INDAPAMIDE
Ινδαπαμίδη
Οι θειαζίδες και τα διουρητικά με παρόμοια δράση (χλωροθαλιδόνη) δρουν στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και προκαλούν αυξημένη απέκκριση νατρίου και ύδατος. Είναι διουρητικά με μέτρια ισχύ και χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ήπιων …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FLUDEX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: κατά προτίμηση το πρωί
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο
- Τιτλοποίηση: Σε υψηλότερες δόσεις, η αντιυπερτασική δράση της ινδαπαμίδης δεν ενισχύεται, αυξάνεται όμως η διουρητική δράση.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΣε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης χαμηλότερη από 30 ml/min), η αγωγή αντενδείκνυται. Τα θειαζιδικά και θειαζιδικού τύπου διουρητικά είναι πλήρως αποτελεσματικά, μόνο όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΣε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή αντενδείκνυται.
-
ΗλικιωμένοιΣτους ηλικιωμένους, αυτή η τιμή κρεατινίνης στο πλάσμα πρέπει να προσαρμόζεται ως προς την ηλικία, το σωματικό βάρος και το φύλο. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορούν να ακολουθούν αγωγή με Fludex 1,5 mg, όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Fludex 1,5 mg σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-FLUDEX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις άλλες σουλφοναμίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
-
Ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή σοβαρή δυσλειτουργία της ηπατικής λειτουργίας
-
Υποκαλιαιμία
warning
SPC-FLUDEX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική βλάβηΣε περίπτωση ηπατικής βλάβης, τα θειαζιδικά και παρόμοιας δράσης διουρητικά είναι δυνατόν να προκαλέσουν ηπατική εγκεφαλοπάθεια, ιδιαίτερα σε περίπτωση διαταραχής των ηλεκτρολυτών. Στην περίπτωση αυτή, η χορήγηση του διουρητικού πρέπει να διακόπτεται άμεσα.
-
ΦωτοευαισθησίαΈχουν αναφερθεί περιστατικά αντιδράσεων φωτοευαισθησίας με τα θειαζιδικά και τα θειαζιδικού τύπου διουρητικά (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν εκδηλωθεί αντίδραση φωτοευαισθησίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η διακοπή της. Εάν η εκ νέου χορήγηση του διουρητικού κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται η προστασία των περιοχών του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο ή σε τεχνητή ακτινοβολία UVA.
-
ΈκδοχαΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
-
Ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών: Νάτριο πλάσματοςΠρέπει να προσδιορίζεται πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η πτώση του νατρίου του αίματος ενδέχεται αρχικά να είναι ασυμπτωματική και ως εκ τούτου είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος, ο οποίος πρέπει να γίνεται συχνότερα στους ηλικιωμένους και τους κιρρωτικούς ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.8 και 4.9). Οποιαδήποτε διουρητική αγωγή μπορεί να προκαλέσει υπονατριαιμία, με σοβαρές επιπτώσεις ορισμένες φορές. Η υπονατριαιμία μαζί με υπο-ογκαιμία μπορεί να ευθύνεται για αφυδάτωση και ορθοστατική υπόταση. Η ταυτόχρονη απώλεια ιόντων χλωρίου μπορεί να προκαλέσει δευτερογενή αντισταθμιστική μεταβολική αλκάλωση: η συχνότητα και ο βαθμός αυτής της επίδρασης είναι χαμηλοί.
-
Ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών: Κάλιο πλάσματοςΗ απώλεια του καλίου που οδηγεί σε υποκαλιαιμία αποτελεί τον κυριότερο κίνδυνο των θειαζιδικών διουρητικών και των διουρητικών παρόμοιας δράσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης υποκαλιαιμίας (<3,4 mmol/l) πρέπει να προλαμβάνεται σε ορισμένες ομάδες κινδύνου, όπως στους ηλικιωμένους, στους υποσιτιζόμενους ή/και σε άτομα που ακολουθούν πολυφαρμακευτική αγωγή, στους κιρρωτικούς ασθενείς με οιδήματα και ασκίτη, στους ασθενείς με στεφανιαία νόσο και σε ασθενείς που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια. Στην περίπτωση αυτή, η υποκαλιαιμία αυξάνει την καρδιακή τοξικότητα των παραγώγων δακτυλίτιδας και τον κίνδυνο αρρυθμιών. Τα άτομα που εμφανίζουν επιμήκυνση του διαστήματος QT, είτε συγγενούς είτε ιατρογενούς αιτιολογίας, αποτελούν επίσης ομάδα κινδύνου. Η υποκαλιαιμία, όπως και η βραδυκαρδία, δρα ως προδιαθεσικός παράγοντας που ευνοεί την εμφάνιση σοβαρών αρρυθμιών και συγκεκριμένα κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes), πιθανώς θανατηφόρας. Σε όλες τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν είναι απαραίτητο να γίνεται συχνότερος έλεγχος των επιπέδων του καλίου στο πλάσμα. Ο πρώτος προσδιορισμός του καλίου στο πλάσμα πρέπει να πραγματοποιείται κατά την πρώτη εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας. Η διαπίστωση υποκαλιαιμίας απαιτεί την αποκατάστασή της.
