Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C03BA11 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

INDAPAMIDE

Ινδαπαμίδη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές Κωδικός ATC: C 03 BA 11 ### Μηχανισμός δράσης Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με ένα ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα αναστέλλοντας την …

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 10/2021
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από στόματος
Χορήγηση:
Κάθε 24 ώρες, κατά προτίμηση το πρωί
Δόση έναρξης:
Ένα δισκίο
  • Ενήλικες
    ΔόσηΈνα δισκίο
    Κάθε 24 ώρες, κατά προτίμηση το πρωί, καταπίνεται ολόκληρο με νερό χωρίς να μασηθεί.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), η αγωγή αντενδείκνυται. Τα διουρητικά θειαζιδικού τύπου είναι αποτελεσματικά μόνο με φυσιολογική ή ελάχιστα διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή αντενδείκνυται.
  • Ηλικιωμένοι
    Η τιμή κρεατινίνης στο πλάσμα πρέπει να προσαρμόζεται ως προς την ηλικία, το σωματικό βάρος και το φύλο. Μπορούν να ακολουθούν αγωγή όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις άλλες σουλφοναμίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή σοβαρή δυσλειτουργία της ηπατικής λειτουργίας
  • Υποκαλιαιμία
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα με διαταραχή των ηλεκτρολυτών
    Διακοπή χορήγησης του διουρητικού άμεσα
  • Φωτοευαισθησία
    Συνιστάται διακοπή της θεραπείας. Εάν η επανεκκίνηση είναι απαραίτητη, συνιστάται προστασία των εκτιθέμενων περιοχών από τον ήλιο ή τεχνητή ακτινοβολία UVA
  • Δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια ολικής λακτάσης, σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια ολικής λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    Να μην λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
  • Υπονατριαιμία
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, κιρρωτικοί ασθενείς
    Τακτικός έλεγχος νατρίου πλάσματος, συχνότερα στους ηλικιωμένους και τους κιρρωτικούς
  • Υποκαλιαιμία
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, υποσιτιζόμενοι ή/και σε πολυφαρμακευτική αγωγή, κιρρωτικοί με οιδήματα και ασκίτη, ασθενείς με στεφανιαία νόσο, ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, άτομα με επιμήκυνση του διαστήματος QT
    Πρόληψη του κινδύνου. Συχνότερος έλεγχος επιπέδων καλίου πλάσματος. Αποκατάσταση αν διαπιστωθεί. Διόρθωση μαγνησίου αν συνυπάρχει χαμηλό μαγνήσιο.
  • Υπομαγνησιαιμία
    Επίγνωση της πιθανότητας υπομαγνησιαιμίας λόγω αυξημένης έκκρισης μαγνησίου στα ούρα
  • Υπερασβεστιαιμία
    Διακοπή θεραπείας πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας εάν υποπτευθεί υπερπαραθυρεοειδισμός
  • Γλυκόζη αίματος
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί, κυρίως με υποκαλιαιμία
    Έλεγχος γλυκόζης αίματος
  • Ουρικό οξύ / Ουρική αρθρίτιδα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερουριχαιμία
    Επίγνωση αυξημένης προδιάθεσης για κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
  • Νεφρική λειτουργία / Αύξηση ουρίας και κρεατινίνης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια
    Επίγνωση ότι η αγωγή μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια
  • Doping test
    ΠληθυσμόςΑθλητές
    Ενημέρωση ότι το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση στις δοκιμασίες anti-doping
  • Χοριοειδής συλλογή, οξεία μυωπία και δευτερογενές γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (με παράγοντες κινδύνου όπως ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδη ή πενικιλλίνη)
    Άμεση διακοπή του φαρμάκου. Εξέταση ταχείας ιατρικής ή χειρουργικής αγωγής εάν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει αρρύθμιστη.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων λιθίου με σημεία υπερδοσολογίας (μείωση της απέκκρισης λιθίου από τα ούρα).
    ΣύστασηΑυστηρή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα και προσαρμογή της δοσολογίας, εάν η χρήση διουρητικών είναι απαραίτητη.
  • Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης Ια, ΙΙΙ, ορισμένα αντιψυχωσικά, bepridil, cisapride, erythromycin IV, halofantrine, mizolastine, pentamidine, sparfloxacin, moxifloxacin, vincamine IV, methadone, astemizole, terfenadine)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος κοιλιακών αρρυθμιών, ιδίως κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (υποκαλιαιμία είναι παράγοντας κινδύνου).
    ΣύστασηΗ υποκαλιαιμία πρέπει να παρακολουθείται και να διορθώνεται πριν την έναρξη χρήσης. Κλινικός έλεγχος, παρακολούθηση ηλεκτρολυτών πλάσματος και ΗΚΓ. Να χρησιμοποιούνται ουσίες που δεν προκαλούν torsades de pointes, όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συστηματική χορήγηση) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, υψηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≥3 g/ημέρα)
    προσοχή
    Πιθανή μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ινδαπαμίδης. Κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδατωμένους ασθενείς (μείωση της σπειραματικής διήθησης).
    ΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
  • Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ)
    προσοχή
    Κίνδυνος αιφνίδιας υπότασης ή/και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδίως παρουσία προϋπάρχουσας έλλειψης νατρίου (π.χ. σε ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας).
    ΣύστασηΣτην υπέρταση, είτε διακοπή του διουρητικού 3 ημέρες πριν την έναρξη του α-ΜΕΑ, είτε χαμηλές αρχικές δόσεις του α-ΜΕΑ με σταδιακή αύξηση. Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, έναρξη με πολύ χαμηλή δόση α-ΜΕΑ, πιθανώς μετά από μείωση στη δόση του διουρητικού. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας κατά τις πρώτες εβδομάδες.
