.790 υπερτασικών ασθενών (ΔΑΠ 100-115 mmHg), ηλικίας 50 έως 80 ετών τέθηκαν υπό παρακολούθηση για μία περίοδο μέσης χρονικής διάρκειας 3.8 ετών (εύρος 3.3-4.9). Η φελοδιπίνη δόθηκε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με έναν β-αποκλειστή, και/ή έναν αναστολέα ΜΕΑ και/ή ένα διουρητικό. Η μελέτη κατέδειξε όφελος ως προς τη μείωση της ΣΑΠ και της ΔΑΠ στο 139 και 83 mmHg, αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τη μελέτη STOP-2 (Swedish Trial in Old Patients with Hypertension-2 study), η οποία πραγματοποιήθηκε σε 6614 ασθενείς, ηλικίας 70-84 ετών, οι ανταγωνιστές του διϋδροπυριδινικού ασβεστίου (φελοδιπίνη και ισραδιπίνη) έχουν επιδείξει την ίδια προληπτική επίδραση στην καρδιαγγειακής αιτιολογίας θνησιμότητα και νοσηρότητα με άλλες κατηγορίες φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη συνήθη πράξη- αναστολείς ΜΕΑ, β-αποκλειστές και διουρητικά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από κλινικές δοκιμές σχετικά με τη χρήση της φελοδιπίνης σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, μελέτη παράλληλων ομάδων, διάρκειας 3 εβδομάδων σε παιδιά ηλικίας 6-16 ετών με πρωτοπαθή υπέρταση, οι αντιυπερτασικές επιδράσεις της εφάπαξ χορηγούμενης φελοδιπίνης των 2,5 mg (n=33), των 5 mg (n=33) και των 10 mg (n=31) συγκρίθηκαν με εικονικό φάρμακο (n=35). Η μελέτη απέτυχε να καταδείξει την αποτελεσματικότητα της φελοδιπίνης στην μείωση της αρτηριακής πίεσης σε παιδιά ηλικίας 6-16 ετών (βλέπε Δοσολογία). Οι μακροχρόνιες επιδράσεις της φελοδιπίνης στην εφηβεία και στη γενική ανάπτυξη δεν έχουν μελετηθεί. Οι μακροχρόνιες επιδράσεις αντιυπερτασικής αγωγής ως θεραπεία κατά την παιδική ηλικία για τη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας στην ενήλικη ζωή από καρδιαγγειακά προβλήματα, επίσης δεν έχουν αποδειχθεί.
Απορρόφηση
Η φελοδιπίνη χορηγείται με τη μορφή δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης από τα οποία απορροφάται πλήρως στον γαστρεντερικό σωλήνα. Η συστηματική διαθεσιμότητα της φελοδιπίνης είναι γύρω στο 15% και είναι ανεξάρτητη της δόσης στο θεραπευτικό εύρος δόσεων. Τα παρατεταμένης αποδέσμευσης δισκία παράγουν μία παρατεταμένη φάση απορρόφησης της φελοδιπίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ομαλές συγκεντρώσεις φελοδιπίνης στο πλάσμα εντός θεραπευτικού φάσματος επί 24 ώρες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (tmax) επιτυγχάνονται με τις μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης μετά από 3-5 ώρες. Ο ρυθμός αλλά όχι το μέγεθος της απορρόφησης της φελοδιπίνης αυξάνεται όταν αυτή λαμβάνεται ταυτόχρονα με φαγητό υψηλής συγκέντρωσης σε λιπαρές ουσίες.
Κατανομή
Η σύνδεση της φελοδιπίνης με τις πρωτεΐνες στο πλάσμα είναι περίπου 99%. Δεσμεύεται κατά κύριο λόγο στο κλάσμα της λευκωματίνης. Ο όγκος κατανομής είναι 10 l/Kg, σε σταθεροποιημένη κατάσταση.
Βιομετασχηματισμός
Η φελοδιπίνη μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ από το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4) και όλοι οι ταυτοποιημένοι μεταβολίτες της είναι αδρανείς. Η φελοδιπίνη είναι ένα φαρμακευτικό προϊόν με υψηλό βαθμό κάθαρσης με έναν μέσο ρυθμό κάθαρσης του αίματος 1200 ml/min. Δεν υπάρχει σημαντική συσσώρευση κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι ασθενείς με ελαττωμένη ηπατική λειτουργία έχουν κατά μέσο όρο υψηλότερες συγκεντρώσεις φελοδιπίνης στο πλάσμα από τους νεότερους ασθενείς. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φελοδιπίνης δε μεταβάλλονται σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων και όσων βρίσκονται σε θεραπεία με αιμοκάθαρση.