-
Ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών: Ασβέστιο αίματοςΤα θειαζιδικά και παρόμοιας δράσης διουρητικά είναι δυνατόν να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου από τα ούρα και να προκαλέσουν ελαφρά και παροδική αύξηση του ασβεστίου στο πλάσμα. Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να οφείλεται σε μη διαγνωσμένο υπερπαραθυρεοειδισμό. Πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας.
-
Γλυκόζη αίματοςΕίναι σημαντικό για τους διαβητικούς να ελέγχουν τη γλυκόζη αίματος, κυρίως όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
-
Ουρικό οξύΣε ασθενείς με υπερουριχαιμία, αυξάνεται η προδιάθεση για κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
-
Νεφρική λειτουργία και διουρητικάΤα θειαζιδικά και παρόμοιας δράσης διουρητικά είναι πλήρως αποτελεσματικά, όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα διαταραγμένη (επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα χαμηλότερα από τιμές της τάξης των 25 mg/l, δηλ. 220 μmol/l για έναν ενήλικα). Η υπο-ογκαιμία, δευτερογενής της απώλειας ύδατος και νατρίου που προκαλείται από το διουρητικό στην αρχή της αγωγής, επιφέρει μείωση της σπειραματικής διήθησης. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ουρίας και της κρεατινίνης στο πλάσμα. Αυτή η παροδική λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει καμία επίπτωση σε άτομο με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μπορεί όμως να επιδεινώσει μία προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια.
-
ΑθλητέςΟι αθλητές πρέπει να είναι ενήμεροι ότι αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει δραστική ουσία που μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση στις δοκιμασίες που γίνονται κατά τον έλεγχο anti-doping.
swap_horiz
SPC-FLUDEX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοίΑύξηση των επιπέδων λιθίου με σημεία υπερδοσολογίας, μείωση της απέκκρισης λιθίου από τα ούρα.ΣύστασηΑπαιτείται αυστηρή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα και προσαρμογή της δοσολογίας, εάν η χρήση διουρητικών είναι απαραίτητη.
-
Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes): αντιαρρυθμικά τάξης Ια, αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, ορισμένα αντιψυχωσικά, bepridil, cisapride, diphemanil, erythromycin IV, halofantrine, mizolastine, pentamidine, sparfloxacin, moxifloxacin, vincamine IVΣυνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγησηΑυξημένος κίνδυνος κοιλιακών αρρυθμιών, ιδίως κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (η υποκαλιαιμία είναι παράγοντας κινδύνου).ΣύστασηΗ υποκαλιαιμία πρέπει να παρακολουθείται και να διορθώνεται, αν είναι απαραίτητο, πριν την έναρξη χρήσης αυτού του συνδυασμού. Κλινικός έλεγχος, παρακολούθηση των ηλεκτρολυτών στο πλάσμα και του ΗΚΓ. Να χρησιμοποιούνται ουσίες που δεν έχουν το μειονέκτημα της πρόκλησης torsades de pointes, όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συστηματική χορήγηση) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, υψηλή δόση σαλικυλικού οξέος (≥3 g/ημέρα)Συνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγησηΠιθανή μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ινδαπαμίδης. Κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδατωμένους ασθενείς (μείωση της σπειραματικής διήθησης).ΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
-
Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ)Συνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγησηΚίνδυνος αιφνίδιας υπότασης ή/και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, όταν ξεκινά αγωγή με α-ΜΕΑ παρουσία προϋπάρχουσας έλλειψης νατρίου (ιδίως σε ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας).ΣύστασηΣτην υπέρταση, όταν προηγούμενη αγωγή με διουρητικό ενδέχεται να έχει προκαλέσει έλλειψη νατρίου, είναι απαραίτητο: είτε να διακοπεί το διουρητικό 3 ημέρες πριν την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ και να αρχίσει ξανά αγωγή με υποκαλιαιμικό διουρητικό, αν χρειαστεί - είτε να δοθούν χαμηλές αρχικές δόσεις του α-ΜΕΑ και να αυξηθεί σταδιακά η δόση. Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, να αρχίζει η θεραπεία με πολύ χαμηλή δόση του α-ΜΕΑ, πιθανώς μετά από μείωση στη δόση του συγχορηγούμενου υποκαλιαιμικού διουρητικού. Να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη στο πλάσμα), κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής με έναν α-ΜΕΑ.
-
Άλλα φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία: amphotericin B (ενδοφλέβια χορήγηση), γλυκο-, αλατοκορτικοειδή (συστηματική χορήγηση), tetracosactide, διεγερτικά καθαρτικάΣυνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγησηΑυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας (αθροιστική δράση).ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καλίου στο πλάμα και αποκατάσταση, εάν χρειάζεται. Πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε περίπτωση συγχορήγησης δακτυλίτιδας. Να χρησιμοποιούνται μη διεγερτικά καθαρτικά.
-
Συνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγησηΕνισχύεται η αντιυπερτασική δράση.ΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
-
Σκευάσματα δακτυλίτιδαςΣυνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγησηΠροκαλείται υποκαλιαιμία που ευνοεί τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας.ΣύστασηΝα παρακολουθούνται τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα και το ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμόζεται η θεραπεία.
-
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΜπορεί να συμβεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμία (ιδίως σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή διαβήτη).ΣύστασηΝα παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στο πλάσμα και το ΗΚΓ και να αναθεωρείται η αγωγή, αν είναι απαραίτητο.