  • Άλλα φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (amphotericin B, γλυκοκορτικοειδή, tetracosactide, διεγερτικά καθαρτικά)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας (αθροιστική δράση).
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καλίου στο πλάσμα και αποκατάσταση, εάν χρειάζεται. Να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε περίπτωση συγχορήγησης δακτυλίτιδας. Να χρησιμοποιούνται μη διεγερτικά καθαρτικά.
  • προσοχή
    Ενίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης.
    ΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
  • Σκευάσματα δακτυλίτιδας
    προσοχή
    Η υποκαλιαιμία και/ή η υπομαγνησιαιμία ευνοούν τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας.
    ΣύστασηΣυστήνεται η παρακολούθηση των επιπέδων καλίου, μαγνησίου στο πλάσμα και ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμόζεται η θεραπεία.
  • Ενδέχεται να αυξήσει τη συχνότητα των αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (amiloride, spironolactone, triamterene)
    παρακολούθηση
    Μπορεί να συμβεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμία (ιδίως σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή διαβήτη).
    ΣύστασηΝα παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στο πλάσμα και το ΗΚΓ και να αναθεωρείται η αγωγή, αν είναι απαραίτητο.
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης προκαλούμενης από τη μετφορμίνη, λόγω της πιθανότητας λειτουργικής νεφρικής ανεπάρκειας που σχετίζεται με τα διουρητικά.
    ΣύστασηΝα μην χρησιμοποιείται μετφορμίνη, όταν τα επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα υπερβαίνουν τα 15 mg/l (135 μmol/l) στους άνδρες και 12 mg/l (110 μmol/l) στις γυναίκες.
  • Ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα
    προσοχή
    Σε περίπτωση αφυδάτωσης που προκαλείται από τα διουρητικά, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα κατά τη χρήση υψηλών δόσεων.
    ΣύστασηΣυνιστάται η ενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
  • Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, νευροληπτικά
    παρακολούθηση
    Αντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
  • Άλατα ασβεστίου
    παρακολούθηση
    Κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας, λόγω μείωσης της απέκκρισης του ασβεστίου από τα ούρα.
  • παρακολούθηση
    Κίνδυνος αύξησης των επιπέδων κρεατινίνης στο πλάσμα, χωρίς μεταβολή των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία.
  • Κορτικοστεροειδή, tetracosactide (συστηματική χορήγηση)
    παρακολούθηση
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης (κατακράτηση ύδατος και νατρίου λόγω των κορτικοστεροειδών).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Απλαστική αναιμία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοπενία
Μεταβολισμός
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Υπερασβεστιαιμία
Διαταραχές μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υποχλωριαιμία
Νευρικό
  • Ίλιγγος
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία
  • Συγκοπή
Γενικές
  • Κόπωση
Οφθαλμικές
  • Μυωπία
  • Θαμπή όραση
  • Οπτική διαταραχή
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
  • Χοριοειδής συλλογή
Καρδιά
  • Αρρυθμία
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
Αγγειακές
  • Υπόταση
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
  • Παγκρεατίτιδα
Ήπαρ
  • Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
  • Ηπατίτιδα
Ανοσοποιητικό
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Επιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
Δέρμα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Πορφύρα
  • Αγγειοοίδημα
  • Κνίδωση
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Μυαλγία
  • Ραβδομυόλυση
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Παρατεταμένο διάστημα QT ΗΚΓ
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
  • Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Πορφύρα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Κόπωση
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Υποχλωριαιμία
    Διαταραχές μεταβολισμού και της θρέψης
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Πολύ σπάνιες
  • Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Πολύ σπάνιες
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Μυωπία
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Παρατεταμένο διάστημα QT ΗΚΓ
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Χοριοειδής συλλογή
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (κάτω από 300 εκβάσεις κύησης) από τη χρήση της ινδαπαμίδης σε εγκύους. Η παρατεταμένη έκθεση σε θειαζίδη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης μπορεί να μειώσει τον όγκο πλάσματος της μητέρας, καθώς και τη μητροπλακουντιαία ροή αίματος, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντιαία ισχαιμία και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις, αναφορικά με την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Προληπτικά, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της Ινδαπαμίδης κατά την κύηση.
  • Θηλασμός
    Αντενδείκνυται
    Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της Ινδαπαμίδης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Μπορεί να εκδηλωθεί υπερευαισθησία σε φάρμακα παράγωγα της σουλφοναμίδης και υποκαλιαιμία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για νεογέννητα/βρέφη. Η Ινδαπαμίδη σχετίζεται στενά με τα θειαζιδικά διουρητικά, που έχουν συνδεθεί, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, με μείωση ή ακόμα και διακοπή της γαλουχίας. Η Ινδαπαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον θηλασμό.
  • Γονιμότητα
    Ασφαλές
    Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν έδειξαν επίδραση στη γονιμότητα θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν αναφέρονται επιδράσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές Κωδικός ATC: C 03 BA 11