Αποβολή
Η μέση ημιπερίοδος ζωής της φελοδιπίνης στην τελική φάση είναι περίπου 25 ώρες και σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 5 ημέρες. Δεν υπάρχει κίνδυνος συσσώρευσης κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Περίπου το 70% μίας χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται με τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα, το υπόλοιπο κλάσμα απεκκρίνεται από τα κόπρανα. Λιγότερο από το 0.5% μίας δόσης ανακτάται αναλλοίωτο στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη-γραμμικότητα
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ευθέως ανάλογες της δόσης εντός του θεραπευτικού εύρους των 2.5 - 10 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη η οποία έκανε χρήση εφάπαξ δόσης (παρατεταμένη αποδέσμευση 5 mg φελοδιπίνης) σε έναν περιορισμένο αριθμό παιδιών ηλικίας μεταξύ 6 και 16 ετών (n=12) δε διαπιστώθηκε καμία εμφανής συσχέτιση μεταξύ ηλικίας και AUC, Cmax ή μέση ημιπερίοδο ζωής της φελοδιπίνης.
Απορρόφηση Η φελοδιπίνη χορηγείται με τη μορφή δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης από τα οποία απορροφάται πλήρως στον γαστρεντερικό σωλήνα. Η συστηματική διαθεσιμότητα της φελοδιπίνης είναι γύρω στο 15% και είναι ανεξάρτητη της δόσης στο θεραπευτικό…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή (Φελοδιπίνη)
- Η φελοδιπίνη είναι μακράς διάρκειας αναστολέας διαύλων ασβεστίου τύπου διϋδροπυριδίνης (DHP), τύπος CCB. Δρά κυρίως σε αγγειοκινητικούς λείους μύες, σταθεροποιώντας τους διαύλους ασβεστίου τύπου L σε αδρανή διαμόρφωση. Με την αναστολή της εισόδου ασβεστίου στους λείους μυς, η φελοδιπίνη αποτρέπει τη σύσπαση των μυών που εξαρτάται από ασβέστιο και τη φαινομενική αγγειοσύσπαση.
- Η φελοδιπίνη είναι ο ισχυρότερος αναστολέας διαύλων ασβεστίου (CCB) σε χρήση και μοναδικά παρουσιάζει φθορίζουσα δραστηριότητα.
- Εκτός από τη δέσμευση στους L-type διαύλους, η φελοδιπίνη συνδέεται με διάφορες πρωτεΐνες δέσμευσης ασβεστίου, εμφανίζει ανταγωνιστικό αντίκτυπο στον μεταλλοκορτικοειδή υποδοχέα, αναστέλλει τη δραστηριότητα CaM-εξαρτώμενης φωσδιοδιεστεράσης του κυκλικού νουκλεοτιδιδικού συστήματος (CaMPDE) και εμποδίζει τη ροή ασβεστίου μέσω διαύλων T-type που ενεργοποιούνται με τάση.
- Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας πρωτογενούς υπέρτασης.
Αποδεικτικά στοιχεία μορφής/δομών: Ορισμένοι ισχυριζόμενοι μηχανισμοί περιλαμβάνουν δέσμευση σε τροπονίνη C και αλληλεπιδράσεις με Calmodulin, αλλά ο κύριος μηχανισμός παραμένει η αναστολή διαύλων L-type.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
- Για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας πρωτογενούς (essential) υπέρτασης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Η φελοδιπίνη ανήκει στην κατηγορία διϋδροπυριδινών (DHP) αναστολέων διαύλων ασβεστίου (CCB) – η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη κατηγορία CCB.
- Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε τύποι διαύλων ασβεστίου στους ανθρώπους: L-, N-, P/Q-, R- και T-type. Επικρατούσε ότι οι CCB στοχεύουν τους διαύλους L-type, οι οποίοι είναι κύριοι διαύλοι σε μυϊκά κύτταρα που μεσολαβούν τη σύσπαση· ωστόσο ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η φελοδιπίνη συνδέεται και αναστέλλει τους διαύλους T-type.