-
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης προκαλούμενης από τη μετφορμίνη, λόγω της πιθανότητας λειτουργικής νεφρικής ανεπάρκειας που σχετίζεται με τα διουρητικά και πιο συγκεκριμένα με τα διουρητικά της αγκύλης.ΣύστασηΝα μην χρησιμοποιείται μετφορμίνη, όταν τα επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα υπερβαίνουν τα 15 mg/l (135 μmol/l) στους άνδρες και 12 mg/l (110 μmol/l) στις γυναίκες.
-
Ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσαΣυνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΣε περίπτωση αφυδάτωσης που προκαλείται από τα διουρητικά, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα κατά τη χρήση υψηλών δόσεων των ιωδιούχων σκιαγραφικών μέσων.ΣύστασηΣυνιστάται η ενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
-
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, νευροληπτικάΣυνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΑντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
-
Άλατα ασβεστίουΣυνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΚίνδυνος υπερασβεστιαιμίας, λόγω μείωσης της απέκκρισης του ασβεστίου από τα ούρα.
-
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΚίνδυνος αύξησης των επιπέδων κρεατινίνης στο πλάσμα, χωρίς μεταβολή των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία, ακόμα και όταν δεν υπάρχει μείωση ύδατος και νατρίου.
-
Κορτικοστεροειδή, tetracosactide (συστηματική χορήγηση)Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψηΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης (κατακράτηση ύδατος και νατρίου λόγω των κορτικοστεροειδών).
sick
SPC-FLUDEX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Υπερασβεστιαιμία
- Απώλεια καλίου με υποκαλιαιμία, ιδιαίτερα σοβαρή σε ορισμένους πληθυσμούς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)
- Υπονατριαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)
- Ίλιγγος
- Κόπωση
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Μυωπία
- Θαμπή όραση
- Οπτική διαταραχή
- Αρρυθμία
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (πιθανά θανατηφόρα) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)
- Υπόταση
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
- Πιθανότητα εκδήλωσης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας σε περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας (βλ. Παραγράφους 4.3 και 4.4)
- Ηπατίτιδα
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα
- Πορφύρα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πιθανή επιδείνωση προϋπάρχοντος οξέος διάχυτου ερυθηματώδους λύκου
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4)
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Παρατεταμένο ΗΚΓ διάστημα QT (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος (βλ. παράγραφο 4.4)
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος (βλ. παράγραφο 4.4)
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΥπερασβεστιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑπώλεια καλίου με υποκαλιαιμία, ιδιαίτερα σοβαρή σε ορισμένους πληθυσμούς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚόπωσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜυωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (πιθανά θανατηφόρα) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΠιθανότητα εκδήλωσης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας σε περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας (βλ. Παραγράφους 4.3 και 4.4)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδη εξανθήματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΠιθανή επιδείνωση προϋπάρχοντος οξέος διάχυτου ερυθηματώδους λύκουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΠαρατεταμένο ΗΚΓ διάστημα QT (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκόζη αίματος (βλ. παράγραφο 4.4)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ουρικό οξύ αίματος (βλ. παράγραφο 4.4)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-FLUDEX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (κάτω από 300 εκβάσεις κύησης) από τη χρήση της ινδαπαμίδης σε εγκύους. Η παρατεταμένη έκθεση σε θειαζίδη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης μπορεί να μειώσει τον όγκο πλάσματος της μητέρας, καθώς και τη μητροπλακουντιαία ροή αίματος, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντιαία ισχαιμία και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις, αναφορικά με την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της Ινδαπαμίδης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Μπορεί να εκδηλωθεί υπερευαισθησία σε φάρμακα παράγωγα της σουλφοναμίδης και υποκαλιαιμία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για νεογέννητα/βρέφη. Η Ινδαπαμίδη σχετίζεται στενά με τα θειαζιδικά διουρητικά, που έχουν συνδεθεί, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, με μείωση ή ακόμα και διακοπή της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν έδειξαν επίδραση στη γονιμότητα θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις). Δεν αναφέρονται επιδράσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FLUDEX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές Κωδικός ATC: C 03 BA 11 ### Μηχανισμός δράσης Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με έναν ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα…
biotech
SPC-FLUDEX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FLUDEX
expand_more
Δοσολογία
Ένα δισκίο κάθε 24 ώρες, κατά προτίμηση το πρωί, το οποίο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο με νερό χωρίς να μασηθεί.
Σε υψηλότερες δόσεις, η αντιυπερτασική δράση της ινδαπαμίδης δεν ενισχύεται, αυξάνεται όμως η διουρητική δράση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4): Σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης χαμηλότερη από 30 ml/min), η αγωγή αντενδείκνυται. Τα θειαζιδικά και θειαζιδικού τύπου διουρητικά είναι πλήρως αποτελεσματικά, μόνο όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
Ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4): Σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή αντενδείκνυται.