Μηχανισμός δράσης

Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με ένα ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα αναστέλλοντας την επαναρρόφηση του νατρίου στο επίπεδο του φλοιώδους τμήματος αραίωσης. Αυξάνει την απέκκριση από τα ούρα του νατρίου και των χλωριούχων και σε μικρότερο βαθμό του καλίου και του μαγνησίου, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διούρηση και ασκώντας αντιυπερτασική δράση.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Οι μελέτες των φάσεων ΙΙ και ΙΙΙ έδειξαν ότι, με μονοθεραπεία, η αντιυπερτασική δράση διαρκεί 24 ώρες. Η δράση αυτή ήταν εμφανής σε δόσεις στις οποίες δεν εκδηλώνονται παρά ελάχιστα οι διουρητικές της ιδιότητες. Η αντιυπερτασική δράση της ινδαπαμίδης προκαλεί βελτίωση της αρτηριακής διατασιμότητας και μείωση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων και των αντιστάσεων των αρτηριδίων. Μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Υπάρχει ένα ανώτατο όριο αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών και παρόμοιας δράσης διουρητικών, όπου, πάνω από μία ορισμένη δόση, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξακολουθούν να αυξάνονται. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξάνεται, αν η θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική. Έχει, επιπλέον, αποδειχθεί ότι η ινδαπαμίδη στους υπερτασικούς ασθενείς, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα:

  • δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των λιπιδίων: τριγλυκεριδίων, LDL χοληστερόλης και HDL χοληστερόλης,
  • δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, ακόμα και σε διαβητικούς υπερτασικούς ασθενείς.
Φαρμακοκινητική

Η ινδαπαμίδη 1,5 mg κυκλοφορεί σε μία φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης που βασίζεται σε ένα υλικό απελευθέρωσης, στο οποίο η φαρμακευτική ουσία είναι διασπαρμένη και το οποίο επιτρέπει την παρατεταμένη αποδέσμευση της ινδαπαμίδης.