- Οι T-type διαύλοι εντοπίζονται συνήθως σε νευρώνες, σε κυττάρα με πακέμακε δραστηριότητα και σε οστεοκύτταρα. Η φαρμακολογική σημασία της αποκλεισμού T-type διαύλων είναι ασαφής.
- Η φελοδιπίνη συνδέεται επίσης με Calmodulin και αναστέλλει τη CaM-εξαρτώμενη κυκλική νουκλεοτιδική φωσδιοδεστεράση (CaMPDE) μέσω σύνδεσης με τα υπομονάδες PDE-1B1 και PDE-1A2. Το CaMPDE αποτελεί ένα από τα κύρια ένζυμα που εμπλέκονται σε κυκλικά νουκλεοτιδικά συστήματα σηματοδότησης ασβεστίου.
- Λειτουργεί επίσης ως ανταγωνιστής του υποδοχέα μεταλλοκορτικοειδών ανταγωνιζόμενη την πρόσδεση αλδοστερόνης και εμποδίζοντας την πρόσδεση συν-διευθυντών μεταλλοκορτικοειδών.
- Είναι ικανή να συνδεθεί με ισομορφές τροπονίνης C σε σκελετικούς και καρδιακούς μύες. Παρά την ευρεία δέσμευση με πολλά ενδογενή μόρια, τα αγγειοδιασταλτικά αποτελέσματα πιστεύεται ότι προέρχονται κυρίως από τον αποκλεισμό διαύλων L-type.
- Όπως και άλλα CCB τύπου DHP, η φελοδιπίνη συνδέεται άμεσα με αδρανή διαύλους ασβεστίου, σταθεροποιώντας την αδρανή τους διαμόρφωση. Δεδομένου ότι οι αρτηριακοί λείοι μύες έχουν μακρύτερο χρονικό διάστημα αποπόλωσης από τους καρδιακούς μύες, οι αδρανείς διαύλοι είναι πιο διαδεδομένοι στους λείους μυς.
- Εναλλακτικά, μέσω εναλλαγών α-1 υπομονάδας, η φελοδιπίνη αποκτά πρόσθετη αρτηριακή selectivity. Σε θεραπευτικές μη τοξικές συγκεντρώσεις, έχει μικρή επίδραση σε καρδιακούς μυς και αγωγικά κύτταρα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
- Μείωση της συσταλτικότητας των αρτηριακών λείων μυών και της αγγειοσυσπασίας μέσω της αναστολής της εισόδου ασβεστίου δια μέσου των διαύλων L-type που ενεργοποιούνται με τάση.
- Αναστρέψιμος ανταγωνισμός έναντι της nitrendipine και άλλων DHP CCBs για θέσεις πρόσδεσης DHP σε αγγειώδεις λείους μυς και σε cultured rabbit atrial cells.
- Τα ιόντα ασβεστίου που εισέρχονται συνδέονται με Calmodulin. Το CaM–ασβέστιο στη συνέχεια συνδέεται και ενεργοποιεί τη μυοσινολακινάση MLCK. Οι ενεργοποιημένες MLCK καταλύουν τη φωσφορυλίωση της ρυθμιστικής ελαφριάς αλυσίδας της μυοσίνης, ένα κρίσιμο βήμα στη μυϊκή σύσπαση. Η αύξηση της σηματοδότησης επιτυγχάνεται μέσω της απελευθέρωσης ασβεστολίου προς το σαρκοπλασματικό ρετικούλουμ μέσω υποδοχέων ριανιδίνης. Ο αρχικός περιορισμός εισροής ασβεστίου μειώνει τη δραστηριότητα σύσπασης στους αρτηριακούς λείους μύες και οδηγεί σε αγγειοδιαστολή. Τα αγγειοδιασταλτικά εφέ της φελοδιπίνης προκαλούν συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η φελοδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας πρωτογενούς υπέρτασης.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- Απορροφάται εντελώς από το γαστρεντερικό σύστημα. Ωστόσο, ο εκτεταμένος αρχικός μεταβολισμός μέσω της πυλαρικής κυκλοφορίας οδηγεί σε χαμηλή συστηματική βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15%. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από τη τροφή.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημί ζωή
- 17.5-31.5 ώρες σε υπερτασικούς ασθενείς; 19.1-35.9 ώρες σε ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς; 8.5-19.7 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με πρωτεΐνες
- 99%, κυρίως στο κλάσμα της αλμπουμίνης.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
- Παρόλο που υψηλότερες συγκεντρώσεις μεταβολιτών παραμένουν στο πλάσμα λόγω μειωμένης απέκκρισης ούρων, αυτοί είναι ανενεργοί. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η φελοδιπίνη διαπερνά τον αιματο-εγκεφαλικό φράγμα και τον πλακούντα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 10 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 0.8 L/min [Young healthy subjects]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία
- Συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή με χαρακτηριστική υπόταση και πιθανώς βραδυκαρδία. LD50 από του στόματος σε αρουραίους: 1050 mg/kg.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φελοδιπίνη ανήκει στην κατηγορία των διϋδροπυριδινών (DHP) αναστολέων διαύλων ασβεστίου (CCBs), την ευρύτερα χρησιμοποιούμενη κατηγορία CCBs. Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικοί τύποι διαύλων ασβεστίου στον άνθρωπο (Homo sapiens): τύπου L, N, P/Q, R και T. Ήταν ευρέως αποδεκτό ότι οι CCBs στοχεύουν τους διαύλους ασβεστίου τύπου L, τον κύριο δίαυλο στα μυϊκά κύτταρα που μεσολαβεί τη σύσπαση. Ωστόσο, ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι η φελοδιπίνη συνδέεται επίσης και αναστέλλει τους διαύλους ασβεστίου τύπου T. Οι δίαυλοι ασβεστίου τύπου T βρίσκονται συχνότερα σε νευρώνες, κύτταρα με δραστηριότητα βηματοδότη και οστεοκύτταρα. Η φαρμακολογική σημασία της αναστολής των διαύλων ασβεστίου τύπου T είναι άγνωστη. Η φελοδιπίνη συνδέεται επίσης με την καλμοδουλίνη και αναστέλλει την εξαρτώμενη από την καλμοδουλίνη απελευθέρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο. Η επίδραση αυτής της αλληλεπίδρασης φαίνεται να είναι μικρή. Μια άλλη μελέτη έδειξε ότι η φελοδιπίνη εξασθενεί τη δραστηριότητα της εξαρτώμενης από την καλμοδουλίνη κυκλικής φωσφοδιεστεράσης νουκλεοτιδίων (CaMPDE) συνδεόμενη με τις υπομονάδες του ενζύμου PDE-1B1 και PDE-1A2. Η CaMPDE είναι ένα από τα βασικά ένζυμα που εμπλέκονται στα συστήματα δευτερευομένων αγγελιοφόρων κυκλικών νουκλεοτιδίων και ασβεστίου. Η φελοδιπίνη δρα επίσης ως ανταγωνιστής του υποδοχέα της αλατοκορτικοειδούς, ανταγωνιζόμενη την αλδοστερόνη για τη σύνδεση και αναστέλλοντας την επαγωγή από αλδοστερόνη πρόσληψη συν-ενισχυτών του υποδοχέα της αλατοκορτικοειδούς. Η φελοδιπίνη μπορεί να συνδεθεί με μυϊκές ισομορφές της τροπονίνης C, μιας από τις βασικές ρυθμιστικές πρωτεΐνες στη μυϊκή σύσπαση, τόσο στους σκελετικούς όσο και στους καρδιακούς μυς. Παρόλο που η φελοδιπίνη εμφανίζει σύνδεση με πολλά ενδογενή μόρια, τα αγγειοδιασταλτικά της αποτελέσματα εξακολουθούν να πιστεύεται ότι οφείλονται κυρίως στην αναστολή των δυναμικών-εξαρτώμενων διαύλων ασβεστίου τύπου L. Παρόμοια με άλλους DHP CCBs, η φελοδιπίνη συνδέεται άμεσα με ανενεργούς διαύλους ασβεστίου, σταθεροποιώντας την ανενεργή τους διαμόρφωση. Δεδομένου ότι οι εκπολώσεις των αρτηριακών λείων μυών είναι μεγαλύτερης διάρκειας από τις εκπολώσεις των καρδιακών μυών, οι ανενεργοί δίαυλοι είναι πιο συχνοί στα κύτταρα των λείων μυών. Η εναλλακτική μάτισμα της α-1 υπομονάδας του διαύλου προσδίδει στη φελοδιπίνη επιπρόσθετη αρτηριακή επιλεκτικότητα. Σε θεραπευτικές, υποτοξικές συγκεντρώσεις, η φελοδιπίνη έχει μικρή επίδραση στα καρδιομυοκύτταρα και τα κύτταρα αγωγής.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φελοδιπίνη μειώνει τη συσταλτικότητα των λείων μυών των αρτηριών και την επακόλουθη αγγειοσυστολή, αναστέλλοντας την είσοδο ιόντων ασβεστίου μέσω των δυναμικών-εξαρτώμενων διαύλων ασβεστίου τύπου L. Ανταγωνίζεται αναστρέψιμα την νιτρεvδιπίνη και άλλους DHP CCBs για τις θέσεις δέσμευσης DHP στα αγγειακά κύτταρα των λείων μυών και στα καλλιεργημένα καρδιακά κύτταρα κουνελιού. Τα ιόντα ασβεστίου που εισέρχονται στο κύτταρο μέσω αυτών των διαύλων συνδέονται με την καλμοδουλίνη. Η καλμοδουλίνη, δεσμευμένη με ασβέστιο, στη συνέχεια συνδέεται και ενεργοποιεί τη μυοσίνη κινάση ελαφρών αλυσίδων (MLCK). Η ενεργοποιημένη MLCK καταλύει τη φωσφορυλίωση της ρυθμιστικής υπομονάδας ελαφρών αλυσίδων της μυοσίνης, ένα βασικό βήμα στη μυϊκή σύσπαση. Η ενίσχυση του σήματος επιτυγχάνεται μέσω της επαγόμενης από ασβέστιο απελευθέρωσης ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο μέσω των υποδοχέων ρυανοδίνης. Η αναστολή της αρχικής εισόδου ασβεστίου μειώνει την συσταλτική δραστηριότητα των κυττάρων των λείων μυών των αρτηριών και οδηγεί σε αγγειοδιαστολή. Τα αγγειοδιασταλτικά αποτελέσματα της φελοδιπίνης οδηγούν σε συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η φελοδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της ήπιας έως μέτριας απαραίτητης υπέρτασης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορροφάται πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Ωστόσο, εκτεταμένος μεταβολισμός πρώτης διόδου μέσω της πυλαίας κυκλοφορίας οδηγεί σε χαμηλή συστηματική βιοδιαθεσιμότητα 15%. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Παρόλο που υψηλότερες συγκεντρώσεις των μεταβολιτών ανιχνεύονται στο πλάσμα λόγω μειωμένης νεφρικής απέκκρισης, αυτοί είναι ανενεργοί. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η φελοδιπίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα.
10 L/kg
0.8 L/min [Νέοι υγιείς εθελοντές]
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
99%, κυρίως με τη λευκωματική (albumin) μερίδα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός μεταβολισμός κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4. Έχουν αναγνωριστεί έξι μεταβολίτες χωρίς αξιοσημείωτα αγγειοδιασταλτικά αποτελέσματα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- 17.5-31.5 ώρες σε υπερτασικούς ασθενείς
- 19.1-35.9 ώρες σε ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς
- 8.5-19.7 ώρες σε υγιείς εθελοντές
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών: Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-απώλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητά του ή την επαναπόλωσή του, την αγωγή ώθησης ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες συχνά ταξινομούνται σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αναστολή διαύλων νατρίου, β-αδρενεργική αναστολή, παράταση επαναπόλωσης, ή αναστολή διαύλων ασβεστίου.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ (ACE inhibitors), ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ, και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- OL961R6O2C
- FELODIPINE
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διϋδροπυριδίνης
- Χημική Δομή [CS] - Διϋδροπυριδίνες
Η φελοδιπίνη είναι ένας Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διϋδροπυριδίνης. Ο μηχανισμός δράσης της φελοδιπίνης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου.
FELODIPINE
Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διϋδροπυριδίνης [EPC]; Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου [MoA]; Διϋδροπυριδίνες [CS]
FELODIPINE EXTENDED-RELEASE TABLETS
Διϋδροπυριδίνες [CS]; Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου [MoA]; Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διϋδροπυριδίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08CA02Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίουΣταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέαΔοσολογία: 5–10 mg × 1 · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών: Μπορεί να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-απώλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητά του ή την επαναπόλωσή του, την αγωγή ώθησης ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες συχνά ταξινομούνται σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αναστολή διαύλων νατρίου, β-αδρενεργική αναστολή, παράταση επαναπόλωσης, ή αναστολή διαύλων ασβεστίου.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ (ACE inhibitors), ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ, και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων αγγείων.