Ηλικιωμένοι (βλέπε παράγραφο 4.4): Στους ηλικιωμένους, αυτή η τιμή κρεατινίνης στο πλάσμα πρέπει να προσαρμόζεται ως προς την ηλικία, το σωματικό βάρος και το φύλο. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορούν να ακολουθούν αγωγή με Fludex 1,5 mg, όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Fludex 1,5 mg σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση
block
Αντενδείξεις
SPC-FLUDEX
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις άλλες σουλφοναμίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή σοβαρή δυσλειτουργία της ηπατικής λειτουργίας
- Υποκαλιαιμία
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FLUDEX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις Σε περίπτωση ηπατικής βλάβης, τα θειαζιδικά και παρόμοιας δράσης διουρητικά είναι δυνατόν να προκαλέσουν ηπατική εγκεφαλοπάθεια, ιδιαίτερα σε περίπτωση διαταραχής των ηλεκτρολυτών. Στην περίπτωση αυτή, η χορήγηση του διουρητικού πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Φωτοευαισθησία: Έχουν αναφερθεί περιστατικά αντιδράσεων φωτοευαισθησίας με τα θειαζιδικά και τα θειαζιδικού τύπου διουρητικά (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν εκδηλωθεί αντίδραση φωτοευαισθησίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η διακοπή της. Εάν η εκ νέου χορήγηση του διουρητικού κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται η προστασία των περιοχών του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο ή σε τεχνητή ακτινοβολία UVA. Έκδοχα: Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο. Ειδικές προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών: Νάτριο πλάσματος: Πρέπει να προσδιορίζεται πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η πτώση του νατρίου του αίματος ενδέχεται αρχικά να είναι ασυμπτωματική και ως εκ τούτου είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος, ο οποίος πρέπει να γίνεται συχνότερα στους ηλικιωμένους και τους κιρρωτικούς ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.8 και 4.9). Οποιαδήποτε διουρητική αγωγή μπορεί να προκαλέσει υπονατριαιμία, με σοβαρές επιπτώσεις ορισμένες φορές. Η υπονατριαιμία μαζί με υπο-ογκαιμία μπορεί να ευθύνεται για αφυδάτωση και ορθοστατική υπόταση. Η ταυτόχρονη απώλεια ιόντων χλωρίου μπορεί να προκαλέσει δευτερογενή αντισταθμιστική μεταβολική αλκάλωση: η συχνότητα και ο βαθμός αυτής της επίδρασης είναι χαμηλοί. Κάλιο πλάσματος: Η απώλεια του καλίου που οδηγεί σε υποκαλιαιμία αποτελεί τον κυριότερο κίνδυνο των θειαζιδικών διουρητικών και των διουρητικών παρόμοιας δράσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης υποκαλιαιμίας (<3,4 mmol/l) πρέπει να προλαμβάνεται σε ορισμένες ομάδες κινδύνου, όπως στους ηλικιωμένους, στους υποσιτιζόμενους ή/και σε άτομα που ακολουθούν πολυφαρμακευτική αγωγή, στους κιρρωτικούς ασθενείς με οιδήματα και ασκίτη, στους ασθενείς με στεφανιαία νόσο και σε ασθενείς που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια. Στην περίπτωση αυτή, η υποκαλιαιμία αυξάνει την καρδιακή τοξικότητα των παραγώγων δακτυλίτιδας και τον κίνδυνο αρρυθμιών. Τα άτομα που εμφανίζουν επιμήκυνση του διαστήματος QT, είτε συγγενούς είτε ιατρογενούς αιτιολογίας, αποτελούν επίσης ομάδα κινδύνου. Η υποκαλιαιμία, όπως και η βραδυκαρδία, δρα ως προδιαθεσικός παράγοντας που ευνοεί την εμφάνιση σοβαρών αρρυθμιών και συγκεκριμένα κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes), πιθανώς θανατηφόρας. Σε όλες τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν είναι απαραίτητο να γίνεται συχνότερος έλεγχος των επιπέδων του καλίου στο πλάσμα. Ο πρώτος προσδιορισμός του καλίου στο πλάσμα πρέπει να πραγματοποιείται κατά την πρώτη εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας. Η διαπίστωση υποκαλιαιμίας απαιτεί την αποκατάστασή της. Ασβέστιο αίματος: Τα θειαζιδικά και παρόμοιας δράσης διουρητικά είναι δυνατόν να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου από τα ούρα και να προκαλέσουν ελαφρά και παροδική αύξηση του ασβεστίου στο πλάσμα. Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να οφείλεται σε μη διαγνωσμένο υπερπαραθυρεοειδισμό. Πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας.
- Γλυκόζη αίματος: Είναι σημαντικό για τους διαβητικούς να ελέγχουν τη γλυκόζη αίματος, κυρίως όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
- Ουρικό οξύ: Σε ασθενείς με υπερουριχαιμία, αυξάνεται η προδιάθεση για κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
- Νεφρική λειτουργία και διουρητικά: Τα θειαζιδικά και παρόμοιας δράσης διουρητικά είναι πλήρως αποτελεσματικά, όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα διαταραγμένη (επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα χαμηλότερα από τιμές της τάξης των 25 mg/l, δηλ. 220 μmol/l για έναν ενήλικα). Η υπο-ογκαιμία, δευτερογενής της απώλειας ύδατος και νατρίου που προκαλείται από το διουρητικό στην αρχή της αγωγής, επιφέρει μείωση της σπειραματικής διήθησης. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ουρίας και της κρεατινίνης στο πλάσμα. Αυτή η παροδική λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει καμία επίπτωση σε άτομο με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μπορεί όμως να επιδεινώσει μία προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια.