Απορρόφηση

Το κλάσμα της ινδαπαμίδης που αποδεσμεύεται απορροφάται γρήγορα και πλήρως από την πεπτική οδό. Η πρόσληψη τροφής αυξάνει ελαφρά την ταχύτητα απορρόφησης αλλά δεν επηρεάζει την ποσότητα του απορροφούμενου προϊόντος. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται περίπου 12 ώρες μετά τη λήψη και η επαναλαμβανόμενη λήψη μειώνει τη διακύμανση στις συγκεντρώσεις στον ορό, μεταξύ δύο λήψεων. Υπάρχει μια ενδο-ατομική μεταβλητότητα.

Κατανομή

Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι της τάξης του 79%. Η ημιπερίοδος ζωής είναι μεταξύ 14 και 24 ωρών (18 ώρες κατά μέσο όρο). Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημέρες. Οι επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις δεν προκαλούν συσσώρευση.

Μεταβολισμός

Η απέκκριση γίνεται κυρίως από τα ούρα (κατά 70% της δόσης) και από τα κόπρανα (22%), με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών.

Άτομα υψηλού κινδύνου

Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός δράσης - Η ινδαπαμίδη μπλοκάρει το αργό συνιστώμενο ρεύμα καθυστερημένου κιλάσιου καλίου (IKs) χωρίς να αλλάζει το γρήγορο συνιστώμενο ρεύμα (IKr) ή το inward rectifier ρεύμα. - Συγκεκριμένα, μπλοκάρει ή ανταγωνίζεται τη δράση των πρωτεϊνών…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές Κωδικός ATC: C 03 BA 11 ### Μηχανισμός δράσης Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με ένα ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα…
Φαρμακοκινητική
Η ινδαπαμίδη 1,5 mg κυκλοφορεί σε μία φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης που βασίζεται σε ένα υλικό απελευθέρωσης, στο οποίο η φαρμακευτική ουσία είναι διασπαρμένη και το οποίο επιτρέπει την παρατεταμένη αποδέσμευση της ινδαπαμίδης. ###…
Μεταβολισμός
Ως αποτέλεσμα εκτεταμένου μεταβολισμού στο ήπαρ, η πλειονότητα της απεκκρινόμενης ινδαπαμίδης είναι μεταβολισμένη, με μόνο 7% να παραμένει αμετάβλητο. Στους ανθρώπους, μπορούν να παραχθούν έως και 19 διακριτά μεταβολιτών της ινδαπαμίδης, αν και δεν έχουν…
Απέκκριση
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Νάτριο πλάσματος (Na⁺) · Πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα
    Ηλικιωμένοι και κιρρωτικοί ασθενείς
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κάλιο πλάσματος (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Κατά την πρώτη εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας (πρώτος προσδιορισμός), συχνότερα στις ομάδες κινδύνου Ομάδες κινδύνου για υποκαλιαιμία
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Διαβητικοί, κυρίως με υποκαλιαιμία
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Περιγραφή

  • Πρόκειται για ένα μόριο βενζαμίδης- σουλφοναμίδης- ινδόλης.
  • Ονομάζεται διουρητικό τύπου θειαζίδιου, αλλά η δομή διαφέρει αρκετά (λείπει ο θειαζο-ring), οπότε δεν είναι σαφές ότι ο μηχανισμός είναι συγκρίσιμος.
  • [PubChem]
DrugBank

Indication

expand_more

Ενδείξεις

  • Για τη θεραπεία της υπέρτασης, είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα, καθώς και για τη θεραπεία κατακράτησης νατρίου και υγρών που συνδέονται με καρδιακή αποτυχία ή οίδημα από εγκυμοσύνη (παρά μόνο όταν είναι σαφώς αναγκαίο για τη διαχείριση οιδήματος προέλευσης παθολογικής στην εγκυμοσύνη).
  • Επιπλέον χρησιμοποιείται για τη διαχείριση οιδήματος από ποικίλες αιτίες.
DrugBank