- Αθλητές: Οι αθλητές πρέπει να είναι ενήμεροι ότι αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει δραστική ουσία που μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση στις δοκιμασίες που γίνονται κατά τον έλεγχο anti-doping.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FLUDEX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
Λίθιο: Προκαλείται αύξηξη των επιπέδων λιθίου με σημεία υπερδοσολογίας, όπως και κατά τη διάρκεια δίαιτας ελεύθερης νατρίου (μείωση της απέκκρισης λιθίου από τα ούρα). Ωστόσο, εάν η χρήση διουρητικών είναι απαραίτητη, απαιτείται αυστηρή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα και προσαρμογή της δοσολογίας.
Συνδυασμοί που χρειάζονται προσοχή στη χορήγηση
Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes):
- αντιαρρυθμικά τάξης Ια (quinidine, hydroquinidine, disopyramide)
- αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (amiodarone, sotalol, dofetilide, ibutilide)
- ορισμένα αντιψυχωσικά: φαινοθειαζίνες (chlorpromazine, cyamemazine, levomepromazine, thioridazine, trifluoperazine) βενζαμίδια (amisulpride, sulpride, sultopride, tiapride) βουτυροφαινόνες (droperidol, haloperidol) άλλα: bepridil, cisapride, diphemanil, erythromycin IV, halofantrine, mizolastine, pentamidine, sparfloxacin, moxifloxacin, vincamine IV. Αυξημένος κίνδυνος κοιλιακών αρρυθμιών, ιδίως κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (η υποκαλιαιμία είναι παράγοντας κινδύνου). Η υποκαλιαιμία πρέπει να παρακολουθείται και να διορθώνεται, αν είναι απαραίτητο, πριν την έναρξη χρήσης αυτού του συνδυασμού. Κλινικός έλεγχος, παρακολούθηση των ηλεκτρολυτών στο πλάσμα και του ΗΚΓ. Να χρησιμοποιούνται ουσίες που δεν έχουν το μειονέκτημα της πρόκλησης torsades de pointes, όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συστηματική χορήγηση) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, υψηλή δόση σαλικυλικού οξέος (≥3 g/ημέρα): Πιθανή μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ινδαπαμίδης. Κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδατωμένους ασθενείς (μείωση της σπειραματικής διήθησης). Να ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ): Κίνδυνος αιφνίδιας υπότασης ή/και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, όταν ξεκινά αγωγή με α-ΜΕΑ παρουσία προϋπάρχουσας έλλειψης νατρίου (ιδίως σε ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας). Στην υπέρταση, όταν προηγούμενη αγωγή με διουρητικό ενδέχεται να έχει προκαλέσει έλλειψη νατρίου, είναι απαραίτητο:
- είτε να διακοπεί το διουρητικό 3 ημέρες πριν την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ και να αρχίσει ξανά αγωγή με υποκαλιαιμικό διουρητικό, αν χρειαστεί
- είτε να δοθούν χαμηλές αρχικές δόσεις του α-ΜΕΑ και να αυξηθεί σταδιακά η δόση. Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, να αρχίζει η θεραπεία με πολύ χαμηλή δόση του α-ΜΕΑ, πιθανώς μετά από μείωση στη δόση του συγχορηγούμενου υποκαλιαιμικού διουρητικού. Σε κάθε περίπτωση, να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη στο πλάσμα), κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής με έναν α-ΜΕΑ.
Άλλα φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία: amphotericin B (ενδοφλέβια χορήγηση), γλυκο- και αλατοκορτικοειδή (συστηματική χορήγηση), tetracosactide, διεγερτικά καθαρτικά: Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας (αθροιστική δράση). Συνιστάται παρακολούθηση του καλίου στο πλάμα και αποκατάσταση, εάν χρειάζεται. Πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε περίπτωση συγχορήγησης δακτυλίτιδας. Να χρησιμοποιούνται μη διεγερτικά καθαρτικά.
Baclofen: Ενισχύεται η αντιυπερτασική δράση. Να ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
Σκευάσματα δακτυλίτιδας: Προκαλείται υποκαλιαιμία που ευνοεί τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας. Να παρακολουθούνται τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα και το ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμόζεται η θεραπεία.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (amiloride, spironolactone, triamterene): Ενώ τέτοιοι λογικοί συνδυασμοί είναι χρήσιμοι για μερικούς ασθενείς, παρόλα αυτά μπορεί να συμβεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμία (ιδίως σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή διαβήτη). Να παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στο πλάσμα και το ΗΚΓ και να αναθεωρείται η αγωγή, αν είναι απαραίτητο.
Μετφορμίνη: Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης προκαλούμενης από τη μετφορμίνη, λόγω της πιθανότητας λειτουργικής νεφρικής ανεπάρκειας που σχετίζεται με τα διουρητικά και πιο συγκεκριμένα με τα διουρητικά της αγκύλης. Να μην χρησιμοποιείται μετφορμίνη, όταν τα επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα υπερβαίνουν τα 15 mg/l (135 μmol/l) στους άνδρες και 12 mg/l (110 μmol/l) στις γυναίκες.
Ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα: Σε περίπτωση αφυδάτωσης που προκαλείται από τα διουρητικά, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα κατά τη χρήση υψηλών δόσεων των ιωδιούχων σκιαγραφικών μέσων. Συνιστάται η ενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, νευροληπτικά: Αντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
Άλατα ασβεστίου: Κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας, λόγω μείωσης της απέκκρισης του ασβεστίου από τα ούρα.
Κυκλοσπορίνη, tacrolimus: Κίνδυνος αύξησης των επιπέδων κρεατινίνης στο πλάσμα, χωρίς μεταβολή των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία, ακόμα και όταν δεν υπάρχει μείωση ύδατος και νατρίου.
Κορτικοστεροειδή, tetracosactide (συστηματική χορήγηση): Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης (κατακράτηση ύδατος και νατρίου λόγω των κορτικοστεροειδών).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FLUDEX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας, κυρίως δερματολογικές, σε άτομα με προδιάθεση σε αλλεργικές και ασθματικές αντιδράσεις και κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα.
Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών, παρατηρήθηκε υποκαλιαιμία (κάλιο πλάσματος <3,4 mmol/l) στο 10% των ασθενών και <3,2 mmol/l στο 4% των ασθενών μετά από 4 έως 6 εβδομάδες αγωγής. Μετά από 12 εβδομάδες αγωγής, η μέση πτώση του καλίου του πλάσματος ήταν 0,23 mmol/l.
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αφορούν κλινικές και εργαστηριακές παραμέτρους είναι κατά κύριο λόγο δοσοεξαρτώμενες.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί με την ινδαπαμίδη κατά τη διάρκεια της αγωγής, οι οποίες έχουν καταταχθεί με την ακόλουθη συχνότητα:
Πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1000 έως <1/100), σπάνιες (1/10000 έως <1/1000), πολύ σπάνιες (>1/100.000 έως <1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα (MedDRA)* | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ακοκκιοκυτταραιμία | Πολύ σπάνιες |
| Απλαστική αναιμία | Πολύ σπάνιες | |
| Αιμολυτική αναιμία | Πολύ σπάνιες | |
| Λευκοπενία | Πολύ σπάνιες | |
| Θρομβοπενία | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερασβεστιαιμία | Πολύ σπάνιες |
| Απώλεια καλίου με υποκαλιαιμία, ιδιαίτερα σοβαρή σε ορισμένους πληθυσμούς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Υπονατριαιμία (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ίλιγγος | Σπάνιες |
| Κόπωση | Σπάνιες | |
| Κεφαλαλγία | Σπάνιες | |
| Παραισθησία | Σπάνιες | |
| Συγκοπή | Μη γνωστές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μυωπία | Μη γνωστές |
| Θαμπή όραση | Μη γνωστές | |
| Οπτική διαταραχή | Μη γνωστές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία | Πολύ σπάνιες |
| Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (πιθανά θανατηφόρα) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5) | Μη γνωστές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | Πολύ σπάνιες |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Έμετος | Όχι συχνές |
| Ναυτία | Σπάνιες | |
| Δυσκοιλιότητα | Σπάνιες | |
| Ξηροστομία | Σπάνιες | |
| Παγκρεατίτιδα | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία | Πολύ σπάνιες |
| Πιθανότητα εκδήλωσης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας σε περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας (βλ. Παραγράφους 4.3 και 4.4) | Μη γνωστές | |
| Ηπατίτιδα | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας | Συχνές |
| Κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα | Συχνές | |
| Πορφύρα | Όχι συχνές | |
| Αγγειοοίδημα | Πολύ σπάνιες | |
| Κνίδωση | Πολύ σπάνιες | |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | Πολύ σπάνιες | |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson | Πολύ σπάνιες | |
| Πιθανή επιδείνωση προϋπάρχοντος οξέος διάχυτου ερυθηματώδους λύκου | Μη γνωστές | |
| Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρική ανεπάρκεια | Πολύ σπάνιες |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Παρατεταμένο ΗΚΓ διάστημα QT (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5) | Μη γνωστές |
| Αυξημένη γλυκόζη αίματος (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων | Μη γνωστές |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων: Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FLUDEX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (κάτω από 300 εκβάσεις κύησης) από τη χρήση της ινδαπαμίδης σε εγκύους. Η παρατεταμένη έκθεση σε thειαζίδη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης μπορεί να μειώσει τον όγκο πλάσματος της μητέρας, καθώς και τη μητροπλακουντιαία ροή αίματος, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντιαία ισχαιμία και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις, αναφορικά με την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Προληπτικά, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της Ινδαπαμίδης κατά την κύηση.
Θηλασμός
Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της Ινδαπαμίδης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Μπορεί να εκδηλωθεί υπερευαισθησία σε φάρμακα παράγωγα της σουλφοναμίδης και υποκαλιαιμία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για νεογέννητα/βρέφη. Η Ινδαπαμίδη σχετίζεται στενά με τα θειαζιδικά διουρητικά, που έχουν συνδεθεί, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, με μείωση ή ακόμα και διακοπή της γαλουχίας. Η Ινδαπαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον θηλασμό.
Γονιμότητα
Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν έδειξαν επίδραση στη γονιμότητα θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν αναφέρονται επιδράσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FLUDEX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές
Κωδικός ATC: C 03 BA 11
Μηχανισμός δράσης
Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με έναν ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα αναστέλλοντας την επαναρρόφηση του νατρίου στο επίπεδο του φλοιώδους τμήματος αραίωσης. Αυξάνει την απέκκριση από τα ούρα του νατρίου και των χλωριούχων και σε μικρότερο βαθμό του καλίου και του μαγνησίου, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διούρηση και ασκώντας αντιυπερτασική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι μελέτες των φάσεων ΙΙ και ΙΙΙ έδειξαν ότι, με μονοθεραπεία, η αντιυπερτασική δράση διαρκεί 24 ώρες. Η δράση αυτή ήταν εμφανής σε δόσεις στις οποίες δεν εκδηλώνονται παρά ελάχιστα οι διουρητικές της ιδιότητες.
Η αντιυπερτασική δράση της ινδαπαμίδης προκαλεί βελτίωση της αρτηριακής διατασιμότητας και μείωση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων και των αντιστάσεων των αρτηριδίων.
Μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας.
Υπάρχει ένα ανώτατο όριο αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών και παρόμοιας δράσης διουρητικών, όπου, πάνω από μία ορισμένη δόση, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξακολουθούν να αυξάνονται. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξάνεται, αν η θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική.
Έχει, επιπλέον, αποδειχθεί ότι η ινδαπαμίδη στους υπερτασικούς ασθενείς, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα:
- δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των λιπιδίων: τριγλυκεριδίων, LDL χοληστερόλης και HDL χοληστερόλης,
- δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, ακόμα και σε διαβητικούς υπερτασικούς ασθενείς.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FLUDEX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η ινδαπαμίδη 1,5 mg κυκλοφορεί σε μία φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης που βασίζεται σε ένα υλικό απελευθέρωσης, στο οποίο η φαρμακευτική ουσία είναι διασπαρμένη και το οποίο επιτρέπει την παρατεταμένη αποδέσμευση της ινδαπαμίδης.
Aπορρόφηση Το κλάσμα της ινδαπαμίδης που αποδεσμεύεται απορροφάται γρήγορα και πλήρως από την πεπτική οδό. Η πρόσληψη τροφής αυξάνει ελαφρά την ταχύτητα απορρόφησης, αλλά δεν επηρεάζει την ποσότητα του απορροφούμενου προϊόντος. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται περίπου 12 ώρες μετά τη λήψη και η επαναλαμβανόμενη λήψη μειώνει τη διακύμανση στις συγκεντρώσεις στον ορό, μεταξύ δύο λήψεων. Υπάρχει μια ενδο-ατομική μεταβλητότητα.
Κατανομή Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι της τάξης του 79%. Η ημιπερίοδος ζωής είναι μεταξύ 14 και 24 ωρών (18 ώρες κατά μέσο όρο). Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημέρες. Οι επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις δεν προκαλούν συσσώρευση.
Μεταβολισμός Η απέκκριση γίνεται κυρίως από τα ούρα (κατά 70% της δόσης) και από τα κόπρανα (22%), με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών.
Άτομα υψηλού κινδύνου Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 2.2.1
Θειαζίδες και παρόμοιας δράσης
expand_more
Θειαζίδες και παρόμοιας δράσης
Οι θειαζίδες και τα διουρητικά με παρόμοια δράση (χλωροθαλιδόνη) δρουν στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και προκαλούν αυξημένη απέκκριση νατρίου και ύδατος.
Είναι διουρητικά με μέτρια ισχύ και χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ήπιων οιδημάτων πχ. από καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και ως αντιϋπερτασικά, είτε ως μονοθεραπεία, είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιϋπερτασικά. Η δράση τους ξεκινά 1-2 ώρες μετά την χορήγησή τους από το στόμα και για τα περισσότερα από αυτά διαρκεί 12-24 ώρες. Χορηγούνται συνήθως τις πρωινές ώρες έτσι ώστε η διούρηση να μην παρεμποδίζει τον ύπνο.
Η υποκαλιαιμία, (ιδίως με τη χλωροθαλιδόνη) είναι, σε χρόνια χορήγηση, συχνή. Άτυπες ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις σε άτομα που παίρνουν χρονίως θειαζίδες, πρέπει να εγείρουν την υπόνοια υποκαλιαιμίας έστω και αν το κάλιο ορού δεν είναι σαφώς κάτω από τα κατώτερα φυσιολογικά όρια.
Αν η διούρηση που προκαλείται με θειαζίδες στις μέγιστες δόσεις τους δεν είναι ικανοποιητική, δεν αναμένεται μεγαλύτερη διούρηση με παραπέρα αύξηση της δόσης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δοθούν διουρητικά της αγκύλης.
Δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των θειαζιδών. Η χλωροθαλιδόνη έχει δράση μακρότερη από τις θειαζίδες και μπορεί να χορηγείται ανά δεύτερη ημέρα ή και αραιότερα.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των φαρμάκων αυτής της ομάδας είναι κοινές.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Πρόκειται για ένα μόριο βενζαμίδης- σουλφοναμίδης- ινδόλης.
- Ονομάζεται διουρητικό τύπου θειαζίδιου, αλλά η δομή διαφέρει αρκετά (λείπει ο θειαζο-ring), οπότε δεν είναι σαφές ότι ο μηχανισμός είναι συγκρίσιμος.
- [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Για τη θεραπεία της υπέρτασης, είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα, καθώς και για τη θεραπεία κατακράτησης νατρίου και υγρών που συνδέονται με καρδιακή αποτυχία ή οίδημα από εγκυμοσύνη (παρά μόνο όταν είναι σαφώς αναγκαίο για τη διαχείριση οιδήματος προέλευσης παθολογικής στην εγκυμοσύνη).
- Επιπλέον χρησιμοποιείται για τη διαχείριση οιδήματος από ποικίλες αιτίες.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Η ινδαπαμίδη είναι αντιυπερτασικό και διουρητικό.
- Περιέχει τόσο μια πολική ομάδα σουλφαμυλ χλωροβενζαμίδης όσο και μια λιποδιαλυτή ομάδα μεθυλινδολίνης.
- Έχει δομική ομοιότητα με τα φίλα θειαζίδες διουρητικά τριαζίδια, τα οποία είναι γνωστά για τη μείωση της αγγειακής μυϊκής αντίδρασης.
- Ωστόσο διαφέρει χημικά από τις θειαζίδες διότι δεν φέρει το θειαζιδικό δακτύλιο και περιέχει μόνο μία ομάδα σουλономάμι-ιδέας.
- Φαίνεται ότι προκαλεί αγγειοδιαστολή, πιθανώς εμποδίζοντας τη μεταφορά ασβεστίου και άλλων ιόντων (νάτριο, κάλιο) δια μέσου μεμβρανών. Αυτή η επίδραση μπορεί να προκαλέσει υποκαλιαιμία σε ευαίσθητους ασθενείς.
- Επίσης έχουν αναφερθεί επιδράσεις χαλάρωσης του μυομητρίου της μήτρας σε πειραματόζωα.
- Γενικά, η ινδαπαμίδη διαθέτει εξωνεφρική αντιυπερτασική δράση με μείωση της αγγειο-υπερευαισθησίας και της συνολικής περιφερικής και αρτηριοσυστατικής αντίστασης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
- Η ινδαπαμίδη μπλοκάρει το αργό συνιστώμενο ρεύμα καθυστερημένου κιλάσιου καλίου (IKs) χωρίς να αλλάζει το γρήγορο συνιστώμενο ρεύμα (IKr) ή το inward rectifier ρεύμα.
- Συγκεκριμένα, μπλοκάρει ή ανταγωνίζεται τη δράση των πρωτεϊνών KCNQ1 και KCNE1.
- Πιστεύεται ότι διεγείρει επίσης τη σύνθεση της αγγειοδιασταλτικής υπό-τασικής προσταγλανδίνης PGE2.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- Ταχύτατη απορρόφηση από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
- 14 ώρες (διφασική).
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεΐνης
- 71-79%.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Διαδρομή απέκκρισης
- Η ινδαπαμίδη μεταβολίζεται εκτενώς, με μόνο περίπου 7% της συνολικής δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως άμετα δραστικό φάρμακο κατά τις πρώτες 48 ώρες μετά τη χορήγηση.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τoxicότητα / Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία ή εξάντληση νατρίου λόγω σημαντικής απώλειας υγρών)
- ναυτία
- γαστρεντερικές διαταραχές
- έμετος
- αδυναμία
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της ινδαπαμίδης είναι σχεδόν πλήρης μετά από από του στόματος δόση και δεν επηρεάζεται από τροφή ή αντιόξινα. Η ινδαπαμίδη είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη λόγω της ινδολίνης που περιέχει – ένα χαρακτηριστικό που πιθανόν εξηγεί γιατί η νεφρική κάθαρση της ινδαπαμίδης αποτελεί λιγότερο από 10% της συνολικής συστηματικής της κάθαρσης. Ο Tmax συμβαίνει περίπου 2,3 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος. Οι τιμές Cmax και AUC0-24 είναι 263 ng/mL και 2,95 ug/hr/mL, αντίστοιχα.
Εκτιμάται ότι το 60-70% της ινδαπαμίδης απεκκρίνεται στα ούρα, ενώ το 16-23% απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Ορισμένες πηγές αναφέρουν έναν φαινομενικό όγκο κατανομής 25 L για την ινδαπαμίδη, ενώ άλλες αναφέρουν τιμή περίπου 60 L.
Οι τιμές νεφρικής και ηπατικής κάθαρσης της ινδαπαμίδης αναφέρονται ως 1,71 mL/min και 20-23,4 mL/min, αντίστοιχα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ); Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ; Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ; ΑΝΑΛΕΙΣ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ; και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΝΑΤΡΙΟΥ ΧΛΩΡΙΔΙΟΥ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
F089I0511L
ΙΝΔΑΠΑΜΙΔΗ
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Διούρηση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Θειαζιδικό Διουρητικό
Η ινδαπαμίδη είναι ένα Θειαζιδικό Διουρητικό. Η φυσιολογική επίδραση της ινδαπαμίδης είναι μέσω της Αυξημένης Διούρησης.
ΙΝΔΑΠΑΜΙΔΗ
Αυξημένη Διούρηση [PE]; Θειαζιδικό Διουρητικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ); Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ; Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ; ΑΝΑΛΕΙΣ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ; και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΝΑΤΡΙΟΥ ΧΛΩΡΙΔΙΟΥ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C03BA11ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
- Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
- Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ 2 C03BA11ΒΗΜΑ 2 — Τριπλός συνδυασμός
- Μη επίτευξη στόχου με τον διπλό συνδυασμό
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 90% · Συνεχής