Pharmacology

expand_more

Φαρμακολογία

  • Η ινδαπαμίδη είναι αντιυπερτασικό και διουρητικό.
  • Περιέχει τόσο μια πολική ομάδα σουλφαμυλ χλωροβενζαμίδης όσο και μια λιποδιαλυτή ομάδα μεθυλινδολίνης.
  • Έχει δομική ομοιότητα με τα φίλα θειαζίδες διουρητικά τριαζίδια, τα οποία είναι γνωστά για τη μείωση της αγγειακής μυϊκής αντίδρασης.
  • Ωστόσο διαφέρει χημικά από τις θειαζίδες διότι δεν φέρει το θειαζιδικό δακτύλιο και περιέχει μόνο μία ομάδα σουλономάμι-ιδέας.
  • Φαίνεται ότι προκαλεί αγγειοδιαστολή, πιθανώς εμποδίζοντας τη μεταφορά ασβεστίου και άλλων ιόντων (νάτριο, κάλιο) δια μέσου μεμβρανών. Αυτή η επίδραση μπορεί να προκαλέσει υποκαλιαιμία σε ευαίσθητους ασθενείς.
  • Επίσης έχουν αναφερθεί επιδράσεις χαλάρωσης του μυομητρίου της μήτρας σε πειραματόζωα.
  • Γενικά, η ινδαπαμίδη διαθέτει εξωνεφρική αντιυπερτασική δράση με μείωση της αγγειο-υπερευαισθησίας και της συνολικής περιφερικής και αρτηριοσυστατικής αντίστασης.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more

Μηχανισμός δράσης

  • Η ινδαπαμίδη μπλοκάρει το αργό συνιστώμενο ρεύμα καθυστερημένου κιλάσιου καλίου (IKs) χωρίς να αλλάζει το γρήγορο συνιστώμενο ρεύμα (IKr) ή το inward rectifier ρεύμα.
  • Συγκεκριμένα, μπλοκάρει ή ανταγωνίζεται τη δράση των πρωτεϊνών KCNQ1 και KCNE1.
  • Πιστεύεται ότι διεγείρει επίσης τη σύνθεση της αγγειοδιασταλτικής υπό-τασικής προσταγλανδίνης PGE2.
DrugBank

Absorption

expand_more

Απορρόφηση

  • Ταχύτατη απορρόφηση από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank

Half life

expand_more

Ημιζωή

  • 14 ώρες (διφασική).
DrugBank

Protein binding

expand_more

Δέσμευση πρωτεΐνης

  • 71-79%.
DrugBank

Route of elimination

expand_more

Διαδρομή απέκκρισης

  • Η ινδαπαμίδη μεταβολίζεται εκτενώς, με μόνο περίπου 7% της συνολικής δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως άμετα δραστικό φάρμακο κατά τις πρώτες 48 ώρες μετά τη χορήγηση.
DrugBank

Toxicity

expand_more

Τoxicότητα / Ανεπιθύμητες ενέργειες

  • Διαταραχές ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία ή εξάντληση νατρίου λόγω σημαντικής απώλειας υγρών)
  • ναυτία
  • γαστρεντερικές διαταραχές
  • έμετος
  • αδυναμία
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

14 ώρες (διφασική)
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

71-79%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 5 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 C03BA11
    ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
    • Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
    • Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
    Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση · Συνεχής
  • ΒΗΜΑ 2 C03BA11
    ΒΗΜΑ 2 — Τριπλός συνδυασμός
    • Μη επίτευξη στόχου με τον διπλό συνδυασμό
    Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 90% · Συνεχής
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Διουρητικά

Σταδιακή μείωση CR: Μεσαίο DP: Μεσαίο
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
3702
Μοριακός τύπος
C16H16ClN3O3S
Μοριακό βάρος
365.8
IUPAC
4-chloro-N-(2-methyl-2,3-dihydroindol-1-yl)-3-sulfamoylbenzamide
InChIKey
NDDAHWYSQHTHNT-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ); Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ; Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ; ΑΝΑΛΕΙΣ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ; και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.

Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΝΑΤΡΙΟΥ ΧΛΩΡΙΔΙΟΥ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ.